Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-502/01 και C-31/02
Silke Gaumain-Cerri
κατά
Kaufmännische Krankenkasse – Pflegekasse
και
Maria Barth
κατά
Landesversicherungsanstalt Rheinprovinz
(αιτήσεις του Sozialgericht Hannover και του Sozialgericht Aachen για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινωνική ασφάλιση – Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Συνθήκη ΕΚ – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Παροχές προς κάλυψη αναγκών περιθάλψεως – Ανάληψη, από τον φορέα ασφαλίσεως περιθάλψεως, των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος του τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων – Κοινοτική κανονιστική ρύθμιση – Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής – Παροχές καταβαλλόμενες δυνάμει εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως καλύπτοντος την ανάγκη περιθάλψεως – Ανάληψη των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος του τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο – Εμπίπτει ως παροχή ασθενείας
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 1, στοιχ. α΄)
2. Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων – Ίση μεταχείριση – Εθνικό σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως που δεν χορηγεί σε υπήκοο κράτους μέλους διαφορετικού από το αρμόδιο κράτος τη δυνατότητα αναλήψεως των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος – Σύστημα που εισάγει απαγορευμένη από το κοινοτικό δίκαιο διάκριση εις βάρος πολίτη της Ενώσεως
(Άρθρο 17 ΕΚ· κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου)
1. Μια παροχή όπως η ανάληψη, από τον αρμόδιο για τη χορήγηση των παροχών της ασφαλίσεως περιθάλψεως φορέα, των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος του τρίτου προσώπου το οποίο παρέχει κατ’ οίκον περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο συνιστά παροχή ασθενείας υπέρ του μη αυτοεξυπηρετουμένου ατόμου η οποία υπάγεται στον κανονισμό 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 118/97.
(βλ. σκέψεις 20-21, 23, διατακτ. 1)
2. Το άρθρο 17 ΕΚ καθώς και ο κανονισμός 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 118/97, απαγορεύουν την εκ μέρους του αρμοδίου φορέα άρνηση χορηγήσεως μιας παροχής της ασφαλίσεως περιθάλψεως η οποία συνίσταται στην ανάληψη των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος υπηκόου ενός κράτους μέλους, ο οποίος διαδραματίζει τον ρόλο του τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη στον ασφαλισμένο, για τον λόγο και μόνον ότι το ως άνω τρίτο πρόσωπο ή ο εν λόγω ασφαλισμένος κατοικούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος.
Συγκεκριμένα, η ιδιότητα του πολίτη της Ενώσεως εξασφαλίζει, εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, την ίδια νομική μεταχείριση σε όσους εκ των υπηκόων των κρατών μελών βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, υπό την επιφύλαξη των ρητά προβλεπομένων εξαιρέσεων συναφώς. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της δραστηριότητας που ασκούν τα τρίτα πρόσωπα τα οποία παρέχουν περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενα άτομα, το κριτήριο της κατοικίας, επί του οποίου στηρίζεται η άρνηση χορηγήσεως της εν λόγω παροχής της ασφαλίσεως περιθάλψεως, δίδει την εντύπωση ότι δεν είναι στοιχείο το οποίο αποδεικνύει αντικειμενικά την ύπαρξη διαφορετικής καταστάσεως και δικαιολογεί διαφορετική μεταχείριση, αλλά ότι εισάγει διαφορετική μεταχείριση επί συγκρίσιμων καταστάσεων, η οποία συνιστά δυσμενή διάκριση απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο.
(βλ. σκέψεις 34-36, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 8ης Ιουλίου 2004(1)
Κοινωνική ασφάλιση – Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Συνθήκη ΕΚ – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Παροχές προς κάλυψη αναγκών περιθάλψεως – Ανάληψη, από τον φορέα ασφαλίσεως περιθάλψεως, των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος του τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-502/01 και C-31/02,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Sozialgericht Hannover (Γερμανία) (C-502/01) και του Sozialgericht Aachen (Γερμανία) (C-31/02) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων μεταξύ
Silke Gaumain-CerriκαιKaufmännische Krankenkasse‑Pflegekasse,
και
Landesversicherungsanstalt Rheinprovinz,
παρισταμένου του:Bundesversicherungsanstalt für Angestellte,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ και του παραγώγου δικαίου σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ενώσεως και ιδίως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),,
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet (εισηγητή), R. Schintgen, F. Macken και N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– το Kaufmännische Krankenkasse-Pflegekasse, εκπροσωπούμενο από τον K. Böttcher,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους C.-D. Quassowski και M. Lumma (C-31/02),
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Καλόγηρο και τη Γ. Αλεξάκη (C-31/02),
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την H. Michard και τον H. Kreppel,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Δεκεμβρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με διατάξεις της 12ης Δεκεμβρίου 2001 και της 18ης Ιανουαρίου 2002, που περιήλθαν στο Δικαστήριο, αντιστοίχως, στις 27 Δεκεμβρίου 2001 (C-502/01) και στις 4 Φεβρουαρίου 2002 (C-31/02), το Sozialgericht Hannover και το Sozialgericht Aachen υπέβαλαν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ και του παραγώγου δικαίου σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ενώσεως και ιδίως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/71).
