Υπόθεση C-434/01
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Oδηγία 92/43/ΕΟΚ – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων – Άγρια πανίδα και χλωρίδα»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano της 3ης Ιουλίου 2003 Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 6ης Νοεμβρίου 2003
Περίληψη της αποφάσεως
Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Απόδειξη της παραβάσεως – Η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως
(Άρθρο 226 ΕΚ)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 6ης Νοεμβρίου 2003 (1)
Παράβαση κράτους μέλους – Oδηγία 92/43/ΕΟΚ – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων – Άγρια πανίδα και χλωρίδα
Στην υπόθεση C-434/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , εκπροσωπούμενη από τον R. Wainwright, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας , εκπροσωπούμενου από την G. Amodeo και τον K. Manji, επικουρουμένους από τον D. Anderson, QC, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, μη διασφαλίζοντας την τήρηση επί του εδάφους του των άρθρων 12 και 16 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),,
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann (εισηγητή), F. Macken, N. Colneric και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, μη διασφαλίζοντας την τήρηση επί του εδάφους του των άρθρων 12 και 16 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Κατά το άρθρο της 2, παράγραφος 1, η οδηγία έχει ως σκοπό να συμβάλει στην προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας, μέσω της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας χλωρίδας και πανίδας στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών όπου εφαρμόζεται η συνθήκη.
3 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει: 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να θεσπισθεί ένα καθεστώς αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών που αναφέρονται στο σημείο α΄ του παραρτήματος ΙV, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, που να απαγορεύει:
α) κάθε μορφή σύλληψης ή θανάτωσης, εκ προθέσεως, δειγμάτων αυτών των ειδών λαμβανομένων στη φύση,
β) να παρενοχλούνται εκ προθέσεως τα εν λόγω είδη, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής, την περίοδο κατά την οποία τα νεογνά εξαρτώνται από τη μητέρα, τη χειμερία νάρκη και τη μετανάστευση,
γ) την εκ προθέσεως καταστροφή ή τη συλλογή των αυγών στο φυσικό περιβάλλον,
δ) τη βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης.
4 O λοφιοφόρος τρίτων (triturus cristatus) περιλαμβάνεται εταξύ των ειδών που αριθμεί το στοιχείο α΄ του εν λόγω παραρτήματος IV.
5 Το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και γ΄, της οδηγίας ορίζει:
1. Τα κράτη μέλη, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει άλλη αποτελεσματική λύση και ότι η παρέκκλιση δεν παραβλάπτει τη διατήρηση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών στην περιοχή της φυσικής του[ς] κατανομής, μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις των άρθρων 12, 13, 14 και 15, στοιχεία α΄ και β΄:
α) για να προστατεύσουν την άγρια πανίδα και χλωρίδα και να διατηρήσουν τους φυσικούς οικοτόπους,
[...]
γ) για λόγους δημόσιας υγείας και ασφαλείας ή για άλλους επιτακτικούς λόγους προέχοντος δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν λόγων κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα και ευεργετικών συνεπειών πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον.
Η εθνική νομοθεσία
6 Τα άρθρα 12 και 16 της οδηγίας μεταφέρθηκαν, κατ' ουσία, στην εσωτερική έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου με τις Conservation (Natural Habitats) Regulations του 1994 (στο εξής: Regulations 1994).
7 Το άρθρο 39, παράγραφος 1, των Regulations 1994 απαγορεύει την εκ προθέσεως σύλληψη, θανάτωση ή παρενόχληση άγριου ζώου που ανήκει σε προστατευόμενο σε ευρωπαϊκό επίπεδο είδος, την εκ προθέσεως καταστροφή ή συλλογή των αυγών του, ή τη βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων αναπαύσεώς του.
8 Δυνάμει του άρθρου 44 των Regulations 1994, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέπει παρεκκλίσεις σε ειδικές περιπτώσεις που αφορούν προστατευόμενα σε ευρωπαϊκό επίπεδο είδη. Σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, ειδικές περιπτώσεις αποτελούν, μεταξύ άλλων: [...]c) η προστασία άγριων ζώων ή φυτών, ή η εισαγωγή τους σε ιδιαίτερες ζώνες,[...]e) η προστασία της δημόσιας υγείας και ασφάλειας ή άλλοι επιτακτικοί λόγοι προέχοντος δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν λόγων κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα και ευεργετικών συνεπειών πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον,[...].
9 Το άρθρο 44, παράγραφος 3, των Regulations 1994 συμπληρώνει τη διάταξη αυτή, ορίζοντας ότι παρέκκλιση βάσει των Regulations 1994 μπορεί να επιτραπεί μόνον εφόσον η αρμόδια αρχή έχει διαπιστώσει ότι δεν υφίσταται άλλη αποτελεσματική λύση και ότι η παρέκκλιση δεν παραβλάπτει τη διατήρηση σε ικανοποιητικό βαθμό των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών στην περιοχή της φυσικής τους κατανομής.
10 Κατά με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4 και 44, παράγραφος 4, των Regulations 1994, για τις περιπτώσεις που προβλέπουν τα στοιχεία a έως d του άρθρου 44, παράγραφος 2, των Regulations 1994, αρμόδιες για την κατά παρέκκλιση χορήγηση αδειών αρχές είναι οι αρμόδιοι για την προστασία του περιβάλλοντος φορείς, ήτοι, το Nature Conservancy Council for England, το Countryside Council for Wales και η Scottish Natural Heritage, ενώ για τις περιπτώσεις που προβλέπουν τα στοιχεία e έως g της ίδιας διατάξεως αρμόδιος είναι ο Υπουργός Γεωργίας.
Ιστορικό της διαφοράς
11 Μετά από ενημέρωσή της για παρενοχλήσεις των πληθυσμών του λοφιοφόρου τρίτωνα στις τοποθεσίες Broughton Park, Pontblyddyn και Connah's Quay in Flintshire της Ουαλίας και αφού έλαβε διευκρινίσεις από τις βρετανικές αρχές, στις 28 Απριλίου 1999 η Επιτροπή απηύθυνε στο Ηνωμένο Βασίλειο έγγραφο οχλήσεως με το οποίο υποστήριξε ότι οι εθνικές αρχές επέτρεπαν παρεκκλίσεις από το καθεστώς αυστηρής προστασίας των προστατευόμενων ειδών, κατά παράβαση των άρθρων 12 και 16 της οδηγίας. Με το έγγραφο αυτό η Επιτροπή υπενθύμισε ότι οι επιτρεπόμενες από τον αρμόδιο για την προστασία του περιβάλλοντος φορέα παρενοχλήσεις των πληθυσμών του λοφιοφόρου τρίτωνα σε περιοχές που εντάσσονται ή ενδέχεται να ενταχθούν σε σχέδιο οικοδομήσεως επέφεραν μετατόπιση των πληθυσμών αυτών.
12 Οι βρετανικές αρχές απάντησαν στο ως άνω έγγραφο με έγγραφο της 12ης Αυγούστου 1999.
13 Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής για παροχή διευκρινίσεων επί ορισμένων ζητημάτων, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επισήμανε, με έγγραφο της 3ης Απριλίου 2000, ότι το εθνικό δίκαιο επιβάλλει στις πολεοδομικές αρχές την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη κατά την άσκηση των καθηκόντων τους την οδηγία. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, όταν η αίτηση για χορήγηση οικοδομικής άδειας αφορά περιοχή στην οποία, κατά τις πληροφορίες της πολεοδομικής αρχής, απαντά κάποιο προστατευόμενο είδος, η εν λόγω αρχή υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη κατά την εξέταση της αιτήσεως το γεγονός αυτό. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επισήμανε, επίσης, ότι, όταν ένας επιχειρηματίας υποβάλλει αίτηση χορηγήσεως άδειας για σχέδιο οικοδομήσεως που ενδέχεται να έχει επιπτώσεις σε προστατευόμενο είδος, δύο είναι οι δυνατές λύσεις. Είτε η πολεοδομική αρχή απορρίπτει την αίτηση είτε την κάνει δεκτή υπό ειδικούς όρους διασφαλίζοντες την προστασία του εν λόγω είδους. Στη δεύτερη περίπτωση, ο επιχειρηματίας οφείλει να λάβει υπόψη τους όρους των άρθρων 12 και 16 της οδηγίας και να ζητήσει, ενδεχομένως, παρέκκλιση βάσει του άρθρου 44 των Regulations 1994.
14 Με έγγραφο της 2ας Φεβρουαρίου 2001, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία επανέλαβε τις θέσεις που είχε διατυπώσει με το έγγραφο οχλήσεως και δήλωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, μη διασφαλίζοντας την τήρηση στο έδαφός του των άρθρων 12 και 16 της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία. Η Επιτροπή κάλεσε, επίσης, το Ηνωμένο Βασίλειο να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
15 Το Ηνωμένο Βασίλειο απάντησε στο ως άνω έγγραφο με έγγραφο της 15ης Μαΐου 2001.
16 Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η απάντηση αυτή δεν της επέτρεπε να συναγάγει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε θέσει τέλος στην εν λόγω παράβαση, αποφάσισε να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
17 Η Επιτροπή, η οποία περιόρισε με το υπόμνημά της απαντήσεως το αντικείμενο της προσφυγής, προσάπτει στο Ηνωμένο Βασίλειο τη μη καθιέρωση ενός καθεστώτος που να διασφαλίζει, σε περίπτωση χορηγήσεως οικοδομικής άδειας για τοποθεσίες όπου απαντούν προστατευόμενα είδη, όπως ο λοφιοφόρος τρίτωνας, την εκ μέρους των αρμόδιων αρχών τήρηση των όρων του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, για την κατά παρέκκλιση χορήγηση αδειών.
Επιχειρήματα των διαδίκων
18 Κατά την Επιτροπή, τα κριτήρια που εφαρμόζουν οι τοπικές πολεοδομικές αρχές για τη χορήγηση οικοδομικής άδειας δεν είναι τόσο αυστηρά όσο εκείνα του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας. Οι αρχές αυτές οφείλουν απλώς να τηρούν μια γενική υποχρέωση συνεκτιμήσεως της παρουσίας προστατευόμενων ειδών ως στοιχείου που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο του χωροταξικού σχεδιασμού σε εθνικό επίπεδο. Ειδικότερα, δεν υποχρεούνται εκ του νόμου να αναζητούν αποτελεσματικές εναλλακτικές λύσεις για το προτεινόμενο σχέδιο ούτε να διαπιστώνουν αν το σχέδιο αυτό εξυπηρετεί κάποιον από τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας.
19 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην πράξη, η χορήγηση της οικοδομικής άδειας για την υλοποίηση σχεδίου οικοδομήσεως προηγείται της αιτήσεως για κατά παρέκκλιση χορήγηση άδειας. Εφόσον η πολεοδομική αρχή έχει αποφασίσει να χορηγήσει την οικοδομική άδεια, ο αρμόδιος για την προστασία του περιβάλλοντος φορέας ή ο Υπουργός Γεωργίας, που καλούνται να αποφανθούν επί της παρεκκλίσεως, δεν είναι πλέον πραγματικά σε θέση να κρίνουν, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, αν υφίσταται ή όχι αποτελεσματική εναλλακτική λύση για το συγκεκριμένο σχέδιο οικοδομήσεως ή αν η υλοποίηση του σχεδίου αυτού δικαιολογείται πράγματι από λόγους προέχοντος δημοσίου συμφέροντος κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄. Κατά την Επιτροπή, προκειμένου να διαπιστώσουν αν πληρούνται οι δύο αυτές προϋποθέσεις, οι εν λόγω κεντρικές αρχές βασίζονται στα στοιχεία που τους διαβιβάζουν οι οικείες τοπικές πολεοδομικές αρχές, οι οποίες εξέτασαν το σχέδιο οικοδομήσεως στο πλαίσιο του χωροταξικού σχεδιασμού.
20 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπενθυμίζει ότι οι αρμόδιες κεντρικές αρχές δεν μπορούν να επιτρέψουν παρέκκλιση από το καθεστώς αυστηρής προστασίας, αν δεν είναι απολύτως βέβαιες ότι η παρέκκλιση δικαιολογείται από κάποιον από τους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και ε΄, της οδηγίας λόγους και ότι πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού. Προς τούτο, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως των κρίσιμων στοιχείων, η αρμόδια αρχή οφείλει να είναι ανεξάρτητη, ακόμη και αν οι τοπικές πολεοδομικές αρχές έχουν ήδη χορηγήσει οικοδομική άδεια. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προσθέτει ότι, ενώ, κατά κανόνα, τα στοιχεία που διαθέτουν οι πολεοδομικές αρχές αποτελούν την κύρια πηγή πληροφορήσεως των κεντρικών αρχών, όταν οι κεντρικές αρχές εκτιμούν ότι τα διαβιβασθέντα στοιχεία χρήζουν συμπληρώσεων ή περαιτέρω διευκρινίσεων, μπορούν να αναστείλουν τη χορήγηση της άδειας έως ότου βεβαιωθούν ότι έχουν στη διάθεσή τους τα απαραίτητα για τη λήψη αποφάσεως στοιχεία.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
21 Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως, απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι διαπράχθηκε η φερόμενη παράβαση. Η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως στοιχεία, χωρίς να έχει τη δυνατότητα επικλήσεως οποιουδήποτε τεκμηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1982, σ. 1791, σκέψη 6, και της 26ης Ιουνίου 2003, C-404/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 26).
22 Συνεπώς, στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι η επίμαχη πρακτική του Ηνωμένου Βασιλείου αντιβαίνει στο καθεστώς αυστηρής προστασίας των περιλαμβανόμενων στο παράρτημα IV, σημείο α΄, της οδηγίας προστατευόμενων ειδών που καθιερώνει το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας, για τον λόγο ότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου επιτρέπουν παρεκκλίσεις από το καθεστώς αυτό, χωρίς να τηρούν τους όρους του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
23 Προς στήριξη της θέσεώς της, η Επιτροπή επικαλείται έγγραφο της 25ης Οκτωβρίου 2000, το οποίο απηύθυνε το Department of Environnement, Transport and the Regions σε έναν από τους καταγγέλλοντες. Στο κείμενο του εγγράφου αυτού τονίζεται ότι, κατά την εξέταση της αιτήσεως για χορήγηση άδειας κατά παρέκκλιση από το καθεστώς αυστηρής προστασίας, η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι τοπικές αρχές αποφάσισαν να χορηγήσουν άδεια για το σχέδιο οικοδομήσεως. Σε επόμενο χωρίο του κειμένου διευκρινίζεται, εντούτοις, ότι η οριστική διοικητική απόφαση επί της επίμαχης παρεκκλίσεως λαμβάνεται από την αρμόδια για την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 44 των Regulations 1994 αρχή.
24 Δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 44 των Regulations 1994 μεταφέρει ορθώς στην εσωτερική έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου το άρθρο 16 της οδηγίας.
25 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από το έγγραφο της 25ης Οκτωβρίου 2000 δεν προκύπτει ότι οι κεντρικές αρχές επιτρέπουν παρεκκλίσεις από το καθεστώς αυστηρής προστασίας του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας, χωρίς προηγουμένως να διαπιστώνουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄. Αυτό δεν προκύπτει, εξάλλου, και από κανένα στοιχείο της δικογραφίας.
26 Επιπλέον, αυτό καθ' εαυτό το γεγονός ότι δύο διαφορετικές αρχές καλούνται διαδοχικά να αποφανθούν επί των ίδιων πραγματικών περιστατικών δεν σημαίνει ότι οι εκτιμήσεις της δεύτερης αρχής ευθυγραμμίζονται κατά σύστημα με αυτές της πρώτης, κατά μείζονα λόγο διότι, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, ενώ οι τοπικές αρχές υποχρεούνται απλώς να λαμβάνουν υπόψη τις αρχές της οδηγίας, οι κεντρικές αρχές υποχρεούνται να εφαρμόζουν τους αυστηρούς όρους του άρθρου 44 των Regulations 1994.
27 Συνεπώς, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία, η παρούσα προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας διατύπωσε σχετικό αίτημα και η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Puissochet
Gulmann
Macken
Colneric
Cunha Rodrigues
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Νοεμβρίου 2003.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy