Υπόθεση C-429/01
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους – Παράλειψη μεταφοράς της οδηγίας 90/219/ΕΟΚ στην εσωτερική έννομη τάξη – Γενετικώς τροποποιημένοι οργανισμοί – Περιορισμένη χρήση»
Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 27ης Νοεμβρίου 2003
Περίληψη της αποφάσεως
1.. Πράξεις των οργάνων – Οδηγίες – Εκτέλεσή τους από τα κράτη μέλη – Ανάγκη σαφούς μεταφοράς τους – Οδηγία 90/219 – Υποχρέωση των κρατών μελών να εκτιμούν με ακρίβεια, όσον αφορά την περιορισμένη χρήση γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών, την ανάγκη καταρτίσεως σχεδίου επείγουσας ανάγκης
(Άρθρο 249, εδ. 3, ΕΚ· οδηγία 90/219 του Συμβουλίου, άρθρο 14, στοιχ. α΄)
2.. Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Παράβαση αρθείσα πριν από την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας – Απαράδεκτο
(Άρθρο 226 ΕΚ)
3.. Πράξεις των οργάνων – Οδηγίες – Εκτέλεση από τα κράτη μέλη – Ανάγκη πλήρους μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο – Διάταξη η οποία αφορά αποκλειστικώς τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής – Διάταξη μη απαιτούσα οπωσδήποτε τη λήψη ειδικών μέτρων μεταφοράς – Ευχέρεια της Επιτροπής να αποδείξει την αναγκαιότητα λήψεως ειδικών μέτρων μεταφοράς
4.. Πράξεις των οργάνων – Οδηγίες – Εκτέλεση από τα κράτη μέλη – Ανάγκη σαφούς και επακριβούς μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο
(Άρθρο 249, εδ. 3, ΕΚ)
1. Προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης εφαρμογή των οδηγιών κατά νόμο και όχι απλώς στην πράξη, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο στον οικείο τομέα. Από αυτής της απόψεως, η πραγματική μεταφορά του άρθρου 14, στοιχείο α΄, της οδηγίας 90/219, για την περιορισμένη χρήση γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών, το οποίο προβλέπει ότι πριν από την έναρξη μιας από τις εργασίες που προβλέπονται από αυτή, αν απαιτείται, οι αρμόδιες αρχές βεβαιώνονται ότι έχει καταρτιστεί σχέδιο επείγουσας ανάγκης, συνεπάγεται ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση επιβάλλει στις εν λόγω αρχές την υποχρέωση να εκτιμούν την ανάγκη καταρτίσεως σχεδίου επείγουσας ανάγκης κατά περίπτωση αναλόγως των κινδύνων, εφόσον δεν προβλέπεται η συστηματική κατάρτιση ενός τέτοιου σχεδίου για ορισμένους τύπους εγκαταστάσεων. βλ. σκέψεις 40-41
2. Η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Η οδηγία 98/81, με την οποία τροποποιήθηκε η οδηγία 90/21, για την περιορισμένη χρήση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών, έπρεπε να έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη το αργότερο μέχρις τις 5 Ιουνίου 2000, δηλαδή πριν από την προθεσμία που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη που απηύθυνε στη Γαλλική Δημοκρατία. Συνεπώς, το εν λόγω κράτος μέλος δεν είχε πλέον την υποχρέωση, τουλάχιστον από της ημερομηνίας αυτής, να μεταφέρει το άρθρο 14, στοιχείο β΄, πρώτο εδάφιο, πρώτη φράση, της εν λόγω οδηγίας. Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον αφορά τη διάταξη αυτή της οδηγίας. βλ. σκέψεις 56-58
3. Διάταξη η οποία αφορά μόνον τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής δεν απαιτείται, καταρχήν, να μεταφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη. Εντούτοις, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη υπέχουν την υποχρέωση διασφαλίσεως της πλήρους αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να αποδείξει ότι η τήρηση της διατάξεως μιας οδηγίας που διέπει τις σχέσεις αυτές απαιτεί τη λήψη ειδικών μέτρων μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη. Αν κράτος μέλος προτίμησε να μην προσδιορίσει ρητώς το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου οι εθνικές αρχές υπέχουν την υποχρέωση διατηρήσεως τέτοιου είδους σχέσεων, υπέχει ευθύνη από την ενδεχόμενη παραβίαση υποχρεώσεων που προκύπτουν σχετικώς από το κοινοτικό δίκαιο. βλ. σκέψεις 68-69
4. Για τη μεταφορά μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη κράτους μέλους είναι απαραίτητο το συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο να διασφαλίζει αποτελεσματικά την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας, η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται βάσει του δικαίου αυτού να είναι αρκούντως ακριβής και σαφής και οι δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους. βλ. σκέψη 83
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 27ης Νοεμβρίου 2003 (1)
Παράβαση κράτους – Παράλειψη μεταφοράς της οδηγίας 90/219/ΕΟΚ στην εσωτερική έννομη τάξη – Γενετικώς τροποποιημένοι οργανισμοί – Περιορισμένη χρήση
Στην υπόθεση C-429/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. zur Hausen, επικουρούμενο από τους M. van der Woude και V. Landes, avocats, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους G. de Bergues και D. Colas, κατόπιν δεν από τον G. de Bergues και την C. Isidoro, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να μεταφέρει, ορθώς και πλήρως, στην εσωτερική της έννομη τάξη τις διατάξεις των άρθρων 14, στοιχεία α΄ και β΄, 15, παράγραφοι 1 και 2, 16, παράγραφος 1, και 19, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 90/219/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1990, για την περιορισμένη χρήση γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών (ΕΕ L 117, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/51/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Νοεμβρίου 1994, για την πρώτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 90/219 (ΕΕ L 297, σ. 29), και παραλείποντας να μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη τις διατάξεις της οδηγίας αυτής για ορισμένες περιορισμένες χρήσεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Άμυνας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας αυτής και του άρθρου 249 ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),,
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, C. Gulmann και J.-P. Puissochet και τις F. Macken και N. Colneric (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού έλαβε την απόφαση να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, τον οποίο άκουσε προηγουμένως,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να μεταφέρει, ορθώς και πλήρως, στην εσωτερική της έννομη τάξη τις διατάξεις των άρθρων 14, στοιχεία α΄ και β΄, 15, παράγραφοι 1 και 2, 16, παράγραφος 1, και 19, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 90/219/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1990, για την περιορισμένη χρήση γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών (ΕΕ L 117, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/51/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Νοεμβρίου 1994, για την πρώτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 90/219 (ΕΕ L 297, σ. 29) (στο εξής: οδηγία), και παραλείποντας να μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη τις διατάξεις της οδηγίας αυτής για ορισμένες περιορισμένες χρήσεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Άμυνας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας αυτής και του άρθρου 249 ΕΚ.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Η οδηγία θέτει τους κανόνες που διέπουν την περιορισμένη χρήση γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών (στο εξής: ΜΟΓΤ).
3 Κατά το άρθρο 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας ως περιορισμένη χρήση νοείται κάθε εργασία κατά την οποία μικροοργανισμοί τροποποιούνται γενετικώς ή κάθε εργασία κατά την οποία τέτοιοι γενετικώς τροποποιημένοι μικροοργανισμοί καλλιεργούνται, αποθηκεύονται, χρησιμοποιούνται, μεταφέρονται, καταστρέφονται ή απορρίπτονται και για την οποία χρησιμοποιούνται φυσικοί φραγμοί ή συνδυασμός φυσικών με χημικούς ή/και βιολογικούς φραγμούς για να περιοριστεί η επαφή τους με τον ευρύτερο πληθυσμό και το περιβάλλον.
4 Με σκοπό την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, η οδηγία προβαίνει, μεταξύ άλλων, σε κατάταξη των ΜΟΓΤ και ορίζει ότι έχουν εφαρμογή οι αρχές της ασφάλειας, της επαγγελματικής υγιεινής και της περιορισμένης χρήσεως.
5 Προς τούτο, το άρθρο 4 της οδηγίας κατατάσσει τους ΜΟΓΤ σε δύο ομάδες αναλόγως των κινδύνων που παρουσιάζουν. Οι ΜΟΓΤ που ανταποκρίνονται στα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας περιλαμβάνονται στην πρώτη ομάδα (στο εξής: ομάδα Ι). Οι υπόλοιποι στη δεύτερη ομάδα (στο εξής: ομάδα ΙΙ).
6 Επιπροσθέτως, το άρθρο 2, στοιχεία δ΄ και ε΄, της οδηγίας προβαίνει σε διάκριση αναλόγως του σκοπού για τον οποίο χρησιμοποιούνται οι ΜΟΓΤ. Κατά τη διάκριση αυτή, οι καλούμενες εργασίες τύπου Α αφορούν τη διδασκαλία, την έρευνα, την ανάπτυξη, ή εργασίες με σκοπούς είτε μη βιομηχανικούς είτε μη εμπορικούς, οι οποίες είναι μικρής κλίμακας. Οι λοιπές εργασίες καλούνται εργασίες τύπου Β.
7 Η οδηγία προβλέπει ειδικές διαδικασίες γνωστοποιήσεως αναλόγως της ομάδας ΜΟΓΤ (ομάδα Ι ή ΙΙ) και του τύπου εργασίας (τύπος Α ή Β). Διακρίνει, εξάλλου, δύο συστήματα: το σύστημα της εγκρίσεως, για εργασίες που συνεπάγονται σημαντικούς κινδύνους και οι οποίες επιτρέπονται μόνο κατόπιν αδείας της αρμόδιας εθνικής αρχής, και το σύστημα της δηλώσεως, για εργασίες που παρουσιάζουν μικρότερους κινδύνους. Η οδηγία καθορίζει, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο του φακέλου γνωστοποιήσεως, τη διαδικασία χορηγήσεως αδείας ή τη διαδικασία δηλώσεως, καθώς και τις υποχρεώσεις ενημερώσεως της Επιτροπής και των άλλων κρατών μελών.
8 Το άρθρο 14 της οδηγίας ορίζει ότι: Οι αρμόδιες αρχές στις περιπτώσεις που είναι αναγκαίο και προτού αρχίσουν οι εργασίες μεριμνούν ώστε:
α) να καταρτίζεται ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος εκτός των εγκαταστάσεων σε περίπτωση ατυχήματος, οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης να γνωρίζουν τους κινδύνους και να ενημερώνονται γραπτώς σχετικά με αυτούς·
β) όλα τα πρόσωπα που ενδέχεται να θιγούν από το ατύχημα να ενημερώνονται με κατάλληλο τρόπο και χωρίς να χρειάζεται να το ζητήσουν για τα μέτρα ασφαλείας και τη στάση που πρέπει να τηρήσουν σε περίπτωση ατυχήματος. Οι πληροφορίες πρέπει να επαναλαμβάνονται και να τροποποιούνται, σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα, ώστε να περιέχουν τα νεότερα στοιχεία. Πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμες στο κοινό. Ταυτόχρονα, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θέτουν στη διάθεση των άλλων ενδιαφερομένων κρατών μελών, ως βάση για κάθε αναγκαία διαβούλευση στο πλαίσιο των διμερών τους σχέσεων, τις πληροφορίες ίδιες με εκείνες που παρέχουν στους υπηκόους τους.
9 Η οδηγία τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 1998 (ΕΕ L 330, σ. 13). Κατά το άρθρο 14 της τροποποιημένης οδηγίας: Πριν αρχίσει μια περιορισμένη χρήση, οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι:
α) έχει καταρτιστεί σχέδιο έκτακτης ανάγκης για περιορισμένες χρήσεις κατά τις οποίες μια ανεπάρκεια των μέτρων περιορισμού θα μπορούσε να εκθέσει σε σοβαρό, άμεσο ή μελλοντικό κίνδυνο τους ευρισκομένους εκτός των εγκαταστάσεων ή/και το περιβάλλον, εκτός αν υπάρχει σχέδιο έκτακτης ανάγκης δυνάμει άλλης κοινοτικής νομοθεσίας·
β) στους φορείς και τις αρχές που ενδέχεται να εμπλακούν σε ατύχημα παρέχονται δεόντως στοιχεία σχετικά με τα σχέδια έκτακτης ανάγκης καθώς και τα εφαρμοστέα μέτρα ασφάλειας, χωρίς να το ζητήσουν. Ενημέρωση των στοιχείων αυτών πραγματοποιείται σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Επίσης, τα στοιχεία αυτά τίθενται στη διάθεση του κοινού.
Ταυτόχρονα, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θέτουν στη διάθεση των άλλων ενδιαφερομένων κρατών μελών, ως βάση για κάθε αναγκαία διαβούλευση στο πλαίσιο των διμερών τους σχέσεων, τα ίδια στοιχεία με εκείνα που έχουν δοθεί και στους υπηκόους τους.
10 Κατά το άρθρο 15 της οδηγίας:
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλισθεί ότι σε περίπτωση ατυχήματος, ο χρήστης οφείλει να ενημερώσει αμέσως την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 11 και να της παράσχει τα εξής στοιχεία:
─ τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνέβει το ατύχημα,
─ την ταυτότητα και τις ποσότητες των γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών που ελευθερώθηκαν,
─ τυχόν πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση των επιπτώσεων του ατυχήματος στην υγεία του πληθυσμού και του περιβάλλοντος,
─ τα μέτρα έκτακτης ανάγκης που ελήφθησαν.
2. Σε περίπτωση ενημέρωσης σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη οφείλουν:
─ να εξασφαλίζουν τη λήψη όλων των αναγκαίων επειγόντων, μεσοπρόθεσμων ή μακροπρόθεσμων μέτρων και να ενημερώνουν αμέσως κάθε κράτος μέλος που ενδέχεται να θιγεί από το ατύχημα,
─ να συλλέγουν, κατά το δυνατό, τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την πλήρη ανάλυση του ατυχήματος και, όπου απαιτείται, να διατυπώνουν συστάσεις για την αποφυγή ανάλογων ατυχημάτων στο μέλλον και τον περιορισμό των συνεπειών τους.
11 Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι: Τα κράτη μέλη οφείλουν να:
α) διαβουλεύονται με τα άλλα κράτη μέλη που ενδέχεται να θιγούν σε περίπτωση ατυχήματος όσον αφορά την κατάρτιση και εφαρμογή σχεδίων έκτακτης ανάγκης,
β) ενημερώνουν το συντομότερο την Επιτροπή για όλα τα ατυχήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, παρέχοντας λεπτομέρειες σχετικές με τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνέβη το ατύχημα, την ταυτότητα και τις ποσότητες των γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών που ελευθερώθηκαν, τα μέτρα έκτακτης ανάγκης που λήφθηκαν και την αποτελεσματικότητά τους, καθώς και μια ανάλυση του ατυχήματος με συστάσεις για τον περιορισμό των συνεπειών του ατυχήματος και την αποφυγή ανάλογων ατυχημάτων στο μέλλον.
12 Κατά το άρθρο 19 της οδηγίας:
1. Η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές δεν ανακοινώνουν σε τρίτους κανένα εμπιστευτικό στοιχείο το οποίο έχει γνωστοποιηθεί ή έχει περιέλθει σε γνώση τους δυνάμει της παρούσας οδηγίας και προστατεύουν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που αφορούν τα παραληφθέντα στοιχεία.
2. Ο γνωστοποιών μπορεί να υποδεικνύει τα στοιχεία των γνωστοποιήσεων, που υποβάλλει δυνάμει της παρούσας οδηγίας, των οποίων η αποκάλυψη θα μπορούσε να βλάψει την ανταγωνιστική θέση του και τα οποία θα πρέπει να παραμείνουν απόρρητα. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να παρατίθενται οι λόγοι οι οποίοι πρέπει να μπορούν να ελεχθούν.
3. Η αρμόδια αρχή, αφού ζητήσει τη γνώμη του γνωστοποιούντος, αποφασίζει ποια στοιχεία πρέπει να παραμείνουν απόρρητα και ενημερώνει σχετικά το γνωστοποιούντα.
4. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να παραμένουν απόρρητα τα ακόλουθα στοιχεία, εφόσον υποβάλλονται συμφωνα με τα άρθρα 8, 9 ή 10:
─ η περιγραφή του ή των γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών, το όνομα και η διεύθυνση του γνωστοποιούντος, ο σκόπος της περιορισμένης χρήσης και ο τόπος που θα πραγματοποιηθεί,
─ οι μέθοδοι και τα σχέδια για τη μόνιμη παρακολούθηση του ή των γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών και την αντιμετώπιση καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης,
─ η εκτίμηση των αναμενόμενων επιπτώσεων, ιδίως δε οποιωνδήποτε παθογενετικών επιπτώσεων ή/και επιπτώσεων που ενδέχεται να διαταράξουν την οικολογική ισορροπία.
5. Αν για οποιονδήποτε λόγο, ο γνωστοποιών αποσύρει τη γνωστοποίηση, η αρμόδια αρχή πρέπει να σέβεται τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των στοιχείων που έχει λάβει.
13 Η οδηγία 90/219 προβλέπει, στο άρθρο 22, ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι τις 23 Οκτωβρίου 1991. Οι προκύπτουσες από την οδηγία 94/51 τροποποιήσεις αφορούσαν μόνο το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 90/219 και έπρεπε να έχουν μεταφερθεί εντός της εσωτερικής έννομης τάξεως μέχρι τις 30 Απριλίου 1995. Η οδηγία 98/81 τέθηκε σε ισχύ στις 5 Δεκεμβρίου 1998. Η προθεσμία που τάχθηκε στα κράτη μέλη προκειμένου να συμμορφωθούν προς αυτήν έληγε, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, αυτής, 18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας, δηλαδή στις 5 Ιουνίου 2000.
Η εθνική νομοθεσία
14 Κατά το άρθρο L. 511-1 του κώδικα περιβάλλοντος (JORF της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, παράρτημα σ. 38203): Στις διατάξεις του παρόντος τίτλου εμπίπτουν τα εργοστάσια, εργαστήρια, αποθήκες, εργοτάξια και, γενικότερα, οι εγκαταστάσεις που εκμεταλλεύεται ή κατέχει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που παρουσιάζουν κινδύνους ή όχληση είτε για τους γειτνιάζοντες, είτε για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, είτε για τη γεωργία, είτε για την προστασία της φύσεως και του περιβάλλοντος, είτε για την προστασία των τοποθεσιών και των μνημείων. [...]
15 Κατά το άρθρο L. 512-1, πρώτο εδάφιο, του κώδικα περιβάλλοντος: Οφείλουν να διαθέτουν νομαρχιακή άδεια οι εγκαταστάσεις που παρουσιάζουν σοβαρούς κινδύνους ή οχλήσεις για τα απαριθμούμενα στο άρθρο L. 511-1 συμφέροντα.
16 Κατά το άρθρο L. 512-8 του εν λόγω κώδικα: Οφείλουν να δηλώνονται οι εγκαταστάσεις οι οποίες δεν παρουσιάζουν σοβαρούς κινδύνους ή οχλήσεις για τα απαριθμούμενα στο άρθρο L. 511-1 συμφέροντα, αλλά οφείλουν, εν πάση περιπτώσει, να τηρούν τους γενικούς όρους που έχει επιβάλει ο νομάρχης για τη διασφάλιση, εντός του αντίστοιχου διοικητικού διαμερίσματος, της προστασίας των απαριθμουμένων στο άρθρο L. 511-1 συμφερόντων.
17 Το άρθρο L. 512-12 του κώδικα περιβάλλοντος ορίζει ότι: Αν τα απαριθμούμενα στο άρθρο L. 511-1 συμφέροντα δεν διασφαλίζονται με την εφαρμογή των γενικών όρων κατά των οχλήσεων των συμφυών με την εκμετάλλευση εγκαταστάσεως υπέχουσας υποχρέωση δηλώσεως, ο νομάρχης, ενδεχομένως κατόπιν αιτήσεων τρίτων ενδιαφερομένων και κατόπιν διαβουλεύσεως με την αρμόδια συμβουλευτική νομαρχιακή επιτροπή, μπορεί με απόφασή του να επιβάλει τους απαιτούμενους ειδικούς όρους. Προς προστασία των απαριθμουμένων στο άρθρο L. 511-1 συμφερόντων, ο νομάρχης μπορεί να διατάξει τη διεξαγωγή αξιολογήσεων και την εφαρμογή των μέτρων αποκαταστάσεως η λήψη των οποίων κατέστη αναγκαία είτε εκ των συνεπειών ενός ατυχήματος ή περιστατικού που έλαβε χώρα στην εγκατάσταση, είτε εκ των συνεπειών της μη τηρήσεως των προϋποθέσεων που επιβάλλει η εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου. Τα μέτρα αυτά επιβάλλονται με τις αποφάσεις οι οποίες, πλην περιπτώσεως επείγοντος, λαμβάνονται κατόπιν γνωμοδοτήσεως της αρμόδιας συμβουλευτικής νομαρχιακής επιτροπής.
18 Κατά το άρθρο 17 της κανονιστικής αποφάσεως 77-1133, της 21ης Σεπτεμβρίου 1977, της εκδοθείσας κατ' εφαρμογήν του νόμου 76-663, της 19ης Ιουλίου 1976, περί χαρακτηρισμένων εγκαταστάσεων για την προστασία του περιβάλλοντος (JORF της 8ης Οκτωβρίου 1977, σ. 4897), όπως τροποποιήθηκε με την κανονιστική απόφαση 2000-258, της 20ής Μαρτίου 2000 (JORF της 22ας Μαρτίου 2000, σ. 4417, στο εξής: κανονιστική απόφαση 77-1133): Οι όροι χωροταξικής διευθετήσεως και εκμεταλλεύσεως πρέπει να είναι σύμφωνοι προς εκείνους που προβλέπει η απόφαση περί χορηγήσεως αδείας καθώς και, αναλόγως της περιπτώσεως, οι εκδοθείσες συμπληρωματικές αποφάσεις. [...]Με την απόφαση μπορεί να επιβάλεται, κατόπιν διαβουλεύσεως με τις νομαρχιακές υπηρεσίες πυροσβέσεως και αμέσου επεμβάσεως, η υποχρέωση καταρτίσεως σχεδίου εσωτερικής δράσεως σε περίπτωση ατυχήματος. Το σχέδιο εσωτερικής δράσεως προβλέπει τα μέτρα οργανώσεως, τις μεθόδους παρεμβάσεως και τα αναγκαία μέσα που οφείλει να λάβει ο εκμεταλλευόμενος στην εγκατάσταση προς προστασία του προσωπικού, του πληθυσμού και του περιβάλλοντος.[...]Με την απόφαση καθορίζονται, επίσης, τα επείγοντα μέτρα που οφείλει να λάβει ο εκμεταλλευόμενος την εγκατάσταση υπό την εποπτεία των αστυνομικών αρχών, καθώς και οι υποχρεώσεις του στον τομέα ενημερώσεως και προειδοποιήσεως των ατόμων που κινδυνεύουν σε περίπτωση ατυχήματος, αναφορικά με τους κινδύνους που διατρέχουν, τα μέτρα ασφαλείας που πρέπει να λάβουν και τη συμπεριφορά που πρέπει να ακολουθήσουν.
19 Το άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως 77-1133 ορίζει το περιεχόμενο της αιτήσεως χορηγήσεως αδείας. Κατά το δεύτερο εδάφιο, σημείο 4, της διατάξεως αυτής: [...] Ο αιτών μπορεί, ενδεχομένως, να αποστείλει, σε μοναδικό αντίγραφο και σε χωριστό ταχυδρομικό φάκελο, εκείνες τις πληροφορίες η κοινοποίηση των οποίων θα μπορούσε κατά τη γνώμη του να συνεπάγεται αποκάλυψη απορρήτων στοιχείων της διαδικασίας παραγωγής.[...]
20 Το άρθρο 5 της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως προβλέπει την εφαρμογή μιας διαδικασίας δημόσιας έρευνας. Κατά το τελευταίο εδάφιο του εν λόγω άρθρου: Αν ο αιτών το ζητήσει, ή με δική του πρωτοβουλία, ο νομάρχης μπορεί να αφαιρέσει από τον φάκελο, υποβαλλόμενο για έρευνα και για τις κατωτέρω προβλεπόμενες διαβουλεύσεις, εκείνα τα στοιχεία τα οποία μπορούν, μεταξύ άλλων, να συνεπάγονται αποκάλυψη απορρήτων στοιχείων σχετικά με την παραγωγή ή να διευκολύνουν την τέλεση πράξεων δυναμένων να θίξουν τη δημόσια υγεία και ασφάλεια.
21 Το άρθρο 27 της κανονιστικής αποφάσεως 77-1133 ορίζει ότι: Ο νομάρχης βεβαιώνει λήψη της δηλώσεως και κοινοποιεί στον δηλούντα αντίγραφο των γενικών όρων που διέπουν την εγκατάσταση. Ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της κοινότητας εντός των ορίων της οποίας πρόκειται να γίνει η εκμετάλλευση της εγκαταστάσεως (στο Παρίσι, ο προϊστάμενος του οικείου αστυνομικού τμήματος) λαμβάνει αντίγραφο αυτής της δηλώσεως, καθώς και το κείμενο που περιέχει τους γενικούς όρους. Αντίγραφο της βεβαιώσεως παραλαβής αφισοκολείται επί ένα τουλάχιστον μήνα στο δημαρχείο (στο Παρίσι, στο οικείο αστυνομικό τμήμα) με μνεία της δυνατότητας των τρίτων να μελετήσουν στο δημαρχείο ή το κοινοτικό κατάστημα το κείμενο που περιέχει τους γενικούς όρους. Μερίμνη του δημάρχου ή του κοινοτάρχη (στο Παρίσι, μερίμνη του προϊσταμένου του οικείου αστυνομικού τμήματος) καταρτίζεται πρακτικό με το οποίο βεβαιώνεται ότι τηρήθηκε αυτός ο τύπος. Αν το ζητήσει ο εκμεταλλευόμενος την εγκατάσταση, ορισμένες διατάξεις μπορούν να εξαιρεθούν από την εν λόγω δημοσιότητα, στην περίπτωση που αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται την αποκάλυψη απορρήτων στοιχείων της παραγωγής.
22 Η κανονιστική απόφαση 93-774, της 27ης Μαρτίου 1993, περί καθορισμού του καταλόγου των τεχνικών γενετικής τροποποιήσεως και των κριτηρίων κατατάξεως των γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών (JORF, της 30ής Μαρτίου 1993, σ. 5714), προβλέπει επίσης την κατάταξη σε δύο ομάδες (ομάδα Ι και ΙΙ) όπως και η οδηγία. Επιπροσθέτως, το άρθρο 3 της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως προβλέπει κατάταξη των ΜΟΓΤ σε τέσσερις κλάσεις (κλάσεις 1 έως 4), κατ' εφαρμογήν των κριτηρίων κατατάξεως του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 90/219. Όσον αφορά τη χρήση των ΓΤΟ και των ΜΟΓΤ στα ερευνητικά και εκπαιδευτικά εργαστήρια, η Γαλλική Επιτροπή Γενετικής προέβη σε κατάταξη των βαθμών περιορισμού που πρέπει να εφαρμοστούν. Συγκεκριμένα, καθόρισε τέσσερις βαθμούς περιορισμού, με τις επωνυμίες L1 έως L4 για τους οποίους προβλέπονται διαφορετικά επίπεδα μέτρων ασφαλείας.