2 Τα ως άνω ερωτήματα υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ, αντιστοίχως, της S. Gaumain‑Cerri και του Kaufmännische Krankenkasse–Pflegekasse (στο εξής: ταμείο περιθάλψεως KKH) και μεταξύ της Μ. Barth και του Landesversicherungsanstalt Rheinprovinz σχετικά με τις αποφάσεις των δύο αυτών φορέων περί αρνήσεως αναλήψεως των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος των ως άνω προσώπων, την οποία αυτά θεωρούν ότι δικαιούνται ως τρίτα πρόσωπα τα οποία παρέχουν περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο που είναι δικαιούχος παροχών της γερμανικής κοινωνικής ασφαλίσεως προς κάλυψη αναγκών μη αυτοεξυπηρετουμένων ατόμων (στο εξής: ασφάλιση περιθάλψεως).
Το εθνικό νομικό πλαίσιο
3 Στη Γερμανία, η ασφάλιση περιθάλψεως θεσπίστηκε, από 1ης Ιανουαρίου 1995, με τον Pflegeversicherungsgesetz (νόμο περί ασφαλίσεως περιθάλψεως), ο οποίος αποτελεί το βιβλίο XI του Sozialgesetzbuch (κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: SGB). Σκοπός της είναι η κάλυψη των δαπανών περιθάλψεως των ασφαλισμένων προσώπων, δηλαδή της διαρκούς ανάγκης τους να προσφεύγουν, σε μεγάλο βαθμό, στη βοήθεια τρίτων προσώπων για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής (σωματική υγιεινή, διατροφή, κίνηση, συντήρηση της κατοικίας κ.λπ.).
4 Κάθε ασφαλισμένος, προαιρετικώς ή υποχρεωτικώς, για ασθένεια οφείλει να καταβάλλει εισφορές στο σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως.
5 Η ασφάλιση περιθάλψεως παρέχει, κατ’ αρχάς, δικαίωμα παροχών προς κάλυψη των εξόδων που συνεπάγεται η κατ’ οίκον φροντίδα εκ μέρους τρίτων προσώπων. Οι παροχές αυτές, οι οποίες καλούνται «κατ’ οίκον περίθαλψη» και των οποίων το ύψος εξαρτάται από τον βαθμό εξαρτήσεως του συγκεκριμένου προσώπου, μπορούν να χορηγούνται, κατ’ επιλογήν του δικαιούχου, είτε υπό μορφή περιθάλψεως παρεχόμενης από εγκεκριμένους φορείς είτε υπό μορφή μηνιαίου επιδόματος, καλουμένου «επίδομα περιθάλψεως», παρέχοντας στον δικαιούχο τη δυνατότητα επιλογής του τύπου βοήθειας που θεωρεί καταλληλότερο για την κατάστασή του.
6 Η ασφάλιση περιθάλψεως παρέχει, εν συνεχεία, το δικαίωμα καλύψεως των εξόδων περιθάλψεως του ασφαλισμένου σε κέντρα υποδοχής ή σε ιδρύματα περιθάλψεως, χορηγήσεως επιδομάτων προς αντικατάσταση –για τις περιόδους απουσίας του λόγω αδείας– του τρίτου προσώπου που ασχολείται συνήθως με τον ασφαλισμένο, χορηγήσεως επιδομάτων και αποζημιώσεων για την κάλυψη διαφόρων εξόδων που συνεπάγεται η κατάσταση εξαρτήσεως του ασφαλισμένου, όπως είναι η αγορά και εγκατάσταση ειδικών μηχανημάτων ή η εκτέλεση εργασιών διαρρυθμίσεως της κατοικίας.
7 Τέλος, ο φορέας ασφαλίσεως περιθάλψεως αναλαμβάνει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις εισφορές στην ασφάλιση γήρατος και αναπηρίας καθώς και στην ασφάλιση ατυχήματος του τρίτου προσώπου που φροντίζει τον ασφαλισμένο.
8 Η ως άνω ανάληψη των εισφορών στην ασφάλιση γήρατος έδωσε λαβή για την ύπαρξη αμφοτέρων των διαφορών των κυρίων δικών.
Οι διαφορές των κυρίων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα
9 Η S. Gaumain-Cerri, γερμανικής ιθαγενείας, και ο σύζυγός της, γαλλικής ιθαγενείας, κατοικούν στη Γαλλία και ασκούν κατά μερική απασχόληση το επάγγελμά τους, ως μεθοριακοί εργαζόμενοι, σε μια επιχείρηση εγκατεστημένη στη Γερμανία. Οι ως άνω σύζυγοι είναι ασφαλισμένοι στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως. Ο γιος τους, ο οποίος κατοικεί μαζί τους, είναι ανάπηρος και, ως δικαιοδόχος των γονέων του, λαμβάνει παροχές της ασφαλίσεως περιθάλψεως, ιδίως το επίδομα περιθάλψεως. Οι ίδιοι οι γονείς αναλαμβάνουν, κατ’ οίκον και εθελοντικώς, τον ρόλο του τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο.. Ωστόσο, το ταμείο περιθάλψεως ΚΚΗ, φορέας ασφαλίσεως περιθάλψεως στην υπόθεση αυτή, αρνείται να αναλάβει τις εισφορές ασφαλίσεως γήρατος της S. Gaumain‑Cerri και του συζύγου της λόγω της δραστηριότητας παροχής περιθάλψεως σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο την οποία ασκούν, με την αιτιολογία ότι αυτοί δεν κατοικούν στο γερμανικό έδαφος. Από τις σχετικές διατάξεις του SGB προκύπτει ότι, λαμβανομένου υπόψη του μη επαγγελματικού χαρακτήρα της ως άνω δραστηριότητας και ελλείψει κατοικίας στο εθνικό έδαφος, οι ως άνω σύζυγοι δεν έχουν ούτε υποχρέωση ούτε δικαίωμα ασφαλίσεως στην εκ του νόμου ασφάλιση γήρατος. Περαιτέρω, ο μη επαγγελματικός χαρακτήρας της επίμαχης δραστηριότητας δεν τους προσδίδει την ιδιότητα του εργαζομένου που μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71.
10 Η Μ. Barth, γερμανικής ιθαγενείας, κατοικεί στο Βέλγιο, πλησίον των γερμανικών συνόρων, και παρέχει περίθαλψη σε έναν συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο στη Γερμανία. Η Μ. Barth λαμβάνει από τον τελευταίο μηνιαία αμοιβή περίπου 400 ευρώ. Υπό το πρίσμα των σχετικών διατάξεων του SGB, η δραστηριότητα παροχής περιθάλψεως της M Barth θεωρείται επίσης μη επαγγελματική. Εξάλλου, η M. Barth δεν ασκεί καμία επαγγελματική δραστηριότητα. Το μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο, στο οποίο η M. Barth παρέχει περίθαλψη, λαμβάνει παροχές ασφαλίσεως περιθάλψεως από δύο φορείς, το Landesamt für Besoldung und Versorgung Nordrhein‑Westfalen, ως βασικό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως για τους συνταξιούχους δημοσίους υπαλλήλους, και την PAX Familienfürsorge Krankenversicherung (στο εξής: PAX), ως φορέα συμπληρωματικής ασφαλίσεως δυνάμει συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου, της οποίας η σύναψη είναι υποχρεωτική και της οποίας οι προϋποθέσεις είναι, εκ του νόμου, ανάλογες με εκείνες που ισχύουν για τη βασική κοινωνική ασφάλιση. Για λόγους παρόμοιους με εκείνους που προβλήθηκαν έναντι της S. Gaumain‑Cerri, οι οποίοι αφορούν το ότι η κατοικία της M. Barth βρίσκεται εκτός Γερμανίας, ο Landesversicherungsanstalt Rheinprovinz διέκοψε την καταβολή των εισφορών που παρείχαν στην M. Barth τη δυνατότητα να αποκτήσει δικαιώματα συντάξεως, καταβολή στην οποία προέβαιναν μέχρι τότε η PAX και το Landesamt.
11 Η S. Gaumain-Cerri και η Μ. Barth προσέβαλαν ενώπιον, αντιστοίχως, του Sozialgericht Hannover και του Sozialgericht Aachen τις δυσμενείς αποφάσεις των οποίων αποτελούν αντικείμενο και ζητούν την ανάληψη, από τον φορέα ασφαλίσεως περιθάλψεως, των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος λόγω της ασκούμενης από αυτές δραστηριότητας παροχής περιθάλψεως σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sozialgericht Hannover αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Μπορούν και υπό ποιες προϋποθέσεις οι έννοιες «παροχές ασθενείας» και «παροχές γήρατος», κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1408/71, να περιλάβουν παροχές ενός ασφαλιστικού φορέα προς έτερο ασφαλιστικό φορέα, όταν ο ασφαλισμένος αποκομίζει μόνον ένα αφηρημένο και έμμεσο πλεονέκτημα (καταβολή των εισφορών ασφαλίσεως συντάξεως εκ μέρους ταμείου περιθάλψεως για λογαριασμό προσώπου ασχολούμενου, άνευ αμιβής, με την περίθαλψη);
2) Συνάγεται από απαγόρευση διακρίσεων, προκύπτουσα από κανόνες του πρωτογενούς ή του παραγώγου δικαίου, ότι οι αναφερόμενες υπό στοιχείο [1)] παροχές πρέπει να καταβάλλονται ανεξαρτήτως από το αν η δραστηριότητα, η παρέχουσα δικαίωμα για παροχές, αναπτύσσεται στην ημεδαπή ή σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ανεξαρτήτως από το πού ο ασφαλισμένος ή ο απευθείας ωφελούμενος έχει την κατοικία του;»
13 Επίσης, το Sozialgericht Aachen αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν οι διατάξεις του κανονισμού […] 1408/71 […] εφαρμογή και στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως κατά της εξαρτήσεως, όταν η εξασφάλιση κατά του κινδύνου εξαρτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 23 σε συνδυασμό με το άρθρο 110 του Sozialgesetzbuch (γερμανικού κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως) – soziale Pflegeversicherung (κοινωνική ασφάλιση περιθάλψεως) – (SGB XI), βασίζεται (ενδεχομένως εν μέρει) στη σύναψη ιδιωτικού δικαίου συμβάσεως ασφαλίσεως κατά της εξαρτήσεως;
2) Πρόκειται στην περίπτωση των καταβλητέων από τους φορείς της ασφαλίσεως κατά της εξαρτήσεως υπέρ μη επαγγελματικώς απασχολουμένων βοηθητικών προσώπων εισφορών βάσει του εκ του νόμου συστήματος ασφαλίσεως γήρατος, σύμφωνα με το άρθρο 44 του SGB XI σε συνδυασμό με το άρθρο 3, πρώτη περίοδος, σημείο 1a και με το άρθρο 166, παράγραφος 2, του Sozialgesetzbuch – Gesetzliche Rentenversicherung (ασφάλιση συντάξεως εκ του νόμου) – (SGB VI), για «παροχή ασθενείας» υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού […] 1408/71; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, μπορεί μια τέτοια παροχή να πραγματοποιείται και για βοηθητικά πρόσωπα που παρέχουν περίθαλψη στη χώρα του αρμόδιου φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος;
3) Είναι τα βοηθητικά πρόσωπα υπό την έννοια του άρθρου 19 του SGB XI εργαζόμενοι υπό την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, απαγορεύεται, ως εκ τούτου, να τους αντιτάσσεται άρνηση της παροχής για την «καταβολή εισφορών για την ασφάλιση γήρατος» διότι δεν κατοικούν στο έδαφος του αρμοδίου κράτους ή δεν έχουν εκεί τη συνήθη διαμονή τους;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
14 Η Γερμανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι τα ερωτήματα που υπέβαλε το Sozialgericht Aachen είναι αλυσιτελή. Κατά την ως άνω κυβέρνηση, η M. Barth απολαύει ήδη, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, του δικαιώματος στην καταβολή των εισφορών στην εκ του νόμου ασφάλιση γήρατος διότι η δραστηριότητα παροχής περιθάλψεως ασκείται στη Γερμανία. Ο τόπος κατοικίας της M. Barth δεν ασκεί επιρροή και η προσφυγή της έπρεπε να γίνει δεκτή.
15 Όπως υπογράμμισε επανειλημμένως το Δικαστήριο, η διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ είναι ένα μέσο για τη συνεργασία μεταξύ του ιδίου και των εθνικών δικαστηρίων το οποίο του επιτρέπει να παράσχει στα εν λόγω δικαστήρια τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που τους είναι αναγκαία για την επίλυση των διαφορών επί των οποίων καλούνται να αποφανθούν. Αντιθέτως, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να ερμηνεύει, στο πλαίσιο της ως άνω διαδικασίας, το εσωτερικό δίκαιο κράτους μέλους και, πλην εξαιρετικής περιπτώσεως, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο που έχει άμεση γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως καθώς και των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι διάδικοι και το οποίο θα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, με πλήρη γνώση της υποθέσεως, τη λυσιτέλεια των νομικών ζητημάτων που θέτει η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί και την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να είναι σε θέση να εκδώσει την απόφασή του (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1980, 53/79, Damiani, Συλλογή τόμος 1980-Ι, σ. 147, σκέψη 5). Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι τα ερωτήματα που υπέβαλε το Sozialgericht Aachen εγγράφονται σε εξαιρετικό πλαίσιο το οποίο θα δικαιολογούσε τη μη εξέτασή τους.
Επί της ουσίας
16 Τα ερωτήματα που υπέβαλαν τα δύο αιτούντα δικαστήρια αφορούν, κατ’ ουσίαν, δύο κύρια ζητήματα.
17 Πρώτον, τα ως άνω δικαστήρια ερωτούν αν μια παροχή όπως η ανάληψη, εκ μέρους του φορέα ασφαλίσεως περιθάλψεως, των εισφορών στην ασφάλιση γήρατος του τρίτου προσώπου που παρέχει κατ’ οίκον περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο, υπό τις συνθήκες των υποθέσεων των κυρίων δικών, αποτελεί παροχή ασθενείας ή παροχή γήρατος κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Ειδικότερα, το Sozialgericht Aachen ερωτά αν ασκεί επιρροή επί της απαντήσεως το γεγονός ότι η εν λόγω παροχή πραγματοποιείται από οργανισμό ιδιωτικού δικαίου που ενεργεί υπό συνθήκες όπως εκείνες υπό τις οποίες ενεργεί η PAX αναφορικά με το πρόσωπο στο οποίο παρέχει περίθαλψη η M. Barth (πρώτο ερώτημα του Sozialgericht Hannover και του Sozialgericht Aachen και πρώτο τμήμα του δευτέρου ερωτήματος του τελευταίου).
18 Δεύτερον, τα αιτούντα δικαστήρια ερωτούν αν η Συνθήκη, και ειδικότερα το άρθρο 39 ΕΚ, ο κανονισμός 1408/71 ή άλλες διατάξεις του παραγώγου δικαίου απαγορεύουν το να μη χορηγείται η ως άνω παροχή με την αιτιολογία ότι το μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο ή το τρίτο πρόσωπο που του παρέχει περίθαλψη, υπό τις συνθήκες των υποθέσεων των κυρίων δικών, κατοικούν εκτός του αρμοδίου κράτους, ήτοι του κράτους του φορέα στον οποίο είναι ασφαλισμένο το μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο για την κάλυψη αναγκών περιθάλψεως (δεύτερο ερώτημα του Sozialgericht Hannover, δεύτερο τμήμα του δευτέρου ερωτήματος και τρίτο ερώτημα του Sozialgericht Aachen).
Επί της εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 στην ανάληψη των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο υπό συνθήκες όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις των κυρίων δικών
19 Στην απόφαση της 5ης Μαρτίου 1998, C-160/96, Molenaar (Συλλογή 1998, σ. I‑843), η οποία εκδόθηκε σε απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα που ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς σχετικά με την άρνηση καταβολής του επιδόματος περιθάλψεως σε άτομα που υπάγονται στην ασφάλιση περιθάλψεως για τον λόγο ότι τα εν λόγω άτομα δεν κατοικούσαν στη Γερμανία, το Δικαστήριο τόνισε ότι:
«22 […] από τη δικογραφία προκύπτει ότι σκοπός των παροχών της ασφαλίσεως περιθάλψεως είναι η αύξηση της αυτοτέλειας των μη αυτοεξυπηρετουμένων ατόμων, ιδίως από οικονομικής απόψεως. Ειδικότερα, σκοπός του συστήματος είναι η κατά προτίμηση ενθάρρυνση της προλήψεως και της επανεντάξεως αντί της περιθάλψεως και η κατά προτίμηση κατ' οίκον περίθαλψη αντί της περιθάλψεως σε ίδρυμα.
23 Η ασφάλιση περιθάλψεως παρέχει δικαίωμα μερικής ή πλήρους καλύψεως ορισμένων εξόδων που συνεπάγεται η κατάσταση εξαρτήσεως του ασφαλισμένου, όπως η περίθαλψη κατ' οίκον, σε ειδικευμένα κέντρα ή ιδρύματα, η αγορά αναγκαίων για τον ασφαλισμένο μηχανημάτων, η εκτέλεση εργασιών στην κατοικία του, καθώς και η καταβολή μηνιαίας οικονομικής ενισχύσεως παρέχουσας στον ασφαλισμένο τη δυνατότητα επιλογής του τρόπου βοηθείας της αρεσκείας του και της, επί παραδείγματι, αμοιβής, υπό τη μία ή την άλλη μορφή, των τρίτων προσώπων που επιμελούνται αυτού. Εξάλλου, το σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως εξασφαλίζει σε ορισμένα από τα τρίτα αυτά πρόσωπα κάλυψη των κινδύνων ατυχήματος, γήρατος και αναπηρίας.
24 Επομένως, αυτού του είδους οι παροχές αποσκοπούν κυρίως στη συμπλήρωση των παροχών της ασφαλίσεως ασθενείας, προς τις οποίες εξάλλου συνδέονται από οργανωτικής πλευράς, προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας και η ζωή των μη αυτοεξυπηρετουμένων ατόμων.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, έστω και αν έχουν ίδια χαρακτηριστικά, οι παροχές αυτές πρέπει να θεωρούνται ως «παροχές ασθενείας» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71.»
20 Από την ως άνω απόφαση προκύπτει ότι οι παροχές προς εξασφάλιση της καλύψεως του κινδύνου γήρατος τρίτου προσώπου το οποίο παρέχει περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο, όπως είναι οι προβλεπόμενες από την ασφάλιση περιθάλψεως παροχές, αποτελούν επίσης «παροχές ασθενείας» υπέρ του μη αυτοεξυπηρετουμένου ατόμου, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71. Καμία ειδική περίσταση της παρούσας διαδικασίας δεν οδηγεί σε επανεξέταση της ως άνω εκτιμήσεως.
21 Ειδικότερα, το γεγονός ότι το τρίτο πρόσωπο που παρέχει περίθαλψη στο μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο λαμβάνει προσωπικά μια τέτοια παροχή, όπως υπογραμμίζει η PAX, ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι το άτομο, του οποίου η κατάσταση εξαρτήσεως δικαιολογεί τη χορήγηση του συνόλου των παροχών περιθάλψεως, έχει δικαίωμα, ως εκ τούτου, να εφαρμοστεί ένας μηχανισμός που αποσκοπεί στο να βοηθήσει το εν λόγω άτομο να λάβει, υπό τις όσο το δυνατόν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις, την αναγκαία λόγω της καταστάσεώς του περίθαλψη. Επομένως, η εν λόγω παροχή εμπίπτει στον κλάδο της ασφαλίσεως ασθενείας. Εξάλλου, η ίδια διαπίστωση επιβεβαιώνεται σε σχέση με το επίδομα περιθάλψεως, αυτό καθ’ εαυτό, όταν το εν λόγω επίδομα χρησιμοποιείται εν όλω ή εν μέρει για την αμοιβή του τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη στο μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της M. Barth.
22 Ομοίως, το γεγονός ότι η ασφάλιση περιθάλψεως παρέχεται ενίοτε εν όλω ή εν μέρει από ιδιώτη ασφαλιστή βάσει συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου δεν μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να αποκλείσει την ως άνω ασφάλιση από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, εφόσον η σύναψη μιας τέτοιας συμβάσεως απορρέει ευθέως από την εφαρμογή της επίμαχης νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Συναφώς, αντίθετα από ό,τι υπέθεσε η Ελληνική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, η επίμαχη υποχρέωση δεν απορρέει από συμβατικές διατάξεις όπως οι μνημονευόμενες στο άρθρο 1, στοιχείο ι΄, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71, οι οποίες, κατ’ αρχήν, αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.
23 Επομένως, στην πρώτη σειρά ερωτημάτων των αιτούντων δικαστηρίων, όπως αυτή συνοψίζεται στη σκέψη 17 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια παροχή όπως η ανάληψη, από τον αρμόδιο για τη χορήγηση των παροχών της ασφαλίσεως περιθάλψεως φορέα, των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος του τρίτου προσώπου το οποίο παρέχει κατ’ οίκον περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο υπό τις συνθήκες των υποθέσεων των κυρίων δικών συνιστά παροχή ασθενείας υπέρ του μη αυτοεξυπηρετουμένου ατόμου η οποία υπάγεται στον κανονισμό 1408/71.
Επί της δυνατότητας αρνήσεως της αναλήψεως των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος τρίτου προσώπου το οποίο παρέχει περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο, για τον λόγο ότι ένα από τα ανωτέρω πρόσωπα κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από το αρμόδιο κράτος.
24 Πρέπει κατ’ αρχάς να εξεταστεί, προκειμένου περί περιπτώσεως όπως εκείνη της S. Gaumain-Cerri, αν η ανάληψη των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος του τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο πρόσωπο πρέπει να γίνει σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους κατοικίας του μη αυτοεξυπηρετουμένου προσώπου ή σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους, τα οποία κράτη, στην περίπτωση αυτή, είναι διαφορετικά.
25 Συναφώς, στην προπαρατεθείσα απόφαση Molenaar, το Δικαστήριο εξέτασε αν οι διάφορες παροχές της ασφαλίσεως περιθάλψεως συνιστούσαν παροχές ασθενείας «εις είδος» ή παροχές ασθενείας «εις χρήμα». Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 19 και 20 του κανονισμού 1408/71, τα οποία αφορούν, στον τομέα της ασφαλίσεως ασθενείας και μητρότητας των μισθωτών ή μη μισθωτών και των μελών των οικογενειών τους, περιπτώσεις στις οποίες οι ενδιαφερόμενοι κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος, ιδίως ως μεθοριακοί εργαζόμενοι, το γεγονός ότι οι παροχές είναι παροχές «εις είδος» ή παροχές «εις χρήμα» μπορεί να μεταβάλει την εφαρμοστέα νομοθεσία.
26 Στην προπαρατεθείσα απόφαση Molenaar, το Δικαστήριο απεφάνθη:
«31 Με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1966, 61/65, Vaassen-Göbbels (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 337), το Δικαστήριο έχει ήδη τονίσει, αναφορικά με τον κανονισμό 3 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, περί κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων (ABl. 1958, 30, σ. 561), ο οποίος προηγήθηκε του κανονισμού 1408/71 και χρησιμοποιούσε τους ίδιους όρους, ότι η έννοια των «εις είδος παροχών» δεν απέκλειε παροχές συνιστάμενες σε εκ μέρους του οφειλέτη φορέα πληρωμές, υπό τη μορφή μεταξύ άλλων της αναλήψεως εξόδων ή της αποδόσεως εξόδων, η δε έννοια των «εις χρήμα παροχών» καλύπτει κυρίως παροχές που αποσκοπούν κυρίως στην κάλυψη της απώλειας μισθού του ασθενούντος εργαζομένου.
32 Όπως τονίστηκε ανωτέρω […], οι παροχές της ασφαλίσεως περιθάλψεως συνίστανται, αφενός, στην ανάληψη ή απόδοση εξόδων που δημιουργούνται από την κατάσταση εξαρτήσεως του ενδιαφερομένου, ιδίως δε εξόδων ιατρικής φύσεως που συνεπάγεται αυτή η κατάσταση. Τέτοιες παροχές, που αποσκοπούν στην κάλυψη της περιθάλψεως που παρέχεται στον ασφαλισμένο, τόσο κατ' οίκον όσο και σε ειδικευμένα ιδρύματα, της αγοράς μηχανημάτων και της εκτελέσεως εργασιών, εμπίπτουν αναμφισβήτητα στην έννοια των παροχών «εις είδος» [του άρθρου] 19, παράγραφος 1, στοιχείο α΄ […], του κανονισμού 1408/71.
33 Αντιθέτως, καίτοι το επίδομα περιθάλψεως αποσκοπεί επίσης να καλύψει ορισμένα από τα έξοδα που συνεπάγεται η κατάσταση εξαρτήσεως, ειδικότερα εκείνα που αφορούν την παρεχόμενη εκ μέρους τρίτου προσώπου βοήθεια, και όχι να αντισταθμίσουν μισθολογική απώλεια του δικαιούχου, εν τούτοις έχει χαρακτηριστικά που το διακρίνουν από τις παροχές εις είδος της ασφαλίσεως ασθενείας.
34 Πρώτον, η καταβολή του επιδόματος είναι περιοδική και δεν εξαρτάται από την προηγούμενη πραγματοποίηση ορισμένων εξόδων, όπως τα έξοδα περιθάλψεως, ούτε, κατά μείζονα λόγο, από την υποβολή δικαιολογητικών για τις δαπάνες αυτές. Δεύτερον, το ποσό του επιδόματος είναι σταθερό και ανεξάρτητο από τα έξοδα στα οποία πράγματι υποβλήθηκε ο δικαιούχος προς κάλυψη αναγκών της καθημερινής του ζωής. Τρίτον, ο δικαιούχος διαθέτει μεγάλη ελευθερία χρησιμοποιήσεως των ποσών που του χορηγούνται. Ειδικότερα, όπως τόνισε η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση, ο δικαιούχος μπορεί να προσφέρει το επίδομα περιθάλψεως για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του σε πρόσωπο της οικογένειάς του ή του περιβάλλοντός του που τον φροντίζει εθελοντικά.
35 Επομένως, το επίδομα περιθάλψεως έχει τη μορφή οικονομικής ενισχύσεως που αποσκοπεί στη συνολική βελτίωση του επιπέδου ζωής των εξαρτημένων προσώπων, ως αντιστάθμισμα των επιπλέον εξόδων που συνεπάγεται η κατάστασή τους.
36 Συνεπώς, παροχή όπως το επίδομα περιθάλψεως εμπίπτει στις «εις χρήμα παροχές» της ασφαλίσεως ασθενείας που διέπονται από [τη διάταξη του άρθρου] 19, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, […] του κανονισμού 1408/71.»
27 Η ανάληψη των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος του τρίτου προσώπου στο οποίο προσφεύγει ένα μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο προκειμένου να δεχθεί περίθαλψη κατ’ οίκον πρέπει, αυτή καθ’ εαυτήν, να χαρακτηριστεί, επίσης, ως παροχή εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας λόγω του συμπληρωματικού χαρακτήρα της σε σχέση με το επίδομα περιθάλψεως, αυτό καθ’ εαυτό, υπό την έννοια ότι συμπληρώνει άμεσα το εν λόγω επίδομα για μια από τις πιθανές χρήσεις του, ήτοι την προσφυγή στην παροχή περιθάλψεως κατ’ οίκον από τρίτο πρόσωπο, την οποία αποσκοπεί να καταστήσει ευχερέστερη.
28 Από το άρθρο 19, παράγραφοι 1, στοιχείο β΄, και 2, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι τα μέλη της οικογένειας εργαζομένου που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος μέλος πρέπει να μπορούν να λάβουν στο ως άνω κράτος κατοικίας παροχές εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα του άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει αυτός, εκτός αν δικαιούνται να λάβουν τις ίδιες παροχές δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικούν. Επομένως, η ανάληψη των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος του τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο το οποίο κατοικεί στη Γαλλία και το οποίο είναι μέλος της οικογένειας εργαζομένου που είναι ασφαλισμένος στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως πρέπει να βαρύνει τον αρμόδιο γερμανικό φορέα σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία περί ασφαλίσεως περιθάλψεως, ωσάν να κατοικούσε το εν λόγω μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο στη Γερμανία, εκτός αν το άτομο αυτό δικαιούται να λάβει ισοδύναμη παροχή δυνάμει της γαλλικής νομοθεσίας.
29 Από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι, στην πρώτη υπόθεση της κύριας δίκης, το ταμείο περιθάλψεως ΚΚΗ ισχυρίστηκε ότι η γαλλική νομοθεσία επιτρέπει την ανάληψη των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος για λογαριασμό της S. Gaumain-Cerri λόγω της περιθάλψεως που αυτή παρέχει στον υιό της, ο οποίος είναι μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο. Επομένως, ελλείψει μιας τέτοιας δυνατότητας, εφαρμοστέα είναι, υπό τις συνθήκες που υπομνήσθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, η νομοθεσία του αρμοδίου κράτους, εν προκειμένω της Γερμανίας.
30 Προκειμένου περί περιπτώσεως όπως εκείνη του ατόμου στο οποίο παρέχει περίθαλψη η M. Barth, δεν αμφισβητείται ότι εφαρμοστέα είναι η νομοθεσία του αρμοδίου κράτους, εν προκειμένω, επίσης, της Γερμανίας, όπου κατοικεί το εν λόγω μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο.
31 Επομένως, απομένει να εξεταστεί, στην περίπτωση που έχει εφαρμογή η νομοθεσία του αρμοδίου κράτους, αν ο αρμόδιος φορέας μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση μιας συγκεκριμένης παροχής της ασφαλίσεως περιθάλψεως, ήτοι της αναλήψεως των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος του τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη στο μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο, για τον λόγο ότι το εν λόγω τρίτο πρόσωπο δεν κατοικεί στο έδαφος του αρμοδίου κράτους μέλους.
32 Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται αρνητική απάντηση σε περιπτώσεις όπως αυτές που αποτελούν αντικείμενο των διαφορών των κυρίων δικών, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο, όπως έπραξαν ορισμένοι μετέχοντες στη διαδικασία οι οποίοι κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, επί του ζητήματος αν τα ενδιαφερόμενα τρίτα πρόσωπα έχουν ή όχι την ιδιότητα του εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ ή του κανονισμού 1408/71.
33 Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι, στις υποθέσεις των κυρίων δικών, τα ως άνω τρίτα πρόσωπα έχουν την ιθαγένεια της Ενώσεως που απονέμεται κατά το άρθρο 17 ΕΚ.
34 Η ιδιότητα του πολίτη της Ενώσεως εξασφαλίζει, εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, την ίδια νομική μεταχείριση σε όσους εκ των υπηκόων των κρατών μελών βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, υπό την επιφύλαξη των ρητά προβλεπομένων εξαιρέσεων συναφώς (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C-224/98, D’Hoop, Συλλογή 2002, σ. Ι-6191, σκέψη 28).
35 Πάντως, σε περιπτώσεις όπως αυτές που αποτελούν αντικείμενο των υποθέσεων των κυρίων δικών, η άρνηση αναλήψεως των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο για τον λόγο και μόνον ότι το ως άνω τρίτο πρόσωπο δεν κατοικεί στο έδαφος του αρμοδίου κράτους, του οποίου η νομοθεσία εφαρμόζεται, οδηγεί στη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ατόμων τα οποία βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, ήτοι παρέχουν περίθαλψη για μη επαγγελματικούς λόγους, κατά την έννοια της νομοθεσίας του αρμοδίου κράτους, σε δικαιούχους της ασφαλίσεως περιθάλψεως που υπάγεται στην ίδια αυτή νομοθεσία. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της δραστηριότητας που ασκούν τα τρίτα πρόσωπα τα οποία παρέχουν περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενα άτομα, το κριτήριο της κατοικίας των ως άνω τρίτων προσώπων δίδει όντως την εντύπωση ότι δεν είναι στοιχείο το οποίο αποδεικνύει αντικειμενικά την ύπαρξη διαφορετικής καταστάσεως και δικαιολογεί διαφορετική μεταχείριση, αλλά ότι εισάγει διαφορετική μεταχείριση επί συγκρίσιμων καταστάσεων, η οποία συνιστά δυσμενή διάκριση απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο.
36 Επομένως, στη δεύτερη σειρά ερωτημάτων των αιτούντων δικαστηρίων, όπως αυτή συνοψίζεται στη σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, προκειμένου περί παροχών όπως αυτές της γερμανικής ασφαλίσεως περιθάλψεως οι οποίες χορηγούνται υπό τις συνθήκες των υποθέσεων των κυρίων δικών σε ασφαλισμένο που κατοικεί στο έδαφος του αρμοδίου κράτους ή σε άτομο που κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και υπάγεται στην ως άνω ασφάλιση ως μέλος της οικογένειας εργαζομένου, η Συνθήκη, ιδίως το άρθρο 17 ΕΚ, καθώς και ο κανονισμός 1408/71, απαγορεύουν την εκ μέρους του αρμοδίου φορέα άρνηση αναλήψεως των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος υπηκόου ενός κράτους μέλους, ο οποίος διαδραματίζει τον ρόλο του τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη στον δικαιούχο των ως άνω παροχών, για τον λόγο ότι το ως άνω τρίτο πρόσωπο ή ο εν λόγω δικαιούχος κατοικούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος.
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική και η Ελληνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κυρίων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων, σ’ αυτά εναπόκειται να αποφανθούν επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλαν με διατάξεις της 12ης Δεκεμβρίου 2001 και της 18ης Ιανουαρίου 2002 το Sozialgericht Hannover και το Sozialgericht Aachen, αποφαίνεται:
1) Μια παροχή όπως η ανάληψη, από τον αρμόδιο για τη χορήγηση των παροχών της ασφαλίσεως περιθάλψεως φορέα, των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος του τρίτου προσώπου το οποίο παρέχει κατ’ οίκον περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο υπό τις συνθήκες των υποθέσεων των κυρίων δικών συνιστά παροχή ασθενείας υπέρ του μη αυτοεξυπηρετουμένου ατόμου η οποία υπάγεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996.
2) Προκειμένου περί παροχών όπως αυτές της γερμανικής ασφαλίσεως περιθάλψεως οι οποίες χορηγούνται υπό τις συνθήκες των υποθέσεων των κυρίων δικών σε ασφαλισμένο που κατοικεί στο έδαφος του αρμοδίου κράτους ή σε άτομο που κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και υπάγεται στην ως άνω ασφάλιση ως μέλος της οικογένειας εργαζομένου, η Συνθήκη, και ειδικότερα το άρθρο 17 ΕΚ, καθώς και ο κανονισμός 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 118/97, απαγορεύουν την εκ μέρους του αρμοδίου φορέα άρνηση αναλήψεως των εισφορών ασφαλίσεως γήρατος υπηκόου ενός κράτους μέλους, ο οποίος διαδραματίζει τον ρόλο του τρίτου προσώπου που παρέχει περίθαλψη στον δικαιούχο των ως άνω παροχών, για τον λόγο ότι το ως άνω τρίτο πρόσωπο ή ο εν λόγω δικαιούχος κατοικούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος.
Timmermans
Puissochet
Schintgen
Macken
Colneric
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Ιουλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
R. Grass
C. W. A. Timmermans
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy