Υπόθεση T-243/01 DEP
Sony Computer Entertainment Europe Ltd
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Διαδικασία — Καθορισμός δικαστικών εξόδων»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 18ης Μαρτίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
Διαδικασία — Δικαστικά έξοδα — Καθορισμός — Δικαστικά έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν — Έννοια — Στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 91, στοιχ. β΄)
Από το άρθρο 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας απορρέει ότι τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν περιορίζονται σ’ αυτά που έχουν γίνει λόγω της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας και σ’ αυτά που υπήρξαν απαραίτητα λόγω αυτής.
Ελλείψει κοινοτικών διατάξεων περί τιμολογήσεως, το Πρωτοδικείο οφείλει να εκτιμήσει ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου καθώς και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκαν να εκτελέσουν οι εκπρόσωποι ή σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευσε η διαφορά για τους διαδίκους. Συναφώς, η δυνατότητα του κοινοτικού δικαστή να εκτιμά την αξία της επιτελεσθείσας εργασίας εξαρτάται από την ακρίβεια των σχετικών πληροφοριών που προσκομίζουν προς τούτο οι διάδικοι.
Ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν οι αμοιβές αυτές από τον καταδικασθέντα στα δικαστικά έξοδα διάδικο. Αποφαινόμενο επί της αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων, το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του ούτε τον εθνικό πίνακα δικηγορικών αμοιβών ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του.
(βλ. σκέψεις 21-23)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 18ης Μαρτίου 2005 (*)
«Διαδικασία – Καθορισμός δικαστικών εξόδων»
Στην υπόθεση T-243/01 DEP,
Sony Computer Entertainment Europe Ltd, με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενη από τον P. De Baere, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον R. Wainwright, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν κατόπιν της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T‑243/01, Sony Computer Entertainment Europe κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑4189),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Jaeger, πρόεδρο, J. Azizi και E. Cremona, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Με απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T-243/01, Sony Computer Entertainment Europe κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑4189, στο εξής: απόφαση της κύριας δίκης), το Πρωτοδικείο ακύρωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1400/2001 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 2001, για την κατάταξη εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία (ΕΕ L 189, σ. 5· με διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 2001, L 191, σ. 49), κατά το μέρος που κατατάσσει την κονσόλα, της οποίας η περιγραφή περιλαμβάνεται στη στήλη 1 του προσαρτημένου στον ως άνω κανονισμό πίνακα, σύμφωνα με τον κωδικό ΣΟ 9504 10 00, και το CD-ROM που τη συνοδεύει σύμφωνα με τον κωδικό ΣΟ 8524 39 90, και καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
2 Με έγγραφο της 10ης Μαρτίου 2004, η αιτούσα ενημέρωσε την καθής ότι το συνολικό ποσό των αποδοτέων εξόδων, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής του δικηγόρου και των λοιπών εξόδων ανερχόταν σε 157 862,50 ευρώ.
3 Με έγγραφο της 24ης Μαρτίου 2004, η καθής ενημέρωσε την αιτούσα ότι το ποσό αυτό ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που μπορούσε να δικαιολογηθεί. Η καθής πρότεινε την καταβολή 51 000 ευρώ (50 000 ευρώ για δικηγορική αμοιβή και 1 000 ευρώ για έξοδα).
4 Με έγγραφο της 30ής Μαρτίου 2004, η αιτούσα απάντησε στην καθής ότι δεν δεχόταν το προταθέν ποσό.
5 Η καθής απάντησε με έγγραφο της 16ης Απριλίου 2004, εμμένοντας στη θέση που υποστήριξε με το έγγραφό της της 24ης Μαρτίου 2004.
6 Με αίτηση που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 5 Μαΐου 2004, η αιτούσα ζήτησε τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
Αιτήματα των διαδίκων
7 Η αιτούσα ζητεί από το Πρωτοδικείο να καθορίσει το ποσό των αποδοτέων από την Επιτροπή δικαστικών εξόδων σε 157 862,50 ευρώ.
8 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο να καθορίσει το ποσό των αποδοτέων δικαστικών εξόδων σε 51 000 ευρώ.
Σκεπτικό
Επιχειρήματα των διαδίκων
9 Με το έγγραφο της 10ης Μαρτίου 2004, στο οποίο αναφέρεται η αιτούσα με την αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων, παρουσίασε τον εξής επιμερισμό των δικαστικών εξόδων:
– για αμοιβές δικηγόρων, δαπάνη που αντιστοιχεί σε 600,5 ώρες εργασίας, από τις οποίες 276,5 ώρες πραγματοποιήθηκαν από δικηγόρους αμειβόμενους με 325 ευρώ την ώρα, 312 ώρες πραγματοποιήθηκαν από δικηγόρους αμειβόμενους με 200 ευρώ την ώρα και 12 ώρες από δικηγόρο αμειβόμενο με 175 ευρώ την ώρα·
– για έξοδα μετακινήσεων, 650 ευρώ·
– για έξοδα διαμονής (τεσσάρων ατόμων), 600 ευρώ·
– για έξοδα εξωτερικών παρουσιάσεων (υλικό και υποστήριξη), 1 500 ευρώ·
– για έξοδα φωτοτυπιών και αποστολών κατεπείγουσας αλληλογραφίας, 750 ευρώ.
10 Η αιτούσα υπογραμμίζει τη σημασία της υποθέσεως από την άποψη του κοινοτικού δικαίου. Με την απόφαση της κύριας δίκης το Πρωτοδικείο δέχθηκε για πρώτη φορά το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως κανονισμού δασμολογικής κατατάξεως. Η απόφαση υποδεικνύει επομένως τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ιδιώτες μπορούν να προσβάλουν ανάλογους κανονισμούς και αποτελεί προηγούμενο για μελλοντικές περιπτώσεις. Επιπλέον, η απόφαση αυτή βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των γενικών κανόνων ερμηνείας της συνδυασμένης ονοματολογίας (ΣΟ) που καθιέρωσε ο κανονισμός 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), ειδικότερα δε του γενικού κανόνα 3, στοιχείο β΄. Η αιτούσα επισημαίνει εξάλλου ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε επίσης για πρώτη φορά τη σημείωση 1, στοιχείο π΄, του τμήματος XVI των κεφαλαίων 84 και 85 της ΣΟ.
11 Κατά την αιτούσα, στην υπόθεση της κύριας δίκης ανέκυψαν δυσκολίες προερχόμενες από την περίπλοκη φύση και την περιορισμένη νομολογία σχετικά με τη νομιμοποίηση των ιδιωτών να προσβάλουν το κύρος κανονισμού. Εξάλλου, η υπόθεση παρουσίασε επιπρόσθετες δυσκολίες λόγω της μη υπάρξεως ή της περιορισμένης νομολογίας σχετικά με την ερμηνεία των επίδικων κωδικών της ΣΟ καθώς και των γενικών κανόνων ερμηνείας της ΣΟ. Τέλος, οι ερωτήσεις που έθεσε το Πρωτοδικείο στην αιτούσα όσον αφορά τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ήταν περίπλοκες και απαιτούσαν πρόσθετη ανάλυση σχετικά με την αποδυνάμωση των διεθνών σημάτων.
12 Η αιτούσα εκτιμά επίσης ότι η έκταση της εργασίας που απαιτούσε η υπόθεση της κύριας δίκης δικαιολογεί τα δικαστικά έξοδα που ζητήθηκαν. Πρώτον, λαμβανομένης υπόψη της προγενέστερης νομολογίας με την οποία κρίθηκε αδύνατη η προσβολή κανονισμού δασμολογικής κατατάξεως, παρέστη ανάγκη να αποδειχθούν οι διαφορές μεταξύ της παρούσας υποθέσεως και των προηγούμενων υποθέσεων στις οποίες οι προσφυγές ακυρώσεως που ασκήθηκαν από ιδιώτες κατά κανονισμών δασμολογικής κατατάξεως κηρύχθηκαν απαράδεκτες. Δεύτερον, επειδή υπήρχε ελάχιστη νομολογία σχετικά με τους κωδικούς της επίδικης ΣΟ και με τον γενικό κανόνα υπ’ αριθμόν 3, στοιχείο β΄, της ΣΟ, έπρεπε να ερμηνευθεί και ερευνηθεί το ιστορικό και η εξέλιξη των κωδικών της επίδικης ΣΟ. Επιπροσθέτως, η αιτούσα υποστηρίζει ότι έπρεπε να αποδείξει τις αναλογίες με τη νομολογία άλλων δικαστηρίων, παραπέμποντας στην ερμηνεία του κωδικού ΣΟ 9504 στην οποία προέβη η επιτροπή εναρμονισμένου συστήματος της παγκόσμιας οργανώσεως τελωνείων (OMD). Τρίτον, προβάλλει ότι οι ερωτήσεις που της έθεσε το Πρωτοδικείο για το θέμα του λογοτύπου της κονσόλας PlayStation®2 και της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας απαιτούσαν πρόσθετη έρευνα.
13 Όσον αφορά τα υπόλοιπα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν για την υπόθεση αυτή, η αιτούσα επικαλείται ότι αυτά προέκυψαν κυρίως από την ανάγκη προσλήψεως ειδικού για την πραγματοποίηση επιδείξεως επί της κονσόλας PlayStation®2 κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
14 Τέλος, η αιτούσα προβάλλει ότι η υπόθεση της κύριας δίκης παρουσίαζε μεγάλο οικονομικό ενδιαφέρον. Η έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού είχε ως αποτέλεσμα, κατ’ αυτήν, να καταστεί ανίσχυρη η δεσμευτική δασμολογική πληροφορία που είχε χορηγηθεί στην αιτούσα από τις εθνικές τελωνειακές αρχές. Η οικονομική επίπτωση του μέτρου αυτού για την αιτούσα πρέπει να εκτιμηθεί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, σε περισσότερα από 50 εκατομμύρια ευρώ.
15 Εισαγωγικά, η καθής υπογραμμίζει ότι η αιτούσα υπερεκτιμά τη σημασία της υποθέσεως της κύριας δίκης, διότι η απόφαση της κύριας δίκης παράγει αποτέλεσμα μόνον ως προς την παρούσα υπόθεση και δεν είναι γενικής σημασίας. Το Πρωτοδικείο θα έπρεπε συγκεκριμένα να απορρίψει το πρώτο επιχείρημα της αιτούσας σχετικά με τη μη δυνατότητα κατατάξεως αυτόματου μηχανήματος επεξεργασίας πληροφοριών, όπως η PlayStation®2, στη δασμολογική κλάση 9504. Θα έπρεπε να είχε κρίνει αποκλειστικά ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομική πλάνη καθορίζοντας, δυνάμει του γενικού κανόνα 3, στοιχείο β΄, ότι κονσόλες, όπως η κονσόλα PlayStation®2, κατατάσσονται σε σχέση με τη λειτουργία που τους προσδίδει το ουσιώδες χαρακτηριστικό τους.
16 Όσον αφορά τη δυσκολία της περιπτώσεως, η καθής διαπιστώνει ότι, αν και η υπόθεση παρουσίασε πολλά ενδιαφέροντα θέματα όσον αφορά τη νομιμοποίηση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου να προσβάλει το κύρος κανονισμού καθώς και την ερμηνεία της ΣΟ, τα θέματα αυτά ερμηνείας δεν διαφέρουν, από τη φύση τους, από αυτά που παρουσιάστηκαν σε άλλες υποθέσεις που εκδικάσθηκαν από το Πρωτοδικείο.
17 Η καθής εκτιμά ότι η έκταση της εργασίας που απαιτούσε η υπόθεση δεν δικαιολογεί την πληρωμή αμοιβής για δικηγορική εργασία διάρκειας 600 ωρών. Η εκτίμηση σε 200 ώρες εργασίας είναι πιο ρεαλιστική.
18 Διαπιστώνει ότι δεν είναι σε θέση να εκφέρει γνώμη όσον αφορά την εκτίμηση της αιτούσας σχετικά με την οικονομική σημασία που θα είχε η έκβαση της δίκης γι’ αυτήν.
19 Τέλος, η καθής αμφισβητεί το ύψος των εξόδων που εκθέτει η αιτούσα. Κατά τη γνώμη της το ποσό αυτό είναι υπερβολικό, ειδικότερα διότι το Πρωτοδικείο είχε αποφασίσει να μη δεχθεί «προς το παρόν» το αίτημα της αιτούσας να προβεί σε τεχνική επίδειξη της κονσόλας PlayStation®2 κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία. Καμία τέτοια επίδειξη δεν πραγματοποιήθηκε.
20 Η καθής καταλήγει ότι θεωρεί λογική από κάθε άποψη την πληρωμή 50 000 ευρώ για αμοιβές δικηγόρων και 1 000 ευρώ για έξοδα.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Γενικά
21 Σύμφωνα με το άρθρο 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας, ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν θεωρούνται «τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης, και ιδίως τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και η αμοιβή των εκπροσώπων, συμβούλων ή δικηγόρων». Από τη διάταξη αυτή απορρέει ότι τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν περιορίζονται σ’ αυτά που έχουν γίνει λόγω της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας και σ’ αυτά που υπήρξαν απαραίτητα λόγω αυτής (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 24ης Ιανουαρίου 2002, T-38/95 DEP, Groupe Origny κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑217, σκέψη 28, και της 6ης Μαρτίου 2003, T-226/00 DEP και T-227/00 DEP, Nan Ya Plastics κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. II‑685, σκέψη 33).
22 Κατά πάγια νομολογία, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων περί τιμολογήσεως, το Πρωτοδικείο οφείλει να εκτιμήσει ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου καθώς και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκαν να εκτελέσουν οι εκπρόσωποι ή σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευσε η διαφορά για τους διαδίκους (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 8ης Μαρτίου 1995, T‑2/93 DEP, Air France κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-533, σκέψη 16, της 19ης Σεπτεμβρίου 2001, T-64/99 DEP, UK Coal κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑2547, σκέψη 27, και της 7ης Δεκεμβρίου 2004, T-251/00 DEP, Lagardère και Canal+ κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. ΙΙ-4217, σκέψη 23). Συναφώς, η δυνατότητα του κοινοτικού δικαστή να εκτιμά την αξία της επιτελεσθείσας εργασίας εξαρτάται από την ακρίβεια των σχετικών πληροφοριών που προσκομίζουν προς τούτο οι διάδικοι (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 8ης Νοεμβρίου 1996, Stahlwerke Peine-Salzgitter κατά Επιτροπής, T-120/89 DEP, Συλλογή 1989, σ. II‑1547, σκέψη 31, και της 15ης Μαρτίου 2000, T-337/94 DEP, Enso-Gutzeit κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-479, σκέψη 16).
23 Κατά πάγια επίσης νομολογία, ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν οι αμοιβές αυτές από τον καταδικασθέντα στα δικαστικά έξοδα διάδικο. Αποφαινόμενο επί της αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων, το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του ούτε τον εθνικό πίνακα δικηγορικών αμοιβών ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του (διατάξεις Stahlwerke Peine-Salzgitter κατά Επιτροπής, σκέψη 22 ανωτέρω, σκέψη 27, και UK Coal κατά Επιτροπής, σκέψη 22 ανωτέρω, σκέψη 26).
Εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση
24 Βάσει των ανωτέρω κριτηρίων πρέπει να εκτιμηθεί το ύψος των δικαστικών εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν εν προκειμένω.
25 Όσον αφορά, πρώτον, το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς και τη σημασία της υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να αναφερθεί ότι, με την απόφαση της κύριας δίκης, το Πρωτοδικείο δέχθηκε για πρώτη φορά το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, κανονισμού δασμολογικής κατατάξεως. Έτσι, η απόφαση αναφέρει για πρώτη φορά τις γενικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες ιδιώτες μπορούν να προσβάλουν τους κανονισμούς της Επιτροπής σχετικά με την κατάταξη εμπορευμάτων στη ΣΟ. Συναφώς, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το παραδεκτό, εν προκειμένω, βασιζόταν σε πολύ ειδικές περιστάσεις, που αποδείχθηκαν βάσει του συνόλου των στοιχείων και των ενδείξεων ποικίλου χαρακτήρα που παρέσχε η προσφεύγουσα.
26 Εξάλλου, από την απόφαση προκύπτει ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί της υποθέσεως της κύριας δίκης, το Πρωτοδικείο έπρεπε να εξετάσει για πρώτη φορά το θέμα της κατατάξεως στη ΣΟ «κονσόλας παιχνιδιών», γεγονός που αποτέλεσε αιτία για την επίλυση περίπλοκων και γενικής σπουδαιότητας προβλημάτων ερμηνείας, ιδίως όσον αφορά την ερμηνεία ορισμένων γενικών κανόνων, κλάσεων καθώς και σημειώσεων κεφαλαίου και τμήματος της ΣΟ.
27 Όσον αφορά, δεύτερον, την έκταση της εργασίας που προκάλεσε στους δικηγόρους η ένδικη διαδικασία, πρέπει να αναγνωριστεί, πρώτον, ότι το θέμα του παραδεκτού της προσφυγής απαιτούσε πρόσθετη εργασία. Για να θεμελιώσει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός την αφορούσε άμεσα και ατομικά, η αιτούσα έπρεπε να αποδείξει τον ειδικό χαρακτήρα της καταστάσεώς της κατά τρόπο λεπτομερέστατο και με τη βοήθεια σαφών και εξειδικευμένων επιχειρημάτων. Συναφώς, παρέστη επιπλέον ανάγκη να διενεργηθούν πρόσθετες έρευνες εκ μέρους της αιτούσας, ιδίως για να μπορέσει να απαντήσει στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου σχετικά με τις ουσιώδεις διαφορές της κονσόλας PlayStation®2 σε σχέση με τις άλλες κονσόλες παιχνιδιών.
28 Το ζήτημα του παραδεκτού αποτέλεσε, επομένως, κατ’ αρχήν, την αιτία ασυνήθιστου όγκου δικηγορικής εργασίας. Αντιθέτως, όσον αφορά ειδικότερα την παροχή των απαιτούμενων πληροφοριών για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτούσα συμμετέχει στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων με τον παραγωγό και τον κάτοχο των πνευματικών δικαιωμάτων του επίδικου προϊόντος. Η διάθεση των πληροφοριών αυτών μπορεί να δικαιολογήσει επομένως περιορισμένη μόνον εργασία των δικηγόρων της αιτούσας.
29 Όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι πολύ μεγάλο μέρος των επιχειρημάτων της αιτούσας κρίθηκε αβάσιμο.
30 Τρίτον, όσον αφορά το οικονομικό ενδιαφέρον που παρουσίαζε για την αιτούσα η ένδικη διαφορά, το Πρωτοδικείο δεν είναι σε θέση να ελέγξει το ποσό που προβάλλει η προσφεύγουσα, διότι δεν έλαβε σαφή στοιχεία επ’ αυτού. Επιβάλλεται, πάντως, η διαπίστωση ότι η κονσόλα PlayStation®2 είναι προϊόν που πωλείται στην Κοινότητα σε μεγάλες ποσότητες.
31 Η αιτούσα δεν προέβη επίσης ενώπιον του Πρωτοδικείου σε επεξηγήσεις ως προς τον επιμερισμό των ωρών εργασίας των οικείων δικηγόρων σύμφωνα με τις διάφορες εργασίες που πραγματοποίησαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου. Συγκεκριμένα, από τον πρώτο πίνακα που επισυνάφθηκε στο έγγραφο της αιτούσας της 10ης Μαρτίου 2004 και επαναλαμβάνεται στο συνημμένο A.1 της προσφυγής (σ. 16 και 17) προκύπτει για καθέναν από τους απασχοληθέντες δικηγόρους μια απλή αρίθμηση διαφόρων δραστηριοτήτων, συνοδευόμενη μόνον από το άθροισμα του συνολικού αριθμού των ωρών εργασίας που υποτίθεται ότι πραγματοποιήθηκαν από τον δικηγόρο. Η αίτηση δεν περιλαμβάνει κανένα λεπτομερή επιμερισμό του συνολικού αυτού αριθμού όσον αφορά τον αριθμό των ωρών που χρειάστηκαν για καθεμία από τις διαφορετικές δικηγορικές δραστηριότητες, ο οποίος να καθιστά δυνατό στο Πρωτοδικείο να ελέγξει την ακρίβεια του υπολογισμού αυτού. Εν πάση περιπτώσει, οι δικηγορικές εργασίες για την προετοιμασία ενδεχόμενης παρουσιάσεως της κονσόλας PlayStation®2 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως αναγκαίες για την επίλυση της διαφοράς (βλ., συναφώς, ανωτέρω, σκέψη 33).
32 Υπό τις συνθήκες αυτές και λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, ενδείκνυται να καθοριστεί σε 250 ώρες ο αριθμός των ωρών που αντιστοιχεί σε δικαστικά έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν.
33 Όσον αφορά τα λοιπά έξοδα που καταλογίζει ως προερχόμενα από τη διαφορά, η αιτούσα αξιώνει 1 500 ευρώ για έξοδα ενόψει εξωτερικής παρουσιάσεως των λειτουργιών της κονσόλας PlayStation®2. Επιβάλλεται κατ’ αρχάς η υπόμνηση ότι η ίδια η αιτούσα πρότεινε, χωρίς να έχει κληθεί προς τούτο από το Πρωτοδικείο, να προβεί στην παρουσίαση αυτή κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία. Ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου, με το έγγραφό του της 3ης Φεβρουαρίου 2003, πληροφόρησε την αιτούσα για την απόφαση του τμήματος να απορρίψει «προς το παρόν» το αίτημά της, αλλά την προειδοποίησε ότι η παρουσίαση αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει δεκτή, σε περίπτωση ανάγκης, κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία. Στην πραγματικότητα, καμία παρουσίαση δεν θεωρήθηκε αναγκαία. Δεν πραγματοποιήθηκε, επομένως. Υπό τις περιστάσεις αυτές τα υποτιθέμενα έξοδα που προέκυψαν από την εν λόγω παρουσίαση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως έξοδα απαραίτητα για τους σκοπούς της διαδικασίας.
34 Όπως τα λοιπά έξοδα, τα έξοδα για φωτοτυπίες και τα έξοδα κατεπείγουσας αποστολής καθώς και τα σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου έξοδα μετακινήσεως και διαμονής τεσσάρων προσώπων μπορούν να θεωρηθούν ως αποδοτέα έξοδα εφόσον κριθούν απαραίτητα. Ωστόσο, ελλείψει διευκρινίσεων ως προς τον προορισμό και την κατανομή των εξόδων ταξιδίου και διαμονής ύψους 1 250 ευρώ και των εξόδων για φωτοτυπίες ύψους 750 ευρώ, τα έξοδα αυτά πρέπει να εκτιμηθούν στο ποσό των 1 000 ευρώ.
35 Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα, κατόπιν ορθής εκτιμήσεως του συνόλου των αποδοτέων εξόδων της αιτούσας στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα έξοδα αυτά πρέπει να καθοριστούν στο ποσό των 66 175 ευρώ.
36 Δεδομένου ότι για τον καθορισμό του ποσού αυτού ελήφθησαν υπόψη όλα τα στοιχεία της υποθέσεως μέχρι σήμερα, παρέλκει να αποφανθεί το Πρωτοδικείο χωριστά επί των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της παρούσας διαδικασίας καθορισμού των εξόδων (βλ. υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 10ης Ιανουαρίου 2002, T-80/97 DEP, Starway κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. II-1, σκέψη 39).
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
Το συνολικό ποσόν των δικαστικών εξόδων που πρέπει να αποδώσει η Επιτροπή στην αιτούσα ανέρχεται σε 66 175 ευρώ.
Λουξεμβούργο, 18 Μαρτίου 2005.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
M. Jaeger
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy