Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προσφυγή κατά παραλείψεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Παραλείψεις δεκτικές προσφυγής - Μη λήψη αποφάσεως ως προς τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί σε καταγγελία με την οποία επιδιώκεται να διαπιστωθεί το ασύμβατο κρατικής ενισχύσεως με την κοινή αγορά - Παραδεκτό της ασκηθείσας από ενδιαφερόμενο, κατά του έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, προσφυγής
(Άρθρα 88 § 2, ΕΚ, 230, εδ. 4, ΕΚ και 232, εδ. 3, ΕΚ)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Εξέταση από την Επιτροπή - Αναγνώριση του δικαιώματος για την άσκηση προσφυγής του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ - Προϋπόθεση - Ύπαρξη εννόμου συμφέροντος
(Άρθρα 88 § 2, ΕΚ και 230, εδ. 4, ΕΚ)
Περίληψη
1. Όπως το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ παρέχει στους ιδιώτες τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατά πράξεως κοινοτικού οργάνου της οποίας δεν είναι αποδέκτες, εφόσον η πράξη αυτή τους αφορά άμεσα και ατομικά, έτσι και το άρθρο 232, τρίτο εδάφιο, EK πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τους παρέχει τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως εναντίον κοινοτικού οργάνου το οποίο παρέλειψε να εκδώσει πράξη που θα τους αφορούσε κατά τον ίδιο τρόπο.
Η παράλειψη της Επιτροπής, κατά την έννοια του άρθρου 232, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, να αποφανθεί επί της καταγγελίας αυτής αφορά ατομικώς τον ιδιώτη που έχει υποβάλει στο εν λόγω κοινοτικό όργανο καταγγελία σχετικά με την ύπαρξη ασύμβατης με την κοινή αγορά ενισχύσεως, όταν το εν λόγω πρόσωπο πρέπει να θεωρηθεί ως ενδιαφερόμενος κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, έννοια περικλείουσα όχι μόνο την επιχείρηση ή τις επιχειρήσεις που ευνοούνται από μια ενίσχυση αλλά, ομοίως, και τα πρόσωπα, επιχειρήσεις ή ενώσεις των οποίων τα συμφέροντα θίγονται, ενδεχομένως, από τη χορήγηση της ενισχύσεως, ιδίως τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και τις επαγγελματικές οργανώσεις.
( βλ. σκέψεις 29, 31, 33-34 )
2. Προκειμένου ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο να θεωρηθεί ως έχον την ιδιότητα του ενδιαφερομένου, κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, πρέπει να δικαιολογεί έννομο συμφέρον όσον αφορά την εφαρμογή ή τη διατήρηση σε ισχύ, εφόσον έχουν ήδη χορηγηθεί, των εν λόγω μέτρων ενισχύσεως. Πράγματι, αναγνώριση της ιδιότητας του ενδιαφερομένου, κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, σε κάθε πρόσωπο που έχει, έναντι των εν λόγω εφαρμοσθέντων κρατικών μέτρων, ένα καθαρώς γενικό ή έμμεσο συμφέρον θα είχε ως συνέπεια να στερηθεί κάθε νομικού νοήματος η έννοια του «προσώπου το οποίο αφορούν άμεσα και ατομικά» τα εν λόγω μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, στο πλαίσιο των προσφυγών ακυρώσεως κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
Το γεγονός απλά και μόνο ότι έχει υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή δεν αρκεί για να παράσχει σ' ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο την ιδιότητα του ενδιαφερομένου, κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, και τούτο εφόσον το εν λόγω πρόσωπο δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον να ζητήσει από την Επιτροπή να εξετάσει το συμβατό με τους κοινοτικούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων των μέτρων που αυτό καταγγέλλει. Τέτοιο συμφέρον δεν είναι δυνατό, ιδίως, να αποδειχθεί εάν δεν υφίσταται άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των καταγγελλομένων μέτρων και της ζημίας που ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι θα υποστεί ως συνέπεια της εφαρμογής τέτοιων μέτρων.
( βλ. σκέψεις 35-36, 39, 42, 44-45 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-41/01,
Rafael Pérez Escolar, κάτοικος Μαδρίτης (Ισπανία), εκπροσωπούμενος από τον F. Moreno Pardo, δικηγόρο,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από την Ι. Martínez del Peral και τον J. Flett, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτημα βάσει του άρθρου 232 ΕΚ με σκοπό να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να εκδώσει απόφαση σχετικά με καταγγελία του προσφεύγοντος κατά του Βασιλείου της Ισπανίας για παράβαση του άρθρου 87 ΕΚ και παραλείποντας να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ σχετικά με ενισχύσεις που φέρονται ότι είχαν χορηγηθεί από τις ισπανικές αρχές στα τραπεζικά ιδρύματα Banco Español de Crédito SA και Banco Santander, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τη V. Tiili, Πρόεδρο, καθώς και τους J. Pirrung, P. Mengozzi, A. W. H. Meij και Μ. Βηλαρά, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Ιστορικό της διαφοράς
1 Στις 15 Δεκεμβρίου 1994 η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση Τύπου με τίτλο «Η Επιτροπή εγκρίνει τη σωτηρία της Banesto», με την οποία ανήγγελλε ότι τα χρηματοπιστωτικά μέτρα που είχαν υιοθετηθεί από τις ισπανικές αρχές με σκοπό την εφαρμογή του σχεδίου αναδιαρθρώσεως του τραπεζικού ιδρύματος Banco Español de Crédito SA (στο εξής: Banesto), δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Μεταξύ των ενεργειών που περιελάμβανε αυτό το σχέδιο αναδιαρθρώσεως, το ανακοινωθέν Τύπου μνημόνευε, ιδίως, την αύξηση του κεφαλαίου κατά 180 δισεκατομμύρια ισπανικές πεσέτες (ESP), την αγορά από το Ταμείο Εγγυήσεως Καταθέσεων (στο εξής: ΤΕΚ) των υποτιμημένων στοιχείων ενεργητικού στην ονομαστική τους αξία και την άμεση πώλησή τους στη Banesto με απώλεια 285 δισεκατομμυρίων ESP καθώς και επιδοτούμενο δάνειο που είχε χορηγηθεί από ΤΕΚ ύψους 315 δισεκατομμυρίων ESP κατανεμημένων σε τέσσερα έτη, αντιπροσωπεύον για το ΤΕΚ κόστος εκτιμηθέν στα 41 δισεκατομμύρια ESP λόγω απωλείας τόκων.
2 Με επιστολή της 23ης Φεβρουαρίου 1999 προς το μέλος της Επιτροπής το επιφορτισμένο με ζητήματα ανταγωνισμού, ο Pérez Escolar (στο εξής: προσφεύγων) υπέβαλε καταγγελία με την οποία ισχυρίστηκε ότι οι παρεμβάσεις των ισπανικών αρχών στο πλαίσιο του προμνημονευθέντος σχεδίου αναδιαρθρώσεως συνεπάγονταν χορήγηση κρατικών ενισχύσεων υπέρ της Banesto και της Banco Santander. Στο πλαίσιο της καταγγελίας αυτής, ο προσφεύγων ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει τα μέτρα που ήσαν αναγκαία προκειμένου η Banesto να επιστρέψει την ενίσχυση των 285 δισεκατομμυρίων ESP που είχε λάβει από το ΤΕΚ και να καταβάλει, σύμφωνα με την ισπανική φορολογική νομοθεσία, τον φόρο εταιριών σχετικά με το ποσό της ενισχύσεως αυτής. Ζητήθηκε επίσης από την Επιτροπή να λάβει κάθε άλλο μέτρο που θα ήταν αναγκαίο ενόψει των εκτεθέντων από τον προσφεύγοντα γεγονότων, στο μέτρο που αυτά συνεπάγονταν παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού.
3 Με επιστολή της 25ης Ιουνίου 1999 προς το μέλος της Επιτροπής το επιφορτισμένο με ζητήματα ανταγωνισμού, ο προσφεύγων επανέλαβε την καταγγελία του, προσθέτοντας σχετικώς και άλλους ισχυρισμούς αναφορικά σχετικά με την προβαλλόμενη εκ μέρους των ισπανικών αρχών παράβαση του άρθρου 101 ΕΚ.
4 Με επιστολές της 27ης Μαρτίου της 4ης Απριλίου 2000, ο προσφεύγων απευθύνθηκε στον κ. Feltkamp, τότε προϊστάμενο της μονάδας «Δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες» της διευθύνσεως «Κρατικές ενισχύσεις ΙΙ» της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς του και επισυνάπτοντας, προς στήριξη αυτών, νέα έγγραφα.
5 Ο προσφεύγων μνημονεύει μια συνάντηση με τον κ. Feltkamp που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, στα γραφεία της Επιτροπής, στις 31 Μαρτίου 2000.
6 Στις 15 Ιουνίου 2000, ο προσφεύγων απέστειλε μήνυμα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην κ. Rodriguez Galindo, μέλος του ιδιαίτερου γραφείου του μέλους της Επιτροπής του επιφορτισμένου με ζητήματα ανταγωνισμού. Την ίδια ημέρα, η τελευταία απάντησε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ζητώντας από τον προσφεύγοντα αντίγραφο των εγγράφων στα οποία είχε αναφερθεί με το μήνυμά του. Στις 21 Ιουνίου 2000 ο προσφεύγων απέστειλε στην Rodríguez Galindo δεύτερο μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο την πληροφορούσε σχετικά με την αποστολή των ζητηθέντων εγγράφων, ενώ συνόδευσε το μήνυμα αυτό με σύντομη περίληψη των κυρίων περιστατικών της υποθέσεως.
7 Στις 6 Νοεμβρίου 2000 ο προσφεύγων απηύθυνε στο μέλος της Επιτροπής το επιφορτισμένο με ζητήματα ανταγωνισμού νέο ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο επανελάμβανε την καταγγελία του της 23ης Φεβρουαρίου 1991, καλώντας την Επιτροπή, αφενός, να κινήσει έρευνα σχετικά με τα προβαλλόμενα περιστατικά και, αφετέρου, να υποχρεώσει την Banesto να επιστρέψει την ενίσχυση των 285 δισεκατομμυρίων ESP που είχε λάβει από το ΤΕΚ, να καταβάλει τον φόρο εταιριών σχετικά με το ποσό της ενισχύσεως αυτής, να μεταφέρει στο ΤΕΚ τόκους επί του δανείου των 315 δισεκατομμυρίων ESP που είχε χορηγηθεί από το τελευταίο και να αποκαταστήσει τους μειοψηφούντες μετόχους της Banesto τα προτιμησιακά δικαιώματα των οποίων είχαν στερηθεί κατόπιν της αυξήσεως του κεφαλαίου που είχε πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της πράξεως αναδιαρθρώσεως του τραπεζικού ιδρύματος.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
8 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 23 Φεβρουαρίου 2001, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
9 Στις 16 Μα_ου 2001, με χωριστό δικόγραφο, η Επιτροπή πρότεινε, σύμφωνα με το άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ένσταση απαραδέκτου. Ο προσφεύγων κατέθεσε τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως αυτής στις 29 Αυγούστου 2001.
10 Με το δικόγραφο της προσφυγής του, ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να εκδώσει απόφαση επί της καταγγελίας του της 23ης Φεβρουαρίου 1999, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
11 Με την ένστασή της απαραδέκτου, η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
- να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
12 Με τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου, ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να αποφανθεί επί της ενστάσεως απαραδέκτου όσον αφορά το δικαίωμα για την άσκηση προσφυγής, κατά την εξέταση της ουσίας της υποθέσεως·
- επικουρικώς, να ορίσει την ημερομηνία της συνεδριάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας επί της ενστάσεως απαραδέκτου·
- να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να λάβει απόφαση επί της καταγγελίας του της 23ης Φεβρουαρίου 1999, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
13 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η διαδικασία επί της αιτήσεως απαραδέκτου συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως.
14 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι έχει επαρκώς διαφωτισθεί από τα στοιχεία της δικογραφίας και αποφασίζει, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
15 Η Επιτροπή προτείνει κατά της υπό κρίση προσφυγής τρεις λόγους απαραδέκτου.
16 Πρώτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν της ζητήθηκε να ενεργήσει εντός ευλόγου προθεσμίας, δεδομένου ότι είχαν παρέλθει τέσσερα και πλέον έτη μεταξύ της 15ης Δεκεμβρίου 1994, ημερομηνίας δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως Τύπου με την οποία είχε αναγγείλει ότι τα μέτρα που είχαν θεσπιστεί στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιαρθρώσεως της Banesto δεν αποτελούσαν κρατικές ενισχύσεις, και της 23ης Φεβρουαρίου 1999, ημερομηνίας υποβολής της καταγγελίας του προσφεύγοντος. Μια τόσο μακρά περίοδος αδρανείας στερεί τον τελευταίο, για λόγους νομικής ασφάλειας, της ευχέρειας να κάνει χρήση του θεσπισμένου με το άρθρο 232 ΕΚ ενδίκου μέσου της προσφυγής.
17 Καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι η καταγγελία του της 23ης Φεβρουαρίου 1999 δεν αναφέρεται στα χρηματοπιστωτικά μέτρα που είχαν ήδη εξετασθεί το 1994, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τούτο είναι ανακριβές και ότι, εν πάση περιπτώσει, ουδεμία ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού της υπό κρίση προσφυγής.
18 Δεύτερον, η Επιτροπή διατείνεται ότι η προσφυγή ασκήθηκε μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 232 ΕΚ. Ο προσφεύγων, με το έγγραφό του της 23ης Φεβρουαρίου 1999, ζήτησε από την Επιτροπή να ενεργήσει κατά την έννοια του άρθρου 232 ΕΚ. Κατά συνέπεια, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή εξέπνευσε στις 6 Ιουλίου 1999 ενώ η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 23 Φεβρουαρίου 2001. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί διά της αποστολής στην Επιτροπή νέου αντιγράφου της αρχικής καταγγελίας του ή μέσω εγγράφου με ουσιαστικώς όμοιο περιεχόμενο να ανασυστήσει αναδρομικώς την προθεσμία που αυτός άφησε να εκπνεύσει.
19 Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 232 ΕΚ, διότι η πράξη που η Επιτροπή παρέλειψε να θεσπίσει δεν τον αφορά άμεσα και ατομικώς. Συναφώς, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, σχετικά με το ζήτημα των κρατικών ενισχύσεων, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι η πράξη που η Επιτροπή παρέλειψε να εκδώσει αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικώς είναι ανάγκη να μπορεί αυτός να αποδείξει τουλάχιστον ότι έχει την ιδιότητα του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Για να γίνει κάτι τέτοιο, πρέπει ο προσφεύγων να δικαιολογήσει την κατάστασή του ως άμεσου ανταγωνιστού των δικαιούχων της καταγγελλομένης κρατικής ενισχύσεως. Όμως, ο ενδιαφερόμενος περιορίζεται στο να δηλώνει εν προκειμένω ότι το δικαίωμά του για άσκηση προσφυγής απορρέει από το γεγονός ότι έχει υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή, πράγμα που δεν αρκεί για τη διαπίστωση του παραδεκτού της προσφυγής του. Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να στηρίξει το δικαίωμά του για άσκηση προσφυγής ούτε στο γεγονός ότι υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Banesto μέχρι τα τέλη του 1993 ούτε στην ιδιότητά του ως μειοψηφούντος μετόχου της Banesto.
20 Σχετικά με τον λόγο απαραδέκτου που αντλείται από τον προβαλλόμενο εκπρόθεσμο της προσφυγής λόγω του ότι η Επιτροπή δεν κλήθηκε να ενεργήσει εντός ευλόγου προθεσμίας, ο προσφεύγων υποστηρίζει, πρώτον, ότι από την κοινοτική νομολογία δεν απορρέει καμιά γενική υποχρέωση δυνάμει της οποίας η προσφυγή κατά παραλείψεως να πρέπει να ασκείται εντός ευλόγου προθεσμίας.
21 Δεύτερον, ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλλει σε ιδιώτες να γνωρίζουν τις ανακοινώσεις της Τύπου όταν δεν δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τις αποφάσεις της με τις οποίες καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστανται κρατικές ενισχύσεις. Εν πάση περιπτώσει, ήταν αδύνατον για τον προσφεύγοντα, με ανάγνωση απλώς και μόνο της ανακοινώσεως Τύπου της 15ης Δεκεμβρίου 1994, να γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενο της αναλύσεως της Επιτροπής. Εξάλλου, αυτή η ανακοίνωση Τύπου δεν μνημόνευε όλα τα μέτρα ενισχύσεων που ο προσφεύγων επεσήμανε στην καταγγελία του. Ειδικότερα, στην εν λόγω ανακοίνωση δεν μνημονευόταν ούτε η απαλλαγή από τον φόρο εταιριών της Banesto για το ποσό των 285 εκατομμυρίων ESP που είχε λάβει από το ΤΕΚ ούτε η με καθυστέρηση πληρωμή των μετοχών της Banesto που είχαν χορηγήθηκαν στην Banco Santander, πράγμα επωφελές για την τελευταία σε βάρος των πόρων του ΤΕΚ.
22 Τρίτον, ο προσφεύγων υπογραμμίζει ότι, σχετικά με κρατικές ενισχύσεις, το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), προβλέπει ότι οι εξουσίες της Επιτροπής όσον αφορά την ανάκτηση ενισχύσεως υπόκεινται σε δεκαετή προθεσμία παραγραφής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η θέση της Επιτροπής ότι η εν προκειμένω παρέμβασή της υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς διαφορετικούς αυτών που απορρέουν από την τήρηση της προβλεπομένης από τη διάταξη αυτήν μακράς προθεσμίας παραγραφής στερείται παντελούς βάσεως. Εξάλλου, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 659/1999 προβλέπει ότι, όταν η Επιτροπή διαθέτει στοιχεία, όποια κι αν είναι η πηγή τους, σχετικά με προβαλλόμενη ως παράνομη ενίσχυση, τα εξετάζει αμελητί.
23 Σχετικά με τον λόγο απαραδέκτου που αντλείται από την προβαλλόμενη εκπνοή της προθεσμίας προσφυγής των δύο μηνών που προβλέπεται από το άρθρο 232 ΕΚ, ο προσφεύγων υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, η προθεσμία αυτή υπολογίζεται από την ημερομηνία που απευθύνεται στο εν λόγω όργανο πρόσκληση προς δράση. Όμως, τέτοια πρόσκληση για δράση δεν περιλαμβάνεται στην υποβληθείσα στις 23 Φεβρουαρίου 1999 καταγγελία με την οποία ο προσφεύγων περιορίστηκε στο να ζητήσει από την Επιτροπή να εξετάσει τα καταγγελλόμενα μέτρα ενισχύσεων. Μόνον η επιστολή της 6ης Νοεμβρίου 2000 είναι δυνατόν, σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, να θεωρηθεί ως πρόσκληση προς δράση, σύμφωνη προς τις επιταγές του άρθρου 232 ΕΚ. Κατά συνέπεια, η ασκηθείσα στις 23 Φεβρουαρίου 2001 προσφυγή δεν είναι εκπρόθεσμη.
24 Εξάλλου, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η καθής, οι επιστολές που απηύθυνε στην Επιτροπή ύστερα από την καταγγελία της 23ης Φεβρουαρίου 1999 δεν είχαν περιεχόμενο κατ' ουσίαν όμοιο προς την τελευταία αλλά περιελάμβαναν νέα επιχειρήματα και συνοδεύονταν από νέα έγγραφα.
25 Όσον αφορά τον τρίτο λόγο απαραδέκτου, δηλαδή την προβαλλόμενη ανυπαρξία δικαιώματος του προσφεύγοντος για την άσκηση προσφυγής, ο τελευταίος υπογραμμίζει ότι ένδικα μέσα που προβλέπονται από τα άρθρα 230 ΕΚ και 232 ΕΚ σκοπούν στην προστασία ξεχωριστών συμφερόντων, δεδομένου ότι το ένα παρέχει δικαίωμα για ακύρωση πράξεως των κοινοτικών οργάνων ενώ σκοπός του ετέρου είναι να υποχρεώνει τα τελευταία να αποφασίζουν.
26 Εξάλλου, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το απλό γεγονός ότι κάποιος είναι καταγγέλλων τού παρέχει το δικαίωμα να ζητεί την αρωγή του Πρωτοδικείου στο πλαίσιο προσφυγής κατά παραλείψεως. Εξάλλου, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι έχει θιγεί άμεσα και ατομικά, ως μειοψηφών μέτοχος της Banesto, λόγω της εφαρμογής των περιλαμβανομένων στο σχέδιο αναδιαρθρώσεώς της μέτρων. Πράγματι, ο προσφεύγων υπενθυμίζει ότι ένα από τα μέτρα του εν λόγω σχεδίου συνίσταται στην αύξηση του κεφαλαίου της Banesto κατά 180 δισεκατομμύρια ESP υπό την προϋπόθεση ότι η συνέλευση των μετόχων θα απέκλειε πλήρως τη δυνατότητα ασκήσεως του προτιμησιακού δικαιώματος εγγραφής και θα παρείχε κάθε δικαίωμα εγγραφής στο ΤΕΚ. Το γεγονός ότι αυτό υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από το προτιμησιακό δικαίωμά του εγγραφής συνιστά ζημία ικανή να του παράσχει δικαίωμα για την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
27 Επιβάλλεται να εξεταστεί, καταρχάς, ότι ο τρίτος λόγος απαραδέκτου της Επιτροπής, που αντλείται από την ανυπαρξία δικαιώματος του προσφεύγοντος για την άσκηση προσφυγής.
28 Δυνάμει του άρθρου 232, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να προσφεύγει στον κοινοτικό δικαστή κατά οργάνου της Κοινότητας το οποίο παρέλειψε να του απευθύνει πράξη εκτός συστάσεως ή γνώμης.
29 Με την απόφασή του της 26ης Νοεμβρίου 1996, C-68/95, T. Port (Συλλογή 1996, σ. Ι-6065, σκέψη 59), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι όπως ακριβώς το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, παρέχει στα άτομα τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατά πράξεως οργάνου της οποίας δεν είναι αποδέκτες, εφόσον όμως η πράξη αυτή τα αφορά άμεσα και ατομικά, έτσι και το άρθρο 232, τρίτο εδάφιο, ΕΚ έχει την έννοια ότι τους παρέχει επίσης τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως εναντίον κοινοτικού οργάνου το οποίο παρέλειψε να εκδώσει πράξη που θα τα αφορούσε κατά τον ίδιο τρόπο.
30 Επομένως, πρέπει να εξετασθεί σε ποιο βαθμό πρέπει να θεωρηθεί ότι οι πράξεις ως προς τις οποίες ο προσφεύγων διατείνεται ότι υφίσταται παράλειψη της Επιτροπής μπορεί να τον αφορούν, εν προκειμένω, άμεσα και ατομικά.
31 Ο προσφεύγων προσάπτει κατ' ουσίαν στην Επιτροπή το ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ παραλείποντας να λάβει απόφαση επί της καταγγελίας του της 23ης Φεβρουαρίου 1999 σχετικά με τις ενισχύσεις που φέρονται να χορηγήθηκαν από τις ισπανικές αρχές στην Banesto και την Banco Santander. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί το ζήτημα αν θα αφορούσε άμεσα και ατομικώς τον προσφεύγοντα η απόφαση την οποία η Επιτροπή, χωρίς να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, θα μπορούσε να λάβει όσον αφορά το οικείο κράτος μέλος μετά το πέρας της φάσεως προκαταρκτικής εξετάσεως των εν λόγω μέτρων και με την οποία το εν λόγω κοινοτικό όργανο θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα σχετικά μέτρα είτε δεν αποτελούν ενίσχυση είτε ότι αποτελούν μεν ενίσχυση πλην όμως προέκυπτε ότι ήσαν συμβατά με την κοινή αγορά (βλ., κατά την έννοια αυτή, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T-95/96, Gestevisión Telecinco κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3407, σκέψη 63).
32 Η εξέταση αυτή πρέπει να γίνει ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η οποία αντικρούεται ως προς το σημείο αυτό από τον προσφεύγοντα, τα καταγγελθέντα από τον τελευταίο μέτρα εξετάσθηκαν πλήρως από την Επιτροπή το 1994. Ειδικότερα, δεν χρειάζεται να διαπιστωθεί, εκ προοιμίου, εάν, ενόψει των προκειμένων περιστάσεων, μπορεί να προσαφθεί στον προσφεύγοντα το γεγονός ότι δεν άσκησε, εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής του 1994 ούτε εάν η καταγγελία του της 23ης Φεβρουαρίου 1999 και οι μεταγενέστερες επαναλήψεις της μπορούν να αναλυθούν ως αίτηση ανακλήσεως της αποφάσεως αυτής βάσει του άρθρου 9 του κανονισμού 659/1999. Πράγματι, στο μέτρο που επρόκειτο να προκύψει ότι δεν αφορούν άμεσα και ατομικά τον προσφεύγοντα τα επισημανθέντα με την καταγγελία του μέτρα και, επομένως, η απόφαση της Επιτροπής που θα είχε ως αντικείμενο τα εν λόγω μέτρα, απορρέει σχετικώς ότι το εν λόγω άτομο δεν είχε δικαίωμα ούτε για άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής του 1994 ούτε, έστω και αν υποτεθεί ότι η καταγγελία του μπορεί να θεωρηθεί ως αίτηση ανακλήσεως, για άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως λόγω της αρνήσεως της Επιτροπής να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως αυτής.
33 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν η Επιτροπή διαπιστώνει, χωρίς να έχει κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, στηριζόμενη στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, ότι ένα κρατικό μέτρο δεν αποτελεί ενίσχυση ή ότι το μέτρο αυτό, μολονότι αποτελεί ενίσχυση, είναι συμβατό με την κοινή αγορά, οι ενδιαφερόμενοι, που επωφελούνται των δικονομικών εγγυήσεων της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, μπορούν να πετύχουν την τήρηση των εγγυήσεων αυτών μόνο εφόσον έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν μια τέτοια απόφαση της Επιτροπής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 19ης Μα_ου 1993, C-198/91, Cook κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-2487, σκέψη 23· της 15ης Ιουνίου 1993, C-225/91, Matra κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3203, σκέψη 17, και της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France, Συλλογή 1998, σ. Ι-1719, σκέψη 47· καθώς και την προπαρατεθείσα απόφαση Gestevisión Telecinco κατά Επιτροπής, σκέψη 64).
34 Ενδιαφερόμενοι, κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, είναι, σύμφωνα με τον ορισμό που έχουν υιοθετήσει το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο, όχι μόνο η επιχείρηση ή οι επιχειρήσεις που ευνοούνται από μια ενίσχυση, αλλά και τα πρόσωπα, επιχειρήσεις ή ενώσεις των οποίων τα συμφέροντα επηρεάζονται ενδεχομένως, από τη χορήγηση της ενισχύσεως, δηλαδή οι ανταγωνιζόμενες επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές οργανώσεις (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Νοεμβρίου 1984, 323/82, Intermills κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3809, σκέψη 16· καθώς και τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Matra κατά Επιτροπής, σκέψη 18 και Gestevisión Telecinco κατά Επιτροπής, σκέψη 65).
35 Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, προκειμένου ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο να θεωρηθεί ως έχον ιδιότητα του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, όπως διασαφηνίζεται στην προμνημονευθείσα στις ανωτέρω σκέψεις 33 και 34 νομολογία, πρέπει να δικαιολογεί έννομο συμφέρον όσον αφορά την εφαρμογή ή τη διατήρηση σε ισχύ, εφόσον έχουν ήδη χορηγηθεί, των εν λόγω μέτρων ενισχύσεως. Προκειμένου περί μιας επιχειρήσεως, ένα τέτοιο έννομο συμφέρον είναι δυνατόν, μεταξύ άλλων, να συνίσταται στην προστασία της ανταγωνιστικής θέσεώς της στην αγορά, στο μέτρο που αυτή η ανταγωνιστική θέση θα θιγόταν από τα μέτρα ενισχύσεων (βλ., υπό την έννοια αυτή, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής, σκέψη 25· Matra κατά Επιτροπής, σκέψη 19, και Gestevisión Telecinco κατά Επιτροπής, σκέψη 66).
36 Πράγματι, η αναγνώριση της ιδιότητας του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ και της προπαρατεθείσας στις ανωτέρω σκέψεις 33 και 34 νομολογίας σε κάθε πρόσωπο που έχει, έναντι των εν λόγω εφαρμοσθέντων κρατικών μέτρων, ένα καθαρώς γενικό ή έμμεσο συμφέρον θα κατέληγε, ενδεχομένως, στο να γίνει δεκτό ότι κάθε υποκείμενος στον φόρο αποτελεί ενδιαφερόμενο πρόσωπο κατά την έννοια της προμνημονευθείσας διατάξεως σε σχέση με ενίσχυση χρηματοδοτούμενη μέσω των φορολογικών γενικώς εσόδων ενός κράτους μέλους. Μια τέτοια ερμηνεία, όπως το Πρωτοδικείο έχει ήδη επισημάνει με την απόφασή του της 16ης Σεπτεμβρίου 1998, T-188/95, Waterleiding Maatschappij κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3713), θα ήταν προδήλως ασύμβατη με τις διατάξεις του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, όπως έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία, και θα είχε ως συνέπεια να στερείται οποιασδήποτε νομικής σημασίας το νόημα του «προσώπου [το οποίο] [...] αποφάσεις [...] το αφορούν άμεσα και ατομικά», κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, στο πλαίσιο προσφυγών ακυρώσεως κατά αποφάσεων ληφθεισών βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ (προπαρατεθείσα απόφαση Waterleiding Maatschappij κατά Επιτροπής, σκέψη 68), μεταμορφώνοντας αυτό το ένδικο μέσο σ' ένα είδος actio popularis.
37 Υπό το φως ακριβώς των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να εξακριβωθεί, εν προκειμένω, εάν ο προσφεύγων μπορεί να θεωρηθεί ως ενδιαφερόμενος κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ αναφορικά με τα μέτρα που επισημαίνει στην καταγγελία του της 23ης Φεβρουαρίου 1999.
38 Για να υποστηρίξει ότι έχει την ιδιότητα του ενδιαφερομένου κατά την έννοια της προμνημονευθείσας διατάξεως, ο προσφεύγων, αφενός, επικαλείται τη θέση του ως καταγγέλλοντος και, αφετέρου, ισχυρίζεται ότι έχει θιγεί από τα καταγγελλόμενα μέτρα λόγω της ιδιότητός του ως μειοψηφούντος μετόχου της Banesto.
39 Συναφώς, διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι το γεγονός απλά και μόνο ότι ο προσφεύγων υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή δεν αρκεί για να του παράσχει την ιδιότητα του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, και τούτο εφόσον αυτός δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον να ζητήσει από την Επιτροπή να εξετάσει το συμβατό των καταγγελλομένων μέτρων με τους κοινοτικούς κανόνες σχετικά με κρατικές ενισχύσεις. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τη νομολογία σύμφωνα με την οποία μια καταγγέλλουσα επιχείρηση πρέπει, προκειμένου να της αναγνωριστεί η ιδιότητα του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ και της μνημονευομένης στις ανωτέρω σκέψεις 33 και 34 νομολογίας, να δικαιολογεί έννομο συμφέρον το οποίο θα ήταν δυνατό, μεταξύ άλλων, να συνίσταται και στην προστασία, έναντι των καταγγελλομένων μέτρων, της ανταγωνιστικής θέσεώς του στην αγορά (βλ., υπό την έννοια αυτή, την προπαρατεθείσα απόφαση Waterleiding Maatschappij κατά Επιτροπής, σκέψη 62).
40 Εξ αυτού έπεται ότι το απλό γεγονός ότι ένα άτομο είναι καταγγέλλον δεν θα αρκούσε για να θεωρηθεί ότι το εν λόγω άτομο έχει δικαίωμα προσφυγής στο πλαίσιο ενδεχόμενης ασκήσεως αυτού του ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή, χωρίς να κινήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ διαδικασία, θα διαπίστωνε ότι τα καταγγελλόμενα μέτρα δεν αποτελούν κρατικές ενισχύσεις ή ότι τα μέτρα αυτά, καίτοι αποτελούν τέτοιες ενισχύσεις, προκύπτει ότι είναι συμβατά με την κοινή αγορά. Κατά συνέπεια, αυτό και μόνο το γεγονός δεν αρκεί ούτε για να θεμελιώσει την ενεργητική νομιμοποίηση του προσφεύγοντος στο πλαίσιο του υπό κρίση ενδίκου μέσου με το οποίο βάλλεται η παράλειψη της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, ΕΚ κατά των καταγγελλομένων εν προκειμένω μέτρων.
41 Καθόσον αφορά, στη συνέχεια, το ζήτημα εάν ο προσφεύγων δύναται, ως μειοψηφών μέτοχος της Banesto, να υποστηρίξει ότι τα συμφέροντά του έχουν θιγεί από τα μέτρα που επισημαίνονται στην καταγγελία του της 23ης Φεβρουαρίου 1999, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την ιδιότητά του ως ενδιαφερομένου σχετικά με τα μέτρα αυτά και, κατά συνέπεια, το δικαίωμά του για άσκηση προσφυγής στο πλαίσιο του υπό κρίση ενδίκου μέσου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο προσφεύγων διατείνεται, κατ' ουσίαν, ότι έχει υποστεί, για τον λόγο αυτό, ζημία λόγω του γεγονότος ότι δεν μπόρεσε να ασκήσει το προτιμησιακό του δικαίωμα εγγραφής κατά την αύξηση του κεφαλαίου της Banesto που πραγματοποιήθηκε το 1994 με σκοπό να καταστεί δυνατή η εισφορά 180 δισεκατομμυρίων ESP από το ΤΕΚ.
42 Συναφώς, προκειμένου, καταρχάς, περί των επικρινομένων από τον προσφεύγοντα μέτρων στην καταγγελία του της 23ης Φεβρουαρίου 1999, τα οποία συνίστανται, κυρίως, σε επιχορήγηση 285 δισεκατομμυρίων ESP, σε επιδοτούμενο δάνειο 315 δισεκατομμυρίων ESP που χορηγήθηκε στην Banesto από το ΤΕΚ, στην αναβολή προς όφελος της Banco Santander της πληρωμής της αξίας των μετοχών της Banesto και σε απαλλαγή της τελευταίας από τον φόρο εταιριών, διαπιστώνεται, αφενός, ότι η προβαλλομένη από τον προσφεύγοντα ζημία ουδόλως απορρέει από την εφαρμογή των μέτρων αυτών, δεδομένου ότι αυτά δεν είχαν καμιά επίπτωση στον προβαλλόμενο αποκλεισμό του τελευταίου από την άσκηση του προτιμησιακού δικαιώματός του εγγραφής κατά το χρονικό σημείο της αυξήσεως του κεφαλαίου της Banesto το 1994 και, αφετέρου, ότι ο προσφεύγων δεν προβάλλει, αναφορικά με τα εν λόγω μέτρα, καμιά άλλη ζημία που να έχει σχέση με τα συμφέροντα των οποίων η προστασία αποτελεί το αντικείμενο του άρθρου 88 ΕΚ. Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος, που περιλαμβάνεται στις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου, κατά των οποίων τα διάφορα επικρινόμενα στην καταγγελία του μέτρα που εμπίπτουν στο σχέδιο αναδιαρθρώσεως της Banesto, εμφανίζονταν ως ένα αδιαίρετο όλον.
43 Περαιτέρω, καθόσον αφορά την εισφορά των 180 δισεκατομμυρίων ESP, που πραγματοποιήθηκε από το ΤΕΚ κατά την αύξηση, το 1994, του κεφαλαίου της Banesto, πρέπει να γίνει αναφορά στην περιγραφή των γεγονότων που περιλαμβάνεται στην καταγγελία του προσφεύγοντος της 23ης Φεβρουαρίου 1999 καθώς και στα όσα εγγράφως αυτός υποστηρίζει ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ο προσφεύγων διατείνεται, κατ' ουσίαν, ότι, διά της εφαρμογής του σχεδίου αναδιαρθρώσεως της Banesto, οι ισπανικές αρχές είχαν κατ' ουσίαν ως στόχο την αλλαγή της συνθέσεως του συνόλου των μετόχων της τελευταίας. Για τον σκοπό αυτό, τα δεδομένα σχετικά με την χρηματοπιστωτική κατάσταση της Banesto παραποιήθηκαν κατά τρόπο ώστε να ανακύπτει η ύπαρξη μιας ελλειμματικής καταστάσεως η οποία χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός πιέσεως επί των μετόχων ώστε να υποχρεωθούν αυτοί να παραιτηθούν, υπέρ του ΤΕΚ, κατά τον χρόνο της αυξήσεως του κεφαλαίου, των προτιμησιακών δικαιωμάτων τους εγγραφής. Εξάλλου, το καταστατικό του τελευταίου τροποποιήθηκε ad hoc προκειμένου να του επιτραπεί να πραγματοποιήσει την εν λόγω εισφορά.
44 Από αυτή την περιγραφή των γεγονότων προκύπτει ότι η ζημία που ο προσφεύγων προβάλλει ότι υπέστη, έστω κι αν υποτεθεί αποδεδειγμένη, αποτελεί τη συνέπεια μιας σειράς χειρισμών σχεδιασθέντων από τα διάφορα όργανα και αρχές που παρενέβησαν κατά την εφαρμογή του σχεδίου αναδιαρθρώσεως της Banesto. Αντιθέτως, κανένας άμεσος αιτιώδης σύνδεσμος δεν διαπιστώνεται μεταξύ αυτής της ζημίας και του μέτρου που ενδεχομένως θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων των σχετικών με κρατικές ενισχύσεις, δηλαδή της εισφοράς του ΤΕΚ στο κεφάλαιο της Banesto. Στην αλληλουχία αυτή, ο προσφεύγων δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι θα πετύχει επανόρθωση της εν λόγω ζημίας κατά το στάδιο του ελέγχου που θα διενεργήσει η Επιτροπή ως προς τη συμφωνία του μέτρου αυτού με τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με κρατικές ενισχύσεις. Για τον σκοπό αυτό, ο προσφεύγων οφείλει, ενδεχομένως, να κάνει χρήση των μέσων ένδικης προστασίας που ενδεχομένως θέτει στη διάθεσή του η έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους.
45 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο προσφεύγων, υπό την ιδιότητά του ως μειοψηφούντος μετόχου της Banesto, δεν δικαιολογεί, αναφορικά με το σύνολο των επικρινομένων στην καταγγελία του της 23ης Φεβρουαρίου 1999 μέτρων, έννομο συμφέρον ικανό να του παράσχει δικαίωμα για άσκηση προσφυγής κατά ενδεχομένης αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή, χωρίς να έχει κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, είχε δηλώσει, απορρίπτοντας την καταγγελία του, ότι τα εν λόγω μέτρα δεν αποτελούν κρατικές ενισχύσεις ή ότι, μολονότι αποτελούν τέτοιες ενισχύσεις, προκύπτει ότι είναι συμβατά με την κοινή αγορά. Εξ αυτού έπεται ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να δικαιολογήσει, ως μειοψηφών μέτοχος της Banesto, ούτε δικαίωμα για άσκηση προσφυγής, όπως η προκείμενη, με την οποία βάλλει κατά της παραλείψεως της Επιτροπής να λάβει μια τέτοια απόφαση.
46 Εξάλλου, δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν αποτελεί επιχείρηση της οποίας η ανταγωνιστική θέση θα θιγόταν από τα επίμαχα μέτρα, δεν θα μπορούσε ούτε να δικαιολογήσει προσωπικό συμφέρον στο να επικαλεστεί, στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσφυγής, τα προβαλλόμενα ως θίγοντα τον υγιή ανταγωνισμό αποτελέσματα των μέτρων αυτών (βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Δεκεμβρίου 1997, T-178/94, ATM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-2529, σκέψη 63).
47 Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι έχει δικαίωμα για την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής, η οποία πρέπει, όπως είναι επόμενο, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξετασθούν οι λοιποί λόγοι απαραδέκτου της Επιτροπής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει, σύμφωνα με τα αιτήματα της Επιτροπής, να καταδικαστεί στα δικά του δικαστικά έξοδα καθώς και σ' αυτά της Επιτροπής.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy