Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσέγγιση των νομοθεσιών - Διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων - Οδηγία 89/665 - Προσωρινά μέτρα - Συνεκτίμηση από την αρμόδια για τις διαδικασίες προσφυγής αρχή των πιθανοτήτων ευδοκιμήσεως της κύριας προσφυγής - Επιτρέπεται - Προϋποθέσεις
(Οδηγία του Συμβουλίου 89/665, άρθρο 2)
Περίληψη
$$Το άρθρο 2 της οδηγίας 89/665 για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50 για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι η αρχή που είναι αρμόδια για τις διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, όταν αποφαίνεται επί αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, υποχρεούται ή δύναται να λαμβάνει υπόψη τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως της προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση παράνομης αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής, αρκεί οι εφαρμοστέοι για τη λήψη των ασφαλιστικών αυτών μέτρων εθνικοί κανόνες να μην είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που αφορούν παρόμοια ένδικα βοηθήματα της εσωτερικής έννομης τάξεως και να μην καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη.
( βλ. σκέψη 33 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-424/01,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesvergabeamt (Αυστρία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
CS Communications & Systems Austria GmbH
και
Allgemeine Unfallversicherungsanstalt,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (EE L 395, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, Α. La Pergola και S. von Bahr, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
αφού το αιτούν δικαστήριο ενημερώθηκε ότι το Δικαστήριο θα αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του,
αφού οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου ενδιαφερόμενοι κλήθηκαν να καταθέσουν ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους επί του ζητήματος,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την επομένη, το Bundesvergabeamt υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (EE L 395, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1, στο εξής: οδηγία 89/665).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της CS Communications & Systems Austria GmbH (στο εξής: CS Austria) και του Allgemeine Unfallversicherungsanstalt (στο εξής: AUV), σχετικά με την απόφαση του AUV να αποκλείσει, χωρίς να εξετάσει κατ' ουσίαν, την προσφορά που είχε υποβάλει η CS Austria στο πλαίσιο συνάψεως συμβάσεως για την προμήθεια, συναρμολόγηση και εγκατάσταση διαφόρων ηλεκτρονικών εξαρτημάτων δικτύων, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούσε τους όρους της προκηρύξεως.
Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
3 Όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική της σκέψη, σκοπός της οδηγίας 89/665 είναι να διασφαλίσει περαιτέρω την διαφάνεια και την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων κατά την μετάβαση σε καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού σε κοινοτικό επίπεδο, όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, ειδικότερα δε να διασφαλίσει την ύπαρξη στα κράτη μέλη αποτελεσματικών και ταχέων μέσων παροχής ένδικης προστασίας σε περίπτωση παραβιάσεως της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη αυτή τη νομοθεσία.
4 Υπό το πρίσμα αυτό, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε «τα μέτρα που λαμβάνονται [για την εξασφάλιση της ύπαρξης αποτελεσματικών και ταχέων μέσων παροχής ένδικης προστασίας] να προβλέπουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου:
α) να λαμβάνονται, το συντομότερο δυνατόν και με την επείγουσα διαδικασία, προσωρινά μέτρα για να επανορθωθεί η εικαζόμενη παράβαση ή να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία των θιγομένων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που αναστέλλουν ή επιτρέπουν την αναστολή της διαδικασίας σύναψης της εν λόγω σύμβασης του δημοσίου ή της εκτέλεσης οποιασδήποτε απόφασης λαμβάνεται από τις αναθέτουσες αρχές
β) να ακυρώνουν ή να επιτρέπουν την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων, και ιδίως να καταργούν τις τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές που εισάγουν διακρίσεις και περιλαμβάνονται στα έγγραφα με τα οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, στις συγγραφές υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης της συγκεκριμένης σύμβασης
γ) να επιδικάζουν αποζημίωση στα ζημιωθέντα από την παράβαση πρόσωπα.»
5 Όσον αφορά τη λήψη προσωρινών μέτρων, το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 89/665 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι υπεύθυνες αρχές, εξετάζοντας αν πρέπει να λάβουν προσωρινά μέτρα, μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους τις πιθανές συνέπειες αυτών των μέτρων για όλα τα συμφέροντα που ενδέχεται να ζημιωθούν, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, και να αποφασίζουν να μην τα χορηγήσουν εάν οι αρνητικές συνέπειες μπορεί να είναι σοβαρότερες από την ωφέλειά τους. Η απόφαση να μην χορηγηθούν προσωρινά μέτρα δεν θίγει τα άλλα δικαιώματα που διεκδικεί ο αιτών τα μέτρα αυτά.»
6 Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 89/665:
«Όταν οι υπεύθυνες για τις διαδικασίες προσφυγής αρχές δεν ειναι δικαστικές, οι αποφάσεις τους πρέπει πάντοτε να αιτιολογούνται γραπτώς. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει επίσης να θεσπίζονται διατάξεις που να εγγυώνται την ύπαρξη διαδικασιών με τις οποίες κάθε μέτρο της βασικής αρμόδιας αρχής που εικάζεται ότι είναι παράνομο ή κάθε εικαζόμενη παράλειψή της κατά την εκτέλεση των εξουσιών που της έχουν ανατεθεί, να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής προσφυγής ή προσφυγής ενώπιον άλλης αρχής η οποία θεωρείται δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου [234] της Συνθήκης και είναι ανεξάρτητη από την αναθέτουσα αρχή και τη βασική αρχή.»
Το εθνικό νομικό πλαίσιο
7 Η οδηγία 89/665 μεταφέρθηκε στο αυστριακό δίκαιο με τον Bundesgesetz über die Vergabe von Aufträgen (Bundesvergabegesetz) (ομοσπονδιακό νόμο για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, BGBl. 1993/462). Ο νόμος αυτός αντικαταστάθηκε το 1997 από άλλον που φέρει τον ίδιο τίτλο (BGBl. Ι, 1997/56, στο εξής: BVergG).
8 Το άρθρο 113 του BVergG ορίζει:
«1. Το Bundesvergabeamt είναι αρμόδιο για τις διαδικασίες προσφυγής, των οποίων επιλαμβάνεται σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις.
2. Μέχρι την ανάθεση της συμβάσεως, το Bundesvergabeamt είναι αρμόδιο:
a) να εκδίδει διατάξεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και
b) να ακυρώνει παράνομες αποφάσεις της αναθέτουσας αρχής
προκειμένου να θέτει τέρμα στις παραβιάσεις του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου και των σχετικών κανονιστικών αποφάσεων εφαρμογής.
3. Μετά την ανάθεση της συμβάσεως ή μετά το πέρας της διαδικασίας αναθέσεως, το Bundesvergabeamt είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί του αν η σύμβαση δεν ανατέθηκε στον υποψήφιο που υπέβαλε την καλύτερη προσφορά κατά παράβαση του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου ή των σχετικών κανονιστικών αποφάσεων εφαρμογής. [...]»
9 Το άρθρο 116 του BVergG, που αφορά την έκδοση διατάξεων για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, προβλέπει:
«1. Μετά την άσκηση της προσφυγής, το Bundesvergabeamt υποχρεούται, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, να διατάσσει αμελλητί, με διάταξη εκδιδόμενη κατά την επείγουσα διαδικασία, τη λήψη των προσωρινών μέτρων που κρίνει αναγκαία και πρόσφορα προς τερματισμό ή αποτροπή υφιστάμενης ή επικείμενης ζημίας των συμφερόντων του αιτούντος εκ της προβαλλόμενης παραβιάσεως.
[...]
3. Πριν διατάξει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, το Bundesvergabeamt οφείλει να σταθμίσει τις πιθανές συνέπειες του διατασσόμενου προσωρινού μέτρου επί του συνόλου των δυναμένων να θιγούν συμφερόντων του αιτούντος, των λοιπών υποψηφίων ή μετεχόντων στον διαγωνισμό και της αναθέτουσας αρχής, καθώς και την τυχόν ύπαρξη ιδιαιτέρου δημοσίου συμφέροντος για τη συνέχιση της διαδικασίας αναθέσεως. Αν από τη σχετική εξέταση προκύψει ότι οι αρνητικές συνέπειες των προσωρινών μέτρων είναι σοβαρότερες από την ωφέλειά τους, τότε αυτά δεν πρέπει να διατάσσονται.
4. Με τη διάταξη περί ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να διαταχθεί η προσωρινή αναστολή της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως στο σύνολό της ή ορισμένων αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής, μέχρις της ενδεχόμενης εκδόσεως ακυρωτικής αποφάσεως εκ μέρους του Bundesvergabeamt, ή να διαταχθεί η λήψη παντός άλλου πρόσφορου προσωρινού μέτρου. Συναφώς, πρέπει να διατάσσεται το λιγότερο αυστηρό προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού προσωρινό μέτρο.
[...]
6. Οι διατάξεις περί ασφαλιστικών μέτρων είναι άμεσα εκτελεστές. Η εκτέλεσή τους διέπεται από τον Verwaltungsvollstreckungsgesetz 1991 [νόμο για την αναγκαστική εκτέλεση των διοικητικών αποφάσεων, BGBl. 1991/53].»
Το ιστορικό της διαφοράς και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Η AUV δημοσίευσε στις 9 Ιουλίου 2001 προκήρυξη διαγωνισμού για τη σύναψη συμβάσεως προμήθειας, συναρμολογήσεως και εγκαταστάσεως διαφόρων ηλεκτρονικών εξαρτημάτων δικτύων, καθώς και των λογισμικών διαχειρίσεως αυτών. H αξία της συμβάσεως, η οποία περιελάμβανε και την εκπαίδευση στη χρήση των εν λόγω λογισμικών, ανερχόταν, κατ' εκτίμηση, σε ένα εκατομμύριο ευρώ.
11 Με έγγραφο της 10ης Σεπτεμβρίου 2001, η CS Austria υπέβαλε προσφορά στο πλαίσιο της προκηρύξεως αυτής, διευκρινίζοντας πάντως ότι δεν σκόπευε να παραδώσει καινούρια προϊόντα, αλλά μεταχειρισμένα, τα οποία είχαν υποβληθεί σε γενικό έλεγχο.
12 Με έγγραφο της 19ης Σεπτεμβρίου 2001, η AUV ανακοίνωσε στη CS Austria ότι η προσφορά της αποκλείστηκε χωρίς να γίνει έλεγχος του περιεχομένου της, διότι δεν πληρούσε τους όρους της προκηρύξεως. Η ΑUV επικαλέστηκε τη σχετική νομολογία των αυστριακών πολιτικών δικαστηρίων, κατά την οποία, σε περίπτωση αμφιβολίας και ελλείψει ρητής αντίθετης διατάξεως, πρέπει να θεωρείται ότι στο πλαίσιο συμβάσεως κρατικών προμηθειών προσφέρονται μόνο καινούρια προϊόντα.
13 Με προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Bundesvergabeamt, η CS Austria ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 113 του BVergG, την ακύρωση της απορριπτικής αυτής αποφάσεως και τη λήψη του προσωρινού μέτρου της απαγορεύσεως της εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής συνάψεως της συμβάσεως μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής. Προς στήριξη της προσφυγής της, η CS Austria ισχυρίστηκε, αφενός, ότι στην προκήρυξη ουδεμία νύξη γινόταν ως προς το ότι τα παραδοτέα προϊόντα έπρεπε να είναι καινούρια, αλλά απλώς τονιζόταν ότι τα προϊόντα αυτά έπρεπε να ανταποκρίνονται σε όλες τις ισχύουσες προδιαγραφές ασφαλείας, κάτι το οποίο συνέβαινε εν προκειμένω, δεδομένου ότι τα προτεινόμενα από αυτήν προϊόντα είχαν υποβληθεί σε γενικό έλεγχο και - ως ηλεκτρονικά τμήματα κυκλωμάτων - δεν υπόκειντο σε οποιουδήποτε είδους φθορά. Η CS Austria υποστήριξε, αφετέρου, ότι υπέβαλε την προσφορά με τη χαμηλότερη τιμή, η οποία ήταν πάντως από τεχνικής απόψεως απολύτως ισάξια με τις προσφορές των λοιπών μετεχόντων στον διαγωνισμό, και ότι για τον λόγο αυτό έπρεπε να της ανατεθεί η σύμβαση, οπότε η απόφαση της AUV να απορρίψει την προσφορά της χωρίς εξέταση του περιεχομένου της ήταν παράνομη και ικανή να της προκαλέσει σοβαρή οικονομική ζημία.
14 Η AUV ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση για τη λήψη του προσωρινού αυτού μέτρου, με το επιχείρημα ότι, πρώτον, σε περίπτωση καθυστερήσεως της αναθέσεως κατά δύο μήνες θα κινδύνευε να υποστεί σημαντική οικονομική ζημία και θα υπήρχε κίνδυνος μειώσεως των νοσηλευτικών δυνατοτήτων των νοσοκομείων για τα οποία προορίζονται οι παραδόσεις και ότι, δεύτερον, η αίτηση για τη λήψη του προσωρινού μέτρου είχε υποβληθεί καταχρηστικώς, εφόσον η προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής, προς διασφάλιση της οποίας ζητήθηκε η λήψη του προσωρινού μέτρου, δεν ήταν δυνατό να ευδοκιμήσει. Συναφώς, η AUV υπενθύμισε ότι η CS Austria δέχθηκε ότι η προσφορά της δεν αφορούσε παρά μόνο μεταχειρισμένα προϊόντα, τα οποία είχαν υποβληθεί σε γενικό έλεγχο, ενώ, κατά πάγια νομολογία των αυστριακών πολιτικών δικαστηρίων, ελλείψει ρητής αντίθετης διατάξεως, στο πλαίσιο συμβάσεως οφείλονται πάντοτε καινούρια προϊόντα. Δεδομένου ότι η προκήρυξη δεν περιείχε ρητή πρόβλεψη για τη δυνατότητα προμήθειας μεταχειρισμένων μηχανημάτων, η προσφορά της CS Austria έπρεπε, κατά την AUV, να απορριφθεί χωρίς περαιτέρω έλεγχο.
15 Με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, το Bundesvergabeamt δέχθηκε εν μέρει το αίτημα της CS Austria, απαγορεύοντας στην αναθέτουσα αρχή να προβεί στη σύναψη της συμβάσεως μέχρι τις 25 Νοεμβρίου 2001. Ωστόσο, επιφυλάχθηκε ως προς τα λοιπά κεφάλαια της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, θεωρώντας ότι η απόφασή του εξαρτάται από την ερμηνεία του άρθρου 2 της οδηγίας 89/665. Συναφώς, το Bundesvergabeamt παρατηρεί ότι, καίτοι ο Αυστριακός νομοθέτης έλαβε - με το άρθρο 116, παράγραφος 3, του BVergG - τα μέτρα που απαιτούνται για τη μεταφορά του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 89/665 στο εσωτερικό δίκαιο, η τελευταία αυτή διάταξη δεν προβλέπει ρητώς ότι οι αρμόδιες για τις διαδικασίες προσφυγής αρχές στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων λαμβάνουν υπόψη τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως της προσφυγής που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής.
16 Πράγματι, σύμφωνα με το Bundesvergabeamt, η διάταξη αυτή θα ήταν δυνατό να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη μόνον τις αντικειμενικές δυσχέρειες που πιθανόν να συνεπάγεται η λήψη του προσωρινού μέτρου, όπως, λόγου χάρη, η καθυστέρηση συνάψεως της συμβάσεως με όλες τις εντεύθεν αρνητικές επιπτώσεις. Υπέρ της ερμηνείας αυτής μπορεί να προβληθεί το επιχείρημα της διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, κατά την έννοια της οδηγίας 89/665, και τούτο διότι η συνεκτίμηση των πιθανοτήτων ευδοκιμήσεως της κύριας προσφυγής ήδη κατά το στάδιο της αποφάσεως περί προσωρινών μέτρων θα προδίκαζε στην πράξη την έκβαση της κύριας δίκης.
17 Το Bundesvergabeamt επισημαίνει, εντούτοις, ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 89/665 επιτρέπει ρητά στις αρμόδιες για τις διαδικασίες προσφυγής αρχές στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων να λαμβάνουν υπόψη τις πιθανές συνέπειες των προσωρινών μέτρων επί του συνόλου των συμφερόντων που ενδέχεται να θιγούν, καθώς και το δημόσιο συμφέρον. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αποκλειστεί, στο πλαίσιο αυτής της σταθμίσεως συμφερόντων, η δυνατότητα των αρμοδίων αρχών να εξετάζουν και τις πιθανότητες απορρίψεως της προσφυγής που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής.
18 Εκτιμώντας, υπό τις συνθήκες αυτές, ότι η επίλυση της εκκρεμούσας ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Bundesvergabeamt αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Υποχρεούνται οι αρμόδιες για τις διαδικασίες προσφυγής αρχές κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 8, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ, της 18ης Ιουνίου 1992, να λαμβάνουν υπόψη, στο πλαίσιο της σταθμίσεως συμφερόντων που πρέπει να γίνεται βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ πριν από την έκδοση αποφάσεως επί αιτήσεως για τη λήψη προσωρινών μέτρων, τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως της προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση παράνομης αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της προαναφερθείσας οδηγίας;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Δύνανται οι αρμόδιες για τις διαδικασίες προσφυγής αρχές κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 8, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ, της 18ης Ιουνίου 1992, να λαμβάνουν υπόψη, στο πλαίσιο της σταθμίσεως συμφερόντων που πρέπει να γίνεται βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ πριν από την έκδοση αποφάσεως επί αιτήσεως για τη λήψη προσωρινών μέτρων, τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως της προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση παράνομης αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της προαναφερθείσας οδηγίας;»
19 Το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε επίσης στο Δικαστήριο αίτηση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως με την ταχεία διαδικασία του άρθρου 104α του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, με το επιχείρημα ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα τίθενται στο πλαίσιο επείγουσας διαδικασίας και αφορούν μια μη εισέτι συναφθείσα σύμβαση, την οποία η αναθέτουσα αρχή επιθυμεί να συνάψει το ταχύτερο δυνατό, δεδομένου ότι η τυχόν καθυστέρηση ενδέχεται να μειώσει τις νοσηλευτικές δυνατότητες των ακτινογραφικών μονάδων σε δύο μεγάλα νοσοκομεία της Αυστρίας.
20 Ωστόσο, με απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2001, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε την τελευταία αυτή αίτηση, με το επιχείρημα ότι οι περιστάσεις τις οποίες επικαλείται το αιτούν δικαστήριο δεν καθιστούν την έκδοση αποφάσεως επί των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων εξαιρετικά επείγουσα.
Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
21 Επικαλούμενη την απόφαση περί παραπομπής του Bundesvergabeamt της 11ης Ιουλίου 2001, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο μιας άλλης υποθέσεως συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου υπό τον αριθμό C-314/01 και εκκρεμεί αυτή τη στιγμή ενώπιόν του, η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν το αιτούν όργανο έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα, με το επιχείρημα ότι το εν λόγω όργανο δέχθηκε με την ως άνω απόφαση ότι οι αποφάσεις του δεν «περιέχουν διαταγές προς την αναθέτουσα αρχή επιδεχόμενες αναγκαστική εκτέλεση». Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αμφιβάλλει ως προς το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων του Bundesvergabeamt στην παρούσα υπόθεση με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου και ιδίως τις αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1998, C-134/97, Victoria Film, Συλλογή 1998, σ. Ι-7023, σκέψη 14, και της 14ης Ιουνίου 2001, C-178/99, Salzmann, Συλλογή 2001, σ. Ι-4421, σκέψη 14, κατά τις οποίες τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα μπορούν να αποταθούν στο Δικαστήριο μόνον εφόσον εκκρεμεί ενώπιόν τους διαφορά και εφόσον καλούνται να αποφανθούν στο πλαίσιο διαδικασίας που πρόκειται να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα.
22 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί, αφενός, ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 116, παράγραφος 4, του BVergG, το Bundesvergabeamt, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία της αναθέσεως στο σύνολό της ή μόνον ορισμένες αποφάσεις της αναθέτουσας αρχής ή να διατάξει άλλα πρόσφορα μέτρα.
23 Από την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου προκύπτει, αφετέρου, ότι οι διατάξεις του Bundesvergabeamt περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων είναι άμεσα εκτελεστές και διέπονται από τον νόμο του 1991 για την αναγκαστική εκτέλεση των διοικητικών αποφάσεων.
24 Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε κανένα επιχείρημα από το οποίο να γεννώνται αμφιβολίες όσον αφορά τη δεσμευτικότητα των εν λόγω διατάξεων περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ουδείς λόγος συντρέχει, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 116, παράγραφοι 4 και 6, του BVergG, να τεθεί υπό αμφισβήτηση ο δικαιοδοτικός χαρακτήρας του Bundesvergabeamt.
25 Επομένως, τα ερωτήματα του δικαστηρίου αυτού είναι παραδεκτά.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
26 Με τα δύο προδικαστικά του ερωτήματα, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ουσιαστικώς, αν προκύπτει από την οδηγία 89/665, και ειδικότερα από το άρθρο 2, παράγραφος 4, ότι η αρχή που είναι αρμόδια για τις διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, όταν αποφαίνεται επί αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, υποχρεούται ή, ενδεχομένως, δύναται να λαμβάνει υπόψη τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως της προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση παράνομης αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής.
27 Κρίνοντας ότι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα δεν αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία, το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του, πληροφόρησε το αιτούν δικαστήριο ότι προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη και κάλεσε τους ενδιαφερομένους, κατά την έννοια του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να υποβάλουν ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους επί του ζητήματος.
28 Μόνον η Επιτροπή κατέθεσε παρατηρήσεις εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Μολονότι επανέλαβε τις αμφιβολίες της για το παραδεκτό των υποβληθέντων ερωτημάτων, δήλωσε ότι συμφωνεί με την πρόθεση του Δικαστηρίου να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
29 Πρέπει να επισημανθεί ότι οι πιθανότητες ευδοκιμήσεως της προσφυγής ακυρώσεως δεν συγκαταλέγονται ρητά μεταξύ των στοιχείων, τα οποία η αρχή που είναι αρμόδια για τις διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων οφείλει ή δύναται να λαμβάνει υπόψη, όταν αποφαίνεται επί αιτήσεως προσωρινών μέτρων βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 89/665, αλλά και ότι η οδηγία δεν απαγορεύει να λαμβάνονται αυτές υπόψη. Συγκεκριμένα, το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας αρκείται στη διευκρίνιση ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τη δυνατότητα της εν λόγω αρχής να λαμβάνει υπόψη τις πιθανές συνέπειες των προσωρινών μέτρων επί του συνόλου των συμφερόντων που ενδέχεται να θιγούν, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, και να αποφασίζει να μη χορηγήσει τα μέτρα αυτά, εάν οι αρνητικές συνέπειες μπορεί να είναι σοβαρότερες από την ωφέλειά τους.
30 Ελλείψει συγκεκριμένης κοινοτικής ρυθμίσεως επί του θέματος, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τα της λήψεως προσωρινών μέτρων από τις αρχές που είναι αρμόδιες για τις διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, λαμβάνοντας υπόψη τον επιδιωκόμενο με την οδηγία 89/665 σκοπό, που είναι να εξασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις των αναθετουσών αρχών θα μπορούν να αποτελούν αντικείμενο αποτελεσματικών προσφυγών με διαδικασία όσο το δυνατόν ταχύτερη, σε περίπτωση παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη αυτή τη νομοθεσία.
31 Πρέπει, πάντως, να υπενθυμισθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι εφαρμοστέοι εθνικοί κανόνες να μην είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που αφορούν παρόμοια ένδικα βοηθήματα της εσωτερικής έννομης τάξεως (αρχή της ισοδυναμίας) και να μην καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ., μεταξύ άλλων, στην ίδια κατεύθυνση, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2002, C-92/00, ΗΙ, Συλλογή 2002, σ. Ι-5553, σκέψη 67· της 11ης Ιουλίου 2002, C-62/00, Marks & Spencer, Συλλογή 2002, σ. Ι-6325, σκέψη 34, και της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C-255/00, Grundig Italiana, Συλλογή 2002, σ. Ι-8003, σκέψη 33).
32 Όσον αφορά τη δεύτερη αυτή αρχή, επιβάλλεται να διαπιστωθεί ότι το γεγονός ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας προβλέπει για την αρχή που είναι αρμόδια για τις διαδικασίες προσφυγής στον τομέα συνάψεως δημοσίων συμβάσεων την υποχρέωση ή, ενδεχομένως, τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως της προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση παράνομης αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής, δεν μπορεί να θίξει την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που παρέχουν οι κοινοτικές οδηγίες περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και, ιδίως, το δικαίωμα σε ένα αποτελεσματικό και ταχύ μέσο ένδικης προστασίας, όπως προβλέπεται από την οδηγία 89/665, δεδομένου ότι μια τέτοια εθνική διάταξη επιτρέπει απλώς να λαμβάνεται υπόψη, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ο βαθμός πιθανολογήσεως της προβαλλόμενης παραβιάσεως της κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη αυτή τη νομοθεσία.
33 Συνεπώς, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 89/665 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι η αρχή που είναι αρμόδια για τις διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, όταν αποφαίνεται επί αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, υποχρεούται ή δύναται να λαμβάνει υπόψη τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως της προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση παράνομης αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής, αρκεί οι εφαρμοστέοι για τη λήψη των ασφαλιστικών αυτών μέτρων εθνικοί κανόνες να μην είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που αφορούν παρόμοια ένδικα βοηθήματα της εσωτερικής έννομης τάξεως και να μην καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Αυστριακή και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001 το Bundesvergabeamt, αποφαίνεται:
Το άρθρο 2 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι η αρχή που είναι αρμόδια για τις διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, όταν αποφαίνεται επί αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, υποχρεούται ή δύναται να λαμβάνει υπόψη τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως της προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση παράνομης αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής, αρκεί οι εφαρμοστέοι για τη λήψη των ασφαλιστικών αυτών μέτρων εθνικοί κανόνες να μην είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που αφορούν παρόμοια ένδικα βοηθήματα της εσωτερικής έννομης τάξεως και να μην καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη.
Full & Egal Universal Law Academy