Υπόθεση C-326/01 P
Telefon & Buch VerlagsgmbH
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 – Απόλυτος λόγος απαραδέκτου – Διακριτικός χαρακτήρας – Σήματα συγκείμενα αποκλειστικώς από περιγραφικά σημεία ή ενδείξεις – Λεκτικά σήματα “Universaltelefonbuch” και “Universalkommunikationsverzeichnis”»
Περίληψη της διατάξεως
1. Κοινοτικό σήμα – Καθορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου – Σήματα συγκείμενα αποκλειστικώς από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν για τη δήλωση των χαρακτηριστικών προϊόντος ή υπηρεσίας – Σκοπός – Ανάγκη διατηρήσεως σημείου στη διάθεση όλων
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 1, στοιχ. γ΄)
2. Κοινοτικό σήμα – Καθορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου – Σήματα συγκείμενα αποκλειστικώς από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν για τη δήλωση των χαρακτηριστικών προϊόντος ή υπηρεσίας – Έννοια
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 1, στοιχ. γ΄)
3. Αναίρεση – Λόγοι – Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτιμήσεως των υποβληθέντων στην κρίση του Πρωτοδικείου πραγματικών περιστατικών – Αποκλείεται – Αίτηση για την καταχώριση λεκτικών σημάτων ως κοινοτικών σημάτων
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
1. Απαγορεύοντας την καταχώριση ως κοινοτικών σημάτων σημείων ή ενδείξεων που μπορούν να χρησιμεύσουν, στο εμπόριο, για την περιγραφή των χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας για την οποία ζητείται καταχώριση, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος, για την επίτευξη του οποίου πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους τα εν λόγω σημεία ή ενδείξεις.
(βλ. σκέψεις 26-27)
2. Για να αρνηθεί το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) την καταχώριση με βάση το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94, περί κοινοτικού σήματος, δεν απαιτείται τα σημεία και οι ενδείξεις που συνθέτουν το σήμα και εμπίπτουν στο εν λόγω άρθρο να χρησιμοποιούνται όντως, κατά τον χρόνο της αιτήσεως περί καταχωρίσεως, για την περιγραφή προϊόντων ή υπηρεσιών όπως εκείνα για τα οποία υποβάλλεται η αίτηση ή χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών. Αρκεί, όπως υποδηλώνει το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, τα ως άνω σημεία και οι ενδείξεις να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό αυτό. Έτσι, κατ’ εφαρμογή της οικείας διατάξεως, είναι απαράδεκτη η καταχώριση προφορικού σημείου αν, σε μία τουλάχιστον από τις ενδεχόμενες σημασίες του, είναι δηλωτικό χαρακτηριστικού γνωρίσματος των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών.
(βλ. σκέψη 28)
3. Δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου η εκτίμηση του Πρωτοδικείου ως προς τα πραγματικά περιστατικά, στο πλαίσιο προσφυγής περί ακυρώσεως ασκηθείσας κατά αποφάσεως του τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια, υποδείγματα), βάσει της οποίας κρίνει, αφενός, ότι τα λεκτικά σήματα των οποίων η καταχώριση ζητείται έχουν συγκεκριμένη σημασία σε δεδομένη γλώσσα, έχουν συνταχθεί ορθώς, σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες της γλώσσας αυτής, και αποτελούνται από κοινούς της όρους και, αφετέρου, ότι τα σήματα αυτά προσδιορίζουν το είδος των προϊόντων και τον προορισμό των υπηρεσιών για τα οποία ζητείται η καταχώριση.
(βλ. σκέψεις 30-35)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 5ης Φεβρουαρίου 2004 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 – Απόλυτος λόγος απαραδέκτου – Διακριτικός χαρακτήρας – Σήματα συγκείμενα αποκλειστικώς από περιγραφικά σημεία ή ενδείξεις – Λεκτικά σήματα “Universaltelefonbuch” και “Universalkommunikationsverzeichnis”»
Στην υπόθεση C-326/01 P,
Telefon & Buch VerlagsgmbH, εκπροσωπούμενη από τον H. G. Zeiner, Rechtsanwalt, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) της 14ης Ιουνίου 2001, T-357/99 και T-358/99, Telefon & Buch κατά ΓΕΕΑ (Universaltelefonbuch και Universalkommunikationsverzeichnis) (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-1705), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές κατά δύο αποφάσεων του τρίτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), της 21ης Οκτωβρίου 1999, περί απορρίψεως της καταχωρίσεως των λέξεων «Universaltelefonbuch» και «Universalkommunikationsverzeichnis» ως κοινοτικών σημάτων (υποθέσεις R 351/1999-3 και R 352/1999-3), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι το
Γραφείο Eναρμoνίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενο από τον E. Joly και την S. Bonne,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet (εισηγητή) και F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruíz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Αυγούστου 2001, η εταιρία Telefon & Buch VerlagsgmbH (στο εξής: Telefon & Buch) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 14ης Ιουνίου 2001, T‑357/99 και T‑358/99, Telefon & Buch κατά ΓΕΕΑ (Universaltelefonbuch και Universalkommunikationsverzeichnis) (Συλλογή 2001, σ. II‑1705, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με σκοπό την εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής, με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές κατά δύο αποφάσεων του τρίτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα, στο εξής: Γραφείο), της 21ης Οκτωβρίου 1999, με τις οποίες απορρίφθηκε η αίτηση για την καταχώριση των λέξεων «Universaltelefonbuch» και «Universalkommunikationsverzeichnis» ως κοινοτικών σημάτων (στο εξής: επίδικες αποφάσεις).
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), προβλέπει τα εξής:
«Μπορεί να αποτελέσει κοινοτικό σήμα οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παραστάσεως, ιδίως λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των προσώπων, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων.»
3 Το άρθρο 7 του κανονισμού 40/94 έχει ως εξής:
«1. Δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση:
α) τα σημεία που δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 4·
β) τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·
γ) τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές, για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών αυτών·
[...]
2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται ακόμη και αν οι λόγοι απαραδέκτου υφίστανται μόνο σε τμήμα της Κοινότητας.
3. Η παράγραφος 1, στοιχεία β΄, γ΄ και δ΄, δεν εφαρμόζεται αν το σήμα έχει αποκτήσει για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες ζητείται η καταχώριση διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσης που του έχει γίνει.»
4 Το άρθρο 12 του κανονισμού 40/94 έχει ως εξής:
«Το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του να απαγορεύει στους τρίτους τη χρήση στις συναλλαγές:
α) του ονόματος ή της διεύθυνσής του·
β) ενδείξεων περί το είδος, την ποιότητα, την ποσότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, τον χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών τους·
γ) του σήματος, εάν είναι αναγκαίο, για να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά,
εφόσον η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή το εμπόριο.»
Το ιστορικό της διαφοράς
5 Στις 28 Ιανουαρίου 1997, η Telefon & Buch υπέβαλε στο Γραφείο δύο αιτήσεις σχετικές, αντιστοίχως, με την καταχώριση ως κοινοτικών σημάτων των λεκτικών σημάτων «Universaltelefonbuch» και «Universalkommunikationsverzeichnis», για προϊόντα και υπηρεσίες που ανήκουν στις κλάσεις 9 (γραμμένοι φορείς μνήμης για εγκαταστάσεις και συσκευές ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων, συγκεκριμένα μαγνητοταινίες, δίσκοι εγγραφών και CD-ROM), 16 (έντυπο υλικό, υλικό βιβλιοδεσίας, υλικό διδασκαλίας και εκπαίδευσης), 41 (υπηρεσίες εκδόσεων, κυρίως δημοσίευση κειμένων, βιβλίων, περιοδικών και εφημερίδων) και 42 (υπηρεσίες συντάκτη), κατά την έννοια του διακανονισμού της Νίκαιας σχετικά με τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών προς τον σκοπό καταχωρίσεως των εμπορικών σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.
6 Ο εξεταστής του Γραφείου απέρριψε τις αιτήσεις αυτές με αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1999 κατά των οποίων άσκησε προσφυγή η Telefon & Buch.
7 Με τις επίδικες αποφάσεις, το τρίτο τμήμα προσφυγών του Γραφείου απέρριψε τις ως άνω προσφυγές για τον λόγο ότι τα εν λόγω λεκτικά σήματα ήταν, στο γερμανόφωνο τμήμα της Κοινότητας, περιγραφικά των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94, και στερούνταν διακριτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
8 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 21 Δεκεμβρίου 1999, η αναιρεσείουσα άσκησε δύο προσφυγές για την ακύρωση των επίδικων αποφάσεων.
9 Προτού καταλήξει στην απόρριψη των προσφυγών επί των οποίων κλήθηκε να αποφανθεί, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε κατ’ αρχάς, με τις σκέψεις 24 και 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο ενδεχόμενος περιγραφικός χαρακτήρας των λεκτικών σημάτων «Universaltelefonbuch» και «Universalkommunikationsverzeichnis» έπρεπε να εκτιμηθεί σε σχέση με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία είχε ζητηθεί η καταχώριση.
10 Ακολούθως, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τις σκέψεις 27 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα εν λόγω λεκτικά σήματα σήμαιναν, αντιστοίχως, στη γερμανική γλώσσα, «διεθνής τηλεφωνικός κατάλογος» και «διεθνής κατάλογος τηλεπικοινωνίας», ότι έχουν συντεθεί σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες της γλώσσας αυτής και συντίθενται από κοινούς γερμανικούς όρους. Έκρινε ότι τα εν λόγω λεκτικά σήματα προσδιορίζουν το είδος των προϊόντων και τον προορισμό των οικείων υπηρεσιών. Επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ότι η προσθήκη του επιθέτου «universal» στις λέξεις «Telefonbuch» και «Kommunikationsverzeichnis» δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι τα εν λόγω λεκτικά σήματα είναι περιγραφικά των προϊόντων και των υπηρεσιών που αναφέρονται στην αίτηση για την καταχώρισή τους.
11 Από τις διαπιστώσεις αυτές το Πρωτοδικείο συνήγαγε, με τη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα λεκτικά αυτά σήματα παρείχαν στο ενδιαφερόμενο κοινό, εν προκειμένω τον μέσο γερμανόφωνο καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, τη δυνατότητα να δημιουργεί άμεσα και χωρίς περαιτέρω σκέψη συγκεκριμένο και απευθείας σύνδεσμο με τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες, ενώ το γεγονός ότι τα λεκτικά αυτά σήματα είναι νεολογισμοί ουδόλως μεταβάλλει την εκτίμηση αυτή.
12 Τέλος, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τις σκέψεις 33 έως 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι επίδικες αποφάσεις μπορούσαν ορθώς να στηρίζονται απλώς και μόνο στον απόλυτο λόγο απαραδέκτου που αντλείται από τον αμιγώς περιγραφικό χαρακτήρα των εν λόγω λεκτικών σημάτων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94, οπότε παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί του λόγου που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του ίδιου κανονισμού.
13 Κατόπιν τούτων, το Πρωτοδικείο απέρριψε τις δύο προσφυγές.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
14 Η Telefon & Buch ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να διαπιστώσει ότι τα λεκτικά σήματα «Universaltelefonbuch» και «Universalkommunikationsverzeichnis» πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του κανονισμού 40/94 και δεν είναι αποκλειστικά περιγραφικά υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του ίδιου κανονισμού, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γραφείο προκειμένου να αποφανθεί εκ νέου επί των αιτήσεων περί καταχωρίσεως των εν λόγω λεκτικών σημάτων, συμμορφούμενο προς τη νομική εκτίμηση του Δικαστηρίου, και να καταδικάσει το Γραφείο στα δικαστικά έξοδα.
15 Το Γραφείο ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Telefon & Buch στα δικαστικά έξοδα.
16 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως με αιτιολογημένη διάταξη.
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
17 Η Telefon & Buch υποστηρίζει ότι τα προτεινόμενα για καταχώριση λεκτικά σήματα αποτελούν αδιαμφισβήτητα νεολογισμούς και συνίστανται σε ασυνήθη παράθεση όρων. Δεν είναι μονοσήμαντα και δεν παριστούν στον μέσο καταναλωτή με σαφήνεια τα προϊόντα και τις υπηρεσίες στα οποία αναφέρονται. Επομένως, δεν είναι αποκλειστικώς περιγραφικά και δεν μπορεί να τους αντιταχθεί ο απόλυτος λόγος απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94.
18 Η διάταξη αυτή απαγορεύει μόνον την καταχώριση σημάτων που μεταδίδουν ευθέως και άμεσα πληροφορία επί των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών και όχι την καταχώριση σημάτων που παρέχουν έμμεσα μόνον την πληροφορία αυτή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορούν να καταχωριστούν ως κοινοτικά σήματα αμιγώς περιγραφικοί όροι που δεν παρέχουν καμιά ένδειξη σχετικά με τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες. Για την καταχώριση ενός σήματος αρκεί ο έστω και μερικώς διακριτικός του χαρακτήρας.
19 Το γεγονός ότι τα εν λόγω λεκτικά σήματα ουδέποτε έχουν χρησιμοποιηθεί τα απαλλάσσει από την απαίτηση διαθεσιμότητας στην οποία στηρίζονται οι διατάξεις του άρθρου 12 του κανονισμού 40/94. Εξάλλου, το άρθρο αυτό εξασφαλίζει στους τρίτους τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τα ίδια σημεία ως περιγραφικές ενδείξεις, χωρίς να μπορεί ο δικαιούχος του σήματος να αντιταχθεί στη χρησιμοποίηση αυτή.
20 Λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων της αποφάσεως της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑383/99 P, Procter & Gamble κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2001, σ. Ι‑6251), τα επίδικα σήματα δεν μπορούν να έχουν αμιγώς περιγραφικό χαρακτήρα, πολλώ μάλλον δεδομένου ότι τα προϊόντα που υποτίθεται ότι περιγράφουν δεν υφίστανται στην αγορά. Το γεγονός ότι το Γραφείο δεν μπόρεσε, βάσει των επίδικων σημάτων, να δημιουργήσει σαφή εικόνα των οικείων προϊόντων αποδεικνύει ότι τέτοιου είδους σήματα δεν είναι αποκλειστικώς περιγραφικά.
21 Το Γραφείο υποστηρίζει ότι δεν μπορούν να καταχωριστούν, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94, τα σημεία ή οι ενδείξεις, εκτιμώμενα στο σύνολό τους, που γίνονται άμεσα και χωρίς περαιτέρω σκέψη αντιληπτά από τον «Ευρωπαίο καταναλωτή» ως συνδεόμενα με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην αίτηση περί καταχωρίσεως ή με τα χαρακτηριστικά αυτών. Όταν η αντίληψη αυτή δεν είναι άμεση, ιδίως όταν ο συνδυασμός των όρων που συνθέτουν το σήμα παρουσιάζει, λόγω της ασυνήθους δομής του, χαρακτήρα που δεν είναι αμιγώς περιγραφικός, μπορεί να θεωρηθεί ότι το σημείο ή η ένδειξη έχουν διακριτικό χαρακτήρα και, υπό τις συνθήκες αυτές, να αποτελέσουν αντικείμενο καταχωρίσεως ως κοινοτικά σήματα.
22 Προκειμένου, ωστόσο, να προσδοθεί διακριτικός χαρακτήρας σε μια σύνθετη λέξη, δεν αρκεί αυτή να αποτελεί νεολογισμό σχηματιζόμενο κατά τρόπο ελαφρώς διαφορετικό σε σχέση με τις συνήθεις εκφράσεις, ούτε να έχει διάφορες πιθανές σημασίες. Αυτό που είναι καθοριστικό είναι ο τρόπος με τον οποίο το σημείο γίνεται άμεσα κατανοητό και αντιληπτό από το κοινό.
23 Τα επίδικα λεκτικά σήματα, τα οποία συνδέονται άμεσα στο μυαλό ενός γερμανόφωνου καταναλωτή με τα αναφερόμενα στην αίτηση προϊόντα ή υπηρεσίες, είναι αμιγώς περιγραφικά. Η χρήση του επιθέτου «universal» δεν δημιουργεί κανενός είδους συνειρμούς. Ομοίως, η πολυσημία των λεκτικών αυτών σημάτων, η πολυσύλλαβη σύνθεσή τους και το γεγονός ότι αποτελούν νεολογισμούς δεν τους προσδίδουν διακριτικό χαρακτήρα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
24 Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 40/94, μπορεί να αποτελέσει κοινοτικό σήμα οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παραστάσεως, ιδίως λέξεις −συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των προσώπων−, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων.
25 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 ορίζει ότι δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση τα σήματα που «αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές, για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών αυτών».
26 Έτσι, σημεία και ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στο εμπόριο, για την περιγραφή των χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας για την οποία ζητείται καταχώριση δεν θεωρούνται, δυνάμει του κανονισμού 40/94, κατάλληλα, λόγω της φύσεώς τους, για να επιτελούν την αρχική λειτουργία του σήματος, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας αποκτήσεως διακριτικού χαρακτήρα λόγω χρήσεως, όπως προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94.
27 Απαγορεύοντας την καταχώριση τέτοιου είδους σημείων ή ενδείξεων ως κοινοτικών σημάτων, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος, για την επίτευξη του οποίου πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους τα σημεία ή οι ενδείξεις που περιγράφουν τις κατηγορίες προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες ζητείται η καταχώριση. Επομένως, η διάταξη αυτή εμποδίζει την αποκλειστική χρησιμοποίηση τέτοιου είδους σημείων ή ενδείξεων από μία επιχείρηση λόγω της καταχωρίσεώς τους ως σήματος [βλ., μεταξύ άλλων, ως προς τις όμοιες διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), αποφάσεις της 4ης Μαΐου 1999, C‑108/97 και C‑109/97, Windsurfing Chiemsee, Συλλογή 1999, σ. Ι‑2779, σκέψη 25, και της 8ης Απριλίου 2003, C‑53/01 έως C‑55/01, Linde κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. Ι‑3161, σκέψη 73].
28 Για να αρνηθεί το Γραφείο την καταχώριση με βάση το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94, δεν απαιτείται τα σημεία και οι ενδείξεις που συνθέτουν το σήμα και εμπίπτουν στο εν λόγω άρθρο να χρησιμοποιούνται όντως, κατά τον χρόνο της αιτήσεως περί καταχωρίσεως, για την περιγραφή προϊόντων ή υπηρεσιών όπως εκείνα για τα οποία υποβάλλεται η αίτηση ή χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών. Αρκεί, όπως υποδηλώνει το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, τα ως άνω σημεία και οι ενδείξεις να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό αυτό. Έτσι, κατ’ εφαρμογή της οικείας διατάξεως, είναι απαράδεκτη η καταχώριση προφορικού σημείου αν, σε μία τουλάχιστον από τις ενδεχόμενες σημασίες του, είναι δηλωτικό χαρακτηριστικού γνωρίσματος των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών (απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, C‑191/01 P, ΓΕΕΑ κατά Wrigley, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 32).
29 Εν προκειμένω το Πρωτοδικείο, προτού καταλήξει ότι συνέτρεχε ως προς τα δύο επίδικα λεκτικά σήματα ο απόλυτος λόγος απαραδέκτου του ως άνω άρθρου, υπενθύμισε κατ’ αρχάς, με τη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο απόλυτος λόγος απαράδεκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 έπρεπε να εκτιμηθεί σε σχέση με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η καταχώριση.
30 Ακολούθως επισήμανε, με τη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα εν λόγω λεκτικά σήματα σήμαιναν, αντιστοίχως, στη γερμανική γλώσσα, «διεθνής τηλεφωνικός κατάλογος» και «διεθνής κατάλογος τηλεπικοινωνίας», ότι είχαν συντεθεί ορθώς σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες της γλώσσας αυτής και ότι αποτελούνταν από κοινούς γερμανικούς όρους. Με τη σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι οι σύνθετες λέξεις «Telefonbuch» και «Kommunikationsverzeichnis» προσδιόριζαν το είδος των προϊόντων και τον προορισμό των υπηρεσιών που περιγράφονται στις σκέψεις 25 και 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και ότι έπρεπε, ως εκ τούτου, να θεωρηθούν ως περιγραφικές των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών. Στηριζόμενο στην αιτιολογία αυτή, προέκρινε την εκτεθείσα στη σκέψη 28 της παρούσας διατάξεως ερμηνεία του προαναφερθέντος άρθρου του κανονισμού 40/94.
31 Περαιτέρω, εκτιμώντας, με τη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι αρκούσε το περιγραφικό σημείο να συνδέεται, κατά την αντίληψη των ενδιαφερομένων κύκλων, με τα οικεία προϊόντα ή να μπορεί ευλόγως να πιθανολογηθεί ότι θα δημιουργηθεί τέτοιος σύνδεσμος στο μέλλον για να μπορεί να απαγορευθεί η καταχώρισή του βάσει του εν λόγω άρθρου, και κρίνοντας στη συνέχεια, με τη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το γεγονός ότι δεν υπάρχουν σήμερα στην αγορά τηλεφωνικοί κατάλογοι ή κατάλογοι τηλεπικοινωνίας με διεθνή προορισμό δεν μετέβαλλε τον περιγραφικό χαρακτήρα των επίδικων λεκτικών σημάτων, το Πρωτοδικείο δεν αγνόησε την επιβαλλόμενη ερμηνεία του εν λόγω άρθρου, όπως αυτή προκύπτει από τη σκέψη 28 της παρούσας διατάξεως.
32 Ειδικότερα, σε αντίθεση προς ό,τι υποστηρίζει η Telefon & Buch, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε ορθώς, με τη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην προπαρατεθείσα απόφαση Windsurfing Chiemsee, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, σε σχέση με διατάξεις όμοιες με αυτές του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94, ότι η απαγόρευση καταχωρίσεως ως κοινοτικών σημάτων σημείων ή ενδείξεων που μπορούν να χρησιμεύσουν για τον προσδιορισμό των χαρακτηριστικών προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία ζητείται η καταχώριση επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος, ο οποίος απαιτεί τα περιγραφικά σημεία ή ενδείξεις να μπορούν να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση ΓΕΕΑ κατά Wrigley, σκέψη 31).
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο συνήγαγε από το σύνολο των εκτιμήσεων αυτών, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι το ενδιαφερόμενο κοινό μπορούσε να δημιουργήσει άμεσα και χωρίς περαιτέρω σκέψη συγκεκριμένο και απευθείας σύνδεσμο μεταξύ των εν λόγω λεκτικών σημάτων και των προϊόντων και υπηρεσιών για τα οποία υποβλήθηκαν αιτήσεις περί καταχωρίσεως και, με τη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι αιτήσεις αυτές ορθώς απορρίφθηκαν με τις επίδικες διατάξεις βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94.
34 Επομένως, για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Πρωτοδικείο δεν στηρίχθηκε στον αποκλειστικά περιγραφικό χαρακτήρα των εν λόγω λεκτικών σημάτων, αλλά στο γεγονός ότι τα σήματα αυτά προσδιόριζαν ή ήταν ικανά να προσδιορίζουν, για το ενδιαφερόμενο κοινό, τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση καταχωρίσεως. Συνεπώς, δεν έκρινε εν πάση περιπτώσει, σε αντίθεση προς ό,τι υποστηρίζει η Telefon & Buch, ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 40/94 είχε εφαρμογή μόνο σε σημεία ή ενδείξεις που στερούνταν πλήρως διακριτικού χαρακτήρα.
35 Υποστηρίζοντας ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε ως προς το περιεχόμενο των επίδικων λεκτικών σημάτων, τα οποία όφειλε να αντιμετωπίσει ως αδιαμφισβήτητους νεολογισμούς με περισσότερες πιθανές σημασίες, που δεν παριστούν, για τον μέσο καταναλωτή, με σαφήνεια τα προϊόντα και τις υπηρεσίες στα οποία αναφέρονται, η Telefon & Buch στρέφεται στην πραγματικότητα, χωρίς να επικαλείται οποιαδήποτε πλημμέλεια σχετική με την αλλοίωση των στοιχείων της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Πρωτοδικείο, μόνον κατά της εκ μέρους του εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Η εκτίμηση αυτή όμως δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑104/00 P, DKV κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2002, σ. I‑7561, σκέψη 22).
36 Τέλος, σε αντίθεση προς ό,τι υποστηρίζει η Telefon & Buch, το Πρωτοδικείο δεν διαπίστωσε ρητά ότι τα επίδικα λεκτικά σήματα ήταν πολυσήμαντα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως που αντλείται από το γεγονός ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου πάσχει λόγω αντιφάσεων του σκεπτικού του, καθότι θεώρησε ορισμένα πολυσήμαντα κατά την άποψή του λεκτικά σήματα ως περιγραφικά, δεν μπορεί παρά να απορριφθεί.
37 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το Πρωτοδικείο δεν απέκλεισε την πολυσημία των εν λόγω λεκτικών σημάτων, πρέπει να υπομνησθεί, όπως προκύπτει από τη σκέψη 28 της παρούσας διατάξεως, ότι αρκεί ένα σημείο να έχει, σε μία τουλάχιστον από τις ενδεχόμενες σημασίες του, περιγραφικό χαρακτήρα προκειμένου να του αντιταχθεί απαγόρευση καταχωρίσεως κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 240/94.
38 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως της Telefon & Buch είναι προδήλως αβάσιμη και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή το Γραφείο ζήτησε να καταδικαστεί η Telefon & Buch στα δικαστικά έξοδα, η δε τελευταία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Telefon & Buch VerlagsgmbH στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 5 Φεβρουαρίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
R. Grass
J. N. Cunha Rodrigues
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy