ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
L. Α. GEELHOED
της 22ας Μαΐου 2003 ( 1 )
Ι — Εισαγωγή
1.
Στις παρούσες υποθέσεις το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main υπέβαλε έντεκα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσον ο γερμανικός Beamtenversorgungsgesetz (νόμος περί συντάξεων των υπαλλήλων), και ιδίως η προβλεπόμενη σε αυτόν μείωση των συντάξεων των μερικώς απασχολουμένων υπαλλήλων, είναι σύμφωνος με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στην αγορά εργασίας, όπως η αρχή αυτή θεσπίζεται στο άρθρο 141 ΕΚ και στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο.
ΙΙ — Το νομοθετικό πλαίσιο
Α — Το κοινοτικό δίκαιο
Η Συνθήκη ΕΚ
2.
Το άρθρο 119, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ προβλέπει τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου και διατηρεί εν συνεχεία την εφαρμογή της αρχής της ισό-τητος των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών.
Ως αμοιβή νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.»
3.
Εν τω μεταξύ το άρθρο 119, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκε, με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, από το άρθρο 141, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ. Το άρθρο 141, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ έχει ως εξής:
«1.
Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας.
2.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “αμοιβή” νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας
[...]».
4.
Το πρωτόκολλο περί του άρθρου 119 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (νυν πρωτόκολλο περί του άρθρου 141 ΕΚ· στο εξής: πρωτόκολλο Barber) έχει ως εξής:
«Για την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης, οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές δεν θεωρούνται ως αποδοχές εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχόλησης πριν από τις 17 Μαΐου 1990, με εξαίρεση τους εργαζόμενους ή τους έλκοντες δικαιώματα οι οποίοι, πριν από αυτή την ημερομηνία, είχαν ασκήσει δικαστική προσφυγή ή καταθέσει αντίστοιχη ένσταση σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο».
Η οδηγία 79/7
5.
Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( 2 ) (στο εξής: οδηγία 79/7), η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, προστασία από τον κίνδυνο γήρατος.
6.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 προβλέπει τα εξής:
«Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
—
το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
—
την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
—
τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.»
Η οδηγία 86/378
7.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1 της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης ( 3 ), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 20ης Δεκεμβρίου 1996 ( 4 ) (στο εξής: οδηγία 86/378), ορίζει ότι:
«Ως επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης θεωρούνται τα συστήματα που δεν διέπονται από την οδηγία 79/7/ΕΟΚ και που έχουν ως αντικείμενο τη χορήγηση στους εργαζόμενους, μισθωτούς ή αυτοαπασχολούμενους, στα πλαίσια μιας επιχείρησης ή ομάδας επιχειρήσεων, ενός οικονομικού κλάδου ή επαγγελματικού ή διεπαγγελματι-κού τομέα, παροχών που προορίζονται να συμπληρώνουν ή να υποκαθιστούν τις παροχές των εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, είτε η υπαγωγή στα συστήματα αυτά είναι υποχρεωτική είτε προαιρετική.»
8.
Το άρθρο 4 της οδηγίας 86/378 έχει ως εξής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:
α)
στα επαγγελματικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά των ακόλουθων κινδύνων:
[...]
—
γήρας, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης πρόωρων συνταξιοδοτήσεων,
[...]»
9.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/378 έχει ως εξής:
«1.
Υπό τις συνθήκες που καθορίζονται στις ακόλουθες διατάξεις, η αρχή της ίσης μεταχείρισης συνεπάγεται την εξάλειψη κάθε διάκρισης που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την ύπαρξη γάμου ή την εν γένει οικογενειακή κατάσταση, και ιδιαίτερα όσον αφορά:
—
το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους υπαγωγής στα συστήματα αυτά,
—
την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
—
τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευόμενου προσώπου, και τις προϋποθέσεις διάρκειας και διατήρησης του δικαιώματος παροχών.»
10.
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/378 ορίζει τα εξής:
«Μεταξύ των διατάξεων που αντιβαίνουν προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης πρέπει να περιληφθούν οι διατάξεις που βασίζονται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, ιδίως σε συσχετισμό με την ύπαρξη γάμου ή την εν γένει οικογενειακή κατάσταση, προκειμένου:
[...]
η)
να καθορίσουν διαφορετικά επίπεδα για τις παροχές, εκτός εάν αυτό απαιτείται αναγκαστικά προκειμένου να ληφθούν υπόψη αναλογιστικά στοιχεία υπολογισμού, τα οποία είναι διαφορετικά για τα δύο φύλα, στην περίπτωση συστημάτων με καθορισμένες εισφορές.
Στην περίπτωση συστημάτων με καθορισμένες παροχές χρηματοδούμενων με κεφαλαιοποίηση, ορισμένα στοιχεία (παραδείγματα των οποίων διαβιβάζονται συνημμένα), μπορεί να είναι άνισα, στο βαθμό που η ανισότητα των ποσών οφείλεται στις συνέπειες της χρησιμοποίησης διαφορετικών αναλογιστικών συντελεστών σύμφωνα με το φύλο κατά την εφαρμογή της χρηματοδότησης του συστήματος.
[...]»
Η οδηγία 97/80
11.
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/80/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με το βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου ( 5 ) (στο εξής: οδηγία 97/80) έχει ως εξής:
«Για τους σκοπούς της αρχής της ίσης μεταχείρισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, έμμεση διάκριση υφίσταται όταν μια διάταξη, ένα κριτήριο, ή μια πρακτική εκ πρώτης όψεως ουδέτερη/ο θίγει ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ατόμων ενός φύλου, εκτός εάν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική είναι κατάλληλη/ο και αναγκαία/ο και μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς παράγοντες άσχετους προς το φύλο.»
12.
Το άρθρο 4 της οδηγίας 97/80 ορίζει:
«1.
Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα εθνικά δικαστικά τους συστήματα, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, ότανένα πρόσωπο κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και παρουσιάζει, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, να επιβάλλεται στον εναγόμενο χα αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
2.
Η παρούσα οδηγία δεν κωλύει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν αποδεκτικούς κανόνες ευνοϊκότερους για τον ενάγοντα.
3.
Τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόζουν την παράγραφο 1 σε διαδικασίες κατά τις οποίες εναπόκειται στο δικαστήριο ή σε άλλη αρμόδια αρχή να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.»
Β — Το εθνικό δίκαιο
13.
Ο νόμος περί συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων και δικαστών στο ομοσπονδιακό και τα ομόσπονδα κράτη (Beamtenversorgungsgesetz) της 24ης Αυγούστου 1976, όπως τροποποιήθηκε με την ανακοίνωση της 16ης Μαρτίου 1999 (στο εξής: BeamtVG), ορίζει στο άρθρο 6 με τον τίτλο «Κανονικός συντάξιμος χρόνος υπηρεσίας»:
«(1)
Συντάξιμος είναι ο χρόνος υπηρεσίας που διήνυσε ο υπάλληλος από την ημέρα του πρώτου διορισμού του ως μονίμου υπαλλήλου σε πρόσωπο δημοσίου δικαίου εντός της εθνικής επικρατείας. Δεν είναι συντάξιμος ο χρόνος που διανύθηκε κατά τη διάρκεια
[...]
5.
αδείας άνευ αποδοχών·
[...]
Ο χρόνος εργασίας με μειωμένο ωράριο είναι συντάξιμος κατά το ποσοστό που αντιστοιχεί στη σχέση του μειωμένου με τον κανονικό χρόνο εργασίας [...].»
14.
Με τον Πέμπτο Νόμο περί τροποποιήσεως υπαλληλικών διατάξεων της 25ης Ιουλίου 1984 (στο εξής: τροποποιητικός νόμος του 1984), προστέθηκε στο άρθρο 14, του BeamtVG, με τον τίτλο «Ύφος της συντάξεως», στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη ημιπερίοδος, μία μείωση συντάξεως για περιπτώσεις αδείας και εργασίας με μειωμένο ωράριο για λόγους οικογενειακής πολιτικής και λόγους της κανονιστικής διατάξεως για τη χορήγηση εξαιρετικών αδειών (Sonderurlaubsverordnung).
15.
Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του BeamtVG, όπως τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό νόμο του 1984 και ίσχυσε από 1ης Αυγούστου 1984 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1991 (στο εξής: προισχύσαν άρθρο 14, του BeamtVG), προέβλεπε ότι:
«(1)
Το ποσοστό της συντάξεως ανέρχεται μέχρι τη συμπλήρωση δέκα συντάξιμων ετών στο 35 % και αυξάνεται για κάθε επί πλέον έτος υπηρεσίας μέχρι και το εικοστό πέμπτο έτος υπηρεσίας κατά δύο τοις εκατό,
στη συνέχεια δε κατά 1 %
των συνταξίμων ετών μέχρι κατ' ανώτατο όριο το 75 % [...]· στην περίπτωση μερικής απασχολήσεως, εργασίας με μειωμένο ωράριο ή αδείας, το ποσοστό της συντάξεως που θα προέκυπτε σύμφωνα με την πρώτη ημι-περίοδο, αν δεν υπήρχαν αυτές οι περίοδοι διακοπής της εργασίας, μειώνεται, πριν από την εφαρμογή του ανωτάτου συντελεστή, κατ' αναλογία της σχέσεως του συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας με τον χρόνο που θα είχε διανυθεί ως συντάξιμος αν δεν υπήρχαν αυτές οι περίοδοι διακοπής της εργασίας, [...] ωστόσο όχι κάτω του 35 % ούτε άνω του 75 %[...].»
16.
Η μείωση της συντάξεως που θεσπίστηκε με τον τροποποιητικό νόμο του 1984 και εφαρμοζόταν στη φθίνουσα συνταξιοδοτική κλίμακα, σύμφωνα με το προϊσχύσαν άρθρο 14, του BeamtVG, καταργήθηκε με το άρθρο 14, αριθμός 16, του Πέμπτου Νόμου περί τροποποιήσεως μισθολογικών διατάξεων της 28ης Μαΐου 1990 (στο εξής: πέμπτος τροποποιητικός νόμος του 1990).
17.
Εξάλλου η φθίνουσα συνταξιοδοτική κλίμακα του προϊσχύσαντος άρθρου 14, του BeamtVG αντικαταστάθηκε με μία γραμμική ρύθμιση.
18.
Αντίστοιχα, το άρθρο 14, παράγραφος 1, του BeamtVG, με τον τίτλο «Ύψος της συντάξεως», όπως ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1992 (στο εξής: ισχύον άρθρο 14, του BeamtVG), ορίζει τα εξής:
«(1)
Το ποσό της συντάξεως ανέρχεται για κάθε συντάξιμο έτος στο 1,875 % των συντάξιμων αποδοχών [...], δεν μπορεί ωστόσο να υπερβαίνει συνολικώς το 75 % αυτών [...].»
19.
Το άρθρο 85, του BeamtVG, με τον τίτλο «Ποσό της συντάξεως για τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν ήδη στις 31 Δεκεμβρίου 1991», ορίζει τα εξής:
«(1)
Αν η υπαλληλική σχέση [...] υφίστατο ήδη στις 31 Δεκεμβρίου 1991, εξακολουθεί να ισχύει το ποσοστό της συντάξεως που συμπληρώθηκε μέχρι το χρονικό αυτό σημείο. Ο υπολογισμός του συνταξίμου χρόνου και του ποσού της συντάξεως γίνεται κατά τη νομοθεσία που ίσχυε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1991· δεν εφαρμόζονται συναφώς το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη και τρίτη ημιπερίοδος. Το ποσοστό της συντάξεως που προκύπτει κατά το πρώτο και δεύτερο εδάφιο αυξάνεται για κάθε συντάξιμο έτος το οποίο διανύεται από 1ης Ιανουαρίου 1992, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει από αυτή την ημερομηνία, κατά 1 % των συνταξίμων αποδοχών μέχρι κατ' ανώτατο όριο 75 % [...].
[...]
(4)
Ο υπολογισμός της συντάξεως βασίζεται στο ποσοστό που προκύπτει σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 ή 3, εφόσον το ποσοστό αυτό είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει κατά τον παρόντα νόμο για το σύνολο των συνταξίμων ετών. Υο ποσοστό της συντάξεως που προκύπτει κατά την παράγραφο 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό που θα προέκυπτε κατ' εφαρμογήν της μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1991 ισχύουσας νομοθεσίας.
[...].»
ΙΙΙ — Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
Υπόθεση C-4/02
20.
Η προσφεύγουσα Hilde Schönheit, γεννηθείσα στις 12 Ιουλίου 1939, εργαζόταν στον Δήμο Φραγκφούρτης/Μάιν (Stadt Frankfurt am Main) από το 1966 ως κοινωνική λειτουργός, αρχικά ως συμβασιούχος υπάλληλος ιδιωτικού δικαίου και από την 1η Ιανουαρίου 1984 ως μόνιμος υπάλληλος δημοσίου δικαίου.
21.
Μέχρι τις 30 Ιουνίου 1992 εργαζόταν με πλήρες ωράριο και για το διάστημα από την 1η Ιουλίου 1992 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995 εργαζόταν με ωράριο μειωμένο κατά το ήμισυ. Κατόπιν, έλαβε άδεια άνευ αποδοχών διαρκείας μισού έτους (από την 1η Ιανουαρίου 1996 μέχρι τις 30 Ιουνίου 1996). Στη συνέχεια, εργάστηκε εκ νέου με ωράριο μειωμένο κατά το ήμισυ.
22.
Στις 8 Μαρτίου 1999 η προσφεύγουσα ζήτησε, λόγω της βαριάς της αναπηρίας, να της χορηγηθεί πρόωρη σύνταξη. Ο Δήμος Φραγκφούρτης/Μάιν, με απόφαση της 12ης Ιουλίου 1999, της χορήγησε — πρόωρη — σύνταξη λόγω ανικανότητας προς εργασία.
23.
Με απόφαση που εκδόθηκε και αυτή στις 12 Ιουλίου 1999, ο Δήμος Φραγκφούρτης/Μάιν καθόρισε το ύψος της συντάξεως της Schönheit στο 65,80 % των συντάξιμων αποδοχών της.
24.
Ο Δήμος Φραγκφούρτης/Μάιν προέβη οτον καθορισμό της συντάξεως ως εξής:
25.
Πρώτο στάδιο: Κατ' αρχάς υπολογίστηκε, βάσει του άρθρου 6 του BeamtVG, ο συντάξιμος χρόνος υπηρεσίας της ενδιαφερόμενης («ο πραγματικός χρόνος υπηρεσίας»). Αυτός ανερχόταν σε 30 έτη και 142,5ημέρες (3039 έτη). Ο χρόνος αυτός πολλαπλασιάστηκε, κατά το ισχύον άρθρο 14, του BeamtVG, με τον συντελεστή 1,875, και έτσι προέκυψε ποσοστό συντάξεως 30,39 x 1,875 = 56,98125 %, στρογγυλοποιημένο σε 56,99 %.
26.
Δεύτερο στάδιο: Δεδομένου ότι η Schönheit στις 31 Δεκεμβρίου 1991 ήταν ήδη υπάλληλος δημοσίου δικαίου, πραγματοποιήθηκε, κατά το άρθρο 85, του BeamtVG, εναλλακτικός υπολογισμός. Για το χρονικό διάστημα από 1ης Απριλίου 1965 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1991 ο συντάξιμος χρόνος υπηρεσίας ανερχόταν, σύμφωνα με το άρθρο 6, του BeamtVG, σε 26 έτη και 219ημέρες, στρογγυλοποιημένα σε 27 έτη. Προέκυπτε έτσι, σύμφωνα με το προϊσχύσαν άρθρο 14, του BeamtVG, χωρίς να λάβει χώρα η μείωση της συντάξεως, ποσοστό συντάξεως 67 %. Για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1992 μέχρι 31ης Ιουλίου 1999, ο συντάξιμος χρόνος υπηρεσίας ανερχόταν, σύμφωνα με το άρθρο 6, του BeamtVG, σε 3 έτη και 228,5ημέρες (3,79 έτη), και έτσι προέκυπτε ποσοστό συντάξεως 3,79 %. Το συνολικό ποσοστό συντάξεως ανερχόταν συνεπώς σε 67 % + 3,79% = 70,79 %.
27.
Επειδή κατά τον εναλλακτικό αυτόν υπολογισμό το ποσοστό συντάξεως ήταν υψηλότερο από αυτό που θα προέκυπτε από τον γραμμικό υπολογισμό σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία, ο Δήμος Φραγκ-φούρτης/Μάιν, εφαρμόζοντας το άρθρο 85, παράγραφος 4, του BeamtVG, έφερε το ποσοστό αυτό της συντάξεως στο ποσοστό της συντάξεως που προέκυπτε από την αποκλειστική εφαρμογή του προϊσχύσαντος άρθρου 14 του BeamtVG, δηλαδή και με τον συνυπολογισμό μιας μειώσεως της συντάξεως.
28.
Τρίτο στάδιο: Στο στάδιο αυτό υπολογίστηκε κατ' αρχάς το πλασματικό ποσοστό συντάξεως που θα δικαιούτο η Schönheit αν απησχολείτο καθ' όλον τον χρόνο υπηρεσίας της με πλήρες ωράριο («πλασματικός χρόνος υπηρεσίας»). Αυτός ο πλασματικός χρόνος υπηρεσίας ανερχόταν σε 34 έτη και 66ημέρες (34,18 έτη). Από τον πλασματικό αυτό χρόνο υπηρεσίας θα προέκυπτε ποσοστό συντάξεως 74 %. Στη συνέχεια το ποσοστό αυτό μειώθηκε βάσει της σχέσεως του πραγματικού προς τον πλασματικό χρόνο υπηρεσίας, δηλαδή 3039 + 34,18 x 74 % = 65,8 %.
29.
Στις 3 Αυγούστου 1999 η Schönheit υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά του προσδιορισμού των ποσών της συντάξεώς της.
30.
Η ένσταση της απορρίφθηκε από τον Δήμο Φραγκφούρτης/Μάιν με απόφαση της 4ης Ιανουαρίου 2000.
31.
Στις 7 Φεβρουαρίου 2000 η Schönheit άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, ζητώντας να ακυρωθούν η από 12 Ιουλίου 1999 απόφαση περί προσδιορισμού της συντάξεως και η από 4 Ιανουαρίου 2000 απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως. Εκτός αυτού ζήτησε να υποχρεωθεί Δήμος Φραγκφούρτης/Μάιν να προσδιορίσει το ποσοστό συντάξεως της τουλάχιστον σε 70,79 %.
Υπόθεση C-5/02
32.
Η προσφεύγουσα Silvia Becker, η οποία γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου 1951, εργαζόταν ως καθηγήτρια από τις 23 Αυγούστου 1971 στην υπηρεσία του ομόσπονδου κράτους της Έσσης. Από την 1η Αυγούστου 1981 έως και την 31η Ιουλίου 1989 εργαζόταν κατά χρονικά διαστήματα διαφορετικής διάρκειας με μειωμένο ωράριο. Από την 1η Αυγούστου 1989 έως την 31η Ιουλίου 1995 βρισκόταν σε άδεια άνευ αποδοχών και από 1ης Αυγούστου 1995 μέχρι 31 Ιανουαρίου 2000 εργαζόταν και πάλι με μειωμένο ωράριο. Συνταξιοδοτήθηκε προώρως από τον εργοδότη της από 1ης Φεβρουαρίου 2000, λόγω ανικανότητας προς εργασία.
33.
Με απόφαση της 5ης Ιανουαρίου 2000, το Regierungspräsidium Darmstadt καθόρισε το ύφος της συντάξεως της προσφεύγουσας στο 52,18 % των τελευταίων συντάξιμων αποδοχών της.
34.
Το Regierungspräsidium Darmstadt προέβη στον καθορισμό της συντάξεως ως εξής:
35.
Πρώτο στάδιο: Κατ' αρχάς υπολογίστηκε, βάσει του άρθρου 6 του BeamtVG, ο συντάξιμος χρόνος υπηρεσίας της Becker, ο οποίος ανερχόταν σε 25 έτη και 83,58ημέρες (ήτοι 25,23 έτη). Ο χρόνος αυτός πολλαπλασιάστηκε, κατά το ισχύον άρθρο 14, του BeamtVG, με τον συντελεστή 1,875, οπότε προέκυψε ποσοστό συντάξεως 25,23 x 1,875 = 47,30625 %, στρογγυλοποιημένο σε 47,31 %.
36.
Δεύτερο στάδιο: Δεδομένου ότι η Becker στις 31 Δεκεμβρίου 1991 ήταν ήδη υπάλληλος δημοσίου δικαίου, πραγματοποιήθηκε, κατά το άρθρο 85, του BeamtVG, εναλλακτικός υπολογισμός. Για το χρονικό διάστημα μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1991, δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 6, του BeamtVG, ο υπολογισμός ανερχόταν σε 18 έτη και 228,32ημέρες, στρογγυλοποιημένα σε 19 έτη. Προέκυπτε έτσι, σύμφωνα με το προϊσχύσαν άρθρο 14, του BeamtVG, χωρίς να λάβει χώρα η μείωση της συντάξεως, ποσοστό συντάξεως 53 %. Για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1992 μέχρι 31ης Ιουλίου 1999, δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 6, του BeamtVG, για 4 έτη και 341,93ημέρες (4,94 έτη), προέκυπτε ποσοοτό συντάξεως 4,94 %. Το συνολικό ποσοστό συντάξεως ανερχόταν συνεπώς σε 53 % + 4,94 % = 57,94 %.
37.
Τρίτο στάδιο: Τέλος υπολογίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του BeamtVG, το ποσοστό της συντάξεως με συνυπολογισμό της μειώσεως της συντάξεως. Ο πλασματικός χρόνος υπηρεσίας της Becker ανερχόταν σε 32 έτη και 78,68ημέρες (ήτοι 32,22 έτη). Από τον πλασματικό αυτό χρόνο υπηρεσίας θα προέκυπτε ποσοστό συντάξεως 72 %. Στη συνέχεια έλαβε χώρα η μείωση της συντάξεως: 25,23 (πραγματικός χρόνος υπηρεσίας) 32,22 (πλασματικός χρόνος υπηρεσίας) x 72 % (πλασματικό ποσοστό συντάξεως), και έτσι προέκυψε ποσοστό συντάξεως 52,18 %.
38.
Στις 8 Φεβρουαρίου 2000 η Becker υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά του προσδιορισμού των ποσών της συντάξεως της.
39.
Η ένσταση της απορρίφθηκε από το Regierungspräsidium Darmstadt με απόφαση της 30ης Νοεμβρίου 2000.
40.
Στις 21 Δεκεμβρίου 2000 η Becker άσκησε προσφυγή, ζητώντας να ακυρωθεί η από 5 Ιανουαρίου 2000 απόφαση του Regierungspräsidium Darmstadt με τη μορφή της από 30 Νοεμβρίου 2000 αποφάσεως επί της διοικητικής ενστάσεως. Εκτός αυτού ζήτησε να προσδιοριστεί το ποσοστό συντάξεως της τουλάχιστον σε 57,94 %.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
41.
Το Verwaltungsgericht Frankfurt, με διατάξεις της 12ης Νοεμβρίου 2001, υπέβαλε στην υπόθεση C-4/02 εννέα και στην υπόθεση C-5/02 έντεκα ερωτήματα, ζητώντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
42.
Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί και τις δύο προσφυγές βάσιμες. Κατά την άποψη του οι διατάξεις του προϊσχύσαντος άρθρου 14 του BeamtVG περί μειώσεως της συντάξεως των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο είναι ασυμβίβαστες με το άρθρο 141 ΕΚ, διότι υπάρχει έμμεση διάκριση λόγω φύλου.
43.
Σύμφωνα με επίσημες στατιστικές, με μειωμένο ωράριο εργάζονται κυρίως γυναίκες. Συνεπώς, η μείωση της συντάξεως κατά τον υπολογισμό του ποσού της συντάξεως θίγει προεχόντως τις γυναίκες.
44.
Δεν προκύπτει η ύπαρξη αντικειμενικών λόγων, ικανών να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση. Ο επιδιωκόμενος από το κράτος, με τη θέσπιση της μειώσεως της συντάξεως, περιορισμός των εξόδων δεν συνιστά αντικειμενικό δικαιολογητικό λόγο για τη διαφορετική μεταχείριση.
45.
Η άποψη όμως αυτή είναι αντίθετη προς αυτή του Bundesverwaltungsgericht. Το Bundesverwaltungsgericht υποστήριξε την άποψη ότι η ανάλογη προς τον χρόνο απασχολήσεως μείωση της συντάξεως σε περιπτώσεις μερικής απασχολήσεως και άδειας άνευ αποδοχών δεν συνιστά απαγορευμένη έμμεση και αθέμιτη δυσμενή διάκριση των γυναικών, έστω και αν στην πραγματικότητα χρήση των ανωτέρω δυνατοτήτων κάνουν σημαντικά περισσότερες γυναίκες απ' ό, τι άνδρες. Η εξαρτώμενη από τον χρόνο απασχολήσεως παροχή της συντάξεως είναι, όπως ακριβώς και η μείωση ή η μη καταβολή του μισθού, συνέπεια της μειωμένης παροχής εργασίας και ως εκ τούτου δικαιολογείται αντικειμενικώς· επομένως, δεν υφίσταται ούτως ή άλλως παραβίαση της κοινοτικού δικαίου περί απαγορεύσεως των αμέσων ή εμμέσων διακρίσεων λόγω φύλου ( 6 ). Το προ-ϊσχύσαν άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη ημιπερίοδος, του BeamtVG αποσκοπούσε στη διόρθωση της σχετικά ευνοϊκότερης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων που δεν εργάζονταν με πλήρες ωράριο, η οποία βασιζόταν στις προϊσχύουσες φθίνουσες κλίμακες του πίνακα για τον υπολογισμό της συντάξεως.
46.
Λόγω των υφισταμένων διαφορετικών απόψεων σχετικά με την ερμηνεία του κρίσιμου κοινοτικού δικαίου, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα, ζητώντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Τα εν λόγω ερωτήματα έχουν ως εξής:
—
Στις υποθέσεις C-4/02 και C-5/02
«1.
Εμπίπτει η χορήγηση συντάξεως γήρατος κατά τον γερμανικό Beamtenversorgungsgesetz (νόμο περί συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων) στις διατάξεις του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 141, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ, σε συνδυασμό με την οδηγία 86/378/ΕΟΚ, ή στις διατάξεις της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ;
2.
Αποτελούν οι κατά τον Beamtenversorgungsgesetz παροχές σύστημα κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο η', της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως της χρηματοδοτήσεως από τον προϋπολογισμό, να επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη αναλογιστικά στοιχεία υπολογισμού ή άλλα παρόμοια στοιχεία προκειμένου να διαφοροποιηθεί το επίπεδο της παροχής;
3.
Ισχύουν, για την εφαρμογή του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ ή 141, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ σε συνδυασμό με την οδηγία 86/378/ΕΟΚ, οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/80/ΕΚ για τη δικαιολόγηση της καταρχήν διαπιστούμενης έμμεσης διακρίσεως λόγω φύλου, ανεξαρτήτως του αν κατά τη δίκη ανακύπτει το ζήτημα μερικής απαλλαγής από το βάρος αποδείξεως ή αν το ζήτημα αυτό, δεδομένης της ισχύουσας στη δίκη αρχής της αυτεπάγγελτης έρευνας, δεν είναι κρίσιμο
4.
Πρέπει η αναγκαιότητα της χρήσεως, για τους κανόνες δικαίου, ενός εκ πρώτης όψεως ουδέτερου κριτηρίου να σταθμίζεται με αποκλειστικό γνώμονα τους λόγους που οδήγησαν στη θέσπιση του κανόνα δικαίου και οι οποίοι προκύπτουν από τη διαδικασία της θεσπίσεως του, εφόσον ιδίως οι λόγοι αυτοί έχουν καταγραφεί κατά τη σχετική διαδικασία και θεωρούνταν τότε κρίσιμοι για τη θέσπιση του κανόνα; δικαίου;
5.
Εφόσον, εκτός των ανωτέρω (υπό 4) ή επιπροσθέτως, μπορούν να ληφθούν υπόψη και άλλοι θεμιτοί σκοποί του νομοθέτη ως δικαιολογητικοί λόγοι, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/80/ΕΚ ή κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Λοιχοτήτων, για τη διαπίστωση έμμεσης διακρίσεως λόγω φύλου, μπορεί συναφώς ένα εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει αυτοτελώς τους θεμιτούς σκοπούς ενός κανόνα δικαίου και να τους χρησιμοποιήσει ενδεχομένως για τη δικαιολόγηση ενός διαφοροποιητικού στοιχείου, εφόσον ιδίως οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται σε ανάλυση του δικαίου από συστηματικής απόψεως; Ισχύει αυτό ακόμη και στην περίπτωση που οι εν λόγω εκτιμήσεις δεν προκύπτουν σαφώς από τους λόγους που καταγράφηκαν κατά τη διαδικασία της θεσπίσεως του κανόνα δικαίου;
6.
Μπορεί να δικαιολογηθεί ως αναγκαία, εν όψει ενός θεμιτού σκοπού, η δυσμενής διάκριση που υφίστανται κατά τον προσδιορισμό του ποσού της συντάξεως τους ως ποσοστού του τελευταίου μισθού οι ηλικιωμένες γυναίκες δημόσιοι υπάλληλοι που εργάζονται με μερική απασχόληση, εφόσον επιδιώκεται συγχρόνως να αντισταθμιστεί το γεγονός ότι για την ελάχιστη σύνταξη δεν λαμβάνεται υπόψη το μειωμένο ωράριο εργασίας κατά τα πρώτα δέκα έτη υπηρεσίας, καίτοι οι παροχές του ταμείου συντάξεων δημοσίων υπαλλήλων καταβάλλονται από κονδύλια του γενικού προϋπολογισμού, χωρίς οι γυναίκες δημόσιες υπάλληλοι να έχουν καταβάλει οι ίδιες εισφορές; Είναι δυνατόν ως δικαιολόγηση της αναγκαιότητας — ενδεχομένως συμπληρωματικώς — να προταχθεί ο χαρακτήρας των συνταξιοδοτικών παροχών ως διατροφής και το γεγονός ότι αποτελούν καθιερωμένη γενική αρχή της ιδιότητας του δημοσίου υπαλλήλου κατά το άρθρο 33, παράγραφος 5, του Γερμανικού Συντάγματος;
7.
Αν γίνει δεκτή η αναγκαιότητα κατά το ερώτημα 6, είναι δυνατόν να θεωρηθεί εύλογη (ανάλογη) η μείωση, λόγω της παλαιότερης απασχολήσεως τους με μειωμένο ωράριο, του ποσοστού της συντάξεως των ηλικιωμένων ανδρών και γυναικών δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι δικαιούνται παροχές που υπερβαίνουν κατά πολύ την ελάχιστη σύνταξη που καταβάλλεται για τουλάχιστον 10 συντάξιμα έτη, εφόσον για τον υπολογισμό της μειώσεως λαμβάνονται υπόψη αναλογικά μεν η διάρκεια του χρόνου μειωμένης απασχολήσεως, αρνητικά δε και η διάρκεια της εργασίας με πλήρες ωράριο σε σχέση με τη διάρκεια της εργασίας με μειωμένο ωράριο, καίτοι για τους ηλικιωμένους άνδρες και γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους η ενδεχομένως δυσανάλογα ευνοϊκή παροχή της ελάχιστης συντάξεως χωρίς να ληφθεί υπόψη η μείωση του χρόνου εργασίας τους δεν είναι πλέον δυνατή; Μήπως θα ήταν (πιο) εύλογο συναφώς να μη μειώνεται υπερβολικά το ποσοστό της συντάξεως των ηλικιωμένων και παλαιών υπαλλήλων, αχδρών και γυναικών, και να αρκεί αντ' αυτού μόνο μια ποσοστιαία μείωση της ελάχιστης συντάξεως;
8.
Μπορεί η δημιουργία προσθέτων εξόδων διοικήσεως για τη σκοπούμενη πρόσληψη επιπλέον προσώπων, χάρη στην επέκταση της μερικής απασχολήσεως σε σύγκριση με τη μέχρι τούδε επικρατούσα πλήρη απασχόληση, ενώ κατ' αρχήν παραμένει σταθερός ο αριθμός των οργανικών θέσεων, χα καταστήσει αναγκαία την επιβάρυνση των μερικώς απασχολουμένων με τα επιπλέον αυτά έξοδα, ώστε να μειώνεται υπερβολικά το ποσοστό της συντάξεως τους, όπως προέβλεπε το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη και τρίτη ημιπερίοδος, του BeamtVG (νόμου περί συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων), όπως ίσχυε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1991;
9.
Είναι εύλογος ο αναγκαίος συνυπολογισμός των εξόδων αυτών (ερώτημα 8), αν το βάρος των προσθέτων εξόδων της διοικήσεως προσωπικού επιβαρύνει μόνο όσους εργάζονταν παλαιότερα με μειωμένο ωράριο, και επομένως κυρίως γυναίκες, καίτοι η διεύρυνση των δυνατοτήτων μερικής απασχολήσεως κατά τον χρόνο της νέας νομοθετικής της ρυθμίσεως αποσκοπούσε κυρίως στη μείωση της γενικής ανεργίας με τη μερική μείωση του πλήθους των υποψηφίων, αχδρών και γυναικών, για θέσεις δημοσίων υπαλλήλων;»
Στην υπόθεση C-5/02
«10.
Αποκλείει το πρωτόκολλο του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ ως μέρος της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως του 1992 (EE L 191, σ. 3) κατά τρόπο απόλυτο την εξέταση των λεπτομερειών για τον υπολογισμό του χρόνου απασχολήσεως πριν από τις 17 Μαΐου 1990 βάσει του άρθρου 141, παράγραφοι 1 και 2 ΕΚ και του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ; Ισχύει ο αποκλεισμός της εξετάσεως ακόμη και σε περίπτωση που έγιναν μετά από τις 17 Μαΐου 1990 τροποποιήσεις όσον αφορά τον υπολογισμό του χρόνου απασχολήσεως, οι οποίες είχαν παραλειφθεί πριν από τις 17 Μαΐου 1990, και οι οποίες ωστόσο πληρούν μόνον εν μέρει τις προϋποθέσεις του άρθρου 119 ΕΚ και αρνούνται μια κατά τρόπο συγκρίσιμο ευνοϊκή προσαρμογή για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων;
11.
Είναι κρίσιμη για τη λήψη υπόψη της ημερομηνίας της 17ης Μαΐου 1990 κατά την έκδοση νόμων η ημέρα της δημοσιεύσεως από το επίσημο αρμόδιο για τη δημοσίευση όργανο ή είναι κρίσιμο, συναφώς, το πέρας των διαβουλεύσεων στα νομοθετικά όργανα, και δη ακόμη και όταν απαιτείται επίσης η έγκριση της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως;»
Η διαδικασία ενώπιον τον Δικαστηρίου
47.
Με διάταξη της 8ης Φεβρουαρίου 2002 ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε τη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, η Schönheit (υπόθεση C-4/02) και η Becker (υπόθεση C-5/02), η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις 6 Μαρτίου 2003 έλαβε χώρα συζήτηση, κατά την οποία η Becker και η Επιτροπή ανέπτυξαν περαιτέρω τις απόψεις τους.
IV — Εκτίμηση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
48.
Τα ερωτήματα αυτά αφορούν τη γερμανική συνταξιοδοτική νομοθεσία για τους δημοσίους υπαλλήλους, ιδίως την προβλεπόμενη από τη νομοθεσία αυτή μείωση της συντάξεως για τους δημοσίους υπαλλήλους που εργάζονται με μειωμένο ωράριο.
49.
Πριν εξετάσω τα ερωτήματα, θεωρώ εύλογο να επισημάνω τις πρακτικές επιπτώσεις της γερμανικής ρυθμίσεως, όπως αυτή λειτουργούσε στο παρελθόν, όπως λειτουργούσε με τη μείωση και όπως λειτουργεί σήμερα. Έστω και αν εναπόκειται στο γερμανικό δικαστήριο, ως δικαστήριο της ουσίας, να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει τη ρύθμιση αυτή, επιθυμώ, για να είναι κατανοητές οι επόμενες παρατηρήσεις, να ασχοληθώ εν συντομία με το ζήτημα αυτό.
50.
Αρχικά — μέχρι τέλους του 1991 — η ρύθμιση αυτή χαρακτηριζόταν από μια φθίνουσα κλίμακα αυξήσεως, με ελάχιστο ποσοστό 35 % για τα πρώτα δέκα έτη, αύξηση 2 % ανά έτος για τα επόμενα δεκαπέντε έτη και περαιτέρω αύξηση 1 % για τα υπόλοιπα έτη υπηρεσίας, μέχρι συμπληρώσεως ενός ανωτάτου ποσοστού 75 %.
51.
Αυτή η φθίνουσα κλίμακα αυξήσεως αντικαταστάθηκε από το 1992 με μία γραμμική κλίμακα, υπολογιζόμενη επί 40ετούς χρόνου υπηρεσίας, σύμφωνα με την οποία το ποσό της συντάξεως ανέρχεται για κάθε έτος συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας στο 1,875 %, με ανώτατο όριο το 75 %.
52.
Σύμφωνα με το άρθρο 6, του BeamtVG, τα διαστήματα μερικής απασχολήσεως κατά τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας λαμβάνονταν και λαμβάνονται υπόψη. Ένας υπάλληλος, ο οποίος εργαζόταν π.χ. επί 30 έτη με μειωμένο ωράριο, έχει επομένως 15 συντάξιμα έτη υπηρεσίας.
53.
Η επίδικη μείωση της συντάξεως θεσπίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η θέσπιση της συνδέεται με την επέκταση των δυνατοτήτων μερικής απασχολήσεως για τους δημοσίους υπαλλήλους για λόγους σχετιζόμενους με την πολιτική της αγοράς εργασίας. Η μερική απασχόληση ελήφθη αρχικά υπόψη με το να μειώνεται κατά 0,5 % το ποσό της συντάξεως κατ' αποκοπήν για κάθε έτος μερικής απασχολήσεως. Το 1984 θεσπίστηκε η μείωση της συντάξεως και για περιπτώσεις αδείας άνευ αποδοχών και μειώσεως του χρόνου εργασίας για λόγους οικογενειακής πολιτικής και για λόγους της κανονιστικής διατάξεως για τη χορήγηση εξαιρετικών αδειών (Τοξδεσφσμαφβτ-χεσοσδξφξη). Συγχρόνως η μείωση κατ' αποκοπήν αντικαταστάθηκε από αναλογική μείωση της συντάξεως. Εφαρμόστηκε εν προκειμένω ο ακόλουθος τύπος: (πραγματικός χρόνος υπηρεσίας + πλασματικό χρόνο υπηρεσίας x πλασματικό ποσοστό συντάξεως). Η διαφορά μεταξύ του πλασματικού ποσοστού συντάξεως και του υπολογισμού της συντάξεως βάσει του τύπου αυτού αποτελεί τη μείωση της συντάξεως. Σε κάθε περίπτωση το ποσό της συντάξεως μετά τη μείωση αυτή δεν μπορεί να υπολείπεται του 35 %.
54.
Από τις πηγές που αναφέρονται στις αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η θέσπιση της μειώσεως της συντάξεως αποσκοπούσε κυρίως στην κάλυψη των εξόδων, που συνδέονται με την μεγαλύτερη προσφορά μερικής απασχολήσεως και τη συνακόλουθη δαπάνη διοικήσεως προσωπικού.
55.
Όπως προαναφέρθηκε, με τον πέμπτο τροποποιητικό νόμο του 1990 αντικαταστάθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1992 η φθίνουσα συνταξιοδοτική κλίμακα του άρθρου 14 του BeamtVG με μια γραμμική συνταξιοδοτική κλίμακα. Συγχρόνως καταργήθηκε η μείωση της συντάξεως που είχε δεχθεί οξεία κριτική. Λόγω της μεταβάσεως από μια φθίνουσα σε μια γραμμική κλίμακα, ήταν απαραίτητο να προβλεφθεί μεταβατική ρύθμιση για τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν ήδη προ της 31ης Δεκεμβρίου 1991. Η ρύθμιση αυτή θεσπίστηκε με το άρθρο 85, του BeamtVG.
56.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, για τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν ήδη στις 31 Δεκεμβρίου 1991 εξακολουθεί να ισχύει το ποσοστό της συντάξεως που συμπληρώθηκε μέχρι το χρονικό αυτό σημείο. Για τον οριστικό καθορισμό του ύψους της συντάξεως των υπαλλήλων που υπηρετούσαν ήδη προ της 31ης Δεκεμβρίου 1991 πρέπει να γίνουν ορισμένοι συγκριτικοί υπολογισμοί
57.
Αρχικά χωρεί υπολογισμός βάσει της νέας νομοθεσίας. Ως αφετηρία λαμβάνεται ο πραγματικός χρόνος υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των περιόδων μερικής απασχολήσεως, και πολλαπλασιάζεται με τον συντελεστή 1,875 %.
58.
Στη συνέχεια ακολουθεί δεύτερος υπολογισμός, που στηρίζεται εν μέρει στη μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1991 ισχύσασα φθίνουσα κλίμακα κατά το πρόϊσχύσαν άρθρο 14, χωρίς όμως μείωση της συντάξεως, και εν μέρει — για τα συντάξιμα έτη υπηρεσίας μετά το χρονικό αυτό σημείο — στη νέα νομοθεσία. Αν το αποτέλεσμα του υπολογισμού αυτού είναι μεγαλύτερο, ισχύει το αποτέλεσμα αυτό. Το ύψος του προκύπτοντος αυτού ποσού περιορίζεται όμως — για τους δημοσίους υπαλλήλους που εργάζονται με μειωμένο ωράριο — με τον τρίτο συγκριτικό υπολογισμό (άρθρο 85, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του BeamtVG).
59.
Στον τρίτο υπολογισμό λαμβάνεται υπόψη η εφαρμοζόμενη κατά την προ-ϊσχύσασα νομοθεσία μείωση της συντάξεως. Αρχικά υπολογίζεται η πλασματική σύνταξη, ως εάν υπήρχε πλήρης απασχόληση καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου υπηρεσίας. Στη συνέχεια υπολογίζεται το ποσοστό της συντάξεως σε σχέση με τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας.
60.
Το ακόλουθο παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό. Ας υποτεθεί ότι ένας δημόσιος υπάλληλος εργάσθηκε επί 30 έτη με μειωμένο ωράριο. Στην περίπτωση αυτή η πλασματική του σύνταξη (ως εάν εργαζόταν 30 έτη με πλήρες ωράριο) ανέρχεται: για τα πρώτα 10 έτη στο 35 %, για το 11ο έως 25ο έτος (15 x 2 %) στο 30 % και για το 26ο έως το 30ο έτος (5 x 1 %) στο 5 %, συνολικά δηλαδή στο 70%.
61.
Με την εφαρμογή της μειώσεως της συντάξεως προκύπτει σύνταξη ανερχόμενη στο (70 % x 15/30) 35 %.
62.
Εάν δεν εφαρμοζόταν η μείωση της συντάξεως και η σύνταξη υπολογιζόταν μόνο βάσει του άρθρου 6 του BeamtVG, θα προέκυπταν 15 έτη πλήρους απασχολήσεως και συνεπώς απαίτηση ανερχόμενη στο 45 % (35 % για τα πρώτα 10 έτη, 2 % για τα υπόλοιπα έτη).
63.
Ένας υπάλληλος, που εργάστηκε δεκαπέντε έτη με πλήρες ωράριο, θα είχε και αυτός απαίτηση για ποσοστό συντάξεως ανερχόμενο σε 45 %.
64.
Συνοπτικά, επισημαίνεται ότι η εργασία με μειωμένο ωράριο λαμβάνεται με δύο τρόπους υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως. Αρχικά, κατά τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών υπηρεσίας και στη συνέχεια με την επίδικη εν προκειμένω μείωση της συντάξεως.
65.
Τα τρίτο έως και ένατο ερωτήματα αφορούν κυρίως τις προϋποθέσεις για τη δικαιολόγηση της προβαλλόμενης έμμεσης διάκρισης που προκαλεί αυτή η μείωση της συντάξεως. Τα ερωτήματα αυτά θα εξετασθούν στη συνέχεια από κοινού.
66.
Τα δύο πρώτα ερωτήματα αφορούν ιδίως το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο. Στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως το αιτούν δικαστήριο διατύπωσε την άποψη ότι η γερμανική συνταξιοδοτική νομοθεσία για τους δημοσίους υπαλλήλους εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι για την κρίση σχετικά με τη δυσμενή μεταχείριση σε βάρος των γυναικών λόγω της μειώσεως της συντάξεως δεν είναι κρίσιμο το αν οι γερμανικές συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων θεωρηθούν ότι δεν εμπίπτουν στην émmoia της αμοιβής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 141 ΕΚ), αλλά θεωρηθούν ως σύστημα εκ του νόμου για την προστασία από τους κινδύνους του γήρατος κατά την émmoia του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/7. Στην περίπτωση αυτή θα συνέτρεχε περίπτωση απαγορευμένης δυσμενούς διακρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Το ίδιο θα ίσχυε αν εφαρμοζόταν στη συνταξιοδοτική ρύθμιση η οδηγία 86/378, διότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής απαγορεύει τις έμμεσες και άμεσες διακρίσεις που βασίζονται στο φύλο, μεταξύ άλλων κατά τον υπολογισμό των παροχών.
67.
Τέλος το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε, στην υπόθεση C-5/02, δύο ακόμη ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του καλούμενου πρωτοκόλλου Barber.
Τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα στις υποθέσεις C-4/02 και C-5/02
68.
Κατά την άποψη των δύο προσφευγουσών της κύριας δίκης, της Γερμανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, η χορήγηση συντάξεως κατά τον Beamtenversorgungsgesetz εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 141 ΕΚ. Γίνεται σχετικά επίκληση των αποφάσεων Gerster ( 7 ), Beune ( 8 ), Griesmar ( 9 ) και Εβρενόπουλος ( 10 ).
69.
Η Επιτροπή και η Γερμανικά Κυβέρνηση υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η οδηγία 79/7 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω. Η σύνταξη κατά τον Beamtenversorgungsgesetz δεν αποτελεί σύνταξη γήρατος στο πλαίσιο νομικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας αυτής.
70.
Σχετικά με την οδηγία 86/378, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η οδηγία αυτή δεν μπορεί να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ. Κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στο γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα για τους δημοσίους υπαλλήλους, διότι το σύστημα αυτό εμπίπτει στον ορισμό της έννοιας του επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης του άρθρου 2 της οδηγίας. Μπορεί βέβαια η εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της οδηγίας αυτής να αποκλείεται λόγω της ιδιαιτερότητας των σχέσεων εργασίας δημοσίου δικαίου, στις διατάξεις όμως αυτές δεν ανήκει η απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 5 της οδηγίας 86/378.
71.
Η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι η εξαιρετική διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο η', της οδηγίας 86/378 δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω. Στο πλαίσιο αυτό, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η μείωση της συντάξεως για υπαλλήλους που απασχολήθηκαν στο παρελθόν με μειωμένο ωράριο δεν στηρίζεται σε αναλογιστικά στοιχεία υπολογισμού κατά την έννοια του άρθρου αυτού, αλλά προκύπτει από τις γερμανικές συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις για δημοσίους υπαλλήλους.
Εκτίμηση
72.
Συμμερίζομαι τις κατ' ουσίαν σύμφωνες απόψεις των προσφευγουσών της κύριας δίκης, της Επιτροπής και της Γερμανικής Κυβερνήσεως. Κατά την άποψη μου, είναι αναμφισβήτητο ότι το γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως για τους δημοσίους υπαλλήλους εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ. Αυτό επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες αποφάσεις για το ολλανδικό, το γαλλικό και το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα των δημοσίων υπαλλήλων και τελευταία, με την απόφαση Niemi ( 11 ), και για τη φινλανδική συνταξιοδοτική ρύθμιση για τους δημοσίους υπαλλήλους. Από τη νομολογία προκύπτει ότι κρίσιμο για την, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, ένταξη ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως είναι το κριτήριο του κατά πόσον η σύνταξη καταβάλλεται στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας του με τον πρώην εργοδότη του, δηλαδή το συναγόμενο από τη διατύπωση του άρθρου 141 ΕΚ κριτήριο της σχέσεως εργασίας. Η εν λόγω γερμανική ρύθμιση κοινωνικής ασφαλίσεως πληροί το κριτήριο αυτό. Η ρύθμιση αυτή ισχύει για ιδιαίτερη ομάδα εργαζομένων, οι παροχές καθορίζονται ανάλογα με τον χρόνο υπηρεσίας του δικαιούχου και στηρίζονται στις τελευταίες αποδοχές. Έτσι, εξασφαλίζεται ο σύνδεσμος μεταξύ της παρεχομένης συντάξεως γήρατος και της σχέσεως εργασίας. Δεδομένου ότι οι εν λόγω παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως δεν αποτελούν παροχές στο πλαίσιο εκ του νόμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν εφαρμόζεται επ' αυτών η οδηγία 97/7.
73.
Περαιτέρω, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι η περιεχόμενη στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα αναφορά στερείται νοήματος, δεδομένου ότι η οδηγία αυτή δεν μπορεί να περιορίσει την έκταση εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ, όπως ρητά — στην πραγματικότητα ως εκ περισσού — έκρινε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Beune (σκέψη 64).
74.
Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα μπορεί να είναι πολύ σύντομη. Όπως ανέφερε η Γερμανική Κυβέρνηση, η επίδικη στην κύρια δίκη μείωση συντάξεως δεν στηρίζεται σε αναλογιστικά στοιχεία υπολογισμού κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο η', της οδηγίας 86/378. Δεν μπορεί συνεπώς να συναχθεί από τη διάταξη αυτή επιχείρημα για να δικαιολογηθεί το διαφορετικό ύψος των παροχών.
Το τρίτο έως και το ένατο προδικαστικό ερώτημα
75.
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν η μείωση της συντάξεως θίγει περισσότερο τις γυναίκες — όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο —, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι η μείωση της συντάξεως για υπαλλήλους που εργάσθηκαν στο παρελθόν με μειωμένο ωράριο συνιστά δυσμενή διάκριση, διότι η μείωση αυτή δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους μη σχετιζόμενους με το φύλο.
76.
Οι προϋποθέσεις για τη δικαιολόγηση έμμεσης διάκρισης λόγω φύλου, όπως καθορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/80, ισχύουν ανεξάρτητα από την κατανομή του βάρους αποδείξεως και ανεξάρτητα από το αν στην εθνική δίκη ισχύει το ανακριτικό ή το συζητητικό σύστημα. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/80 συνοψίζει δηλαδή απλώς τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις έμμεσες διακρίσεις, που ισχύει ανεξάρτητα από τη ρύθμιση του βάρους αποδείξεως ή το είδος του εθνικού δικονομικού συστήματος.
77.
Πέραν αυτού, για τη δικαιολόγηση μιας έμμεσης διάκρισης προσφέρονται και άλλοι λόγοι, πλέον αυτών που αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου. Αυτό συνάγεται από την απόφαση Finalarte ( 12 ). Το αιτούν δικαστήριο θα έπρεπε συνεπώς να εξετάσει επίσης κατά πόσον συντρέχουν άλλοι δικαιολογητικοί λόγοι.
78.
Από τις εθνικές διατάξεις μπορεί να συναχθεί ότι η μείωση της συντάξεως· αποτελούσε έναν ενυπάρχοντα στο σύστημα διορθωτικό μηχανισμό, προς αποφυγή της στηριζόμενης στην προϊσχύσασα φθίνουσα συνταξιοδοτική κλίμακα ευνοϊκής μεταχειρίσεως των υπαλλήλων που εργάζονται με μειωμένο ωράριο.
79.
Η μείωση της συντάξεως δικαιολογείται συνεπώς αντικειμενικά από το γεγονός ότι ο εθνικός νομοθέτης κατά τη θέσπιση της επέλεξε, αντί ενός ανελαστικού συστήματος μειώσεως, έναν ατομικό τύπο υπολογισμού, που αντικατοπτρίζει τη σχέση μεταξύ του πράγματι συμπληρωθέντος συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας και του χρόνου που θα είχε συμπληρωθεί ως συντάξιμος χρόνος υπηρεσίας χωρίς την απαλλαγή. Σύμφωνα με αυτόν τον τύπο υπολογισμού, η μείωση της συντάξεως (σε περίπτωση μερικής απασχολήσεως ή αδείας) είναι τόσο μικρότερη, όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο υπάλληλος εργάσθηκε με πλήρες ωράριο.
80.
Περαιτέρω, η αναχρηματοδότηση των πρόσθετων εξόδων διοικήσεως προσωπικού, που ανέκυψαν λόγω της αυξήσεως των δυνατοτήτων μερικής απασχολήσεως, δεν υπήρξε κρίσιμη για τη θέσπιση της μειώσεως της συντάξεως η μείωση αυτή εξυπηρέτησε περισσότερο την εξασφάλιση της εσωτερικής δικαιοσύνης του συστήματος της γερμανικής συνταξιοδοτικής νομοθεσίας για τους δημοσίους υπαλλήλους.
81.
Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι η μείωση της συντάξεως οδηγεί σε χαμηλότερη σύνταξη — στην περίπτωση τους περίπου 5 % — σε σχέση με υπάλληλο εργαζόμενο με πλήρες ωράριο, ο οποίος συμπλήρωσε ισάριθμα συντάξιμα έτη υπηρεσίας. Η μείωση θίγει ιδίως τις γυναίκες, διότι στο γερμανικό Δημόσιο εργάζονται με μειωμένο ωράριο κυρίως γυναίκες. Αυτό δεν αμφισβητείται· καθοριστική θα ήταν συνεπώς η ύπαρξη ενός αντικειμενικού δικαιολογητικού λόγου.
82.
Τέτοιος αντικειμενικός δικαιολογητικός λόγος δεν υπάρχει. Το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως περί ευνοϊκής μεταχειρίσεως δεν ευσταθεί Μόνον υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη πλεονεκτήματος. Πρακτικά όμως αυτό είναι αμελητέο. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον κανόνα του 35 % της παλιάς φθίνουσας συνταξιοδοτικής κλίμακας, ο μερικώς απασχολούμενος υπάλληλος εδι-καιούτο στα πρώτα δέκα έτη το ίδιο ακριβώς ποσοστό συντάξεως όπως και ο πλήρως απασχολούμενος υπάλληλος, αυτό δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ευνοϊκό για τον μερικώς απασχολούμενο υπάλληλο. Εάν ο ίδιος μερικώς απασχολούμενος υπάλληλος εργαζόταν με μειωμένο ωράριο για δέκα ακόμη έτη, το πλεονέκτημα αυτό θα μειωνόταν σημαντικά, διότι κατά τον υπολογισμό θα λαμβανόταν υπόψη μόνον η απασχόληση του με μειωμένο ωράριο. Συνεπώς, μετά είκοσι έτη θα εδικαιούτο ακόμη μόνον 35 %, ενώ ο πλήρως απασχολούμενος υπάλληλος θα έφθανε το 55 %. Πέραν αυτού, ο πλήρως απασχολούμενος, εάν εγκατέλειπε την υπηρεσία μετά πέντε έτη, θα επωφελείτο και πάλι του κανόνα του 35 %.
83.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 85, του BeamtVG, σε συνδυασμό με το προϊσχύσαν άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη ημιπερίοδος, στοιχειοθετεί έμμεση διάκριση λόγω φύλου, διότι, λόγω της ρυθμίσεως αυτής, θίγονται, κατά τον υπολογισμό της συντάξεως, περισσότερες γυναίκες απ' ό, τι άνδρες από τη μείωση της συντάξεως και η μείωση αυτή οδηγεί σε μεγαλύτερη ελάττωση της συντάξεως για τους μερικώς απασχολούμενους υπαλλήλους απ' ό, τι θα συνέβαινε αν ίσχυε ρύθμιση αναλογική προς τον χρόνο υπηρεσίας.
84.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η θέσπιση της μειώσεως της συντάξεως οφείλεται σε εκτιμήσεις σχετιζόμενες με τις δαπάνες. Επικαλούμενη την απόφαση Roks ( 13 ), υποστηρίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να μειώνουν τις κοινωνικές τους παροχές για λόγους αναγόμενους στον προϋπολογισμό, πρέπει όμως να μην το πράττουν κατά τρόπο αντίθετο στο κοινοτικό δίκαιο. Μια εθνική ρύθμιση, που θεσπίστηκε μόνο για λόγους αναγόμενους στον προϋπολογισμό και οδηγεί σε άνιση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, προσκρούει στο άρθρο 141 ΕΚ.
85.
Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η θέσπιση της μειώσεως της συντάξεως ήταν απαραίτητη για τη διόρθωση της ρυθμίσεως του 35 %. Δεν δικαιολογείται όμως η εφαρμογή της μειώσεως αυτής μόνον επί των μερικώς απασχολουμένων υπαλλήλων.
86.
Το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει να λαμβάνουν οι μερικώς απασχολούμενοι συνταξιοδοτικές παροχές μόνον pro rata temporis. Είναι όμως αντίθετο προς ένα μέτρο όπως η μείωση της συντάξεως, που οδηγεί σε δυσανάλογη μείωση του ποσού της συντάξεως και συνιστά συνεπώς δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.
Εκτίμηση
87.
Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 141 ΕΚ απαγορεύει όχι μόνον τις άμεσες διακρίσεις λόγω φύλου, αλλά και τις έμμεσες. Έμμεση διάκριση υφίσταται όταν μία (εθνική) διάταξη ή ρύθμιση είναι μεν ουδέτερα διατυπωμένη, θίγει όμως στην πραγματικότητα σημαντικά περισσότερες γυναίκες απ' ό, τι άνδρες, εκτός εάν η διαφορετική αυτή μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, μη σχετιζόμενους με διάκριση λόγω φύλου.
88.
Στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 85, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του BeamtVG, σε συνδυασμό με το προ-ϊσχύσαν άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη ημιπερίοδος, του BeamtVG, έχει διατύπωση ουδέτερη ως προς το φύλο. Παρ' όλ' αυτά, μπορεί να υφίσταται διάκριση, εάν προκύψει ότι η ρύθμιση αυτή θίγει σημαντικά περισσότερες γυναίκες απ' ό, τι άνδρες.
89.
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, σύμφωνα με τις στατιστικές, με μειωμένο ωράριο εργάζονται σημαντικά περισσότερες γυναίκες απ' ό, τι άνδρες, με αποτέλεσμα και η μείωση της συντάξεως να θίγει ιδίως τις γυναίκες υπαλλήλους. Εκ πρώτης όψεως συνεπώς φαίνεται να υφίσταται έμμεση διάκριση.
90.
Αν αυτό συμβαίνει πράγματι, θα πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατά πόσον συντρέχουν αντικειμενικοί δικαιολογητικοί λόγοι, μη σχετιζόμενοι με διάκριση λόγω φύλου.
91.
Τέλος, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει την ύπαρξη τέτοιων αντικειμενικών παραγόντων στη συγκεκριμένη υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του. Παρ' όλ' αυτά, το Δικαστήριο μπορεί, με βάση τη δικογραφία της κύριας δίκης και τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που του υποβλήθηκαν από τους διαδίκους, να παράσχει στοιχεία που θα επιτρέψουν στο εθνικό δικαστήριο να εκδώσει την απόφαση του ( 14 ).
92.
Κατά πάγια νομολογία στο κράτος μέλος απόκειται, υπό την ιδιότητά του ως νομοθέτη του κανόνα που τεκμαίρεται ότι εισάγει διακρίσεις, να αποδείξει ότι ο εν λόγω κανόνας εξυπηρετεί θεμιτό στόχο και ότι τα επιλεγέντα μέσα είναι απαραίτητα και πρόσφορα για την υλοποίηση του στόχου αυτού. Η νομολογία του Δικαστηρίου αφήνει στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τα απαραίτητα μέτρα για την επιδίωξη στόχων κοινωνικής πολιτικής και πολιτικής της απασχόλησης ( 15 ). Το περιθώριο όμως αυτό περιορίζεται στο μέτρο που δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί κενή περιεχομένου η εφαρμογή μιας θεμελιώδους αρχής του κοινοτικού δικαίου όπως είναι αυτή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων ανδρών και των εργαζομένων γυναικών ( 16 ).
93.
Από τις επίσημες πηγές που αναφέρονται στην αίχηοη για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η μείωση της συντάξεως θεσπίστηκε για λόγους αναγόμενους στον προϋπολογισμό. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, καίτοι θεωρήσεις αναγόμενες στον προϋπολογισμό μπορούν να αποτελούν το έρεισμα μιας τέτοιας πολιτικής αποφάσεως, δεν συνιστούν πάντως, αυτές καθαυτές, σκοπό επιδιωκόμενο με την πολιτική αυτή και, επομένως, δεν μπορούν να δικαιολογούν διάκριση σε βάρος ενός από τα δύο φύλα ( 17 ).
94.
Εφόσον αποδειχθεί ότι η μείωση της συντάξεως θεσπίστηκε με μοναδικό σκοπό την εξοικονόμηση χρημάτων, αυτό δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να χρησιμεύσει ως δικαιολογητικός λόγος.
95.
Η Γερμανική Κυβέρνηση, επικαλούμενη τη νομολογία του Bundesverwaltungsgericht, επικαλέστηκε όμως επίσης ότι η μείωση της συντάξεως αποσκοπούσε στη διόρθωση της σχετικά ευνοϊκότερης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων που δεν εργάζονταν με πλήρες ωράριο, η οποία βασιζόταν στις προϊσχύουσες φθίνουσες κλίμακες του πίνακα για τον υπολογισμό της συντάξεως. Αυτή η ευνοϊκότερη μεταχείριση δεν μπορούσε να αποφευχθεί με τον υπολογισμό της μερικής απασχολήσεως αποκλειστικά βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του BeamtVG. Για τον λόγο αυτό το μέτρο είναι δικαιολογημένο.
96.
Έστω και αν ο λόγος αυτός δεν τεκμηριώνεται ρητά από την ιστορία θεσπίσεως της διατάξεως που αφορά τη μείωση της συντάξεως, η καθιέρωση ενός τέτοιου διορθωτικού μηχανισμού μπορεί να είναι θεμιτή. Το ερώτημα πάντως είναι κατά πόσον η διάταξη αυτή είναι απαραίτητη και κατάλληλη.
97.
Κατ' αρχάς πρέπει να επισημανθεί ότι απλοί γενικοί ισχυρισμοί, σύμφωνα με τους οποίους η επίδικη στην κύρια δίκη μείωση της συντάξεως επιτελεί διορθωτική λειτουργία, δεν αρκούν για να αποδειχθεί ότι η μείωση αυτή δεν σχετίζεται με διάκριση λόγω φύλου· επίσης δεν παρέχουν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει κατά τρόπο αξιόπιστο κατά πόσον τα μέσα που επελέγησαν ήταν ενδεδειγμένα για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
98.
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι το ελάχιστο ποσοστό του 35 %, όπως ίσχυε σύμφωνα με τη φθίνουσα κλίμακα, μπορούσε βέβαια, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να οδηγήσει σε ευνοϊκή μεταχείριση των μερικώς απασχολουμένων υπαλλήλων, αυτό όμως ισχύει και για υπαλλήλους που εργάζονταν πάντοτε με πλήρες ωράριο. Η μείωση της συντάξεως καθιερώθηκε όμως μόνο για τη μερική απασχόληση.
99.
Η δυσαναλογία της μειώσεως πιστοποιείται από απλούς υπολογισμούς, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το αναφερόμενο στα σημεία 58 έως 63 παράδειγμα.
100.
Στην πράξη η καθιέρωση μειώσεως της συντάξεως για τη μερική απασχόληση εξομοιώνεται με ένα είδος πρόωρης καθιερώσεως της νυν ισχύουσας σε 40ετή χρόνο υπηρεσίας εκτεινομένης γραμμικής ρυθμίσεως ( 18 ). Εν τούτοις αυτό οδήγησε σε διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων που εργάζονται με μειωμένο ωράριο έναντι εκείνων που εργάζονται με πλήρες ωράριο. Η σύνταξη τους, επί ισάριθμων συνταξίμων ετών υπηρεσίας, είναι δηλαδή διαφορετική ( 19 ).
101.
Αυτή η μείωση της συντάξεως καταργήθηκε βέβαια το 1992, με τη θέσπιση της γραμμικής μεθόδου υπολογισμού, εξακολουθεί όμως να ισχύει, βάσει της μεταβατικής ρυθμίσεως, για υπαλλήλους που διήνυσαν ένα τμήμα του χρόνου υπηρεσίας τους εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο. Οι υπάλληλοι αυτοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την εν λόγω μείωση και βρίσκονται, με τον τρόπο αυτό, σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με υπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει ισάριθμα συντάξιμα έτη υπηρεσίας και υπηρέτησαν και αυτοί προ της 31ης Δεκεμβρίου 1991, με πλήρες όμως ωράριο.
102.
Όπως υποστήριξε και η Επιτροπή, το κοινοτικό δίκαιο δεν είναι αντίθετο στη χορήγηση συντάξεως βάσει υπολογισμού αναλόγου προς τον χρόνο υπηρεσίας στην περίπτωση μερικής απασχολήσεως ( 20 ). Μια τέτοια μείωση ανάλογη του χρόνου υπηρεσίας προβλέπεται στο άρθρο 6, του BeamtVG. Η εφαρμογή του προϊσχύσαντος άρθρου 14, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη ημιπερίοδος, του BeamtVG εξακολουθεί όμως να οδηγεί σε πρόσθετη μείωση της συντάξεως. Όταν εκτός από τη λήψη υπόψη της μερικής απασχολήσεως κατά τον υπολογισμό του αριθμού των συνταξίμων ετών λαμβάνει χώρα και πρόσθετη — δυσανάλογη — μείωση της συντάξεως, υφίσταται έμμεση διάκριση λόγω φύλου, μη δυνάμενη να δικαιολογηθεί λόγω του μειωμένου χρόνου εργασίας ή της ανάγκης να διορθωθεί η υποτιθέμενη ευνοϊκή μεταχείριση των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο.
Το δέκατο και το ενδέκατο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-5/02
103.
Τα ερωτήματα αυτά αφορούν το πρωτόκολλο Barber. Με τα ερωτήματα αυτά το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις σχετικά με το κατά πόσον — αντίθετα προς το πρωτόκολλο αυτό — μπορεί να προ-σμετράται χρόνος απασχολήσεως που συμπληρώθηκε πριν τη δημοσίευση της αποφάσεως Barber στις 17 Μαΐου 1990, όταν μετά τις 17 Μαΐου 1990 έλαβαν χώρα τροποποιήσεις των διατάξεων που ισχύουν για τις περιόδους απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν πριν από το χρονικό αυτό σημείο, οι τροποποιήσεις όμως αυτές δεν εξάλειψαν την άνιση μεταχείριση για ορισμένη ομάδα.
104.
Στο πλαίσιο αυτό το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι το πρωτόκολλο αυτό στηρίζεται στην απόφαση Barber, με την οποία το Δικαστήριο περιόρισε χρονικά τα αποτελέσματα της εν λόγω αποφάσεως. Στον περιορισμό αυτό οδηγήθηκε το Δικαστήριο κυρίως για λόγους προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι ήταν γνωστά στον νομοθέτη τα αποτελέσματα της μειώσεως της συντάξεως που δημιουργούσαν δυσμενείς διακρίσεις και, παρ' όλ' αυτά, ο νομοθέτης προχώρησε σε τροποποίηση που διατήρησε τα αποτελέσματα αυτά σε ορισμένες περιπτώσεις.
105.
Στις γραπτές παρατηρήσεις της η Επιτροπή υποστήριξε ότι το Δικαστήριο, προβαίνοντας σε χρονικό περιορισμό, δεν έλαβε υπόψη μόνον τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, αλλά και το να λαμβάνονται αναδρομικώς υπόψη αξιώσεις θα διατάρασσε την οικονομική ισορροπία μιας σειράς συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η αξίωση για ίση μεταχείριση δεν μπορούσε να επεκταθεί σε περιόδους προ της 17ης Μαΐου 1990.
106.
Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή και ο πληρεξούσιος της Becker επισήμαναν ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της προκειμένης υποθέσεως και της υποθέσεως Barber. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προαναφερθείσα υπόθεση αφορούσε ρύθμιση που υφίστατο ήδη επί δεκαετίες, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η μείωση της συντάξεως διατηρήθηκε με τον πέμπτο τροποποιητικό νόμο του 1990 για συνταξιοδοτικές αξιώσεις που είχαν γεννηθεί πριν από τη θέση του νόμου σε ισχύ. Ενώ πριν από την απόφαση Barber τα κράτη μέλη θα μπορούσαν εύλογα να θεωρήσουν ότι το άρθρο 141 ΕΚ δεν εφαρμόζεται σε συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, αυτό δεν μπορεί πλέον να υποστηριχθεί για τον μετέπειτα, δηλαδή μετά τις 17 Μαΐου 1990, χρόνο. Ο τροποποιητικός νόμος δημοσιεύτηκε μερικές ημέρες αργότερα, συγκεκριμένα στις 28 Μαΐου 1990. Υπό στενή έννοια, η Γερμανία δεν μπορεί να επικαλεστεί το πρωτόκολλο Barber σε σχέση με την εφαρμοζόμενη στην περίπτωση της Becker μείωση της συντάξεως. Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να αναπτύξει αποτελέσματα στην προκειμένη περίπτωση, πέραν δε αυτού, η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν απαιτεί τη διατήρηση της μειώσεως για τα προηγούμενα χρονικά διαστήματα.
107.
Και η Becker υποστηρίζει ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλεστεί την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, διότι ο νομοθέτης — όπως δέχεται και το αιτούν δικαστήριο — γνώριζε την έμμεση δυσμενή διάκριση. Πέραν αυτού, οι οικονομικές συνέπειες της μη εφαρμογής της αντίθετης προς το άρθρο 141 ΕΚ μειώσεως της συντάξεως θα ήταν μικρές. Η Becker υποστηρίζει, τέλος, ότι δεν μπορούσε να στραφεί νωρίτερα κατά της μειώσεως της συντάξεως που διατηρήθηκε με τη μεταβατική ρύθμιση. Αυτό κατέστη δυνατό μόνο με την έκδοση οριστικής αποφάσεως για το ύψος της συντάξεως, διότι η προληπτική προσφυγή δεν είναι παραδεκτή στο γερμανικό δίκαιο.
Εκτίμηση
108.
Η άποψη της Επιτροπής και της Becker δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο κείμενο του πρωτοκόλλου, ούτε στην ιστορία θεσπίσεως του, ούτε στη νομολογία του Δικαστηρίου.
109.
Το Δικαστήριο, με την απόφαση Barber, έκρινε ότι οι επαγγελματικές συντάξεις εμπίπτουν στην έννοια της αμοιβής του άρθρου 141 ΕΚ και συνεπώς κατά τη χορήγηση τέτοιων συντάξεων δεν επιτρέπεται διαφορετική μεταχείριση λόγω φύλου. Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη και οι ενδιαφερόμενοι, κατά το χρονικό εκείνο σημείο, δεν ήταν δυνατόν να έχουν ως αφετηρία μια τέτοια ερμηνεία και οι αναδρομικές οικονομικές αξιώσεις θα είχαν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις για τα συνταξιοδοτικά ταμεία, το Δικαστήριο περιόρισε χρονικά τα αποτελέσματα της ερμηνείας αυτής. Μεταγενέστερα, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η νομολογία αυτή ισχύει και για επικουρικές συντάξεις, συντάξεις επιζώντων, τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και τις συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων ( 21 ).
110.
Σ' αυτή τη νεώτερη νομολογία, το Δικαστήριο επισήμανε περαιτέρω ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα των συντάξεων αυτών παρά μόνον ως προς τις παροχές πού οφείλονται βάσει περιόδων απασχολήσεως που έχουν δίΕνυθεί μετά τις 17 Μαΐου 1990 ( 22 ), ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως Barber. Εξαίρεση προβλέπεται υπέρ των εργαζομένων ή των ελκόντων δικαιώματα από αυτούς οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, είχαν ασκήσει, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, ένδικη προσφυγή ή είχαν υποβάλει ισοδύναμη ένσταση. Το Δικαστήριο τήρησε αυστηρά το προαναφερθέν χρονικό σημείο και τη σχετική εξαίρεση. Η διατύπωση του πρωτοκόλλου Barber είναι, στο μέτρο αυτό, επίσης απολύτως σαφής. Και το πρωτόκολλο αυτό θεωρεί κρίσιμο το αναφερόμενο στην απόφαση Barber χρονικό σημείο. Εάν οι συμβαλλόμενοι είχαν θελήσει να προβλέψουν, για περιόδους απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν πριν από το χρονικό αυτό σημείο, εξαιρέσεις και για άλλους, πλην εκείνων που είχαν ήδη ασκήσει προσφυγή, θα μπορούσαν να το είχαν πράξει. Δεν δικαιολογείται συνεπώς εξαίρεση για την Becker, για τις περιόδους απασχολήσεως που συμπλήρωσε πριν τις 17 Μαΐου 1990.
V — Πρόταση
111.
Κατόπιν όλων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main:
—
Η σύνταξη γήρατος κατά τον Beamtenversorgungsgesetz εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ.
—
Το άρθρο 141 ΕΚ απαγορεύει εθνική ρύθμιση, όπως το άρθρο 85, παράγραφος 4, του BeamtVG σε συνδυασμό με το προϊσχύσαν άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη ημιπερίοδος, του BeamtVG, όταν η ρύθμιση αυτή, η οποία οδηγεί σε μεγαλύτερη μείωση της συντάξεως των υπαλλήλων που εργάζονται με μειωμένο ωράριο, απ' ό, τι θα συνέβαινε αν ίσχυε υπολογισμός ανάλόγος προς τον χρόνο υπηρεσίας, εφαρμόζεται, κατά τον υπολογισμό της συντάξεως, σε περισσότερες γυναίκες απ' ό, τι άνδρες.
—
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει επί των πραγματικών περιστατικών και να ερμηνεύσει το εσωτερικό δίκαιο, να διαπιστώσει αν και κατά πόσον μία νομοθετική ρύθμιση, η οποία εφαρμόζεται μεν ανεξάρτητα από το φύλο των εργαζομένων, κατ' αποτέλεσμα όμως αφορά σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών απ' ό, τι ανδρών, δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, μη σχετιζόμενους με διάκριση λόγω φύλου.
—
Σύμφωνα με το πρωτόκολλο περί του άρθρου 141 ΕΚ, η απαίτηση ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα των συντάξεων μπορεί να στηριχθεί στην άμεση ισχύ του άρθρου 141 ΕΚ μόνο για παροχές που οφείλονται για περιόδους απασχολήσεως μεταγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990, με την επιφύλαξη της εξαιρέσεως που προβλέπεται υπέρ των εργαζομένων ή των ελκόντων δικαιώματα από αυτούς οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, είχαν ασκήσει, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, προσφυγή ή είχαν υποβάλει ισοδύναμη ένσταση.
( 1 ) Γλώσσα ταυ πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 2 ) ΕΕ L 6 της 10ης Ιανουάρίου 1979, σ. 4.
( 3 ) EE L 225, σ. 40.
( 4 ) ΕΕ L 46 της 17ης Φεβρουαρίου 1997, σ. 20.
( 5 ) ΕΕ L 14 της 20ής Ιανουαοίου 1998, σ. 6.
( 6 ) BVerwG, απόφαση της 23ης Απριλίου 1998, 2 C 298 — ZBR 1998, 357 επ.· απόφαση της 22ας Ιουλίου 1999, 2 C 19.98 — ZBR 2000, σ. 38 επ.
( 7 ) Απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1997, C-1/95, Gerster (Συλλογή 1997, σ. Ι-5253).
( 8 ) Απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-7/93, Beune (Συλλογή 1994, σ. Ι-4471).
( 9 ) Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2001, C-366/99, Griesmar (Συλλογή 2001, σ. Ι-9383).
( 10 ) Απόφαση της 17ης Απριλίου 1997, C-147/95, Εβρενόπουλος (Συλλογή 1997, σ. Ι-2057).
( 11 ) Απόφαση της 12ης Σεπτεμββίσυ 2002, C-351/00, Niemi (Συλλογή 2002, σ. Ι-7007).
( 12 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001 επί των συνεχδιχασθειαών υποθέοεων C-49/98, C-50/98, C-52/98 έως C-54/98 και C-68/98 έως C-71/98, Fraalarte κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. Ι-7831, σκέψεις 37 κι).
( 13 ) Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1994, C-343/92, Roks (Συλλογή 1994, σ. Ι-571).
( 14 ) Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-167/97, Seymour-Smith και Perez (Συλλογή 1999, σ. Ι-623), και απόφαση της 20ης Magtimi 2003, C-187/00), Kutz-Bauer (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στη Συλλογή).
( 15 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-317/93, Nolte (Συλλογή 1995, σ. Ι-4625) καθώς και παρατιβέμενες στην προηγούμενη υποσημείωση αποφάσεις.
( 16 ) Βλ τη νομολογίι που παρατίθεται στην υποσημείωση 14.
( 17 ) Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1994 (Roks, παρατεθείοα στην νποοημείωοη 13), και απόφαση της 20ής Μαρτίου 2003 (Kutz-Bauer, παρατεθείσα στην υποσημείωση 14).
( 18 ) Το μέγιστο ποσοστό συντάξεως ανέρχεται, τόσο σύμφωνα με τη γραμμική όσο και σύμφωνα με τη φθίνουσα κλίμακα, σε 75 %, στην πρώτη όμως περίπτωση αποκτάται έπειτα από 40 έτη υπηρεσίας και στη δεύτερη περίπτωση έπειτα από 35 έτη υπηρεσίας (επι πλήρους απασχολήσεως). Εάν καθ' όλη τη διάρκεια των 40 ετών υπήρχε μερική απασχόληση, το ποσοστό της συντάξεως κατά τη γραμμική κλίμακα ανέρχεται σε 37 5 % (20 x 1.875 %). Το ίδιο ποσοστό αποκτάται με τη μείωση της συντάξεως στο πλαίσιο της φθίνουσας κλίμακας [75 % x (20 + 40)].
( 19 ) Βλ. την προηγούμενη υποσημείωση. 'Ενας υπάλληλος, που εργάσθηκε επί 20 ετη με πλήρες ωράριο, θα ελάμβανε σύμφωνα με τη φθίνουσα κλίμακα σύνταξη ίση με το 55 % των τελευταίων αποδοχών του. Βλ και το αναφερόμενο στα σημεία 58 έως 63 παράδειγμα. Με γραμμικό υπολογισμό θα ελάμβανε το 37,5 %.
( 20 ) Βλ πχ. τις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1994 επί των συνεκδικα-σθεισών υποθέσεων C-399/92, C-409/92, C425/92, C-34/93, C-50/93 και C-78/93, Helmig (Συλλογή 1994, σ. Ι-5727), της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-333/97, Uwen (Συλλογή 1999. σ. Ι-7243), της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-411/96, Boyle (Συλλογή 1998, σ. Ι-6401), και της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C-249/97, Grüber (Συλλογή 1999, σ. Ι-5295).
( 21 ) Αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1993, C-101/91, Moroni (Συλλογή 1993, σ. Ι-6591), της 22ας Δεκεμβρίου 1993, C-152/91, Neath (Συλλογή 1993, σ. Ι-6935), καθώς και της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-200/91, Coloro[] (Συλλογή 1994, σ. 14389), C408/92, Smith (Συλλογή 1994, σ. Ι-4435), C-7/93, Borne (Συλλογή 1994, σ. Ι-4471), C-28/93, Van den Akker (Συλλογή 1994, σ. Ι-4527), C-57/93, Vroege (Συλλογή 1994, σ. Ι-4541), και C-128/93, Fissdier (Συλλογή 1994, σ. Ι-4583).
( 22 ) Βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-109/91, Ten Oever (Συλλογή 1993, σ. Ι-4879).
Full & Egal Universal Law Academy