Υπόθεση C-501/01
Βασίλειο των Κάτω Χωρών
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Ακύρωση της αποφάσεως 2001/739/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Οκτωβρίου 2001, για το συνολικό ποσό της κοινοτικής ενίσχυσης για την εξάλειψη της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1998 »
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl της 26ης Ιουνίου 2003 Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 6ης Νοεμβρίου 2003
Περίληψη της αποφάσεως
1.. Γεωργία – Προσέγγιση των νομοθεσιών στον τομέα των υγειονομικών ελέγχων – Χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας στα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη στον κτηνιατρικό τομέα – Επείγουσες επεμβάσεις σε περίπτωση εμφανίσεως ορισμένων επιζωοτιών – Εξουσία ελέγχου της Επιτροπής – Έκταση – Δημοσιονομική διόρθωση σε περίπτωση ανεπάρκειας των ληφθέντων μέτρων – Αμφισβήτηση από το οικείο κράτος μέλος – Βάρος αποδείξεως
(Απόφαση 90/424 του Συμβουλίου)
2.. Γεωργία – Προσέγγιση των νομοθεσιών στον τομέα των υγειονομικών ελέγχων – Χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας στα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη στον κτηνιατρικό τομέα – Επείγουσες επεμβάσεις σε περίπτωση εμφανίσεως ορισμένων επιζωοτιών – Διορθώσεις της κοινοτικής χρηματοδοτικής συμμετοχής – Όρια – Χρηματοδοτική ενίσχυση στο πλαίσιο της εξάλειψης της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες – Γραμμική μείωση – Αρχή της αναλογικότητας – Παραβίαση – Δεν συντρέχει
(Απόφαση 90/424 του Συμβουλίου· αποφάσεις της Επιτροπής 2000/362 και 2001/739)
1. Κατά την εφαρμογή της αποφάσεως 90/424, σχετικά με ορισμένες δαπάνες στον κτηνιατρικό τομέα, τα κράτη μέλη έχουν ορισμένα περιθώρια χειρισμών ως προς την επιλογή των μέτρων που πρέπει να λαμβάνουν και τον τρόπο εκτελέσεώς τους για την καταπολέμηση των επιζωοτιών και η Επιτροπή δεν μπορεί να υποκαθιστά την εκτίμησή της στην εκτίμηση του οικείου κράτους μέλους. Αντίθετα, αν η Επιτροπή αποδείξει, σεβόμενη αυτά τα περιθώρια χειρισμών, ότι η εκ μέρους ενός κράτους μέλους καταπολέμηση της ασθένειας ήταν ανεπαρκής και ότι επιβάλλεται ορισμένη χρηματοδοτική διόρθωση, το κράτος μέλος αυτό φέρει το βάρος της αποδείξεως του ότι η Επιτροπή διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως. βλ. σκέψη 20
2. Καμία διόρθωση της κοινοτικής χρηματοδοτικής συμμετοχής στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της κλασικής πανώλης των χοίρων, σύμφωνα με την απόφαση 90/424, σχετικά με ορισμένες δαπάνες στον κτηνιατρικό τομέα, δεν πρέπει να υπερβαίνει τις πρόσθετες δαπάνες που έχουν προκληθεί από τις πλημμέλειες των μέτρων του οικείου κράτους μέλους και βαρύνουν τον κοινοτικό προϋπολογισμό και για τις οποίες πρέπει να αναλάβει την ευθύνη το κράτος μέλος αυτό. Αντίστροφα, αφού η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να μην χρησιμοποιεί αδικαιολόγητα κοινοτικούς πόρους, πρέπει να μεριμνά, όταν προβαίνει σε χρηματοδοτικές διορθώσεις, ώστε η μείωση της κοινοτικής συμμετοχής να μην είναι υπερβολικά χαμηλή σε σχέση με τις διαπιστωθείσες πλημμέλειες. Δεδομένου ότι η διαπίστωση των πλημμελειών βασίζεται συχνά σε εκτιμήσεις πραγματικών στοιχείων και σε συναγωγή γενικών συμπερασμάτων βάσει αντιπροσωπευτικών δειγμάτων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή έχει σημαντική εξουσία εκτιμήσεως, όταν καθορίζει το ύψος της χρηματοδοτικής διορθώσεως. Κατά την άσκηση πάντως της εξουσίας αυτής πρέπει να τηρείται πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας. Καθόσον αφορά ειδικότερα την απόφαση 2001/739, για το συνολικό ποσό της κοινοτικής ενίσχυσης για την εξάλειψη της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1998, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, όταν προέβη σε γραμμική διόρθωση και μείωσε συνακόλουθα κατά 25 % την κοινοτική χρηματοδοτική συμμετοχή για το 1998, εφαρμόζοντας τον συντελεστή που είχε προβλέψει η απόφαση 2000/362, σχετικά με το συνολικό ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής ενίσχυσης στο πλαίσιο της εξάλειψης της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997, μολονότι οι πλημμέλειες που διαπίστωσε η Επιτροπή για το 1998 ήσαν λιγότερες από ό,τι για το 1997. Μολονότι δηλαδή η Επιτροπή αναγκάστηκε, για λόγους προϋπολογισμού, να εκδώσει δύο αυτοτελείς αποφάσεις, καθεμία από τις οποίες αφορούσε μία μόνο οικονομική χρήση, πρόκειται για την ίδια επιδημία. Κατά συνέπεια, οι δαπάνες του 1998 έχουν σχέση με τις δαπάνες του 1997. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι παράλογη η επιλογή του ίδιου διορθωτικού συντελεστή για αμφότερες τις οικονομικές χρήσεις. βλ. σκέψεις 31-37, 39
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 6ης Νοεμβρίου 2003 (1)
Ακύρωση της αποφάσεως 2001/739/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Οκτωβρίου 2001, για το συνολικό ποσό της κοινοτικής ενίσχυσης για την εξάλειψη της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1998
Στην υπόθεση C-501/01,
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τις H. G. Sevenster, C. Wissels και J. G. M. van Bakel,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον T. van Rijn, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 2001/739/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Οκτωβρίου 2001, για το συνολικό ποσό της κοινοτικής ενίσχυσης για την εξάλειψη της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1998 (ΕΕ L 277, σ. 28), κατά το μέρος που μειώνει κατά 25 %, όσον αφορά τη χρηματοδοτική ενίσχυση της Κοινότητας για την εξάλειψη της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1998, το ποσό των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν στους εκτροφείς χοίρων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),,
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, D. A. O. Edward (εισηγητή) και S. von Bahr, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 26ης Μαρτίου 2003,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του του Δικαστηρίου στις 24 Δεκεμβρίου 2001, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 2001/739/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Οκτωβρίου 2001, για το συνολικό ποσό της κοινοτικής ενίσχυσης για την εξάλειψη της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1998 (ΕΕ L 277, σ. 28, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), κατά το μέρος που μειώνει κατά 25 %, όσον αφορά τη χρηματοδοτική ενίσχυση της Κοινότητας για την εξάλειψη της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1998, το ποσό των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν στους εκτροφείς χοίρων.
Η κοινοτική ρύθμιση
2 Η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει τα εξής: Άρθρο 1Το συνολικό ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής ενίσχυσης για την εξάλειψη της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1998 καθορίζεται σε 6 277 156 ευρώ.Άρθρο 2Το ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 1 θα καταβληθεί μετά την έκδοση της παρούσας απόφασης.Άρθρο 3Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως έχουν ως εξής:
(1) Εμφανίστηκε επιδημία κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997 και το 1998. Η εμφάνιση της νόσου αυτής αντιπροσωπεύει σοβαρό κίνδυνο για το κοινοτικό ζωικό κεφάλαιο και, για να συμβάλει στην εξάλειψη της νόσου το συντομότερο δυνατό, η Κοινότητα έχει τη δυνατότητα να συμμετάσχει στη χρηματοδότηση των δαπανών που πραγματοποιεί το κράτος μέλος.
(2) Όσον αφορά τις εστίες της κλασικής πανώλης των χοίρων που εμφανίστηκαν το 1997, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2000/362/ΕΚ, σχετικά με το συνολικό ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής ενίσχυσης στο πλαίσιο της εξάλειψης της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997. Στην απόφαση αυτή είχε προβλεφθεί η καταβολή συνολικού ποσού 109 937 795 ευρώ.
(3) Στις 10 Σεπτεμβρίου 1999 οι Κάτω Χώρες υπέβαλαν αίτηση πληρωμής για το σύνολο των δαπανών που προέκυψαν λόγω της εμφάνισης της νόσου στη χώρα τους το 1998. Μετά από αίτηση της Επιτροπής, οι Κάτω Χώρες διαβίβασαν συμπληρωματικές πληροφορίες για το θέμα αυτό στις 6 Δεκεμβρίου 1999, στις 7 Φεβρουαρίου 2000 και στις 21 Απριλίου 2000.
(4) Η Επιτροπή έλεγξε την εφαρμογή όλων των κοινοτικών διατάξεων στον κτηνιατρικό τομέα και την τήρηση όλων των όρων της χρηματοδοτικής συνδρομής της Κοινότητας.
(5) Τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών δεν επέτρεψαν να θεωρηθούν ως επιλέξιμες όλες οι δαπάνες για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση. Η διαπίστωση αυτή είναι σύμφωνη με την ειδική έκθεση για την κλασική πανώλη των χοίρων που εξέδωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο και με την απόφαση 2000/362/ΕΚ.
(6) Οι παρατηρήσεις της Επιτροπής σχετικά με την αίτηση που υπέβαλαν οι Κάτω Χώρες κοινοποιήθηκαν επίσημα στις ολλανδικές αρχές στις 11 Δεκεμβρίου 2000.
(7) Επί του παρόντος, πρέπει να καθοριστεί το συνολικό ποσό της κοινοτικής ενίσχυσης για τις δαπάνες που αφορούν τις εστίες κλασικής πανώλους των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1998.
(8) Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, τα κτηνιατρικά και φυτοϋγειονομικά μέτρα που αναλαμβάνονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες χρηματοδοτούνται δυνάμει του τμήματος εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων. Για σκοπούς δημοσιονομικού ελέγχου, εφαρμόζονται τα άρθρα 8 και 9 του κανονισμού (ΕΚ) 1258/1999.
(9) Η μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή δεν εξέδωσε ευνοϊκή γνώμη. Η Επιτροπή κατά συνέπεια πρότεινε τα μέτρα αυτά στο Συμβούλιο, στις 19 Ιουνίου 2001, σύμφωνα με το άρθρο 41 της απόφασης 90/424/ΕΟΚ, ενώ το Συμβούλιο έπρεπε να ενεργήσει εντός τριών μηνών.
(10) Ωστόσο, το Συμβούλιο δεν ενήργησε εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να εγκριθούν τώρα από την Επιτροπή.
4 Η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται στο άρθρο 3, και συγκεκριμένα στις παραγράφους 2 και 5 του άρθρου αυτού, της αποφάσεως 90/424/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με ορισμένες δαπάνες στον κτηνιατρικό τομέα (ΕΕ L 224, σ. 19), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με την απόφαση 2001/572/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2001 (EE L 203, σ. 16, στο εξής: απόφαση 90/424).
5 Το άρθρο 3 της αποφάσεως 90/424 προβλέπει τα εξής:
1. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε περίπτωση που εκδηλωθούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους οι ακόλουθες ασθένειες:
─ [...]
─ κλασική πανώλη των χοίρων,
─ [...]
2. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να απολαύει της χρηματοδοτικής συμμετοχής της Κοινότητας για την εκρίζωση της ασθένειας, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα που εφαρμόζονται αμέσως περιλαμβάνουν τουλάχιστον τη θέση υπό αναγκαστική διαχείριση της εκμετάλλευσης, από τη στιγμή που θα υπάρξει υποψία για την ασθένεια, και, μετά την επίσημη διάγνωση της ασθένειας:
─ τη θανάτωση των ζώων των ευπαθών ειδών, που έχουν προσβληθεί ή μολυνθεί ή υπάρχει υπόνοια ότι έχουν προσβληθεί ή μολυνθεί, και την καταστροφή των πτωμάτων τους και, στην περίπτωση της πανώλης των πτηνών, την καταστροφή των αυγών,
─ την καταστροφή των μολυσμένων ζωοτροφών ή των μολυσμένων υλικών, στο μέτρο που τα τελευταία δεν μπορούν να απολυμανθούν σύμφωνα με την τρίτη περίπτωση,
─ τον καθαρισμό, την απεντόμωση και την απολύμανση της εκμετάλλευσης και του εξοπλισμού που βρίσκεται στην εκμετάλλευση,
─ τη δημιουργία ζωνών προστασίας,
─ την εφαρμογή των κατάλληλων μέτρων για την πρόληψη του κινδύνου διάδοσης της ασθένειας,
─ τον καθορισμό μιας προθεσμίας αναμονής πριν από την ανανέωση του πληθυσμού της εκμετάλλευσης,
─ την άμεση και προσήκουσα αποζημίωση των εκτροφέων.
2α. Στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος χορηγείται επίσης η οικονομική συμμετοχή της Κοινότητας όταν, κατά την εμφάνιση εστίας μιας από τις ασθένειες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δύο ή περισσότερα κράτη μέλη συνεργάζονται στενά για τον έλεγχο της επιδημίας αυτής, ιδίως κατά τη διενέργεια της επιδημιολογικής έρευνας και την εφαρμογή των μέτρων επίβλεψης της ασθένειας. Με την επιφύλαξη των μέτρων που προβλέπονται στο πλαίσιο των σχετικών κοινών οργανώσεων αγορών, η ειδική οικονομική συμμετοχή της Κοινότητας αποφασίζεται με τη διαδικασία του άρθρου 41.
3. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη για τα μέτρα που εφαρμόζει, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, σχετικά με την κοινοποίηση και την εκρίζωση των ασθενειών και τα αποτελέσματά τους. Η εξέλιξη της κατάστασης εξετάζεται, το συντομότερον δυνατόν, στα πλαίσια της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής, η οποία έχει συσταθεί με την απόφαση 68/361/ΕΟΚ, καλούμενη εφεξής: επιτροπή. Η ειδική χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας αποφασίζεται, με την επιφύλαξη των μέτρων που προβλέπονται στα πλαίσια των κοινών οργανώσεων των σχετικών αγορών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 41.
4. Εάν η εξέλιξη της κατάστασης στην Κοινότητα επιβάλλει να συνεχιστεί η ενέργεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2, λαμβάνεται, με τη διαδικασία του άρθρου 40, νέα απόφαση για τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας, που μπορεί και να υπερβαίνει το 50 % που προβλέπεται στην παράγραφο 5, πρώτη περίπτωση. Κατά τη λήψη της απόφασης αυτής, είναι δυνατόν να ορίζονται όλα τα αναγκαία μέτρα, και ιδίως άλλα μέτρα εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 2, τα οποία πρέπει να εφαρμόσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για να εξασφαλιστεί η επιτυχία της ενέργειας.
5. Υπό την επιφύλαξη των μέτρων στήριξης των αγορών που πρέπει να ληφθούν στα πλαίσια των κοινών οργανώσεων αγορών, η χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας, που μπορεί να καταμεριστεί σε δόσεις εάν αυτό είναι αναγκαίο, πρέπει να είναι:
─ το 50 % των δαπανών που πραγματοποιεί το κράτος μέλος για να αποζημιώσει τους ιδιοκτήτες για τη θανάτωση των ζώων και την καταστροφή των πτωμάτων τους και, ενδεχομένως, των προϊόντων τους, τον καθαρισμό, την απεντόμωση και την απολύμανση της εκμετάλλευσης και του εξοπλισμού της και την καταστροφή των μολυσμένων ζωοτροφών και υλικών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, δεύτερη περίπτωση,
─ στην περίπτωση που έχει αποφασιστεί ο εμβολιασμός σύμφωνα με την παράγραφο 4, το 100 % της προμήθειας των εμβολίων και το 50 % των δαπανών για την πραγματοποίηση του εμβολιασμού αυτού.
6 Το άρθρο 41 της αποφάσεως 90/424 προβλέπει τα εξής:
1. Σε περίπτωση αναφοράς στη διαδικασία του παρόντος άρθρου, η μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή, η οποία συστάθηκε με την απόφαση 68/361/ΕΟΚ [...], στο εξής: επιτροπή, συγκαλείται αμελλητί από τον πρόεδρό της, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε ύστερα από αίτηση ενός κράτους μέλους.
2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην επιτροπή σχέδιο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της για το σχέδιο αυτό εντός προθεσμίας που μπορεί να ορίσει ο πρόεδρος σε συνάρτηση με τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η γνώμη διατυπώνεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την έκδοση των αποφάσεων τις οποίες καλείται να λάβει το Συμβούλιο ύστερα από πρόταση της Επιτροπής. Κατά την ψηφοφορία στα πλαίσια της επιτροπής, οι ψήφοι των αντιπροσώπων των κρατών μελών σταθμίζονται σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο. Ο πρόεδρος δεν συμμετέχει στην ψηφοφορία.
3.
α) Η Επιτροπή θεσπίζει τα προτεινόμενα μέτρα όταν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής.
β) Όταν τα προτεινόμενα μέτρα δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής ή ελλείψει γνώμης, η Επιτροπή υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο πρόταση σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.
Εάν, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία του υποβλήθηκε το θέμα, το Συμβούλιο δεν έχει θεσπίσει μέτρα, η Επιτροπή θεσπίζει τα προτεινόμενα μέτρα και τα θέτει αμέσως σε εφαρμογή.
7 Η οδηγία 80/217/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιανουαρίου 1980, περί θεσπίσεως κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση της κλασικής πανώλους των χοίρων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 247), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/685/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1991 (ΕΕ L 377, σ. 1, στο εξής: οδηγία 80/217), προβλέπει στο άρθρο 9:
1. Αμέσως μόλις επιβεβαιωθεί επισήμως η διάγνωση κλασικής πανώλης των χοίρων στους χοίρους μιας εκμετάλλευσης, η αρμόδια αρχή ορίζει μια ζώνη προστασίας ακτίνας 3 τουλάχιστον χιλιομέτρων γύρω από την εστία, η οποία περικλείεται σε μια ζώνη επιτήρησης ακτίνας 10 χιλιομέτρων τουλάχιστον.
[...]
4. Στις ζώνες προστασίας εφαρμόζονται τα ακόλουθα μέτρα:
α) Πραγματοποιείται το συντομότερο δυνατόν απογραφή όλων των εκμεταλλεύσεων. Μετά τον καθορισμό της ζώνης προστασίας, ένας επίσημος κτηνίατρος επισκέπτεται τις εν λόγω εκμεταλλεύσεις το αργότερο εντός επτά ημερών.
β) Απαγορεύεται η διακίνηση και η μεταφορά χοίρων σε δημόσιες ή ιδιωτικές οδούς. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει όσον αφορά την οδική ή σιδηροδρομική διαμετακόμιση χοίρων χωρίς εκφόρτωση ή στάση. Ωστόσο, μπορεί να αποφασίζεται παρέκκλιση από τις ανωτέρω διατάξεις, με τη διαδικασία του άρθρου 16, για τους χοίρους σφαγής που προέρχονται από έδαφος που είναι εκτός της ζώνης προστασίας και αποστέλλονται σε σφαγείο που ευρίσκεται εντός της εν λόγω ζώνης.
γ) Τα φορτηγά και άλλα οχήματα και εξοπλισμός τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά των χοίρων ή άλλων ζώων ή υλικού που ενδέχεται να έχουν μολυνθεί (παραδείγματος χάρη ζωοτροφές, υγρή ή στερεά κόπρος κ.λπ.) και τα οποία χρησιμοποιούνται εντός της ζώνης προστασίας δεν μπορούν να εξέρχονται:
i) από εκμετάλλευση που βρίσκεται εντός της ζώνης προστασίας,
ii) από τη ζώνη προστασίας,
iii) από σφαγείο, αν προηγουμένως δεν έχουν καθαριστεί και απολυμανθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται από την αρμόδια αρχή. Οι διαδικασίες αυτές προβλέπουν, ιδίως, ότι κανένα φορτηγό ή άλλο όχημα που έχει χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά χοίρων δεν μπορεί να εξέρχεται από τη ζώνη αν προηγουμένως δεν επιθεωρηθεί από την αρμόδια αρχή.
δ) Κανένα άλλο είδος ζώων δεν δύναται να εισέρχεται ή να εξέρχεται από την εκμετάλλευση χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής.
ε) Όλοι οι ασθενείς ή νεκροί χοίροι οι οποίοι βρίσκονται στην εκμετάλλευση αναφέρονται στην αρμόδια αρχή, η οποία διεξάγει τις αναγκαίες έρευνες για να εξακριβώσει την παρουσία κλασικής πανώλης των χοίρων.
στ) Απαγορεύεται η απομάκρυνση των χοίρων από την εκμετάλλευση στην οποία φυλάσσονται για 21 ημέρες από την ολοκλήρωση των μέτρων προκαταρκτικού καθαρισμού και απολύμανσης της μολυσμένης εκμετάλλευσης που καθορίζονται στο άρθρο 10. Μετά 21 ημέρες είναι δυνατό να δίνεται άδεια για την απομάκρυνση των χοίρων από την εν λόγω εκμετάλλευση:
i) για να μεταφερθούν απευθείας σε σφαγείο που ορίζει η αρμόδια αρχή, κατά προτίμηση εντός της ζώνης προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι:
─ επιθεωρούνται όλοι οι χοίροι της εκμετάλλευσης,
─ εξετάζονται κλινικώς οι χοίροι που πρόκειται να μεταφερθούν για σφαγή, ιδίως με μέτρηση της θερμοκρασίας του σώματος ορισμένου αριθμού χοίρων,
─ όλοι οι χοίροι σημαδεύονται στο αυτί,
─ οι χοίροι μεταφέρονται μέσα σε οχήματα τα οποία σφραγίζονται από την αρμόδια αρχή. Η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για το σφαγείο ενημερώνεται για την πρόθεση να αποσταλούν χοίροι σ' αυτό. Στο σφαγείο, οι χοίροι αυτοί φυλάσσονται και σφάζονται χωριστά από τους άλλους χοίρους. Τα οχήματα και ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των χοίρων καθαρίζονται και απολυμαίνονται αμέσως.
[...]
8. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 4, στοιχείο στ΄, και της παραγράφου 6, στοιχείο στ΄, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέπει την έξοδο των χοίρων από την εκμετάλλευση για να μεταφερθούν σε εγκατάσταση αξιοποίησης ζωικών υποπροϊόντων ή σε ένα τόπο όπου οι χοίροι θανατώνονται με σκοπό την καύση ή την ταφή. Τα εν λόγω ζώα υφίστανται δειγματοληπτική δοκιμασία για την ανίχνευση του ιού της κλασικής πανώλης των χοίρων. Κατά τις δειγματοληπτικές αυτές δοκιμασίες λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια δειγματοληψίας αίματος που προβλέπονται στο παράρτημα ΙV.
Για να αποφευχθεί η εξάπλωση του ιού κατά τη μεταφορά, πρέπει να λαμβάνονται όλες οι απαραίτητες προφυλάξεις, ιδίως ο καθαρισμός και η απολύμανση του φορτηγού μετά τη μεταφορά αυτή.
9. Όταν οι απαγορεύσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 4, στοιχείο στ΄, και στην παράγραφο 6, στοιχείο στ΄, διατηρούνται για περίοδο μεγαλύτερη των 30 ημερών, λόγω της εκδήλωσης νέων κρουσμάτων της ασθένειας, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στέγασης των χοίρων, η αρμόδια αρχή μπορεί, μετά από αιτιολογημένη αίτηση του ιδιοκτήτη, να επιτρέπει την έξοδο των χοίρων από μία εκμετάλλευση η οποία βρίσκεται στην ζώνη προστασίας ή στη ζώνη επιτήρησης εφόσον:
α) τα γεγονότα έχουν επιβεβαιωθεί από έναν επίσημο κτηνίατρο,
β) έχουν επιθεωρηθεί όλοι οι χοίροι της εκμετάλλευσης,
γ) έχουν εξετασθεί κλινικώς οι χοίροι που πρόκειται να μεταφερθούν, ιδίως με μέτρηση της θερμοκρασίας του σώματος ορισμένου αριθμού χοίρων,
δ) έχουν σημαδευτεί στο αυτί όλοι οι χοίροι,
ε) η εκμετάλλευση προορισμού βρίσκεται εντός της ζώνης προστασίας ή εντός της ζώνης επιτήρησης.
Για να αποφευχθεί η εξάπλωση του ιού κατά τη μεταφορά, πρέπει να λαμβάνονται όλες οι απαραίτητες προφυλάξεις, ιδίως ο καθαρισμός και η απολύμανση του φορτηγού μετά τη μεταφορά.
8 Το άρθρο 14β της οδηγίας 80/217 προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος καταρτίζει, σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια, ένα σχέδιο για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων έκτακτης ανάγκης, στο οποίο προσδιορίζονται τα εθνικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται εάν εμφανισθεί κλασική πανώλη των χοίρων. Τα σχέδια αυτά υποβάλλονται το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1993 στην Επιτροπή, η οποία τα εξετάζει και τα εγκρίνει κατόπιν των αναγκαίων ενδεχομένως τροποποιήσεων.
9 Η οδηγία 80/127 έχει πλέον αντικατασταθεί από την οδηγία 2001/89/EK του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, σχετικά με κοινοτικά μέτρα για την καταπολέμηση της κλασσικής πανώλους των χοίρων (ΕΕ L 316, σ. 5).
Πραγματικά περιστατικά
10 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή καθόρισε το ύψος της συμμετοχής της Κοινότητας στις δαπάνες για την καταπολέμηση της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1998 σε ποσό που υπολειπόταν κατά πολύ του ποσού που είχαν δηλώσει οι Κάτω Χώρες. Οι Κάτω Χώρες είχαν δηλώσει συνολικό ποσό 63 077 783,93 ολλανδικών φιορινίων (NLG). Από το συνολικό αυτό ποσό τα 22 455 339,57 NLG αφορούσαν τις αποζημιώσεις που οι Κάτω Χώρες δήλωσαν ότι είχαν καταβάλει στους κτηνοτρόφους που είχαν πληγεί από την επιζωοτία. Η Επιτροπή περιόρισε τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας για τις αποζημιώσεις σε 8 256 604,57 NLG, δηλαδή προέβη σε μείωση της τάξης του 25 %.
11 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το 1997 επικρατούσε στις Κάτω Χώρες κρίσιμη κατάσταση λόγω επιδημίας κλασικής πανώλης των χοίρων. Το 1998, δηλαδή το έτος κατά το οποίο η επιδημία αυτή έτεινε να εξαλειφθεί, εκδηλώθηκαν 5 εστίες κλασικής πανώλης των χοίρων (έναντι 424 εστιών το 1997). Προληπτικά, εκκενώθηκαν 68 εκμεταλλεύσεις από τις οποίες οι 4 βάσει ενός μόνο θετικού επιδημιολογικού ευρήματος. Το 1998 απομακρύνθηκαν συνολικά 52 548 ζώα. Τα μέτρα που ελήφθησαν το 1998 αποσκοπούσαν κυρίως στην αποκατάσταση μιας ομαλής καταστάσεως, ώστε, χάρη στη λήψη όσο το δυνατόν περισσότερων μέτρων, να μπορέσει ο τομέας της χοιροτροφίας να λειτουργήσει και πάλι ομαλά μετά την εκρίζωση της κλασικής πανώλης των χοίρων.
12 Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή στηρίζει τη χρηματοδοτική διόρθωση σε διάφορες αιτιάσεις. Με τις αιτιάσεις αυτές η Επιτροπή κατηγορεί τις Κάτω Χώρες ότι ο αριθμός των ζώων για τα οποία ζητήθηκε αποζημίωση στη στήλη Νεαρές χοιρομητέρες υπερέβαινε κατά πολύ τον συνήθη αριθμό νεαρών χοιρομητέρων μιας εκμεταλλεύσεως, ότι οι αποζημιώσεις που καταβλήθηκαν για το σύνολο των χοιρομητέρων υπερέβαιναν κατά μέσο όρο κατά 9,4 % τους πίνακες της DLV (Διευθύνσεως Γεωργίας και Αλιείας), ότι για τις εκμεταλλεύσεις που εκτρέφουν μόνο χοίρους προς πάχυνση το βάρος είχε υπερεκτιμηθεί κατά 12,2 %, ότι οι εκτιμήσεις για το βάρος των ζωοτροφών στις εκμεταλλεύσεις που εκκενώθηκαν την ημέρα της πραγματοποιήσεως της εκτιμήσεως υπερέβαιναν κατά 17 % το συνολικό βάρος των ίδιων αυτών ζωοτροφών, οι οποίες ζυγίστηκαν στα κέντρα καταστροφής τους, και ότι το συνολικό ποσό των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν στους χοιροτρόφους είχε αυξηθεί κατά 15,5 % λόγω του συστήματος επανεκτιμήσεως.
13 Με το έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 2000, το οποίο μνημονεύεται στην έκτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κ. Coleman, γενικός διευθυντής στη Γενική Διεύθυνση Υγεία και προστασία των καταναλωτών της Επιτροπής, ανακοίνωσε ότι η Επιτροπή θεωρούσε δικαιολογημένη την κατ' αποκοπήν διόρθωση κατά 25 %, λόγω της εκτάσεως, της συχνότητας και της συστηματικότητας των παρατυπιών και λόγω του ότι οι εστίες κλασικής πανώλης των χοίρων που εμφανίστηκαν στις Κάτω Χώρες το 1997 και το 1998 αποτελούν εκδηλώσεις της ίδιας επιδημίας, οπότε οι δαπάνες του 1998 έχουν σχέση με τις δαπάνες του 1997. Με το ανωτέρω έγγραφο διευκρινίζεται επίσης ότι τα συμπεράσματα της Επιτροπής βασίζονται στην εξέταση των χρηματοοικονομικών στοιχείων που αφορούν το σύνολο των φακέλων σχετικά με την καταβολή αποζημιώσεων προς τους εκτροφείς και ότι δεν συνήχθησαν γενικά συμπεράσματα βάσει των στοιχείων που περιέχονται στους έξι επιλεγέντες φακέλους.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
14 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, κρίνοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει σφάλματα, άσκησε την παρούσα προσφυγή, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που μειώνει κατά 25 %, όσον αφορά τη χρηματοδοτική ενίσχυση της Κοινότητας για την εξάλειψη της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1998, το ποσό των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν στους εκτροφείς χοίρων,
2) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
15 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή του Βασιλείου των Κάτω Χωρών ως αβάσιμη και να το καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
16 Προς στήριξη της προσφυγής της η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε εσφαλμένα πραγματικά στοιχεία (πρώτος λόγος ακυρώσεως). Δεύτερον, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, εκδίδοντάς την, παραβίασε το δίκαιο. Συγκεκριμένα, η απόφαση 90/424 δεν προβλέπει τη δυνατότητα διορθώσεως της χρηματοδοτικής συμμετοχής της Κοινότητας, και μάλιστα με τη μορφή που το έπραξε η Επιτροπή (πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως). Επιπλέον, κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η Επιτροπή έδωσε εσφαλμένη νομική ερμηνεία στα πραγματικά στοιχεία (δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως). Στη συνέχεια η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δυσανάλογη (τρίτος λόγος ακυρώσεως). Η μη ύπαρξη ρητής νομικής βάσης, που να είναι διατυπωμένη με επαρκή νομική σαφήνεια, για τη χρηματοδοτική διόρθωση συνεπάγεται επιπλέον την παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου (τέταρτος λόγος ακυρώσεως). Τέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη από την άποψη του άρθρου 253 ΕΚ (πέμπτος λόγος ακυρώσεως).
17 Το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως θέτουν το ζήτημα αν υπάρχει καταρχήν η δυνατότητα κατ' αποκοπήν ή άλλης διορθώσεως της χρηματοδοτικής συμμετοχής της Κοινότητας κατά το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 5, της αποφάσεως 90/424. Δεδομένου ότι η ύπαρξη αυτής της δυνατότητας αποτελεί προϋπόθεση για την εξέταση των άλλων λόγων ακυρώσεως, πρέπει να εξακριβωθεί καταρχάς κατά πόσον αυτή η δυνατότητα όντως υπάρχει.
Επί του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως και επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως
18 Το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλονται στην παρούσα υπόθεση είναι πανομοιότυπα με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως και τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως που προβάλλονται στην υπόθεση C-293/00, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, επί της οποίας εκδίδεται σήμερα απόφαση (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή). Δεδομένου ότι οι λόγοι αυτοί απορρίφθηκαν στην εν λόγω υπόθεση (βλ. σκέψεις 20 έως 30) και δεδομένου ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν έχει προβάλει συναφώς νέα επιχειρήματα σχετικά με την παρούσα υπόθεση, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν με το ίδιο σκεπτικό.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως και επί του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως
19 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη απόδειξη και ερμηνεία των περιστατικών που έκρινε ότι δικαιολογούσαν τη χρηματοδοτική διόρθωση.
20 Όπως έγινε δεκτό με τις σκέψεις 32 έως 34 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, τα κράτη μέλη έχουν ορισμένα περιθώρια χειρισμών ως προς την επιλογή των μέτρων που πρέπει να λαμβάνουν και τον τρόπο εκτελέσεώς τους για την καταπολέμηση των επιζωοτιών και η Επιτροπή δεν μπορεί να υποκαθιστά την εκτίμησή της στην εκτίμηση του οικείου κράτους μέλους. Αντίθετα, αν η Επιτροπή αποδείξει, σεβόμενη αυτά τα περιθώρια χειρισμών, ότι η εκ μέρους ενός κράτους μέλους καταπολέμηση της ασθένειας ήταν ανεπαρκής και ότι επιβάλλεται ορισμένη χρηματοδοτική διόρθωση, το κράτος μέλος αυτό φέρει το βάρος της αποδείξεως του ότι η Επιτροπή διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.
21 Η Ολλανδική Κυβέρνηση κατηγορεί την Επιτροπή ότι βασίστηκε μόνο σε έξι φακέλους σχετικούς με την καταβολή αποζημιώσεων, από τους οποίους συνήγαγε ορισμένα γενικά συμπεράσματα ως προς τον καθορισμό των αποζημιώσεων προς τους πληγέντες από την επιζωοτία εκτροφείς χοίρων. Κατόπιν λεπτομερούς εξετάσεως των έξι αυτών φακέλων, η εν λόγω κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για κανέναν από αυτούς δεν ισχύουν όλες οι αιτιάσεις της Επιτροπής (δηλαδή υπερβολικά μεγάλος αριθμός νεαρών χοιρομητέρων, υπερβολικό ύψος αποζημιώσεων, υπερεκτίμηση του βάρους των χοίρων, περίεργο βάρος ζωοτροφών και πλημμέλειες του συστήματος επανεκτιμήσεως). Σε πέντε από αυτούς τους φακέλους απαντούν λίγες μόνο παρατυπίες (μία ή δύο μόνο, ενώ, πράγμα πολύ σπουδαιότερο, η αιτίαση ότι η επανεκτίμηση οδήγησε στην καταβολή υπερβολικής αποζημιώσεως, αν ληφθεί υπόψη η επικρατούσα στην αγορά τιμή, ισχύει για μία μόνο περίπτωση). Η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί συνεπώς αποδεδειγμένο ότι από κανένα πραγματικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται η ορθότητα της διαπιστώσεως της Επιτροπής ότι οι παρατυπίες είχαν επαναλαμβανόμενο και συστηματικό χαρακτήρα.
22 Επιπλέον, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένα την έννοια άμεση και προσήκουσα αποζημίωση. Αφού στην έννοια αυτή δεν δίδεται ορισμός ούτε με την οδηγία 80/217 ούτε με την απόφαση 90/424 ούτε με κανένα άλλο κοινοτικό νομοθέτημα, τα κράτη μέλη έχουν τη διακριτική ευχέρεια να την ορίσουν, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούν τα όρια που θέτουν ο σκοπός και οι στόχοι που επιδιώκονται με την εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση.
23 Η γενική εισαγγελέας εξέθεσε λεπτομερώς στα σημεία 137 έως 149 και 184 έως 194 των προτάσεών της τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι από τις αιτιάσεις που διατυπώνει η Επιτροπή σχετικά με την καταπολέμηση της κλασικής πανώλης των χοίρων το 1998 δεν προκύπτει κανένα πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως της Επιτροπής.
24 Το Δικαστήριο συμφωνεί με τη γενική εισαγγελέα.
25 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
26 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.
Επιχειρήματα των διαδίκων
27 Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, υπάρχει μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ αφενός των πλημμελειών που διαπίστωσε η Επιτροπή (ή αυτών τουλάχιστον που χαρακτήρισε ως πλημμέλειες) ως προς τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων προς τους κτηνοτρόφους που είχαν πληγεί από την κλασική πανώλη των χοίρων το 1998 και αφετέρου της χρηματοδοτικής διορθώσεως στην οποία προέβη.
28 Εν πάση περιπτώσει, η επιβολή γενικευμένης διορθώσεως βάσει μη αντιπροσωπευτικού δείγματος είναι δυσανάλογη. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν διατυπώνει έναντι των ολλανδικών αρχών, αντίθετα από ό,τι για το 1997, καμία αιτίαση τεχνικού χαρακτήρα, η επιβολή της ίδιας μειώσεως για το 1998 όπως και για το προηγούμενο έτος είναι δυσανάλογη.
29 Η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει συναφώς τις διαφορές μεταξύ των δύο αυτών ετών. Συγκεκριμένα, λόγω της κρίσιμης καταστάσεως που επικρατούσε στις αρχές του 1997, δόθηκε προτεραιότητα στην ορθή οργάνωση και λειτουργία των κτηνιατρικών δομών για την καταπολέμηση της ασθένειας. Από τα μέσα του 1997 άρχισε να δίδεται, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, μεγαλύτερη προσοχή στη διοικητική οργάνωση. Το 1998, αφού η επιδημία είχε εισέλθει στην τελική της φάση, τα μέτρα αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση μιας ομαλής καταστάσεως.
30 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι επρόκειτο για την ίδια επιζωοτία κλασικής πανώλης των χοίρων. Οι αιτιάσεις διοικητικού και χρηματοδοτικού χαρακτήρα δεν είχαν υποστεί καμία μεταβολή, οπότε η επιβολή του ίδιου διορθωτικού συντελεστή για τις δύο αυτές περιόδους είναι δικαιολογημένη. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η χρηματοδοτική διόρθωση υπολείπεται κατά πολύ των πρόσθετων δαπανών που προκλήθηκαν από τις διαπιστωθείσες πλημμέλειες και βάρυναν τελικά τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
31 Καμία διόρθωση της κοινοτικής χρηματοδοτικής συμμετοχής στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της κλασικής πανώλης των χοίρων δεν πρέπει να υπερβαίνει τις πρόσθετες δαπάνες που έχουν προκληθεί από τις πλημμέλειες και βαρύνουν τον κοινοτικό προϋπολογισμό και για τις οποίες πρέπει να αναλάβει την ευθύνη το οικείο κράτος μέλος.
32 Αντίστροφα, αφού η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να μην χρησιμοποιεί αδικαιολόγητα κοινοτικούς πόρους, πρέπει να μεριμνά, όταν προβαίνει σε χρηματοδοτικές διορθώσεις, ώστε η μείωση της κοινοτικής συμμετοχής να μην είναι υπερβολικά χαμηλή σε σχέση με τις διαπιστωθείσες πλημμέλειες.
33 Δεδομένου ότι η διαπίστωση των πλημμελειών σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη βασίζεται συχνά σε εκτιμήσεις πραγματικών στοιχείων και σε συναγωγή γενικών συμπερασμάτων βάσει αντιπροσωπευτικών δειγμάτων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή έχει σημαντική εξουσία εκτιμήσεως, όταν καθορίζει το ύψος της χρηματοδοτικής διορθώσεως. Κατά την άσκηση πάντως της εξουσίας αυτής πρέπει να τηρείται πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας.
34 Είναι βέβαιο ότι οι πλημμέλειες που διαπίστωσε η Επιτροπή για το 1998, δηλαδή το επίμαχο εν προκειμένω έτος, ήσαν λιγότερες από ό,τι για το 1997, το επίμαχο στην προαναφερθείσα υπόθεση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής έτος. Είναι επίσης βέβαιο ότι η Επιτροπή εξέτασε σε κάποια φάση το ενδεχόμενο να προβεί σε χρηματοδοτική διόρθωση ύψους 15 % μόνο και ότι η απόφασή της να εφαρμόσει τον ίδιο συντελεστή όπως και για το 1997, δηλαδή 25 %, είναι μεταγενέστερη.
35 Εντούτοις, όπως εξήγησε ο κ. Coleman με το προαναφερθέν έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 2000, πρόκειται για την ίδια επιδημία. Κατά συνέπεια, οι δαπάνες του 1998 έχουν σχέση με τις δαπάνες του 1997.
36 Δεδομένου ότι η επιδημία κάλυψε δύο οικονομικές χρήσεις, η Επιτροπή αναγκάστηκε, για λόγους προϋπολογισμού, να εκδώσει δύο αυτοτελείς αποφάσεις, καθεμία από τις οποίες αφορούσε μία μόνο οικονομική χρήση (το 1997 η επίμαχη στην προαναφερθείσα υπόθεση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής απόφαση και το 1998 η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση απόφαση).
37 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι παράλογη η επιλογή του ίδιου διορθωτικού συντελεστή για αμφότερες τις οικονομικές χρήσεις. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο συντελεστής που εφαρμόστηκε για το 1998 υπερβαίνει το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε από τη μη τήρηση των προϋποθέσεων της κοινοτικής ρυθμίσεως και που πρέπει να βαρύνει οικονομικά τις Κάτω Χώρες.
38 Επιπλέον, δεδομένου ότι η κατ' αποκοπήν διόρθωση στην οποία προέβη η Επιτροπή δεν συνίσταται σε συγκεκριμένο ποσό, αλλά σε ποσοστό της κοινοτικής ενισχύσεως, η οποία ανήλθε σε 110 περίπου εκατομμύρια ευρώ το 1997 και σε 6,3 εκατομμύρια ευρώ το 1998, το γεγονός και μόνο ότι οι πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν για το 1998 ήσαν λιγότερες από τις διαπιστωθείσες για το 1997 δεν αναιρεί την ορθότητα του καθορισμού ίδιου ποσοστού γα αμφότερες τις οικονομικές χρήσεις.
39 Κατά συνέπεια, αν ληφθούν μάλιστα υπόψη τα περιθώρια εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή κατά τον καθορισμό του συντελεστή των χρηματοδοτικών διορθώσεων, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, όταν προέβη σε γραμμική διόρθωση και μείωσε συνακόλουθα κατά 25 % την κοινοτική χρηματοδοτική συμμετοχή και για το 1998.
40 Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως
41 Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι προσηκόντως αιτιολογημένη και επομένως συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 253 ΕΚ.
Επιχειρήματα των διαδίκων
42 Η Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι, βάσει των πληροφοριακών στοιχείων που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αδύνατο να προσδιοριστούν η νομική βάση ή τα άλλα νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζει η Επιτροπή τις αιτιάσεις της.
43 Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Η Επιτροπή τονίζει ότι η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως αποτελεί συνάρτηση, μεταξύ άλλων, του βαθμού στον οποίο οι αποδέκτες της αποφάσεως μετέσχαν στη διαδικασία καταρτίσεώς της. Εν προκειμένω, όπως και για τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), υπήρξε εκτεταμένη αλληλογραφία μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των ολλανδικών αρχών.
44 Η Επιτροπή προσθέτει ότι η νομική βάση αναφέρεται σαφώς και ότι τα επιχειρήματά της υπέρ της μειώσεως εκτίθενται στην τέταρτη, στην πέμπτη και στην έκτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως. Τα επιχειρήματα αυτά αναπτύσσονται ακόμη περισσότερο στο προαναφερθέν έγγραφο του κ. Coleman, της 11ης Δεκεμβρίου 2000.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
45 Υπενθυμίζεται ότι, μολονότι από την αιτιολογία που επιβάλλει το άρθρο 253 ΕΚ πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, έτσι ώστε οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο, το δε Δικαστήριο να μπορεί να ασκεί τον έλεγχό του, δεν απαιτείται, ωστόσο, η αιτιολογία να εξειδικεύει όλα τα σχετικά με την υπόθεση πραγματικά ή νομικά στοιχεία [βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-491/01, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, Συλλογή 2002, σ. I-11453, σκέψη 165].
46 Η τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει εξάλλου να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το κείμενο της προσβαλλόμενης πράξης αλλά και με το πλαίσιό της, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα [προπαρατεθείσα απόφαση British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, σκέψη 166].
47 Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο οσάκις το οικείο κράτος μέλος μετέσχε ενεργά στη διαδικασία καταρτίσεως της επίδικης πράξης και, επομένως, γνωρίζει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η πράξη αυτή (βλ., όσον αφορά την εκκαθάριση των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ, την απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-27/94, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-5581, σκέψη 36, και, όσον αφορά το ανώτατο όριο επιτρεπόμενων αλιευμάτων, την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-120/99, Ιταλία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I-7997, σκέψη 29).
48 Εν προκειμένω πάντως το Βασίλειο των Κάτω Χωρών μετέσχε ενεργά στη διαδικασία καταρτίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι μπορούσε να αφαιρέσει τα επίμαχα ποσά. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι αναγκαίο να επαναληφθούν στην τελική απόφαση όλες οι λεπτομέρειες του συλλογισμού και πρέπει συναφώς να θεωρηθεί επαρκής η συνοπτική αιτιολόγηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις αυτές.
49 Κατά συνέπεια, αφού η αιτιολογία δεν είναι πλημμελής, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
50 Κατόπιν επομένως της απορρίψεως όλων των λόγων ακυρώσεως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή προέβαλε σχετικό αίτημα και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ηττήθηκε, πρέπει το κράτος μέλος αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
Timmermans
Edward
von Bahr
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Νοεμβρίου 2003.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy