Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Επιστροφές κατά την εξαγωγή - Προσκόμιση εγγράφων αποδείξεων - Παρέλευση της προβλεπομένης από τον κανονισμό προθεσμίας - Χορήγηση πρόσθετων προθεσμιών - Διάρκεια που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών
(Κανονισμός 3665/87 της Επιτροπής, άρθρα 47 § 4 και 48 § 2)
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Επιστροφές κατά την εξαγωγή - Προσκόμιση εγγράφων αποδείξεων - Παρέλευση της προβλεπομένης από τον κανονισμό προθεσμίας - Δυνατότητα των κρατών μελών να χορηγούν πρόσθετες προθεσμίες - Δικαίωμα του εξαγωγέα σε ένδικο βοήθημα κατά απορριπτικής αποφάσεως - Εφαρμογή του εθνικού δικαίου - Όρια
(Κανονισμός 3665/87, άρθρο 47 § 4)
Περίληψη
1. Δεδομένου ότι ο κανονισμός 3665/87 για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1829/94, δεν επιβάλλει κανένα όριο στη διάρκεια των πρόσθετων προθεσμιών που μπορούν να χορηγηθούν στον εξαγωγέα, δυνάμει του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού, για την προσκόμιση των σχετικών με την πραγματοποίηση της εξαγωγής δικαιολογητικών, εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να καθορίζουν τη διάρκεια των προθεσμιών αυτών ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών κάθε υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την επιμέλεια που επιδεικνύει ο αιτών την πρόσθετη προθεσμία εξαγωγέας, τη φύση των αντικειμενικών δυσχερειών που αντιμετωπίζει και το εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται για να υπερνικηθούν οι δυσχέρειες αυτές.
( βλ. σκέψη 48, διατακτ. 1 )
2. Το άρθρο 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87 για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1829/94, δεν παρέχει στον εξαγωγέα δικαίωμα λήψεως πρόσθετης προθεσμίας συγκεκριμένης διάρκειας για την προσκόμιση των σχετικών με την πραγματοποίηση της εξαγωγής δικαιολογητικών, το οποίο θα μπορούσε να επικαλεστεί ευθέως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Πάντως, η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στις αρμόδιες εθνικές αρχές για τη χορήγηση πρόσθετων προθεσμιών δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια που επιβάλλει ο σκοπός της διατάξεως αυτής. Η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας επιτάσσει, εντούτοις, να αναγνωρίζεται στον εξαγωγέα η δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά της αποφάσεως των αρμόδιων εθνικών αρχών που λαμβάνεται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 47, παράγραφος 4, του προαναφερθέντος κανονισμού και αρνείται τη χορήγηση πρόσθετων προθεσμιών. Στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να καθορίσει τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες άσκησης του ενδίκου αυτού βοηθήματος σύμφωνα με τις κατά το κοινοτικό δίκαιο αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας.
( βλ. σκέψεις 58, 60, 63, διατακτ. 2 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-467/01,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Corte d'appello di Genova (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Ministero delle Finanze
και
Eribrand SpA, πρώην Eurico Italia SpA,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 47 και 48 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/94 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1994 (ΕΕ L 191, σ. 5),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, P. Jann και A. Rosas (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Eribrand SpA, εκπροσωπούμενη από τους S. Turci και Μ. Turci, avvocati,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Gergues και την A. Colomb,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Μ. Niejahr και A. Aresu,
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 2001, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Δεκεμβρίου 2001, το Corte d'appello di Genova υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, πέντε προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 47 και 48 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/94 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1994 (ΕΕ L 191, σ. 5, στο εξής: κανονισμός 3665/87).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Ministero delle Finanze (ιταλικού Υπουργείου Οικονομικών) και της Eribrand SpA (στο εξής: Eribrand), πρώην Eurico Italia SpA, ως προς την καταβολή, σύμφωνα με τον κανονισμό 3665/87, επιστροφών σχετικών με την εξαγωγή από την εν λόγω εταιρεία τριών παρτίδων ρυζιού προς το Ισραήλ κατά το έτος 1995.
Το νομικό πλαίσιο
3 Ο κανονισμός 3665/87 τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1988 και τροποποιήθηκε κατ' επανάληψη μέχρι την κατάργηση και την αντικατάστασή του από τον κανονισμό (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 102, σ. 11). Ο κανονισμός αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 24 Απριλίου 1999 και εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 1999. Πάντως, δυνάμει του άρθρου 54, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 800/99, ο κανονισμός 3665/87 εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις εξαγωγές για τις οποίες έχουν γίνει αποδεκτές διασαφήσεις εξαγωγής μέχρι την 1η Ιουλίου 1999.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 1, ο κανονισμός 3665/87 εφαρμοζόταν, μεταξύ άλλων, στις εξαγωγές ρυζιού.
5 Το άρθρο 47 του κανονισμού 3665/87 προέβλεπε:
«1. Η επιστροφή πληρώνεται μόνο κατόπιν γραπτής αιτήσεως του εξαγωγέα από το κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου έχει γίνει δεκτή η διασάφηση εξαγωγής.
[...]
2. Ο φάκελος για την πληρωμή της επιστροφής ή για την αποδέσμευση της εγγύησης πρέπει να κατατεθεί, εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας, μέσα στους δώδεκα μήνες που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής.
[...]
4. Όταν δεν ήταν δυνατή η προσκόμιση των εγγράφων που απαιτούνται βάσει του άρθρου 18 μέσα στην προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 2, μολονότι ο εξαγωγέας φρόντισε να τα προμηθευτεί και να τα διαβιβάσει μέσα στις προθεσμίες αυτές, είναι δυνατό να χορηγηθούν επιπλέον προθεσμίες για την προσκόμιση των εγγράφων αυτών.
5. Η αίτηση ισοτιμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3, συνοδευόμενη ή μη από τα δικαιολογητικά, καθώς και η αίτηση για επιπλέον προθεσμίες που αναφέρεται στην παράγραφο 4, πρέπει να κατατεθούν μέσα στην προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 2.
[...]»
6 Το άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 3665/87 είχε ως εξής:
«Όταν η απόδειξη ότι όλες οι απαιτήσεις που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία έχουν τηρηθεί παρέχεται μέσα στους έξι μήνες που έπονται των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 47 παράγραφοι 2, 4 και 5, η επιστροφή που καταβάλλεται ισούται με το 85 % της επιστροφής που θα είχε καταβληθεί αν είχαν τηρηθεί όλες οι απαιτήσεις.»
7 Το άρθρο 18 του κανονισμού 3556/87, για το οποίο γίνεται μνεία στο άρθρο 47, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, διευκρίνιζε τα έγγραφα με τα οποία αποδεικνυόταν η συμπλήρωση των διατυπώσεων για τη διάθεση στην κατανάλωση γεωργικών προϊόντων σε τρίτη χώρα. Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε κατ' επανάληψη, προκειμένου να διευκολυνθεί η συγκέντρωση αποδείξεων από τους εξαγωγείς για τη διάθεση στην κατανάλωση στην τρίτη χώρα.
8 Το άρθρο 22, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προέβλεπε:
«Κατόπιν αιτήσεως του εξαγωγέα, τα κράτη μέλη προκαταβάλλουν ολόκληρο ή μέρος του ποσού της επιστροφής, αφού γίνει αποδεκτή η διασάφηση εξαγωγής, υπό τον όρο ότι συστήνεται εγγύηση της οποίας το ποσό είναι ίσο με το ποσό της προκαταβολής αυτής προσαυξημένο κατά 15 %.
Τα κράτη μέλη μπορούν να προσδιορίζουν τους όρους υπό τους οποίους είναι δυνατό να ζητηθεί η προκαταβολή μέρους της επιστροφής.»
9 Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού όριζε:
«Όταν το προκαταβαλλόμενο ποσό είναι ανώτερο από το ποσό που οφείλεται πραγματικά για την εξαγωγή ή για ισοδύναμη εξαγωγή, ο εξαγωγέας αποδίδει τη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο ποσών προσαυξημένη κατά 15 %.
Ωστόσο, όταν, λόγω ανωτέρας βίας:
- δεν είναι δυνατόν να προσκομιστούν οι αποδείξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ώστε να χορηγηθεί η επιστροφή,
ή
- το προϊόν φθάνει σε διαφορετικό προορισμό από εκείνον για τον οποίο έχει υπολογιστεί η προκαταβολή,
η αύξηση κατά 15 % δεν εισπράττεται.»
10 Εξάλλου, σύμφωμα με την προτελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87:
«για λόγους καλής διοικητικής διαχειρίσεως, πρέπει να απαιτείται όπως η αίτηση και όλα τα άλλα αναγκαία έγγραφα για την πληρωμή της επιστροφής κατατίθενται μέσα σε εύλογη προθεσμία, εκτός περιπτώσεων ανωτέρας βίας, ιδίως όταν αυτή η προθεσμία δεν έγινε δυνατόν να τηρηθεί συνεπεία διοικητικών καθυστερήσεων που οφείλονται στον εξαγωγέα».
11 Πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα άρθρα 49 και 50 του κανονισμού 800/1999 επαναλαμβάνουν κατ' ουσίαν το περιεχόμενο των άρθρων 47 και 48 του κανονισμού 3665/87, χωρίς να επιφέρουν ουσιαστικές τροποποιήσεις. Το άρθρο 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 800/1999, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 47, παράγραφος 5, του κανονισμού 3665/87, διευκρινίζει ότι:
«Πάντως, εφόσον οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται εντός έξι μηνών μετά την υπόψη προθεσμία, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 50, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο.»
12 Το άρθρο 50, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 800/1999 αντιστοιχεί στο άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 3665/87.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του 1995, η Eribrand εξήγαγε στο Ισραήλ τρεις παρτίδες ρυζιού που φορτώθηκαν σε πλοία στο λιμάνι της Ραβένα (Ιταλία) με προορισμό το λιμάνι της Χάιφα (Ισραήλ).
14 Τον Ιούλιο του 1995, οι ιταλικές διοικητικές αρχές κατέβαλαν στην Eribrand περίπου 33 εκατομμύρια ιταλικές λίρες (ITL) ως προκαταβολή για τις αιτηθείσες επιστροφές κατά την εξαγωγή.
15 Παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις της Eribrand, ο Ισραηλινός αγοραστής δεν απέστειλε τα τελωνειακά πιστοποιητικά εισαγωγής που είναι αναγκαία για να αποδειχθεί η κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο Ισραήλ. Διαπιστώνοντας ότι δεν θα ήταν σε θέση να τηρήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 47, παράγραφος 2, του κανονισμού 3665/87 προθεσμία των δώδεκα μηνών για την προσκόμιση των εγγράφων, η Eribrand υπέβαλε στις 6 Μαρτίου 1996 στο Ministero delle Finanze δύο αιτήσεις χορηγήσεως πρόσθετων προθεσμιών. Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν εγκαίρως, ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 47, παράγραφος 5, του κανονισμού 3665/87 προθεσμίας.
16 Με έγγραφα της 19ης Οκτωβρίου 1996, το Ministero delle Finanze απέρριψε τις αιτήσεις. Το Ministero delle Finanze τόνισε, αφενός, ότι, εφόσον η Eribrand είχε ζητήσει τη χορήγηση πρόσθετων προθεσμιών, είχε στη διάθεσή της επιπλέον έξι μήνες για την προσκόμιση των ελλειπόντων εγγράφων. Διαπίστωσε, αφετέρου, ότι τα έγγραφα αυτά δεν είχαν ακόμη προσκομιστεί και ότι οι προβλεπόμενες στα άρθρα 47, παράγραφος 2, και 48, παράγραφος 2, του κανονισμού 3665/87 μέγιστες προθεσμίες είχαν στο μεταξύ παρέλθει. Κατά συνέπεια, το Ministero delle Finanze απέρριψε τις αιτήσεις καταβολής των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
17 Στις 18 Δεκεμβρίου 1996, το Ministero delle Finanze ζήτησε από την Eribrand την επιστροφή της προκαταβολής. Μετά την απόρριψη, στις 16 Σεπτεμβρίου 1997, των μεταγενέστερων ενστάσεών της, η Eribrand κατέβαλε πράγματι το απαιτηθέν ποσό, το οποίο ισούτο με το ποσό που είχε λάβει αυξημένο κατά 15 %.
18 Κατόπιν ενεργειών των ιταλικών προξενικών αρχών στο Ισραήλ και του τοπικού παραρτήματος του Istituto per il Commercio Estero (Ινστιτούτου για το εξωτερικό εμπόριο, στο εξής: ICE) και αφού η υπόθεση ανατέθηκε σε Ιταλούς και Ισραηλινούς δικηγόρους, η Eribrand κατόρθωσε να λάβει τα τελωνειακά πιστοποιητικά εισαγωγής. Στις 3 Δεκεμβρίου 1997, τα κατέθεσε στο Ministero delle Finanze.
19 Στις 4 Δεκεμβρίου 1997, η Eribrand κατέθεσε αγωγή ενώπιον του Tribunale di Genova (Ιταλία), ζητώντας να υποχρεωθεί το Ministero delle Finanze να της καταβάλει ποσό ύψους περίπου 103 εκατομμυρίων ITL λόγω οφειλομένων επιστροφών κατά την εξαγωγή.
20 Με απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2000, το Tribunale di Genova, αφού απέρριψε τις ενστάσεις περί καθ' ύλην και κατά τόπον αναρμοδιότητας που προβλήθηκαν από το Ministero delle Finanze, δέχθηκε το αίτημα της Eribrand βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87. Αποφάνθηκε ότι «η εταιρία προβάλλει δικαίωμα λήψεως πρόσθετης προθεσμίας για την υποβολή του δικαιολογητικού που αφορά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, το οποίο δεν ήταν εφικτό να υποβληθεί εντός της προθεσμίας δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία έγινε δεκτή η διασάφηση εξαγωγής, μολονότι ο εξαγωγέας επέδειξε επιμέλεια προκειμένου να το προμηθευτεί (πράγμα το οποίο, όντως, αποδεικνύεται εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Eurico προκάλεσε την παρέμβαση της διπλωματικής αντιπροσωπείας [...] και του ICE ζητώντας την έκδοση άλλων δικαιολογητικών από το ισραηλινό τελωνείο)».
21 Το Ministero delle Finanze άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Corte d'appello di Genova.
22 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το Ministero delle Finanze αμφισβητεί, όσον αφορά την ουσία της διαφοράς της κύριας δίκης, τη δοθείσα από το Tribunale di Genova ερμηνεία του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87. Υποστηρίζει ότι η πρόσθετη προθεσμία που μπορεί να χορηγηθεί δυνάμει της διατάξεως αυτής περιορίζεται σε μόνον έξι μήνες, δεδομένου ότι η μέγιστη προθεσμία για την προσκόμιση των απαιτούμενων από την κοινοτική νομοθεσία δικαιολογητικών δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τους 18 μήνες. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 3665/87, σύμφωνα με το οποίο, όταν οι αναγκαίες αποδείξεις προσκομίζονται εντός των έξι μηνών που έπονται των προβλεπόμενων στο άρθρο 47, παράγραφοι 2, 4 και 5, του κανονισμού προθεσμιών, η επιστροφή που καταβάλλεται ισούται με το 85 % της επιστροφής που θα είχε καταβληθεί αν είχαν τηρηθεί όλες οι απαιτήσεις. Το Ministero delle Finanze τονίζει ότι ο φάκελος για την καταβολή των επιστροφών συμπληρώθηκε από την Eribrand περίπου 32 μήνες μετά την αποδοχή των διασαφήσεων εξαγωγής.
23 Η Eribrand ισχυρίζεται ότι η ερμηνεία των ιταλικών διοικητικών αρχών στερεί από τον ανυπαίτιο εξαγωγέα το δικαίωμα στις επιστροφές, αν το εμπόδιο στη λήψη των απαιτούμενων από την κοινοτική νομοθεσία δικαιολογητικών εξακολουθεί να υφίσταται πέραν της προθεσμίας των έξι μηνών που μπορεί να χορηγηθεί. Σύμφωνα με την Eribrand, από το άρθρο 48 του κανονισμού 3665/87 δεν μπορεί να συναχθεί ότι για την προβλεπόμενη στο άρθρο 47, παράγραφος 4, χορήγηση πρόσθετων προθεσμιών υφίσταται ανώτατο χρονικό όριο ούτε ότι η συνολική διάρκεια των προθεσμιών για την προσκόμιση των εν λόγω δικαιολογητικών δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 18 μήνες.
24 Λαμβανομένων υπόψη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους επιχειρημάτων και της σημασίας της ερμηνείας της κοινοτικής νομοθεσίας για την επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς, το Corte d'appello di Genova αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει να θεωρηθεί, βάσει των άρθρων 47, παράγραφος 4, και 48 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, ότι:
α) οι πρόσθετες προθεσμίες που μπορούν να χορηγηθούν στον εξαγωγέα δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υπερβαίνουν τους 18 μήνες ή ότι,
β) αντιθέτως, η μείωση κατά 15 % εφαρμόζεται μόνο σε περίπτωση υπερβάσεως πέραν των έξι μηνών της κανονικής προθεσμίας και της πρόσθετης προθεσμίας που έχει ενδεχομένως χορηγηθεί στον εξαγωγέα;
2) Αν θεωρηθεί ότι ορθή ερμηνεία είναι αυτή του στοιχείου β_ του προηγούμενου ερωτήματος, υφίστανται, βάσει των δύο προαναφερθέντων άρθρων και λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων παραμέτρων, μεταξύ των οποίων και εκείνων που εκτίθενται στο σκεπτικό της παρούσας διατάξεως, που μπορεί εν προκειμένω να έχουν σημασία από απόψεως κοινοτικού δικαίου, ανώτατα χρονικά όρια για τη χορήγηση των πρόσθετων προθεσμιών;
3) Αν θεωρηθεί ότι ορθή ερμηνεία είναι αυτή του στοιχείου β_ του πρώτου ερωτήματος, ποια είναι τα ανώτατα χρονικά όρια και, κατά συνέπεια, ποιες είναι οι κατά τα δύο προαναφερθέντα άρθρα πρόσθετες προθεσμίες;
4) Αν θεωρηθεί ότι ορθή ερμηνεία είναι αυτή του στοιχείου β_ του πρώτου ερωτήματος, μπορεί ο ιδιώτης να προβάλει, βάσει των δύο προαναφερθέντων άρθρων, ένα νομικώς προστατευόμενο δικαίωμα για τον καθορισμό συγκεκριμένης διάρκειας (που θα θεωρηθεί κατάλληλη σε σχέση με τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζει για να προμηθευθεί τα απαιτούμενα δικαιολογητικά) των πρόσθετων προθεσμιών;
5) Αν η ορθή ερμηνεία είναι αυτή του στοιχείου β_ του πρώτου ερωτήματος, μπορεί ο εθνικός δικαστής, βάσει των δύο προαναφερθέντων άρθρων, σε περίπτωση που η διοικητική αρχή δεν χορήγησε πρόσθετη προθεσμία, να αναγνωρίσει στον εξαγωγέα (που επέδειξε επιμέλεια προκειμένου να προμηθευθεί τα δικαιολογητικά και να τα διαβιβάσει εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 47, παράγραφος 2, του κανονισμού δωδεκάμηνης προθεσμίας) το δικαίωμα να του χορηγηθεί πρόσθετη προθεσμία και να καθορίσει τη διάρκειά της βάσει του χρόνου που πράγματι απαιτείται προκειμένου να προμηθευθεί και να διαβιβάσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά;»
Επί των τριών πρώτων ερωτημάτων
25 Με τα τρία πρώτα ερωτήματα, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν, ενόψει των άρθρων 47 και 48 του κανονισμού 3665/87, υφίστανται ανώτατα χρονικά όρια για τις πρόσθετες προθεσμίες που μπορούν να χορηγηθούν δυνάμει του άρθρου 47, παράγραφος 4, και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποια είναι τα όρια αυτά ή αν, αντιθέτως, η χορήγηση πρόσθετων προθεσμιών για την προσκόμιση των δικαιολογητικών που αποδεικνύουν τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων για τη διάθεση στην κατανάλωση είναι δυνατή παρά την παρέλευση της συνολικής προθεσμίας των 18 μηνών.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
26 Η Eribrand, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, θεωρούν ότι, όσον αφορά την προσκόμιση των προβλεπόμενων στο άρθρο 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87 δικαιολογητικών, δεν υφίσταται κανένα όριο ως προς τη διάρκεια των πρόσθετων προθεσμιών που μπορούν να χορηγηθούν στον εξαγωγέα δυνάμει της διατάξεως αυτής. Στις εθνικές αρχές εναπόκειται να καθορίζουν τη διάρκεια των πρόσθετων αυτών προθεσμιών ανάλογα με τις συγκεκριμένες ανάγκες κάθε εξαγωγέα. Προς τον σκοπό αυτό, η διοίκηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, την επιμέλεια που επιδεικνύει ο αιτών την πρόσθετη προθεσμία εξαγωγέας, τους προβαλλόμενους προς στήριξη του αιτήματός του λόγους και το εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται για να υπερνικηθούν οι προβαλλόμενες δυσχέρειες.
27 Η Eribrand επικρίνει την άποψη της ιταλικής διοικήσεως, σύμφωνα με την οποία οι χορηγούμενες πρόσθετες προθεσμίες δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υπερβαίνουν τους έξι μήνες και, ακόμη και αν έχει χορηγηθεί παράταση, πρέπει σε κάθε περίπτωση να μειωθούν οι επιστροφές κατά την εξαγωγή κατά 15 %. Η Eribrand εκτιμά ότι αυτή η ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας είναι όχι μόνον εσφαλμένη, αλλά και αντίθετη στους σκοπούς του συστήματος των επιστροφών κατά την εξαγωγή, καθώς και στις αρχές της επιείκειας, της ισότητας, της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
28 Σύμφωνα με την Eribrand, η αναφορά του άρθρου 48, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 3665/87 στην προβλεπόμενη στο άρθρο 47, παράγραφος 4, προθεσμία αφορά την περίπτωση που ο εξαγωγέας δεν τήρησε την πρόσθετη προθεσμία που ενδεχομένως του χορηγήθηκε από τη διοίκηση. Όταν οι πρόσθετες προθεσμίες χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 4, ο εξαγωγέας έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τα δικαιολογητικά και μετά την παρέλευση των προθεσμιών αυτών, εφόσον η καθυστέρηση δεν υπερβαίνει την προβλεπόμενη στο άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο α_, προθεσμία των έξι μηνών και, στην περίπτωση αυτή, επί ποινή μειώσεως κατά 15 % του ποσού της επιστροφής που θα είχε καταβληθεί αν είχαν τηρηθεί όλες οι απαιτήσεις.
29 Η Eribrand επικαλείται τις σκέψεις 146 έως 148 της αποφάσεως της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-54/95, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-35), από τις οποίες προκύπτει ότι το άρθρο 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87 σκοπό έχει να αποτρέψει την περίπτωση να στερηθεί ο ανυπαίτιος εξαγωγέας, ο οποίος επέδειξε επιμέλεια για να προμηθευθεί τα τελωνειακά έγγραφα, αυτομάτως το προνόμιο των επιστροφών, αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο ότι δεν κατόρθωσε να προσκομίσει εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας αποδείξεις για τις πραγματοποιηθείσες εξαγωγές. Θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό αυτό να τιμωρείται χάνοντας 15 % των επιστροφών ο εξαγωγέας που μπορεί αντικειμενικά να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην προσκόμιση των απαιτούμενων δικαιολογητικών.
30 Σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, από το γράμμα του άρθρου 48, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 3665/87 προκύπτει ότι είναι εσφαλμένη η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία ο εξαγωγέας διαθέτει μέγιστη προθεσμία 18 μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής, προκειμένου να προβάλει τα δικαιώματά του. H χρήση του συνδέσμου «και» υποδηλώνει ότι οι προβλεπόμενες στο άρθρο 47, παράγραφοι 2, 4 και 5, προθεσμίες πρέπει να έχουν παρέλθει διαδοχικά, προκειμένου να αρχίσει η προβλεπόμενη στο άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο α_, προθεσμία.
31 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μια ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 47 και 48 του κανονισμού 3665/87 συνιστάμενη σε απλή άθροιση των δύο προθεσμιών, δώδεκα και έξι μηνών, έρχεται σε αντίθεση προς τους σκοπούς του κανονισμού. Συνεπάγεται, αφενός, την κατάργηση του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη, όσον αφορά τη διάρκεια της προθεσμίας ή των προθεσμιών που δύνανται να χορηγήσουν στον επιμελή εξαγωγέα. Αφετέρου, σε περίπτωση παρελεύσεως της προθεσμίας των 18 μηνών, στερεί αυτόματα από τον εξαγωγέα κάθε δυνατότητα προβολής των δικαιωμάτων του.
32 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι συνέπειες της ερμηνείας αυτής βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση προς τη νομολογία του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο υπενθύμισε, με τις σκέψεις 146 επ. της προαναφερθείσας αποφάσεως Γερμανία κατά Επιτροπής, την αρχή της διακριτικής ευχέρειας των αρμόδιων εθνικών αρχών, στις οποίες εναπόκειται να εξακριβώσουν αν ο εξαγωγέας επέδειξε επιμέλεια και να αποφασίσουν αν θα κάνουν χρήση της ευχέρειας που τους παρέχεται να χορηγήσουν πρόσθετη προθεσμία.
33 Η υποχρέωση των εν λόγω αρχών να αξιολογούν in concreto την περίπτωση κάθε εξαγωγέα συνεπάγεται, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, υποχρέωση κολασμού των παρελκυστικών μεθόδων μέσω της αρνήσεως χορηγήσεως πρόσθετων προθεσμιών στον μη επιμελή εξαγωγέα. Στο πλαίσιο αυτό, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να ενεργούν κατά τρόπο ώστε ο επιμελής εξαγωγέας να μην τιμωρείται για γεγονότα που δεν μπορούν να του καταλογιστούν. Τέτοιο γεγονός είναι, μεταξύ άλλων, η μη έγκαιρη παράδοση των απαιτούμενων δικαιολογητικών από τον εισαγωγέα της τρίτης χώρας.
34 Η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 22, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87, ο εξαγωγέας που ζητεί προκαταβολή επί του ποσού της επιστροφής υποχρεούται να συστήσει εγγύηση, της οποίας το ποσό είναι ίσο με το ποσό της προκαταβολής αυξημένο κατά 15 %. Επισημαίνει ότι η διάταξη αυτή παρακινεί τον εξαγωγέα να επιδείξει επιμέλεια, δεδομένου ότι η καθυστέρηση προσκομίσεως των απαιτούμενων τελωνειακών εγγράφων είναι αντίθετη προς τα συμφέροντά του.
35 Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι καμία διάταξη του κανονισμού 3665/87 δεν καθορίζει τη διάρκεια των πρόσθετων προθεσμιών που μπορούν να χορηγηθούν στον επιμελή εξαγωγέα από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Πάντως, η προτελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περιέχει ορισμένες συναφείς ενδείξεις.
36 Σύμφωνα με την Επιτροπή, το άρθρο 47, παράγραφος 2, του κανονισμού 3665/87 καθορίζει σε δώδεκα μήνες τη συνήθη προθεσμία για την κατάθεση των απαιτούμενων δικαιολογητικών για κάθε φάκελο περί επιστροφών κατά την εξαγωγή, προκειμένου να παρακινήσει τους εξαγωγείς να εκπληρώσουν επιμελώς τις υποχρεώσεις τους και να αποτρέψει την περίπτωση να κρατούν οι αρμόδιες εθνικές αρχές εκκρεμείς τους εν λόγω φακέλους επ' αόριστον. Στο πλαίσιο αυτό, είναι εύλογο και επιεικές να επιτρέπεται παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό, στην περίπτωση που ο εξαγωγέας επέδειξε επιμέλεια προκειμένου να προμηθευθεί και να κοινοποιήσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, δεν κατόρθωσε, όμως, να τηρήσει την προθεσμία για λόγους που δεν μπορούν να του καταλογιστούν. Η Επιτροπή τονίζει ότι το άρθρο 47, παράγραφος 4, προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα χορηγήσεως πρόσθετων προθεσμιών και ότι ο εξαγωγέας οφείλει, προκειμένου να επωφεληθεί αυτών, να υποβάλει εγκαίρως σχετικό αίτημα στις αρμόδιες αρχές. Συναφώς, η Επιτροπή παραπέμπει, επίσης, στην προτελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
37 Η Επιτροπή εκτιμά ότι κανένα επιχείρημα αντίθετο προς την ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 3665/87, το οποίο προβλέπει μόνο μια εξαιρετική προθεσμία έξι μηνών που προστίθεται στη συνήθη και στις πρόσθετες προθεσμίες που έχουν ήδη χορηγηθεί. Η Επιτροπή παρατηρεί, εξάλλου, ότι το άρθρο 49 του κανονισμού 800/1999 διατηρεί την ίδια διατύπωση με αυτή του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87.
38 Επιπλέον, η προβλεπόμενη στο άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο α_, μείωση κατά 15 % του ποσού των επιστροφών ισχύει πλήρως στην περίπτωση που ο εξαγωγέας προσκομίζει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά μετά την παρέλευση των χορηγηθεισών πρόσθετων προθεσμιών, αλλά εντός της εξαιρετικής προθεσμίας των έξι μηνών. Πρόκειται για είδος κολασμού του εξαγωγέα που, αν και επωφελήθηκε από την παράταση της συνήθους προθεσμίας των δώδεκα μηνών, εντούτοις προσκόμισε τα αναγκαία δικαιολογητικά με καθυστέρηση, έστω και αν η καθυστέρηση αυτή δεν θεωρείται αρκούντως σοβαρή για να συνεπάγεται την ολική απώλεια του δικαιώματος στις επιστροφές κατά την εξαγωγή.
Απάντηση του Δικαστηρίου
39 Δυνάμει του κανονισμού 3665/87, η καταβολή της επιστροφής κατά την εξαγωγή εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την προσκόμιση από τον εξαγωγέα ενός ή περισσοτέρων δικαιολογητικών, τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 18 του κανονισμού και αποδεικνύουν τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων για τη διάθεση στην κατανάλωση εντός τρίτης χώρας που ενδεχομένως αναφέρεται στη διασάφηση εξαγωγής.
40 Σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, ο εξαγωγέας έχει στη διάθεσή του, εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας, προθεσμία δώδεκα μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής, προκειμένου να υποβάλει στις αρμόδιες εθνικές αρχές την αίτηση για την επιστροφή και όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά για την καταβολή της. Η προθεσμία αυτή λαμβάνει υπόψη το συμφέρον των διοικητικών αρχών των κρατών μελών να κλείνουν τους φακέλους περί επιστροφών κατά την εξαγωγή εντός εύλογης προθεσμίας, ιδίως στις περιπτώσεις που έχουν καταβληθεί, σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού 3665/87, προκαταβολές επί του ποσού των επιστροφών [βλ., υπό την έννοια αυτή, αναφορικά με τις αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2730/79 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70), ο οποίος ίσχυε πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 3665/87, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-155/89, Philipp Brothers, Συλλογή 1990, σ. Ι-3265, σκέψη 39].
41 Πάντως, η κοινοτική ρύθμιση λαμβάνει υπόψη, επίσης, το γεγονός ότι οι εξαγωγείς διατρέχουν τον κίνδυνο να προσκρούσουν σε δυσχέρειες αποκτήσεως των εγγράφων από τις αρχές της τρίτης χώρας εισαγωγής, επί των οποίων δεν διαθέτουν κανένα μέσο ασκήσεως πιέσεως (προαναφερθείσα απόφαση Philipp Brothers, σκέψη 27).
42 Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87 δίδει στις αρμόδιες εθνικές αρχές τη δυνατότητα να χορηγούν πρόσθετες προθεσμίες στον εξαγωγέα, υπό την προϋπόθεση ότι επέδειξε επιμέλεια για την απόκτηση και προσκόμιση των απαιτούμενων δικαιολογητικών εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου δωδεκάμηνης προθεσμίας. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 148 της προαναφερθείσας αποφάσεως Γερμανία κατά Επιτροπής, ο σκοπός του κανόνα αυτού έγκειται στο να μη στερείται ο εξαγωγέας αυτομάτως τις επιστροφές που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία, όταν αυτός, μολονότι κατέβαλε όλες τις προσπάθειες που όφειλε να καταβάλει, κωλύθηκε, λόγω αντικειμενικών περιστάσεων, να προσκομίσει εντός της προθεσμίας των δώδεκα μηνών τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
43 Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι, σύμφωνα με την προτελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87, οι μη καταλογιστέες στον εξαγωγέα καθυστερήσεις της διοικήσεως είναι δυνατό να συνιστούν περιπτώσεις ανωτέρας βίας που δικαιολογούν τη μη τήρηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 47, παράγραφος 2, του κανονισμού δωδεκάμηνης προθεσμίας.
44 Εξάλλου, από το άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 3665/87 προκύπτει σαφώς ότι, ακόμη και χωρίς την προβολή από τον εξαγωγέα λόγου ανωτέρας βίας κατά την έννοια του κανονισμού, η μη τήρηση της προθεσμίας των δώδεκα μηνών δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην την ολική απώλεια της επιστροφής που αυτός θα μπορούσε να ζητήσει. Πράγματι, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, αν το σύνολο των απαιτούμενων από την κοινοτική ρύθμιση δικαιολογητικών προσκομιστεί στις αρμόδιες εθνικές αρχές εντός των έξι μηνών που έπονται, μεταξύ άλλων, της προβλεπόμενης στο άρθρο 47, παράγραφος 2, προθεσμίας, η επιστροφή που καταβάλλεται ισούται με το 85 % της επιστροφής που θα είχε καταβληθεί αν είχαν τηρηθεί όλες οι απαιτήσεις.
45 Όσον αφορά το ερώτημα αν το άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 3665/87 απαγορεύει, πάντως, τη χορήγηση πρόσθετων προθεσμιών που ενδέχεται να υπερβούν τους 18 μήνες συνολικώς από την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής, πρέπει να τονιστεί ότι από το γράμμα της διατάξεως αυτής δεν προκύπτει κανένας περιορισμός ως προς τη διάρκεια των πρόσθετων προθεσμιών που μπορούν να χορηγηθούν δυνάμει του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού. Αντιθέτως, από τη ρητή αναφορά στις προβλεπόμενες στο άρθρο 47, παράγραφοι 2, 4 και 5, προθεσμίες προκύπτει ότι, στην περίπτωση που χορηγήθηκε πρόσθετη προθεσμία σύμφωνα με την παράγραφο 4, ο εξαγωγέας έχει στη διάθεσή του χρονικό διάστημα έξι μηνών από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, προκειμένου να συμπληρώσει τον φάκελό του και να λάβει το 85 % της επιστροφής που θα είχε καταβληθεί αν είχαν τηρηθεί όλες οι απαιτήσεις.
46 Η μείωση κατά 15 % που επέρχεται στην περίπτωση αυτή επί του συνολικού ποσού της επιστροφής αποσκοπεί ακριβώς στον κολασμό της αδυναμίας του εξαγωγέα να αποδείξει ότι η καθυστέρηση πέραν της προβλεπόμενης για την προσκόμιση των δικαιολογητικών πρόσθετης προθεσμίας δεν πρέπει να του καταλογιστεί. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όταν ο εξαγωγέας αποδεικνύει ότι επέδειξε κάθε επιμέλεια για την απόκτηση και την κοινοποίηση των απαιτούμενων δικαιολογητικών, η κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει σχετική κύρωση.
47 Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι ο καθορισμός ανώτατων χρονικών ορίων για τις πρόσθετες προθεσμίες που μπορούν να χορηγηθούν στον επιμελή εξαγωγέα, ιδίως η απαγόρευση υπερβάσεως συνολικής προθεσμίας 18 μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής, θα ελάττωνε σημαντικά το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν οι εθνικές αρχές και θα ήταν αντίθετος προς τον σκοπό του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87. Η διάταξη αυτή επιτρέπει να συμβιβαστούν οι απαιτήσεις προστασίας του συμφέροντος του εξαγωγέα να λάβει το σύνολο των επιστροφών που δικαιούται και του συμφέροντος της διοικήσεως, η οποία δεν επιθυμεί να κρατεί επ' αόριστον ανοιχτούς τους σχετικούς με τις εξαγωγές φακέλους.
48 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τα άρθρα 47 και 48 του κανονισμού 3665/87 δεν προκύπτει ότι στις αρμόδιες εθνικές αρχές επιβάλλονται ανώτατα χρονικά όρια για τη χορήγηση πρόσθετων προθεσμιών δυνάμει του άρθρου 47, παράγραφος 4.
49 Συνεπώς, στα τρία πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 3665/87 δεν επιβάλλει κανένα όριο στη διάρκεια των πρόσθετων προθεσμιών που μπορούν να χορηγηθούν στον εξαγωγέα δυνάμει του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού. Στις αρμόδιες εθνικές αρχές εναπόκειται να καθορίζουν τη διάρκεια των προθεσμιών αυτών ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών κάθε υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την επιμέλεια που επιδεικνύει ο αιτών την πρόσθετη προθεσμία εξαγωγέας, τη φύση των αντικειμενικών δυσχερειών που αντιμετωπίζει και το εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται για να υπερνικηθούν οι δυσχέρειες αυτές.
Επί του τέταρτου και του πέμπτου ερωτήματος
50 Με το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα, τα οποία πρέπει επίσης να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο επί της εκτάσεως της δικαστικής προστασίας που πρέπει να παρέχεται στον εξαγωγέα, όταν οι αρμόδιες εθνικές αρχές κακώς του αρνούνται τη χορήγηση πρόσθετης προθεσμίας δυνάμει του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87. Κατ' ουσίαν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο εθνικός δικαστής μπορεί να αναγνωρίσει στον εξαγωγέα το δικαίωμα λήψεως πρόσθετης προθεσμίας συγκεκριμένης διάρκειας και να καθορίσει ο ίδιος τη διάρκειά της βάσει του χρόνου που πράγματι απαιτείται για την απόκτηση και την προσκόμιση των απαιτούμενων δικαιολογητικών.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
51 Σύμφωνα με την Eribrand, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, όταν η διοίκηση παρέλειψε αδικαιολογήτως να χορηγήσει τις προβλεπόμενες στο άρθρο 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87 πρόσθετες προθεσμίες, ο εθνικός δικαστής μπορεί να αναγνωρίσει στον εξαγωγέα το δικαίωμα λήψεως των προθεσμιών αυτών και να καθορίσει ο ίδιος τη διάρκειά τους βάσει του χρόνου που πράγματι απαιτείται για την απόκτηση και την προσκόμιση των απαιτούμενων δικαιολογητικών. Στο πλαίσιο αυτό, επικαλείται τις αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1987, 222/86, Heylens κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 4097), της 19ης Ιουνίου 1990, C-213/89, Factortame κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-2433), και της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-97/91, Oleificio Borelli κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-6313).
52 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, όταν συντρέχουν όλα τα στοιχεία που δικαιολογούν τη χορήγηση πρόσθετης προθεσμίας, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να τη χορηγήσουν στον επιμελή εξαγωγέα. Συγκεκριμένα, το να γίνει δεκτό ότι οι εθνικές αρχές έχουν το δικαίωμα να αρνούνται, υπό τις συνθήκες αυτές, τη χορήγηση πρόσθετης προθεσμίας θα ισοδυναμούσε, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, με την αναγνώριση απεριόριστης διακριτικής ευχέρειας των εν λόγω αρχών.
53 Κατά συνέπεια, ο επιμελής εξαγωγέας που θεωρεί ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές αρνήθηκαν τη χορήγηση πρόσθετης προθεσμίας, κατά παράβαση του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Ο εξαγωγέας θα πρέπει να είναι σε θέση, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, να πετύχει την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία οι εν λόγω αρχές κακώς αρνήθηκαν τη χορήγηση πρόσθετης προθεσμίας. Οι εθνικές αρχές θα υποχρεούνταν, συνεπώς, να εκδώσουν νέα, σύμφωνη με την κοινοτική ρύθμιση, απόφαση.
54 Αντιθέτως, σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, ούτε ο κανονισμός 3665/87 ούτε, γενικότερα, η κοινοτική νομοθεσία επιβάλλουν στον εθνικό δικαστή να καθορίσει ο ίδιος τη διάρκεια της πρόσθετης προθεσμίας για την απόκτηση και την προσκόμιση των απαιτούμενων δικαιολογητικών. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, ελλείψει σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να ρυθμίσει τις διαδικαστικές λεπτομέρειες ασκήσεως προσφυγών που σκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων που οι διάδικοι αντλούν από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι οι λεπτομέρειες αυτές δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξης ούτε να καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή στην πράξη την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη.
55 Σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι η έννομη τάξη ενός κράτους μέλους δεν προβλέπει ότι ο εθνικός δικαστής μπορεί να υποκαθιστά τη διοίκηση, καθορίζοντας ο ίδιος τη διάρκεια της πρόσθετης προθεσμίας, δεν καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή στην πράξη την άσκηση των δικαιωμάτων που ο επιμελής εξαγωγέας αντλεί από το άρθρο 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87.
56 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87, ο εξαγωγέας δεν μπορεί να προβάλει γνήσιο δικαίωμα λήψεως πρόσθετων προθεσμιών. Επισημαίνει ότι η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι τέτοιες προθεσμίες «είναι δυνατό να χορηγηθούν».
57 Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι αρμόδιες εθνικές αρχές διαθέτουν διακριτική ευχέρεια κατά την εξέταση του αιτήματος χορηγήσεως πρόσθετων προθεσμιών, σύμφωνα με τις διοικητικές παραδόσεις των κρατών μελών. Στις εθνικές αρχές εναπόκειται, μεταξύ άλλων, να εξακριβώσουν αν όντως υφίστανται και αν ασκούν επιρροή οι προβαλλόμενοι από τον εξαγωγέα προς δικαιολόγηση του αιτήματος λόγοι ανωτέρας βίας, να εκτιμήσουν αν ο εξαγωγέας επέδειξε πράγματι επιμέλεια κατά την απόκτηση και προσκόμιση των αναγκαίων διακιολογητικών, καθώς και να καθορίσουν την ενδεχόμενη διάρκεια των πρόσθετων προθεσμιών που μπορούν να χορηγηθούν.
58 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην περίπτωση που ο εξαγωγέας προσφεύγει ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου κατά της αποφάσεως που αρνείται τη χορήγηση πρόσθετης προθεσμίας, το εν λόγω δικαστήριο διαθέτει, κατά πάγια νομολογία, την ίδια εξουσία ελέγχου - η οποία περιλαμβάνει ιδίως τη δυνατότητα ελέγχου καθ' υποκατάσταση της διοικήσεως - με αυτή που του παρέχεται από την εσωτερική έννομη τάξη σε παρόμοιες περιπτώσεις αρνήσεως χορηγήσεως, από τις εν λόγω αρχές, πρόσθετων προθεσμιών σε επιχειρηματίες του οικείου κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκή για τον εξαγωγέα από αυτή που εφαρμόζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις αμιγώς εθνικού δικαίου.
Απάντηση του Δικαστηρίου
59 Επιβάλλεται, πρώτον, η διαπίστωση ότι το άρθρο 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87 δεν παρέχει στον εξαγωγέα δικαίωμα λήψεως πρόσθετης προθεσμίας συγκεκριμένης διάρκειας, το οποίο θα μπορούσε να επικαλεστεί ευθέως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «είναι δυνατό να χορηγηθούν πρόσθετες προθεσμίες» και, κατά συνέπεια, αφήνει στις αρμόδιες εθνικές αρχές περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τη χορήγηση πρόσθετης προθεσμίας και ως προς τη διάρκεια αυτής.
60 Πάντως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στις αρμόδιες εθνικές αρχές δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια που επιβάλλει ο σκοπός του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87, ο οποίος έγκειται στο να μη στερείται ο επιμελής εξαγωγέας αυτομάτως τις επιστροφές που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία (προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 148). Επιπλέον, από τη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι οι εν λόγω αρχές υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη, κατά τον καθορισμό της προθεσμίας που χορηγούν, τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε υποθέσεως, ιδίως δε την επιμέλεια που επιδεικνύει ο αιτών την πρόσθετη προθεσμία εξαγωγέας, τη φύση των αντικειμενικών δυσχερειών που αντιμετωπίζει και το εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται για να υπερνικηθούν οι δυσχέρειες αυτές.
61 Δεύτερον, πρέπει να τονιστεί ότι η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Μα_ου 1986, 222/84, Johnston, Συλλογή 1986, σ. 1651· προαναφερθείσα απόφαση Heylens, σκέψη 14, και απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-226/99, Siples, Συλλογή 2001, σ. Ι-277, σκέψη 17), επιτάσσει να αναγνωρίζεται στον εξαγωγέα η δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά της αποφάσεως των αρμόδιων εθνικών αρχών που λαμβάνεται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87. Πράγματι, η διασφάλιση αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου όσον αφορά την τήρηση των εφαρμοστέων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου εναπόκειται στα κράτη μέλη (προαναφερθείσα απόφαση Johnston, σκέψη 19).
62 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, ο δικαστικός αυτός έλεγχος υπόκειται στους κανόνες του εθνικού δικαίου, με την επιφύλαξη των ορίων που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο, υπό την έννοια ότι οι κανόνες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο δεν μπορούν να καταλήγουν στο να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερή την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως (αρχή της αποτελεσματικότητας) και ότι η εθνική νομοθεσία πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο που να μη συνεπάγεται διακρίσεις σε σχέση με τις διαδικασίες που αποβλέπουν στην επίλυση εθνικών διαφορών του ιδίου τύπου (αρχή της ισοδυναμίας) (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ., Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 19· της 16ης Ιουλίου 1998, C-298/96, Oelmühle και Schmidt Söhne, Συλλογή 1998, σ. Ι-4767, σκέψη 24, και της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C-255/00, Grundig Italiana, Συλλογή 2002, σ. Ι-8003, σκέψη 33).
63 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το ζήτημα αν ο εθνικός δικαστής πρέπει να περιοριστεί στον έλεγχο της αποφάσεως των αρμόδιων εθνικών αρχών ή αν δύναται, αντιθέτως, να καθορίσει ο ίδιος τη διάρκεια της πρόσθετης προθεσμίας που κακώς δεν χορηγήθηκε στον εξαγωγέα πρέπει να επιλυθεί σύμφωνα με τους κανόνες της εθνικής νομοθεσίας που εφαρμόζονται σε παρόμοιες διαφορές αμιγώς εθνικού δικαίου, με την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται, σε κάθε περίπτωση, αποτελεσματικός έλεγχος της εν λόγω αποφάσεως.
64 Κατά συνέπεια, στο τέταρτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο εξαγωγέας δεν μπορεί να επικαλεστεί ευθέως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δικαίωμα λήψεως πρόσθετης προθεσμίας συγκεκριμένης διάρκειας. Πάντως, πρέπει να του αναγνωρίζεται η δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά της αποφάσεως των αρμόδιων εθνικών αρχών που λαμβάνεται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87. Στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να καθορίσει τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες ασκήσεως του ενδίκου αυτού βοηθήματος σύμφωνα με τις κατά το κοινοτικό δίκαιο αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
65 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 15ης Νοεμβρίου 2001 το Corte d'appello di Genova, αποφαίνεται:
1) Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/94 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1994, δεν επιβάλλει κανένα όριο στη διάρκεια των πρόσθετων προθεσμιών που μπορούν να χορηγηθούν στον εξαγωγέα δυνάμει του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού. Στις αρμόδιες εθνικές αρχές εναπόκειται να καθορίζουν τη διάρκεια των προθεσμιών αυτών ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών κάθε υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την επιμέλεια που επιδεικνύει ο αιτών την πρόσθετη προθεσμία εξαγωγέας, τη φύση των αντικειμενικών δυσχερειών που αντιμετωπίζει και το εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται για να υπερνικηθούν οι δυσχέρειες αυτές.
2) Ο εξαγωγέας δεν μπορεί να επικαλεστεί ευθέως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δικαίωμα λήψεως πρόσθετης προθεσμίας συγκεκριμένης διάρκειας. Πάντως, πρέπει να του αναγνωρίζεται η δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά της αποφάσεως των αρμόδιων εθνικών αρχών που λαμβάνεται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 47, παράγραφος 4, του κανονισμού 3665/87. Στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να καθορίσει τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες άσκησης του ενδίκου αυτού βοηθήματος σύμφωνα με τις κατά το κοινοτικό δίκαιο αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας.
Full & Egal Universal Law Academy