23 Η κανονιστική απόφαση 93-773, της 27ης Μαρτίου 1993, η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν, όσον αφορά τις μη στρατιωτικού χαρακτήρα χρήσεις, του άρθρου 6 του νόμου 92-654, της 13ης Ιουλίου 1992, περί ελέγχου της χρήσεως και της διασποράς γενετικώς τροποποιημένων και περί τροποποιήσεως του νόμου 76-663 (JORF, της 30ής Μαρτίου 1993, σ. 5712), προβλέπει, στο άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδο, ότι στην αίτηση για τη χορήγηση αδείας σημειώνονται οι πληροφορίες εκείνες οι οποίες, κατά τον αιτούντα, πρέπει να παραμείνουν απόρρητες.
24 Το άρθρο 7, μέρος Ι, του εν λόγω διατάγματος ορίζει ότι: Όταν η αίτηση αφορά την πρώτη χρήση σε ένα εργαστήριο γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών της ομάδας ΙΙ, των κλάσεων 3 και 4 [...], η άδεια το αναφέρει, όπως επίσης και το ότι ο αιτών οφείλει να θέσει στη διάθεση του κοινού ενημερωτικό φάκελο.[...]Ο φάκελος αυτός περιλαμβάνει, πλην των στοιχείων που καλύπτονται με το βιομηχανικό και εμπορικό απόρρητο, ή προστατεύονται από τον νόμο, ή η διάδοση των οποίων θα μπορούσε να θίξει τα συμφέροντα του εκμεταλευόμενου το εργαστήριο ή των προσώπων που προβαίνουν στη συγκεκριμένη χρήση:
─ [...]
─ όλες τις χρήσιμες πληροφορίες περί της κατατάξεως των γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών που μπορεί να χρησιμοποιηθούν στην εγκατάσταση, καθώς και περί των μέτρων περιορισμού, των μέτρων παρεμβάσεως σε περίπτωση ατυχήματος και των τεχνικών όρων από την τήρηση των οποίων εξαρτάται η άδεια·
─ περίληψη της τυχόν γνωμοδοτήσεως της επιτροπής γενετικής επί της αιτήσεως χορηγήσεως αδείας·
[...]
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
25 Η Γαλλική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη με σειρά επιστολών τις οποίες απέστειλε μεταξύ Μαρτίου 1992 και Ιουνίου 1998.
26 Η Επιτροπή απέστειλε στις 18 Μαρτίου 1998 επιστολή προς το εν λόγω κράτος μέλος με την οποία το καλούσε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του επί της αιτιάσεως της μη ορθής και πλήρους μεταφοράς της οδηγίας.
27 Επειδή η Επιτροπή δεν έκρινε ικανοποιητικές τις απαντήσεις των γαλλικών αρχών, απηύθυνε στη Γαλλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη, στις 19 Μαΐου 2000. Η Επιτροπή έταξε στο εν λόγω κράτος μέλος προθεσμία δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης γνώμης προκειμένου να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται προς συμμόρφωση προς αυτήν.
28 Στη συνέχεια, στις 21 και 28 Ιουλίου 2000, η Γαλλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Επιτροπή δύο υπηρεσιακά σημειώματα αναφορικά με τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
29 Αφού με το υπόμνημα απαντήσεώς της παραιτήθηκε από την αιτίαση περί μη πλήρους μεταφοράς του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
─ να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να μεταφέρει, ορθώς και πλήρως, στην εσωτερική της έννομη τάξη τις διατάξεις των άρθρων 14, στοιχεία α΄ και β΄, 15, παράγραφος 2, 16, παράγραφος 1, και 19, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας και παραλείποντας να μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη τις διατάξεις της οδηγίας αυτής για ορισμένες περιορισμένες χρήσεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Άμυνας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας αυτής και του άρθρου 249 ΕΚ,
─ να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
30 Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
─ να απορρίψει την προσφυγή, πλην της αιτιάσεως που αφορά την παράλειψη μεταφοράς της οδηγίας ως προς ορισμένες εγκαταστάσεις του Υπουργείου Άμυνας, και
─ να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Επί της προσφυγής
Επί της αιτιάσεως που αφορά το άρθρο 14, στοιχείο α΄, της οδηγίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
31 Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 14 της οδηγίας έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής, καθόσον εμπίπτει σ' αυτό οποιαδήποτε χρήση ΜΟΓΤ. Η διάταξη αυτή δεν μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη όσον αφορά:
─ τις χρήσεις που αφορούν ΜΟΓΤ των ομάδων Ι ή ΙΙ με σκοπό τη διδασκαλία, την έρευνα ή την ανάπτυξη·
─ τις χρήσεις για βιομηχανικούς ή εμπορικούς σκοπούς από εγκαταστάσεις πέραν εκείνων για τις οποίες απαιτείται άδεια, δηλαδή για τις εγκαταστάσεις που πρέπει να δηλωθούν.
32 Η οδηγία απαιτεί την εφαρμογή σχεδίου επείγουσας καταστάσεως και την ενημέρωση των υπηρεσιών αμέσου επεμβάσεως εφόσον απαιτείται, πράγμα που σημαίνει εκτίμηση κατά περίπτωση. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ορθή μεταφορά της οδηγίας ο απλός αποκλεισμός από την υποχρέωση εφαρμογής αυτών των μέτρων για ορισμένες χρήσεις ή για ορισμένους τύπους εγκαταστάσεων.
33 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, προκαταρκτικώς, ότι από το γράμμα του άρθρου 14, στοιχείο α΄, της οδηγίας δεν προκύπτει υποχρέωση συστηματικής καταρτίσεως σχεδίων επείγουσας ανάγκης. Η διάταξη αυτή προβλέπει απλώς ότι οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους πρέπει να απαιτούν την κατάρτιση σχεδίου επείγουσας ανάγκης εφόσον απαιτείται. Η διατύπωση αυτή σημαίνει ότι η κατάρτιση σχεδίου επείγουσας ανάγκης δεν έχει αυτόματο χαρακτήρα. Αποδοχή ερμηνείας κατά την οποία δεν επιτρέπεται διάκριση αναλόγως του κινδύνου που παρουσιάζει η εγκατάσταση θα είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη κατάργηση της οριοθετήσεως του πεδίου εφαρμογής της υποχρεώσεως, το οποίο καθορίζεται από την έκφραση εφόσον απαιτείται. Το γράμμα του άρθρου 14 της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/81 επιβεβαιώνει ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν απλώς την υποχρέωση να εξετάζουν αν απαιτείται σχέδιο επείγουσας δράσεως και, σε περίπτωση που αυτό αποδειχθεί αναγκαίο, να μεριμνούν για την κατάρτιση ενός τέτοιου σχεδίου.
34 Όσον αφορά τις χρήσεις για βιομηχανικούς ή εμπορικούς σκοπούς από εγκαταστάσεις που έχουν χαρακτηριστεί ως σημαντικές για την προστασία του περιβάλλοντος και υπόκεινται στην υποχρέωση αδείας, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται το άρθρο 17 της κανονιστικής αποφάσεως 77-1133, το οποίο προβλέπει ότι μπορεί με την απόφαση περί εφαρμογής να επιβληθεί η υποχρέωση καταρτίσεως σχεδίου εσωτερικής δράσεως (ΣΕΔ) σε περίπτωση ατυχήματος.
35 Όσον αφορά τις εγκαταστάσεις που έχουν χαρακτηριστεί ως υπέχουσες υποχρέωση δηλώσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι νομάρχες οφείλουν να θεσπίζουν γενικής εφαρμογής όρους για όλες τις κατηγορίες εγκαταστάσεων που υπόκεινται στην υποχρέωση δηλώσεως και ευρίσκονται εντός των ορίων του νομού τους. Η κατάρτιση σχεδίου επείγουσας ανάγκης περιλαμβάνεται μεταξύ των μέτρων που μπορεί να ληφθούν σ' αυτό το πλαίσιο. Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει, επίσης, ότι αν οι γενικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή επί μιας κατηγορίας εγκαταστάσεων δεν προβλέπουν την κατάρτιση ενός τέτοιου σχεδίου, παρά το ότι για μια συγκεκριμένη εγκατάσταση αυτής της κατηγορίας είναι αναγκαίο ένα τέτοιο σχέδιο, ο νομάρχης έχει τη δυνατότητα, δυνάμει του άρθρου L. 512-12 του κώδικα περιβάλλοντος, να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα υπό τη μορφή ειδικών διατάξεων.
36 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, δεν έχει σημασία αν η δυνατότητα επιβολής της υποχρεώσεως καταρτίσεως σχεδίου επείγουσας ανάγκης αναγνωρίζεται ρητώς όσον αφορά τις εγκαταστάσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση αδείας, ενώ εμπίπτει στην αρμοδιότητα επιβολής γενικών ή ειδικών όρων όσον αφορά τις εγκαταστάσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση δηλώσεως. Πράγματι, δεδομένου ότι οι δεύτερες παρουσιάζουν λιγότερους κινδύνους, δεν απαιτείται να προβλέπεται ειδικώς η δυνατότητα επιβολής της υποχρεώσεως καταρτίσεως σχεδίου επείγουσας ανάγκης.
37 Συνεπώς, για όλες τις εγκαταστάσεις που υπόκεινται στο σύστημα χαρακτηρισμένων εγκαταστάσεων, η αρμόδια διοικητική αρχή έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από τον εκμεταλλευόμενο την εγκατάσταση την κατάρτιση σχεδίου επείγουσας ανάγκης. Η Γαλλική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, αν η κατάρτιση ενός τέτοιου σχεδίου είναι αναγκαία για μια συγκεκριμένη εγκατάσταση, η διοικητική αρχή υποχρεούται να επιβάλει έναν τέτοιο όρο.
38 Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει, επίσης, ότι οι εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν σκοπούς διδασκαλίας ή έρευνας υπόκεινται σε ανάλογη υποχρέωση. Οι εγκαταστάσεις αυτές μπορούν να λειτουργήσουν μόνο δυνάμει αδείας χορηγουμένης κατά περίπτωση. Η άδεια αυτή περιλαμβάνει την υποχρέωση τηρήσεως διαφόρων όρων, π.χ. εκείνων που περιλαμβάνονται στις κατευθυντήριες οδηγίες της επιτροπής γενετικής, αλλά και εκείνων που περιλαμβάνονται στις κοινές αποφάσεις των υπουργών περιβάλλοντος και έρευνας.
39 Καίτοι οι κατευθυντήριες οδηγίες, αυτές καθεαυτές, δεν είναι νομικώς δεσμευτικές, οι άδειες συνεπάγονται για τον εκμεταλλευόμενο εγκατάσταση διδασκαλίας ή έρευνας την υποχρέωση τηρήσεως των περιλαμβανομένων σ' αυτήν όρων. Συνεπώς, υφίσταται για όλες τις εγκαταστάσεις έρευνας ή διδιασκαλίας που οφείλουν να τηρούν επίπεδο περιορισμού L3 ή L4, υποχρέωση καταρτίσεως σχεδίου επείγουσας ανάγκης. Ως προς τις εγκαταστάσεις έρευνας ή διδασκαλίας που οφείλουν να τηρούν επίπεδο περιορισμού L1 ή L2, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα επίπεδα αυτά αντιπροσωπεύουν μικρότερο κίνδυνο, ώστε η υποχρέωση καταρτίσεως σχεδίου επείγουσας ανάγκης να μην έχει συστηματικό χαρακτήρα. Μια τέτοια υποχρέωση μπορεί να επιβάλεται, αν αυτό απαιτείται, στις εγκαταστάσεις αυτές υπό μορφή ειδικών όρων περιλαμβανομένων στις αποφάσεις περί χορηγήσεως αδείας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
40 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-360/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1991, σ. Ι-791, σκέψη 13), για τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των οδηγιών κατά νόμο και όχι απλώς στην πράξη, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο στον οικείο τομέα.
41 Από το γράμμα του άρθρου 14, στοιχείο α΄, της οδηγίας προκύπτει ότι πριν από την έναρξη μιας από τις εργασίες που προβλέπεται απ' αυτήν, αν απαιτείται, οι αρμόδιες αρχές βεβαιώνονται ότι έχει καταρτιστεί σχέδιο επείγουσας ανάγκης. Ο κοινοτικός νομοθέτης δεν απέκλεισε γενικώς ορισμένους τύπους εγκαταστάσεως από την υποχρέωση καταρτίσεως ενός τέτοιου σχεδίου. Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να εκτιμούν την ανάγκη καταρτίσεως σχεδίου επείγουσας ανάγκης κατά περίπτωση αναλόγως των κινδύνων. Η πλήρης μεταφορά αυτής της διατάξεως στην εσωτερική έννομη τάξη προϋποθέτει ότι η εθνική νομοθεσία επιβάλλει στις εν λόγω αρχές μια τέτοια συγκεκριμένη υποχρέωση, εφόσον δεν προβλέπεται η συστηματική κατάρτιση σχεδίου επείγουσας ανάγκης για ορισμένους τύπους εγκαταστάσεων.
42 Επιβάλλεται, όμως, η διαπίστωση ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν πληροί αυτήν την απαίτηση.
43 Βεβαίως, προκειμένου περί χαρακτηρισμένων εγκαταστάσεων που υπέχουν υποχρέωση δηλώσεως, ο νομάρχης έχει τη δυνατότητα να επιβάλει την υποχρέωση καταρτίσεως σχεδίου επείγουσας ανάγκης, είτε υπό μορφή επιβολής γενικών όρων είτε υπό τη μορφή επιβολής ειδικών όρων. Εντούτοις, καμία διάταξη δεν του επιβάλλει ρητώς την υποχρέωση να εκτιμά την ανάγκη καταρτίσεως σχεδίου επείγουσας ανάγκης κατά περίπτωση αναλόγως των κινδύνων.
44 Όσον αφορά τις εγκαταστάσεις διδασκαλίας ή έρευνας που οφείλουν να τηρούν επίπεδο περιορισμού L1 ή L2, ισχύει ο ίδιος συλλογιμός. Η απλή δυνατότητα επιβολής στις εγκαταστάσεις αυτές, υπό μορφή ειδικών όρων, της υποχρεώσεως καταρτίσεως σχεδίου επείγουσας ανάγκης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διασφαλίζουσα την πλήρη μεταφορά του άρθρου 14, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
45 Όσον αφορά τις εγκαταστάσεις διδασκαλίας ή έρευνας που οφείλουν να τηρούν επίπεδο περιορισμού L3 ή L4, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι άδειες που τους χορηγούνται προβλέπουν την υποχρέωση τηρήσεως των περιλαμβανομένων στις οδηγίες της επιτροπής γενετικής όρων και ότι μεταξύ των όρων αυτών περιλαμβάνεται η υποχρέωση καταρτίσεως σχεδίου επείγουσας ανάγκης για τις εγκαταστάσεις διδασκαλίας και έρευνας που οφείλουν να τηρούν ένα τέτοιο επίπεδο περιορισμού. Εν τούτοις, καίτοι αυτό πράγματι συμβαίνει, η εν λόγω κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι οι αρμόδιες αρχές υπέχουν τη νομική υποχρέωση να περιλαμβάνουν τον όρο μιας τέτοιας υποχρεώσεως στις άδειες αυτές. Εξάλλου, η σχετική ρύθμιση αφορά τα ερευνητικά εργαστήρια και όχι το σύνολο των εγκαταστάσεων διδασκαλίας ή έρευνας που οφείλουν να τηρούν ένα τέτοιο επίπεδο περιορισμού.
46 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να κριθεί βάσιμη καθόσον αφορά το άρθρο 14, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
Επί της αιτιάσεως της σχετικής με το άρθρο 14, στοιχείο β΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
47 Η Επιτροπή τονίζει ότι, εξ όσων γνωρίζει, η μόνη διάταξη που μεταφέρει στο γαλλικό δίκαιο το άρθρο 14, στοιχείο β΄, της οδηγίας είναι το άρθρο 17 της κανονιστικής αποφάσεως 77-1133, το οποίο αφορά τη χρήση των ΜΟΓΤ για βιομηχανικούς ή εμπορικούς σκοπούς. Το εν λόγω άρθρο 17 προβλέπει ότι με την απόφαση περί χορηγήσεως αδείας μπορούν να καθορίζονται τα επείγοντα μέτρα που οφείλει να λαμβάνει ο εκμεταλλευόμενος την εγκατάσταση και οι υποχρεώσεις όσον αφορά την ενημέρωση και την προειδοποίηση όσων κινδυνεύουν σε περίπτωση ατυχήματος, σχετικά με τους κινδύνους που διατρέχουν, τα μέτρα ασφάλειας που πρέπει να λάβουν και τη συμπεριφορά που πρέπει να ακολουθήσουν. Η διάταξη αυτή, όμως, αφορά μόνο τις εγκαταστάσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση αδείας και όχι το σύνολο των εγκαταστάσεων. Προκύπτει, επίσης, ότι το άρθρο 14, στοιχείο β΄, της οδηγίας δεν μεταφέρθηκε όσον αφορά τις εγκαταστάσεις διδασκαλίας, έρευνας ή εφαρμογής νέων μεθόδων.
48 Όσον αφορά την ενημέρωση του κοινού, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι γενικοί και ειδικοί όροι που μπορεί να επιβληθούν στις εγκαταστάσεις αυτές προβλέπουν μέτρα ασφαλείας, η δυνατότητα που παρέχεται στο κοινό να λαμβάνει γνώση αυτών των όρων, ως προς τους οποίους αγνοεί ακόμα και το αν περιλαμβάνουν μέτρα ασφάλειας, δεν πληροί την υποχρέωση να μπορούν αφεαυτών οι όροι αυτοί να είναι αυτομάτως προσβάσιμοι στο κοινό.
49 Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι, όπως έχει διατυπωθεί, η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 14, στοιχείο β΄, της οδηγίας διακρίνεται από εκείνη που αποτελεί το αντικείμενο της σχετικής με το στοιχείο α΄ του εν λόγω άρθρου αιτιάσεως. Πράγματι, το εν λόγω στοιχείο αφορά την υποχρέωση καταρτίσεως σχεδίων επείγουσας ανάγκης, ενώ η διάταξη του στοχείου β΄ αφορά την υποχρέωση ενημερώσεως του κοινού περί των μέτρων ασφαλείας και της συμπεριφοράς που πρέπει να ακολουθήσει σε περίπτωση ατυχήματος.
50 Είναι, όμως, δυσχερές να γίνει διάκριση μεταξύ ενός σχεδίου επείγουσας ανάγκης που αφορά μέτρα ασφάλειας και των κανόνων συμπεριφοράς που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση ατυχήματος. Συνεπώς, οι δύο υποχρεώσεις διαπλέκονται στενά. Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει η γενομένη τροποποίηση του άρθρου 14 της οδηγίας με την οδηγία 98/81. Η τροποποίηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα, πρώτον, τη μετάθεση στη διάταξη του στοιχείου β΄ του εν λόγω άρθρου της υποχρεώσεως διαβιβάσεως σχεδίων επείγουσας ανάγκης στις υπηρεσίες αμέσου επεμβάσεως και, δεύτερον, την επιβολή υποχρεώσεως ενημερώσεως όχι πλέον παντός δυναμένου να θιγεί, αλλά μόνον των δυναμένων να θιγούν οργανισμών και αρχών. Συνεπώς, η συγκεκριμένη διάταξη δημιουργεί την υποχρέωση διαβιβάσεως των σχεδίων επείγουσας ανάγκης στις υπηρεσίες αμέσου επεμβάσεως, ενημερώσεως σχετικά με τις κυριότερες διατάξεις τους των δυναμένων να θιγούν οργανισμών και αρχών, της προσαρμογής αυτών των σχεδίων στα εκάστοτε δεδομένα και της παροχής στο κοινό της δυνατότητας προσβάσεως στα σχέδια αυτά.
51 Δεδομένου ότι, κατά την άποψή της, σχέδιο επείγουσας ανάγκης πρέπει να καταρτίζεται μόνο σε περίπτωση που αυτό απαιτείται, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν επέβαλε συστηματική υποχρέωση διαβιβάσεως των μέτρων που προβλέπει ένα τέτοιο σχέδιο στις αρχές και τους οργανισμούς που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του.
52 Όσον αφορά τις χαρακτηρισμένες εγκαταστάσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση αδείας, η προβλεπόμενη από το άρθρο 14, στοιχείο β΄, της οδηγίας υποχρέωση ρητώς επαναλαμβάνεται στο άρθρο 17 της κανονιστικής αποφάσεως 77-1133. Όσον αφορά τις χαρακτηρισμένες εγκαταστάσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση δηλώσεως, το άρθρο 27 της κανονιστικής αυτής αποφάσεως ορίζει ότι αντίγραφο της βεβαιώσεως παραλαβής των εφαρμοστέων επί της εγκαταστάσεως γενικών όρων αφισοκολείται για περίοδο τουλάχιστον ενός μηνός στο δημαρχείο με μνεία της δυνατότητας των τρίτων να μελετούν εντός του δημαρχείου το κείμενο που περιλαμβάνει αυτούς τους όρους.
53 Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι ορισμένες εγκαταστάσεις διδασκαλίας και έρευνας υπέχουν, επίσης, εφόσον καταθέτουν αίτηση χορηγήσεως αδείας, την υποχρέωση καταθέσεως στο δημαρχείο ενός ενημερωτικού φακέλου. Κατά το άρθρο 7, μέρος Ι, της κανονιστικής αποφάσεως 93-773, ο φάκελος αυτός πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις χρήσιμες πληροφορίες για την κατάταξη των γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών που μπορεί να χρησιμοποιηθούν στην εγκατάσταση, καθώς και για τα μέτρα περιορισμού, τα μέσα παρεμβάσεως σε περίπτωση ατυχήματος και τους τεχνικούς όρους από την τήρηση των οποίων εξαρτάται η χορήγηση της άδειας. Για τις λοιπές εγκαταστάσεις διδασκαλίας και έρευνας, η διοικητική αρχή έχει, επίσης, τη δυνατότητα να προβλέπει, εφόσον απαιτείται σχέδιο επείγουσας ανάγκης, τον τρόπο ενημερώσεως του κοινού.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
54 Επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, να διαπιστωθεί ότι το άρθρο 14, στοιχείο β΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αναφέρεται, στην πρώτη περίοδό του, στην ομάδα των ατόμων που κινδυνεύουν από τυχόν ατύχημα και, με την τρίτη περίοδό του, το κοινό, δηλαδή ένα ευρύτερο σύνολο στο οποίο περιλαμβάνεται και η ανωτέρω ομάδα. Με την πρώτη περίοδο επιβάλλεται η υποχρέωση ενημερώσεως των ενδιαφερομένων, χωρίς αυτοί να έχουν υποβάλει σχετική αίτηση. Κατά την τρίτη περίοδο, στις πληροφορίες αυτές πρέπει να έχει πρόσβαση και το κοινό, το οποίο πρέπει, επομένως, να έχει τη δυνατότητα να ενημερωθεί σχετικώς.
55 Η οδηγία 98/81 τροποποίησε το άρθρο 14, στοιχείο β΄, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδο, της οδηγίας υπό την έννοια ότι η αντίστοιχη διάταξη δεν αφορά πλέον άτομα, αλλά οργανισμούς και αρχές που μπορεί να επηρεαστούν από ένα ατύχημα.
56 Αποτελεί πάγια νομολογία ότι η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 31ης Μαρτίου 1992, C-362/90, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1992, σ. Ι-2353, σκέψη 10).
57 Η οδηγία 98/81 έπρεπε να είχε μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη το αργότερο μέχρι τις 5 Ιουνίου 2000, πριν δηλαδή τη λήξη της προθεσμίας που έθεσε η Επιτροπή στη Γαλλική Δημοκρατία με την αιτιολογημένη γνώμη. Επομένως, τουλάχιστον από της ημερομηνίας αυτής, το εν λόγω κράτος μέλος δεν υπείχε πλέον υποχρέωση μεταφοράς του άρθρου 14, στοιχείο β΄, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδο, της οδηγίας.
58 Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καθόσον αφορά αυτή τη διάταξη της οδηγίας (βλ., σχετικώς, απόφαση της 31ης Μαρτίου 1992, Επιτροπή κατά Ιταλίας, προαναφερθείσα, σκέψη 13).
59 Όσον αφορά την αιτίαση τη σχετική με την υποχρέωση παροχής στο κοινό της δυνατότητας προσβάσεως στις πληροφορίες τις σχετικές με τα μέτρα ασφαλείας και με τη συμπεριφορά που πρέπει να επιδειχθεί σε περίπτωση ατυχήματος, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 14, στοιχείο β΄, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίοδος, της οδηγίας, επιβάλλεται να διαπιστωθεί ότι την υποχρέωση αυτή επιβάλλει και η οδηγία 98/81, καθόσον επιβάλλει τη δημοσίευση πληροφοριών σχετικών με τα σχέδια επείγουσας ανάγκης, περιλαμβανομένων των καταλλήλων μέτρων ασφαλείας που πρέπει να ληφθούν. Ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή ότι στα σχέδια αυτά δεν απαιτείται οπωσδήποτε να έχει πρόσβαση το κοινό σε όλες τις περιπτώσεις, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις της ίδιας της Γαλλικής Κυβερνήσεως. Εξάλλου, πλήρης μεταφορά της διατάξεως αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη συνεπάγεται τη δυνατότητα προσβάσεως του κοινού στα σχέδια επείγουσας ανάγκης αυτά καθεαυτά. Επομένως, η δυνατότητα μελέτης εγγράφων που περιέχουν διαφόρων ειδών πληροφορίες, μεταξύ των οποίων πρέπει να αναζητηθούν τα σχέδια επείγουσας ανάγκης, όπως είναι οι όροι προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι εγκαταστάσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διασφαλίζουσα την πλήρη μεταφορά αυτής της διατάξεως στην εσωτερική έννομη τάξη.
60 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί ως βάσιμη, καθόσον αφορά το άρθρο 14, στοιχείο β΄, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίοδος, της οδηγίας.
Επί της αιτιάσεως της σχετικής με τα άρθρα 14, στοιχείο β΄, δεύτερο εδάφιο, 15, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
61 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο άμεσος χαρακτήρας των υποχρεώσεων που απορρέουν για τις γαλλικές αρχές από τα άρθρα 14, στοιχείο β΄, δεύτερο εδάφιο, 15, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν συνεπάγεται απαλλαγή των εν λόγω αρχών από την υποχρέωση δημιουργίας ενός ελάχιστου πλαισίου εφαρμογής αυτών των διατάξεων σε εθνικό επίπεδο. Με το πλαίσιο αυτό πρέπει, μεταξύ άλλων, να διευκρινίζονται οι αρμόδιες αρχές που έχουν την εξουσιοδότηση κοινοποιήσεως πληροφοριών σε άλλα κράτη μέλη, καθώς και ο τρόπος εκπληρώσεως αυτής της υποχρεώσεως. Η δημιουργία αυτού του πλαισίου επιβάλλεται για τον μείζονα λόγο ότι οι πληροφορίες αυτές αποσκοπούν εμμέσως στην προστασία των συμφερόντων του κοινού των άλλων κρατών μελών.
62 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ελλείψει ενός τέτοιου ελαχίστου πλαισίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μεταφέρθηκαν τα άρθρα 14, στοιχείο β΄, δεύτερο εδάφιο, 15, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας.
63 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, χαρακτηριστικό των διατάξεων αυτών είναι ότι δεν αναπτύσσουν άμεσο αποτέλεσμα εντός της εσωτερικής εννόμου τάξεως των κρατών μελών. Περιορίζονται να ρυθμίσουν τον τρόπο με τον οποίο θα γίνονται οι διαβουλεύσεις μεταξύ κρατών μελών ή μεταξύ κράτους μέλους και των οργάνων της Κοινότητας. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει, ιδίως, από το άρθρο 14, στοιχείο β΄, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, στο οποίο γίνεται λόγος για διμερείς σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών.
64 Προς στήριξη αυτής της αιτιάσεως, η Επιτροπή θα έπρεπε να αποδείξει ότι δεν μπορεί να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της οδηγίας χωρίς την εφαρμογή κανόνων εντός της γαλλικής εννόμου τάξεως. Αντ' αυτού, περιορίζεται να υποστηρίξει την ανάγκη δημιουργίας ελαχίστου πλαισίου για τη μεταφορά αυτών των διατάξεων περιλαμβάνοντος, μεταξύ άλλων, τον ορισμό των αρμοδίων αρχών ή ορισμένες εκτελεστικής φύσεως λεπτομέρειες.
65 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, δεν απαιτείται η λήψη κανενός μέτρου εντός της γαλλικής εννόμου τάξεως προς διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των συγκεκριμένων διατάξεων.
66 Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις που οι διατάξεις αυτές προβλέπουν εκπληρώνονται στο πλαίσιο διμερών επαφών μεταξύ ομόρων κρατών μελών, καθώς και στο πλαίσιο επαφών με τα κοινοτικά όργανα. Οι σχέσεις αυτές διέπονται από ένα σύνολο διατάξεων που εκχωρούν στο Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων τα ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις με τις ξένες χώρες και σε ένα διυπουργικό όργανο εξαρτώμενο από τον πρωθυπουργό τις σχέσεις με τα κοινοτικά όργανα, συγκεκριμένα στη γενική γραμματεία διυπουργικού συντονισμού για ζητήματα ευρωπαϊκής οικονομικής συνεργασίας. Οι γενικές αυτές διατάξεις διευκρινίζουν τις αρχές που είναι επιφορτισμένες με την υποχρέωση διαβιβάσεως, ενδεχομένως, των συγκεκριμένων πληροφοριών. Καθόσον οι επίμαχες διατάξεις δεν διέπουν ούτε τις σχέσεις μεταξύ κράτους και ιδιωτών ούτε τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, δεν θα είχε καμία χρησιμότητα η λήψη ειδικής νομοθετικής διατάξεως στο πλαίσιο της γαλλικής εννόμου τάξεως.
67 Επιπροσθέτως, παρόμοιες ακριβώς διατάξεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται σε κοινοτικό κανονισμό ή απόφαση και όχι σε οδηγία. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα ήταν αναγκαία η λήψη κάποιου μέτρου στην εσωτερική έννομη τάξη προς διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας αυτών των διατάξεων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
68 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι διάταξη η οποία αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής δεν απαιτείται, κατ' αρχήν, να μεταφέρεται στην εσωτερική έννομη τάξη. Εντούτοις, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη υπέχουν την υποχρέωση διασφαλίσεως της πλήρους αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να αποδείξει ότι η τήρηση της διατάξεως μιας οδηγίας που διέπει τις σχέσεις αυτές απαιτεί τη λήψη ειδικών μέτρων μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2003, C-72/02, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 19 και 20).
69 Αν κράτος μέλος προτίμησε να μην προσδιορίσει ρητώς το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου οι εθνικές αρχές υπέχουν την υποχρέωση διατηρήσεως τέτοιου είδους σχέσεων, υπέχει ευθύνη από την ενδεχόμενη παραβίαση υποχρεώσεων που προκύπτουν σχετικώς από το κοινοτικό δίκαιο.
70 Εν προκειμένω, τα άρθρα 14, στοιχείο β΄, δεύτερο εδάφιο, 15, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας αφορούν στο σύνολό τους αποκλειστικώς τις σχέσεις μεταξύ ενός κράτους μέλους με την Επιτροπή ή με τα λοιπά κράτη μέλη.
71 Ως προς το επιχείρημα της Επιτροπής κατά το οποίο πρέπει στην εσωτερική έννομη τάξη να προβλεφθεί ένα ελάχιστο πλαίσιο εφαρμογής αυτών των διατάξεων, επιβάλλεται να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι οι αρμόδιες γαλλικές αρχές κωλύονται στην εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων ή στο έργο διασφαλίσεως της πλήρους αποτελεσματικότητας αυτών.
72 Επιπροσθέτως, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η τήρηση αυτών των διατάξεων απαιτεί τη λήψη ειδικών μέτρων μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη. Προβάλλει την αιτίασή της ακόμα και για την περίπτωση τηρήσεως στην πράξη του άρθρου 15, παράγραφος 2, της οδηγίας. Η Επιτροπή δεν προέβαλε, επίσης, επιχειρήματα εκ των οποίων να προκύπτει η ύπαρξη πρακτικής των γαλλικών αρχών αντίθετης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 14, στοιχείο β΄, δεύτερο εδάφιο, και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας.
73 Συνεπώς, επιβάλλεται απόρριψη της προσφυγής της Επιτροπής, καθόσον αφορά τα άρθρα 14, στοιχείο β΄, δεύτερο εδάφιο, 15, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Επί της αιτιάσεως της αναφερόμενης στο άρθρο 19, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
74 Κατά την Επιτροπή, η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν διευκρινίζει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο κοινοποιών διατυπώνει την επιθυμία διασφαλίσεως του απορρήτου των πληροφοριών που περιλαμβάνει η αίτηση χορηγήσεως αδείας, πρέπει να προβάλει δικαιολογητικούς λόγους δυνάμενους να ελεγχθούν.
75 Το άρθρο 19 της οδηγίας, το οποίο σαφώς αποσκοπεί στην επιβολή υποχρεώσεων στους κοινοποιούντες και στην παροχή στο κοινό του δικαιώματος ενημερώσεως σχετικά με τη χρήση των ΜΟΓΤ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με γενικής φύσεως διατάξεις που δεν επαναλαμβάνουν λεπτομερώς τον μηχανισμό που προβλέπει η κοινοτική διάταξη.
76 Από κανένα διαθέσιμο στοιχείο δεν προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή λαμβάνει απόφαση κατόπιν υποχρεωτικής διαβουλεύσεως με τον κοινοποιούντα και ότι τον ενημερώνει για την απόφασή της.
77 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, προκειμένου περί χαρακτηρισμένων εγκαταστάσεων για τις οποίες προβλέπεται υποχρέωση αδείας, το άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως 77-1133 καθορίζει το περιεχόμενο της αιτήσεως χορηγήσεως αδείας, η οποία επέχει θέση κοινοποιήσεως κατά την έννοια της οδηγίας, όσον αφορά αυτές τις καταστάσεις. Η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι, όσον αφορά τις μεθόδους παραγωγής που θα εφαρμόσει ο αιτών, o αιτών μπορεί, ενδεχομένως, να αποστείλει, σε μοναδικό αντίγραφο και σε χωριστό ταχυδρομικό φάκελο, εκείνες τις πληροφορίες η κοινοποίηση των οποίων θα μπορούσε κατά τη γνώμη του να συνεπάγεται αποκάλυψη απορρήτων στοιχείων της διαδικασίας παραγωγής. Καμία άλλη διάταξη του άρθρου 2 ή του άρθρου 3 αυτής της κανονιστικής αποφάσεως δεν προβλέπει τέτοια δυνατότητα.
78 Η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι το άρθρο 27 της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως ρυθμίζει τον τρόπο δημοσιότητας της δηλώσεως και επέχει θέση κοινοποιήσεως, κατά την έννοια της οδηγίας, για τις χαρακτηρισμένες εγκαταστάσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση δηλώσεως. Αναφέρεται, ειδικότερα, στο τελευταίο εδάφιο αυτής της διατάξεως.
79 Όσον αφορά τις εγκαταστάσεις διδασκαλίας και έρευνας, το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της κανονιστικής αποφάσεως 93-773 ορίζει ότι στην αίτηση για χορήγηση αδείας γίνεται μνεία των στοιχείων εκείνων τα οποία, κατά τον αιτούντα, πρέπει να παραμείνουν απόρρητα.
80 Συνεπώς, για τις τρεις κατηγορίες εγκαταστάσεων που αφορά η εφαρμογή της οδηγίας, ο κοινοποιών έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να παραμείνουν απόρρητες ορισμένες πληροφορίες από αυτές που διαβιβάζει με την αίτηση για χορήγηση αδείας, τη δήλωσή του ή την αίτηση εγκρίσεως.
81 Η αρμόδια διοικητική αρχή δεν υποχρεούται να αντιμετωπίσει ως απόρρητο ένα στοχείο απλώς επειδή το ζητεί ο κοινοποιών. Το γεγονός ότι η αίτηση δεν δεσμεύει την αρμόδια αρχή προκύπτει από το γράμμα των σχετικών διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας π.χ. τη χρήση της υποθετικής συντάξεως στη ρύθμιση περί των χαρακτηρισμένων εγκαταστάσεων ή την προσθήκη της διευκρινίσεως κατά τον αιτούντα στη ρύθμιση περί εγκαταστάσεων διδασκαλίας και έρευνας. Συνεπώς, παρέλκει να διευκρινιστεί ότι η αρμόδια αρχή αποφασίζει σχετικά με τις πληροφορίες που θα κριθούν πράγματι ως απόρρητες, δεδομένου ότι αυτό προκύπτει επαρκώς από το γεγονός ότι το δικαίωμα του κοινοποιούντος περιορίζεται στη μνεία των πληροφοριακών εκείνων στοιχείων τα οποία αυτός θεωρεί ότι πρέπει να παραμείνουν απόρρητα.
82 Για τον ίδιο λόγο δεν απαιτείται να διευκρινιστεί ότι οι αιτήσεις αυτές περί διατηρήσεως του απορρήτου πρέπει να συνοδεύονται από την προβολή δικαιολογητικών λόγων. Πράγματι, δεδομένου ότι δεν αρκεί να ζητηθεί η αντιμετώπιση ως απορρήτων ορισμένων πληροφοριακών στοιχείων για να γίνει το αίτημα αυτό δεκτό, ο κοινοποιών πρέπει οπωσδήποτε, για να γίνει δεκτό το αίτημά του, να προβάλει δικαιολογητικούς λόγους. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, δεδομένου ότι η διασφάλιση του απορρήτου συνιστά την εξαίρεση, είναι αυτονόητο ότι η σχετική αίτηση πρέπει να είναι δικαιολογημένη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
83 Κατά πάγια νομολογία, προκειμένου για τη μεταφορά μιας οδηγίας στην έννομη τάξη κράτους μέλους, είναι απαραίτητο το συγκεκριμένο εθνικό δίκαιο να διασφαλίζει αποτελεσματικά την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας, η νομική κατάσταση που διαμορφώνεται βάσει του δικαίου αυτού να είναι αρκούντως ακριβής και σαφής και οι δικαιούχοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους (βλ. αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 1995, C-365/93, Επιτροπή κατά Ελλάδoς, Συλλογή 1995, σ. I-499, σκέψη 9, και της 12ης Ιουνίου 2003, C-97/01, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 32).
84 Επιβάλλεται σχετικώς να διαπιστωθεί ότι στο άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως 77-1133, προκειμένου περί χαρακτηρισμένων εγκαταστάσεων που υπόκεινται στην υποχρέωση αδείας, ούτε το άρθρο 27 της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως, όσον αφορά τις χαρακτηρισμένες εγκαταστάσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση δηλώσεως, ούτε το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της κανονιστικής αποφάσεως 93-773, όσον αφορά τις εγκαταστάσεις διδασκαλίας και έρευνας, διευκρινίζει σαφώς και κατηγορηματικώς ότι ο κοινοποιών πρέπει να προβάλει δικαιολογητικούς λόγους δυνάμενους να ελεγχθούν όπως απαιτεί το άρθρο 19, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας.
85 Δεν μπορεί σχετικώς να υποστηριχτεί ότι, εφόσον η διασφάλιση του απορρήτου συνιστά εξαίρεση, η αίτηση περί απορρήτου πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Αν πράγματι η ύπαρξη γενικών αρχών συνταγματικού ή διοικητικού δικαίου μπορεί να καθιστά περιττή τη μεταφορά κανόνων της οδηγίας διά της λήψεως ειδικών νομοθετικών ή κανονιστικών μέτρων, εντούτοις η επίκληση αρχής όπως αυτή που προβάλλει η Γαλλική Κυβέρνηση δεν διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 19, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή. Ο κοινοποιών πρέπει να είναι σε θέση να συναγάγει από το περιεχόμενο της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως τους όρους από τους οποίους εξαρτάται η διασφάλιση του απορρήτου, περιλαμβανομένου του όρου περί προβολής λόγων δυνάμενων να ελεγχθούν.
86 Όσον αφορά την αιτίαση περί της υποχρεώσεως που απορρέει από το άρθρο 19, παράγραφος 3, της οδηγίας να γίνει διαβούλευση με τον κοινοποιούντα, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν προέβαλε επιχειρήματα προς αντίκρουση αυτής της αιτιάσεως.
87 Όσον αφορά την προβλεπόμενη από την ίδια διάταξη υποχρέωση ενημερώσεως του κοινοποιούντα σχετικά με την απόφαση που έλαβε η αρμόδια αρχή αναφορικά με τα πληροφοριακά στοιχεία που πρέπει να παραμείνουν απόρρητα, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν προέβαλε καμία διάταξη του γαλλικού διοικητικού δικαίου εκ της οποίας να απορρέει ρητή υποχρέωση της διοικήσεως να κοινοποιεί μια τέτοια απόφαση.
88 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί ως βάσιμη καθόσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας.
Επί της αιτιάσεως της σχετικής με το άρθρο 19, παράγραφος 4, της οδηγίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
89 Κατά την Επιτροπή, από καμία διάταξη της γαλλικής νομοθεσίας δεν συνάγεται ότι έχει ορθώς μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 14, παράγραφος 4, της οδηγίας.
90 Όσον αφορά τις χαρακτηρισμένες εγκαταστάσεις που υπόκεινται σε υποχρέωση αδείας, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 19, παράγραφος 4, της οδηγίας πρέπει να περιλαμβάνονται στην αίτηση περί χορηγήσεως αδείας, και επομένως, γνωστοποιούνται στο κοινό μέσω της δημόσιας έρευνας και δεν παραμένουν απόρρητα.
91 Όσον αφορά τις εγκαταστάσεις διδασκαλίας και έρευνας που χρησιμοποιούν ΜΟΓΤ της ομάδας ΙΙ, των κλάσεων 3 και 4, υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος Ι, της κανονιστικής αποφάσεως 93-773, να θέτουν στη διάθεση του κοινού ενημερωτικό φάκελο περιλαμβάνοντα όλες τις χρήσιμες πληροφορίες περί της κατατάξεως των γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών που μπορεί να χρησιμοποιηθούν στην εγκατάσταση, καθώς και τη γνωμοδότηση της επιτροπής γενετικής επί της αιτήσεως χορηγήσεως αδείας πράγμα που διασφαλίζει τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της υποχρεώσεως περί μερίμνης να μην παραμείνει απόρρητη η εξέλιξη των προβλεπτών συνεπειών των σχεδιαζομένων ερευνών.
92 Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ορισμένες προσαρμογές, περιθωριακές, της γαλλικής νομοθεσίας να είναι αναγκαίες, προς διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας του άρθρoυ 19, παράγραφος 4, της οδηγίας, όσον αφορά χαρακτηρισμένες εγκαταστάσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση δηλώσεως ή εγκαταστάσεις διδασκαλίας και έρευνας επιπέδου περιορισμού της ομάδας Ι, κλάση 1 ή της ομάδας ΙΙ, κλάση 2.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
93 Αρκεί σχετικώς να διαπιστωθεί ότι η Γαλλική Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι, όσον αφορά τις χαρακτηρισμένες εγκαταστάσεις που υπόκεινται σε υποχρέωση δηλώσεως, καθώς και ορισμένες εγκαταστάσεις διδασκαλίας και έρευνας, η γαλλική νομοθεσία χρήζει προσαρμογής προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα του άρθρου 19, παράγραφος 4, της οδηγίας. Συνεπώς, πρέπει να κριθεί ως μη πλήρης η μεταφορά αυτής της διατάξεως στην εσωτερική νομοθεσία.
94 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί ως βάσιμη όσον αφορά το άρθρο 19, παράγραφος 4, της οδηγίας.
Επί της αιτιάσεως της σχετικής με την έλλειψη μεταφοράς της οδηγίας για ορισμένες περιορισμένες χρήσεις της αρμοδιότητας του Υπουργείου Άμυνας
95 Η Γαλλική Κυβέρνηση, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, παραδέχεται ότι ορισμένες εγκαταστάσεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Άμυνας δεν καλύπτονται από κανένα μέτρο μεταφοράς της οδηγίας.
96 Επιβάλλεται συνεπώς η διαπίστωση ότι η προσφυγή πρέπει να κριθεί βάσιμη όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας για ορισμένες περιορισμένες χρήσεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Άμυνας.
97 Ενόψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται να διαπιστωθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη μεταφέροντας ορθώς και πλήρως τα άρθρα 14, στοιχεία α΄ και β΄, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίοδος, και 19, παράγραφοι 2 έως 4 της οδηγίας και μη μεταφέροντας τις διατάξεις της οδηγίας αυτής περί ορισμένων περιορισμένων χρήσεων αρμοδιότητας του Υπουργείου Άμυνας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Επί των δικαστικών εξόδων
98 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Εν προκειμένω, επειδή και οι δύο διάδικοι ηττήθησαν εν μέρει, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία, μη μεταφέροντας ορθώς και πλήρως τα άρθρα 14, στοιχεία α΄ και β΄, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίοδος, και 19, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας 90/219/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1990, για την περιορισμένη χρήση γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/51/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Νοεμβρίου 1994, για την πρώτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 90/219, και μη μεταφέροντας τις διατάξεις της οδηγίας αυτής περί ορισμένων περιορισμένων χρήσεων αρμοδιότητας του Υπουργείου Άμυνας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Σκουρής
Gulmann
Puissochet
Macken
Colneric
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Νοεμβρίου 2003.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy