Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών - Απαράδεκτο - Απόρριψη
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρα 50, εδ. 2, και 51)
2. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως ασφαλιστικών μέτρων - Έκταση των εξουσιών του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 104)
3. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - ροϋποθέσεις λήψεως - Εκ πρώτης όψεως βάσιμο - εριορισμός δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας - Λήψη υπόψη, κατά την εκτίμηση του επείγοντος και κατά τη στάθμιση των συμφερόντων, της σοβαρότητας του λόγου - Νομική πλάνη - Δεν υφίσταται
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
4. Αναίρεση - Λόγοι - Νομική πλάνη στην οποία έχει υποπέσει ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής - Επίπτωση επί του κύρους της διατάξεως λήψεως προσωρινών μέτρων - ροϋποθέσεις
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 50, εδ. 2)
Περίληψη
1. Δυνάμει των άρθρων 225 ΕΚ και 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως «περιορίζεται στα νομικά ζητήματα», αποκλειομένης της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και επί των αναιρέσεων που ασκούνται σύμφωνα με το άρθρο 50, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου οργανισμού.
Το ρωτοδικείο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, πλην της περιπτώσεως κατά την οποία η ανακρίβεια των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως της αλλοιώσεως των στοιχείων που του έχουν υποβληθεί, νομικό ζήτημα υποκείμενο, αυτό καθεαυτό, στο πλαίσιο μιας αιτήσεως αναιρέσεως, στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
( βλ. σκέψεις 53-54 )
2. Στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων με αντικείμενο την αναστολή εκτελέσεως πράξεως κοινοτικού οργάνου, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των μέτρων αυτών δικαστής υποχρεούται να ελέγξει εάν ο αιτών έχει καταδείξει την ύπαρξη του επείγοντος και έχει επικαλεσθεί πραγματικά και νομικά επιχειρήματα τα οποία δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου.
Δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εκτός εάν πρόκειται για την αμφισβήτηση των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η λήψη ενός προσωρινού μέτρου, η νομολογία κατά την οποία ο έλεγχος που το Δικαστήριο ασκεί, στο πλαίσιο μιας προσφυγής ακυρώσεως, σχετικά με αποφάσεις στηριζόμενες σε περίπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις, περιορίζεται στη διαπίστωση της τηρήσεως των διαδικαστικών κανόνων, στο επαρκές της αιτιολογίας, στην ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών και στην ανυπαρξία προδήλου πλάνης εκτιμήσεως καθώς και καταχρήσεως εξουσίας.
ράγματι, μια τέτοια μεταφορά, όπου στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων κινηθείσας κατά αποφάσεως περί προσωρινών μέτρων, ο αιτών θα μπορούσε να επικαλεστεί το αρκούντως πειστικό, εκ πρώτης όψεως, βάσιμο των ισχυρισμών του (fumus boni juris) και να καταδείξει την ύπαρξη προδήλων πλανών εκτιμήσεως σε σχέση με την αξιολόγηση του επείγοντος και, ενδεχομένως, την εκ μέρους της Επιτροπής στάθμιση των συμφερόντων, θα ενείχε τον κίνδυνο να μειωθεί υπερβολικά η προσωρινή ένδικη προστασία και να περιοριστεί η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει ο δικάζων εν προκειμένω δικαστής, στο πλαίσιο της ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί.
Το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση αφορά τη λήψη από την Επιτροπή προσωρινών μέτρων δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση αυτή. ράγματι, δεν δικαιολογείται να προσδίδεται σε τέτοιες προσωρινές αποφάσεις της Επιτροπής ιδιαίτερη βαρύτητα, στο πλαίσιο των αιτήσεων λήψεως προσωρινών μέτρων. Επομένως, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν μπορεί, όταν εξετάζει τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τη λήψη τέτοιων μέτρων, να δίδει μεγαλύτερη σημασία στις προσωρινές εκτιμήσεις της Επιτροπής απ' ό,τι, στις οριστικές εκτιμήσεις αυτής.
( βλ. σκέψεις 56-59 )
3. Στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως και τη λήψη προσωρινών μέτρων πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο συνολικής εξετάσεως, στο πλαίσιο της οποίας ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Έτσι, η κατά το μάλλον ή ήττον σοβαρότητα των ισχυρισμών που προβάλλονται για να καταδειχθεί το εκ πρώτης όψεως βάσιμο μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, κατά την εκ μέρους του εκτίμηση του επείγοντος, και, ενδεχομένως, της σταθμίσεως των συμφερόντων.
Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από τη σημασία που αναγνωρίζεται στο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, η άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί να υπόκειται στους επιβαλλόμενους δυνάμει του άρθρου 82 ΕΚ περιορισμούς μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις.
Ως εκ τούτου, μια διάταξη στην οποία λαμβάνεται υπόψη η ένταση του εκ πρώτης όψεως βασίμου, που προβάλλεται από τον αιτούντα, και η οποία, μεταξύ άλλων, προσδίδει σημασία στις συνέπειες της επίδικης αποφάσεως σχετικά με το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, του οποίου ο αιτών είναι δικαιούχος, δεν πάσχει από νομική πλάνη.
( βλ. σκέψεις 63-65 )
4. Μια νομική πλάνη σε σχέση με την ερμηνεία διατάξεως κοινοτικού δικαίου είναι δυνατό να θέσει υπό αμφισβήτηση το κύρος μιας διατάξεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων μόνον εφόσον είναι καθοριστική για την εκτίμηση μιας από τις προϋποθέσεις λήψεως τέτοιων μέτρων.
( βλ. σκέψεις 81-82 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-481/01 P(R),
NDC Health Corporation, πρώην National Data Corporation, με έδρα την Ατλάντα (Ηνωμένες ολιτείες),
και
NDC Health GmbH & Co. KG, με έδρα το Waldems-Esch (Γερμανία),
εκπροσωπούμενες από τον F. Fine, solicitor, τον C. Price, avocat, τους Ι. S. Forrester, QC, D. Powell, solicitor, A. F. Gagliardi, avvocato, και J. Killick, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσες,
που έχει ως αντικείμενο την αναίρεση της διατάξεως του ροέδρου του ρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 26ης Οκτωβρίου 2001, T-184/01 R, IMS Health κατά Επιτροπής (μη ακόμα δημοσιευθείσα στη Συλλογή),
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι οι
IMS Health Inc., με έδρα το Fairfield (Ηνωμένες ολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους N. Levy και J. Temple Lang, solicitors, καθώς και από τον R. O'Donoghue, barrister,
αιτούσα πρωτοδίκως,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον A. Whelan, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
και
AzyX Deutschland GmbH Geopharma Information Services, με έδρα το Neu-Isenburg (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους G. Vandersanden και L. Levi,
παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα A. Tizzano,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Δεκεμβρίου 2001, οι NDC Health Corporation, πρώην National Data Corporation, και NDC Health GmbH & Co. KG (στο εξής: και οι δυο μαζί, NDC) υπέβαλαν, δυνάμει των άρθρων 225 ΕΚ και 50, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του ροέδρου του ρωτοδικείου, της 26ης Οκτωβρίου 2001, T-184/01 R, IMS Health κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία ο τελευταίος διέταξε, μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής, την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως 2002/165/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 2001, για την κίνηση της διαδικασίας βάσει του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ (Υπόθεση COMP D3/38.044 - NDC Health/IMS Health: προσωρινά μέτρα) (ΕΕ 2002, L 59, σ. 18, στο εξής: επίδικη απόφαση).
2 Με υπομνήματα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιανουαρίου 2002, η Επιτροπή, η AzyX Deutschland GmbH Geopharma Information Services (στο εξής: AzyX) και η IMS Health Inc. (στο εξής: IMS) υπέβαλαν τις ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτές παρατηρήσεις τους.
ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
3 Με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή θεώρησε ότι η IMS απολαύει δεσπόζουσας θέσεως στη γερμανική αγορά παροχής υπηρεσιών πληροφορικής σχετικά με τις πωλήσεις και τις προδιαγραφές φαρμακευτικών προϊόντων. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η «δομή των 1 860 τμημάτων μωσαϊκού», που έχει αναπτυχθεί από την IMS και αντιπροσωπεύει το γεωγραφικό πρότυπο αναλύσεως της γερμανικής αγοράς βάσει του οποίου τα δεδομένα τα σχετικά με τις πωλήσεις ανά γεωγραφικές περιοχές μορφοποιούνται ηλεκτρονικά και προσφέρονται στους πελάτες της IMS αποτελεί ένα de facto βιομηχανικό πρότυπο στην οικεία αγορά. Η Επιτροπή συμπέρανε ότι υφίστανται αρκετά τεκμήρια ότι η άρνηση της IMS να παραχωρήσει άδεια χρησιμοποιήσεως των εν λόγω δομών συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως. Αυτή η άρνηση εμποδίζει τους νέους ανταγωνιστές να εισέλθουν ή να διατηρηθούν στην εν λόγω αγορά, πράγμα που προκαλεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στο γενικό συμφέρον.
4 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έλαβε προσωρινά μέτρα με τα οποία επέβαλε στην IMS «να παράσχει αμελλητί άδεια σε όλες τις επιχειρήσεις που είναι παρούσες στη γερμανική αγορά παροχής υπηρεσιών που έχουν ως αντικείμενο την παροχή στοιχείων για τις κατά τόπους πωλήσεις, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος από αυτές και άνευ δυσμενών διακρίσεων, για τη χρήση της δομής των 1 860 τμημάτων μωσαϊκού, προκειμένου να επιτραπούν η χρήση και οι πωλήσεις από τις επιχειρήσεις αυτές στοιχείων για τις κατά τόπους πωλήσεις τα οποία διευθετούνται σύμφωνα με τη δομή αυτή» (άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως). Η Επιτροπή αποφάσισε επίσης ότι τα «δικαιώματα που θα καταβάλλονται για τις άδειες αυτές θα καθορίζονται με συμφωνία μεταξύ της IMS και της επιχειρήσεως που ζητεί την άδεια». Ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των τελευταίων, τα εν λόγω δικαιώματα θα καθορίζονται από έναν ή περισσότερους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες (άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως).
5 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 6 Αυγούστου 2001, η IMS άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
6 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε την ίδια ημέρα στη Γραμματεία του ρωτοδικείου, η IMS ζήτησε επίσης να διαταχθεί η αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως έως ότου το ρωτοδικείο αποφανθεί επί της κύριας προσφυγής.
7 Δεδομένου ότι η αναστολή ζητήθηκε επίσης μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των μέτρων αυτών δικαστής ανέστειλε ex parte, βάσει του άρθρου 105, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του ρωτοδικείου, την εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως, εν αναμονή εκδόσεως της αποφάσεως επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων.
8 Με την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής έκανε δεκτό το αίτημα της IMS και διέταξε την αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως.
9 Το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της υποθέσεως, η επίδικη απόφαση και η ενώπιον του ρωτοδικείου διαδικασία περιγράφονται στις σκέψεις 9 έως 45 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
10 Στις σκέψεις 49 και 50 της εν λόγω διατάξεως, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής υπέμνησε, πρώτα απ' όλα, ότι η εξουσία της Επιτροπής να εκδίδει προσωρινές αποφάσεις στο πλαίσιο των διαδικασιών ανταγωνισμού απορρέει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), και τούτο σύμφωνα με την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο με τη διάταξή του της 17ης Ιανουαρίου 1980, 792/79 R, Camera Care κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/Ι-73), ερμηνεία που επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1984, 228/82 και 229/82, Ford κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1129).
11 Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εξέτασε, στη συνέχεια, το ζήτημα της εκτάσεως της παρεμβάσεώς του αναφορικά με αποφάσεις επιβάλλουσες προσωρινά μέτρα ληφθέντα από την Επιτροπή στο πλαίσιο της εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού. ράγματι, η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι, λόγω του περιορισμένου χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου που διενεργείται στις προσφυγές ακυρώσεως κατά αποφάσεων στηριζομένων σε περίπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις, η IMS υποχρεούνταν, εν προκειμένω, να καταδείξει ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πρόδηλες πλάνες εκτιμήσεως αναφορικά με την αξιολόγηση του εκ πρώτης όψεως βασίμου, το επείγον και τη στάθμιση των συμφερόντων που δικαιολογούσαν τη λήψη των προσωρινών μέτρων που είχαν επιβληθεί με την επίδικη απόφαση (σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
12 Συναφώς, ο ρόεδρος του ρωτοδικείου εξέτασε, στις σκέψεις 58 έως 64 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, διάφορες διατάξεις του Δικαστηρίου και του ρωτοδικείου (διατάξεις του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 1975, 109/75 R, National Carbonising Company κατά Επιτροπής, Rec. 1975, σ. 1193, της 29ης Σεπτεμβρίου 1982, 228/82 R και 229/82 R, Ford κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 3091, και της 19ης Ιουλίου 1995, C-149/95 P (R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-2165, τις διατάξεις του ρωτοδικείου της 21ης Μα_ου 1990, T-23/90 R, Peugeot κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-195, και της 10ης Μαρτίου 1995, T-395/94 R, Atlantic Container κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-595), ενόψει των οποίων, προέβη στις ακόλουθες κρίσεις:
«65 Από την προαναφερθείσα νομολογία δεν απορρέει καμία αρχή η οποία θα στήριζε τον ισχυρισμό της Επιτροπής που υποστηρίζεται από την NDC και την NDC Health, όσον αφορά την ειδική φύση του εκ πρώτης όψεως βασίμου (fumus boni juris) που πρέπει να δικαιολογείται στο πλαίσιο αιτήσεως για τη λήψη προσωρινών μέτρων όσον αφορά μια προσωρινή απόφαση της Επιτροπής με την οποία λαμβάνονται προστατευτικά μέτρα.
66 Ούτε συντρέχει κάποιος άλλος πειστικός λόγος για τον οποίο θα έπρεπε να υποχρεωθεί ο αιτών να αποδείξει με ιδιαιτέρως ισχυρά και σοβαρά στοιχεία τη βασιμότητα των ισχυρισμών του κατά του κύρους μιας πράξεως η οποία αποτελεί άλλωστε μια πρώτη εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη παραβάσεως της κοινοτικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Με τις διατάξεις Ford και Peugeot υπενθυμίστηκε ρητώς ότι αυτές οι αποφάσεις της Επιτροπής έχουν προσωρινό χαρακτήρα [...]. Το γεγονός και μόνον ότι κατά την εκτίμηση της Επιτροπής η λήψη των προστατευτικών μέτρων ήταν επείγουσα δεν δικαιολογεί το να υποχρεώνεται ο αιτών ο οποίος ζητεί την αναστολή της αποφάσεως που επιβάλλει τα μέτρα αυτά να αποδεικνύει με ιδιαίτερα ισχυρά επιχειρήματα το εκ πρώτης όψεως βάσιμο της αιτήσεώς του. Οι επιφυλάξεις της Επιτροπής μπορούν να ληφθούν υπόψη από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή στο πλαίσιο της σταθμίσεως των ενώπιόν του συμφερόντων. Κατά συνέπεια, δεν δικαιολογείται αυτές οι προσωρινές αποφάσεις της Επιτροπής να περιβάλλονται με ιδιαίτερο κύρος έναντι των αιτήσεων για τη λήψη προσωρινών μέτρων».
13 Σχετικά, ειδικότερα, με την έκταση της παρεμβάσεως του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή ενόψει της εκ μέρους της Επιτροπής εκτιμήσεως του επείγοντος και της σταθμίσεως των συμφερόντων, ο εν λόγω δικαστής προέβη στις ακόλουθες κρίσεις:
«72 Εν πάση περιπτώσει, η εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να διαπιστώνονται, σύμφωνα με τη νομολογία Camera Care, πριν λάβει μια απόφαση για την επιβολή προσωρινών μέτρων, αποτελεί, πράγματι, ένα αναγκαίο νομικό προαπαιτούμενο για το κύρος μιας τέτοιας αποφάσεως. Δεδομένου ότι η μη συνδρομή κάποιας από τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η νομολογία αυτή αρκεί για να καταστήσει ανίσχυρη μια απόφαση για την επιβολή προσωρινών μέτρων, η εκτίμηση της Επιτροπής ως προς το στοιχείο του επείγοντος, όπως ακριβώς οποιαδήποτε άλλη εκτίμηση στην οποία προβαίνει στο πλαίσιο της σταθμίσεως των συμφερόντων, αποτελεί τμήμα του ελέγχου της εκ πρώτης όψεως νομιμότητας της αποφάσεως αυτής τον οποίο ασκεί ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής.
73 Κατά συνέπεια, ο αιτών στο πλαίσιο διαδικασίας για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, όπως είναι η προκειμένη, πρέπει να αποδεικνύει, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκ πρώτης όψεως βάσιμο της αιτήσεώς του, την ύπαρξη σοβαρών επιφυλάξεων ως προς την ορθότητα της εκτιμήσεως της Επιτροπής σχετικά με μια τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις που απαιτεί η νομολογία Camera Care. Ωστόσο, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής, στο πλαίσιτο της εκτιμήσεως αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που επιτάσσουν τα άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας για τη λήψη του αιτουμένου προσωρινού μέτρου, ιδίως όμως κατά την εκτίμηση σχετικά με το αν η στάθμιση των συμφερόντων συνηγορεί υπέρ του αιτούντος ή υπέρ της Επιτροπής, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τόσο την εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με το στοιχείο του επείγοντος το οποίο δικαιολογούσε τη λήψη των προσβαλλομένων προσωρινών μέτρων όσο και τούς λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων συνηγορεί υπέρ της λήψεως των μέτρων αυτών.»
14 Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής συμπεραίνει, στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι «ο ισχυρισμός που προέβαλε η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την NDC και την NDC Health, ως προς τον πρόδηλο χαρακτήρα του εκ πρώτης όψεως βασίμου τον οποίο πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ο αιτών την αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία επιβάλλονται προσωρινά μέτρα, είναι αβάσιμος.»
15 Αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως βάσιμο, ο ουσιώδης ισχυρισμός της IMS έθετε υπό αμφισβήτηση την ακρίβεια της νομικής αναλύσεως που απετέλεσε τη βάση του συμπεράσματος της Επιτροπής ότι η άρνηση της εν λόγω εταιρίας να χορηγήσει άδεια συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως που αυτή κατέχει στην οικεία αγορά.
16 Στο πλαίσιο αυτό, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής έκρινε ότι ήταν ανάγκη να εξεταστεί το ζήτημα εάν η IMS είχε αποδείξει ότι υφίσταντο σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την εγκυρότητα της επίδικης αποφάσεως (σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως). Για τον σκοπό αυτό, ο εν λόγω δικαστής ανέλυσε, στη σκέψη 94 έως 105 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, τη νομολογία σχετικά με τις «εξαιρετικές περιστάσεις» υπό τις οποίες η εκ μέρους του δικαιούχου άσκηση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας είναι δυνατόν να συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως (αποφάσεις της 6ης Απριλίου 1995, C-241/91, και C-242/91 P, RTE και ITP κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-743 και της 26ης Νοεμβρίου 1998, C-7/97, Bronner, Συλλογή 1998, σ. Ι-7791).
17 Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής έκρινε ότι η Επιτροπή εξέδωσε, καθώς φαίνεται, την επίδικη απόφαση βάσει μη σωρευτικής ερμηνείας των προϋποθέσεων που έχουν εξομοιωθεί προς «εξαιρετικές περιστάσεις» στην προπαρατεθείσα απόφαση RTE και ITP (σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως). Η Επιτροπή είχε επιδιώξει να δικαιολογήσει την ερμηνεία αυτή αναφερόμενη στην προπαρατεθείσα απόφαση Bronner, πλην όμως ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής έκρινε ότι, «αν και ενδέχεται η ερμηνεία της Επιτροπής να είναι ορθή, ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η ύπαρξη εύλογων λόγων ως προς το ότι συμπίπτουν οι "εξαιρετικές περιστάσεις" [...] (σκέψη 104 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως). Ειδικότερα, ο εν λόγω δικαστής έκρινε ότι ο ισχυρισμός της IMS ότι η νομολογία απαιτεί όπως η άρνηση χορηγήσεως αδειών πρέπει να αποκλείει την εμφάνιση ενός νέου προϊόντος σε αγορά χωριστή από αυτή στην οποία η εν λόγω επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση συνιστά σοβαρό νομικό ζήτημα το οποίο πρέπει να εξεταστεί σε βάθος από το ρωτοδικείο, στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής» (σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
18 Εν κατακλείδι, με την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη διαπιστώθηκε η ύπαρξη «μιας σοβαρής διαφωνίας ως προς την ορθότητα του θεμελιώδους νομικού συμπεράσματος το οποίο στηρίζει την προσβαλλόμενη απόφαση», πράγμα που αποδεικνύει την ύπαρξη ενός εκ πρώτης όψεως βασίμου (σκέψη 106 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
19 Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής έκρινε επίσης ότι συντρέχει η προϋπόθεση σχετικά με το επείγον, ενόψει του πραγματικού και συγκεκριμένου κινδύνου ότι η εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως θα προκαλέσει, πριν από την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής, σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στην IMS (σκέψη 132 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως). Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, ο εν λόγω δικαστής στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, επί των ακολούθων σκέψεων:
«127 Ο υποτιθέμενος καθαρά προσωρινός χαρακτήρας της σημαντικής επεμβάσεως στο συγκεκριμένο περιεχόμενο του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας της αιτούσας δεν αρκεί, αυτός και μόνον, να εξαλείψει τον πραγματικό κίνδυνο της προκλήσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στα συμφέροντα της αιτούσας.
128 ρώτον, υπάρχει ο ορατός κίνδυνος οι νυν πελάτες της IMS Health, πολλοί εκ των οποίων είναι οι ίδιοι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες ή επιχειρήσεις που ανήκουν σε οικονομικά ισχυρούς πολυεθνικούς ομίλους, αν έχουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ ανταγωνιστών που προσφέρουν υπηρεσίες με αντικείμενο την παροχή δεδομένων για τις τοπικές πωλήσεις που βασίζονται στη δομή των 1 860 τμημάτων μωσαϊκού για χρονικό διάστημα 2 έως 3 έτη, να μην δεχθούν πρόθυμα την αναγκαστική επιστροφή τους σε μία και μόνον υπηρεσία προσφερόμενη σε υψηλότερη τιμή από προμηθευτή που παρέχει την υπηρεσία αυτή μονοπωλιακώς. Δεύτερον, η δυσαρέσκεια των πελατών της IMS Health θα αυξηθεί αν, όπως πληροφόρησαν οι παρεμβαίνουσες κατά την προφορική διαδικασία τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, οι λεπτομέρειες των υπηρεσιών με αντικείμενο την παροχή δεδομένων σχετικά με πωλήσεις τις οποίες προσφέρουν αυτές, μολονότι κατ' ανάγκη στηρίζονται στη δομή των 1 860 τμημάτων μωσαϊκού, διαφέρουν σε σημαντικό βαθμό από τις υπηρεσίες που προσφέρει η αιτούσα. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η δυσαρέσκεια αυτή να εκδηλωθεί ως προθυμία αναλήψεως των αναγκαίων εξόδων προκειμένου να δεχτούν δεδομένα σχετικά με τις πωλήσεις σε μορφή μη συμβατή με τη δομή των 1 860 τμημάτων μωσαϊκού προκειμένου να αποφύγουν την επάνοδο στις υπηρεσίες της αιτούσας που κατέχει οιονεί μονοπωλιακή θέση στην οικεία αγορά. Αυτό μπορεί όντως να συμβεί καθόσον πολλοί εκ των πελατών αυτών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σημεία 75 έως 84), έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, μέσω του RPM Arbeitskreis (ομάδα εργασίας), στην ανάπτυξη της δομής των 1 860 τμημάτων μωσαϊκού. Το γεγονός και μόνον ότι ορισμένοι εξ αυτών έδειξαν απροθυμία, όπως υποστηρίζει η AzyX, στη διάσκεψη που οργάνωσε στη Φρανκφούρτη επί του Μάιν στις 15 Μαρτίου 2001, κατά τη διάρκεια μιας συναντήσεως 4,5 ωρών προκειμένου να υποστηριχθεί η μετάβαση σε μια διαφορετική διάταξη των δεδομένων δεν αποκλείει ενδεχόμενη μεταστροφή της συμπεριφοράς τους αν η προσβαλλόμενη απόφαση - την προσδοκώμενη λήψη της οποίας είχαν αποφασίσει να υποστηρίξουν στη συνάντηση εκείνη - στη συνέχεια ακυρωθεί.
129 Κατά συνέπεια, πρέπει να διαπιστωθεί ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι προκειμένου να θεωρηθεί ότι πολλές από τις εξελίξεις στην αγορά που ενδέχεται να προκαλέσει η άμεση εκτέλεση της αποφάσεως θα είναι πολύ δυσχερές, αν όχι αδύνατο, να ανατραπούν εκ των υστέρων, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η κύρια προσφυγή (διάταξη Van den Bergh Food κατά Επιτροπής, σκέψη 66).
130 Επιπλέον, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν θα περιορίσει την ελευθερία της αιτούσας να καθορίζει την επιχειρηματική της πολιτική. Από τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στην παρούσα διαδικασία προκύπτει σαφώς ότι, αν εκτελεστεί η απόφαση, η αιτούσα δεν θα μπορεί να εφαρμόζει την ίδια επιχειρηματική πολιτική σε μια αγορά στην οποία οι ανταγωνιστές της θα έχουν το νόμιμο δικαίωμα, εξαρτώμενο μόνον από την υποχρέωση καταβολής δικαιωμάτων, να την ανταγωνίζονται ελεύθερα στην πολιτική που εφάρμοζε μέχρι τούδε. Κατά τον χρόνο λήψεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, τόσο η NDC Health όσο και η AzyX παρείχαν υπηρεσίες είτε βάσει της δομής των 1 860 τμημάτων μωσαϊκού (και, με τον τρόπο αυτό, κατά πάσα πιθανότητα κατά παράβαση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας της αιτούσας), ή βάσει ορισμένων παρεμφερών δομών τμημάτων μωσαϊκού τα οποία ενδέχεται να αποτελούν παράνομα "παράγωγα" της δομής αυτής (και ως προς τη νομιμότητα των οποίων επικρατούσε αβεβαιότητα). Αν υποχρεωθεί η αιτούσα να χορηγήσει άδειες στην NDC Health και στην AzyX, τούτο θα μεταβάλει σαφώς αυτές τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. Το γεγονός και μόνον, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, ότι η ίδια η αιτούσα συνέβαλε σε αυτή τη νομική αβεβαιότητα με την αρχική άρνησή της να χορηγήσει άδεια στους ανταγωνιστές της δεν μεταβάλλει το ποιόν της αλλαγής που θα επέλθει στις συνθήκες της αγοράς σε περίπτωση νομιμοποιήσεως της συμπεριφοράς της NDC και της AzyX λόγω της χορηγήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως σε εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
131 Επιπλέον, υπό συνθήκες υπό τις οποίες, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή με τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις της, δεν είναι δυνατό να λεχθεί μετά βεβαιότητας αν οι "νυν δομές τμημάτων μωσαϊκού [που χρησιμοποιούν οι ανταγωνιστές της αιτούσας] παραβιάζουν το δικαίωμα [της] πνευματικής ιδιοκτησίας", και υπό τις οποίες τουλάχιστον ένας από τους ανταγωνιστές αυτούς, ήτοι η NDC, δημοσίως αρνείται ότι η δική της δομή των 3 942 τμημάτων μωσαϊκού παραβιάζει αυτό το δικαίωμα, δεν μπορεί να απορριφθεί ως καθαρά υποθετικός ο κίνδυνος να χρησιμοποιήσουν η NDC και η AzyX την περίοδο της προστασίας από αγωγές λόγω προσβολής του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας που θα τους προσφέρει η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκειμένου να πείσουν τους νυν και τους μελλοντικούς πελάτες τους να μεταπηδήσουν από τη δομή των 1 860 τμημάτων μωσαϊκού σε άλλες δομές που δεν προσβάλλουν ενδεχομένως το δικαίωμά της. Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται πιθανό ότι ο κίνδυνος αυτός πρέπει να ληφθεί υπόψη από την αιτούσα στην κατάστρωση της επιχειρηματικής πολιτικής της ενόσω εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής.»
20 _Οσον αφορά τη στάθμιση των συμφερόντων, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή κλίνει «υπέρ της αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής» (σκέψη 149 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως). Ο εν λόγω δικαστής στήριξε την ανάλυση του επί των ακολούθων σκέψεων:
«143 Επιβάλλεται κατ' αρχάς να υπομνηστεί ότι το γενικό συμφέρον όσον αφορά τα περιουσιακά δικαιώματα, εν γένει, και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ειδικότερα, ρητώς μνημονεύεται στα άρθρα 30 ΕΚ και 295 ΕΚ. Το γεγονός και μόνον ότι η αιτούσα προέβαλε και επιδίωξε να κάνει σεβαστό το δικαίωμά της πνευματικής ιδιοκτησίας επί της δομής των 1 860 τμημάτων μωσαϊκού για οικονομικούς λόγους δεν την εμποδίζει να στηριχθεί στο αποκλειστικό δικαίωμα που αναγνωρίζει η εθνική νομοθεσία ακριβώς ως ανταμοιβή για την καινοτομία (βλ. απόφαση Warner Brothers και Metronome Video, σκέψη 13, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1993, C-92/92 και C-326/92, Phil Collins κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-5145, σκέψη 20, της 28ης Απριλίου 1998, C-200/96, Metronome Musik, Συλλογή 1998, σ. Ι-1953, σκέψεις 15 και 24, και της 22ας Σεπτεμβρίου 1998, C-61/97, FDV, Συλλογή 1998, σ. Ι-5171, σκέψεις 13 έως 18).
144 Στην παρούσα υπόθεση, στην οποία υπάρχει, εκ πρώτης όψεως, ένα σαφές γενικό συμφέρον στο οποίο στηρίζεται η προσπάθεια της αιτούσας να ασκήσει αποτελεσματικά και να επωφεληθεί από το ειδικό περιεχόμενο του πνευματικού δικαιώματός της επί της δομής των 1 860 τμημάτων μωσαϊκού, η εγγενής εξαιρετική φύση της εξουσίας λήψεως προσωρινών μέτρων θα απαιτούσε κανονικά να εμπίπτει σαφώς η πρακτική, η άρση ή η μεταβολή της οποίας επιδιώκεται με τα μέτρα αυτά, στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης που διέπουν τον ανταγωνισμό. Εντούτοις, ο χαρακτηρισμός ως καταχρηστικής της υπό εξέταση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας αρνήσεως της αιτούσας να χορηγήσει άδεια εκμεταλλεύσεως εξαρτάται, εκ πρώτης όψεως, από το αν η ερμηνεία της νομολογίας που αφορά τα όρια των "εξαιρετικών περιστάσεων" από την Επιτροπή είναι ορθή. Αυτή ακριβώς η νομολογία διευκρινίζει τις σαφώς συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες ο σκοπός του άρθρου 82 ΕΚ είναι δυνατό να υπερισχύσει έναντι του σκοπού για τον οποίο αναγνωρίζονται τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Στην παρούσα υπόθεση, όπου ο καταχρηστικός χαρακτήρας της πρακτικής της αιτούσας δεν είναι προφανής με βάση τη σχετική νομολογία, και όπου υπάρχει ορατός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν εξαναγκαστεί, για το ενδιάμεσο διάστημα, να χορηγήσει άδειες εκμεταλλεύσεως στους ανταγωνιστές της, η στάθμιση των συμφερόντων κλίνει υπέρ της αμείωτης διατηρήσεως του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας της αιτούσας μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής.
145 Αυτό είναι πράγματι αληθές στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας στην οποία είναι σαφές ότι το γενικό συμφέρον που προβάλλει η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται, κατ' ουσίαν, κυρίως στα συμφέροντα των ανταγωνιστών της αιτούσας. Η NDC και η NDC Health υποστηρίζουν ότι οι καταναλωτές θα δρέψουν τα οφέλη του ανταγωνισμού αυτού. Ωστόσο, η αιτούσα τονίζει, χωρίς να υπάρχει αντίκρουση ως προς το σημείο αυτό, ότι, δεδομένου ότι το κόστος της αγοράς δεδομένων σχετικά με τις πωλήσεις αποτελεί για τις φαρμακευτικές εταιρίες μικρό τμήμα των συνολικών δαπανών τους, ουδόλως θα υπάρξουν (ή πάντως κατά τρόπο ανεπαίσθητο) επιπτώσεις στους τελικούς καταναλωτές φαρμακευτικών προϊόντων αν το αποκλειστικό της δικαίωμα διατηρηθεί μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, να αποκλειστεί ότι η στάθμιση των συμφερόντων στην οποία προέβη η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία φαίνεται ότι ταυτίζει τα συμφέροντα της NDC και της AzyX με τα συμφέροντα του ανταγωνισμού (βλ. ανωτέρω σκέψη 140), αγνοεί τον πρωταρχικό σκοπό του άρθρου 82 ΕΚ, ο οποίος συνίσταται στο να εμποδίζει τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και ειδικότερα να διαφυλάσσει τα συμφέροντα των καταναλωτών και όχι να προστατεύει τη θέση μεμονωμένων ανταγωνιστών (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs επί της υποθέσεως Bronner, σημείο 58).
146 Επιπλέον, μολονότι η AzyX αντιμετωπίζει μεγαλύτερο κίνδυνο μόνιμου, ή τουλάχιστον μακροπρόθεσμου, αποκλεισμού από την οικεία αγορά, όπως αναγνωρίζει η προσβαλλόμενη απόφαση, εντούτοις η στάθμιση των συμφερόντων στην παρούσα διαδικασία δεν συνηγορεί υπέρ της άμεσης εφαρμογής της. Από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στον δικάζοντα τα ασφαλιστικά μέτρα δικαστή όσον αφορά την απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2001 του Oberlandesgericht Frankfurt και από τη μελέτη του σκεπτικού της προκύπτει σαφώς ότι δεν υπάρχει πλέον δικαστική απόφαση που να απαγορεύει στην AzyX τον ανταγωνισμό στην οικεία αγορά χρησιμοποιώντας δομές οι οποίες ενδέχεται να προσβάλλουν το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας της αιτούσας επί της δομής των 1 860 τμημάτων μωσαϊκού. Εάν η AzyX επιλέξει να εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί τις δομές αυτές, θα είναι εκτεθειμένη στον κίνδυνο να υποχρεωθεί ενδεχομένως, εάν αργότερα διαπιστωθεί οριστικώς ότι το πνευματικό δικαίωμα της IMS Health επί της δομής αυτής είναι ισχυρό, να καταβάλει αποζημίωση στην IMS Health λόγω προσβολής αυτού του δικαιώματος. Εντούτοις, το γενικό συμφέρον για τη διασφάλιση του ότι η IMS Health θα έχει ανταγωνιστές στην οικεία αγορά μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής δεν μπορεί να υπερισχύσει σε τέτοιο βαθμό έναντι του συμφέροντος που αφορά την ανάγκη προστασίας του δικαιώματός της πνευματικής ιδιοκτησίας ώστε να υποχρεωθεί να χορηγήσει άδεια εκμεταλλεύσεως στην AzyX, βάσει προσωρινής εφαρμογής του άρθρου 82 ΕΚ, προκειμένου να την προστατεύσει από τον κίνδυνο εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ της ίδιας και της IMS Health στη Γερμανία σχετικά με την προσβολή του δικαιώματός της πνευματικής ιδιοκτησίας, η οποία, όπως η IMS πληροφόρησε τον ρόεδρο, επαναφέρεται προς συζήτηση στις 21 Νοεμβρίου 2001 ενώπιον του Landgericht Frankfurt.
147 Όσον αφορά τις αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς το αν η NDC Health θα κατορθώσει να παραμείνει δραστήρια στην οικεία αγορά κατά το χρονικό διάστημα μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής, ο κίνδυνος αυτός δεν φαίνεται, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής ισχύος του ομίλου NDC, να είναι σημαντικά μεγαλύτερος από τον κίνδυνο, την ύπαρξη του οποίου απορρίπτει η Επιτροπή, να απειληθεί η επιβίωση της IMS Health στην αγορά αυτή από τις οικονομικές ζημίες που υπάρχει ο κίνδυνος να υποστεί η αιτούσα εάν εκτελεστεί η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. ανωτέρω σκέψη 121).
148 Τέλος, η αναφορά της Επιτροπής με τις γραπτές της παρατηρήσεις σε "άλλα συμφέροντα" τα οποία προστατεύει η προσβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που μπορεί να θεωρηθεί ως επεξήγηση, παρά έως διεύρυνση, των συμφερόντων που επικαλείται η Επιτροπή στην απόφαση αυτή, δεν δικαιολογεί μια διαφορετική εκτίμηση της σταθμίσεως των συμφερόντων στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Έτσι, το γεγονός και μόνον ότι ορισμένες φαρμακευτικές εταιρίες ενδέχεται να δυσαρεστηθούν με την τιμή και το επίπεδο των υπηρεσιών που προσφέρει η IMS Health δεν σημαίνει ότι τα συμφέροντά τους θα ζημιωθούν σοβαρά ή ανεπανόρθωτα από την προσωρινή αναστολή της προσβαλλομένης αποφάσεως.»
21 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής ανέστειλε την εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως έως ότου το ρωτοδικείο αποφανθεί επί της κύριας προσφυγής (σημείο 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
Αναίρεση
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχείρηματα των NDC, της AzyX και της Επιτροπής
22 Οι NDC, υποστηριζόμενες από την AzyX και την Επιτροπή, ζητούν την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, την απόρριψη της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων που έχει υποβληθεί στο ρωτοδικείο από την IMS και την καταδίκη της τελευταίας στα δικαστικά έξοδα. ρος στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν δεκατέσσερις λόγους.
23 Με τον πρώτο τους λόγο αναιρέσεως, οι NDC προσάπτουν στον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή ότι υποκατέστησε με τη δική του δικαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών με αυτήν της Επιτροπής, και τούτο αντίθετα προς τις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο στο πλαίσιο καταστάσεων που συνεπάγονται περίπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις, έλεγχο ο οποίος περιορίζεται στην νομιμότητα της προσβαλλομένης πράξεως. Αυτός ο περιορισμός του ρόλου του δικαστή επιβάλλεται ιδιαιτέρως στο πλαίσιο μιας αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων. Σύμφωνα με τις NDC, η αναιρεσιβαλλομένη διάταξη μπορούσε να αποκλίνει από τις πραγματικές διαπιστώσεις της Επιτροπής μόνον εφόσον ήταν βέβαιο ότι αυτές ήσαν προδήλως εσφαλμένες. Ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής όφειλε να εξετάσει το ζήτημα εάν υφίστατο ένα εκ πρώτης όψεως βάσιμο αναφορικά με πρόδηλη πλάνη. Οι εν λόγω εταιρίες παρέχουν διάφορα παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής κατέληξε σε διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών διαφορετικές αυτών της Επιτροπής χωρίς να εξηγήσει κάτω από ποιο πρίσμα η απόφαση της τελευταίας ήταν νομικώς εσφαλμένη.
24 Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο ισχυρισμός αυτός είναι ιδιαιτέρως εύστοχος όσον αφορά τις αναλύσεις σχετικά με το επείγον και την στάθμιση των συμφερόντων. Στην αναιρεσιβαλλομένη διάταξη δεν λήφθηκε υπόψη, στην επίδικη απόφαση, η πραγματική διαπίστωση κατά την οποία η δομή των 1 860 τμημάτων μωσαϊκού αποτελεί ένα de facto βιομηχανικό πρότυπο, απαραίτητο για την πρόσβαση στη σχετική αγορά. Στην ίδια διάταξη αγνοήθηκαν επίσης οι πραγματικές διαπιστώσεις αναφορικά με το αναπότρεπτο των εξελίξεων της αγοράς κατόπιν της παρεμβάσεως της επίδικης αποφάσεως. Ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν έλαβε υπόψη, και τούτο αντίθετα προς ό,τι δήλωσε στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, αυτές τις διαπιστώσεις της Επιτροπής.
25 Με τον δεύτερο λόγο τους, οι NDC προσάπτουν στον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή το γεγονός ότι έλαβε υπόψη, στο πλαίσιο της εκ μέρους του εξετάσεως του επείγοντος και της σταθμίσεως των συμφερόντων, την εγκυρότητα των νομικών επιχειρημάτων σχετικά με τον εκ πρώτης όψεως βάσιμο, δίνοντας, μεταξύ άλλων, βαρύτητα στις συνέπειες οποιουδήποτε περιορισμού στα δικαιώματα της IMS βάσει του δικαιώματός της πνευματικής ιδιοκτησίας (σκέψεις 123 έως 133 και σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως). Σύμφωνα με τις NDC, η εξέταση του εκ πρώτης όψεως βασίμου διακρίνεται από την εξέταση του επείγοντος και της σταθμίσεως των συμφερόντων. Ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν τήρησε τη διάκριση αυτή.
26 Ο τρίτος λόγος των NDC αντλείται από το γεγονός ότι ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εφάρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο κατά την εξέταση του ανεπανόρθωτου χαρακτήρα της προβληθείσας από την IMS ζημίας. Τούτο προκύπτει από τη χρησιμοποίηση εκφράσεων όπως «δεν μπορεί να αποκλεισθεί» ή «δεν μπορεί να απορριφθεί ως καθαρά υποθετικός» (σκέψεις 128, 130 και 131 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως), εκφράσεις που δεν αρκούν για τη διαπίστωση συγκεκριμένης σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας.
27 Με τον τέταρτο λόγο τους, οι NDC προσάπτουν στον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή το ότι υιοθέτησε, εξετάζοντας το επείγον, εσφαλμένο νομικό κριτήριο. Αντί να θεωρήσει σημαντική τη «δυσαρέσκεια» των βασικών πελατών της IMS, όφειλε να εξετάσει εάν υφίσταντο «κωλύματα διαρθρωτικής νομικής φύσεως» που εμπόδιζαν την IMS να ανακτήσει το μερίδιό της αγοράς, σε περίπτωση που επρόκειτο να γίνει δεκτή η κύρια προσφυγή της (σκέψη 128 και 129 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως). Οι NDC επικαλούνται, προς στήριξη του λόγου αυτού, τη διάταξη της 11ης Απριλίου 2001, C-459/00 P (R), Επιτροπή κατά Trenker (Συλλογή 2001, σ. Ι-2823, σκέψη 102).
28 Με τον πέμπτο λόγο τους, οι NDC προσάπτουν στον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή το γεγονός ότι εφάρμοσε στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, εσφαλμένο κριτήριο, και τούτο προκειμένου να διαπιστώσει εάν συνέτρεχε η προϋπόθεση του επείγοντος, παραβαίνοντας, ιδίως, την υποχρέωσή του να εξετάσει το ζήτημα αν, η προβαλλόμενη από την IMS ζημία αποτελούσε «άμεση συνέπεια» της επίδικης αποφάσεως. ρος στήριξη του λόγου αυτού, οι NDC επικαλούνται τη διάταξη της 30ής Ιουνίου 1999, T-13/99 R, Pfizer Anima Health κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1961).
29 Ο έκτος λόγος των NDC ερείδεται στο γεγονός ότι ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εφήρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο καθόσον αφορά το επείγον, και τούτο διαπιστώνοντας ότι η υποχρεωτική άδεια συνιστούσε κατ' ανάγκην περιορισμό της ελευθερίας της IMS να καθορίζει την εμπορική της πολιτική, πράγμα που, ως εκ τούτου, δικαιολογούσε την αναστολή εκτελέσεως (σκέψεις 130 και 131 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
30 Με τον έβδομο λόγο τους, οι NDC προσάπτουν στον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή το ότι δεν έλαβε υπόψη την αρχή της αναλογικότητας. Ο τελευταίος παρέβη την υποχρέωσή του να εξετάσει το ζήτημα αν η αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως ήταν αναγκαία προκειμένου να εμποδιστεί η επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας. Ο ρόεδρος του ρωτοδικείου όφειλε να εξετάσει εάν κάποιο άλλο μέτρο θα αρκούσε για την ικανοποίηση των ανησυχιών της IMS.
31 Με τον όγδοο λόγο τους, οι NDC υποστηρίζουν ότι το γεγονός ότι έγινε επίκληση του άρθρου 295 ΕΚ, ως στοιχείου ευνοϊκού για την αναστολή της εκτελέσεως, συνιστά νομική πλάνη. Η εν λόγω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν, όπως συνέβη εν προκειμένω, το προβαλλόμενο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας γεννήθηκε από κοινοτική οδηγία η οποία εξαρτά τα δικαιώματα που απονέμει από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού (σκέψη 143 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
32 _Οσον αφορά τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή, μολονότι παραδέχεται ότι η προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας είναι σημαντική για το γενικό συμφέρον, ισχυρίζεται ότι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η επίδικη απόφαση υποχρέωνε την IMS να χορηγεί άδειες - ιδίως η προσωρινότητα αυτών και ο καθορισμός εύλογης αντιπαροχής για τη χρησιμοποίηση αυτών - ήσαν αναλογικές και δυνάμενες να διασφαλίσουν το ότι η ζημία που προκαλούνταν στο γενικό συμφέρον σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας δεν υπερέβαινε τα αναπόφευκτα και βραχυπρόθεσμα μειονεκτήματα που είναι συμφυή με τη λήψη ενός συντηρητικού μέτρου. Το συμπέρασμα του δικάσαντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή πάσχει λόγω της μη λήψεως υπόψη των δημοσίων και ιδιωτικών συμφερόντων που έπρεπε κανονικώς να αντισταθμιστούν προς το σχετικό με τη διασφάλιση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας συμφέρον.
33 Με τον ένατο λόγο τους, οι NDC προσάπτουν στον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή ότι προσέδωσε νομική υπόσταση στο γεγονός ότι οι καταναλωτές δεν θα κατέβαλλαν περισσότερα για τα φαρμακευτικά προϊόντα, και τούτο, ασχέτως του εάν θα χορηγούνταν αναστολή ή όχι της εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως. Σύμφωνα με την NDC, η νομολογία ουδέποτε άφησε να νοηθεί ότι η προβαλλόμενη ανυπαρξία επιπτώσεως στον τελικό καταναλωτή αποτελεί έναν ασκούντα επιρροή παράγοντα καθόσον αφορά την αναστολή εκτελέσεως μιας αποφάσεως (σκέψη 145 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
34 ρος στήριξη του λόγου αυτού, η AzyX προσάπτει στον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή το ότι έκρινε, στη σκέψη 145 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι «δεν είναι δυνατόν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, να αποκλεισθεί ότι η στάθμιση των συμφερόντων στην οποία προέβη η Επιτροπή με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία φαίνεται να ταυτίζει τα συμφέροντα των NDC και της AzyX με τα συμφέροντα του ανταγωνισμού [...], αγνοεί τον πρωταρχικό σκοπό του άρθρου 82 ΕΚ, ο οποίος συνίσταται στο να εμποδίζει τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και, ειδικότερα, να διαφυλλάσσει τα συμφέροντα των καταναλωτών και όχι να προστατεύει τη θέση μεμονωμένων ανταγωνιστών». Σύμφωνα με την AzyX, από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1973, 6/72, Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 445), προκύπτει ότι το άρθρο 82 ΕΚ έχει περισσότερους του ενός στόχους και ότι η προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών δεν αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο. Η επίδικη απόφαση δεν σκοπεί στην προστασία της θέσεως των μεμονωμένων ανταγωνιστών, αλλά μάλλον στην αποκατάσταση του ανταγωνισμού στην οικεία αγορά μέσω της διασφαλίσεως της ισότητας ευκαιριών των επιχειρηματιών.
35 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο ανταγωνισμός σκοπεί επίσης στην προστασία των συμφερόντων των πελατών, εν προκειμένω των φαρμακευτικών εταιριών που χρησιμοποιούν τις εν λόγω υπηρεσίες. Αναφερόμενη επίσης στην προπαρατεθείσα απόφαση Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η διασφάλιση πραγματικού ανταγωνισμού σε όλα τα στάδια παραγωγής είναι σύμφωνη προς το γενικό συμφέρον.
36 Με τον δέκατο λόγο τους, οι NDC διατείνονται ότι ο ισχυρισμός ότι «υπάρχουν σοβαροί λόγοι προκειμένου να θεωρηθεί ότι πολλές από τις εξελίξεις στην αγορά [...] θα είναι πολύ δυσχερές, αν μη αδύνατο, να ανατραπούν εκ των υστέρων» (σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως) δεν δικαιολογείται από την προηγούμενη αιτιολογία.
37 Με τον ενδέκατο λόγο τους, οι NDC προσάπτουν στον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή ότι υπέπεσε σε αντίφαση, όσον αφορά την κρίση τους στο μέτρο που δέχεται, στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η δυσαρέσκεια των πελατών αυξήθηκε λόγω του ότι οι προσφορές των NDC και AzyX «διαφέρουν σημαντικά» από αυτές τις IMS ενώ, στη σκέψη 101, είχε δηλώσει ότι αυτές οι προσφορές είναι «το πολύ κάποιες παραλλαγές των ίδιων υπηρεσιών».
38 Θα ήταν επίσης αντιφατικό και θα συνιστούσε αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων, σύμφωνα με τον δωδέκατο λόγο που προβάλλουν οι NDC, ο ισχυρισμός, αφενός, ότι η επίδικη απόφαση εξαναγκάζει την IMS να μεταβάλλει την εμπορική πολιτική της επειδή, όπως είναι επόμενο, οι ανταγωνιστές της, μεταξύ των οποίων η AzyX «θα έχουν το νόμιμο δικαίωμα [...] να την ανταγωνίζονται ελεύθερα» (σκέψη 130 της προσβαλλομένης διατάξεως) και, αφετέρου, «δεν υπάρχει πλέον δικαστική απόφαση που να απαγορεύει στην AzyX τον ανταγωνισμό» (σκέψη 146 της προσβαλλομένης διατάξεως).
39 Ο δέκατος τρίτος λόγος των NDC αντλείται από το γεγονός ότι ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν έλαβε υπόψη παρασχεθέντα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η IMS διαχειρίζεται την επιχείρησή της με επιτυχία σε άλλες χώρες, ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, χωρίς να απολαύει του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ως προς το οποίο διατείνεται ότι είναι ουσιώδες για τις δραστηριότητές της στη Γερμανία.
40 Τέλος, με τον δέκατο τέταρτο λόγο τους, οι NDC προσάπτουν στον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή το ότι δεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις πτυχές των διατυπωθεισών στην επίδικη απόφαση διαπιστώσεων. Ο εν λόγω δικαστής νόθευσε το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως καθόσον αφορά, αντιστοίχως, τα πιθανά αποτελέσματα της αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως έναντι των NDC καθώς και της AzyX και της αρνήσεως αναστολής έναντι της IMS (σκέψη 147 της προσβαλλομένης διατάξεως).
Επιχειρήματα της IMS
41 H IMS ζητεί από το Δικαστήριο την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσως και την καταδίκη των NDC στα δικαστικά έξοδα. Θεωρεί ότι, εν μέρει, οι προβαλλόμενοι λόγοι είναι προδήλως απαράδεκτοι, στο μέτρο που αφορούν την εκτίμηση από τον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή των πραγματικών περιστατικών, και ότι, εν μέρει, δεν είναι βάσιμοι.
42 _Οσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η IMS θεωρεί ότι με τον λόγο αυτό παραγνωρίζεται ο ρόλος του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, ο οποίος απλώς υποχρεούται να τηρεί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση προσωρινών μέτρων, πράγμα που είναι δυνατόν να τον οδηγεί σε πραγματικές και νομικές διαπιστώσεις. Η IMS επικαλείται συναφώς τη σκέψη 23 της προπαρατεθείσας διατάξεως Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., κατά την οποία «ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως» από πλευράς του τρόπου κατά τον οποίο ελέγχονται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως προσωρινών μέτρων. Σύμφωνα με την IMS, οι σχετικές με πραγματικά περιστατικά κρίσεις της προσβαλλομένης διατάξεως εμπίπτουν στην εξουσία εκτιμήσεως του εν λόγω δικαστή. Θεωρεί ότι ο τελευταίος μπορεί να αποστασιοποιείται από τις πραγματικές διαπιστώσεις της Επιτροπής μόνο εφόσον αυτές είναι προδήλως εσφαλμένες και, εφόσον συμβαίνει κάτι τέτοιο, η έκταση της προσωρινής έννομης προστασίας μειώνεται αισθητώς. Υπενθυμίζει επίσης ότι ο ρόεδρος του ρωτοδικείου έκρινε ότι, έστω και αν γίνει δεκτή η ανάγκη καταδείξεως της υπάρξεως ενός πειστικού εκ πρώτης όψεως βασίμου, η προϋπόθεση σχετικά με το εκ πρώτης όψεως βάσιμο έπρεπε να θεωρηθεί ότι συντρέχει εν προκειμένω (σκέψη 106 της προσβαλλομένης διατάξεως).
43 _Οσον αφορά τον δεύτερο λόγο των NDC, η IMS απαντά ότι ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής στάθμισε τα υφιστάμενα εν προκειμένω συμφέροντα, δηλαδή, αφενός, το συμφέρον της IMS και το γενικό συμφέρον σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και, αφετέρου, τα συμφέροντα της IMS, των NDC και της AzyX τα οποία συνίστανται στην αποφυγή επελεύσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, καθώς και την ανάγκη διασφαλίσεως της σταθερότητας της εν λόγω αγοράς διά της διατηρήσεως της προγενέστερης της επίδικης αποφάσεως καταστάσεως. ροσθέτει ότι η ισχύς του εκ πρώτης όψεως βασίμου - δηλαδή το βάσιμο των νομικών επιχειρημάτων - συντελεί επιτυχώς στη στάθμιση των συμφερόντων. Μια επιχείρηση δεν πρέπει να υφίσταται ζημία εξαιτίας ενός συντηρητικού μέτρου όταν δεν υφίσταται μεγάλη πιθανότητα συμπεριφοράς αντίθετης προς τους κανόνες ανταγωνισμού. Σύμφωνα με την IMS, ορθώς ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής προσέδωσε στην προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας δεσπόζουσα σπουδαιότητα σε σχέση με τα λοιπά υφιστάμενα συμφέροντα, και τούτο εφόσον η άρνηση χορηγήσεως αδείας είναι αντίθετη προς τους κανόνες ανταγωνισμού μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις.
44 _Οσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η IMS ισχυρίζεται ότι ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εφάρμοσε το ορθό νομικό κριτήριο σχετικά με το επείγον. Τα χωρία από σκέψεις προγενεστέρων αποφάσεων που επέλεξαν οι NDC έχουν απομονωθεί από το πλαίσιό τους και δεν είναι αντιπροσωπευτικά του εφαρμοσθέντος στην προσβαλλομένη διάταξη κριτηρίου.
45 _Οσον αφορά τον τέταρτο λόγο που προβάλλεται στην αίτηση αναιρέσεως, η IMS αμφισβητεί το επιχείρημα ότι ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής όφειλε να αναλύσει αν υφίσταντο «εμπόδια διαρθρωτικής ή νομικής φύσεως» που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την IMS να ανακτήσει το μερίδιό της αγοράς σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της κύριας προσφυγής. Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν υποχρεούται να διαπιστώνει την ύπαρξη τέτοιων εμποδίων όταν έχει ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα περί της υπάρξεως ουσιώδους εμποδίου οφειλομένου στην άρνηση των πελατών της IMS στην επάνοδο σε μια κατάσταση μονοπωλίου.
46 Καθόσον αφορά τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, σχετικά με την μη ανάλυση, στην προσβαλλομένη διάταξη, του ζητήματος εάν η ενδεχόμενη ζημία που θα προκαλούνταν στην IMS από την επίδικη απόφαση αποτελεί άμεση συνέπεια αυτής, η IMS θεωρεί ότι τούτο ακριβώς συνέβη. Συναφώς, η τελευταία θεωρεί μάλλον άστοχη την αναφορά στην προπαρατεθείσα διάταξη Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου. ράγματι, κατ' αυτήν, η εξετασθείσα στην εν λόγω διάταξη κατάσταση παρουσίαζε όντως ζημίες ανεξάρτητες της επίδικης αποφάσεως.
47 ροκειμένου περί του έκτου λόγου που προβάλλουν οι NDC, σχετικά με την εμπορική ελευθερία, η IMS υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός αφορά πραγματικό γεγονός και, κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτος. Στο μέτρο που ένας τέτοιος λόγος θα κρινόταν παραδεκτός, η IMS θεωρεί ότι τα συντηρητικά μέτρα θα έπρεπε να διατηρήσουν, ακόμα και να επαναφέρουν, μάλλον, παρά να υποχρεώσουν μια επιχείρηση να μεταβάλει την εμπορική πολιτική της, αντιθέτως η επίδικη απόφαση μεταβάλλει κατά τρόπο ριζικό αυτό το status quo, με σοβαρές συνέπειες για την εμπορική ελευθερία της IMS.
48 _Οσον αφορά τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, η IMS ισχυρίζεται ότι ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής τήρησε την αρχή της αναλογικότητας. Η εν λόγω εταιρία ισχυρίζεται ότι, κατ' εφαρμογήν της εν λόγω αρχής, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση μνημονεύθηκαν άλλες επιλογές, ιδίως η σύσταση από τις NDC και AzyX τραπεζικής εγγυήσεως.
49 _Οσον αφορά τον όγδοο λόγο των NDC, η IMS θεωρεί ότι η αναφορά στο άρθρο 295 ΕΚ είναι δικαιολογημένη, εφόσον η γένεση του δικαιώματός της πνευματικής ιδιοκτησίας ερείδεται στη γερμανική νομοθεσία. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός ότι το άρθρο 295 ΕΚ δεν εφαρμόζεται επί των εναρμονισμένων δικαίων περί κυριότητας δεν μπορεί να στηριχθεί στη νομολογία.
50 _Οσον αφορά τον ένατο λόγο αναιρέσεως, η IMS διατείνεται ότι ορθώς ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής έλαβε υπόψη την ανυπαρξία επιπτώσεων της επίδικης αποφάσεως στον τελικό καταναλωτή, κατά τρόπο ώστε να μεριμνήσει για τα συμφέροντα τρίτων μη εκπροσωπηθέντων στη διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Η IMS υποστηρίζει την κρίση του εν λόγω δικαστή κατά την οποία η εκ μέρους της Επιτροπής, στην επίδικη απόφαση, στάθμιση των συμφερόντων φαίνεται να εξομοιώνει τα συμφέροντα των NDC και της AzyX προς αυτά του ανταγωνισμού, και τούτο κατά παραγνώριση του ουσιώδους στόχου του άρθρου 82 ΕΚ (σκέψη 145 της προσβαλλομένης διατάξεως). Η IMS θεωρεί ότι η εν λόγω απόφαση την υποχρεώνει να μοιρασθεί το κύριο ανταγωνιστικό πλεονέκτημά της με τους ανταγωνιστές της. Κατά συνέπεια, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να παρέχουν, σε σημαντικό βαθμό, παρόμοιες υπηρεσίες, πράγμα που θα κατέληγε στο να προστατεύει τους ανταγωνιστές αντί να ευνοεί τον ανταγωνισμό.
51 _Οσον αφορά τον δέκατο έως δέκατο τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η IMS θεωρεί ότι οι λόγοι αυτοί αφορούν την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από τον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή. Συνεπώς, τέτοιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι. Επικουρικώς, φρονεί ότι οι εν λόγω λόγοι είναι αβάσιμοι.
Εκτίμηση
52 Δεδομένου ότι στις γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία για την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως στοιχεία, δεν υφίσταται λόγος να αναπτύξουν αυτοί προφορικώς τις απόψεις τους.
53 ροκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει των άρθρων 225 ΕΚ και 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως «περιορίζεται στα νομικά ζητήματα», αποκλειομένης της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και επί των αναιρέσεων που ασκούνται σύμφωνα με το άρθρο 50, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου οργανισμού.
54 Το ρωτοδικείο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, πλην της περιπτώσεως κατά την οποία η ανακρίβεια των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως της αλλοιώσεως των στοιχείων που του έχουν υποβληθεί, νομικό ζήτημα υποκείμενο, αυτό καθεαυτό, στον έλεγχο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο μιας αιτήσεως αναιρέσεως (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999, X-390/95 P, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-769, σκέψη 29).
Επί του πρώτου λόγου
55 Ο πρώτος λόγος αφορά το ζήτημα της εκτάσεως του ελέγχου του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή ενόψει αποφάσεων περί προσωρινών μέτρων της Επιτροπής σε θέματα ανταγωνισμού.
56 Οι NDC επικαλούνται τη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο έλεγχος που το Δικαστήριο ασκεί, στο πλαίσιο μιας προσφυγής ακυρώσεως, σχετικά με αποφάσεις στηριζόμενες σε περίπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις, περιορίζεται στη διαπίστωση της τηρήσεως των διαδικαστικών κανόνων, στο επαρκές της αιτιολογίας, στην ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών και στην ανυπαρξία προδήλου πλάνης εκτιμήσεως καθώς και καταχρήσεως εξουσίας (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, 42/84, Remia κ.λπ. κατά της Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2545, σκέψη 44). Σύμφωνα με τις NDC, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων κατά αποφάσεως περί προσωρινών μέτρων ληφθείσας από την Επιτροπή, η νομολογία αυτή συνεπάγεται ότι ο αιτών μπορεί να στηριχθεί σε ένα αρκούντως πειστικό εκ πρώτης όψεως βάσιμο των ισχυρισμών του και να καταδείξει την ύπαρξη προδήλων πλανών εκτιμήσεως σε σχέση με την αξιολόγηση του επείγοντος και, ενδεχομένως, την εκ μέρους της Επιτροπής στάθμιση των συμφερόντων.
57 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων με αντικείμενο την αναστολή εκτελέσεως πράξεως κοινοτικού οργάνου, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των μέτρων αυτών δικαστής υποχρεούται να ελέγξει εάν ο αιτών έχει καταδείξει την ύπαρξη του επείγοντος και επικαλεσθεί πραγματικά και νομικά επιχειρήματα που να δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου (άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου).
58 Η προβαλλόμενη από τις NDC νομολογία δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, εκτός εάν πρόκειται για την αμφισβήτηση των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η λήψη ενός προσωρινού μέτρου. Μια τέτοια μεταφορά, με τις προβαλλόμενες από τις NDC συνέπειες όσον αφορά τις προϋποθέσεις λήψεως προσωρινών μέτρων που προβλέπονται από τον εν λόγω Κανονισμό Διαδικασίας, θα μπορούσε να εξασθενίσει αισθητά την προσωρινή ένδικη προστασία και να περιορίσει την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που πρέπει να διαθέτει ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής προκειμένου να ασκεί τις αρμοδιότητες που του έχουν ανατεθεί (βλ., υπό την έννοια αυτή, την προπαρατεθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., σκέψη 23).
59 Το γεγονός ότι, εν προκειμένω, η επίδικη απόφαση αφορά τη λήψη από την Επιτροπή προσωρινών μέτρων δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση αυτή. ράγματι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 86 της προσβαλλομένης διατάξεως, δεν δικαιολογείται αυτές οι προσωρινές αποφάσεις της Επιτροπής να περιβάλλονται με ιδιαίτερο κύρος έναντι των αιτήσεων για τη λήψη προσωρινών μέτρων. Επομένως, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν μπορεί, όταν εξετάζει τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τη λήψη τέτοιων μέτρων, να δίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στις προσωρινές εκτιμήσεις της Επιτροπής απ' ό,τι, στις οριστικές εκτιμήσεις αυτής.
60 Σχετικώς επιβάλλεται υπόμνηση ότι η σπουδαιότητα που έχει η προσωρινή ένδικη προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών έναντι προσωρινών μέτρων που έχουν αποφασισθεί από την Επιτροπή έχει ρητώς υπογραμμισθεί από το Δικαστήριο στη σκέψη 20 της προπαρατεθείσας διατάξεως Camera Care κατά Επιτροπής.
61 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου
62 Ο δεύτερος λόγος έχει σχέση με το ζήτημα εάν ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής υπέπεσε σε νομική πλάνη λαμβάνοντας υπόψη την εγκυρότητα των νομικών επιχειρημάτων σχετικά με το εκ πρώτης όψεως βάσιμο, στο πλαίσιο της εκ μέρους του εξετάσεως του επείγοντος και της σταθμίσεως των συμφερόντων, ιδίως, προσδίδοντας σημασία στις συνέπειες οποιουδήποτε περιορισμού στο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας της IMS.
63 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως και τη λήψη προσωρινών μέτρων πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο συνολικής εξετάσεως στο πλαίσιο του οποίου ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως (η προπαρατεθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., σκέψη 23). _Ετσι, η κατά το μάλλον ή ήττον σοβαρότητα των ισχυρισμών που προβάλλονται για να καταδειχθεί το εκ πρώτης όψεως βάσιμο μπορεί να λαμβάνεται υπόψη από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή κατά την εκ μέρους του εκτίμηση του επείγοντος και, ενδεχομένως, της σταθμίσεως των συμφερόντων (βλ., υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη της 23ης Φεβρουαρίου 2001, C-445/00 R, Αυστρία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-1461, σκέψη 110).
64 _Οσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από τη σημασία που αναγνωρίζεται στο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας της IMS, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί να υπόκειται στους επιβαλλόμενους δυνάμει του άρθρου 82 ΕΚ περιορισμούς μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 238/87, Volvo, Συλλογή 1988, σ. 6211, σκέψεις 7 έως 9, καθώς και την προπρατεθείσα απόφαση RTE και ITP κατά Επιτροπής, σκέψεις 48 έως 50).
65 Ως εκ τούτου, καθώς με την προσβαλλομένη διάταξη ελήφθη υπόψη η προβληθείσα από την IMS ένταση του εκ πρώτης όψεως βασίμου και, ιδίως, αναγνωρίστηκε η σημασία των συνεπειών της επίδικης αποφάσεως για το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας της IMS, η εν λόγω διάταξη δεν πάσχει από νομική πλάνη.
66 Και ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί των σχετικών με το επείγον λόγων
67 Με τον τρίτο έως έβδομο λόγο τους, που πρέπει να εξετασθούν μαζί, οι NDC προσάπτουν στον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή το ότι εφάρμοσε εσφαλμένα νομικά κριτήρια καθόσον αφορά τη σχετική με το επείγον εκτίμησή του.
68 _Οσον αφορά τον τρίτο λόγο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το συμπέρασμα, στη σκέψη 132 της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι «υπάρχει πραγματικός και ορατός κίνδυνος η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής, να προκαλέσει στην αιτούσα [...] σοβαρές και ανεπανόρθωτες ζημίες» στηρίζεται σ' ένα σύνολο κρίσεων που έχουν εκτεθεί στις σκέψεις 124 έως 131 της εν λόγω διατάξεως.
69 Το γεγονός ότι ορισμένοι από τους κινδύνους που έχουν επισημανθεί στις κρίσεις αυτές χαρακτηρίζονται από τις εκφράσεις «δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο» και «δεν μπορεί να απορριφθεί ως καθαρά υποθετικός ο κίνδυνος» δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα να πάσχει από νομική πλάνη η εκτίμηση του δικάσαντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή σχετικά με το επείγον.
70 ροκειμένου περί του τετάρτου λόγου, διαπιστώνεται ότι η σκέψη 102 της προπαρατεθείσας διατάξεως Επιτροπή κατά Trenker, που προβάλλεται από τις NDC προς στήριξη της επιχειρηματολογίας τους, περιορίζεται στην αναγνώριση του ότι, εν προκειμένω, η πρωτοδίκως προσφεύγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη «εμποδίων διαρθρωτικής ή νομικής φύσεως» δυναμένων να εμποδίσουν την τελευταία στην ανάκτηση των μεριδίων αγοράς των εν λόγω προϊόντων. Από την αναγνώριση αυτή, που αποτελεί μέρος ενός συνόλου στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για την εκτίμηση, εν προκειμένω, του επείγοντος και της σταθμίσεως των συμφερόντων, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, γενικώς, εμπόδια διαρθρωτικής ή νομικής, απλώς και μόνον, φύσεως όσον αφορά την ανάκτηση μεριδίων αγοράς θα μπορούσαν να καταδείξουν την ύπαρξη, στο πλαίσιο αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, του επείγοντος.
71 _Οσον αφορά τις εκτιμήσεις πραγματικών περιστατικών του δικάσαντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή αναφορικά με τις συνέπειες για την IMS της επίδικης αποφάσεως, οι εν λόγω εκτιμήσεις δεν είναι δυνατόν, για τους λόγους που διευκρινίζονται στις σκέψεις 53 και 54 της παρούσας διατάξεως, να εξετασθούν στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
72 ροκειμένου περί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, αρκεί να σημειωθεί ότι από τις σκέψεις 128 και 129 της προσβαλλομένης διατάξεως προκύπτει, κατά τρόπο μη επιδεχόμενο παρερμηνεία, μια άμεση σχέση αιτίου προς αιτιατό μεταξύ της εφαρμογής της επίδικης αποφάσεως και της ζημίας που η άμεση εφαρμογή αυτής θα μπορούσε να προκαλέσει στην IMS.
73 _Οσον αφορά τον έκτο λόγο που προβάλλουν οι NDC, αρκεί η διαπίστωση ότι με τον λόγο αυτό αμφισβητούνται οι σχετικές με τα πραγματικά περιστατικά διαπιστώσεις του δικάσαντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή αναφορικά με τις προβλέψιμες συνέπειες της επίδικης αποφάσεως επί της εμπορικής πολιτικής της IMS. Κατά συνέπεια, για τους λόγους που διασαφηνίζονται στις σκέψεις 53 και 54 της παρούσας διατάξεως, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος.
74 _Οσον αφορά τον έβδομο λόγο που επικαλούνται οι NDC, διαπιστώνεται ότι οι τελευταίες περιορίζονται στο να διατείνονται ότι ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής παρέλειψε να λάβει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, χωρίς να αμφισβητούν συγκεκριμένα στοιχεία της προσβαλλομένης διατάξεως. Κατά πάγια νομολογία, από τα άρθρα 225 ΕΚ, 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο συγκεκριμένο τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η εξαφάνιση καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν ειδικώς το αίτημα αυτό (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-73/95 P, Viho κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-5457, σκέψη 25).
75 Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι από τη σκέψη 122 της προσβαλλομένης διατάξεως καταφαίνεται ότι ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής έλαβε υπόψη την εναλλακτική λύση που συνίστατο στην πρόβλεψη τραπεζικής εγγυήσεως στις οριστικές ρήτρες της αδείας, λύση που έγινε αποδεκτή από την Επιτροπή, αλλά απορρίφθηκε από τις NDC.
76 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο τρίτος έως έβδομος λόγος πρέπει να απορριφθούν ως, εν μέρει, απαράδεκτοι και ως εν μέρει αβάσιμοι.
Επί των λόγων των σχετικών με τη στάθμιση των συμφερόντων
77 Ο όγδοος και ένατος λόγος αναιρέσεως, που πρέπει να εξετασθούν μαζί, αφαιρούν προβαλλόμενες νομικές πλάνες κατά τη στάθμιση των συμφερόντων.
78 Με τον όγδοο λόγο προσάπτεται στον δικάσαντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή το ότι έλαβε υπόψη το άρθρο 295 ΕΚ, ενώ η διάταξη αυτή είναι άσχετη με την υπό κρίση περίπτωση.
79 Με τον ένατο λόγο, όπως έχει προβληθεί και αναπτυχθεί από την AzyX και την Επιτροπή, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη διάταξη ότι με αυτήν προσδόθηκαν νομικές συνέπειες στο γεγονός ότι οι καταναλωτές δεν θα καταβάλλουν μεγαλύτερο ποσό για τα φαρμακευτικά προϊόντα σε περίπτωση αναστολής εφαρμογής της επίδικης αποφάσεως.
80 Η επίκριση αφορά, κατ' ουσίαν, την ερμηνεία που δίδεται, στη σκέψη 145 της προσβαλλομένης διατάξεως, στο άρθρο 82 ΕΚ, ότι δηλαδή ουσιώδης στόχος της διατάξεως αυτής είναι, κυρίως, η διατήρηση των συμφερόντων των καταναλωτών και όχι η προστασία της θέσεως συγκεκριμένων ανταγωνιστών. Μια τέτοια ερμηνεία είναι αντίθετη προς πάγια νομολογία κατά την οποία η εν λόγω διάταξη «δεν αφορά μόνο τις πρακτικές που μπορούν να προκαλέσουν άμεση ζημία στους καταναλωτές, αλλ' επίσης και αυτές που τους προκαλούν ζημία θίγοντας μια πραγματική διάρθρωση ανταγωνισμού» (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής, σκέψη 26).
81 ρέπει προκαταρκτικώς να επισημανθεί ότι νομική πλάνη σε σχέση με την ερμηνεία διατάξεως κοινοτικού δικαίου που είναι καθοριστική για την εκτίμηση μιας από τις προϋποθέσεις λήψεως προσωρινών μέτρων είναι δυνατόν να θέσει υπό αμφισβήτηση το κύρος μιας διατάξεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
82 Ωστόσο, διαπιστώνεται εν προκειμένω ότι η προσφυγή, στη σκέψη 143 της προσβαλλομένης διατάξεως, στο άρθρο 295 ΕΚ δεν είναι καθοριστική για το αποτέλεσμα της σταθμίσεως των συμφερόντων. ράγματι, ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής μνημονεύει την εν λόγω διάταξη, το άρθρο 30 ΕΚ και διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου προκειμένου να δικαιολογήσει την ερμηνεία κατά την οποία η προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας εμπίπτει στο γενικό συμφέρον. Υπό τις συνθήκες αυτές, και χωρίς να παρίσταται ανάγκη να κριθεί κατά πόσον είναι πρόσφορο εν προκειμένω το άρθρο 295 ΕΚ, ο όγδοος λόγος είναι, εν πάση περιπτώσει, αναποτελεσματικός.
83 ροκειμένου περί του ένατου λόγου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στο μέτρο όπου, στη σκέψη 145 της προσβαλλομένης διατάξεως, ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δηλώνει ότι στόχος του άρθρου 82 ΕΚ είναι «να εμποδίζονται οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού» τούτο δεν έρχεται σε αντίφαση με την προπαρατεθείσα απόφαση Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής.
84 Αντιθέτως, δεν είναι δυνατή η ανεπιφύλακτη αποδοχή των κρίσεων που διατυπώνονται στην εν λόγω σκέψη 145, εφόσον θα μπορούσαν αυτές να νοηθούν ως αποκλείουσες την προστασία των συμφερόντων των ανταγωνιστριών επιχειρήσεων από τον επιδιωκόμενο με το άρθρο 82 ΕΚ σκοπό, και τούτο μολονότι τέτοια συμφέροντα δεν μπορούν να διαχωρισθούν από τη διατήρηση μιας πραγματικής ανταγωνιστικής διαρθρώσεως.
85 Ωστόσο, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, διαπιστώνεται, αφενός, ότι, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της σταθμίσεως των συμφερόντων, ο δικάσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής μπορούσε να λάβει υπόψη τις συνέπειες της αναστολής εφαρμογής της επίδικης αποφάσεως επί των συμφερόντων των καταναλωτών και, αφετέρου, ότι η σκέψη 145 της προσβαλλομένης διατάξεως αποτελεί μέρος ενός συνόλου επιχειρημάτων, που έχουν εκτεθεί στις σκέψεις 143 έως 148 αυτής, επιχειρήματα που ώθησαν τον εν λόγω δικαστή να κρίνει ότι η στάθμιση των συμφερόντων απέβαινε υπέρ της IMS. Ως εκ τούτου, η ενδεχόμενη νομική πλάνη αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 82 ΕΚ δεν υπήρξε καθοριστική για την εκ μέρους του δικάσαντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή εκτίμηση της σταθμίσεως των συμφερόντων.
86 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο όγδοος και ένατος λόγος πρέπει να απορριφθούν.
Επί των λόγων των σχετικών με πρόδηλες πλάνης εκτιμήσεως ή αλλοιώσεις αποδεικτικών στοιχείων
87 Με τους πέντε τελευταίους λόγους τους, οι NDC προβάλλουν πρόδηλες πλάνες εκτιμήσεως ή αλλοιώσεις αποδεικτικών στοιχείων.
88 _Οπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 53 και 54 της παρούσας διατάξεως, η εκ μέρους του ρωτοδικείου εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που του προσκομίζονται δεν αποτελεί, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως της αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών, νομικό ζήτημα υποκείμενο, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
89 Με τον δέκατο λόγο, οι NDC αμφισβητούν τις εκτιμήσεις πραγματικών περιστατικών του δικάσαντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή αναφορικά με το επείγον, στο μέτρο που οι εκτιμήσεις αυτές δεν δικαιολογούνται από την αιτιολογία της προσβαλλομένης διατάξεως. Με τον δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο λόγο προσάπτεται στον εν λόγω δικαστή το γεγονός ότι δεν έλαβε υπόψη ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία ή πραγματικές διαπιστώσεις της επίδικης αποφάσεως. _Ομως, αφενός, οι διαπιστώσεις του εν λόγω δικαστή σχετικά με το επείγον έχουν αρκούντως αιτιολογηθεί στις σκέψεις 127 έως 131 της προσβαλλομένης διατάξεως. Αφετέρου, οι NDC δεν κατέδειξαν ως προς τί οι πραγματικές εκτιμήσεις του δικάσαντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, στο μέτρο που αποκλίνουν από αυτές της Επιτροπής ή δεν λαμβάνουν υπόψη ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία, συνιστούν αλλοίωση πραγματικών περιστατικών.
90 _Οσον αφορά τον ενδέκατο και δωδέκατο λόγο της αναιρέσεως, οι λόγοι αυτοί περιορίζονται σε ισχυρισμούς σχετικά με προβαλλόμενες αντιφάσεις μεταξύ τμημάτων φράσεων της προσβαλλομένης διατάξεως, που έχουν απομονωθεί από το πλαίσιό τους, χωρίς να εξηγούν ως προς τί τα τμήματα αυτά αποτελούν αλλοίωση πραγματικών στοιχείων ικανή να συνεπάγεται την ακυρότητα της προσβαλλομένης διατάξεως.
91 Κατά συνέπεια, ο δέκατος έως δέκατος τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
92 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως, εν μέρει, απαράδεκτη και, εν μέρει, αβάσιμη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
93 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται επί της διαδικασίας αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η IMS ζήτησε την καταδίκη των NDC και οι τελευταίες ηττήθησαν, πρέπει αυτές να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την NDC Health Corporation και την NDC Health GmbH & Co. KG στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy