ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 10ης Ιουνίου 2004
Υπόθεση T-275/01
Mercedes Alvarez Moreno
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
«Υπάλληλοι – Βοηθητικός υπάλληλος – Διερμηνέας – Άρθρο 74 του ΚΛΠ – Λήξη της συμβάσεως εργασίας»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αντικείμενο, αφενός, αίτηση περί ακυρώσεως της αποφάσεως να μην προσλαμβάνονται πλέον διερμηνείς που έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας και, αφετέρου, αίτηση για αποζημίωση.
Απόφαση: Η απόφαση του Κοινοβουλίου της 30ης Νοεμβρίου 2000, η οποία κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 10 Φεβρουαρίου 2001, και η απόφαση του Κοινοβουλίου της 19ης Ιουλίου 2001, περί απορρίψεως της ενστάσεως της προσφεύγουσας, ακυρώνονται. Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Το Κοινοβούλιο καταδικάζεται στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Έννοια – Χαρακτηρισμός που απόκειται στην εκτίμηση του δικαστή
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
2. Υπάλληλοι – Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού – Βοηθητικοί υπάλληλοι – Διερμηνείς εργαζόμενοι ως ανεξάρτητοι συνεργάτες (free-lance) υπαγόμενοι στο άρθρο 78 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού – Επιβολή ορίου ηλικίας μη αναγκαίου για συμβάσεις που αφορούν εργασία σε συγκεκριμένες ημέρες – Δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 74 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού
(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρα 74 και 78)
3. Υπάλληλοι – Προσφυγή-αγωγή – Αγωγή αποζημιώσεως ασκηθείσα χωρίς να έχει προηγηθεί η προ της ασκήσεως της αγωγής διαδικασία κατά τον ΚΥΚ – Απαράδεκτη
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
4. Υπάλληλοι – Εξωσυμβατική ευθύνη των κοινοτικών οργάνων – Υπηρεσιακό πταίσμα – Ανακριβής ερμηνεία διατάξεως που δεν συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα
5. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αγωγή αποζημιώσεως – Ακύρωση της προσβαλλομένης παράνομης πράξεως – Προσήκουσα ικανοποίηση της ηθικής βλάβης
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
1. Μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να επηρεάσουν ευθέως και άμεσα τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ριζικά τη νομική του κατάσταση, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις κατά των οποίων χωρεί προσφυγή ακυρώσεως.
Ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός μιας επιστολής ή ενός σημειώματος απόκειται στην αποκλειστική εκτίμηση του Πρωτοδικείου και όχι στη βούληση των διαδίκων.
(βλ. σκέψεις 64 και 65)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 11 Μαΐου 1992, T-34/91, Whitehead κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-1723, σκέψη 22· ΠΕΚ, 15 Ιουλίου 1993, T-115/92, Hogan κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II-895, σκέψη 36· ΠΕΚ, 20 Αυγούστου 1998, T-132/97, Collins κατά Επιτροπής Περιφερειών, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A 469 και II-1379, σκέψη 13· ΠΕΚ, 13 Ιουλίου 2000, T-87/99, Hendrickx κατά Cedefop, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-147 και II-679, σκέψη 37
2. Από τον συνδυασμό του πρώτου και του τρίτου εδαφίου του άρθρου 78 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού προκύπτει ότι οι διατάξεις του τίτλου ΙΙΙ του εν λόγω Καθεστώτος έχουν εφαρμογή στους βοηθητικούς διερμηνείς συνεδρίων που προσλαμβάνονται δυνάμει του άρθρου αυτού μόνον όταν με τις διατάξεις αυτές τίθενται όροι μη καλυπτόμενοι από τους όρους προσλήψεως και αποδοχών που ορίζονται με συμφωνία καταρτισθείσα κατ’ εφαρμογή του πρώτου εδαφίου.
Όσον αφορά σύμβαση που ισχύει για συγκεκριμένες ημέρες, η λύση της υπαλληλικής σχέσεως αποτελεί χαρακτηριστικό, απαραίτητο και αναπόσπαστο στοιχείο της προσλήψεως του διερμηνέα. Επομένως, το άρθρο 74 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, όσον αφορά τις περιπτώσεις λύσεως συμβάσεως βοηθητικού υπαλλήλου, αποτελεί οπωσδήποτε διάταξη από την οποία η ρύθμιση που ισχύει για τους βοηθητικούς διερμηνείς συνεδρίας παρεκκλίνει.
Περαιτέρω, λόγω της ιδιομορφίας της απασχολήσεως των εν λόγω διερμηνέων, η ηλικία τους δεν μπορεί να αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ώστε για την πρόσληψή τους να απαιτείται όριο ηλικίας, το οποίο, εφόσον δεν ορίζεται ρητώς, είναι εκείνο του ως άνω άρθρου 74.
(βλ. σκέψεις 100, 101, 103 έως 105 και108)
3. Στο πλαίσιο του συστήματος των μέσων παροχής εννόμου προστασίας που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (ΚΥΚ), η αγωγή αποζημιώσεως, που αποτελεί αυτοτελές μέσο σε σχέση με την προσφυγή ακυρώσεως, είναι παραδεκτή μόνο αν προηγήθηκε διοικητική διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΥΚ. Η διαδικασία αυτή διαφέρει αναλόγως του αν η ζημία της οποίας ζητείται η αποκατάσταση προκύπτει από βλαπτική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2 του ΚΥΚ ή από συμπεριφορά της διοικήσεως που δεν έχει τον χαρακτήρα αποφάσεως.
Στην πρώτη περίπτωση ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει εντός της τασσομένης προθεσμίας ένσταση κατά της συγκεκριμένης πράξης, στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Στη δεύτερη περίπτωση, αντιθέτως, η διοικητική διαδικασία πρέπει να αρχίσει με την υποβολή αιτήματος κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ για τη χορήγηση αποζημιώσεως και να συνεχισθεί ενδεχομένως με ένσταση κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αίτηση.
Μόνον όταν υφίσταται άμεσος δεσμός μεταξύ της προσφυγής ακυρώσεως και της αγωγής αποζημιώσεως είναι η τελευταία παραδεκτή ως παρεπομένη προσφυγής ακυρώσεως, χωρίς να χρειάζεται να έχει προηγηθεί αυτής αίτηση καλούσα την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να αποκαταστήσει τη ζημία που, όπως υποστηρίζεται, προκλήθηκε ούτε ένσταση αμφισβητούσα το βάσιμο της ρητής ή σιωπηρής απορρίψεως της εν λόγω αιτήσεως. Αντιθέτως, όταν η προβαλλομένη ζημία δεν προκύπτει από πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση, αλλά από σειρά σφαλμάτων ή παραλείψεων στα οποία φέρεται ότι υπέπεσε η διοίκηση, η προηγούμενη διοικητική διαδικασία πρέπει οπωσδήποτε να αρχίζει με αίτηση που ζητεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να αποκαταστήσει τη ζημία αυτή και να ακολουθείται, όταν συντρέχει περίπτωση, από ένσταση στρεφόμενη κατά της αποφάσεως που απέρριψε την αίτηση.
(βλ. σκέψεις 122, 123 και125)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 15 Ιουλίου 1993, T-17/90, T-28/91 και T-17/92, Camara Alloisio κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II-841, σκέψη 46· ΠΕΚ, 28 Ιουνίου 1996, T-500/93, Y κατά ΔΕΚ, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-335 και II‑977, σκέψεις 64 και 66
4. Η ανακριβής ερμηνεία, εκ μέρους της διοικήσεως, διατάξεως του ΚΥΚ και, κατ’ αναλογία, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού δεν συνιστά καθαυτή υπηρεσιακό πταίσμα.
(βλ. σκέψη 129)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 13 Ιουλίου 1972, 79/71, Heinemann κατά Επιτροπής, Rec. 1972, σ. 579, σκέψη 11· ΠΕΚ, 9 Ιουνίου 1994, T‑94/92, X κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I-A-149 και II-481, σκέψη 52
5. Η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως μπορεί καθαυτή να συνιστά προσήκουσα και, καταρχήν, επαρκή ικανοποίηση οποιασδήποτε ηθικής βλάβης ενδεχομένως υπέστη ο προσφεύγων-ενάγων. Κατά συνέπεια, η ακύρωση της αποφάσεως κοινοτικού οργάνου να μην προσλαμβάνει πλέον βοηθητικούς διερμηνείς συνεδρίων που έχουν υπερβεί το 65ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον δεν περιέχει οποιαδήποτε αρνητική εκτίμηση των ικανοτήτων τους προσφεύγοντος-ενάγοντος, πρέπει να θεωρηθεί προσήκουσα ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο τελευταίος.
(βλ. σκέψη 130)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 7 Φεβρουαρίου 1990, C-343/87, Culin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-225, σκέψεις 25 έως 29· ΠΕΚ, 26 Ιανουαρίου 1995, T-60/94, Pierrat κατά ΔΕΚ, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I-A-23 και II-77, σκέψη 62
Full & Egal Universal Law Academy