ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 20ής Ιανουαρίου 2004(1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-37/02 και C-38/02
Adriano Di Lenardo Srl
κατά
Ministero del Commercio con l'Estero
και
[αίτηση του Tribunale amministrativo regionale per il Veneto (Ιταλία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Dilexport Srl
κατά
Ministero del Commercio con l'Estero
[αίτηση του Tribunale amministrativo regionale per il Veneto (Ιταλία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Μπανάνες – Ρύθμιση εισαγωγών – Κανονισμός (ΕΚ) 896/2001 – Κύρος – Ασφάλεια δικαίου – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη – Αναδρομικότητα – Ελεύθερη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας
Πίνακας περιεχομένων I – Εισαγωγή II – Το νομικό πλαίσιο Α – Κανονισμοί του Συμβουλίου 1. Κανονισμός 404/93 2. Κανονισμός 1637/98 3. Κανονισμός 216/2001 Β – Λεπτομέρειες εφαρμογής της Επιτροπής 1. Κανονισμός 1442/93 2. Κανονισμός 2362/98 3. Κανονισμός 896/2001 III – Τα πραγματικά περιστατικά, οι διαδικασίες της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα IV – Επί του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος Α – Επιχειρήματα των διαδίκων 1. Κύρια επιχειρήματα των Di Lenardo και Dilexport 2. Κύρια επιχειρήματα της Επιτροπής Β – Εκτίμηση 1. Οι προς εξέταση διατάξεις 2. Εξέταση των άρθρων 3, 4, 5 και 31 του κανονισμού 896/2001 βάσει της υφιστάμενης νομικής καταστάσεως α) Το άρθρο 3 β) Άρθρα 4 και 5 γ) Άρθρο 31 3. Έλεγχος υπό το φως της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας καθώς και των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου α) Απαγόρευση της αναδρομικότητας β) Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και ασφάλεια δικαίου V – Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος: Άρθρο 6 του κανονισμού 896/2001 Α – Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων Β – Εκτίμηση VI – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. H παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά τη ρύθμιση εισαγωγών μπανανών, ιδίως δε ενός κανονισμού για την εφαρμογή του –ως έχει τροποποιηθεί– κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (2) .
II – Το νομικό πλαίσιο
2. Το κοινοτικό σύστημα της εισαγωγής μπανανών στηρίζεται από νομικής απόψεως σε ένα κανονισμό του Συμβουλίου και σε θεσπισθείσες συναφώς εκτελεστικές διατάξεις της Επιτροπής. Από της θεσπίσεως του συστήματος του 1993 έχουν επέλθει αρκετές τροποποιήσεις επ’ αμφοτέρων των επιπέδων.
Α – Α – Κανονισμοί του Συμβουλίου
1. Κανονισμός 404/93
3. Με τον κανονισμό 404/93, δημιουργήθηκε από την 1η Ιουλίου 1993 μια κοινή ρύθμιση εισαγωγών μπανανών (άρθρα 15 έως 20). Η ρύθμιση αυτή κάνει διάκριση μεταξύ μπανανών από την Κοινότητα, μπανανών από τις χώρες ΑΚΕ και μπανανών από άλλες τρίτες χώρες. Όσον αφορά τις μπανάνες ΑΚΕ, γίνεται διάκριση μεταξύ παραδοσιακών και μη παραδοσιακών μπανανών. Αρχικώς, το σύστημα αυτό προέβλεπε μια ετήσια δασμολογική ποσόστωση για μπανάνες από τρίτες χώρες και για μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ. Η ποσόστωση αυτή κατανεμόταν σε επιχειρηματίες που εμπορεύονταν μπανάνες τρίτων χωρών και/ή μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ (κατηγορία Α), σε επιχειρηματίες που εμπορεύονταν μπανάνες κοινοτικής παραγωγής και/ή παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ (κατηγορία Β) και σε επιχειρηματίες που από το 1992 άρχισαν την εμπορία άλλων πλην των τελευταίων μπανανών (κατηγορία C).
4. Η δέκατη τρίτη και η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 404/93 έχουν ως εξής:
«ότι, προκειμένου να τηρηθούν οι προαναφερόμενοι στόχοι και ταυτόχρονα να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες της εμπορίας μπανάνας, για τη διαχείριση της δασμολογικής ποσόστωσης πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, των επιχειρηματιών που έχουν ήδη θέσει σε εμπορία μπανάνες τρίτων χωρών και μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ και, αφετέρου, των επιχειρηματιών που έχουν ήδη εμπορευθεί μπανάνες κοινοτικής παραγωγής και μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ, συγχρόνως δε να κρατείται μια ποσότητα για τους νέους επιχειρηματίες που ανέλαβαν πρόσφατα εμπορική δραστηριότητα ή πρόκειται να αναλάβουν εμπορική δραστηριότητα στον τομέα αυτό·[…]
ότι, κατά τον καθορισμό των συμπληρωματικών κριτηρίων που πρέπει να πληρούν οι επιχειρηματίες, η Επιτροπή καθοδηγείται από την αρχή ότι τα πιστοποιητικά πρέπει να χορηγούνται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν αναλάβει τον εμπορικό κίνδυνο της εμπορίας μπανανών και από την ανάγκη να αποφευχθεί η διατάραξη των συνήθων εμπορικών σχέσεων μεταξύ των ατόμων που συμμετέχουν στο κύκλωμα της εμπορίας».
2. Κανονισμός 1637/98
5. Οι συμφωνίες που συνάφθηκαν στο πλαίσιο του WTO μεταφέρθηκαν στο κοινοτικό δίκαιο με τον κανονισμό (ΕΚ) 1637/98 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για την τροποποίηση του κανονισμού 404/93 (3) . Εν προκειμένω, διατηρήθηκε η διάκριση σε διάφορες κατηγορίες επιχειρηματιών.
6. Κατά το άρθρο 16, δεύτερο εδάφιο, όπως έχει τροποποιηθεί, νοούνται ως
«1) “παραδοσιακές εισαγωγές κρατών ΑΚΕ”: οι εισαγωγές στην Κοινότητα μπανανών καταγωγής των κρατών που απαριθμούνται στο παράρτημα, μέχρι την ποσότητα 857 700 τόνων (καθαρό βάρος) ετησίως· ονομάζονται “παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ”·
2) “μη παραδοσιακές εισαγωγές κρατών ΑΚΕ”: οι εισαγωγές στην Κοινότητα μπανανών καταγωγής κρατών ΑΚΕ, που δεν εμπίπτουν στον ορισμό του σημείου 1, ονομάζονται “μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ”·
3) “εισαγωγές τρίτων κρατών μη ΑΚΕ”: οι μπανάνες που εισάγονται στην Κοινότητα καταγωγής τρίτων κρατών εκτός των κρατών ΑΚΕ. ονομάζονται “μπανάνες τρίτων κρατών”.»
3. Κανονισμός 216/2001
7. Σε σχέση με τα προβλήματα που συνδέονται με τον WTO, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 216/2001, της 29ης Ιανουαρίου 2001, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (4) , νέες διατάξεις για τις εισαγωγές, που άρχισαν να εφαρμόζονται από την 1η Ιουλίου 2001.
8. Το άρθρο 17 του κανονισμού 404/93, όπως έχει τροποποιηθεί, έχει, μεταξύ άλλων, ως εξής:
«Στο μέτρο που είναι αναγκαίο, η εισαγωγή μπανανών στην Κοινότητα εξαρτάται από την προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής, το οποίο εκδίδεται από τα κράτη μέλη μετά από αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής του στην Κοινότητα, υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που έχουν θεσπισθεί για την εφαρμογή των άρθρων 18 και 19.
Το πιστοποιητικό εισαγωγής ισχύει σε ολόκληρη την Κοινότητα […]»
9. Το άρθρο 18 προβλέπει για μπανάνες από τρίτες χώρες το άνοιγμα δασμολογικών ποσοστώσεων (Α, B και C).
10. Το άρθρο 19, όπως έχει τροποποιηθεί, έχει ως εξής:
«1. Η διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων μπορεί να διενεργείται κατ’ εφαρμογή της μεθόδου που βασίζεται στη συνεκτίμηση των παραδοσιακών εμπορικών ροών (σύμφωνα με τη μέθοδο που αποκαλείται “παραδοσιακοί/νεοεισερχόμενοι”) ή/και με βάση άλλες μεθόδους.
2. Η θεσπιζόμενη μέθοδος λαμβάνει υπόψη, κατά περίπτωση, την ανάγκη διατήρησης της ισορροπίας στον εφοδιασμό της κοινοτικής αγοράς.»
11. Κατά το άρθρο 20, στοιχείο α΄, η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27. Οι λεπτομέρειες αυτές αφορούν κυρίως τους τρόπους διαχείρισης δασμολογικών ποσοστώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 18.
Β – Β – Λεπτομέρειες εφαρμογής της Επιτροπής
1. Κανονισμός 1442/93
12. Προς εφαρμογή του κανονισμού 404/93 και με βάση το άρθρο 20 αυτού, εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1442/93 της Επιτροπής, της 10ης Ιουνίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (5) . Στον κανονισμό αυτόν καθορίζονται τα κριτήρια προσδιορισμού των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και B σε σχέση με μια περίοδο αναφοράς.
2. Κανονισμός 2362/98
13. Προς εφαρμογή του κανονισμού 1637/98, εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) 2362/98 της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 1998, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (6) . Με τον κανονισμό αυτόν καταργήθηκε η κατανομή των ποσοστώσεων στις τρεις κατηγορίες επιχειρηματιών και εισήχθη η διάκριση σε παραδοσιακούς και νέους επιχειρηματίες.
14. Ως παραδοσιακοί επιχειρηματίες νοούνται εμπορικοί φορείς που κατά τα έτη 1994, 1995 και 1996 εισήγαγαν ορισμένη ελάχιστη ποσότητα από τρίτες χώρες και/ή από χώρες ΑΚΕ. Ως νεοεμφανιζόμενοι επιχειρηματίες, αντιθέτως, νοούνται εᄐπορικοί φορείς που κατά τη διάρκεια ενός από τα τρία έτη που προηγούνται άμεσα του έτους για το οποίο ζητείται η καταχώριση άσκησαν εμπορική δραστηριότητα ως εισαγωγείς για ίδιο λογαριασμό και αυτοτελώς και έχουν πραγματοποιήσει εισαγωγές δηλωθείσας αξίας στο τελωνείο ίσης ή μεγαλύτερης των 400 000 ECU. Ενώ στους παραδοσιακούς επιχειρηματίες κατανεμόταν ετησίως ποσότητα αναφοράς βάσει των μπανανών που πράγματι εισήχθησαν κατά την περίοδο αναφοράς, οι νέοι επιχειρηματίες ελάμβαναν μόνο μια –χορηγούμενη βάσει όλων των αιτήσεων κατανομής και βάσει αυτής της κατηγορίας επιχειρηματιών– καθορισμένη ποσότητα.
3. Κανονισμός 896/2001
15. Με τον κανονισμό (ΕΚ) 896/2001 της Επιτροπής, της 7ης Μαΐου 2001, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (7) , θεσπίστηκαν οι λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 216/2001. Ο κανονισμός αυτός δημοσιεύθηκε στις 8 Μαΐου 2001 και είχε εφαρμογή από την 1η Ιουλίου 2001.
16. Ο κανονισμός αυτός, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού ,θεσπίζει τις λεπτομέρειες του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών που εφαρμόζονται, αφενός, στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93 και, αφετέρου, εκτός αυτού του πλαισίου.
17. Με τον κανονισμό αυτόν, η διάκριση μεταξύ παραδοσιακών και νέων επιχειρηματιών αντικαταστάθηκε με τη διάκριση σε παραδοσιακούς και μη παραδοσιακούς επιχειρηματίες, όπου εντός των παραδοσιακών επιχειρηματιών γίνεται διαφοροποίηση μεταξύ Α/B (τρίτων χωρών και/ή μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ) και C (παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ).
18. Κατά την έβδομη αιτιολογική σκέψη:
«7) Η πείρα πολλών ετών εφαρμογής του κοινοτικού καθεστώτος εισαγωγής μπανανών δείχνει ότι πρέπει να ενισχυθούν τα κριτήρια που τάσσονται για τους μη παραδοσιακούς εμπορευομένους και για τη δυνατότητα αποδοχής νέων εμπορευομένων, ώστε να αποφεύγεται η καταχώρηση ψευδεπώνυμων απλών παραγόντων και η χορήγηση μεριδίων σε όσους υποβάλλουν τεχνητές ή κερδοσκοπικές αιτήσεις. Ειδικότερα, δικαιολογείται η απαίτηση ελάχιστης πείρας στο εμπόριο εισαγωγής νωπών μπανανών. […]. Επιδιώκοντας τον ίδιο σκοπό, θα πρέπει να εξαρτηθεί η χορήγηση ενός μεριδίου, κατά τα επόμενα έτη, από μια ελάχιστη χρησιμοποίηση του ετήσιου μεριδίου του προηγούμενου έτους.»
19. Το άρθρο 3 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοείται ως:
1) “παραδοσιακός εμπορευόμενος”: ο οικονομικός παράγων, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μεμονωμένος φορέας ή ομάδα, που είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια της περιόδου που καθορίζει την ποσότητά του αναφοράς, ο οποίος αγόρασε από παραγωγούς, για λογαριασμό του, μια ελάχιστη ποσότητα μπανανών καταγωγής τρίτων χωρών, ή ενδεχομένως παρήγαγε μπανάνες, και στη συνέχεια τις απέστειλε και τις πώλησε στην Κοινότητα.
Η οριζόμενη στο προηγούμενο εδάφιο ενέργεια αποκαλείται στο εξής “πρωτογενής εισαγωγή”.
[…]
2) “Παραδοσιακός εμπορευόμενος A/B”: ο παραδοσιακός εμπορευόμενος ο οποίος πραγματοποίησε την ελάχιστη ποσότητα πρωτογενών εισαγωγών “μπανανών τρίτων χωρών” ή/και μπανανών “μη παραδοσιακών ΑΚΕ” σύμφωνα με τους ορισμούς που δίνονται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΟΚ). 404/93, στην τροποποιημένη έκδοσή του με τον κανονισμό (ΕΚ). 1673/98 […]·
3) “Παραδοσιακός εμπορευόμενος C”: ο παραδοσιακός εμπορευόμενος ο οποίος πραγματοποίησε την ελάχιστη ποσότητα πρωτογενών εισαγωγών “παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ” ή/και μπανανών “μη παραδοσιακών ΑΚΕ” σύμφωνα με τους ορισμούς που δίνονται στο προαναφερόμενο άρθρο 16, στην τροποποιημένη έκδοσή του με τον κανονισμό (ΕΚ) 1637/98.»
20. Σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη:
«5) Είναι σκόπιμο να επιλεγεί ως περίοδος αναφοράς, για τον ορισμό των κατηγοριών εμπορευομένων και τον υπολογισμό, των ποσοτήτων αναφοράς των παραδοσιακών εμπορευομένων, η τριετής περίοδος 1994-1996. Η τριετής περίοδος 1994-1996 αποτελεί το τελευταίο τριετές διάστημα για το οποίο η Επιτροπή διαθέτει επαρκώς επαληθευμένα στοιχεία για τις πρωτογενείς εισαγωγές. Κατά το διάστημα αυτό επιδέχεται επίσης να επιλυθεί η από πολλών ετών σοβούσα διαμάχη με ορισμένους εμπορικούς εταίρους της Κοινότητας. Λαμβάνοντας υπόψη τα διαθέσιμα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί για τη διαχείριση των ποσοστώσεων που άνοιξαν το 1998, δεν είναι ανάγκη να προβλεφθεί καταχώρηση των παραδοσιακών εμπορευομένων.»
21. Το άρθρο 4 ορίζει ιδίως, τα εξής (8) :
«1) Η ποσότητα αναφοράς εκάστου παραδοσιακού εμπορευόμενου Α/Β προσδιορίζεται, κατόπιν απλής γραπτής αιτήσεως του εμπορευομένου, υποβαλλόμενης το αργότερο στις 11 Μαΐου 2001, με βάση τον μέσο όρο των πρωτογενών εισαγωγών μπανανών τρίτων χωρών ή/και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ κατά τα έτη 1994, 1995 και 1996, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως προς το έτος 1998 για τη διαχείριση της δασμολογικής ποσόστωσης εισαγωγής μπανανών καταγωγής τρίτων χωρών και των ποσοτήτων μη παραδοσιακών ΑΚΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93, οι οποίες εφαρμόζονται για την κατηγορία εμπορευομένων της παραγράφου 1, στοιχείο α΄, του ιδίου άρθρου.
2) Η ποσότητα αναφοράς εκάστου παραδοσιακού εμπορευομένου C προσδιορίζεται, κατόπιν απλής γραπτής αιτήσεως του εμπορευομένου, υποβαλλόμενης το αργότερο στις 11 Μαΐου 2001, με βάση τον μέσο όρο των πρωτογενών εισαγωγών παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ κατά τα έτη 1994, 1995 και 1996, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των παραδοσιακών ποσοτήτων μπανανών χωρών ΑΚΕ ως προς το έτος 1998.
[…]»
22. Σύμφωνα με τη δέκατη αιτιολογική σκέψη:
«10) Κρίνεται ενδεδειγμένο, για την εφαρμογή του καθεστώτος των δασμολογικών ποσοστώσεων από την 1η Ιουλίου 2001, να διατηρηθούν τα μέσα περιοδικής διαχείρισης που δημιουργήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) 2362/98 της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 1998, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα […], όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) 1632/2000 […], με παράλληλη προσαρμογή των λεπτομερειών στο μέτρο που είναι αναγκαίο. Αυτό αφορά ιδίως τον καθορισμό ενδεικτικών ποσοτήτων για τα τρία πρώτα τρίμηνα, τον καθορισμό ανωτάτων ορίων για τις εξατομικευμένες αιτήσεις, την περιοδικότητα υποβολής των αιτήσεων πιστοποιητικών και της έκδοσής τους, καθώς και την έκδοση πιστοποιητικών επαναχρησιμοποίησης των ποσοτήτων που έχουν μείνει αχρησιμοποίητες. Πάντως, η χωριστή διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων A και B, αφενός, και C, αφετέρου, όσον αφορά το διατιθέμενο στους παραδοσιακούς εμπορευομένους μερίδιο, σημαίνει ότι οι εν λόγω εμπορευόμενοι μπορούν να υποβάλλουν αιτήσεις για πιστοποιητικά μόνο στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης βάσει της οποίας τους παραχωρήθηκε και τους κοινοποιήθηκε μια ποσότητα αναφοράς.»
23. Το άρθρο 5 έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 15 Μαΐου 2001, το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2.
2. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανακοινώσεις που πραγματοποιούνται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, και σε συνάρτηση με τη διαθέσιμη ποσότητα των δασμολογικών ποσοστώσεων Α/Β και C, η Επιτροπή καθορίζει, εάν συντρέχει λόγος, έναν συντελεστή προσαρμογής, που θα εφαρμοστεί στην ποσότητα αναφοράς κάθε εμπορευομένου.
3. Σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 2, οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν σε κάθε εμπορευόμενο, το αργότερο στις 7 Ιουνίου 2001, την ποσότητά του αναφοράς εφαρμόζοντας τον συντελεστή προσαρμογής.
4. Στο παράρτημα παρατίθεται ο κατάλογος των αρμοδίων αρχών σε κάθε κράτος μέλος. Ο κατάλογος αυτός τροποποιείται ατό την Επιτροπή κατόπιν αιτήσεως των κρατών μελών.»
24. Το άρθρο 6 έχει ως εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως “μη παραδοσιακός εμπορευόμενος”, νοείται ο οικονομικός παράγων που είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα κατά την καταχώρησή του, ο οποίος:
α) άσκησε εμπορική δραστηριότητα εισαγωγής στην Κοινότητα νωπών μπανανών της κλάσης ΣΟ 0803 00 19, για ίδιο λογαριασμό και αυτόνομα, στη διάρκεια τουλάχιστον ενός από το δύο έτη που προηγούνται άμεσα του έτους για το οποίο ζητείται η καταχώρηση·
β) πραγματοποίησε, στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, εισαγωγές δηλωθείσας αξίας ίσης ή μεγαλύτερης από 1 200 000 ευρώ κατά τη διάρκεια της περιόδου που καθορίζεται στο στοιχείο α΄ και
γ) δεν διαθέτει ποσότητα αναφοράς ως παραδοσιακός εμπορευόμενος στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης βάσει της οποίας ζητεί την καταχώρησή του κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 και δεν αποτελεί φυσικό ή νομικό πρόσωπο συνδεόμενο με έναν παραδοσιακό εμπορευόμενο σύμφωνα με το άρθρο 143 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής. […]»
25. Το άρθρο 143 του κανονισμού 2454/93 (9) , ως έχει κατά τον κανονισμό (ΕΚ) 46/1999 της Επιτροπής, της 8ης Ιανουαρίου 1999, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ). 2454/93 για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (10) , ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου 3 του τίτλου ΙΙ του κώδικα και των διατάξεων του παρόντος τίτλου, πρόσωπα θεωρούνται ως συνδεόμενα μόνον αν:
α) το ένα μετέχει στη διεύθυνση ή στο διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης του άλλου, και αντίστροφα·
β) έχουν από νομική άποψη την ιδιότητα των εταίρων·
[…]
δ) ένα οποιοδήποτε πρόσωπο έχει στην κυριότητά του, ελέγχει ή κατέχει άμεσα ή έμμεσα 5 % ή περισσότερο των μετοχών ή μεριδίων με δικαίωμα ψήφου, του ενός και του άλλου·
ε) το ένα από αυτά ελέγχει το άλλο άμεσα ή έμμεσα·
στ) και τα δύο ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από ένα τρίτο πρόσωπο·
ζ) και τα δύο μαζί ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα ένα τρίτο πρόσωπο·
[…]
2. Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, τα πρόσωπα που συνδέονται οικονομικά μεταξύ τους λόγω του ότι το ένα είναι ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος, διανομεύς ή κατ’ αποκλειστικότητα εμπορευόμενος του άλλου, ανεξάρτητα από το πώς κατονομάζεται το άλλο τούτο πρόσωπο, θεωρούνται ως συνδεόμενα μόνο αν εμπίπτουν σε ένα από τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1.»
26. Το άρθρο 31 του κανονισμού 896/2001 προβλέπει ότι ο κανονισμός 2362/98 καταργείται από την 1η Ιουλίου 2001, αλλά παραμένει σε εφαρμογή για τα πιστοποιητικά εισαγωγής που εκδίδονται ως προς το έτος 2001. Ως περαιτέρω μεταβατικές διατάξεις, το άρθρο 28 προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. Για το δεύτερο εξάμηνο του 2001, οι διαθέσιμες ποσότητες ανέρχονται σε:
– 1 137 159 τόνους για τις δασμολογικές ποσοστώσεις Α/Β,
– 509 359 τόνους για τη δασμολογική ποσόστωση C.
2. Για το δεύτερο εξάμηνο του 2001, η ποσότητα αναφοράς εκάστου παραδοσιακού εμπορευομένου που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 4 και μετά την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, πολλαπλασιάζεται επί τον συντελεστή 0,4454 για τον παραδοσιακό εμπορευόμενο Α/Β και επί τον συντελεστή 0,5992 για τον παραδοσιακό εμπορευόμενο C.
[…]»
III – Τα πραγματικά περιστατικά, οι διαδικασίες της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
27. Οι δύο ιταλικές εταιρίες, η Di Leonardo Adriano Srl και η Dilexport Srl (στο εξής Di Leonardo και Dilexport), δραστηριοποιούνται στον τομέα εισαγωγής και εμπορίου νωπών μπανανών από τρίτες χώρες. Από το 1993 έχουν αναγνωρισθεί και καταχωρισθεί στην Ιταλία ως εμπορευόμενες που δικαιούνται προσβάσεως στην κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως κατά την έννοια του κανονισμού 404/93 και των λεπτομερειών εφαρμογής της Επιτροπής. Υπ’ αυτή την ιδιότητα, ασκούσαν δραστηριότητα έως τις 30 Ιουνίου 2001. Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, οι Di Leonardo και Dilexport πρέπει να θεωρηθούν ως συνδεόμενες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 143 του κανονισμού 2454/93, διότι συνδέονται μεταξύ τους λόγω ορισμένων προσώπων που δρουν ως εταίροι.
28. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 του κανονισμού 896/2001, οι Di Leonardo και Dilexport ζήτησαν στις 11 Μαΐου 2001 από το Ministero del Comercio con l’ Estero (Υπουργείο Εξωτερικού Εμπορίου) να συμμετάσχουν στη δασμολογική ποσόστωση Α/Β για το δεύτερο εξάμηνο του 2001 (1 137 159 τόνους) και παρακάλεσαν να τους ανακοινωθούν οι χορηγούμενες ποσότητες έως τις 7 Ιουνίου 2001.
29. Με απόφαση της 17ης Μαΐου 2001, το Υπουργείο Εξωτερικού Εμπορίου απέρριψε τις αιτήσεις λόγω του ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 896/2001, εφόσον διαπιστώθηκε ότι δεν διενεργήθηκε καμία πρωτογενής εισαγωγή μπανανών κατά τα έτη 1994, 1995 και 1996.
30. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι Di Leonardo και Dilexport άσκησαν ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Veneto προσφυγή ζητώντας την ακύρωσή της και να αναγνωρισθεί ότι το Υπουργείο Εξωτερικού Εμπορίου υποχρεούται να τους επιτρέψει ως παραδοσιακούς εμπορευομένους τη συμμετοχή στην κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως Α/B για το δεύτερο εξάμηνο του 2001. Προς στήριξη της προσφυγής τους, εκθέτουν ότι ο κανονισμός 896/2001 συνιστά παράβαση του κανονισμού 404/93, των άρθρων 5 και 7 ΕΚ, παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και παράβαση του άρθρου 6 ΕΕ και, επομένως, είναι άκυρος.
31. Το Υπουργείο Εξωτερικού Εμπορίου θεωρεί ότι η αρνητική απόφαση είναι νόμιμη, διότι οι Di Leonardo και Dilexport ουδέποτε εμφανίσθηκαν στην αγορά ως πρωτογενείς εισαγωγείς, αλλά ως δευτερογενείς εισαγωγείς ή ως πραγματοποιούντες ωρίμανση και υπό την ιδιότητα αυτή συμμετείχαν στην κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως του έτους 1998.
32. Με δύο διατάξεις περί παραπομπής, το Tribunale amministrativo regionale per il Veneto υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι τα άρθρα 1, 3, 4, 5 και 31 του κανονισμού (ΕΚ) 896/2001 αντίθετα ή όχι, in primis, προς τη Συνθήκη, ειδικότερα το άρθρο 7 (πρώην άρθρο 4) και προς τις άλλες διατάξεις ή αρχές που περιλαμβάνονται στην ίδια Συνθήκη όσον αφορά την αρχή της διακρίσεως των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών οργάνων (ειδικότερα του Συμβουλίου και της Επιτροπής);
2) Αντιβαίνουν τα ίδια αυτά άρθρα του κανονισμού (ΕΚ) 896/2001 προς την αρχή της αναδρομικότητας των νόμων και των συναφών αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου;
3) Αντιβαίνουν οι ίδιες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 896/2001 προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993 (και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις και προσθήκες), ειδικότερα προς το άρθρο 20 του κανονισμού αυτού;
4) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα προηγούμενα ερωτήματα, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 6 του παρατεθέντος κανονισμού της Επιτροπής, ειδικότερα η διάταξη του στοιχείου γ΄, απαγορεύοντας στους οικονομικούς παράγοντες που συνδέονται με τους παραδοσιακούς εμπορευόμενους να συμμετάσχουν στην κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως ακόμη και ως “μη παραδοσιακοί εμπορευόμενοι”, αντιβαίνει προς το θεμελιώδες δικαίωμα ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, ειδικότερα της ελευθερίας αναλήψεως επιχειρηματικής δραστηριότητας;»
IV – Επί του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
33. Και τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το κύρος των ίδιων διατάξεων, δηλαδή των άρθρων 1, 3, 4, 5 και 31 του κανονισμού 896/2001, και ως εκ τούτου πρέπει να εξετασθούν από κοινού.
Α – Α – Επιχειρήματα των διαδίκων
1. Κύρια επιχειρήματα των Di Lenardo και Dilexport
34. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, δηλαδή επί των αρμοδιοτήτων των κοινοτικών οργάνων και επί της Συνθήκης ΕΚ, προβάλλεται ότι κατά το άρθρο 7 ΕΚ κάθε όργανο μπορεί να ενεργεί μόνον εντός των ορίων των εξουσιών που του μεταβιβάζονται με τη Συνθήκη και ότι το άρθρο 20 του κανονισμού 404/93, ως έχει κατά τον κανονισμό 216/2001, εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής. Η Επιτροπή, εντούτοις, με τον κανονισμό 896/2001, υποκατέστησε το Συμβούλιο. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί η προσθήκη της έννοιας του πρωτογενούς εισαγωγέα κατά το άρθρο 3 αυτού του κανονισμού και η προϋπόθεση ότι μόνον πρωτογενείς εισαγωγείς μπορούν να θεωρούνται ως παραδοσιακοί εμπορευόμενοι. Επομένως, υφίσταται αντίθεση προς τον σκοπό του κανονισμού 404/93 που έγκειται στο να μη διαταράσσονται οι εμπορικοί δεσμοί μεταξύ των διαφόρων σταδίων του εμπορίου.
35. Το άρθρο 1 του κανονισμού 896/2001 συνιστά παραβίαση της αρχής της κατανομής των αρμοδιοτήτων και επομένως παράβαση του άρθρου 7 ΕΚ. Ο παράνομος χαρακτήρας του άρθρου 3 του κανονισμού 896/2001 συνεπάγεται και την παρανομία των άρθρων 4, 5 και 31 αυτού.
36. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, δηλαδή επί της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας, της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, προβάλλεται ότι οι προπαρατεθέντες νεωτερισμοί είχαν ως αποτέλεσμα μια επανάσταση στο σύστημα του κανονισμού 404/93, διότι αποκλείστηκαν επιχειρήσεις με πείρα πλέον των 20 ετών. Με αυτό το δυσανάλογο μέτρο, η Επιτροπή προσέβαλε τα θεμελιώδη δικαιώματα της προστασίας της ιδιοκτησίας και του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέβη δε επίσης το άρθρο 5 ΕΚ.
37. Η εφαρμογή της νέας εννοίας των «παραδοσιακών εμπορευομένων» στα έτη αναφοράς 1994 έως 1996 συνεπάγεται αναδρομικότητα και επομένως συνιστά παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κα της ασφάλειας δικαίου.
38. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, δηλαδή της ενδεχομένης αντιφάσεως μεταξύ του κανονισμού 896/2001 και του κανονισμού 404/93, προβάλλεται ότι η Επιτροπή εισήγαγε στον κανονισμό 896/2001 μια κατανομή και έναν ορισμό που είναι τελείως ξένοι προς τον κανονισμό 404/93. Επομένως, παρέβη όχι μόνον το άρθρο 7 ΕΚ, αλλά και τον κανονισμό 404/93, μάλιστα δε το θεσπισθέν με το άρθρο 20 αυτού εξουσιοδοτικό έρεισμα.
2. Κύρια επιχειρήματα της Επιτροπής
39. Κατά την άποψη της Επιτροπής, μόνον τα άρθρα 3, 4, 5 και 6 του κανονισμού 896/2001 έχουν σχέση με την κύρια δίκη. Δεδομένου ότι όλες αυτές οι διατάξεις δεν μπορούν να αξιολογηθούν βάσει των ίδιων κανόνων ή αρχών, υποστηρίζει ότι πρέπει να εξετασθεί χωριστά κάθε μία διάταξη κατ’ απόκλιση από τη διατύπωση του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.
40. Όσον αφορά το κύρος του άρθρου 3 του κανονισμού 896/2001, πρέπει να ληφθεί ως κριτήριο το άρθρο 7, παράγραφος 1, ΕΚ και το άρθρο 211, τέταρτη περίπτωση, ΕΚ, καθώς και το άρθρο 20, στοιχείο α, ως έχει κατά τον κανονισμό 216/2001.
41. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο όρος «επίτευξη» στον γεωργικό τομέα και το εξουσιοδοτικό έρεισμα του άρθρου 20 του κανονισμού 404/93 πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως. Οι κανόνες αυτοί τηρούνται.
42. Ο κανονισμός 404/93 περιέχει μόνο στις αιτιολογικές σκέψεις, όχι όμως και στο κανονιστικό μέρος, συγκεκριμένα στοιχεία για τους οικονομικούς παράγοντες, αντιθέτως δε προβαίνει σε διαφοροποιήσεις ανάλογα με το είδος των εισαγωγών. Από αυτό συνάγεται ότι το Συμβούλιο ουδόλως θέλησε να θέσει αυστηρά κριτήρια για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής. Ως εκ τούτου, ήταν αναγκαίος ο λεπτομερέστερος καθορισμός των υποκειμενικών κριτηρίων. Επί πλέον, η Επιτροπή όφειλε να προσέξει τα διάφορα είδη των εισαγωγών καθώς και τη διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων ανάλογα με το είδος των εμπορευομένων (παραδοσιακών ή νέων) και να εξασφαλίσει συναφώς τον εφοδιασμό της κοινής αγοράς.
43. Ο ορισμός του όρου «παραδοσιακοί εμπορευόμενοι» στηρίζεται στην έννοια της πρωτογενούς εισαγωγής και συνάδει προς τον κανονισμό 404/93. Ο κανονισμός αυτός αναφέρεται μάλιστα ρητώς στο πλαίσιο του ορισμού των «παραδοσιακών εμπορευομένων Α/Β» και «C». Η χρησιμοποίηση ως γνώμονα των πρωτογενών εισαγωγών εξυπηρετεί την ανάπτυξη των εμπορικών διαρθρώσεων και θα πρέπει να ενισχύσει τη διαφάνεια στις εμπορικές σχέσεις.
44. Επί πλέον, ο όρος «πρωτογενής εισαγωγή» δεν είναι νέος. Η επάνοδος σ’ αυτή τη ρύθμιση οφείλεται στα αρνητικά αποτελέσματα που είχε ως συνέπεια ο κανονισμός 2362/98. Επί πλέον, υπήρξε μεταβατική περίοδος οκτώ ετών.
45. Όσον αφορά το κύρος των άρθρων 4 και 5 του κανονισμού 896/2001 λαμβανομένων υπόψη των αρχών της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, η Επιτροπή τονίζει ότι η αναγωγή σε μια περίοδο αναφοράς είναι απαραίτητη προκειμένου να γίνεται διάκριση μεταξύ παραδοσιακών και μη παραδοσιακών εμπορευομένων.
46. Ως προς την αναδρομικότητα, πρέπει να επισημανθεί ότι αυτή δεν υφίσταται, διότι αιτήσεις για το σύστημα κατά τον κανονισμό 896/2001 μπορούσαν να υποβληθούν ήδη πριν από την εφαρμογή του.
47. Ως προς τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και την ασφάλεια δικαίου, η Επιτροπή εκθέτει αναφερόμενη στη νομολογία του Δικαστηρίου ότι οι επιχειρηματίες μπορούσαν να έχουν γνώση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους εγκαίρως και βάσει σαφών ρυθμίσεων. Το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα σκοπό είχε να ληφθεί υπόψη η ατομική κατάσταση των παραδοσιακών εμπορευομένων και να διευκολυνθεί μια «απαλλαγμένη οδυνών» μετάβαση.
Β – Β – Εκτίμηση
48. Με το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα του κύρους των άρθρων 1, 3, 4, 5 και 31 του κανονισμού 896/2001. Πάντως, όπως ορθώς εκθέτει η Επιτροπή, πρέπει κατ’ αρχάς να ερευνηθεί επίσης αν όλες αυτές οι διατάξεις έχουν σχέση με την κύρια δίκη και επομένως το Δικαστήριο θα έπρεπε επίσης να προβεί στην εξέτασή τους.
49. Κατ’ απόκλιση από τη διατύπωση του αιτούντος δικαστηρίου και των ισχυρισμών της Επιτροπής, οι διατάξεις που πρέπει να εξετασθούν στο πλαίσιο του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος θα αναλυθούν βάσει του κριτηρίου εξετάσεως χωριστά.
1. Οι προς εξέταση διατάξεις
50. Κατ’ αρχάς, πρέπει να αναλυθεί η άποψη της Επιτροπής ότι δεν πρέπει να εξετασθούν οι ρητώς αναφερόμενες στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα και οι θιγόμενες στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα διατάξεις των άρθρων 1 και 31 του κανονισμού 896/2001. Για το ζήτημα αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να κρίνει το κύρος των δύο αυτών διατάξεων σημασία έχει αν οι διατάξεις αυτές πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης.
51. Υπέρ του ότι τα άρθρα 1 και 31 του κανονισμού 896/2001 δεν ασκούν επιρροή συνηγορεί πράγματι ότι από αμφότερες τις διατάξεις περί παραπομπής δεν προκύπτει η σημασία που έχουν οι δύο αυτές διατάξεις για την κύρια δίκη.
52. Αποφασιστική σημασία θα πρέπει εντούτοις να έχει το αν τα άρθρα 1 και 31 είναι καν εφαρμοστέα.
53. Δεδομένου ότι το άρθρο 1 ορίζει μόνον ότι ο κανονισμός 896/2001 θεσπίζει λεπτομέρειες εφαρμογής της ρυθμίσεως για ορισμένες εισαγωγές μπανανών, χωρίς να περιέχει άλλες επιταγές κανονιστικού περιεχομένου, θα πρέπει να θεωρηθεί, σε συμφωνία με την Επιτροπή, ότι η διάταξη αυτή δεν έχει σημασία για την κύρια δίκη.
54. Το άρθρο 31 περιέχει δύο επιταγές κανονιστικού περιεχομένου: την κατάργηση του παλαιού εκτελεστικού κανονισμού της Επιτροπής και την εξακολούθηση της εφαρμογής του για τα πιστοποιητικά εισαγωγής που εκδίδονται ως προς το έτος 2001. Επομένως, το άρθρο 31 αποδεικνύεται ως μία από τις βασικές διατάξεις για το διαχρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 896/2001. Οι ισχυρισμοί της Επιτροπής ως προς το ανεφάρμοστο θα μπορούσαν επίσης να ευσταθούν για μια άλλη διάταξη, δηλαδή το άρθρο 32, που ρυθμίζει τα της ενάρξεως ισχύος.
55. Η χρονική πτυχή αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Συγκεκριμένα, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά ρητώς την απαγόρευση της αναδρομικότητας καθώς και τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου. Δεδομένου ότι η κύρια δίκη αφορά την έκδοση πιστοποιητικών από το δεύτερο εξάμηνο του 2001, το τμήμα του άρθρου 31, κατά το οποίο πιστοποιητικά εισαγωγής, που εκδόθηκαν βάσει του παλαιού εκτελεστικού κανονισμού, εξακολουθούν να ισχύουν, δεν μπορεί να έχει σημασία για την κύρια δίκη.
2. Εξέταση των άρθρων 3, 4, 5 και 31 του κανονισμού 896/2001 βάσει της υφιστάμενης νομικής καταστάσεως
α) Το άρθρο 3
56. Οι ενδοιασμοί ως προς το κύρος του άρθρου 3 του κανονισμού 896/2001 αφορούν την αυθεντική ερμηνεία του όρου «παραδοσιακοί εμπορευόμενοι», μάλιστα δε την εισαχθείσα με τη διάταξη αυτή έννοια της πρωτογενούς εισαγωγής. Ως εκ του ότι εφεξής πρωτογενείς εισαγωγείς θεωρούνται εμπορευόμενοι, ο οικείος κύκλος προσώπων περιορίσθηκε, πράγμα που, παραδείγματος χάριν, περιέλαβε και εξακολουθεί να περιλαμβάνει τη Dilexport και τη Di Leonardo.
57. Ως κριτήριο για την εξέταση του κύρους της επίμαχης διατάξεως πρέπει να ληφθεί ο βασικός κανονισμός του Συμβουλίου, και δη ο κανονισμός 404/93 ως έχει βάσει του κανονισμού 216/2001.
58. Η επισήμανση αυτή έχει σημασία λόγω του ότι εκφράστηκαν αμφιβολίες εν προκειμένω για το συμβατό με τον διατυπούμενο στη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 404/93 σκοπό που έγκειται στην «ανάγκη να αποφευχθεί η διατάραξη των συνήθων εμπορικών σχέσεων μεταξύ των ατόμων που συμμετέχουν στο κύκλωμα της εμπορίας» και επομένως, συγχρόνως, για το συμβατό με το άρθρο 20 του βασικού κανονισμού του Συμβουλίου.
59. Συναφώς, όμως, πρέπει να τονιστεί ότι ο βασικός κανονισμός του Συμβουλίου έχει τροποποιηθεί κατ’ επανάληψη από την εποχή του κανονισμού 404/93 και αυτό δεν μπορεί να μην έχει επίδραση στη σημασία των αιτιολογικών σκέψεων. Εξάλλου, οι αιτιολογικές σκέψεις δεν μπορούν, από μόνες τους, να αποτελούν κριτήριο εξετάσεως, αλλά αποκτούν επαρκή κανονιστική σημασία μόνο σε συνδυασμό με το κανονιστικό μέρος.
60. Το εν προκειμένω διαδικαστικό πρόβλημα αφορά κατ’ ουσίαν το ζήτημα αν η Επιτροπή ήταν εξουσιοδοτημένη να θεσπίσει το άρθρο 3 του κανονισμού 896/2001, δηλαδή αν εδώ πρόκειται για διάταξη δυνάμενη να χαρακτηρισθεί ως λεπτομέρεια εφαρμογής.
61. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ως προς τις εκτελεστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής γενικώς, δυνάμει του άρθρου 211, τέταρτη περίπτωση, ΕΚ, η Επιτροπή, για τη διασφάλιση της λειτουργίας και της αναπτύξεως της κοινής αγοράς, ασκεί τις αρμοδιότητες που της αναθέτει το Συμβούλιο για την εκτέλεση των κανόνων που αυτό θεσπίζει (11) .
62. Κατά πάγια νομολογία, από την οικονομία της Συνθήκης, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να εξεταστεί το άρθρο 211 ΕΚ, όπως και από τις απαιτήσεις της πρακτικής, προκύπτει ότι η έννοια της εκτελέσεως πρέπει να ερμηνευθεί ευρέως. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είναι η μόνη που μπορεί να παρακολουθεί διαρκώς και προσεκτικά την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με τον επείγοντα χαρακτήρα που επιβάλλουν οι περιστάσεις, το Συμβούλιο μπορεί να της παρέχει, στον τομέα αυτό, ευρείες εξουσίες. Κατά συνέπεια, τα όρια αυτών των εξουσιών συνεκτιμώνται με βάση τους ουσιώδεις γενικούς σκοπούς της οργανώσεως της αγοράς (12) .
63. Επί πλέον, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι στον γεωργικό τομέα η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, αρκεί τα λαμβανόμενα μέτρα να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή ή προς τους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου (13) .
64. Ο σχετικός βασικός κανονισμός του Συμβουλίου, ήτοι ο κανονισμός 404/93 ως έχει κατά τον κανονισμό 216/2001, προβλέπει ρητώς στο άρθρο 20 αυτού εξουσιοδότηση της Επιτροπής να θεσπίσει λεπτομέρειες εφαρμογής του τίτλου IV (14) του βασικού κανονισμού του Συμβουλίου. Η διάταξη αυτή επιβάλλει μάλιστα υποχρέωση της Επιτροπής να θεσπίσει ορισμένες ρυθμίσεις.
65. Η αποφασισθείσα από την Επιτροπή ρύθμιση, με την οποία αυτή καθορίζει ορισμένες κατηγορίες εμπορευομένων, μπορεί να ληφθεί υπόψη σε συνδυασμό με την αποφασισθείσα από το Συμβούλιο ρύθμιση, όπως αυτή περιέχεται στο ως έχει κατά τον κανονισμό 1637/98 άρθρο 16. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η διάταξη αυτή συνιστά το κριτήριο για την εκτίμηση του κύρους της ρυθμίσεως της Επιτροπής. Πράγματι, το άρθρο 16 προσέλαβε με τον κανονισμό 216/2001 νέο περιεχόμενο.
66. Επομένως, οι αρμοδιότητες της Επιτροπής πρέπει να εκτιμηθούν υπό το φως του τροποποιηθέντος βασικού κανονισμού, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του γεγονότος ότι το ίδιο το Συμβούλιο δεν προέβη σε καμία λεπτομερέστερη συγκεκριμενοποίηση κατά κατηγορίες εισαγωγέων και κατά είδη εισαγωγών.
67. Αντιθέτως, το Συμβούλιο με το τροποποιηθέν από τον κανονισμό 216/2001 άρθρο 19 όρισε πως μπορεί να πραγματοποιείται η διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων. Εντούτοις, στο άρθρο 20, στοιχείο α΄, προβλέπεται ρητώς ότι οι λεπτομέρειες της διαχειρίσεως πρέπει να καθορισθούν συγκεκριμένα από την Επιτροπή. Επομένως, το άρθρο 19 καθορίζει λεπτομερέστερα από ουσιαστικής απόψεως τις εκτελεστικές αρμοδιότητες της Επιτροπής σε ένα συγκεκριμένο σημείο.
68. Πάντως, αυτός ο λεπτομερέστερος καθορισμός της διαχειρίσεως των δασμολογικών ποσοστώσεων που αποφασίσθηκε με το άρθρο 19 δεν περιέχει αυστηρούς κανόνες. Συγκεκριμένα, η διαχείριση μπορεί να πραγματοποιείται είτε με τη συνεκτίμηση των παραδοσιακών εμπορικών ροών είτε κατ’ άλλη μέθοδο. Μέσω της δεύτερης αυτής εναλλακτικής δυνατότητας παρασχέθηκε στην Επιτροπή ευρεία ευχέρεια διαμορφώσεως των αποφάσεών της. Βεβαίως, η ευχέρεια αυτή περιορίζεται και πάλι με το άρθρο 19, παράγραφος 2. Κατά τη διάταξη αυτή, η μέθοδος που επιλέγει η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη, κατά περίπτωση, την ανάγκη διατήρησης της ισορροπίας στον εφοδιασμό της κοινής αγοράς.
69. Από την ανάγκη διασφαλίσεως της λειτουργίας της ρυθμίσεως για τις εισαγωγές συνάγεται η εξουσία της Επιτροπής, η οποία φέρει την ευθύνη για τη διαχείριση της κοινής οργανώσεως αγοράς μπανανών, να μπορεί να καθορίζει λεπτομερέστερα την έννοια του εμπορευομένου, ώστε να καλύπτονται μόνον πρωτογενείς εισαγωγές.
70. Με την επελθούσα με τον κανονισμό 216/2001 τροποποίηση του βασικού κανονισμού του Συμβουλίου κατέστη επίσης δυνατό στην Επιτροπή να θεσπίσει ένα διαφορετικό από το μέχρι τότε ισχύον σύστημα.
71. Στην αλληλουχία αυτή, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι κανένας από τους επιδιωκόμενους σκοπούς δεν αποτελεί εμπόδιο για τη δημιουργία της έννοιας του πρωτογενούς εισαγωγέα.
72. Ακόμη κι αν η ρύθμιση του άρθρου 3 του κανονισμού 896/2001, δηλαδή η αυθεντική ερμηνεία του όρου «παραδοσιακοί εμπορευόμενοι», δεν περιλαμβάνεται στους παρατιθέμενους στο άρθρο 20, στοιχείο α΄, του κανονισμού 216/2001 «τρόπους διαχείρισης δασμολογικών ποσοστώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 18», αυτό δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να θεσπίσει την επίμαχη διάταξη. Συγκεκριμένα, το άρθρο 20 του κανονισμού του Συμβουλίου δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής οι οποίες, μολονότι δεν περιλαμβάνονται ρητώς στη διάταξη αυτή, είναι αναγκαίες για τη λειτουργία του καθεστώτος εισαγωγής (15) .
β) Άρθρα 4 και 5
73. Όσον αφορά τα άρθρα 4 και 5 του κανονισμού 896/2001, πρέπει κατ’ αρχάς να θεωρηθεί δεδομένο ότι πρόκειται για τον καθορισμό της περιόδου αναφοράς. Εφόσον όμως η πτυχή αυτή αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεως μόνον αναφορικά με το συμβατό προς ορισμένες αρχές του δικαίου, πρέπει να παραπέμψω στην απάντηση επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος.
74. Ως προς το άρθρο 5 του κανονισμού 896/2001, πρέπει συμπληρωματικώς να επισημανθεί ότι η διάταξη αυτή προβλέπει διάφορες υποχρεώσεις κοινοποιήσεως, δηλαδή την υποχρέωση της Επιτροπής για τον καθορισμό ενός συντελεστή προσαρμογής και για την τροποποίηση ενός καταλόγου. Επομένως, πρόκειται συναφώς για μια χαρακτηριστική πτυχή της διαχειρίσεως δασμολογικών ποσοστώσεων. Δεδομένου ότι το θεσπισθέν στο άρθρο 20 του κανονισμού 404/93, ως έχει κατά τον κανονισμό 216/2001, εξουσιοδοτικό έρεισμα της Επιτροπής προβλέπει ρητώς στο στοιχείο α΄ αυτού τις λεπτομέρειες της διαχειρίσεως των δασμολογικών ποσοστώσεων ως αντικείμενο των εκτελεστικών διατάξεων της Επιτροπής, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι περιεχόμενες στο άρθρο 5 του κανονισμού 896/2001 ρυθμίσεις καλύπτονται από τον βασικό κανονισμό του Συμβουλίου.
γ) Άρθρο 31
75. Το άρθρο 31 του κανονισμού 896/2001 ρυθμίζει ορισμένες πτυχές του από απόψεως ισχύος και εφαρμογής πεδίου του. Όσον αφορά την κατάργηση του κανονισμού 2362/98 από την 1η Ιουλίου 2001, η Επιτροπή, ελλείψει ειδικών διατάξεων για τη διαδικασία, έχει την εξουσία να καταργεί έναν από τους δικούς της κανονισμούς. Δεν ισχύει τίποτε διαφορετικό ως προς την προβλεπόμενη στο άρθρο 31 συνέχιση της ισχύος των πιστοποιητικών που χορηγήθηκαν σύμφωνα με τον καταργηθέντα κανονισμό. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει διατάξεις με τις οποίες περιορίζει τα αποτελέσματα της καταργήσεως στις περιπτώσεις που κρίθηκαν υπό το καθεστώς τη καταργηθείσας ρυθμίσεως, εν πάση δε περιπτώσει όταν αυτό συμβαίνει, όπως εν προκειμένω, για τη διατήρηση της παλαιάς νομικής καταστάσεως προς όφελος των κατόχων των «παλαιών» αδειών.
76. Με την κατάργηση του παλαιού κανονισμού και την εφαρμογή του νέου κανονισμού από την 1η Ιουλίου 2001, η Επιτροπή συμμορφώθηκε κατά τα λοιπά προς τους κανόνες του άρθρου 2 του κανονισμού 216/2001. Κατά τη διάταξη αυτή, μπορεί να αναβάλει την έναρξη ισχύος του κανονισμού του Συμβουλίου μέχρι την 1η Ιουλίου 2001. Η Επιτροπή έκανε επίσης και προηγουμένως χρήση αυτής της δυνατότητας (16) .
77. Επομένως, από την εξέταση του πρώτου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος των άρθρων 3, 4, 5 και 31 του κανονισμού 896/2001.
3. Έλεγχος υπό το φως της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας καθώς και των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου
78. Στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο εκθέτει μια σειρά αρχών που, κατά την αντίληψή του, θα μπορούσαν να τύχουν επικλήσεως ως κριτήριο για τον έλεγχο του κύρους, και δη την απαγόρευση της αναδρομικότητας καθώς και τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης) και της ασφάλειας δικαίου. Κατ’ αρχάς, πρέπει να αντιμετωπισθεί το ζήτημα αν οι αρχές αυτές μπορούν σε κάθε περίπτωση να αποτελούν αυτοτελές κριτήριο. Ως προς τη μεταξύ των αρχών αυτών σχέση, υποστηρίζονται διάφορες απόψεις. Συγκεκριμένα, η απαγόρευση της αναδρομικότητας θεωρείται από τους μεν ως ειδική έκφανση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, από τους δε ως υποπερίπτωση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Στη νομολογία πάλι του Δικαστηρίου απαντούν τόσο ενδείξεις για τη συναγωγή από την αρχή της ασφάλειας δικαίου (17) όσο και ενδείξεις για το ότι η απαγόρευση της αναδρομικότητας πρέπει να προσεγγίζεται ως αυτοτελής αρχή (18) . Άρα, κοινό σε όλες τις απόψεις είναι ότι πρόκειται για αυτοδύναμες επιταγές ή απαγορεύσεις. Στη συνέχεια, επομένως, οι επίμαχες διατάξεις του κανονισμού 896/2001 θα εξετασθούν χωριστά με γνώμονα, αφενός, την απαγόρευση της αναδρομικότητας και, αφετέρου, τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου.
α) Απαγόρευση της αναδρομικότητας
79. Όσον αφορά την αναδρομικότητα, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ γνήσιας και μη γνήσιας αναδρομικότητας.
80. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (19) , μια νομική πράξη έχει γνήσια αναδρομικότητα, όταν η έναρξη της διάρκειας ισχύος της συμπίπτει με χρονικό σημείο προγενέστερο της δημοσιεύσεώς της. Μια τέτοια ενέργεια κατ’ αρχήν απαγορεύεται. Δεδομένου ότι ο κανονισμός που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας δημοσιεύτηκε στις 8 Μαΐου 2001, πλην όμως ήταν εφαρμοστέος μόλις από την 1η Ιουλίου 2001, δεν έχει εν πάση περιπτώσει γνήσια αναδρομικότητα.
81. Αμφισβητήσιμο είναι τώρα αν ο κανονισμός 896/2001 έχει μη γνήσια αναδρομική ισχύ. Με την ισχύ αυτή νοείται η εφαρμογή μιας νέας ρυθμίσεως στις μελλοντικές συνέπειες μιας καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό το καθεστώς της προηγούμενης ρυθμίσεως. Αυτό θα συνέβαινε αν ο κανονισμός 869/2001 είχε εφαρμογή σε γεγονότα που άρχισαν πριν από την έναρξη ισχύος του, αλλά δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί μέχρι του χρονικού αυτού σημείου.
82. Στην παρούσα περίπτωση, εντούτοις, οι επίμαχες διατάξεις δεν έχουν ούτε καν μια τέτοια μη γνήσια αναδρομικότητα. Η μοναδική περίπτωση που μπορεί να ληφθεί υπόψη, η οποία εμφανίσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 896/2001, είναι οι εισαγωγές κατά τα έτη αναφοράς. Εντούτοις, εδώ πρόκειται για καταστάσεις που έχουν λήξει. Τα παλαιά πιστοποιητικά παραμένουν άθικτα και εξάλλου επετέλεσαν τον προορισμό τους, δηλαδή οι συμβάσεις έχουν ήδη εκτελεσθεί.
83. Πάντως, θα υφίστατο μη γνήσια αναδρομικότητα αν το νέο σύστημα είχε εφαρμογή σε πιστοποιητικά που παρασχέθηκαν υπό το παλαιό σύστημα και των οποίων δεν έχει ακόμη γίνει χρήση. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (20) , μια τέτοια επίσης ισχύς, δηλαδή μια μη γνήσια αναδρομικότητα, δεν θα ήταν γενικώς απαγορευμένη.
84. Ο κανονισμός 896/2001 έχει εφαρμογή, όπως σαφώς προκύπτει από το άρθρο 31, μόνο σε μελλοντικές καταστάσεις, δηλαδή αφορά τη χορήγηση πιστοποιητικών για εισαγωγές που πρόκειται να πραγματοποιηθούν μόλις στο δεύτερο εξάμηνο του 2001. Επομένως, η αποτελούσα το αντικείμενο της διαδικασίας συγκυρία διαφέρει από αυτή της υποθέσεως Biegi (21) , όπου επρόκειτο για την εφαρμογή μιας νέας ρυθμίσεως σε παρωχημένες καταστάσεις.
85. Μόνον η περίοδος αναφοράς ανάγεται στο παρελθόν. Αυτό όμως, όπως ορθώς εξέθεσε η Επιτροπή, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση συστημάτων που στηρίζονται σε ποσότητες και έτη αναφοράς. Τέτοιες νομικές κατασκευές εξάλλου αποτελούν μάλιστα ουσιώδες στοιχείο των οργανώσεων αγοράς της Κοινότητας και για τις οποίες έχει επίσης κριθεί από το Δικαστήριο ότι κατ’ αρχήν επιτρέπονται (22) .
β) Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και ασφάλεια δικαίου
86. Όσον αφορά την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την ασφάλεια δικαίου, πρέπει κατ’ αρχάς να ερευνηθεί η σχέση μεταξύ των δύο αυτών αρχών και να τεθεί το ζήτημα αν πρόκειται εδώ για δύο αυτοτελή κριτήρια ελέγχου που πρέπει να εξετασθούν χωριστά.
87. Στη νομολογία ανευρίσκονται στοιχεία για το ότι το Δικαστήριο συνάγει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης από την αρχή της ασφάλειας δικαίου (23) . Πιθανότατα, η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών αρχών θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έγκειται στο ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου στηρίζεται σε ένα αντικειμενικό στοιχείο, ενώ η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι υποκειμενικής φύσεως.
88. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει όπως οι κανόνες δικαίου είναι σαφείς και ακριβείς και αποβλέπει στο να εξασφαλίζει το προβλέψιμο των καταστάσεων και των εννόμων σχέσεων που διέπει το κοινοτικό δίκαιο (24) . Το πρώτο στοιχείο, της ακρίβειας, δεν έχει σημασία στην παρούσα διαδικασία. Αποφασιστικό είναι το δεύτερο στοιχείο, και δη η σταθερότητα μιας ορισμένης νομικής καταστάσεως.
89. Η προστασία της υφιστάμενης καταστάσεως δεν σημαίνει εντούτοις την αδυναμία μεταβολής του δικαίου. Δεν αρκεί η ύπαρξη απλώς μιας νομικής διατάξεως, δηλαδή δεν δημιουργεί ακόμη αφεαυτής έρεισμα για δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Λόγω της διαπλαστικής ευχέρειας του νομοθέτη, δεν μπορούν πράγματι οι κοινοτικοί πολίτες να τρέφουν εμπιστοσύνη στη διατήρηση υπαρχουσών καταστάσεων, οι οποίες δύνανται να μεταβληθούν με αποφάσεις που τα όργανα αυτά εκδίδουν εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας (25) .
90. Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης περιλαμβάνει τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, χρειάζεται από αντικειμενικής απόψεως μια κατάσταση δικαιολογούσα εμπιστοσύνη που να έχει δημιουργηθεί από την Κοινότητα (26) . Αυτή μπορεί να συνίσταται και σε βάσιμες προσδοκίες που προκάλεσε ένα κοινοτικό όργανο (27) .
91. Στην παρούσα περίπτωση, ο κανονισμός 896/2001 είχε για ορισμένες επιχειρήσεις ως αποτέλεσμα ένα περιορισμό έναντι της παλαιάς νομικής καταστάσεως. Δεδομένου, εντούτοις, ότι ο κανονισμός 896/2001, κατά το άρθρο 31 αυτού, δεν ισχύει για παλαιά πιστοποιητικά εισαγωγής, δεν τίθεται εν πάση περιπτώσει για τη διάταξη αυτή το πρόβλημα της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου.
92. Πάντως, παρά τη μεταβολή της νομικής καταστάσεως, παρέμειναν ορισμένα βασικά στοιχεία του παλαιού καθεστώτος. Συγκεκριμένα, διατηρήθηκε το σύστημα των περιόδων και ποσοτήτων αναφοράς, όπου επιπροσθέτως καθοριστική σημασία θα έχουν τα ίδια έτη αναφοράς.
93. Όμως, πρέπει να αναμένεται η εισαγωγή περιορισμών «σε τομείς όπως οι κοινές οργανώσεις αγορών, το αντικείμενο των οποίων απαιτεί συνεχή προσαρμογή ανάλογα με τις διακυμάνσεις της οικονομικής καταστάσεως» (28) .
94. Αυτό ισχύει ακριβώς επί εισαγωγής μπανανών τρίτων χωρών. Έχοντας υπόψη την εξέλιξη του δικαίου από της εκδόσεως του κανονισμού 404/93 και τις εξελίξεις στο πλαίσιο του WTO, καθώς και την κατ’ επανάληψη τροποποίηση αυτού του κανονισμού του Συμβουλίου, οι εμπλεκόμενοι επιχειρηματικοί κύκλοι μπορούσαν μάλιστα να αναμένουν και περαιτέρω τροποποίηση. Υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν επιτρεπόταν να υφίστανται προσδοκίες σταθερότητας.
95. Όσον αφορά την προϋπόθεση ότι η κατάσταση πρέπει να έχει δημιουργηθεί από τα κοινοτικά όργανα, πρέπει να τονισθεί ότι ούτε το Συμβούλιο ούτε η Επιτροπή δημιούργησαν μια κατάσταση δικαιολογούσα εμπιστοσύνη. Πολλώ μάλλον δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι –όπως απαιτείται από τη νομολογία (29) – εξώθησαν τους ιδιώτες σε συγκεκριμένη συμπεριφορά.
96. Από όλα αυτά τα στοιχεία προκύπτει ότι δεν υφίσταται η πρώτη προϋπόθεση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δηλαδή προστατευομένη εμπιστοσύνη των πληττομένων από την επί το δυσμενέστερο μεταβολή της καταστάσεως εισαγωγέων.
97. Ακόμη όμως κι αν γίνει δεκτή η ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των εμπορευομένων, χρειάζεται ακόμη μια δεύτερη προϋπόθεση: Μπορούσαν επιτρεπτώς να τρέφουν εμπιστοσύνη οι ενδιαφερόμενοι; Συναφώς, πρέπει κατά τη νομολογία να λαμβάνονται υπόψη και οι προσδοκίες που θα μπορούσε να τρέφει μια επιχείρηση του οικείου οικονομικού τομέα (30) . Εν προκειμένω, λαμβάνεται ως βάση ένα αντικειμενικό κριτήριο. Επομένως, αποφασιστικό δεν είναι το αν στην παρούσα διαδικασία οι Di Lenardo και Dilexport έτρεφαν ορισμένες προσδοκίες, αλλά το τι θα έπρεπε να προβλέπει «ένας προνοητικός και ενημερωμένος επιχειρηματίας» (31) , δηλαδή τι θα όφειλε να αναμένει ένας τέτοιος –συνήθης– επιχειρηματίας. Δεν μπορούσαν βασίμως να αναμένουν ότι η νομική κατάσταση θα παραμείνει αμετάβλητη.
98. Εφόσον δεν πληρούται ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη προϋπόθεση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεν χρειάζεται πλέον να εξετασθεί η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή αν το κοινοτικό συμφέρον υπερτερεί του ατομικού συμφέροντος.
99. Επομένως, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας, καθώς και των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος των άρθρων 3, 4, 5 και 31 του κανονισμού 896/2001.
V – Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος: Άρθρο 6 του κανονισμού 896/2001
Α – Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
100. Οι Di Lenardo και Dilexport προβάλλουν ότι η Επιτροπή δεν περιορίστηκε με τον κανονισμό 896/2001 στην τροποποίηση των χαρακτηριστικών στοιχείων των παραδοσιακών εμπορευομένων, αλλά με το άρθρο 6 εισήγαγε ένα ριζικό περιορισμό για μη παραδοσιακούς εμπορευομένους. Αυτό ισχύει ειδικότερα για την περιεχόμενη στο άρθρο 6, στοιχείο γ, ρύθμιση που αφορά πρόσωπα τα οποία «συνδέονται» με παραδοσιακό εμπορευόμενο κατά την έννοια του άρθρου 143 του κανονισμού 2454/93. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκλείονται από την αγορά μπανανών συνδεόμενες με παραδοσιακούς εμπορευομένους επιχειρήσεις, όπως π.χ. οι Di Lenardo και Dilexport, χωρίς να μπορούν να αποδείξουν την ανεξαρτησία τους. Αυτό αντιβαίνει προς τον κανονισμό 216/2001 και συνιστά προσβολή του δικαιώματος άμυνας και του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας.
101. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο ορισμός των μη παραδοσιακών εμπορευομένων του άρθρου 6 του κανονισμού 896/2001 αντιστοιχεί προς τον ορισμό των νέων εμπορευομένων κατά τον κανονισμό 2362/98. Ο περιορισμός που αφορά συνδεόμενες επιχειρήσεις αντιστοιχεί στον μνημονευόμενο στην έβδομη αιτιολογική σκέψη σκοπό να καταστεί αυστηρότερη η δυνατότητα αποδοχής νέων εμπορευομένων. Επί πλέον, η νέα ρύθμιση αποτελεί συνέπεια της νέας στάσεως έναντι των πραγματοποιούντων ωρίμανση και αντίδραση στο εμπόριο με πιστοποιητικά εισαγωγής, που συνηθιζόταν ιδίως από συνδεόμενες επιχειρήσεις.
102. Όσον αφορά τον προβαλλόμενο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας, η Επιτροπή επισύρει την προσοχή στο ότι οι Di Lenardo και Dilexport μπορούν να συνεχίζουν να ασκούν τις δραστηριότητές τους, διότι συνδέονται με ένα παραδοσιακό εμπορευόμενο που μπορεί να λάβει πιστοποιητικά. Η νέα ρύθμιση εμποδίζει μόνον την κερδοσκοπία με πιστοποιητικά. Περιορισμοί των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων επιτρέπονται υπό ορισμένους όρους. Τέλος, δεν μπορεί, σε συνάρτηση με τη χορήγηση πιστοποιητικών στο πλαίσιο δασμολογικών ποσοστώσεων, να γίνεται λόγος για κτηθέντα δικαιώματα.
Β – Β – Εκτίμηση
103. Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα αφορά το κύρος του άρθρου 6 του κανονισμού 896/2001, ειδικότερα δε το στοιχείο γ αυτού, υπό το φως του θεμελιώδους δικαιώματος της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας.
104. Εντούτοις, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να εξετάζει μια συγκεκριμένη κατάσταση ή να εφαρμόζει μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου σε συγκεκριμένη κατάσταση. Το ζήτημα επομένως πως συνδέονται μεταξύ τους οι Di Lenardo και Dilexport και η κρίση αν πρόκειται συναφώς για συνδεόμενες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 143 του κανονισμού 2454/93 είναι έργο του εθνικού δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο προέβη σε ένα τέτοιο χαρακτηρισμό. Επί πλέον, το Δικαστήριο δεν οφείλει ούτε να ελέγξει αν και κατά πόσον οι Di Lenardo και Dilexport έχουν αυτοτέλεια. Τέλος, ούτε χρειάζεται στην παρούσα διαδικασία να ερευνηθεί αν στις δύο αυτές επιχειρήσεις θα μπορούσε να προσαφθεί οποιαδήποτε κατάχρηση σε σχέση με πιστοποιητικά.
105. Φαίνεται αμφισβητήσιμο από απόψεως διαδικασίας αν πρέπει να εξετασθεί το εγγενές στο άρθρο 143 του κανονισμού 2454/93 αμάχητο τεκμήριο. Το Δικαστήριο έχει μεν ασχοληθεί με το θεμιτό τέτοιων τεκμηρίων, πλην όμως αυτό αφορούσε τελείως διαφορετικές κατηγορίες περιπτώσεων. Μια κατηγορία αναφερόταν σε ρυθμίσεις κρατών μελών, δηλαδή στη συμφωνία των τεθέντων με αυτές τεκμηρίων προς οδηγίες που έπρεπε να μεταφερθούν στο εσωτερικό δίκαιο ή προς το πρωτογενές δίκαιο (32) . Η άλλη κατηγορία αφορούσε διαδικασίες ενώπιον της Επιτροπής σε υποθέσεις ανταγωνισμού ή αντιντάμπινγκ, και δη έρευνες κοινοτικών οργάνων κατά επιχειρήσεων (33) . Επομένως, επρόκειτο κατ’ ουσίαν για δικαιώματα άμυνας. Οι Di Leonardo και Dilexport ισχυρίζονται πράγματι ότι και στην παρούσα διαδικασία ή στη διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου υφίσταται προσβολή αυτών των δικαιωμάτων.
106. Αντικείμενο, εντούτοις, εν προκειμένω του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος είναι η προβαλλόμενη προσβολή τού δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, δηλαδή ένα άλλο, ουσιαστικό θεμελιώδες δικαίωμα.
107. Όσον αφορά την αρχή του σεβασμού του δικαιώματος άμυνας, ειδικότερα της αξιώσεως προηγουμένης ακροάσεως, στην οποία αναφέρονται οι Di Leonardo και Dilexport, πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι το Δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεσμεύεται κατ’ αρχήν από τα υποβαλλόμενα σ’ αυτό προδικαστικά ερωτήματα και δεν μπορεί να διευρύνει το αντικείμενο βάσει των ισχυρισμών ενός διαδίκου της κύριας δίκης. Αυτό ισχύει επίσης ως προς προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το κύρος των πράξεων των οργάνων.
108. Κατά συνέπεια, η εξέταση πρέπει να περιορισθεί στο ζήτημα αν το άρθρο 143 του κανονισμού 2454/93 βρίσκεται σε αντιστοιχία προς το δικαίωμα ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας.
109. Κατά πάγια νομολογία, το θεμελιώδες δικαίωμα της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Η ελευθερία ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, ωστόσο, δεν είναι απόλυτη, αλλά πρέπει να νο[είται] σε σχέση προς την κοινωνική τ[ης] λειτουργία. Επομένως, στην άσκηση (...) της ελευθερίας ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί, ιδίως στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγορών, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί αντιστοιχούν πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος επιδιωκομένους από την Κοινότητα και δεν συνιστούν, σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη επέμβαση που να θίγει την ίδια την υπόσταση των ως άνω κατοχυρουμένων δικαιωμάτων (34) .
110. Στο προδικαστικό ερώτημα, το δικαίωμα της ελευθερίας αναλήψεως επιχειρηματικής δραστηριότητας («liberta di impresa») θεωρείται ρητώς ως υποπερίπτωση της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει επίσης χρησιμοποιήσει μεμονωμένως την έννοια της επιχειρηματικής ελευθερίας (35) ή την έννοια της ελεύθερης ασκήσεως του εμπορίου ως θεμελιώδους δικαιώματος (36) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σημαίνει ότι υφίσταται ένα διαφορετικό δικαίωμα από το δικαίωμα της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας ή της επιχειρηματικής δραστηριότητας (37) , αλλά ο λόγος γι αυτό οφείλεται αντιθέτως σε μη ενιαία ορολογία.
111. Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξετασθεί αν το άρθρο 6 του κανονισμού 896/2001 συνιστά επέμβαση στο πεδίο προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας. Η διάταξη αυτή περιέχει την αυθεντική ερμηνεία για τους «μη παραδοσιακούς εμπορευομένους». Δεδομένου ότι ο κανονισμός θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών σ’ αυτήν την κατηγορία εμπορευομένων, η αυθεντική ερμηνεία προσλαμβάνει αποφασιστική σημασία. Όποιος δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία αυτή, δεν μπορεί να έχει ελπίδες επιτυχίας κατά τη χορήγηση των πιστοποιητικών. Επομένως, μια τέτοια επιχείρηση δεν μπορεί επίσης να ασκεί ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες. Άρα το άρθρο 6 συνιστά επέμβαση στο πεδίο προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας.
112. Το άρθρο 6 του κανονισμού 896/2001 δεν συνιστά όμως επέμβαση στην υπόσταση του προβαλλόμενου από τις Di Leonardo και Dilexport δικαιώματος της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, διότι αφορά μόνον τις λεπτομέρειες ασκήσεως ενός τέτοιου δικαιώματος, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ίδια την υπόστασή του. Πράγματι, το άρθρο 6 δεν συνεπάγεται αποκλεισμό κάθε δυνατότητας για τις εισαγωγές μπανανών. Η δυνατότητα αυτή απλώς είναι ανοιχτή όχι για όλους τους επιχειρηματίες ανεξαρτήτως της από απόψεως εταιρικού δικαίου διαπλοκής τους.
113. Κατά συνέπεια, πρέπει στη συνέχεια να εξετασθεί αν οι επιδιωκόμενοι με το άρθρο 6 του κανονισμού 896/2001, ειδικότερα με το στοιχείο γ΄ αυτού, σκοποί εξυπηρετούν το κοινό συμφέρον, μήπως συνιστούν δυσανάλογη επέμβαση και μήπως επομένως το Συμβούλιο υπερέβη στην παρούσα περίπτωση τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
114. Κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 896/2001, το άρθρο 6 έχει ως σκοπό ένα μέρος των δασμολογικών ποσοστώσεων να κρατηθεί για τους παραδοσιακούς εμπορευόμενους. Το μερίδιο αυτό πρέπει να επιτρέπει στους εμπορευομένους που δεν πραγματοποίησαν παλαιότερα πρωτογενείς εισαγωγές στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς να συνεχίσουν να ασκούν εμπορική δραστηριότητα και να προσαρμοστούν στις νέες διατάξεις, καθώς και να επιτρέψει σε εμπορευομένους να ασχοληθούν με το εισαγωγικό αυτό εμπόριο και να διευκολύνει τοιουτοτρόπως τον υγιή ανταγωνισμό.
115. Η ιδιαιτέρως τονιζόμενη στο προδικαστικό ερώτημα διάταξη του στοιχείου γ΄ του άρθρου 6 μπορεί να νοηθεί ως αντίδραση της Επιτροπής σε ορισμένες ανεπιθύμητες πρακτικές εκ μέρους των επιχειρήσεων. Από την έβδομη αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι η διάταξη αυτή εξυπηρετεί τον σκοπό που συνίσταται στο να ενισχυθούν τα κριτήρια που τάσσονται για τους μη παραδοσιακούς εμπορευομένους και για τη δυνατότητα αποδοχής νέων εμπορευομένων, ώστε να αποφεύγεται η καταχώρηση ψευδεπώνυμων απλών παραγόντων και η χορήγηση μεριδίων σε όσους υποβάλλουν τεχνητές ή κερδοσκοπικές αιτήσεις. Επομένως, η διάταξη αυτή επιδιώκει όχι μόνον τον σκοπό της αποφυγής κερδοσκοπίας με πιστοποιητικά, αλλά και του αποκλεισμού της δυνατότητας των εμπορευομένων, που έχουν ήδη λάβει πιστοποιητικό, να συμμετάσχουν ακόμη μια φορά στη χορήγηση πιστοποιητικών δια της παρακαμπτηρίου μιας συνδεομένης με αυτούς επιχειρήσεως.
116. Επομένως, ο επιδιωκόμενος με το άρθρο 6 του κανονισμού 896/2001 σκοπός εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον, διότι αποτρέπει ανεπιθύμητες πρακτικές.
117. Ο πραγματοποιούμενος με το άρθρο 6, στοιχείο γ΄, περιορισμός των δυνατοτήτων οικονομικής δραστηριότητας ορισμένων επιχειρήσεων, δηλαδή των συνδεομένων επιχειρήσεων, ήταν επί πλέον απαραίτητος για να αποφευχθούν καταστρατηγήσεις και για να λήξει η ευνοϊκή μεταχείριση των συνδεομένων επιχειρήσεων. Χωρίς μια τέτοια ρύθμιση θα υφίστατο ο κίνδυνος ότι δεν θα μπορούσε πλέον να επιτευχθεί κατάλληλα ούτε ο επιδιωκόμενος με τον κανονισμό 216/2001 –στον οποίο στηρίζεται ο κανονισμός 896/2001– σκοπός του ισόρροπου εφοδιασμού της κοινής αγοράς. Δεν χρειάζεται, εν πάση περιπτώσει, λόγω της εξεταζόμενης εδώ συμφωνίας προς το θεμελιώδες δικαίωμα της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, να ερευνηθεί περαιτέρω το ότι η Επιτροπή παρέπεμψε εν προκειμένω σε μια διάταξη του δασμολογικού δικαίου και κατ’ αυτόν τον τρόπο την περιέλαβε ουσιαστικά στη ρύθμισή της.
118. Η διαφορετική κατάσταση συνδεομένων και μη συνδεομένων εμπορευομένων μπανάνες δικαιολογεί επομένως τη διαφορετική τους μεταχείριση. Ο επελθών με την επίμαχη διάταξη αποκλεισμός ορισμένων επιχειρήσεων από τη χορήγηση πιστοποιητικών δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις αυτές να θεωρηθεί ως δυσανάλογο μέτρο της Επιτροπής. Πράγματι, οι συνδεόμενες ακριβώς επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα, μέσω αντίστοιχων προσαρμογών εντός του ομίλου επιχειρήσεων στον οποίον ανήκουν, να αναπτύξουν οικονομική δραστηριότητα.
119. Υπέρ της καταλληλότητας της ρυθμίσεως του άρθρου 6, στοιχείο γ΄, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 143 του κανονισμού 2454/93 στο οποίο παραπέμπει η διάταξη αυτή, συνηγορεί στο ότι η προτέρα διάταξη, δηλαδή το άρθρο 11 του κανονισμού 2362/98, που ήταν λιγότερο αυστηρή, προδήλως δεν ήταν επαρκώς αποτελεσματική. Επί πλέον, ο περιορισμός του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας μόνο σε τελείως συγκεκριμένες συγκυρίες έχει ως συνέπεια την απόλυτη αδυναμία χορηγήσεως πιστοποιητικών για τις εισαγωγές.
120. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η πραγματοποιούμενη με το άρθρο 6 του κανονισμού 896/2001 επέμβαση στο δικαίωμα ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας των μη παραδοσιακών εμπορευομένων μπανάνες τρίτων χωρών ανταποκρίνεται σε εξυπηρετούντες το γενικό συμφέρον σκοπούς και δεν θίγει την υπόστασή του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας τη διάταξη αυτή, δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας.
121. Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει στο αιτούν δικαστήριο να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του τετάρτου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 6 του κανονισμού 896/2001.
VI – Πρόταση
122. Κατόπιν των ανωτέρω, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Από την εξέταση του τετάρτου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος των άρθρων 3, 4, 5 και 31 του κανονισμού (ΕΚ) 896/2001 της Επιτροπής, της 7ης Μαΐου 2001, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα.
2) Από την εξέταση της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας, καθώς και των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος των άρθρων 3, 4, 5 και 31 του κανονισμού 896/2001.
3) Από την εξέταση του τετάρτου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 6 του κανονισμού 896/2001.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ. L 47, σ.1· ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε πολλές φορές.
3 – ΕΕ L 210, σ. 28.
4 – ΕΕ L 31, σ. 2.
5 – ΕΕ L 142, σ. 6· διορθωτικό δημοσιευθέν στην ΕΕ L 153, σ. 62.
6 – ΕΕ L 293, σ. 32.
7 – ΕΕ L 126, σ. 6.
8 – Όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2001, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 896/2001 περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (ΕΕ L 315, σ. 46).
9 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1).
10 – ΕΕ L 10, σ. 1.
11 – Απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C‑478/93, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι‑3081, σκέψη 29).
12 – Αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1989, 22/88, Vreugdenhil κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 2049, σκέψη 16)· Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 30), και της 4ης Φεβρουαρίου 1997, C‑9/95, C‑23/95 και C‑156/95, Βέλγιο και Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι‑645, σκέψη 36).
13 – Αποφάσεις της 15ης Μαΐου 1984, 121/83, Zuckerfabrik Franken (Συλλογή 1984, σ. 2039, σκέψη 13) Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 31)· Βέλγιο και Γερμανία κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 37), και της 6ης Ιουλίου 2000, C‑356/97, Molkereigenossenschaft Wiedergeltingen (Συλλογή 2000, σ. I‑5461, σκέψη 24).
14 – ΣτΜ: αφορά ένα ημαρτημένο στη γερμανική απόδοση του άρθρου 20.
15 – Απόφαση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 32).
16 – Κανονισμός (ΕΚ) 395/2001 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 2001, περί καθορισμού ορισμένων ενδεικτικών ποσοτήτων και μεμονωμένων ανωτάτων ορίων για την έκδοση πιστοποιητικών κατά την εισαγωγή μπανανών στην Κοινότητα για το δεύτερο τρίμηνο του 2001, στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και της ποσότητας παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ (ΕΕ L 58, σ. 11).
17 – Αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Racke (Συλλογή τόμος 1979/I, σ. 55), και 99/78, Decker (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 81), καθώς και της 14ης Ιουλίου 1983, 224/82, Meiko (Συλλογή 1983, σ. 2539, σκέψη 12).
18 – Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, C‑500/99 P, Conserve Italia κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι‑867, σκέψη 90).
19 – Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 17 αποφάσεις Racke, Decker και Meiko (σκέψη 12).
20 – Αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1999, C‑60/98, Butterfly Music (Συλλογή 1999, σ. Ι‑3939, σκέψη 25)· βλ. επίσης αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1987, 278/84, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1, σκέψη 36)· της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 19), και της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-221/88, Busseni (Συλλογή 1990, σ. I-495, σκέψη 35).
21 – Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1979, 158/78 (Συλλογή τόμος 1979/I, σ. 633).
22 – Βλ. για παράδειγμα την πλούσια νομολογία για τις γαλακτοκομικές ποσοστώσεις.
23 – Απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C‑63/93, Duff κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι‑569, σκέψη 20).
24 – Απόφαση Duff κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 20).
25 – Αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1982, 245/81, Edeka (Συλλογή 1982, σ. 2745, σκέψη 27), της 28ης Οκτωβρίου 1982, 52/81, Faust κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3745, σκέψη 27), της 17ης Ιουνίου 1987, 424/85 και 425/85, Frico κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 2755, σκέψη 33), της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C- 350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-395, σκέψη 33), της 7ης Μαΐου 1992, C- 258/90 και C-259/90, Pesquerias De Bermeo και Naviera Laida κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-2901, σκέψη 34), και της 14ης Οκτωβρίου 1999, C-104/97 P, Atlanta κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. I-6983, σκέψη 52).
26 – Αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 1992, C-177/90, Kühn (Συλλογή 1992. σ. I-35, σκέψη 14), Duff κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υπσημείωση 23, σκέψη 20), της 15ης Απριλίου 1997, C- 22/94, Irish Farmers Association κ.λπ., (Συλλογή 1997, σ. I-1809, σκέψεις 19 επ.), και της 29ης Οκτωβρίου 1998, C 375/96, Zaninotto (Συλλογή 1998, σ. I-6629, σκέψη 50).
27 – Απόφαση Irish Farmers Association κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 25).
28 – Aποφάσεις Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 33), Pesquerias De Bermeo και Naviera Laida κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 34), Duff κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 20), και Atlanta κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 52).
29 – Για μια τέτοια συγκυρία, βλ. την απόφαση της 28ης Απριλίου 1988, 170/86, Von Deetzen (Συλλογή 1988, σ. 2355).
30 – Αποφάσεις Duff κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 23) και Irish Farmers Association κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 22).
31 – Aποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1987, 265/85, Van den Bergh en Jurgens και Van Dijk Food Products κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1155, σκέψη 44), και Irish Farmers Association κ.λπ. (προπαρατεθεισα στην υποσημείωση 26, σκέψη 25).
32 – Aποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1997, C-253/96 έως C-258/96, Kampelmann κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I 6907) και της 28ης Οκτωβρίου 1999, C-55/98, Vestergaard (Συλλογή 1999, σ. I-7641).
33 – Aποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1991, C-49/88, Al-Jubail Fertilizer κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I-3187) και της 8ης Ιουλίου 1999, C-199/92 P, Hüls κατα Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-4287).
34 – Αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1974, 4/73, Nold κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 277, σκέψη 14), της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schräder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 15), της 13ης Ιουλίου 1989, 5/88, Wachauf (Συλλογή 1989, σ. 2609, σκέψη 18), Kühn κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 16), της 5ης Οκτωβρίου 1994, C- 280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-4973, σκέψη 78), της 13ης Δεκεμβρίου 1994, C-306/93, SMW Winzersekt (Συλλογή 1994, σ. I-5555, σκέψη 22), της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-44/94, Fishermen's Organizations κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I‑3115, σκέψη 55), και της 28ης Απριλίου 1998, C-200/96, Metronome Musik (Συλλογή 1998, σ. I-1953, σκέψη 21).
35 – Aπόφαση της 22ας Απριλίου 1999, C-161/97 P, Kernkraftwerke Lippe-Ems κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑2057, σκέψη 101).
36 – Aποφάσεις Nold κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 14), και της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 240/83, ADBHU (Συλλογή 1985, σ. 531, σκέψη 9).
37 – Aποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C‑143/88 και C‑92/89, Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest (Συλλογή 1991, σ. I‑415, σκέψη 77).
Full & Egal Universal Law Academy