Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Η δίκη στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως εκκρεμεί ενώπιον του Tribunale ordinario di Roma. Διάδικοι στην εν λόγω δίκη είναι ο Sante Pasquini (στο εξής: προσφεύγων) και το Istituto Nazionale della Previdenza Sociale (στο εξής: INPS). Ο εναγόμενος ασφαλιστικός φορέας διέκοψε την καταβολή της συντάξεως στον προσφεύγοντα, ο οποίος κατοικεί στο Λουξεμβούργο, προς συμψηφισμό με τις συντάξεις που, κατά την άποψη του INPS, είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως. Αντικείμενο της παρούσας διαφοράς είναι το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο θέτει χρονικά όρια για την αναζήτηση συντάξεων που καταβλήθηκαν στο παρελθόν.
ΙΙ - Η εφαρμοστέα νομοθεσία
Α - Το κοινοτικό δίκαιο
Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας
2. Το άρθρο 49 ρυθμίζει - σύμφωνα με την επικεφαλίδα του - τον «Υπολογισμό των παροχών όταν ο ενδιαφερόμενος δεν συγκεντρώνει ταυτοχρόνως τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από όλες τις νομοθεσίες, υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκαν περίοδοι ασφαλίσεως ή κατοικίας, ή όταν έχει ζητήσει ρητά αναβολή της εκκαθαρίσεως των παροχών γήρατος». Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«1. Εάν ο ενδιαφερόμενος δεν συγκεντρώνει, σε δεδομένη στιγμή, αφού ληφθεί ενδεχομένως υπόψη το άρθρο 45 ή/και το άρθρο 40 παράγραφος 3, τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την πληρωμή των παροχών από όλες τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί, αλλά πληροί μόνον τις προϋποθέσεις μιας ή περισσοτέρων από αυτές, ισχύουν τα ακόλουθα:
α) καθένας από τους αρμόδιους φορείς, κατά τη νομοθεσία του οποίου πληρούνται οι προϋποθέσεις, υπολογίζει το ποσό της οφειλόμενης παροχής σύμφωνα με το άρθρο 46
[...]
2. Η παροχή ή οι παροχές που έχουν χορηγηθεί δυνάμει μιας ή περισσοτέρων νομοθεσιών στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπόκεινται αυτεπαγγέλτως σε νέο υπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 46, αφ' ης στιγμής πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από μία ή περισσότερες από τις υπόλοιπες νομοθεσίες στις οποίες είχε υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος, αφού ληφθεί ενδεχομένως υπόψη το άρθρο 45 και αφού ληφθεί ενδεχομένως εκ νέου υπόψη η παράγραφος 1. [...]
3. Πραγματοποιείται αυτεπαγγέλτως νέος υπολογισμός σύμφωνα με την παράγραφο 1 και με την επιφύλαξη του άρθρου 40, παράγραφος 2, όταν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από μία ή περισσότερες από τις εν λόγω νομοθεσίες παύσουν να πληρούνται.»
3. Ο κανονισμός 1408/71 δεν προβλέπει ρητά καμία προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να αναζητηθούν οι ενδεχομένως χωρίς νόμιμη αιτία καταβληθείσες παροχές. Συναφώς το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται έμμεσα στα άρθρα 94 επ. του κανονισμού, τα οποία περιέχουν τις μεταβατικές και τελικές διατάξεις και στα οποία αναφέρθηκε ρητά ο προσφεύγων. Όσον αφορά τις παροχές ή τις αξιώσεις που ανατρέχουν στον χρόνο πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού, το άρθρο 94, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο, προβλέπει τα εξής:
«Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 ή στην παράγραφο 5 υποβληθεί εντός δύο ετών από την 1η Οκτωβρίου 1972 ή από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, τα δικαιώματα που γεννώνται δυνάμει του κανονισμού αυτού αποκτώνται από την ημερομηνία αυτή, χωρίς να είναι δυνατόν να αντιταχθούν στους ενδιαφερομένους οι διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους περί εκπτώσεως ή παραγραφής δικαιωμάτων.»
Κανονισμός (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας
4. Τα άρθρα 111 και 112 του κανονισμού αυτού ρυθμίζουν - σύμφωνα με την επικεφαλίδα του άρθρου 111 - την «αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων από τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως και [την] αξίωση αποδόσως των οργανισμών προνοίας».
Το άρθρο 111 έχει ως εξής:
«1. Αν, κατά την εκκαθάριση ή την αναθεώρηση των παροχών αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου (συντάξεις) κατ' εφαρμογή του τίτλου ΙΙΙ, κεφάλαιο 3, του κανονισμού, ο φορέας κράτους μέλους κατέβαλε σε δικαιούχο παροχών ποσό που υπερβαίνει το ποσό που δικαιούται, ο φορέας αυτός δύναται να ζητήσει από το φορέα κάθε άλλου κράτους μέλους, ο οποίος οφείλει αντίστοιχες παροχές στον δικαιούχο αυτό, να παρακρατήσει το ποσό που έχει πληρωθεί επιπλέον από τα πληρωτέα ποσά τα οποία ο φορέας αυτός καταβάλλει στον δικαιούχο. Ο τελευταίος αυτός φορέας μεταφέρει το παρακρατηθέν ποσό στο φορέα πιστωτή. Εφόσον το ποσό που έχει πληρωθεί επιπλέον δεν δύναται να παρακρατηθεί από τα πληρωτέα ποσά, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2.
2. Εφόσον ο φορέας κράτους μέλους κατέβαλε σε δικαιούχο παροχών ποσό που υπερβαίνει το ποσό που δικαιούται, ο φορέας αυτός δύναται, με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, να ζητήσει από το φορέα κάθε άλλου κράτους μέλους, ο οποίος οφείλει παροχές στον δικαιούχο αυτόν, να παρακρατήσει το ποσό που έχει πληρωθεί επιπλέον από τα ποσά τα οποία αυτός καταβάλλει στον δικαιούχο. Ο τελευταίος αυτός φορέας προβαίνει στην παρακράτηση με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται για τέτοιου είδους συμψηφισμό από τη νομοθεσία που εφαρμόζει σαν να επρόκειτο για επιπλέον ποσά που έχουν καταβληθεί από τον ίδιο και μεταφέρει το παρακρατηθέν ποσό στο φορέα πιστωτή.
3. Εφόσον πρόσωπο, για το οποίο ισχύει ο κανονισμός, έλαβε παροχές κοινωνικής προνοίας στο έδαφος κράτους μέλους, κατά τη διάρκεια περιόδου εντός της οποίας εδικαιούτο παροχών δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, ο οργανισμός ο οποίος κατέβαλε τις παροχές κοινωνικής προνοίας δύναται, αν διαθέτει παραδεκτό από το νόμο δικαίωμα αναγωγής ως προς τις παροχές που οφείλονται στο πρόσωπο αυτό, να ζητήσει από το φορέα κάθε άλλου κράτους μέλους, ο οποίος οφείλει παροχές στο πρόσωπο αυτό, να παρακρατήσει το ποσό που έχει δαπανηθεί για τις παροχές κοινωνικής προνοίας από τα ποσά τα οποία ο φορέας αυτός καταβάλλει στο εν λόγω πρόσωπο.
[...]
Ο φορέας οφειλέτης προβαίνει στην παρακράτηση με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται για τέτοιου είδους συμψηφισμό από τη νομοθεσία που εφαρμόζει και μεταφέρει το παρακρατηθέν ποσό στον οργανισμό πιστωτή.»
Το άρθρο 112 ορίζει τα εξής:
«Εφόσον ένας φορέας έχει προβεί σε καταβολή αχρεωστήτων ποσών είτε απευθείας είτε μέσω άλλου φορέα και η αναζήτησή τους είναι αδύνατη, τα ποσά αυτά παραμένουν οριστικά εις βάρος του πρώτου φορέα εκτός αν ή μη οφειλομένη καταβολή είναι αποτέλεσμα δολίας πράξεως.»
5. Το άρθρο 49 του κανονισμού 574/72, το οποίο ρυθμίζει τον «Νέο υπολογισμό των παροχών», προβλέπει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Σε περίπτωση νέου υπολογισμού, καταργήσεως ή αναστολής της παροχής, ο φορέας που έλαβε την απόφαση την κοινοποιεί αμελλητί, ενδεχομένως με την μεσολάβηση του φορέα εξετάσεως, στον ενδιαφερόμενο και σε κάθε φορέα, έναντι του οποίου ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα. Η απόφαση πρέπει να προσδιορίζει τα ένδικα μέσα και τις προθεσμίες προσφυγής που προβλέπονται από την σχετική νομοθεσία. Οι προθεσμίες προσφυγής αρχίζουν να υπολογίζονται από την λήψη της αποφάσεως από τον ενδιαφερόμενο.»
B - Οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας
Ο νόμος 153/1969
6. Η νομική βάση για την καταβολή της προσαυξήσεως μέχρι το ύψος μιας κατώτατης συντάξεως είναι, κατά την άποψη όλων όσων υπέβαλαν παρατηρήσεις, το άρθρο 8 του νόμου 153/1969. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού αφορά περιπτώσεις ιταλο-λιβυκών συντάξεων, οι οποίες δεν ασκούν καμία επιρροή εν προκειμένω. Οι παράγραφοι 2 έως 4, οι οποίες ισχύουν αναμφισβήτητα και για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί εκτός του πλαισίου της ιταλο-λιβυκής συμβάσεως περί συντάξεων, προβλέπουν τα εξής:
Τις κατώτατες συντάξεις που αναφέρει η προηγούμενη παράγραφος δικαιούνται επίσης οι συνταξιούχοι οι οποίοι έχουν αποκτήσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα κατόπιν συνυπολογισμού περιόδων ασφαλίσεως και καταβολής εισφορών που προβλέπονται από διεθνείς συμφωνίες ή συμβάσεις στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως.
Προς τον σκοπό της χορηγήσεως μιας από τις προαναφερθείσες κατώτατες συντάξεις λαμβάνεται επίσης υπόψη η ποσοστιαία καταβολή συντάξεως στην οποία προβαίνει ενδεχομένως κατόπιν του συνυπολογισμού ο αλλοδαπός ασφαλιστικός φορέας.
Οι μεταναστεύσαντες εργαζόμενοι, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτικού δικαιώματος κατόπιν συνυπολογισμού περιόδων ασφαλίσεως και καταβολής εισφορών σύμφωνα με την παράγραφο 2, δικαιούνται, βάσει κυρίως πιστοποιητικού που τους χορηγεί αλλοδαπός φορέας, προκαταβολή επί της συντάξεως, η οποία προσαυξάνεται μέχρι το ύψος της κατώτατης συντάξεως. Οι δικαιούμενοι άλλη σύνταξη δεν δικαιούνται την προσαύξηση αυτή, η οποία αναζητείται κατ' αναλογία των ποσών που κατέβαλαν ενδεχομένως οι αλλοδαποί φορείς.
7. Οι μετέχοντες στη δίκη αναφέρθηκαν επίσης στις εξής διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, για την εφαρμογή των οποίων στην παρούσα υπόθεση υπάρχει διαφωνία.
Codice civile
8. Το άρθρο 3946 του Codice civile (ιταλικού Αστικού Κώδικα) προβλέπει ότι οι απαιτήσεις παραγράφονται γενικά μετά την παρέλευση δεκαετίας.
Το βασιλικό διάταγμα 1422/1924
9. Στο άρθρο 80 του βασιλικού διατάγματος 1422/1924 προβλέπονται τα εξής:
Η εκτελεστική επιτροπή (comitato esecutivo della cassa nazionale per le assicurazioni sociali) ελέγχει τις καταβολές συντάξεων από τους φορείς πρόνοιας χρησιμοποιώντας όλα τα προς τούτο ενδεδειγμένα μέσα.
Η εκτελεστική επιτροπή μπορεί να διατάσσει την ανάκληση ή τη διόρθωση των ήδη καταβληθεισών συντάξεων ή την αναστολή της καταβολής, εφόσον κρίνει ότι είναι αναγκαίες συμπληρωματικές έρευνες.
Η καταβολή συντάξεως θεωρείται οριστική, εφόσον δεν έχει ανακληθεί από το εθνικό ταμείο υγείας εντός έτους από τη σχετική ανακοίνωση στον δικαιούχο· στην περίπτωση αυτή, οι μεταγενέστερες διορθώσεις των ενδεχομένων σφαλμάτων που δεν οφείλονται σε δόλια ενέργεια του ενδιαφερομένου δεν μπορούν να έχουν συνέπειες επί των πραγματοποιηθεισών ήδη καταβολών.
Ο νόμος 88/1989
10. Το άρθρο 52 του νόμου 88/1989, το οποίο επιγράφεται: «Παροχές χωρίς νόμιμη αιτία», ορίζει συναφώς τα εξής:
1. Ο καταβάλλων τις συντάξεις φορέας μπορεί οποτεδήποτε να διορθώνει τις συντάξεις που βαρύνουν, μεταξύ άλλων, τον φορέα της γενικής υποχρεωτικής ασφαλιστικής καλύψεως, εφόσον διαπιστώνονται σφάλματα κατά τη χορήγηση ή την καταβολή ή τον νέο υπολογισμό της συνταξιοδοτικής παροχής.
2. Εφόσον, κατόπιν της ανωτέρω διορθώσεως, διαπιστώνεται ότι έχουν καταβληθεί συντάξεις αχρεωστήτως, τα καταβληθέντα ποσά δεν αναζητούνται, εκτός αν ο αδικαιολόγητος πλουτισμός οφείλεται σε δόλια ενέργεια του ενδιαφερομένου.
Ο νόμος 412/1991
11. Το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου 412/1991 προβλέπει τα εξής:
1. Οι διατάξεις του άρθρου 52, παράγραφος 2, του νόμου 88 της 9ης Μαρτίου 1989 έχουν την έννοια ότι η προβλεπόμενη ρύθμιση αφορά τα ποσά τα οποία καταβλήθηκαν κατόπιν νομότυπης και οριστικής αποφάσεως, η οποία κοινοποιήθηκε σαφώς στον ενδιαφερόμενο και ενέχει ένα οποιοδήποτε σφάλμα για το οποίο ευθύνη έχει ο καταβάλλων τη σύνταξη ασφαλιστικός φορέας, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες ο αδικαιολόγητος πλουτισμός οφείλεται σε δόλια ενέργεια του ενδιαφερομένου. Η παράλειψη ανακοινώσεως ή μη πλήρης ανακοίνωση εκ μέρους του συνταξιούχου ορισμένων στοιχείων που επηρεάζουν το δικαίωμα συντάξεως ή το ύψος του ποσού της συντάξεως και δεν είναι ήδη γνωστά στον αρμόδιο φορέα παρέχει στον φορέα αυτό το δικαίωμα να αναζητήσει τα καταβληθέντα ποσά λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού.
2. Το INPS εξετάζει άπαξ ετησίως τα εισοδήματα των συνταξιούχων και το ζήτημα αν ασκούν επιρροή επί του ύψους ή του δικαιώματος για παροχές συντάξεων και αναζητεί εντός του επόμενου έτους τα ενδεχομένως αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά.
Ο νόμος 662/1996
12. Τέλος, το άρθρο 1 του νόμου 662/1996 προβλέπει, στις παραγράφους 260 έως 262, 264 και 265, τα εξής:
260. Δεν αναζητούνται λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού για τον χρόνο πριν από την 1η Ιανουαρίου 1996 τα ποσά που καταβλήθηκαν από τους φορείς της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως, εν όλω ή εν μέρει αχρεωστήτως, σε πρόσωπα τα οποία είχαν το 1995 φορολογητέο εισόδημα, όσον αφορά τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, ίσο με 16 εκατομμύρια ιταλικές λίρες (ITL) κατ' ανώτατο όριο, έστω και αν τα σχετικά ποσά καταβλήθηκαν σε ρευστό.
261. Αν τα πρόσωπα στα οποία καταβλήθηκαν αχρεωστήτως το 1995 παροχές υπό την έννοια της παραγράφου 260 πραγματοποίησαν φορολογητέο εισόδημα, όσον αφορά τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, μεγαλύτερο των 16 εκατ. ITL, η αναζήτηση αποκλείεται μόνο για το ένα τέταρτο του ποσού.
262. Η αναζήτηση πραγματοποιείται με παρακράτηση της συντάξεως, αλλά δεν μπορεί να παρακρατείται ποσό μεγαλύτερο του ενός πέμπτου της συντάξεως. Το υπόλοιπο ποσό παρακρατείται με μηνιαίες δόσεις και ατόκως εντός 24 μηνών. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί, προκειμένου το παρακρατούμενο ποσό να μην υπερβαίνει το ένα πέμπτο της συντάξεως.
Η παράγραφος 264, τελευταίο εδάφιο, ορίζει τα εξής:
Η μηνιαία παρακράτηση πραγματοποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του προεδρικού διατάγματος 1544, της 30ής Ιουνίου 1955, εντός προθεσμίας πέντε ετών.
Η παράγραφος 265 προβλέπει ότι, σε περίπτωση δόλου του προσώπου προς τον οποίο έγιναν οι αχρεώστητες καταβολές, αναζητείται ολόκληρο το ποσό.
Ο νόμος 448/2001
13. Με το άρθρο 38, παράγραφοι 7 και 8, του νόμου 448/2001, ο Ιταλός νομοθέτης εξέδωσε ρύθμιση με περιεχόμενο ανάλογο προς το περιεχόμενο της ρυθμίσεως που είχε προβλέψει ο ανωτέρω παρατεθείς νόμος 662/1996 για το διάστημα πριν από την 1η Ιανουαρίου 2001, το δε ανώτατο όριο του φορολογητέου εισοδήματος για το 2000 καθορίστηκε σε 8 262,31 ευρώ.
ΙΙΙ - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
14. Κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού του βίου, ο προσφεύγων εργάστηκε ως μισθωτός στην Ιταλία, στη Γαλλία και στο Λουξεμβούργο. Ο προσφεύγων συμπλήρωσε διαδοχικά περιόδους απασχολήσεως με υποχρεωτική ασφάλιση διάρκειας 140 εβδομάδων στην Ιταλία, 336 εβδομάδων στη Γαλλία και, τέλος, 1256 εβδομάδων στο Λουξεμβούργο. Μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας του ζήτησε να του χορηγηθεί σύνταξη γήρατος, η οποία του χορηγήθηκε αρχικά μέχρις ορισμένο ποσοστό από τον ιταλικό ασφαλιστικό φορέα από την 1η Μαρτίου 1987. Η αναλογούσα στον ιταλικό φορέα σύνταξη προσαυξήθηκε μέχρι το ύψος μιας ιταλικής κατώτατης συντάξεως. Με απόφαση της 26ης Ιουλίου 1988 ο ιταλικός ασφαλιστικός φορέας προέβη σε νέο υπολογισμό της ιταλικής συντάξεως, λαμβάνοντας υπόψη την αναλογούσα στον γαλλικό φορέα σύνταξη, η οποία είχε αρχίσει να του χορηγείται επίσης από την 1η Μαρτίου 1987. Στον προσφεύγοντα εξακολούθησε να χορηγείται η προσαύξηση της ιταλικής συντάξεώς του.
15. Από την 1η Ιουλίου 1988 χορηγήθηκε στον προσφεύγοντα σύνταξη γήρατος και από τον λουξεμβουργιανό ασφαλιστικό φορέα. Ο λουξεμβουργιανός φορέας δεν ενημέρωσε αμέσως τον ιταλικό φορέα για την έναρξη της καταβολής της λουξεμβουργιανής συντάξεως γήρατος. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1998 ο λουξεμβουργιανός φορέας διαβίβασε στον ιταλικό φορέα, ο οποίος του είχε υποβάλει σχετικό αίτημα την 1η Σεπτεμβρίου 1998, τα στοιχεία σχετικά με τις καταβολές στις οποίες είχε προβεί από την 1η Ιανουαρίου 1996. Επακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των δύο φορέων, κατά την οποία ο λουξεμβουργιανός φορέας ενημέρωσε πλήρως τον ιταλικό φορέα, με έγγραφο της 17ης Νοεμβρίου 1999, σχετικά με τις καταβολές της λουξεμβουργιανής συντάξεως από την 1η Ιουλίου 1988. Στις 3 Μαρτίου 2000 ο ιταλικός φορέας, λαμβάνοντας υπόψη τη λουξεμβουργιανή σύνταξη, προέβη σε νέο υπολογισμό της ιταλικής συντάξεως και μείωσε το ύψος της, αναδρομικά από την 1η Ιουλίου 1988, σε 7 500 ITL μηνιαίως. Με την ίδια απόφαση προβλήθηκε η απαίτηση αποδόσεως ποσού ίσου με 29 005 ευρώ για το διάστημα μεταξύ 1ης Μαρτίου 1988 μέχρι 30 Απριλίου 2000.
16. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο προσφεύγων άσκησε στις 30 Οκτωβρίου 2000 διοικητική προσφυγή, η οποία απορρρίφθηκε με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2000. Ο ιταλικός φορέας έκρινε ότι τόσο η απαίτηση αποδόσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού όσο και η συνακόλουθη πλήρης διακοπή της καταβολής της συντάξεως από τον ιταλικό φορέα ήσαν νόμιμες.
17. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η ανωτέρω κρίση αντιβαίνει στις διατάξεις του εθνικού δικαίου περί παραγραφής και απαλλαγής. Κατόπιν αυτού προσέφυγε στη δικαιοσύνη, με αίτημα τη συνέχιση της καταβολής της ιταλικής συντάξεως. Το εθνικό δικαστήριο που καλείται να επιλύσει τη διαφορά αμφιβάλλει κατά πόσον η απεριόριστη δυνατότητα αναζητήσεως των ποσών που έχουν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία, την οποία προβλέπει, κατά τους ισχυρισμούς του καθού, το εθνικό δίκαιο, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον το δικαίωμα επί της παροχής η οποία συνίσταται στα καταβληθέντα χωρίς νόμιμη αιτία ποσά γεννάται, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, από τα σωρευτικά αποτελέσματα των διαφόρων εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η διετής προθεσμία, η οποία προβλέπεται για την αναδρομική άσκηση αξιώσεων που βασίζονται στον κανονισμό 1408/71, μπορεί να εφαρμοστεί ανάλογα σε μια περίπτωση όπως η προκειμένη.
18. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει τα ερωτήματά του ως εξής:
Eίναι συμβατές με τους σκοπούς των κανονισμών (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, οι εθνικές διατάξεις οι οποίες προβλέπουν τη δυνατότητα αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων κατ' εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως ποσών χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της ασφάλειας δικαίου;
Πρέπει οι ανωτέρω κοινοτικές διατάξεις να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι εμποδίζουν την εφαρμογή εθνικού κανόνα που δεν προβλέπει χρονικό περιορισμό για την αναζήτηση των ποσών τα οποία καταβλήθηκαν αχρεωστήτως λόγω της μη έγκαιρης ή μη ορθής εφαρμογής των σχετικών κοινοτικών διατάξεων;
Αφού οι μεταβατικές διατάξεις για την εφαρμογή των κανονισμών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως προβλέπουν προθεσμία δύο ετών για την αναδρομική προβολή των δικαιωμάτων που παρέχουν οι κανονισμοί αυτοί, δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί a contrario η ίδια διετής προθεσμία, από την κοινοποίηση της αποφάσεως περί αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες θίγονται δικαιώματα τα οποία είχαν προηγουμένως αναγνωριστεί, υπό την επιφύλαξη των ευνοϊκότερων προθεσμιών που προβλέπονται ενδεχομένως στην εθνική έννομη τάξη και υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν συμπεριφέρθηκε δολίως;
IV - Παρατηρήσεις των διαδίκων
Α - Προσφεύγων
19. Ο προσφεύγων επικαλείται τις ιταλικές διατάξεις που παρέθεσα ανωτέρω. Υποστηρίζει ότι οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή στην περίπτωσή του ως ειδικότερες διατάξεις έναντι του γενικού κανόνα του άρθρου 2033 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υποχρεούται να αποδώσει στον ασφαλιστικό φορέα τα ποσά που του καταβλήθηκαν ενδεχομένως κακώς, αφού τα έλαβε καλοπίστως.
20. Αφού στον προσφεύγοντα είχε ήδη χορηγηθεί η ιταλική σύνταξη, ο ασφαλιστικός φορέας του Λουξεμβούργου πληροφόρησε τον ιταλικό και τον γαλλικό φορέα ότι ο προσφεύγων είχε υποβάλει αίτηση αφενός για λουξεμβουργιανή και αφετέρου για γαλλική σύνταξη και ότι είχε συνταξιοδοτηθεί πρόωρα.
21. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι δεν παρέμεινε ο ίδιος αδρανής, καθόσον πληροφόρησε τον ιταλικό φορέα, με έγγραφο του Patronaato A.C.L.Ι. της 18ης Οκτωβρίου 1988, ότι λάμβανε λουξεμβουργιανή σύνταξη. Ο προσφεύγων απέστειλε αντίγραφο της αποφάσεως για τη χορήγηση της συντάξεως και κάλεσε τον ιταλικό φορέα να λάβει υπόψη την καταβαλλόμενη από τον λουξεμβουργιανό φορέα παροχή, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο της εκ των υστέρων προβολής απαιτήσεως αποδόσεως των καταβληθέντων ποσών.
22. Η απαίτηση αποδόσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού προσκρούει, κατά τον προσφεύγοντα, στις αρχές που θέτουν οι κανονισμοί 1408/71 και 574/72. Μολονότι ο ασφαλιστικός φορέας ήταν ενήμερος της καταστάσεως, προέβη σε νέο υπολογισμό με αναδρομική ισχύ 13 ετών μέχρι τις 3 Μαρτίου 2000, πράγμα που αντιβαίνει στο άρθρο 49 του κανονισμού 574/72.
23. Ο προσφεύγων επικαλείται τις αποφάσεις Rzepa και Cabras . Με αμφότερες τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο παρέπεμψε στις εθνικές νομοθεσίες, χωρίς όμως να αποφανθεί σχετικά με τον χρόνο παραγραφής κατά το κοινοτικό δίκαιο. Από την άποψη αυτή η λύση διαφοροποιείται ανάλογα με το αν έχει εφαρμογή μόνο η εθνική νομοθεσία ή τίθεται επίσης ζήτημα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Ο προσφεύγων, παραπέμποντας στην υπόθεση Petroni , υποστηρίζει ότι απόκειται στο Συμβούλιο να θεσπίσει, ασκώντας την αρμοδιότητα που του απονέμει το άρθρο 42 ΕΚ, τους κανόνες που διέπουν τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η παράλειψη θεσπίσεώς τους θα μπορούσε να θεωρηθεί, σύμφωνα με την απόφαση Βουγιούκας , παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει το Συμβούλιο από τη Συνθήκη.
24. Ο προσφεύγων υπστηρίζει εντούτοις ότι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα μπορεί επίσης να συναχθεί από τα άρθρα 94 επ. του κανονισμού 1408/71 και 49 του κανονισμού 574/72. Το άρθρο 49 του κανονισμού 574/72 υποχρεώνει τον αρμόδιο φορέα να κοινοποιήσει «αμελλητί» τον νέο υπολογισμό. Η καταβολή ποσών χωρίς νόμιμη αιτία οφείλεται όμως τις περισσότερες φορές σε εσφαλμένη ή καθυστερημένη εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Αν ο αρμόδιος φορέας δεν τηρήσει τη διάταξη αυτή και περιαγάγει επομένως τον ασφαλισμένο σε νομική αβεβαιότητα επί αόριστο χρονικό διάστημα, πρέπει να υποστεί τις συνέπειες και να μην έχει τη δυνατότητα να αναζητήσει τα ποσά που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως λόγω του σφάλματος ή της αμέλειας.
25. Κατά τον προσφεύγοντα, τα άρθρα 94, 95, 95α και 95β του κανονισμού 1408/71 προβλέπουν ότι ο δικαιούχος μπορεί να επικαλεστεί τις ευεργετικές διατάξεις του κανονισμού εντός διετούς προθεσμίας. Η προθεσμία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί εκ του εναντίου στην περίπτωση του περιορισμού των αξιώσεών του. Η απαίτηση αποδόσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού πρέπει να μπορεί να προβληθεί μόνο εντός διετίας από την κοινοποίηση της αποφάσεως περί του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με την επιφύλαξη των ενδεχομένως υφισταμένων ευνοϊκότερων εθνικών διατάξεων. Αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στα 15 κράτη μέλη ισχύουν διαφορετικές ρυθμίσεις, δεν επιτρέπεται οι ασφαλιστικοί οργανισμοί να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν οι ίδιοι τις προϋποθέσεις αναζητήσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και τον χρόνο παραγραφής των σχετικών αξιώσεων.
Β - INPS
26. Το INPS εκθέτει, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, ότι η διοικητική προσφυγή του προσφεύγοντος απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι το άρθρο 13 του νόμου 412/1991 δεν έχει εφαρμογή επί των απαιτήσεων λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού που αφορούν τις προσαυξήσεις συντάξεων και γεννώνται ως συνέπεια της καταβολής αλλοδαπής συντάξεως, διότι κατά τον χρόνο της χορηγήσεως της παροχής ανακοινώνεται στον αποδέκτη της παροχής, σύμφωνα με το άρθρο 8 του νόμου 153/1969, ότι το ποσό της παροχής έχει καθοριστεί προσωρινά. Κατά την ενώπιον του Tribunale ordinario di Roma δίκη το INPS υποστήριξε ότι για τον πριν από την 1η Δεκεμβρίου 1995 χρόνο δεν έχουν εφαρμογή οι κανόνες περί απαλλαγής και ότι για τις μεταγενέστερες περιόδους δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 13 του νόμου 412/1991.
27. Ενώπιον του Δικαστηρίου το INPS υποστηρίζει ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη και αβάσιμη λόγω ελλιπούς αιτιολογίας. Κατά το INPS, το αιτούν δικαστήριο δεν εξέτασε επαρκώς την υπόθεση της κύριας δίκης, πράγμα που σημαίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υποβολή της υποθέσεως στην κρίση του Δικαστηρίου.
28. Όσον αφορά το περιεχόμενο της υποθέσεως, το INPS υποστηρίζει την άποψη ότι η αξίωση επί παροχής για τη συμπλήρωση του «κατώτατου μισθού» εξαρτάται από το ύψος της παροχής που καταβάλλει ενδεχομένως ένας αλλοδαπός φορέας. Δεδομένου ότι το ύψος της παροχής είχε καθοριστεί προσωρινά, το INPS τη μείωσε στη συνέχεια και, λαμβάνοντας υπόψη την αλλοδαπή σύνταξη, αναζήτησε επίσης τα ποσά που είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως. Το INPS εκθέτει με χρονολογική σειρά και συνοπτικά τα γεγονότα που αφορούν τη χορήγηση της συντάξεως στον προσφεύγοντα και υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να καταλογιστεί στον ασφαλιστικό φορέα καμία καθυστέρηση ως προς τον νέο καθορισμό της παροχής. Συναφώς το INPS ισχυρίζεται ότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι ο προσφεύγων κοινοποίησε, μέσω της ιταλικής συνδικαλιστικής οργανώσεως Patronato A.C.L.Ι., το γεγονός ότι του καταβαλλόταν η λουξεμβουργιανή σύνταξη.
29. Το INPS πάντως εφιστά επίσης την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι, με την απάντηση που κατέθεσε στην προσφυγή στην κύρια δίκη, ομολόγησε - όπως ακριβώς και η δημόσια αρχή που εξέδωσε την απόφαση επί της διοικητικής προσφυγής - ότι το άρθρο 1, παράγραφοι 260 και 261, του νόμου 662/1996 έχει εφαρμογή, όπως ακριβώς είχε ισχυριστεί ο προσφεύγων με το δικόγραφο της προσφυγής του. Επομένως, δεν θα μπορούσε να προβληθεί έναντι του προσφεύγοντος απαίτηση αποδόσεως, αν το φορολογητέο εισόδημά του το 1995 ήταν μικρότερο από 16 εκατ. ΙΤL ή η απαίτηση αποδόσεως θα αφορούσε τα τρία τέταρτα μόνον των καταβληθέντων, εφόσον το εισόδημά του υπερέβαινε το ανωτέρω ποσό. Με τη μεταγενέστερη νομοθεσία ο κανόνας περί απαλλαγής επιβεβαιώθηκε και διευρύνθηκε ως προς το περιεχόμενό του. Επομένως, η διαφορά ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου θα μπορούσε να επιλυθεί βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, καθόσον μάλιστα το ίδιο το INPS αναγνώρισε ρητά, με τις εγκυκλίους υπ' αριθ. 96, της 17ης Απριλίου 1997, και 84, της 24ης Απριλίου 2002, τη δυνατότητα εφαρμογής τους επί των συντάξεων που καταβάλλονται βάσει του άρθρου 8 του νόμου 153, της 30ής Απριλίου 1969.
30. Ανεξαρτήτως αυτού, το INPS οφείλει να εξακριβώνει ετησίως, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, την εισοδηματική κατάσταση των συνταξιούχων, όσον αφορά τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της επί των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους. Εφόσον έχουν πραγματοποιηθεί ορισμένες καταβολές αχρεωστήτως, η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων πρέπει να πραγματοποιείται κατά το επόμενο έτος.
Γ - Ιταλική Κυβέρνηση
31. Η Ιταλική Κυβέρνηση επίσης επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι το ποσό για τη συμπλήρωση της ιταλικής συντάξεως καταβλήθηκε προσωρινά, με την επιφύλαξη ότι θα πραγματοποιούνταν νέος υπολογισμός που θα ανέτρεχε στον χρόνο της χορηγήσεως αλλοδαπής συντάξεως και ότι θα αναζητούνταν τα ενδεχομένως αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά.
32. Η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται την απόφαση υπ' αριθ. 1967 του Corte di Cassazione, η οποία εκδόθηκε το 1995 και με την οποία το δικαστήριο αυτό διευκρίνισε ότι το άρθρο 8 του νόμου 153/1969 αποτελεί ειδικό μηχανισμό καταβολής παροχών. Για τη χορήγηση της παροχής θεωρείται δεδομένο ότι, σε περίπτωση προκαταβολής, θα πραγματοποιηθεί μεταγενέστερα νέος υπολογισμός της οριστικής παροχής, η οποία επομένως θα προσαρμοστεί. Η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών συνιστά μια από τις εγγενείς στη ρύθμιση του άρθρου 8 δυνατότητες, πράγμα που σημαίνει ότι η εν λόγω διάταξη αποτελεί ειδική και αυτοτελή περίπτωση αναζητήσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
33. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί δεδομένο, με τα ερωτήματά του, ότι η ιταλική ρύθμιση επιτρέπει την αναζήτηση χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό. Η αντίληψη αυτή είναι εσφαλμένη. Εφόσον δεν υφίσταται καμία ειδική ρύθμιση, ισχύει εντός της ιταλικής έννομης τάξης ο γενικός κανόνας περί δεκαετούς παραγραφής, τον οποίο προβλέπει το άρθρο 2946 του ιταλικού Αστικού Κώδικα. Ο προσδιορισμός του χρόνου παραγραφής εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών. Ο χρόνος παραγραφής τον οποίο έχει καθορίσει ο Ιταλός νομοθέτης δεν αντιβαίνει στις διατάξεις ή στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
34. Εξάλλου, το INPS δεν ενήργησε εσφαλμένα, ώστε να δικαιολογείται η προστασία του εργαζομένου που έλαβε καλοπίστως παροχές προς διασφάλιση της επιβιώσεώς του. Αντίθετα, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση πάντα, το INPS προέβη σε καταβολές για τις οποίες δεν είχε καμία υποχρέωση και για τις οποίες τώρα προβάλλει, βάσει των γενικών διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (του άρθρου 2033 του ιταλικού Αστικού Κώδικα), απαίτηση αποδόσεως.
Δ - Αυστριακή Κυβέρνηση
35. Η Αυστριακή Κυβέρνηση εφιστά ευθύς εξαρχής την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η διάταξη περί παραπομπής δεν περιέχει δυστυχώς όλα τα στοιχεία που θα ήσαν αναγκαία για την πλήρη εξέταση της υποθέσεως. Επισημαίνει πάντως ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα που ανακύπτει πολύ συχνά και στην Αυστρία.
36. Η Αυστριακή Κυβέρνηση επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν «ευρωπαϊκές» διατάξεις περί διαδικασίας. Επομένως, για την άσκηση των αξιώσεων που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο έχουν κατ' αρχήν εφαρμογή οι εθνικές διατάξεις περί διαδικασίας, εφόσον με την εφαρμογή αυτή λαμβάνεται υπόψη η αρχή της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας . Το ζήτημα αν η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών επιτρέπεται χωρίς χρονικούς περιορισμούς πρέπει να επιλυθεί κατ' αρχήν βάσει των εφαρμοστέων ιταλικών διατάξεων περί διαδικασίας. Επιπλέον, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Συναφώς η Αυστριακή Κυβέρνηση επικαλείται την απόφαση Cabras , ιδίως δε τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην εν λόγω υπόθεση . Η Αυστριακή Κυβέρνηση θεωρεί ότι πρέπει επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο να μπορεί να συναχθεί από τις μεταβατικές διατάξεις του κανονισμού 1408/71 η γενική αρχή ότι η αναδρομική ισχύς όλων των εννόμων συνεπειών για τους διακινούμενους εργαζόμενους δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διετία. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις αυτές (π.χ. το άρθρο 94) δεν αποτελούν μόνο ρυθμίσεις που έχουν εφαρμογή επί των περιπτώσεων που αναφέρονται συγκεκριμένα στις διατάξεις αυτές, αλλά γενικές διαδικαστικές αρχές για την εφαρμογή του κανονισμού . Οι μεταβατικές αυτές διατάξεις αποτελούν ρυθμίσεις με τις οποίες επιδιώκεται επίσης να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να επιβαρύνονται οι ασφαλιστικοί φορείς υπερβολικά λόγω οφειλών που ανατρέχουν στο μακρινό παρελθόν. Αντίστροφα, η αρχή αυτή θα μπορούσε να εφαρμοστεί κατ' αναλογία στις υποχρεώσεις αποδόσεως των παροχών, τις οποίες υπέχουν οι λήπτες των παροχών αυτών.
37. Στην περίπτωση ακριβώς της συμπληρώσεως ασφαλιστικών περιόδων σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη οι ενδιαφερόμενοι επιβαρύνονται κατά κανόνα, λόγω της συνυπάρξεως διαφόρων νομοθεσιών, πολύ περισσότερο από ό,τι οι εργαζόμενοι που ήσαν ασφαλισμένοι πάντοτε σε ένα μόνο κράτος μέλος. Από την άποψη αυτή δικαιολογείται, κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση πάντοτε, η ιδιαίτερη προστασία της εμπιστοσύνης των διακινούμενων εργαζόμενων και ένα τέτοιο μέτρο προστασίας θα μπορούσε να είναι ο περιορισμός των - επιτρεπόμενων κατ' αρχήν κατά το εθνικό δίκαιο - αναδρομικών αποτελεσμάτων μέχρι μια διετία. Η Δημοκρατία της Αυστρίας τάσσεται υπέρ της λύσεως αυτής, διότι δύσκολα θα μπορούσε κανείς να εξηγήσει στους ενδιαφερόμενους διακινούμενους εργαζόμενους ότι ενδέχεται να κληθούν οποτεδήποτε - αν και δεν είναι οι ίδιοι υπαίτιοι - να αποδώσουν τα αχρεωστήτως εισπραχθέντα, μολονότι ο βασικός λόγος για την αχρεώστητη καταβολή ήταν η σωρευτική εφαρμογή των διαφόρων ιδιαίτερα πολύπλοκων κοινωνικοασφαλιστικών διατάξεων των διαφόρων κρατών μελών και όχι η ατομική συμπεριφορά τους.
Ε - Πορτογαλική Κυβέρνηση
38. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση επίσης παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία εναπόκειται στις εθνικές νομοθεσίες, εφόσον δεν υπάρχουν ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου, να προσδιορίζουν τις αρμόδιες υπηρεσίες και τις κατάλληλες διαδικασίες, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι αρχές της ισοδυναμίας και αποτελεσματικότητας. Τούτο ισχύει κατ' αρχήν και για την αναζήτηση παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως. Επομένως, στην περίπτωση της αναζητήσεως ποσών που έχουν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία εφαρμόζονται οι διατάξεις των κρατών μελών. Αν ληφθεί υπόψη η αρχή της ισοδυναμίας, οι διατάξεις αυτές πρέπει να είναι οι ίδιες που θα είχαν επίσης εφαρμογή επί των ίδιας φύσεως παροχών του κράτους μέλους.
39. Αν ληφθεί υπόψη η αρχή της αποτελεσματικότητας πάντως, το γεγονός ότι δεν προβλέπονται προθεσμίες παραγραφής για τις απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό - ιδίως όταν πρόκειται για τη μείωση του ύψους αναγνωρισμένων ήδη αξιώσεων που οφείλεται στην καθυστερημένη ή εσφαλμένη εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων - αντιβαίνει στο άρθρο 49, παράγραφος 2, του κανονισμού 574/72, καθώς και στην αρχή περί ασφάλειας δικαίου. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου , η εν λόγω αρχή προστατεύει τόσο τη διοίκηση όσο και τους ιδιώτες. Κατά συνέπεια, το εθνικό δίκαιο πρέπει να τάσσει την προσήκουσα προθεσμία, μετά τη λήξη της οποίας η νομική κατάσταση του ιδιώτη θεωρείται «παγιωμένη».
40. Αν όμως το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει καμία τέτοια προθεσμία, τότε, όπως επεσήμανε ήδη το αιτούν δικαστήριο, μπορούν να συναχθούν από το κοινοτικό δίκαιο ορισμένα έστω στοιχεία για την επίλυση του ζητήματος. Για παράδειγμα, το άρθρο 94, παράγραφος 6, του κανονισμού 1408/71 παγιώνει την αρχή περί ασφάλειας δικαίου υπέρ των ασφαλιστικών φορέων. Προς προστασία των ληπτών των παροχών, ο κανόνας αυτός μπορεί να εφαρμοστεί εκ του εναντίου και να γίνει δεκτό ότι η προθεσμία για την αναζήτηση των παροχών που έχουν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διετία. Η προθεσμία για την αναδρομική προβολή απαιτήσεως λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν επιτρέπεται συνεπώς να ανατρέχει πέραν της διετίας από τη σχετική κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο, εκτός αν ισχύουν ευνοϊκότερες προθεσμίες παραγραφής βάσει του εθνικού δικαίου.
ΣΤ - Επιτροπή
41. Η Επιτροπή διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για πρώτη φορά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Επιτροπή θεώρησε απλώς ότι εν προκειμένω τίθεται ουσιαστικά το ζήτημα της ίσης μεταχειρίσεως περιπτώσεων που διέπονται αφενός από το κοινοτικό και αφετέρου από το εθνικό μόνο δίκαιο.
42. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις, κυρίως του INPS, θεώρησε πιθανό ότι οι εθνικές διατάξεις περί απαλλαγής από την υποχρέωση αποδόσεως εφαρμόστηκαν χωρίς να δημιουργούν διακρίσεις και ότι ο προσφεύγων δεν υπήχθη στις ευεργετικές αυτές διατάξεις λόγω της εισοδηματικής καταστάσεώς του και μόνο. Στην περίπτωση αυτή όμως η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, στην οποία γίνεται έμμεσα λόγος για άνιση μεταχείριση, στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, πράγμα που θέτει όντως το ζήτημα του παραδεκτού της.
43. Ήδη όμως με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν περιγράφει ορθά τη φύση της διαφοράς, διότι θεωρεί ότι το βασικό ζήτημα είναι ο χρόνος παραγραφής της αξιώσεως από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ το βασικό ζήτημα είναι η δυνατότητα εφαρμογής στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως των διατάξεων του εθνικού δικαίου περί απαλλαγής από την υποχρέωση αποδόσεως. Η βασική επιχειρηματολογία την οποία αναπτύσσει η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της αποσκοπεί στην πλήρη εφαρμογή των διατάξεων αυτών ακόμη και στις περιπτώσεις που διέπει το κοινοτικό δίκαιο.
V - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
Α - Επί του παραδεκτού
44. Το INPS διατύπωσε ευθύς εξαρχής αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, αφενός λόγω της λακωνικότητας της αιτήσεως αυτής, η οποία εκθέτει τελείως ανεπαρκώς τα προβλήματα που ανακύπτουν στην κύρια δίκη, και αφετέρου λόγω του ότι τα υποβαλλόμενα ερωτήματα είναι, κατά την άποψη του INPS, αλυσιτελή για την έκδοση αποφάσεως επί της διαφοράς από το αιτούν δικαστήριο. Κατά το INPS, η εκκρεμής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφορά μπορεί να επιλυθεί ικανοποιητικά με βάση την εθνική νομοθεσία και μόνο. Η Αυστριακή Κυβέρνηση επίσης δεν μπόρεσε να διατυπώσει ολοκληρωμένη άποψη λόγω της λακωνικής περιγραφής του προβλήματος στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Τέλος, η Επιτροπή προέβαλε, για πρώτη φορά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αντιρρήσεις ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Η Επιτροπή αμφιβάλλει και αυτή κατά πόσον τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα είναι λυσιτελή για την ικανοποιητική επίλυση της διαφοράς.
45. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου , στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει τη λυσιτέλεια της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Σε περίπτωση που αμφισβητείται κατά πόσον τα ερωτήματα έχουν υποβληθεί ορθά προς τον σκοπό εξετάσεως της υποθέσεως από την άποψη του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αναδιατυπώσει τα ερωτήματα. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο επιδιώκει, κατά πάγια νομολογία , να παρέχει στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμα στοιχεία για την εκ μέρους του εκτίμηση της ενώπιόν του εκκρεμούς διαφοράς.
46. Μόνο όταν είναι προφανές ότι τα ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο είναι αλυσιτελή για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, π.χ. όταν πρόκειται για τεχνητή διαφορά ή τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι καθαρά υποθετικά , το Δικατήριο απορρίπτει την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ως απαράδεκτη, διότι θεωρεί ότι το έργο του, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δεν συνίσταται στην έκδοση γνωμοδοτήσεων .
47. Από την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει σε καμία περίπτωση ότι πρόκειται για τεχνητή διαφορά ή ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι καθαρά υποθετικής φύσεως. Από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως συνάγεται αντίθετα ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης υποστήριξε ήδη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου την άποψη ότι η αναζήτηση των ιταλικών συνταξιοδοτικών παροχών αντιβαίνει στο γράμμα και στο πνεύμα του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτά εκφράζονται στις αιτιολογικές σκέψεις των κανονισμών 1408/71 και 574/72. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο προσφεύγων υποστήριξε μάλιστα ότι το γεγονός ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει προθεσμία παραγραφής για τις αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ως παράβαση της υποχρεώσεως που υπέχει το Συμβούλιο ως προς τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως κατά το άρθρο 42 ΕΚ. Εν πάση περιπτώσει, το κοινοτικό δίκαιο θα έπρεπε να παρέχει ικανοποιητική λύση, είτε με ρητά προβλεπόμενη ρύθμιση είτε με την ανάλογη εφαρμογή υφισταμένων ήδη διατάξεων. Τέλος, το επίμαχο εν προκειμένω ζήτημα οφείλεται, κατά τον προσφεύγοντα, στο γεγονός ότι εν προκειμένω εμπλέκονται, λόγω ακριβώς του κοινοτικού δικαίου, τα συστήματα παροχών διαφόρων κρατών μελών. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για τεχνητή διαφορά ή για την υποβολή υποθετικής φύσεως ερωτημάτων.
48. Κατά συνέπεια, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή.
Β - Επί του βασίμου
49. Είναι προφανές ότι ούτε ο κανονισμός 1408/71 ούτε ο κανονισμός 574/72 προβλέπει ρητή ρύθμιση του ζητήματος της παραγραφής των αξιώσεων από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τούτο δεν μπορεί να οφείλεται βέβαια σε παράλειψη του κοινοτικού νομοθέτη. Ο νομοθέτης είχε οπωσδήποτε υπόψη το πρόβλημα του νέου υπολογισμού των παροχών αφενός και τη δυνατότητα αναζητήσεως των παροχών που έχουν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία αφετέρου, καθώς και τα συνακόλουθα προβλήματα των ορίων της απαιτήσεως αποδόσεως. Τούτο αποδεικνύεται από το άρθρο 49 του κανονισμού 1408/71 και το ταυτάριθμο άρθρο του κανονισμού 574/72 αφενός και από τα άρθρα 111 και 112 του κανονισμού 574/72 αφετέρου . Η μη ύπαρξη ρυθμίσεως της παραγραφής οφείλεται, αντίθετα, στις διαρθρωτικές αρχές του συντονισμού: στα κράτη μέλη εναπόκειται κατ' αρχήν να διαμορφώνουν τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεώς τους τόσο από άποψη περιεχομένου όσο και από άποψη νομικών διαδικασιών. Συναφώς, το έργο του κοινοτικού νομοθέτη έγκειται στον καθορισμό των αρχών που πρέπει να διέπουν τις περιπτώσεις ταυτόχρονης εφαρμογής διαφόρων εθνικών συστημάτων. Κατά συνέπεια, οι κανόνες για την απόδοση ποσών που έχουν καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία και η θέσπιση ενδεχομένως προθεσμιών παραγραφής εμπίπτουν κατ' αρχήν στη ρυθμιστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.
50. Έτσι, το Δικαστήριο, με την απόφαση ήδη της 12ης Νοεμβρίου 1974 στην υπόθεση Rzepa , εξέθεσε τα εξής σε σχέση με τους κανονισμούς 3 και 4, δηλαδή τους κανονισμούς τους οποίους διαδέχτηκαν οι κανονισμοί 1408/71 και 574/72:
«Δεδομένου ότι το σύστημα των κανονισμών 3 και 4 βασίζεται απλώς στον συντονισμό των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και εξακολουθούν να ισχύουν οι προθεσμίες παραγραφής των νομοθεσιών αυτών, δεν ήταν οπωσδήποτε απόλυτα αναγκαίο να περιληφθούν στους εν λόγω κανονισμούς κανόνες περί παραγραφής ή λήξεως προθεσμίας. Το άρθρο 34, παράγραφος 3, εντάσσεται στις διατάξεις του εθνικού δικαίου περί κοινωνικής ασφαλίσεως και τις συμπληρώνει· επομένως, για τις καταβολές που έχουν πραγματοποιηθεί με αυτή τη διττή νομική βάση δεν ισχύει μόνο το κοινοτικό δίκαιο, πράγμα που σημαίνει ότι οι κανόνες περί παραγραφής και περί του χρόνου της παραγραφής προκύπτουν, κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου, από το εθνικό δίκαιο κοινωνικής ασφαλίσεως.»
51. Δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό ότι στις περιπτώσεις που αφορούν το κοινοτικό δίκαιο το εθνικό δίκαιο έχει εφαρμογή αυτούσιο, χωρίς να υπεισέρχεται το κοινοτικό. Όπως υποστήριξαν ήδη με τις παρατηρήσεις τους οι μετέχοντες στη διαδικασία, το Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία , απαιτεί, κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου επί περιπτώσεων που αφορούν το κοινοτικό δίκαιο, να τηρούνται οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
52. Για παράδειγμα, με την απόφαση Edis , το Δικαστήριο δέχτηκε, όσον αφορά τις διαφορές των εθνικών ρυθμίσεων σχετικά με την απόδοση των χωρίς νόμιμη αιτία εισπραττομένων εθνικών φόρων, ότι οι διαφορές αυτές απορρέουν από το γεγονός ότι δεν υπάρχει κοινοτική ρύθμιση στον εν λόγω τομέα. Το σχετικό χωρίο της αποφάσεως του Δικαστηρίου έχει ως εξής: «Απόκειται όντως στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίσει τους διαδικαστικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, ότι δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας).»
53. Ο σεβασμός της αρχής της ισοδυναμίας προϋποθέτει «ότι ο επίμαχος κανόνας εφαρμόζεται αδιακρίτως στις προσφυγές που στηρίζονται σε παράβαση του κοινοτικού δικαίου και σ' εκείνες που στηρίζονται σε μη τήρηση του εσωτερικού δικαίου, εφόσον πρόκειται για φόρους ή τέλη του ιδίου είδους» .
54. Αν η ανωτέρω σκέψη του Δικαστηρίου εφαρμοστεί κατ' αναλογία στην παρούσα περίπτωση, τούτο θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής. Ο σεβασμός της αρχής της ισοδυναμίας προϋποθέτει ότι οι επίμαχες διατάξεις εφαρμόζονται αδιακρίτως στις νομικές σχέσεις που δημιουργούνται βάσει του κοινοτικού δικαίου και στις νομικές σχέσεις που στηρίζονται στο εσωτερικό μόνο δίκαιο, εφόσον πρόκειται για παροχές του ίδιου είδους.
55. Υπ' αυτήν την έννοια, οι ανωτέρω παρατεθέντες κανόνες περί απαλλαγής, οι οποίοι περιέχονται στο άρθρο 80 του Βασιλικού Διατάγματος 1422/1924, στο άρθρο 52 του νόμου 88/1989, στο άρθρο 13 του νόμου 412/1991 και στο άρθρο 1, παράγραφοι 260 επ., του νόμου 662/1996, μπορούν να εφαρμοστούν επίσης στην περίπτωση του προσφεύγοντος.
56. Ο ισχυρισμός του INPS σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής των κανόνων περί απαλλαγής μπορεί να δημιουργήσει παρανόηση. Ο δημόσιος αυτός φορέας τονίζει αφενός ότι υποστήριξε - όπως ακριβώς και η δημόσια αρχή που έλαβε την απόφαση επί της διοικητικής προσφυγής - ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου την άποψη ότι το άρθρο 13 του νόμου 412/1991 δεν έχει εφαρμογή σε μια περίπτωση όπως είναι αυτή του προσφεύγοντος. Εντούτοις, σε κάποιο άλλο σημείο των παρατηρήσεών του ισχυρίζεται ότι με την απάντηση που κατέθεσε σε σχέση με την προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αναγνώρισε, όπως ακριβώς και η δημόσια αρχή που αποφάνθηκε επί της διοικητικής προσφυγής του προσφεύγοντος, ότι το άρθρο 1, παράγραφοι 260 επ., του νόμου 662/1996 έχουν εφαρμογή στην περίπτωση του προσφεύγοντος. Εξάλλου, κατά το INPS, οι διοικητικές εγκύκλιοι 96 του 1997 και 84 του 2002 προβλέπουν επίσης τη δυνατότητα εφαρμογής των κανόνων περί απαλλαγής.
57. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εφαρμογή των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου επί της διαφοράς εναπόκειται, σε τελική ανάλυση, στο εθνικό δικαστήριο. Από την άποψη όμως του κοινοτικού δικαίου πρέπει να καταβάλλεται κάθε μέριμνα ώστε η υποστηριζόμενη μη εφαρμογή ορισμένων διατάξεων να μη στηρίζεται ούτε άμεσα ούτε έμμεσα στον κοινοτικό χαρακτήρα μιας νομικής διατάξεως ή νομικής σχέσεως. Το κριτήριο πρέπει να αποτελεί ο συγκρίσιμος χαρακτήρας των ρυθμιζόμενων περιπτώσεων.
58. Το γεγονός ότι η προσαύξηση της συντάξεως, η οποία εξισώνει την παροχή αυτή προς την κατώτατη σύνταξη, στηρίζεται σε αυτοτελή νομική βάση, δηλαδή εν προκειμένω στο άρθρο 8 του νόμου 153/1969, ενώ οι καθαρά εθνικές παροχές προσαυξάνονται μέχρι το ύψος της κατώτατης συντάξεως κατά τον ίδιο μεν τρόπο, αλλά με άλλη νομική βάση , δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική μεταχείριση των εν λόγω ποσών, όσον αφορά την ενδεχόμενη αναζήτησή τους.
59. Η ορθότητα του ανωτέρω συμπεράσματος δεν αναιρείται ούτε από το γεγονός ότι ο καθορισμός της συντάξεως κατά το άρθρο 8 του νόμου 153/1969 αποτελεί προσωρινό προσδιορισμό. Ο προσδιορισμός της παροχής είναι βέβαια προσωρινός, υπό την έννοια ότι η επέλευση άλλων γεγονότων, και συγκεκριμένα η χορήγηση παροχών από άλλο φορέα, έχει συνέπειες για την αξίωση του προσφεύγοντος, οπότε είναι δικαιολογημένος ο νέος υπολογισμός της παροχής που καταβάλλει το κράτος μέλος. Πρόκεται όμως για φαινόμενο που είναι εγγενές στους κανόνες περί υπολογισμού μιας παροχής, και μάλιστα τόσο στο πεδίο του κοινοτικού δικαίου όσο και εντός της εθνικής έννομης τάξης. Τούτο αποδεικνύεται, όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, π.χ. από τα άρθρα 49 και 94 και 95 του κανονισμού 1408/71, τα οποία κάνουν λόγο σε πολλά σημεία για νέο υπολογισμό της παροχής. Αυτό όμως ισχύει και για την εθνική έννομη τάξη. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση εξετάστηκε, με πρωτοβουλία του εισηγητή δικαστή, το πρόβλημα της σωρεύσεως διαφόρων παροχών εθνικών ασφαλιστικών φορέων και επιβεβαιώθηκε ρητά ότι ένα πρόσωπο έχει πλήρως τη δυνατότητα να λαμβάνει συνταξιοδοτικές παροχές που να βαρύνουν ποσοστιαία διαφόρους ασφαλιστικούς φορείς του κράτους μέλους.
60. Μέχρις όμως να επέλθουν τα νέα πραγματικά και νομικά περιστατικά, η απόφαση περί καθορισμού της παροχής που εκδίδεται βάσει του άρθρου 8 του νόμου 153/1969 πρέπει να θεωρείται οριστική. Άλλο είναι το ζήτημα ότι η επέλευση των νέων περιστατικών καθιστά αναγκαίο τον νέο υπολογισμό και ότι ο καθυστερημένος νέος υπολογισμός ενδέχεται να οδηγήσει σε αχρεώστητες καταβολές.
61. Στο σημείο αυτό αποκτά σημασία η απόφαση του Corte di cassazione 1967, της 22ας Φεβρουαρίου 1995, την οποία επικαλέστηκε η Ιταλική Κυβέρνηση. Με την εν λόγω απόφαση το εθνικό αυτό δικαστήριο χαρακτηρίζει το άρθρο 8 του νόμου 153/1969 ως ειδική διάταξη. Το Corte di cassazione εκθέτει επίσης ότι η νομική αυτή βάση υπερισχύει της γενικής νομικής βάσης που παρέχει το άρθρο 2033 του ιταλικού Αστικού Κώδικα, όσον αφορά την απαίτηση αποδόσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Συναφώς δεν μπορώ να μη συμφωνήσω με την εν λόγω απόφαση του εθνικού δικαστηρίου. Αντίθετα, είναι ιδιαίτερα προβληματική από την άποψη του κοινοτικού δικαίου η περαιτέρω συνέπεια ότι οι προϋποθέσεις ικανοποιήσεως των απαιτήσεων από αδικαιολόγητο πλουτισμό στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως π.χ. το κρίσιμο στον εν λόγω τομέα άρθρο 52 του νόμου 88/1989, δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν λόγω ακριβώς του ειδικού αυτού χαρακτήρα της νομικής βάσεως. Συγκεκριμένα, η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η γένεση της απαιτήσεως πρέπει να διακρίνεται από τις προϋποθέσεις ικανοποιήσεώς της. Οι προϋποθέσεις ικανοποιήσεως των απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί από την ταυτόχρονη εφαρμογή των νομοθεσιών των κρατών μελών δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με την αρχή της ισοδυναμίας, να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που ισχύουν για τις παρόμοιες απαιτήσεις που γεννώνται σε καθαρά εθνικό πλαίσιο.
62. Ο ισχυρισμός περί προσωρινού καθορισμού δεν μπορεί συνεπώς να αποτελέσει έγκυρο επιχείρημα κατά της εφαρμογής των κανόνων περί απαλλαγής που περιέχει η εθνική νομοθεσία, όσον αφορά τις απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό στο πεδίο της κοινωνικής ασφαλίσεως. Κατά συνέπεια, η ειδική νομική βάση που ισχύει ενδεχομένως για τις απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν μπορεί να οδηγεί σε διακρίσεις, όσον αφορά τις προϋποθέσεις ικανοποιήσεως των απαιτήσεων αποδόσεως, σε σχέση με τις απαιτήσεις αποδόσεως του πλουτισμού που προβάλλονται στο πλαίσιο της καταβολής εθνικών καθαρά συντάξεων. Επομένως, οι κανόνες περί απαλλαγής έχουν πλήρη εφαρμογή και επί των απαιτήσεων αδικαιολόγητου πλουτισμού που προβάλλονται βάσει του άρθρου 8 του νόμου 153/1969.
63. Είναι πιθανό ότι η ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου εκκρεμής διαφορά μπορεί να επιλυθεί ικανοποιητικά με βάση την απεριόριστη εφαρμογή των κανόνων περί απαλλαγής. Οι περιπτώσεις στις οποίες αποκλείεται η εφαρμογή των κανόνων περί απαλλαγής είναι ουσιαστικά αυτές στις οποίες υπάρχει δόλια συμπεριφορά του λήπτη της συντάξεως. Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται να αποκλείεται αντικειμενικά η ύπαρξη τέτοιας συμπεριφοράς. Η αποφυγή αχρεωστήτων καταβολών σημαντικού ύψους αποτελεί υποχρέωση των αρμόδιων φορέων, στο πλαίσιο της διαδικασίας αμοιβαίας ενημερώσεως· επιπλέον, ο προσφεύγων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ενημέρωσε μάλιστα τον ιταλικό φορέα, με το έγγραφο του Patronato A.C.L.Ι. της 18ης Οκτωβρίου 1988, ότι είχαν αρχίσει να του καταβάλλονται οι λουξεμβουργιανές συνταξιοδοτικές παροχές.
64. Μόνο εφόσον η κατ' αρχήν δυνατότητα εφαρμογής των κανόνων περί απαλλαγής δεν οδηγεί σε ικανοποιητική λύση της διαφοράς τίθεται το ρητώς υποβληθέν ζήτημα κατά πόσον μπορεί να συναχθεί από το κοινοτικό δίκαιο ότι ισχύει προθεσμία παραγραφής για τις αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό στον τομεά της κοινωνικής ασφαλίσεως.
65. Από την άποψη της αρχής της ισοδυναμίας είναι επίσης σημαντικό εν προκειμένω το γεγονός ότι στις περιπτώσεις που διέπονται μόνο από το εθνικό δίκαιο δεν είναι δυνατόν να προβληθεί η απαίτηση αποδόσεως μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μετά από 13 ή και περισσότερα ακόμη έτη . Το γεγονός ότι η προκειμένη διαφορά δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση επιβεβαιώνεται από τους ισχυρισμούς της Αυστριακής Κυβερνήσεως. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, του νόμου 412/1991 επιβάλλει την ετήσια επανεξέταση των περιπτώσεων παροχής συντάξεως και την τακτοποίηση των ενδεχομένως αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών εντός ενός έτους. Οι διαφορετικές διοικητικές μέθοδοι για την τεχνική αντιμετώπιση των αξιώσεων καταβολής παροχών που στηρίζονται στη σωρευτική εφαρμογή των διοικητικών συστημάτων διαφόρων κρατών μελών δεν επιτρέπεται να περιάγει σε τόσο χειρότερη θέση τους δικαιούχους συντάξεων που καταβάλλονται ποσοστιαία από άλλο κράτος μέλος.
66. Στο σημείο αυτό δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη ότι η ταυτόχρονη εφαρμογή των συστημάτων καταβολής παροχών δύο ή και περισσότερων κρατών μελών μπορεί να καταστήσει ακόμη πιο περίπλοκη τη διοικητική αντιμετώπιση των περιπτώσεων καταβολής συντάξεων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το κοινοτικό δίκαιο ρυθμίζει όχι μόνο τους ουσιαστικούς κανόνες που διέπουν την ταυτόχρονη εφαρμογή διαφόρων συστημάτων καταβολής παροχών, όπως είναι π.χ. οι τρόποι υπολογισμού των συντάξεων κατά τα άρθρα 46 και 47 του νόμου 1408/71, αλλά και τα διοικητικά ζητήματα των περιπτώσεων αυτών, όπως είναι π.χ. η υποχρέωση που έχουν όλοι οι εμπλεκόμενοι ασφαλιστικοί φορείς να αλληλοενημερώνονται «αμελλητί», σύμφωνα με το άρθρο 49 του κανονισμού 574/72, σε περίπτωση οποιασδήποτε μεταβολής που αφορά τη χορήγηση παροχής.
67. Ομολογουμένως, στην προκειμένη περίπτωση το πρόβλημα της προβολής απαιτήσεως αποδόσεως για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα προκλήθηκε από τον λουξεμβουργιανό ασφαλιστικό φορέα, ο οποίος παρέλειψε αρχικά να ενημερώσει τον ιταλικό φορέα ότι επρόκειτο να καταβληθεί η λουξεμβουργιανή σύνταξη. Αφού όμως η νομοθεσία του κράτους μέλους προβλέπει την ετήσια τακτική επανεξέταση των περιπτώσεων που διέπονται μόνο από το εθνικό δίκαιο, τότε το γεγονός ότι δεν πραγματοποιείται παρόμοια επανεξέταση κατά τη χορήγηση συντάξεων σε ορισμένο μόνο ποσοστό από τον ημεδαπό φορέα δεν μπορεί να έχει για τον ενδιαφερόμενο ουσιωδώς χειρότερες συνέπειες, διότι τούτο θα αντέβαινε στις αρχές που διέπουν την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
68. Στην προκειμένη περίπτωση ο ιταλικός ασφαλιστικός φορέας ζήτησε πληροφορίες από τον λουξεμβουργιανό φορέα για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο 1998, δηλαδή δέκα και πλέον έτη αφού είχε χορηγηθεί για πρώτη φορά η ιταλική ποσοστιαία σύνταξη. Ο ιταλικός φορέας είχε όμως από πολλές απόψεις λόγους να έχει ζητήσει προηγουμένως ήδη τέτοιες πληροφορίες.
69. Ο λουξεμβουργιανός φορέας ήταν ήδη το 1987 «φορέας εξετάσεως» . Με το έντυπο Ε 202, το οποίο φέρει σφραγίδα πρωτοκόλλου του INPS της 4ης Μαρτίου 1987 και ημερομηνία εκδόσεως από τον λουξεμβουργιανό φορέα την 23η Ιουλίου 1985 (!), ο ιταλικός ασφαλιστικός φορέας πληροφορήθηκε ότι ο προσφεύγων είχε υποβάλει αρχικά στις 11 Ιουλίου 1985 και στη συνέχεια στις 5 Φεβρουαρίου 1987 αίτηση χορηγήσεως συντάξεως. Από το έντυπο αυτό προκύπτει περαιτέρω ότι ο προσφεύγων είχε ζητήσει τη χορήγηση συντάξεως στη Γαλλία και στο Λουξεμβούργο . Ο ιταλικός φορέας άρχισε να καταβάλει στον προσφεύγοντα την αναλογούσα σύνταξη μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας του. Ο ιταλικός φορέας έπρεπε επομένως να αναμένει ότι δεν επρόκειτο να παρέλθουν δεκαετίες μέχρις ότου γεννηθεί υποχρέωση καταβολής παροχών και για τον γαλλικό και τον λουξεμβουργιανό φορέα.
70. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, ο ιταλικός φορέας είχε πληροφορηθεί οπωσδήποτε, ήδη από τον Οκτώβριο 1988, με το έγγραφο του Patronato A.C.L.Ι., τη χορήγηση της λουξεμβουργιανής συντάξεως. Το έγγραφο αυτό έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο σε φωτοαντίγραφο, ως παράρτημα 5 του δικογράφου της προσφυγής, το οποίο περιέχεται στη δικογραφία που απέστειλε το αιτούν δικαστήριο στο Δικαστήριο. Το INPS αμφισβητεί βέβαια ότι παρέλαβε το έγγραφο αυτό, οπότε δεν είναι δυνατόν επί του παρόντος να συναχθούν άλλες συνέπειες από το εν λόγω έγγραφο.
71. Εν πάση περιπτώσει όμως, ο ιταλικός φορέας είχε λόγους να δραστηριοποιηθεί κατόπιν του «προσωρινού» καθορισμού της συντάξεως και ενδεχομένως να ζητήσει περαιτέρω στοιχεία από τον λουξεμβουργιανό φορέα, δεδομένου μάλιστα ότι ο νόμος προβλέπει παρόμοιες αιτήσεις παροχής στοιχείων, όταν πρόκειται για περιπτώσεις συνταξιοδοτήσεως που διέπονται μόνο από το εθνικό δίκαιο.
72. Η προκύπτουσα από αυτή την παράλειψη σαφώς δυσμενέστερη αντιμετώπιση του προσφεύγοντος έναντι του λήπτη συντάξεως ο οποίος λαμβάνει τη σύνταξη μόνο βάσει της εθνικής νομοθεσίας αντιβαίνει στην κοινοτική αρχή της ισοδυναμίας, όσον αφορά τις προϋποθέσεις της . Καθόσον η αρχή της αποτελεσματικότητας απαγορεύει την υπερβολική δυσχέρανση της ασκήσεως των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική νομοθεσία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα αποτελέσματα της ανωτέρω περιπτώσεως αποτελούν επίσης παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικότητας.
73. Αν όμως η επίλυση της διαφοράς αποδεικνυόταν ότι δεν είναι δυνατή με την πλήρη εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί απαλλαγής, όσον αφορά τις απαιτήσεις αποδόσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού στο πεδίο της κοινωνικής ασφαλίσεως - αρμόδιο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού είναι το αιτούν δικαστήριο - τότε τίθεται οπωσδήποτε το ζήτημα των συνεπειών που έχει αυτός ο τρόπος ενέργειας, ο οποίος προσβάλλει τις κοινοτικές αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
74. Από την άποψη αυτή θα μπορούσε να εφαρμόζεται κατ' αναλογία η διετής προθεσμία των άρθρων 94 επ. του κανονισμού 1408/71. Η διετής προθεσμία αποτελεί έκφραση της επιταγής περί ασφάλειας δικαίου. Η προθεσμία αυτή εξυπηρετεί, όπως προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις, κυρίως την προστασία των ασφαλιστικών φορέων από το ενδεχόμενο να κληθούν αιφνιδίως να καταβάλουν μεγάλα ποσά για το παρελθόν. Με τον ίδιο όμως ακριβώς τρόπο πρέπει να προστατεύεται και ο λήπτης της συντάξεως . Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η προβολή απαιτήσεων αποδόσεως έναντι του καλόπιστου λήπτη παροχών που έχουν καταβληθεί πριν από περισσότερα από δύο έτη. Τα ανωτέρω ισχύουν φυσικά μόνο εφόσον δεν υφίστανται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις στο εσωτερικό δίκαιο.
VI - Πρόταση
75. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα:
1) Δεν είναι συμβατές με τους σκοπούς των κανονισμών (ΕΟΚ) 1408/71 και 574/74 του Συμβουλίου οι εθνικές διατάξεις οι οποίες προβλέπουν, στην περίπτωση που υπάρχει απαίτηση από αδικαιολόγητο πλουτισμό που οφείλεται στην εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, τη δυνατότητα αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό. Σύμφωνα με την αρχή της ισοδυναμίας, οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας περί απαλλαγής από την υποχρέωση αποδόσεως, οι οποίες έχουν εφαρμογή επί των συγκρίσιμων περιπτώσεων που ρυθμίζονται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο, έχουν πλήρως εφαρμογή και επί των περιπτώσεων που ρυθμίζονται από το κοινοτικό δίκαιο.
2) Η διετής προθεσμία που προβλέπεται στους τίτλους VII των κανονισμών (ΕΟΚ) 1408/71 και 574/72, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και η οποία ισχύει για την αναδρομική προβολή των αξιώσεων που στηρίζονται στους εν λόγω κανονισμούς μπορεί - με την επιφύλαξη των ευνοϊκότερων διατάξεων της οικείας εθνικής νομοθεσίας - να προβληθεί κατ' αναλογία και σε σχέση με την επανεξέταση και τον νέο υπολογισμό των αναλογουσών συνταξιοδοτικών παροχών, αν οποιαδήποτε άλλη μέθοδος, η οποία θα αντέβαινε στις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, είχε ως αποτέλεσμα να περιάγεται ο λήπτης μιας κατ' εφαρμογήν του κοινοτικού δικαίου αναλογικής συντάξεως σε δυσμενέστερη θέση έναντι του λήπτη συντάξεως που χορηγείται βάσει του εθνικού και μόνο δικαίου. Η διετής προθεσμία αρχίζει να τρέχει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ανακοινώθηκε στον λήπτη της συντάξεως για πρώτη φορά ότι πρόκειται να αναζητηθούν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά.
Full & Egal Universal Law Academy