Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Παράβαση - Δικαιολογία στηριζόμενη στην εσωτερική έννομη τάξη - Δεν επιτρέπεται
(Άρθρο 141 ΕΑ)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση από το Δικαστήριο του βασίμου της προσφυγής - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Άρθρο 141 ΕΑ)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-484/01,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Tricot, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον G. de Bergues και την C. Isidoro,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 97/43/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, περί της προστασίας της υγείας από τους κινδύνους κατά την έκθεση στην ιοντίζουσα ακτινοβολία για ιατρικούς λόγους και κατάργησης της οδηγίας 84/466/Ευρατόμ (ΕΕ L 180, σ. 22), και, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να ανακοινώσει στην Επιτροπή τις εν λόγω διατάξεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward και A. La Pergola, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιανουαρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 141, δεύτερο εδάφιο, ΕΑ, προσφυγή με την οποία ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 97/43/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, περί της προστασίας της υγείας από τους κινδύνους κατά την έκθεση στην ιοντίζουσα ακτινοβολία για ιατρικούς λόγους και κατάργησης της οδηγίας 84/466/Ευρατόμ (ΕΕ L 180, σ. 22, στο εξής: οδηγία), και, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να ανακοινώσει στην Επιτροπή τις εν λόγω διατάξεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Το νομικό πλαίσιο
Η Συνθήκη ΕΚΑΕ
2 Κατά το άρθρο 2, στοιχείο β_, ΕΑ, η Κοινότητα οφείλει, κατά τους όρους της Συνθήκης ΕΚΑΕ, «να θεσπίζει ομοιομόρφους κανόνες ασφαλείας για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων και να μεριμνά για την εφαρμογή τους».
3 Προς την κατεύθυνση αυτή, το άρθρο 30, πρώτο εδάφιο, ΕΑ προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη θέσπιση εντός της Κοινότητας «βασικών κανόνων προστασίας της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων κατά των κινδύνων που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες».
4 Κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, ως «βασικοί κανόνες νοούνται»:
«α) οι ανώτατες επιτρεπτές δόσεις που παρέχουν επαρκή ασφάλεια·
β) οι ανώτατες επιτρεπτές εκθέσεις και μολύνσεις·
γ) οι θεμελιώδεις αρχές ιατρικής επιβλέψεως των εργαζομένων.»
5 Το άρθρο 31 ΕΑ ορίζει τη διαδικασία επεξεργασίας και θεσπίσεως των εν λόγω βασικών κανόνων, ενώ το άρθρο 32, εδάφιο πρώτο, ΕΑ προβλέπει τη δυνατότητα αναθεωρήσεως ή συμπληρώσεως των κανόνων αυτών, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής ή ενός κράτους μέλους κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 31 της ίδιας Συνθήκης.
6 Τέλος, κατά το άρθρο 33 ΕΑ:
«Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, κατάλληλες για την εξασφάλιση της τηρήσεως των τεθέντων βασικών κανόνων και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εκπαίδευση, τη διαπαιδαγώγηση και την επαγγελματική κατάρτιση.
Η Επιτροπή απευθύνει τις απαιτούμενες συστάσεις προκειμένου να εξασφαλίσει την εναρμόνιση των διατάξεων που εφαρμόζονται στον τομέα αυτό εντός των κρατών μελών.
Για τον σκοπό αυτό τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ανακοινώσουν στην Επιτροπή τις διατάξεις που εφαρμόζονται κατά την έναρξη της ισχύος της παρούσης Συνθήκης, καθώς και τα μεταγενέστερα σχέδια διατάξεων της αυτής φύσεως.
Οι ενδεχόμενες συστάσεις της Επιτροπής που αφορούν τα σχέδια διατάξεων εκδίδονται εντός προθεσμίας τριών μηνών από της ανακοινώσεως των σχεδίων αυτών».
Η οδηγία
7 Εκδοθείσα βάσει του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, η οδηγία έχει ως κύριο αντικείμενο την αναθεώρηση της οδηγίας 84/466/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 3ης Σεπτεμβρίου 1984, για τον καθορισμό των θεμελιωδών μέτρων σχετικά με την προστασία από τις ακτινοβολίες όσων υποβάλλονται σε ιατρικές εξετάσεις και θεραπευτική αγωγή (ΕΕ L 265, σ. 1), προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των επιστημονικών γνώσεων σχετικά με την προστασία από ακτινοβολίες. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία συμπληρώνει επομένως την οδηγία 96/29/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 13ης Μα_ου 1996, για τον καθορισμό των βασικών κανόνων ασφάλειας για την προστασία της υγείας των εργαζομένων και του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιονίζουσες ακτινοβολίες (ΕΕ L 159, σ. 1), και ορίζει τις γενικές αρχές ακτινοπροστασίας των ατόμων όσων αφορά τις εκθέσεις σε ακτινοβολία για ιατρικούς λόγους.
8 Αναφορικά με τη μεταφορά της οδηγίας στο δίκαιο των κρατών μελών, το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία πριν από τις 13 Μα_ου 2000 και ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
[...]
2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των βασικών [νομοθετικών], κανονιστικών και διοικητικών [διατάξεων] που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία».
Η διαδικασία προ της ασκήσεως της προσφυγής
9 Με έγγραφο που περιήλθε στην Επιτροπή στις 17 Απριλίου 2000, οι γαλλικές αρχές ανακοίνωσαν, σύμφωνα με το άρθρο 33, τρίτο εδάφιο, ΕΑ, τα σχέδια διατάξεων που αποσκοπούσαν στη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Τα σχέδια αυτά δεν αποτέλεσαν αντικείμενο καμιάς συστάσεως κατά την έννοια του τέταρτου εδαφίου του άρθρου αυτού.
10 Δεδομένου ότι δεν ενημερώθηκε από τη Γαλλική Κυβέρνηση για τις διατάξεις που θεσπίστηκαν τελικά προς συμμόρφωση προς την εν λόγω οδηγία και ότι εξάλλου δεν διέθετε άλλα στοιχεία που να της επιτρέπουν να συναγάγει ότι η Γαλλική Δημοκρατία είχε εκπληρώσει τις σχετικές υποχρεώσεις της, η Επιτροπή κίνησε στις 28 Ιουλίου 2000 την προβλεπόμενη στο άρθρο 141 ΕΑ διαδικασία, καλώντας με έγγραφο οχλήσεως το συγκεκριμένο κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί της παραβάσεως που του καταλόγιζε, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της λήψεως του εγγράφου αυτού.
11 Οι γαλλικές αρχές απάντησαν στο έγγραφο της Επιτροπής με έγγραφο της 2ας Οκτωβρίου 2000. Υποστήριξαν εκ προοιμίου ότι η δημοσίευση των οδηγιών 96/29 και 97/43 είχε ως επακόλουθο να δρομολογηθεί μια σειρά τροποποιήσεων στην ισχύουσα νομοθεσία και στις ρυθμίσεις του κώδικα δημόσιας υγείας και του εργατικού κώδικα και ισχυρίστηκαν ότι ο φόρτος εργασίας του Κοινοβουλίου καθιστούσε δυσχερή, αν όχι αδύνατη, την ταχεία λήψη των αναγκαίων νομοθετικών μέτρων για τη μεταφορά αυτών των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο. Συνεπώς, οι γαλλικές αρχές αποφάσισαν να προτείνουν στο Κοινοβούλιο να εξουσιοδοτήσει τη Γαλλική Κυβέρνηση να μεταφέρει τις εν λόγω οδηγίες με κανονιστικές πράξεις, προκειμένου να μειωθεί στο ελάχιστο ο απαιτούμενος για τη θέσπιση των σχετικών νομοθετημάτων χρόνος. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η μεταφορά αυτή στο εσωτερικό δίκαιο δεν θα ήταν πάντως δυνατή πριν από το φθινόπωρο του 2001, λαμβανομένου υπόψη του αναγκαίου χρονικού διαστήματος για την έγκριση του εξουσιοδοτικού νόμου και την έκδοση των απαιτούμενων κανονιστικών αποφάσεων και διαταγμάτων για τη μεταφορά των εν λόγω οδηγιών.
12 Υπό αυτές τις συνθήκες, εκτιμώντας ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν είχε λάβει τα αναγκαία για τη μεταφορά της οδηγίας μέτρα ή ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν της είχε ανακοινώσει τα μέτρα αυτά, η Επιτροπή εξέδωσε στις 17 Ιανουαρίου 2001 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της λήψεως της γνώμης αυτής.
13 Οι γαλλικές αρχές αντίκρουσαν τη γνώμη αυτή με τέσσερα έγγραφα.
14 Με έγγραφο της 5ης Μαρτίου 2001, που περιήλθε στην Επιτροπή στις 12 Μαρτίου 2001, οι γαλλικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη, μνημονεύοντας κατ' ουσία το περιεχόμενο των σχεδίων των νομοθετικών και κανονιστικών πράξεων για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
15 Με έγγραφο της 30ής Μα_ου 2001, οι εν λόγω αρχές ανακοίνωσαν στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 33 ΕΑ, το κείμενο της κανονιστικής αποφάσεως υπ' αριθ. 2001-270, της 28ης Μαρτίου 2001, για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των κοινοτικών οδηγιών στον τομέα της προστασίας από τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες, που δημοσιεύτηκε στη Journal officiel de la République française της 31ης Μαρτίου 2001, σ. 5056.
16 Με έγγραφο της 20ής Ιουλίου 2001, οι γαλλικές αρχές ανακοίνωσαν στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 33, τρίτο εδάφιο, ΕΑ, ένα σχέδιο διατάγματος σχετικά με «την υποχρέωση συντηρήσεως και τον ποιοτικό έλεγχο των ιατρικών συσκευών που προβλέπονται στο άρθρο L. 5212-1 του κώδικα δημόσιας υγείας».
17 Τέλος, με έγγραφο της 18ης Σεπτεμβρίου 2001, οι ίδιες αρχές ανακοίνωσαν το κείμενο του διατάγματος υπ' αριθ. 2001-215, της 8ης Μαρτίου 2001, σχετικά με τις γενικές αρχές προστασίας από τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες, που δημοσιεύτηκε στη Journal officiel de la République française της 10ης Μαρτίου 2001, σ. 3869, το οποίο τροποποίησε το διάταγμα υπ' αριθ. 66-450 της 20ής Ιουνίου 1966.
18 Εκτιμώντας ότι με τα κείμενα αυτά πραγματοποιείται μόνο μερική μεταφορά της οδηγίας, η Επιτροπή αποφάσισε ν' ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της παραβάσεως
19 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία, καθόσον, παρά τη λήξη της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, το κράτος μέλος δεν είχε λάβει ακόμη όλα τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της επίμαχης οδηγίας στην εσωτερική του έννομη τάξη και, εν πάση περιπτώσει, δεν της είχε ανακοινώσει τα μέτρα αυτά.
20 Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την παράβαση που της καταλογίζεται και περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι η διαδικασία εκδόσεως των κειμένων εφαρμογής της κανονιστικής αποφάσεως υπ' αριθ. 2001-270 αποδεικνύεται περισσότερο χρονοβόρα από ό,τι προβλεπόταν, λόγω, κυρίως, της ανάγκης διαβουλεύσεως με ορισμένους οργανισμούς, και ότι τα εν λόγω κείμενα θα ανακοινωθούν στο Δικαστήριο και την Επιτροπή μόλις εκδοθούν.
21 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξεως, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλει μια οδηγία (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Ιουνίου 2002, C-286/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή, σ. Ι-5463, σκέψη 13).
22 Υπό αυτές τις συνθήκες, η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή πρέπει να κριθεί βάσιμη, καθόσον δεν αμφισβητείται ότι κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη - προθεσμίας καθοριστικής για τη στοιχειοθέτηση μιας παραβάσεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2002, C-173/01, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 2002, σ. Ι-6129, σκέψη 7) - η Γαλλική Κυβέρνηση δεν είχε λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
23 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη εκδίδοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε το αίτημα να καταδικασθεί η Γαλλική Δημοκρατία, η οποία ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα, επιβάλλεται να καταδικαστεί η τελευταία στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία, μη εκδίδοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 97/43/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, περί της προστασίας της υγείας από τους κινδύνους κατά την έκθεση στην ιοντίζουσα ακτινοβολία για ιατρικούς λόγους, και κατάργησης της οδηγίας 84/466/Ευρατόμ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy