ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 10ης Ιουνίου 2004
Υπόθεση T-276/01
Mély Garroni
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
«Υπάλληλοι – Επικουρικός υπάλληλος – Διερμηνέας συνεδριάσεων – Άρθρο 74 του ΚΛΠ –Τέλος της εργασιακής σχέσεως»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αντικείμενο, αφενός, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως να μην ζητείται πλέον η παροχή υπηρεσιών διερμηνέων συνεδριάσεων από άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών και, αφετέρου, αίτημα αποζημιώσεως.
Απόφαση: Η απόφαση του Κοινοβουλίου της 24ης Ιανουαρίου 2001 και η απόφαση του Κοινοβουλίου της 20ής Ιουλίου 2001, περί απορρίψεως της ενστάσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας ακυρώνονται. Κατά τα λοιπά η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Το Κοινοβούλιο φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Έννοια – Χαρακτηρισμός που απόκειται στην εκτίμηση του δικαστή
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
2. Yπάλληλοι – Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού – Επικουρικοί υπάλληλοι – Διερμηνείς free-lance υπαγόμενοι στο άρθρο 78 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού – Μη αναγκαία πρόβλεψη ορίου ηλικίας σχετικά με συμβάσεις αφορώσες μόνο συγκεκριμένες ημέρες – Μη εφαρμογή του άρθρου 74 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού
(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρα 74 και 78)
3. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αγωγή αποζημιώσεως ασκηθείσα χωρίς να έχει προηγηθεί η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία κατά τον ΚΥΚ – Απαράδεκτη
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
4. Υπάλληλοι – Eξωσυμβατική ευθύνη των οργάνων – Υπηρεσιακό πταίσμα – Εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεως του ΚΥΚ μη συνιστώσα, αυτή καθαυτή, υπηρεσιακό πταίσμα
5. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αγωγή αποζημιώσεως – Ακύρωση της προσβαλλομένης παράνομης πράξεως – Προσήκουσα ικανοποίηση της ηθικής βλάβης
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
1. Μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να επηρεάσουν ευθέως και άμεσα τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας σαφώς τη νομική του κατάσταση, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
Ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός μιας επιστολής ή ενός σημειώματος απόκειται στην αποκλειστική εκτίμηση του Πρωτοδικείου και όχι στη βούληση των διαδίκων.
(βλ. σκέψεις 52 και 53)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 11 Μαΐου 1992, T-34/91, Whitehead κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-1723, σκέψη 22· ΠΕΚ, 15 Ιουλίου 1993, T-115/92, Hogan κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II-895, σκέψη 36· ΠΕΚ, 20 Αυγούστου 1998, T-132/97, Collins κατά Επιτροπής Περιφερειών, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-469 και II-1379, σκέψη 13· ΠΕΚ, 13 Ιουλίου 2000, T-87/99, Hendrickx κατά Cedefop, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-147 και II-679, σκέψη 37
2. Από το συνδυασμό του πρώτου και του τρίτου εδαφίου του άρθρου 78 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού προκύπτει ότι οι διατάξεις του τίτλου ΙΙΙ του εν λόγω καθεστώτος δεν εφαρμόζονται στους επικουρικούς υπαλλήλους που προσλαμβάνονται ως διερμηνείς συνεδριάσεων κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου παρά μόνο καθόσον αυτές αποτελούν όρους μη καλυπτόμενους από τους όρους προσλήψεως και καταβολής αποδοχών οι οποίοι προβλέπονται από τη συναπτόμενη κατ’ εφαρμογήν του πρώτου εδαφίου συμφωνία.
Δεδομένου ότι πρόκειται για σύμβαση που περιορίζεται χρονικά σε συγκεκριμένες ημέρες, η λήξη της παροχής των σχετικών υπηρεσιών αποτελεί χαρακτηριστικό και αναγκαίο όρο της προσλήψεως του διερμηνέα, που είναι εγγενής σε σχέση με τη φύση της προσλήψεως αυτής. Επομένως, το άρθρο 74 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, που αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες λήγει η σχέση εργασίας ενός επικουρικού υπαλλήλου, αποτελεί οπωσδήποτε μία από τις διατάξεις του τίτλου III του ως άνω καθεστώτος από τις οποίες παρεκκλίνει η ρύθμιση που ισχύει για τους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων.
Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού χαρακτήρα της προσλήψεως των ως άνω διερμηνέων, η ηλικία τους δεν μπορεί να αποτελεί κρίσιμο κριτήριο όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ώστε η πρόσληψή τους να πρέπει να περιλαμβάνει όριο ηλικίας, το οποίο, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται ρητά, θα έπρεπε να είναι εκείνο το οποίο ορίζουν οι διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 74.
(βλ. σκέψεις 89, 90, 92 έως 94 και 97)
3. Στο πλαίσιο του συστήματος προσφυγών που θεσπίζουν τα άρθρα 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως (ΚΥΚ), μια αγωγή αποζημιώσεως, η οποία συνιστά αυτοτελές μέσο παροχής ένδικης προστασίας σε σχέση με την προσφυγή ακυρώσεως, είναι παραδεκτή μόνον εφόσον προηγήθηκε η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΥΚ. Η διαδικασία αυτή διαφέρει αναλόγως του αν η ζημία της οποίας ζητείται αποκατάσταση προκύπτει από βλαπτική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ή από συμπεριφορά της διοικήσεως στερούμενη τον χαρακτήρα αποφάσεως.
Στην πρώτη περίπτωση, εναπόκειται στον ενδιαφερόμενο να υποβάλει, εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διοικητική ένσταση κατά της συγκεκριμένης πράξεως. Αντιθέτως, στη δεύτερη περίπτωση, η διοικητική διαδικασία πρέπει να κινηθεί διά της υποβολής αιτήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, διώκουσας την αποζημίωση, και, ενδεχομένως, να συνεχιστεί με την υποβολή διοικητικής ενστάσεως κατά της απορρίπτουσας την αίτηση αποφάσεως.
Μόνον όταν υφίσταται άμεσος δεσμός μεταξύ της προσφυγής ακυρώσεως και της αγωγής αποζημιώσεως είναι η τελευταία παραδεκτή ως παρεπομένη προσφυγής ακυρώσεως, χωρίς να χρειάζεται να έχει προηγηθεί αυτής ούτε αίτηση καλούσα την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να αποκαταστήσει τη ζημία που ο ενάγων υποστηρίζει ότι υπέστη ούτε ένσταση αμφισβητούσα το βάσιμο της ρητής ή σιωπηρής απορρίψεως της εν λόγω αιτήσεως.
Αντιθέτως, όταν η προβαλλομένη ζημία δεν προκύπτει από πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση, αλλά από σειρά σφαλμάτων ή παραλείψεων στα οποία φέρεται ότι υπέπεσε η διοίκηση, η προηγούμενη διοικητική διαδικασία πρέπει να αρχίζει επιτακτικά με αίτηση που ζητεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να αποκαταστήσει τη ζημία αυτή.
(βλ. σκέψεις 110, 111 και 113)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 15 Ιουλίου 1993, T-17/90, T-28/91 και T-17/92, Camara Alloisio κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II-841, σκέψη 46· ΠΕΚ, 28 Ιουνίου 1996, T-500/93, Y κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-335 και II-977, σκέψεις 64 και 66
4. Το γεγονός ότι η διοίκηση ακολουθεί εσφαλμένη ερμηνεία όσον αφορά μια διάταξη του ΚΥΚ ή, κατ’ αναλογία, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού δεν συνιστά, αυτό καθαυτό, υπηρεσιακό πταίσμα.
(βλ. σκέψη 117)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 13 Ιουλίου 1972, 79/71, Heinemann κατά Επιτροπής, Recueil 1972, σ. 579, σκέψη 11· ΠΕΚ, 9 Ιουνίου 1994, T-94/92, X κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-149 και II-481, σκέψη 52
5. Η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως μπορεί να συνιστά αφ’ εαυτής πρόσφορη και, καταρχήν, επαρκή αποκατάσταση της όποιας ηθικής βλάβης υπέστη ο ενάγων. Επομένως, η ακύρωση αποφάσεως κοινοτικού οργάνου να μην προσλαμβάνει πλέον επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων άνω των 65 ετών, η οποία δεν περιέχει καμία αρνητική κρίση για τις ικανότητες της προσφεύγουσας-ενάγουσας, πρέπει να θεωρηθεί ως ικανοποιητική αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που μπορεί να υπέστη η ενδιαφερομένη.
(βλ. σκέψη 118)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 7 Φεβρουαρίου 1990, C-343/87, Culin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-225, σκέψεις 25 έως 29· ΠΕΚ, 26 Ιανουαρίου 1995, T‑60/94, Pierrat κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I-A-23 και II-77, σκέψη 62
Full & Egal Universal Law Academy