Υπόθεση T-198/01 R [III]
Technische Glaswerke Ilmenau GmbH
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – Κρατική ενίσχυση – Υποχρέωση ανακτήσεως – Fumus boni juris – Επείγων χαρακτήρας – Στάθμιση των συμφερόντων – Εξαιρετικές περιστάσεις»
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 12ης Μαΐου 2004
Περίληψη της διατάξεως
Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – «Fumus boni juris» – Επείγον – Σωρευτικός χαρακτήρας – Στάθμιση του συνόλου των διακυβευομένων συμφερόντων
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris), τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι όροι αυτοί είναι σωρευτικοί, οπότε η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορριφθεί όταν δεν πληρούται ένας από αυτούς. O δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής προβαίνει επίσης, ενδεχομένως, στη στάθμιση των διακυβευομένων συμφερόντων.
(βλ. σκέψη 26)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
της 12ης Μαΐου 2004(1)
Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – Κρατική ενίσχυση – Υποχρέωση ανακτήσεως – Fumus boni juris – Επείγων χαρακτήρας – Στάθμιση των συμφερόντων – Εξαιρετικές περιστάσεις
Στην υπόθεση T-198/01 R [III],
Technische Glaswerke Ilmenau GmbH, με έδρα το Ilmenau (Γερμανία), εκπροσωπούμενη, αρχικώς, από τους G. Schohe και C. Arhold και, εν συνεχεία, από τους C. Arhold και N. Wimmer, δικηγόρους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους V. Di Bucci και V. Kreuschitz, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,υποστηριζομένης από τηνSchott Glas, με έδρα το Mainz (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον U. Soltész, δικηγόρο,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση παρατάσεως της αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 2 της αποφάσεως 2002/185/ΕΚ της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2001, σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπέρ της Technische Glaswerke Ilmenau GmbH (ΕΕ 2002, L 62, σ. 30), την οποία διέταξε στην παρούσα υπόθεση ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου με διατάξεις της 4ης Απριλίου 2002 και της 1ης Αυγούστου 2003,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς και διαδικασία
1 Στις 12 Ιουνίου 2001, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2002/185/ΕΚ σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπέρ της Technische Glaswerke Ilmenau GmbH (ΕΕ 2002, L 62, σ. 30, στο εξής: επίδικη απόφαση). Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή, παραιτούμενη ρητώς από την εξέταση όλων των δυνητικά ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί στην Technische Glaswerke Ilmenau GmbH (στο εξής: TGI ή αιτούσα) και είχαν περιληφθεί στα μέτρα που κοινοποίησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας την 1η Δεκεμβρίου 1998, επικεντρώθηκε σε ένα μόνον από τα ως άνω μέτρα, ήτοι στην απαλλαγή της TGΙ από την υποχρέωση πληρωμής της τιμής αγοράς, ύψους 4 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων (DEM) (2 045 168 ευρώ, στο εξής: απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής), ποσό το οποίο η TGI οφείλει στον Bundesanstalt für vereinigungsbedingte Sonderaufgaben (στο εξής: BvS) βάσει συμφωνίας της 26ης Σεπτεμβρίου 1994 [στο εξής: asset-deal 1 (συμφωνία εκχωρήσεως στοιχείων του ενεργητικού)].
2 Σύμφωνα με την επίδικη απόφαση (άρθρο 1), η απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, η οποία δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εγκρίσεως κατ’ εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 3, ΕΚ. Επομένως, η επίδικη απόφαση (άρθρο 2) υποχρεώνει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να απαιτήσει την ανάκτηση της εν λόγω ενισχύσεως.
3 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Αυγούστου 2001, η αιτούσα άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως.
4 Με έγγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 2001, η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση αναστολής της ανακτήσεως του ποσού της απαλλαγής από την υποχρέωση πληρωμής, την οποία είχε υποβάλει η Γερμανική Κυβέρνηση με έγγραφο της 23ης Αυγούστου 2001.
5 Με έγγραφο της 2ας Οκτωβρίου 2001, ο BvS κοινοποίησε στην αιτούσα αντίγραφο του από 17 Σεπτεμβρίου 2001 εγγράφου της Επιτροπής και την όχλησε να αποδώσει, το αργότερο στις 15 Οκτωβρίου 2001, το ποσό των 4 830 481,10 DEM (2 469 785,77 ευρώ), ήτοι το ποσό της επίμαχης ενισχύσεως πλέον τόκων. Ο BvS, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αιτούσα τού είχε δηλώσει την πρόθεσή της να υποβάλει στο Πρωτοδικείο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως, διευκρίνισε επίσης ότι, προκειμένου να μην επηρεάσει την έκβαση της αιτήσεως αυτής, δεν θα επέμενε να του αποδοθεί η επίμαχη ενίσχυση προτού αποφανθεί ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής.
6 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Οκτωβρίου 2001, η αιτούσα υπέβαλε, δυνάμει των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, αίτηση με κύριο αίτημα την αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 2 της επίδικης αποφάσεως.
7 Με μια πρώτη διάταξη, της 4ης Απριλίου 2002, την οποία εξέδωσε επί της παρούσας υποθέσεως (T-198/01 R, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑2153, στο εξής: αρχική διάταξη), ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου διέταξε, βάσει του σημείου 1 του διατακτικού της εν λόγω διατάξεως, την αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 2 της επίδικης αποφάσεως μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου 2003 (στο εξής: αρχική αναστολή). Με το σημείο 2 του ως άνω διατακτικού, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου εξήρτησε τη χορηγούμενη αναστολή από την τήρηση εκ μέρους της αιτούσας τριών όρων.
8 Τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως που έλαβαν χώρα πριν από την υποβολή της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων διαλαμβάνονται στις σκέψεις 7 έως 21 της αρχικής διατάξεως. Εξάλλου, μια πιο λεπτομερής αναφορά στην επίδικη απόφαση περιέχεται στις σκέψεις 22 έως 27 της ίδιας διατάξεως. Η διαδικασία ενώπιον του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, βάσει της οποίας εκδόθηκε η αρχική διάταξη, περιγράφεται στις σκέψεις 36 έως 47 της εν λόγω διατάξεως. Η αρχική διάταξη επικυρώθηκε, κατόπιν υποβολής αιτήσεως αναιρέσεως, με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2002, C-232/02 P(R), Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (Συλλογή 2002, σ. I‑8977).
9 Με διάταξη της 15ης Μαΐου 2002, ο πρόεδρος του πέμπτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου επέτρεψε στην Schott Glas να παρέμβει στην κύρια δίκη στην παρούσα υπόθεση, προς στήριξη των αιτημάτων του καθού κοινοτικού οργάνου.
10 Στις 2 Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε, κατόπιν άλλης επίσημης διαδικασίας που κινήθηκε με έγγραφο της 5ης Ιουλίου 2001 δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, την απόφαση 2003/383/ΕΚ σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 44/01 (πρώην NN 147/98) που χορήγησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπέρ της TGI (ΕΕ 2003, L 140, σ. 30, στο εξής: δεύτερη απόφαση). Με τη δεύτερη απόφαση, η Επιτροπή, αφενός, θεώρησε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε χορηγήσει στην αιτούσα κρατικές ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, οι οποίες περιελάμβαναν τη μετατροπή της τραπεζικής εγγυήσεως που αφορά το υπόλοιπο της καθοριζόμενης στην asset-deal 1 τιμής αγοράς και ένα δάνειο από την Thüringer Aufbaubank (στο εξής: TAB), ύψους 2 000 000 DEM (1 015 677 ευρώ) και, αφετέρου, υποχρέωσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να προβεί αμελλητί στην ανάκτηση από την αιτούσα του ποσού των ως άνω ενισχύσεων.
11 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Δεκεμβρίου 2002, η αιτούσα άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της δεύτερης αποφάσεως, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T‑378/02. Επιπλέον, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 14 Φεβρουαρίου 2003, η TGI ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 2 της δεύτερης αποφάσεως. Με διάταξη της 1ης Αυγούστου 2003 την οποία εξέδωσε επί της υποθέσεως αυτής (T‑378/02 R, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής ανέστειλε την εκτέλεση, μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 2003, του άρθρου 2 της δεύτερης αποφάσεως. Η εν λόγω αναστολή συνοδεύτηκε από τέσσερις προϋποθέσεις.
12 Εκ παραλλήλου, η αιτούσα, εκτιμώντας ότι είχε τηρήσει όλες τις υποχρεώσεις που υπείχε από το σημείο 2 του διατακτικού της αρχικής διατάξεως, με δικόγραφο που κατέθεσε στις 17 Φεβρουαρίου 2003, υπέβαλε στον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου αίτηση παρατάσεως της αρχικής αναστολής μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί οριστικά επί της κύριας προσφυγής.
13 Με διάταξη της 1ης Αυγούστου 2003 την οποία εξέδωσε επί της παρούσας υποθέσεως (T-198/01 R [II], Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, στο εξής: δεύτερη διάταξη), ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου διέταξε την αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 2 της επίδικης αποφάσεως μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου 2004 και εξήρτησε την εν λόγω αναστολή από τρεις προϋποθέσεις:
– πρώτον, να τηρήσει η αιτούσα τους τέσσερις όρους που θέτει το σημείο 2 του διατακτικού της διατάξεως της 1ης Αυγούστου 2003, T-378/02 R, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής (στο εξής: πρώτη προϋπόθεση)·
– δεύτερον, να αποδώσει η αιτούσα στον BvS, το αργότερο πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2003, ένα πρόσθετο τμήμα της επίμαχης ενισχύσεως, ύψους 256 000 ευρώ, και να καταθέσει στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου και στην Επιτροπή, εντός προθεσμίας μίας εβδομάδας από της καταβολής και το αργότερο στις 7 Ιανουαρίου 2004, δικαιολογητικό της εν λόγω αποδόσεως (στο εξής: δεύτερη προϋπόθεση)·
– τρίτον, να καταθέσει η αιτούσα στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου και στην Επιτροπή, το αργότερο στις 6 Φεβρουαρίου 2004, αναλυτική έκθεση λογιστή εμπειρογνώμονα σχετικά με τη χρηματοδοτική της κατάσταση την 31η Δεκεμβρίου 2003 και, κυρίως, σχετικά με το πρόσθετο ποσό που θα είναι σε θέση να αποδώσει το αργότερο πριν από τις 30 Ιουνίου 2004, στην περίπτωση που η απόφαση επί της υποθέσεως της κύριας δίκης δεν θα έχει εκδοθεί κατά την ημερομηνία εκείνη (στο εξής: τρίτη προϋπόθεση).
14 Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, την πρώτη προϋπόθεση, με έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 2003, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Σεπτεμβρίου 2003, η αιτούσα κατέθεσε ένα πιστοποιητικό της TAB στο οποίο εμφαίνεται ότι είχε εξοφλήσει τη σχετική οφειλή της. Επιπλέον, με έγγραφο της 16ης Οκτωβρίου 2003, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 17 Οκτωβρίου 2003, η αιτούσα κατέθεσε έγγραφα στα οποία εμφαίνεται, αφενός, ότι η ενυπόθηκη εγγύηση πρώτης τάξεως υπέρ της ΤΑΒ επί του τετάρτου κλιβάνου είχε αρθεί και είχε συσταθεί εκ νέου υπέρ του BvS για την εξασφάλιση του δικαιώματος του τελευταίου να του αποδοθεί το υπόλοιπο της τιμής πωλήσεως της asset-deal 1 και, αφετέρου, ότι μια εγγύηση παρόμοια με την προσωπική και εις ολόκληρο εγγύηση που συστάθηκε στις 3 Μαρτίου 1998 από τον κ. Geiß για την απόδοση του χορηγηθέντος από την TAB δανείου συστάθηκε από τον ίδιο υπέρ του BvS όσον αφορά το υπόλοιπο της τιμής της asset-deal 1.
15 Όσον αφορά, εν συνεχεία, τη δεύτερη προϋπόθεση, με έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 2003, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 23 Δεκεμβρίου 2003, η αιτούσα κατέθεσε δικαιολογητικά που πιστοποιούν ότι, στις 16 Δεκεμβρίου 2003, μεταβίβασε στον τραπεζικό λογαριασμό του BvS ποσό 256 000 ευρώ.
16 Όσον αφορά, τέλος, την τρίτη προϋπόθεση, με έγγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Ιανουαρίου 2004, η αιτούσα ζήτησε να παραταθεί έως τις 13 Φεβρουαρίου 2004 η προθεσμία καταθέσεως της αναλυτικής εκθέσεως λογιστή εμπειρογνώμονα σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση της αιτούσας την 31η Δεκεμβρίου 2003. Στις 28 Ιανουαρίου 2004, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου έκανε δεκτό το αίτημα αυτό.
17 Με έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 2004, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 13 Φεβρουαρίου 2004, η TGI κατέθεσε έκθεση καταρτισθείσα από το γραφείο λογιστών Pfizenmayer & Birkel στις 10 Φεβρουαρίου 2004 σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση της αιτούσας την 31η Δεκεμβρίου 2003 (στο εξής: πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 6). Με έγγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία στις 17 Φεβρουαρίου 2004, η αιτούσα υπέβαλε, ως προς την παρεμβαίνουσα, βάσει του άρθρου 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αίτηση περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως ορισμένων πληροφοριακών στοιχείων που περιέχονται στο έγγραφό της και στην πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 6.
18 Η αιτούσα, εκτιμώντας (βάσει των πραγματικών περιστατικών που συνοψίζονται ανωτέρω στις σκέψεις 14 έως 17) ότι είχε τηρήσει όλες τις υποχρεώσεις που υπείχε από το σημείο 2 του διατακτικού της δεύτερης διατάξεως, υπέβαλε, με δικόγραφο που κατέθεσε στης 17 Φεβρουαρίου 2004, στον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου αίτηση παρατάσεως της αναστολής της επίδικης αποφάσεως μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί οριστικά επί της κύριας προσφυγής (στο εξής: αίτηση παρατάσεως).
19 Στις 27 Φεβρουαρίου 2004 και την 1η Μαρτίου 2004, η Schott Glas και η Επιτροπή κατέθεσαν, αντιστοίχως, τις παρατηρήσεις τους επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
20 Με διάταξη της 3ης Μαρτίου 2004, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 105, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου διέταξε την προσωρινή παράταση της αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της αιτήσεως παρατάσεως.
21 Στις 24 Μαρτίου 2004 η αιτούσα κατέθεσε, κληθείσα προς τούτο από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, τις γραπτές παρατηρήσεις της επί των παρατηρήσεων της Επιτροπής της 1ης Μαρτίου 2004.
22 Στις 6 Απριλίου 2004 η Επιτροπή κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις επί των παρατηρήσεων της αιτούσας της 24ης Μαρτίου 2004. Η Schott Glas δεν κατέθεσε παρατηρήσεις.
Αιτήματα των διαδίκων
23 Η αιτούσα ζητεί από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή:
– να αναστείλει την εκτέλεση του άρθρου 2 της επίδικης αποφάσεως μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί οριστικά επί της ουσίας στην παρούσα διαφορά ή, επικουρικώς, μέχρι τις 30 Ιουνίου 2004·
– να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
24 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τη Schott Glas, ζητεί από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή:
– να απορρίψει την αίτηση παρατάσεως της αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως·
– να καταδικάσει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
25 Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, αφενός, και του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, αφετέρου, το Πρωτοδικείο μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
26 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris), τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι όροι αυτοί είναι σωρευτικοί, οπότε η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορριφθεί όταν δεν πληρούται ένας από αυτούς [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I‑4971, σκέψη 30· διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 8ης Δεκεμβρίου 2000, T-237/99 R, BP Nederland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑3849, σκέψη 34]. Επιπλέον, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής προβαίνει, ενδεχομένως, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 2001, C-445/00 R, Αυστρία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I‑1461, σκέψη 73, και αρχική διάταξη, σκέψη 50).
27 Δεδομένου ότι οι γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων περιέχουν όλα τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία για να αποφανθεί ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής επί της αιτήσεως για τη λήψη προσωρινών μέτρων, παρέλκει η εκ μέρους τους υποβολή προφορικών παρατηρήσεων.
Επί των αιτήσεων περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως της 17ης Φεβρουαρίου, της 11ης και της 25ης Μαρτίου 2004
28 Με έγγραφα τα οποία πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 17 Φεβρουαρίου, στις 11 και στις 25 Μαρτίου 2004, η αιτούσα υπέβαλε, ως προς την παρεμβαίνουσα, βάσει του άρθρου 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, αιτήσεις περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως ορισμένων πληροφοριακών στοιχείων τα οποία περιέχονται, αντιστοίχως, στην αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων, στις παρατηρήσεις της Επιτροπής της 1ης Μαρτίου 2004 και στις δικές της παρατηρήσεις της 24ης Μαρτίου 2004. Επίσης, η αιτούσα κατέθεσε ένα μη εμπιστευτικό κείμενο των εν λόγω εγγράφων. Αφού η Γραμματεία του Πρωτοδικείου κοινοποίησε στην παρεμβαίνουσα τα ως άνω μη εμπιστευτικά κείμενα, η τελευταία δεν διατύπωσε αντιρρήσεις ή παρατηρήσεις επ’ αυτών.
29 Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εκτιμά ότι, λαμβανομένης υπόψη της μη προβολής αντιρρήσεων εκ μέρους της παρεμβαίνουσας, οι αιτήσεις περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως της 17ης Φεβρουαρίου, της 11ης και της 25ης Μαρτίου 2004 μπορούν να γίνουν δεκτές, εκτός από το μέρος που αφορά τα ποσά που έχουν ήδη επιστραφεί από την αιτούσα στον BvS κατ’ εφαρμογή της αρχικής διατάξεως και της δεύτερης διατάξεως. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω ποσά είναι δημοσίως γνωστά, λαμβανομένης υπόψη της δημοσιεύσεως των δύο αυτών διατάξεων στη Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου και/ή της διαθέσεώς τοナς στον διαδικτυακό τόπο του οργάνου.
Επί του fumus boni juris
Επιχειρήματα των διαδίκων
30 Στην αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα θεωρεί κατ’ ουσίαν ότι, όσον αφορά το fumus boni juris, δεν υφίσταται κανένας λόγος να αποστεί ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής από την εκτίμηση στην οποία προέβη συναφώς ο εν λόγω δικαστής στην αρχική και στη δεύτερη διάταξη.
31 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, για την εξέταση της αιτήσεως παρατάσεως, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής δεν μπορεί να στηριχθεί επί της εκτιμήσεως του fumus boni juris στην αρχική και στη δεύτερη διάταξη. Συγκεκριμένα, η ως άνω εκτίμηση στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο πρώτος και ο τρίτος ισχυρισμός που προέβαλε η αιτούσα δεν είναι προδήλως αβάσιμοι. Όμως, αφενός, η εκτίμηση του Προέδρου του Πρωτοδικείου σχετικά με τον τρίτο ισχυρισμό δεν έγινε δεκτή από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου στη διάταξη που εξέδωσε κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως κατά της αρχικής διατάξεως (προαναφερθείσα στη σκέψη 8 ανωτέρω διάταξη Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, σκέψη 76). Αφετέρου, όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, η αιτούσα προσκόμισε, στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, τη «σύμβαση περί προσαρμογής των συμβάσεων ιδιωτικοποιήσεως (σύμβαση Ι και σύμβαση ΙΙ) μεταξύ του BvS και της TGI». Η εν λόγω σύμβαση καταδεικνύει ότι η παραίτηση του BvS από την τιμή αγοράς δεν ήταν προσαρμογή της συμβάσεως ιδιωτικοποιήσεως λόγω μη συνδρομής ενός ουσιώδους όρου της συμβάσεως, αλλά συνιστούσε νέα ενίσχυση, την οποία, εξάλλου, η αιτούσα πάντοτε θεωρούσε ως τέτοια.
32 Με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στις 24 Μαρτίου 2004, η αιτούσα απαντά, μεταξύ άλλων, στα ως άνω επιχειρήματα ότι η κοινοποίηση ενός μέτρου στην Επιτροπή δεν συνεπάγεται ότι το εν λόγω μέτρο αναγνωρίζεται ως κρατική ενίσχυση.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
33 Στην αρχική διάταξη, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής έκρινε ότι ο πρώτος ισχυρισμός που προέβαλε η αιτούσα με την κύρια προσφυγή της δεν μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να μη ληφθεί υπόψη (αρχική διάταξη, σκέψεις 74 έως 79). Η ως άνω εκτίμηση επιβεβαιώθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα στη σκέψη 8 ανωτέρω διάταξη Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (σκέψεις 63 έως 69 και 78 της εν λόγω διατάξεως), εν συνεχεία δε επανελήφθη από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή στη δεύτερη διάταξη (σκέψεις 42 και 43 της δεύτερης διατάξεως).
34 Ωστόσο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό που προέβαλε η αιτούσα, η προϋπόθεση του fumus boni juris δεν συντρέχει στο εξής, λόγω των στοιχείων που προσκόμισε στις 12 Σεπτεμβρίου 2003 η αιτούσα, στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής, σε απάντηση σχετικής προσκλήσεως του Πρωτοδικείου, ήτοι μεταγενεστέρως της δεύτερης διατάξεως. Επομένως, πρέπει να εκτιμηθεί αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή σχετικά με τον πρώτο ισχυρισμό στην αρχική διάταξη και στη δεύτερη διάταξη δεν μπορεί να επαναληφθεί στο πλαίσιο της παρούσας διατάξεως.
35 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η κρίση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή στο πλαίσιο της αρχικής διατάξεως στηρίζεται ιδίως σε ορισμένες προσωρινές εκτιμήσεις όσον αφορά τη μη αμφισβήτηση εκ μέρους της Επιτροπής, στην επίδικη απόφαση, του υποστατού μιας υποσχέσεως του ομόσπονδου κράτους της Θουριγγίας που θα μπορούσε να ενταχθεί σε εγκριθέν καθεστώς ενισχύσεων (σκέψεις 75 έως 78 της αρχικής διατάξεως).
36 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, βάσει της «συμβάσεως περί προσαρμογής των συμβάσεων ιδιωτικοποιήσεως (σύμβαση Ι και σύμβαση ΙΙ) μεταξύ του BvS και της TGI», καθίσταται φανερό ότι η επίμαχη παραίτηση από την τιμή αγοράς δεν ήταν προσαρμογή της συμβάσεως ιδιωτικοποιήσεως λόγω μη συνδρομής ενός ουσιώδους όρου της συμβάσεως, αλλά συνιστούσε νέα ενίσχυση, την οποία η αιτούσα πάντοτε θεωρούσε ως τέτοια. Ειδικότερα, η Επιτροπή στηρίζει την επιχειρηματολογία της σε μια ρήτρα που έχει ως εξής:
«Τα μέρη έχουν επίγνωση του ότι η παραίτηση από την τιμή αγοράς ύψους 4 εκατομμυρίων DEM, η μετατροπή της εγγυήσεως για το τελευταίο τμήμα της τιμής αγοράς ύψους 1,8 εκατομμυρίων DEM και η χορήγηση του δανείου από την ΤΑΒ μέχρι το ποσό των 2 εκατομμυρίων DEM πρέπει να κοινοποιηθούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η επίμαχη διαδικασία κινήθηκε από τον BvS στις 3 Δεκεμβρίου 1998, με την αναγκαία συνεργασία των μερών, και ο BvS θα μεριμνήσει για τη μεταγενέστερη εξέλιξή της.»
37 Ωστόσο, η ύπαρξη της ως άνω ρήτρας ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση την παρατήρηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, στη σκέψη 75 της αρχικής διατάξεως, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή, στο σημείο 82 της επίδικης αποφάσεως, δεν έλαβε υπόψη την αθέτηση της προβαλλόμενης υποσχέσεως και τις συνέπειές της και, ως εκ τούτου, δεν αμφισβήτησε το υποστατό της εν λόγω υποσχέσεως.
38 Εξάλλου, η ρήτρα που επικαλέστηκε η Επιτροπή δεν παρέχει τη δυνατότητα, κατά το στάδιο αυτό, ούτε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπήρξε όντως η προβαλλόμενη από την αιτούσα υπόσχεση ούτε, κατά μείζονα λόγο, να θεωρηθεί προδήλως αβάσιμη η επιχειρηματολογία της αιτούσας σύμφωνα με την οποία η επίδικη ενίσχυση δεν συνιστά νέα ενίσχυση. Συγκεκριμένα, το γεγονός και μόνον ότι η επίμαχη ρήτρα δεν περιέχει σαφή αναφορά σε μια υπόσχεση δεν αρκεί, εκ πρώτης όψεως, προκειμένου να αποδειχθεί ότι η εν λόγω υπόσχεση δεν είχε εξάλλου δοθεί. Η επίλυση του ως άνω αμφισβητούμενου πραγματικού ζητήματος εμπίπτει, ενδεχομένως, στην αρμοδιότητα του δικαστή της ουσίας.
39 Κατά το στάδιο αυτό, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριακών στοιχείων που εκτέθηκαν ενώπιον του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή δεν επιτρέπουν, ως εκ τούτου, να μεταβληθεί η πραγματοποιηθείσα εκτίμηση, στην αρχική και στη δεύτερη διάταξη, σχετικά με τον πρώτο ισχυρισμό. Επομένως, ο εν λόγω ισχυρισμός εξακολουθεί να μην μπορεί να θεωρηθεί ως προδήλως αβάσιμος. Κατά συνέπεια, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής επί των άλλων ισχυρισμών της κύριας προσφυγής, η προϋπόθεση του fumus boni juris εξακολουθεί να πληρούται.
Επί του επείγοντος χαρακτήρα
Επιχειρήματα των διαδίκων
40 Με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και με τις παρατηρήσεις της της 24ης Μαρτίου 2004, η αιτούσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι, προκειμένου περί του αν είναι επείγον να διαταχθούν προσωρινά μέτρα, τα επιχειρήματα που προέβαλε προγενεστέρως στην υπόθεση αυτή εξακολουθούν να ισχύουν. Όπως προκύπτει από την πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 6, παρά τη θετική εξέλιξη της χρηματοοικονομικής καταστάσεως της TGI, της οποίας ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά […] (2) % το 2003, είναι σαφές ότι η αιτούσα δεν μπορεί να αποδώσει την επίδικη ενίσχυση χωρίς να πτωχεύσει. Η TGI προσθέτει ότι, λαμβανομένης υπόψη, αφενός, της προβλεπόμενης αποδόσεως του δανείου στην TAB και της έκτακτης καταβολής υπέρ του BvS που απαιτούνται από την αρχική και από τη δεύτερη διάταξη και, αφετέρου, της αιφνίδιας και απρόβλεπτης πτώσεως της τιμής του δολαρίου, τα διαθέσιμά της την 31η Δεκεμβρίου 2003 είχαν σχεδόν εξ ολοκλήρου εξαντληθεί.
41 Αντιθέτως, η Επιτροπή επισύρει την προσοχή, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, σε πολλά σημεία που αποσκοπούν στο να αποδειχθεί ότι η χρηματοοικονομική κατάσταση της αιτούσας είναι πολύ δυσχερής και ότι, επομένως, η αιτούσα, εν πάση περιπτώσει, θα πτώχευε.
42 Πρώτον, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 6, αυτήν καθ’ εαυτήν, το ταμείο της επιχειρήσεως βρίσκεται σε δυσχερή κατάσταση τέτοιας κρισιμότητας ώστε η εν λόγω επιχείρηση να μην είναι καν σε θέση να καταβάλει, εκ νέου, το ποσό που κατέβαλε προγενεστέρως σε εκτέλεση των όρων που τέθηκαν στην αρχική και στη δεύτερη διάταᄒη.
43 Δεύτερον, η πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 6 δεν καταδεικνύει την προέλευση των απαραίτητων πόρων για τις επενδύσεις ως προς τις οποίες η αιτούσα τονίζει ότι είναι αδύνατο, στο εξής, να αναβληθούν.
44 Τρίτον, η πραγματογνωμοσύνη Pfizenmayer 6, αφενός, θεωρεί, κατά εξωπραγματικό τρόπο, ότι οι προμηθευτές της αιτούσας θα της χορηγήσουν προθεσμίες για την καταβολή των οφειλομένων και, αφετέρου, δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους η αιτούσα θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει την πτώση του δολαρίου, η οποία συνέβαλε στην εμφάνιση των ως άνω δυσχερειών.
45 Εξάλλου, η Επιτροπή εκτιμά ότι τα ίδια αυτά στοιχεία αποδεικνύουν ότι ο κ. Pfizenmayer δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντικειμενικός και αμερόληπτος εμπειρογνώμων.
46 Στις παρατηρήσεις της, η Schott Glas εκτιμά, κατ’ ουσίαν, ότι η βιωσιμότητα της αιτούσας είναι πιο αμφίβολη παρά ποτέ.
Εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
47 Πρέπει, κατ’ αρχάς, να επαναληφθούν οι εκτιμήσεις που αναπτύχθηκαν στις σκέψεις 96 έως 99 της αρχικής διατάξεως.
48 Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 6, ναι μεν η χρηματοοικονομική κατάσταση της αιτούσας παραμένει δυσχερής, πλην όμως τείνει να αποκατασταθεί.
49 Έτσι, καθίσταται φανερό ότι, πρώτον, έστω και αν η κατάσταση της TGI παραμένει δυσχερής και μετριασμένη, λαμβανομένης υπόψη, ιδίως, της μειώσεως των διαθεσίμων πόρων της, γεγονός παραμένει ότι δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί με επαρκή ευλογοφάνεια ότι η TGI κινδυνεύει, εν πάση περιπτώσει, να πτωχεύσει πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια δίκη. Ειδικότερα, καθίσταται φανερό ότι ο κύκλος εργασιών της ως άνω εταιρίας αυξήθηκε κατά το έτος 2003 και ότι το επίπεδο των διαθεσίμων χρηματικών πόρων της, που παραμένει θετικό, αναμένεται να βελτιωθεί ελαφρώς από τούδε έως τις 30 Ιουνίου 2004. Πάντως, δεδομένου ότι η επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην κύρια δίκη διεξήχθη στις 11 Δεκεμβρίου 2003, η απόφαση επί της ουσίας αναμένεται να εκδοθεί πολύ σύντομα. Επομένως, σ’ ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, δεν είναι πολύ πιθανό να επιδεινωθεί η κατάσταση της αιτούσας μέχρι σημείου ώστε να πρέπει να παύσει τις πληρωμές.
50 Δεύτερον, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 6 προκύπτει ότι, στην περίπτωση που η αιτούσα όφειλε να επιστρέψει τα ποσά των οποίων την απόδοση αξιώνει ο BvS και τα οποία δεν του έχουν ακόμη αποδοθεί, η χρηματοοικονομική κατάστασή της θα μπορούσε να επιδεινωθεί αμέσως μέχρι σημείου ώστε να παύσει τις πληρωμές.
51 Ειδικότερα, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 6 προκύπτει ότι οι διαθέσιμοι πόροι της αιτούσας την 31η Δεκεμβρίου 2003 ανήρχοντο σε […] ευρώ και ότι τα επίπεδα ρευστών διαθεσίμων και βραχυπρόθεσμων διαθεσίμων της TGI, έστω και αν μπορούσαν να εκτιμηθούν και να ερμηνευθούν με ακρίβεια, παρέμεναν, αν και θετικά, χαμηλά στο σύνολό τους. Οι προβλεπόμενοι για τις 30 Ιουνίου 2004 χρηματικοί πόροι, οι οποίοι είναι της τάξεως των […] ευρώ, παραμένουν επίσης χαμηλοί. Τέλος, φαίνεται ότι ο κίνδυνος παύσεως των πληρωμών μπορεί να επέλθει ακόμη και στην περίπτωση που η TGI δεν αρχίσει την εκτέλεση ορισμένων σημαντικών επενδύσεων και, ειδικότερα, της ανακατασκευής του τετάρτου κλιβάνου.
52 Τέλος, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εκτιμά ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής σχετικά με την έλλειψη αντικειμενικότητας και τις ανακρίβειες της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης Pfizenmayer 6 στηρίζονται εν μέρει σε υποκειμενικές ή καταχρηστικές ερμηνείες της εν λόγω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και, εν πάση περιπτώσει, δεν αρκούν για να αλλοιώσουν την ευλογοφάνεια της διαπιστώσεως που πραγματοποιήθηκε ανωτέρω στις σκέψεις 48 έως 51.
53 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, η αιτούσα απέδειξε σε επαρκή βαθμό, αφενός, ότι θα επιβιώσει από οικονομικής απόψεως τουλάχιστον μέχρι την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια δίκη και, αφετέρου, ότι η άμεση εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως θα έθετε προσεχώς, αν όχι αμέσως, την ύπαρξή της σε κίνδυνο.
54 Κατά συνέπεια, η προϋπόθεση του επείγοντος εξακολουθεί να πληρούται εν προκειμένω. Επομένως, είναι αναγκαίο να προβεί ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής σε στάθμιση των διακυβευομένων συμφερόντων.
Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων
Επιχειρήματα των διαδίκων
55 Στην αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων και στις παρατηρήσεις της της 24ης Μαρτίου 2004, η αιτούσα επικαλείται τα συμφέροντα που επικαλέστηκε και στην πρώτη αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων (σκέψεις 100 και 111 της αρχικής διατάξεως). Η αιτούσα υπογραμμίζει ότι δύο συμπληρωματικά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της παρατάσεως της αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως χωρίς ειδικές προϋποθέσεις.
56 Πρώτον, στο μέτρο που η επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση της κύριας δίκης διεξήχθη στις 11 Δεκεμβρίου 2003, η παράταση της αναστολής θα περιοριζόταν σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Δεύτερον, οι έκτακτες καταβολές, που κατέστησαν αναγκαίες για την τήρηση των προϋποθέσεων που τέθηκαν από τον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου, είχαν καταστήσει αδύνατη τη δημιουργία ρευστών διαθεσίμων από την αιτούσα. Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να ανακατασκευαστεί ο τέταρτος κλίβανος, η αιτούσα δεν θα ήταν πλέον σε θέση να προβεί σε μια συμπληρωματική καταβολή.
57 Στις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή εκτιμά ότι η κατάσταση στην παρούσα υπόθεση ουδόλως προϋποθέτει τη συνδρομή εξαιρετικών και ιδιαζόντως ειδικών περιστάσεων δυναμένων να συνηγορήσουν υπέρ της λήψεως προσωρινών μέτρων.
58 Πρώτον, όπως διαπιστώνεται στην επίδικη απόφαση, δέκα επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην αγορά όπου δραστηριοποιείται η αιτούσα και θα μπορούσαν, ως εκ τούτου, να αποκομίσουν όφελος από την επιστροφή των επίδικων ποσών. Επιπλέον, είναι δεδομένο ότι η επιστροφή των επίμαχων ενισχύσεων ουδόλως θα ενίσχυε τη δεσπόζουσα θέση της Schott Glas, δεδομένου ότι, εξάλλου, η εν λόγω εταιρία δεν έχει δεσπόζουσα θέση στην επίμαχη αγορά.
59 Δεύτερον, η Επιτροπή αμφισβητεί την εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή στη δεύτερη διάταξη. Κατ’ αρχάς, η δεύτερη διάταξη αφίσταται από την αρχική διάταξη, αρκούμενη στο να επισημάνει ότι η Schott Glas έχει κύκλο εργασιών σημαντικά υψηλότερο από τον κύκλο εργασιών της αιτούσας, ενώ η αρχική διάταξη στηριζόταν, κατά την Επιτροπή, στην ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσεως της Schott Glas, η οποία, εν πάση περιπτώσει, ήταν αλυσιτελής εν προκειμένω. Εν συνεχεία, η δεύτερη διάταξη δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο ο κύκλος εργασιών της Schott Glas αποτελεί προσήκον κριτήριο στο πλαίσιο της σταθμίσεως των συμφερόντων. Εφόσον ο ως άνω κύκλος εργασιών πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η Schott Glas μπορεί να λάβει από τη μητρική της εταιρία σχεδόν απεριόριστα κεφάλαια προκειμένου να αντισταθμίσει τις ενδεχόμενες ζημίες της, η θέση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή είναι αντίθετη προς τη νομολογία (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1991, C‑303/88, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I‑1433, σκέψη 21, και C‑305/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I‑1603, σκέψη 23).
60 Τρίτον, η δεύτερη διάταξη δεν λαμβάνει υπόψη την κατάσταση των οκτώ ανταγωνιστών της TGI και της Schott Glas που μνημονεύονται στην επίδικη απόφαση.
61 Τέλος, τέταρτον, η δεύτερη διάταξη στηρίζεται επί εσφαλμένων διαπιστώσεων ως προς τα πραγματικά περιστατικά, καθόσον διαπιστώνει ότι η Schott Glas έλαβε προφανώς σημαντικές ενισχύσεις από το ομόσπονδο κράτος της Θουριγγίας. Συγκεκριμένα, η απόφαση στην οποία αναφέρθηκε το Πρωτοδικείο αφορούσε μια επιχείρηση η οποία δεν είναι ούτε η παρεμβαίνουσα ούτε η μητρική εταιρία της τελευταίας.
Εκτίμηση του δικάζοντος κᄆτά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
62 Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εκτιμά, πέραν όσων εκτέθηκαν με τις σκέψεις 115 έως 117 της αρχικής διατάξεως και με τις σκέψεις 66 και 67 της δεύτερης διατάξεως, ότι στην παρούσα υπόθεση εξακολουθούν να συντρέχουν ιδιαζόντως εξαιρετικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της παρατάσεως των προσωρινών μέτρων.
63 Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στις παρατηρήσεις της επί της σταθμίσεως των συμφερόντων, η Επιτροπή αρκείται κατ’ ουσίαν στο να επικρίνει την εκτίμηση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή στη δεύτερη διάταξη, κατά της οποίας δεν άσκησε αναίρεση, χωρίς ωστόσο να επικαλείται μεταβολή των περιστάσεων που θα μπορούσε να δικαιολογήσει το ότι ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής οφείλει να μεταβάλει την εν λόγω εκτίμηση.
64 Δεύτερον, εν πάση περιπτώσει, τα επιχειρήματα της Επιτροπής δεν επιτρέπουν να κλονιστεί η διαπίστωση, η οποία περιέχεται ήδη στη σκέψη 117 της αρχικής διατάξεως και στη σκέψη 67 της δεύτερης διατάξεως, σύμφωνα με την οποία, λαμβανομένων υπόψη των λίαν ιδιαζουσών περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως και, ιδίως, του πολύ χαμηλού ποσού της επίδικης ενισχύσεως σε σχέση με το συνολικό ποσό των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στην αιτούσα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα το να υποστηριχθεί ότι η άμεση απόδοση της εν λόγω ενισχύσεως θα επέτρεπε την αποκατάσταση συγκεκριμένων συνθηκών ανταγωνισμού που υφίσταντο προηγουμένως στην οικεία αγορά ή στις οικείες αγορές υάλου. Περαιτέρω, τα ίδια αυτά επιχειρήματα δεν επιτρέπουν να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι ο κύκλος εργασιών της Schott Glas, ο οποίος είναι σημαντικότατα υψηλότερος από τον κύκλο εργασιών της αιτούσας, εμποδίζει την ως άνω εταιρία να υποστεί σημαντική ζημία κατόπιν της λήψεως προσωρινών μέτρων. Επιπλέον, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 67 της δεύτερης διατάξεως, είναι σχεδόν απίθανο, εν πάση περιπτώσει, να μπορεί η TGI, λαμβανομένης υπόψη της χρηματοοικονομικής καταστάσεώς της, να επιδείξει συμπεριφορά που να συνιστά στρέβλωση του ανταγωνισμού, ικανή να θίξει είτε τη Schott Glas είτε τους άλλους ανταγωνιστές της TGI.
65 Τέλος, τρίτον, πρέπει να ληφθεί υπόψη, στο συγκεκριμένο πλαίσιο της παρούσας διατάξεως, το γεγονός ότι επίκειται η έκδοση της αποφάσεως στην κύρια δίκη. Κατά συνέπεια, έστω και αν υποτεθεί ότι η αναστολή εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως μπορεί, λαμβανομένης υπόψη της διατηρήσεως της TGI στην οικεία αγορά ή στις οικείες αγορές υάλου, να προκαλέσει ορισμένες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού ή να επηρεάσει αρνητικά άλλα εμπλεκόμενα συμφέροντα, τα αποτελέσματα αυτά θα παράγονταν στο εξής για ένα πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα.
66 Επομένως, η λήψη προσωρινών μέτρων είναι, υπό τις ειδικές περιστάσεις της προκειμένης περιπτώσεως, δικαιολογημένη και ανταποκρίνεται προσηκόντως στην ανάγκη να διασφαλιστεί αποτελεσματική προσωρινή δικαστική προστασία. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του ότι επίκειται η έκδοση της αποφάσεως στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν είναι αναγκαίο να συνοδευθεί η αναστολή από ειδικές προϋποθέσεις ή από περιορισμό της διάρκειάς της.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Αναστέλλει, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια δίκη, την εκτέλεση του άρθρου 2 της αποφάσεως 2002/185/ΕΚ της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2001, σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπέρ της Technische Glaswerke Ilmenau GmbH.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της παρεμβαίνουσας.
Λουξεμβούργο, 12 Μαΐου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
B. Vesterdorf
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
2 – Αποκρυφθέν εμπιστευτικό στοιχείο.
Full & Egal Universal Law Academy