ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 13ης Ιουλίου 2004 (1)
Υπόθεση C-39/02
Mærsk Olie & Gas A/S
κατά
Firma M. de Haan en W. de Boer
[αίτηση του Højesteret (Δανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Σύμβαση των Βρυξελλών – Διαδικασία συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης από τη χρήση πλοίου – Αγωγή αποζημιώσεως – Άρθρο 21 – Εκκρεμοδικία – Ταύτιση των διαδίκων – Δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς – Ταύτιση αιτίας και αντικειμένου – Δεν συντρέχει – Άρθρο 25 – Έννοια της αποφάσεως – Άρθρο 27, σημείο 2 – Άρνηση αναγνωρίσεως»
1. Σύμφωνα με τη διεθνή σύμβαση για τον περιορισμό της ευθύνης των πλοιοκτητών που συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 10 Οκτωβρίου 1957 (2), ένας εφοπλιστής μπορεί, βάσει της εν λόγω συμβάσεως, να περιορίσει την ευθύνη του για ορισμένες ναυτιλιακές ζημίες σε συγκεκριμένο ποσό. Στην υπό κρίση υπόθεση, εφοπλιστές κίνησαν διαδικασία περιορισμού της ευθύνης τους ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου νηολογήσεως του πλοίου τους, στις Κάτω Χώρες, ενώ το θύμα της ζημίας που καταλογίστηκε στο πλοίο αυτό άσκησε αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον δανικού δικαστηρίου.
2. Στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, το Højesteret (Ανώτατο Δικαστήριο) (Δανία) υποβάλλει στο Δικαστήριο διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (3). Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι σχετικές με την εκκρεμοδικία διατάξεις του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής. Ερωτά επίσης αν η εκδοθείσα επί της αιτήσεως διάταξη του ολλανδικού δικαστηρίου, με την οποία επετράπη η σύσταση κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, συνιστά απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 25 της Συμβάσεως των Βρυξελλών και σε ποιο βαθμό μπορεί να τύχει αναγνωρίσεως στη Δανία.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η σύμβαση του 1957
3. Πολλές εθνικές νομοθεσίες έχουν προ πολλού αποδεχτεί τον περιορισμό της ευθύνης στο ναυτικό δίκαιο ως ανταποκρινόμενο σε ουσιώδη ανάγκη, καθότι οι εγγενείς στη ναυσιπλοΐα κίνδυνοι μπορούν να λάβουν τέτοια έκταση ώστε να μην είναι δυνατή η πλήρης ασφάλισή τους (4). Η διαφοροποίηση των εθνικών νομοθεσιών που εφαρμόζονται στον τομέα αυτό και ο διεθνής χαρακτήρας των θαλάσσιων μεταφορών οδήγησαν τα κράτη στη θέσπιση ενιαίων κανόνων μέσω μιας πρώτης διεθνούς συμβάσεως που θεσπίστηκε το 1924 και, ακολούθως, μέσω της συμβάσεως του 1957 (5).
4. Η σύμβαση του 1957 προβλέπει ότι ο εφοπλιστής μπορεί να περιορίσει την ευθύνη του για τις απαιτήσεις που απορρέουν από έναν από τους απαριθμούμενους στην εν λόγω σύμβαση λόγους, εκτός αν το γεγονός που οδήγησε στη γένεση της οφειλής προκλήθηκε από προσωπικό πταίσμα του πλοιοκτήτη. Μεταξύ των απαιτήσεων αυτών περιλαμβάνονται οι υλικές ζημίες που προκαλούνται από πράξη, αμέλεια ή παράλειψη οποιουδήποτε προσώπου βρίσκεται στο σκάφος και έχει σχέση με την πλοήγησή του. Κατά το άρθρο 1, σημείο 7, της συμβάσεως του 1957, η επίκληση του περιορισμού της ευθύνης [του εφοπλιστή] δεν συνεπάγεται αναγνώριση της ευθύνης αυτής. Το ποσό μέχρι το οποίο ο εφοπλιστής μπορεί να περιορίσει της ευθύνη του είναι ανάλογο προς τη χωρητικότητα του πλοίου. Ισούται με το προϊόν της χωρητικότητας αυτής επί του ποσού που ορίζει η εν λόγω σύμβαση ανάλογα με τη φύση της προκληθείσας ζημίας. Ως εκ τούτου, εφόσον το ζημιογόνο γεγονός έχει προκαλέσει υλικές μόνο ζημίες, η ευθύνη του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή μπορεί να περιοριστεί σε 1000 φράγκα ανά κόρο χωρητικότητας του πλοίου (6).
5. Εφόσον το σύνολο των απαιτήσεων που απορρέουν από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός υπερβαίνει το όριο της ούτως οριζομένης ευθύνης, μπορεί να συσταθεί κεφάλαιο ποσού αντίστοιχου προς το όριο αυτό, το οποίο πρέπει να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για τον διακανονισμό των απαιτήσεων έναντι των οποίων αντιτάσσεται ο περιορισμός της ευθύνης. Το κεφάλαιο αυτό κατανέμεται μεταξύ των πιστωτών σε συνάρτηση με το ποσό της αναγνωρισμένης απαιτήσεώς τους. Οι σχετικοί με τη σύσταση και την κατανομή του ενδεχόμενου κεφαλαίου κανόνες καθώς και όλοι οι δικονομικοί κανόνες διέπονται από το δίκαιο του κράτους εντός του οποίου συστάθηκε το κεφάλαιο (7).
6. Η σύμβαση του 1957 αντικαταστάθηκε από τη σύμβαση για τον περιορισμό της ευθύνης από ναυτιλιακές απαιτήσεις, η οποία συνήφθη στο Λονδίνο στις 19 Νοεμβρίου 1976 (8).
Β – Το ολλανδικό δίκαιο
7. Κατά τις διατάξεις που ίσχυαν όταν συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά, το ολλανδικό δίκαιο προέβλεπε διαδικασία περιορισμού της ευθύνης περιλαμβάνουσα τρία στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής υποβάλλει αίτηση στο δικαστήριο του τόπου νηολογήσεως του πλοίου αυτού, στην οποία αναφέρει το ποσό μέχρι το οποίο ζητεί να περιοριστεί η ευθύνη του καθώς και το όνομα και τη διεύθυνση των ενδεχόμενων πιστωτών. Το δικαστήριο, εφόσον δεχθεί την αίτηση, ορίζει προσωρινά, με διάταξή του, το ποσό μέχρι το οποίο περιορίζεται η ευθύνη του αιτούντος και τον υποχρεώνει να καταβάλει το ποσό αυτό, αυξημένο κατά τα δικαστικά έξοδα, ή να συστήσει ασφάλεια για τα ποσά αυτά. Το δικαστήριο διορίζει επίσης έναν εισηγητή δικαστή και έναν εκκαθαριστή. Η διάταξη συνοδευόμενη από το δικόγραφο της αιτήσεως πρέπει να κοινοποιηθεί στον αιτούντα και στους αναφερόμενους σ’ αυτή πιστωτές με συστημένη επιστολή. Πρέπει επίσης να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα και σε άλλες εφημερίδες. Κατ’ αυτής μπορεί να ασκηθεί έφεση από τον αιτούντα και από τους πιστωτές που θα επιθυμούσαν, στο στάδιο αυτό, να απορριφθεί ή να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση (9). Κατά της εκδιδομένης κατ’ έφεση αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί αναίρεση.
8. Κατά το δεύτερο στάδιο, οι πιστωτές καλούνται να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. Μπορούν επίσης να προβάλουν αντιρρήσεις κατά του δικαιώματος του πλοιοκτήτη να επιτύχει τον περιορισμό της ευθύνης του και ως προς το ποσό που όρισε προσωρινά το δικαστήριο για τον περιορισμό αυτό. Ομοίως, ο πλοιοκτήτης μπορεί να αμφισβητήσει την ύπαρξη απαιτήσεων. Οι εν λόγω αντιρρήσεις και αμφισβητήσεις υποβάλλονται στην κρίση του δικαστηρίου είτε άμεσα είτε αφότου αποβεί άκαρπη η προσπάθεια συμβιβασμού από τον εισηγητή δικαστή (10). Το στάδιο αυτό ολοκληρώνεται με την εκ μέρους του εκκαθαριστή κατάρτιση του πίνακα κατανομής του κεφαλαίου μεταξύ των πιστωτών των οποίων η απαίτηση έγινε δεκτή. Οι τελευταίοι μπορούν να προσβάλουν τον πίνακα αυτό ενώπιον του δικαστηρίου. Αν δεν αναγγελθεί καμία απαίτηση, εκδίδεται ευνοϊκή για τον πλοιοκτήτη απόφαση που του παρέχει τη δυνατότητα να αντιταχθεί, στο μέλλον, σε κάθε αγωγή σχετική με το εν λόγω γεγονός. Κατά της αποφάσεως αυτής μπορεί να ασκηθεί προσφυγή.
9. Κατά το τρίτο στάδιο, οι πιστωτές καλούνται με συστημένη επιστολή να δεχθούν το ποσό που τους αποδίδεται. Πρέπει να απαιτήσουν το μερίδιό τους εντός ενός έτους. Μετά την κατανομή του κεφαλαίου περιορισμού της ευθύνης, ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής απαλλάσσονται από οποιαδήποτε περαιτέρω ευθύνη για το εν λόγω ζημιογόνο γεγονός.
Γ – Η Σύμβαση των Βρυξελλών
10. Κατά το προοίμιό της, σκοπός της Συμβάσεως των Βρυξελλών είναι η απλούστευση της αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των δικαστικών αποφάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 293 ΕΚ, και η ενίσχυση εντός της Κοινότητας της έννομης προστασίας των εγκατεστημένων σ’ αυτή προσώπων. Το εν λόγω προοίμιο προβλέπει επίσης ότι, προς τον σκοπό αυτό, προέχει να καθοριστεί η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων των συμβαλλομένων κρατών.
11. Το άρθρο 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών θέτει τον γενικό κανόνα της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους κατοικίας του εναγομένου. Το άρθρο 5 της εν λόγω συμβάσεως ορίζει πάντως ότι, «ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας», ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί «ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός».
12. Το άρθρο 6α της Συμβάσεως των Βρυξελλών προσθέτει τα εξής:
«Όταν, σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση, δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους έχει διεθνή δικαιοδοσία για να κρίνει αγωγές αστικής ευθύνης [η οποία] απορρέει από χρησιμοποίηση ή εκμετάλλευση πλοίου, το δικαστήριο αυτό ή κάθε άλλο που το υποκαθιστά, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους αυτού, εκδικάζει και τα αιτήματα τα σχετικά με τον [περιορισμό] αυτής της ευθύνης.»
13. Επιπλέον, σκοπός της εν λόγω συμβάσεως είναι η πρόληψη της εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων. Ως εκ τούτου, το άρθρο της 21, το οποίο αφορά την εκκρεμοδικία, προβλέπει τα εξής:
«Αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων [διαφορετικών] συμβαλλομένων κρατών, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, αναστέλλει αυτεπάγγελτα τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.
Το δικαστήριο που οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία αν η διεθνής δικαιοδοσία του άλλου δικαστηρίου αμφισβητείται.»
14. Το άρθρο 22 της συμβάσεως αυτής προβλέπει ότι, όταν συναφείς αγωγές έχουν ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίων διάφορων συμβαλλόμενων κρατών και είναι εκκρεμείς σε πρώτο βαθμό, κάθε δικαστήριο εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία. Μπορεί επίσης να διαπιστώσει την έλλειψη δικαιοδοσίας του υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Κατά το εν λόγω άρθρο, είναι συναφείς αγωγές που συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά ώστε να υπάρχει συμφέρον να εξετασθούν και να εκδικασθούν ταυτόχρονα, προκειμένου να αποφευχθούν λύσεις που θα ήταν ασυμβίβαστες αν οι υποθέσεις εκδικάζονταν χωριστά.
15. Τέλος, ο τίτλος ΙΙΙ της Συμβάσεως των Βρυξελλών προβλέπει μηχανισμό απλουστευμένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των δικαστικών αποφάσεων. Το άρθρο 25 της εν λόγω συμβάσεως ορίζει την έννοια της αποφάσεως ως εξής:
«Ως απόφαση, κατά την έννοια της παρούσας συμβάσεως, νοείται κάθε απόφαση εκδιδόμενη από δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους, οποιαδήποτε και αν είναι η ονομασία της, όπως απόφαση, διαταγή, διαταγή εκτελέσεως, καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από τον γραμματέα.»
16. Το άρθρο 26 της Συμβάσεως των Βρυξελλών προβλέπει τα εξής:
«Απόφαση που εκδίδεται σε συμβαλλόμενο κράτος αναγνωρίζεται στα υπόλοιπα συμβαλλόμενα κράτη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία […]»
17. Το άρθρο 27 της ίδιας συμβάσεως απαριθμεί τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δεν αναγνωρίζονται οι αποφάσεις αυτές. Ορίζει τα εξής:
«Απόφαση δεν αναγνωρίζεται
[…]
2. αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο κανονικά και έγκαιρα ώστε να μπορεί να αμυνθεί·
[...]»
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της υποθέσεως της κύριας δίκης
18. Τον Μάιο του 1985, η εταιρία Mærsk Olie and Gas A/S (στο εξής: Mærsk)τοποθέτησε έναν αγωγό πετρελαίου και έναν αγωγό φυσικού αερίου στη Βόρειο Θάλασσα. Κατά τη διάρκεια του Ιουνίου του 1985, σκάφος ανήκον στην εταιρία M. de Haan και W. de Boer, εκπροσωπούμενη από τους εταίρους της Martinus de Haan και Willem de Boer (στο εξής: εφοπλιστές), αλίευε στην περιοχή όπου είχαν τοποθετηθεί οι εν λόγω αγωγοί. Η Maersk διαπίστωσε ότι οι αγωγοί είχαν υποστεί ζημίες. Με έγγραφο της 3ης Ιουλίου 1985, η Mærsk ενημέρωσε τους εφοπλιστές ότι τους θεωρούσε υπεύθυνους για τις ζημίες αυτές, το κόστος αποκαταστάσεως των οποίων αποτιμήθηκε σε 1 700 019 δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών (USD) και σε 51 961,58 λίρες Αγγλίας (GPB).
19. Στις 23 Απριλίου 1987, οι εφοπλιστές υπέβαλαν αίτηση στο Arrondissementsrechtbank Groningen (Κάτω Χώρες), το ολλανδικό πρωτοδικείο του τόπου νηολογήσεως του πλοίου τους, για τον περιορισμό της ευθύνης τους. Στις 27 Μαΐου 1987, το δικαστήριο αυτό εξέδωσε διάταξη με την οποία προσδιόρισε προσωρινά το ποσό μέχρι το οποίο μπορούσε να περιοριστεί η ευθύνη σε 52 417,40 ολλανδικά φιορίνια (NLG) και υποχρέωσε τους εφοπλιστές να καταθέσουν το ως άνω ποσό αυξημένο κατά 10 000 NLG για τα δικαστικά έξοδα. Με τηλετύπημα της 5ης Ιουνίου 1987, οι δικηγόροι των εφοπλιστών ενημέρωσαν τη Mærsk για την απόφαση αυτή.
20. Στις 20 Ιουνίου 1987, η Mærsk άσκησε, ενώπιον του Vestre Landsret (Δανία), αγωγή αποζημιώσεως κατά των εφοπλιστών, λόγω των ζημιών που είχαν προκληθεί στους αγωγούς.
21. Στις 24 Ιουνίου 1987, η Mærsk άσκησε έφεση κατά της διατάξεως του ολλανδικού δικαστηρίου της 27ης Μαΐου 1987, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση περιορισμού της ευθύνης των εφοπλιστών, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου αυτού. Στις 6 Ιανουαρίου 1988, το ολλανδικό εφετείο επικύρωσε την προαναφερθείσα διάταξη.
22. Με συστημένη επιστολή της 1ης Φεβρουαρίου 1988, ο διορισθείς από το εν λόγω δικαστήριο εκκαθαριστής παρέσχε στον δικηγόρο της Mærsk διευκρινίσεις επί της ως άνω διατάξεως. Με έγγραφο της 25ης Απριλίου 1988, ο εκκαθαριστής αυτός κάλεσε τη Mærsk να αναγγείλει την απαίτησή της. Επειδή η Mærsk δεν το έπραξε και δεν αναγγέλθηκαν άλλες απαιτήσεις, το κατατεθέν από τους εφοπλιστές ποσό τους επεστράφη τον Δεκέμβριο του 1988.
23. Με απόφαση της 27ης Απριλίου 1988, το Vestre Landsret έκρινε ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 21, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, έπρεπε να απεκδυθεί της δικαιοδοσίας του υπέρ του ολλανδικού δικαστηρίου. Έκρινε, κατ’ αρχάς, ότι οι αποφάσεις των ολλανδικών δικαστηρίων της 27ης Μαΐου 1987 και της 6ης Ιανουαρίου 1988 πρέπει να θεωρηθούν δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του άρθρου 25 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, εφόσον η Mærsk είχε τη δυνατότητα να αμυνθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Ακολούθως απεφάνθη ότι υπήρχε ταύτιση διαδίκων, αιτίας και αντικειμένου μεταξύ της ολλανδικής διαδικασίας και της αγωγής που ασκήθηκε ενώπιόν του. Συναφώς τόνισε ότι οι δύο υποθέσεις στηρίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά και ότι η Mærsk μπορούσε να προβάλει, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του ολλανδικού δικαστηρίου, τα ίδια επιχειρήματα με αυτά που προέβαλε ενώπιόν του. Τέλος, υπενθύμισε ότι ο προσδιορισμός του χρονικού σημείου υποβολής αιτήσεως ενώπιον δικαστηρίου βάσει του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών πρέπει να προσδιορίζεται βάσει των εθνικών δικονομικών κανόνων που ισχύουν για το εκάστοτε δικαστήριο. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, το ολλανδικό δικαστήριο επιλήφθηκε της υποθέσεως όταν ασκήθηκε η αίτηση των εφοπλιστών, ήτοι στις 23 Απριλίου 1987, ενώ η δανική διαδικασία κινήθηκε μόλις στις 20 Ιουνίου 1987.
24. H Mærsk άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Ισχυρίστηκε, κατ’ αρχάς, ότι η αγωγή που ασκήθηκε στο Vestre Landsret πρέπει να θεωρηθεί ότι ασκήθηκε πρώτη κατά την έννοια του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Υποστήριξε ότι η αίτηση για τον περιορισμό της ευθύνης δεν συνιστά αγωγή κατά την έννοια της διατάξεως αυτής και, επικουρικώς, ότι η ίδια κατέστη διάδικος στην εν λόγω διαδικασία μόλις στις 24 Ιουνίου 1987, ημερομηνία κατά την όποια άσκησε έφεση κατά της διατάξεως της 27ης Μαΐου 1987. Επομένως, δεν μπορούσε να υπάρχει ταύτιση διαδίκων κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, όταν άσκησε την αγωγή αποζημιώσεως στο Vestre Landsret στις 20 Ιουνίου 1987. Τέλος, η Mærsk επισήμανε ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, για την αναγνώριση της ολλανδικής διατάξεως της 27ης Μαΐου 1987 στη Δανία, καθότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατά παραβίαση της θεμελιώδους αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως.
25. Αντιθέτως, οι εφοπλιστές ισχυρίστηκαν ότι το Vestre Landsret όφειλε να απεκδυθεί της δικαιοδοσίας του ως προς την αγωγή της Mærsk, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Υποστήριξαν ότι το Arrondissementsrechtbank Groningen είχε δικαιοδοσία, τόσο βάσει του ολλανδικού δικαίου όσο και βάσει του άρθρου 6α της Συμβάσεως των Βρυξελλών, για να αποφανθεί επί της ουσίας της ευθύνης, ότι η Mærsk είχε θέσηπιστωτή στην εκκρεμή ενώπιον του δικαστηρίου αυτού υπόθεση και ότι άσκησε έφεση κατά της διατάξεως που εξέδωσε το δικαστήριο αυτό. Οι εφοπλιστές υποστήριξαν, επικουρικώς, ότι η απόφαση με την οποία περατώθηκε η δίκη ενώπιον του Arrondissementsrechtbank Groningen συνιστά δικαστική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 25 της Συμβάσεως των Βρυξελλών που πρέπει να αναγνωριστεί στη Δανία. Δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση συνιστά δεδικασμένο, η δανική αγωγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
26. Τέλος, οι εφοπλιστές ανέφεραν ότι η Mærsk δεν μπορεί βασίμως να επικαλείται την έλλειψη επιδόσεως εφόσον παρέστη στο εφετείο των Κάτω Χωρών χωρίς να προβάλει αντιρρήσεις ως προς το ζήτημα αυτό. Υποστηρίζουν ότι το νομότυπο της διαδικασίας πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τους τότε ισχύοντες ολλανδικούς κανόνες και ότι οι κανόνες αυτοί είχαν τηρηθεί, καθότι η Mærsk είχε όντως ενημερωθεί ανελλιπώς για τις αγωγές που είχαν ασκηθεί στις Κάτω Χώρες.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
27. Το Højesteret αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Εμπίπτει η διαδικασία περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης που κινείται κατόπιν αιτήσεως εφοπλιστή, βάσει της συμβάσεως των Βρυξελλών της 10ης Οκτωβρίου 1957, στο άρθρο 21 της συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όταν η αίτηση μνημονεύει ονομαστικά το ενδεχόμενο θύμα της ζημίας;
2) Συνιστά διάταξη περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, βάσει των ολλανδικών δικονομικών κανόνων που ίσχυαν το 1986, δικαστική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 25 της ως άνω συμβάσεως;
3) Μπορεί κεφάλαιο για τον περιορισμό της ευθύνης, συσταθέν στις 27 Μαΐου 1987 με απόφαση ολλανδικού δικαστηρίου βάσει των τότε ισχυόντων ολλανδικών δικονομικών κανόνων η οποία δεν επιδόθηκε προηγουμένως στον ενδιαφερόμενο πιστωτή, να μην αναγνωριστεί σήμερα εντός άλλου κράτους μέλους βάσει του άρθρου 27, σημείο 2, της ως άνω συμβάσεως;
4) Αν στο τρίτο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση, μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα του οικείου πιστωτή να επικαλεστεί το άρθρο 27, σημείο 2, για τον λόγο ότι έθιξε μεταγενέστερα, εντός του κράτους μέλους στο οποίο συστάθηκε το κεφάλαιο, το ζήτημα της δικαιοδοσίας ενώπιον ανωτέρου δικαστηρίου χωρίς να προβάλει αντιρρήσεις για την έλλειψη κοινοποιήσεως;»
IV – Σκεπτικό
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
28. Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η διαδικασία που κινεί εφοπλιστής για τη σύσταση κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης του διέπεται από το άρθρο 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όταν η αίτηση μνημονεύει ονομαστικά το ενδεχόμενο θύμα της ζημίας.
29. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν το Vestre Landsret βασίμως απεκδύθηκε της δικαιοδοσίας του υπέρ του ολλανδικού δικαστηρίου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το εν λόγω δικαστήριο προσπαθεί να εξακριβώσει αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού σε σχέση, αφενός, με τη διαδικασία για τον περιορισμό της ευθύνης, την οποία κίνησαν οι εφοπλιστές ενώπιον του ολλανδικού δικαστηρίου, και, αφετέρου, με την αγωγή αποζημιώσεως που άσκησε η Mærsk στο δανικό δικαστήριο. Επομένως, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να αναγνωσθεί υπό την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν διαδικασία με σκοπό τη σύσταση κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, όπως η κινηθείσα εν προκειμένω από τους εφοπλιστές κατά το ολλανδικό δίκαιο με την υποβολή αιτήσεως που αναφέρει ονομαστικά τα ενδεχόμενα θύματα της ζημίας, και αγωγή αποζημιώσεως ασκηθείσα από το θύμα αυτό κατά των εφοπλιστών συνιστούν αιτήσεις υποβληθείσες από τους ίδιους διαδίκους, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, κατά την έννοια του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
30. Κατά την άποψή μου, εκ προοιμίου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι διαδικασία περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, όπως η προβλεπόμενη στο ολλανδικό δίκαιο που ίσχυε την εποχή των πραγματικών περιστατικών, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 21. Το άρθρο αυτό δεν προσδιορίζει, όπως και καμία άλλη διάταξη της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το είδος των υποθέσεων ή των διαφορών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.Σύμφωνα με τη γαλλική διατύπωση του εν λόγω άρθρου, αυτό ισχύει για αιτήσεις [«demandes»] υποβληθείσες ενώπιον δικαστηρίων. Η χρήση του όρου «αίτηση», η έννοια του οποίου στα γαλλικά είναι πολύ γενική, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι συντάκτες της συμβάσεως αυτής δεν θέλησαν να περιορίσουν την εφαρμογή των σχετικών με την εκκρεμοδικία διατάξεων σε ορισμένες ειδικές αγωγές, αλλά ότι σκοπός τους ήταν, αντιθέτως, να καλύψουν ευρέως όλα τα είδη των διαδικασιών που μπορούν να διεξαχθούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ανεξαρτήτως της μορφής τους ή του χαρακτηρισμού τους στο εσωτερικό δίκαιο. Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται και με τις διατυπώσεις άλλων γλωσσών, στις οποίες ο αντίστοιχος όρος έχει επίσης γενικό χαρακτήρα (11). Επιπλέον, είναι γνωστό ότι σκοπός της Συμβάσεως των Βρυξελλών είναι να διασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών και ότι, όπως το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως υπενθυμίσει (12), σκοπός του εν λόγω άρθρου 21, καθώς και των λοιπών σχετικών με την εκκρεμοδικία και τη συνάφεια διατάξεων της εν λόγω συμβάσεως, είναι να αποφεύγεται στο μέτρο του δυνατού η έκδοση ασυμβίβαστων μεταξύ τους δικαστικών αποφάσεων για την ίδια υπόθεση σε διαφορετικά κράτη μέλη. Αποβλέπει στον εξ αρχής αποκλεισμό καταστάσεων στις οποίες απόφαση εκδοθείσα σε ένα συμβαλλόμενο κράτος δεν μπορεί να αναγνωριστεί σε άλλο κράτος για τον λόγο ότι είναι ασυμβίβαστη με απόφαση εκδοθείσα στο τελευταίο αυτό κράτος μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω άρθρο 21 έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο ευρείας ερμηνείας δυνάμενης να περιλάβει όλες τις καταστάσεις εκκρεμοδικίας (13) και ότι αρκούσε, για να υφίσταται εκκρεμοδικία, να πληρούνται οι προϋποθέσεις σχετικά με την τριπλή ταύτιση, ήτοι των διαδίκων, της αιτίας και του αντικειμένου χωρίς να απαιτείται άλλη προϋπόθεση (14).
31. Επομένως, από το γράμμα του άρθρου 21 και από τον υποκείμενο σκοπό του μπορεί να συναχθεί ότι, προκειμένου να εξασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα της Συμβάσεως των Βρυξελλών και να αποφεύγεται στο μέτρο του δυνατού η έκδοση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων σε διαφορετικά κράτη, για την εφαρμογή του άρθρου αυτού, αρκεί ένα δικαστήριο να έχει πράγματι επιληφθεί αιτήσεως που αποβλέπει στην έκδοση δικαστικής αποφάσεως παράγουσας έννομα αποτελέσματα ή συνέπειες έναντι τρίτου μνημονευομένου στην αίτηση αυτή. Θεωρώ ότι διαδικασία περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, όπως η προβλεπόμενη από το ολλανδικό δίκαιο, πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Συγκεκριμένα, σκοπός μιας τέτοιας διαδικασίας είναι να παράσχει στον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή τη δυνατότητα να περιορίσουν, με δικαστική απόφαση, την ευθύνη που απορρέει από ζημία που προκλήθηκε ενδεχομένως από το πλοίο τους σε έναν ή περισσότερους πιστωτές, μέχρι ορισμένου ποσού υπολογιζομένου σύμφωνα με τις διατάξεις της συμβάσεως του 1957, οπότε οι πιστωτές αυτοί δεν μπορούν πλέον να απαιτήσουν από αυτούς, για το ίδιο ζημιογόνο γεγονός, ποσά πέραν εκείνων που μπορούν να τους αποδοθούν στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας. Κατά συνέπεια, μια τέτοια διαδικασία αποβλέπει όντως στην έκδοση δικαστικής αποφάσεως ικανής να παραγάγει έννομες συνέπειες έναντι ενός ή περισσοτέρων πιστωτών. Επομένως, διαδικασία περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, όπως η κινηθείσα εν προκειμένω, μπορεί να εμπίπτει στο άρθρο 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών (15).
32. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί αν μεταξύ μιας τέτοιας διαδικασίας, κινηθείσας εν προκειμένω από εφοπλιστές με την υποβολή αιτήσεως που μνημονεύει ονομαστικά το ενδεχόμενο θύμα της ζημίας, και αγωγής αποζημιώσεως ασκηθείσας από το θύμα κατά των εφοπλιστών αυτών συντρέχει η τριπλή ταύτιση διαδίκων, αιτίας και αντικειμένου.
33. Από το γράμμα του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών προκύπτει ότι αυτές οι τρεις προϋποθέσεις είναι σωρευτικές. Επομένως, αρκεί να μην πληρούται μία από αυτές για να μην υφίσταται εκκρεμοδικία μεταξύ των δύο επίμαχων υποθέσεων. Όπως θα αναφέρω στη συνέχεια (16), φρονώ ότι οι δύο επίμαχες υποθέσεις δεν παρουσιάζουν ταύτιση αιτίας και αντικειμένου. Πάντως, λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως του προδικαστικού ερωτήματος και του σκεπτικού της αποφάσεως του Vestre Landsret να απεκδυθεί της δικαιοδοσίας του, θεωρώ ότι θα ήταν ενδεχομένως χρήσιμο για το αιτούν δικαστήριο να εξετάσει, επίσης, την έννοια «ταύτιση των διαδίκων», πράγμα το οποίο έπραξε εξάλλου το σύνολο των παρεμβαινόντων.
1. Η έννοια «ταύτιση των διαδίκων»
34. Το ζήτημα που τίθεται στην παρούσα διαφορά είναι αν, εν προκειμένω, η Maersk πρέπει να θεωρηθεί ως διάδικος στη διαδικασία περιορισμού της ευθύνης, για τον λόγο και μόνον ότι μνημονευόταν στη σχετική αίτηση, παρόλο που αυτή της κοινοποιήθηκε μόλις μετά την έκδοση της διατάξεως της 27ης Μαΐου 1987 από το ολλανδικό δικαστήριο. Αναφέρθηκε ήδη ότι, σύμφωνα με το ισχύον ολλανδικό δίκαιο, η διαδικασία δεν διεξάγεται κατ’ αντιμωλία κατά το πρώτο στάδιο, αλλά μόνο στη συνέχεια, μετά την έκδοση της διατάξεως επί της αιτήσεως περιορισμού, όταν η διάταξη αυτή, συνοδευόμενη από το δικόγραφο της αιτήσεως, κοινοποιείται στους πιστωτές που μνημονεύονται ονομαστικά σ’ αυτό. Επομένως, το ζήτημα είναι να διαπιστωθεί αν, όπως υποστηρίζουν οι εφοπλιστές, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το γεγονός ότι η Mærsk μνημονευόταν στο δικόγραφο της αιτήσεως για τον περιορισμό της ευθύνης την καθιστά διάδικο στην εν λόγω διαδικασία ήδη από το στάδιο που δεν διεξάχθηκε κατ’ αντιπαράθεση, ή αν, όπως ισχυρίζονται η Mærsk και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η εταιρία αυτή απέκτησε την ιδιότητα του διαδίκου μόνον αφότου της επιδόθηκαν η διάταξη και το δικόγραφο της αιτήσεως ή, ενδεχομένως, όταν άσκησε έφεση κατά της εν λόγω διατάξεως. Άλλως ειπείν, πρέπει να διαπιστωθεί αν αίτηση όπως η υποβληθείσα από τους εφοπλιστές στο ολλανδικό δικαστήριο συνιστά αγωγή ασκηθείσα ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου έναντι του ή των πιστωτών που μνημονεύονται ονομαστικά σ’ αυτή, κατά την έννοια του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Από την απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται, εν προκειμένω, το αν επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς το ολλανδικό ή το δανικό δικαστήριο. Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ένσταση εκκρεμοδικίας μπορεί να προβληθεί μόνον ενώπιον του δικαστηρίου που επιλήφθηκε δεύτερο (17).
35. Σε αντίθεση προς ό,τι έκρινε το Vestre Landsret και προς την τοποθέτηση του Ηνωμένου Βασιλείου, θεωρώ ότι το ζήτημα αν η Mærsk μπορεί να θεωρηθεί ως διάδικος στη διαδικασία περιορισμού της ευθύνης, για τον λόγο και μόνον ότι μνημονευόταν στη σχετική αίτηση, δεν πρέπει να καθοριστεί σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικαίου, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Zelger (18). Με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Gubisch Maschinenfabrik (19) και Tatry (20), το Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη των επιδιωκόμενων από τη Σύμβαση των Βρυξελλών σκοπών, η έννοια «ταύτιση των διαδίκων» πρέπει, όπως και οι έννοιες «ταύτιση αιτίας» και «ταύτιση αντικειμένου», να θεωρείται αυτόνομη. Κλίνω υπέρ της απόψεως ότι ο κανόνας αυτός δεν ισχύει μόνο για την εκτίμηση της έννοιας της ταυτίσεως, αλλά ότι πρέπει επίσης να εφαρμοστεί για τον προσδιορισμό του χρονικού σημείου από το οποίο οι ενδιαφερόμενοι απέκτησαν την ιδιότητα του διαδίκου σε καθεμία από τις εν λόγω υποθέσεις. Συγκεκριμένα, αυτές οι δύο πτυχές φαίνονται στενά συνδεδεμένες στο μέτρο που η εκτίμηση της ταυτίσεως των διαδίκων στις δύο επίδικες διαδικασίες εξαρτάται από το αν οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να θεωρούνται ως διάδικοι στις διαδικασίες αυτές. Επομένως, εναπόκειται, κατά την άποψή μου, στο Δικαστήριο να προσδιορίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να κρίνουν το τελευταίο αυτό ζήτημα.
36. Όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων αυτών, θεωρώ ότι δεν πρέπει να καταλήγει σε έναν ορισμό της έννοιας του διαδίκου σε δικαστική διαφορά, που να είναι ενδεχομένως αντίθετος προς τις εγγυήσεις που παρέχουν τα άρθρα 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που υιοθετήθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ C 364, σ. 1), δυνάμει των οποίων παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί. Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα κάθε προσώπου να δικαστεί δικαίως, που εμπνέεται από τα θεμελιώδη δικαιώματα, συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου την τήρηση της οποίας πρέπει να εξασφαλίζει το Δικαστήριο (21). Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο επιδιωκόμενος από τη Σύμβαση των Βρυξελλών σκοπός της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων δεν πρέπει να επιτυγχάνεται εις βάρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του κοινοτικού δικαίου, όπως το δικαίωμα άμυνας (22). Η νομολογία αυτή, η οποία απορρέει από την ερμηνεία του άρθρου 27 της εν λόγω συμβάσεως σχετικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να μπορεί ένα κράτος να αντιταχθεί στην αναγνώριση στο έδαφός του αποφάσεως εκδοθείσας σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, πρέπει να ισχύσει και για το άρθρο 21. Συγκεκριμένα, ο καθορισμός του δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτο έχει συνέπειες για την κατάσταση καθενός από τους διαδίκους, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται δεύτερο να απεκδυθεί της δικαιοδοσίας του. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αρχή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εναγομένου, την οποία θέτει το άρθρο 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, στηρίζεται στην εκτίμηση ότι, γενικώς, η υπεράσπιση ενώπιον αλλοδαπών δικαστηρίων είναι δυσχερέστερη σε σχέση με την υπεράσπιση ενώπιον δικαστηρίων άλλης πόλης της χώρας κατοικίας (23). Στην εκτίμηση αυτή στηρίζεται η πλειονότητα των κανόνων άμεσης δικαιοδοσίας που θεσπίζει η Σύμβαση των Βρυξελλών. Επομένως, μπορεί να συναχθεί ότι η έννοια του διαδίκου κατά το εν λόγω άρθρο 21 εξαρτάται από το αν ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να αμυνθεί, ήτοι αν έχει κληθεί σε κατ’ αντιμωλία διαδικασία. Κατά την άποψή μου, από τους σκοπούς και την οικονομία του άρθρου αυτού δεν προκύπτουν επιτακτικοί λόγοι για τους οποίους θα έπρεπε να αποκλειστεί η απαίτηση αυτή. Θεωρώ ότι η ανάγκη να μπορεί να καθοριστεί επακριβώς η χρονική στιγμή κατά την οποία καθένα από τα οικεία δικαστήρια επιλήφθηκε της διαφοράς, προκειμένου να εφαρμοστεί το αντικειμενικό σύστημα αυτόματης παραπομπής που προβλέπει το άρθρο αυτό (24), δεν επηρεάζεται από την εφαρμογή της αρχής κατά την οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα δικαστήριο έχει επιληφθεί αιτήσεως έναντι διαδίκου κατά την έννοια του άρθρου 21, παρά μόνον αν η αίτηση αυτή συνεπάγεται την έναρξη κατ’ αντιμωλία διαδικασίας (25).
37. Συνεπώς, σε μια διαδικασία όπως η προβλεπόμενη από το ισχύον το 1986 ολλανδικό δίκαιο για τον περιορισμό της ευθύνης, κατά την οποία το πρώτο μονομερές στάδιο πρέπει να ακολουθείται από κατ’ αντιμωλία διαδικασία, μόνον αφότου συντελεσθούν οι πράξεις για να μετάσχουν σε ένδικη διαδικασία το ή τα πρόσωπα που μνημονεύει ο προσφεύγων στην αρχική του αίτηση μπορούν τα πρόσωπα αυτά να θεωρηθούν ως διάδικοι.
38. Η ανάλυση αυτή παρουσιάζει επίσης το πλεονέκτημα ότι συνάδει με τον ορισμό του Δικαστηρίου για την έννοια «εισαγωγικό της δίκης έγγραφο», όσον αφορά το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών (26), σχετικά με τις διαδικασίες για την έκδοση διαταγής πληρωμής στο γερμανικό και το ιταλικό δίκαιο. Όπως και η ολλανδική διαδικασία για τον περιορισμό της ευθύνης, οι εν λόγω διαδικασίες για την έκδοση διαταγής πληρωμής περιλαμβάνουν ένα στάδιο χωρίς αντιπαράθεση που ακολουθείται από κατ’ αντιπαράθεση στάδιο. Στο πλαίσιο αυτών των δύο διαδικασιών, ο πιστωτής μπορεί να επιτύχει την έκδοση διαταγής πληρωμής έναντι του οφειλέτη, κατόπιν αιτήσεως μη κοινοποιούμενης στον αντίδικο. Στη συνέχεια η διαταγή πληρωμής και το δικόγραφο της αιτήσεως κοινοποιούνται ή επιδίδονται στον οφειλέτη, οπότε αρχίζει να τρέχει προθεσμία για την εκ μέρους του άσκηση ανακοπής. Με τις αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1981, Klomps (27), και της 13ης Ιουλίου 1995, Hengst Import (28), το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια «εισαγωγικό της δίκης έγγραφο», κατά το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, περιγράφει την ή τις πράξεις που η κοινοποίηση ή η επίδοσή τους στον εναγόμενο του παρέχει τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του πριν από την έκδοση εκτελεστής αποφάσεως. Κατέληξε ότι, στο γερμανικό δίκαιο, εισαγωγικό της δίκης έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 27, σημείο 2, συνιστά η διαταγή πληρωμής (Zahlungsbefehl) και, στο ιταλικό δίκαιο, η διαταγή πληρωμής (decreto ingiuntivo) συνοδευόμενη από το δικόγραφο της αιτήσεως. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, μπορεί να θεωρηθεί ότι αίτηση όπως η υποβληθείσα από τους εφοπλιστές στο ολλανδικό δικαστήριο δεν ισοδυναμεί με αίτηση, ενώπιον δικαστηρίου, κατά του ή των πιστωτών που αναφέρονται ρητά σ’ αυτή, υπό την έννοια του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, και ότι το δικαστήριο επιλαμβάνεται της υποθέσεως μόνο μετά την κοινοποίηση της διατάξεως, που εκδίδεται μετά το πέρας της μη κατ’ αντιπαράθεση διαδικασίας, στον ενδιαφερόμενο πιστωτή.
39. Η ως άνω ανάλυση θα είχε, εν προκειμένω, τις ακόλουθες συνέπειες. Η Mærsk δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διάδικος στη διαδικασία για τον περιορισμό της ευθύνης κατόπιν της καταθέσεως της αιτήσεως στο ολλανδικό δικαστήριο στις 23 Απριλίου 1987. Αντιθέτως, η εκδοθείσα από το ολλανδικό δικαστήριο διάταξη της 27ης Μαΐου 1987 της κοινοποιήθηκε με συστημένη επιστολή της 1ης Φεβρουαρίου 1988 (29). Επιπλέον, η Mærsk άσκησε έφεση κατά της εν λόγω διατάξεως στις 24 Ιουνίου 1987. Επομένως, η Mærsk μπορεί να θεωρηθεί ως διάδικος στην εν λόγω διαδικασία κατά την ημερομηνία αυτή ή, το αργότερο, την 1η Φεβρουαρίου 1988. Στο μέτρο που η Mærsk άσκησε την αγωγή αποζημιώσεως στο δανικό δικαστήριο στις 20 Ιουνίου 1987, είναι κατ’ επέκταση δυνατό, βάσει των δανικών διαδικαστικών κανόνων που ισχύουν όσον αφορά την ημερομηνία κατά την οποία ένα δικαστήριο λογίζεται ως όντως επιληφθέν, να πρέπει να θεωρηθεί ότι το Vestre Landsret επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς.
2. Ταύτιση αιτίας και αντικειμένου
40. Όπως ήδη ανέφερα, φρονώ ότι οι δύο επίδικες διαδικασίες δεν παρουσιάζουν ταύτιση αιτίας ούτε αντικειμένου κατά την έννοια του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Κατά πάγια νομολογία, παρά ορισμένες διαφορές στις γλωσσικές διατυπώσειςτου εν λόγω άρθρου 21 (30), το αντικείμενο και η αιτία συνιστούν δύο διαφορετικές έννοιες (31). Πρόκειται, όπως έχω αναφέρει, για αυτόνομες έννοιες των οποίων το περιεχόμενο έχει ορίσει το Δικαστήριο. Έχει διευκρινίσει ότι η «αιτία» καλύπτει την πραγματική και τη νομική βάση της αγωγής (32). Το δε αντικείμενο συνίσταται στον σκοπό της αγωγής (33). Εντούτοις, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το «αντικείμενο» δεν πρέπει να περιορίζεται στη τυπική ταύτιση των επίμαχων αγωγών. Έκρινε έτσι ότι η αγωγή εκτελέσεως της συμβάσεως πωλήσεως και η αγωγή για τη λύση της συμβάσεως αυτής είχαν το ίδιο αντικείμενο, για τον λόγο ότι η δεσμευτική ισχύς της συμβάσεως βρισκόταν στο κέντρο των δύο διαφορών, καθότι η μία είχε ως σκοπό να την καταστήσει αποτελεσματική και η άλλη να τη στερήσει από κάθε αποτελεσματικότητα (34). Το Δικαστήριο εφάρμοσε εκτεταμένα τη νομολογία αυτή σε θέματα ευθύνης, αποφαινόμενο ότι αγωγή αποβλέπουσα στη διαπίστωση ότι ο αιτών δεν είναι υπεύθυνος για τη ζημία που προβάλλουν οι εναγόμενοι και αγωγή με την οποία οι τελευταίοι στοχεύουν, αντιθέτως, στο να κηρυχθεί ο αιτών της πρώτης διαδικασίας υπεύθυνος για τη ζημία και να καταδικαστεί σε αποζημίωση έχουν επίσης το ίδιο αντικείμενο (35).
41. Όπως υποστήριξαν η Mærsk, η Επιτροπή και το αιτούν δικαστήριο (36), φρονώ ότι οι δύο επίδικες διαδικασίες δεν συνιστούν μία και την αυτή δίκη κατά την έννοια του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Έτσι, όσον αφορά την αιτία τους, ναι μεν τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τη βάση των δύο διαδικασιών είναι, κατ’ αρχήν, όμοια (37), αντιθέτως όμως ο νομικός κανόνας που αποτελεί τη βάση καθεμίας από τις δύο επίδικες αιτήσεις διαφέρει, καθότι η αγωγή αποζημιώσεως στηρίζεται στο δίκαιο της εξωσυμβατικής, όπως εν προκειμένω, ή της εκ συμβάσεως ευθύνης, ενώ η αγωγή για τον περιορισμό της ευθύνης στηρίζεται στη διεθνή σύμβαση του 1957 και στην εθνική νομοθεσία που την ενσωματώνει στην εσωτερική έννομη τάξη.
42. Ομοίως, όσον αφορά το αντικείμενο, σκοπός της αγωγής αποζημιώσεως είναι να κηρυχθεί ο εναγόμενος υπεύθυνος για την προβαλλόμενη ζημία και να καταδικαστεί στην αποκατάστασή της. Επομένως, κύριο αντικείμενο της αγωγής αυτής είναι να αναγνωριστεί η ευθύνη του εναγομένου. Πρόκειται στην πράξη για τη δικαστική αναγνώριση της ευθύνης αυτής. Σκοπός μιας διαδικασίας περιορισμού της ευθύνης είναι να περιοριστεί μέχρι ορισμένο ποσό η ευθύνη που ενδέχεται να φέρει πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής λόγω ναυτιλιακών δραστηριοτήτων κατ’ εφαρμογή της συμβάσεως του 1957. Συνεπώς, κύριο αντικείμενο μιας τέτοιας διαδικασίας είναι ο περιορισμός της ευθύνης. Ο βασικός σκοπός του αιτούντος είναι να μπορέσει να επωφεληθεί των προβλεπομένων από την εν λόγω σύμβαση ορίων. Ως εκ τούτου, σκοπός της δεν είναι η άρνηση της ευθύνης αυτής. Δεν συνεπάγεται ωστόσο ούτε την αναγνώρισή της (38). Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ευθύνης ουδόλως αποτελεί το βασικό σημείο της εν λόγω διαδικασίας.
43. Οι περιστάσεις που επικαλείται η Ολλανδική Κυβέρνηση, ήτοι ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, οι απαιτήσεις πρέπει να επαληθεύονται και μπορούν να αμφισβητηθούν από τους οφειλέτες, δεν μεταβάλλουν την ανάλυση αυτή. Όσον αφορά κατ’ αρχάς την επαλήθευση των απαιτήσεων από τον εκκαθαριστή, φρονώ ότι δεν μπορεί να εξομοιωθεί με δικαστική διαφορά μεταξύ του πιστωτή και του οφειλέτη. Ακολούθως, όσον αφορά το γεγονός ότι ο οφειλέτης μπορεί να αμφισβητήσει την ύπαρξη και το ποσό της απαιτήσεως στο πλαίσιο της δεύτερης φάσεως της διαδικασίας, θεωρώ ότι δεν ασκεί επιρροή έναντι της νομολογίας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, για να ελεγχθεί αν δύο αγωγές ασκηθείσες μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών συμβαλλομένων κρατών έχουν το ίδιο αντικείμενο, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αποκλειστικώς τα αντίστοιχα αιτήματα των εναγόντων και όχι οι αμυντικοί ισχυρισμοί που προβάλλει, ενδεχομένως, ένας από τους εναγομένους (39). Από τα στοιχεία όμως που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο και τις παρατηρήσεις των διαδίκων ουδόλως προκύπτει ότι ο δυνητικός πιστωτής ενημερώνεται, κατά την επίδοση της διατάξεως περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης και του δικογράφου της σχετικής αιτήσεως, για το αν ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής θα αμφισβητήσουν κατ’ αρχήν την ευθύνη τους έναντι αυτού. Για τον λόγο αυτό θεωρώ ότι η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην προπαρατεθείσα απόφαση Tatry, σχετικά με πράξεις δηλώσεως και αρνήσεως της ευθύνης, κατά την οποία η πράξη αρνήσεως της ευθύνης ενέχει σιωπηρή αμφισβήτηση της υποχρεώσεως καταβολής αποζημιώσεως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση διαδικασίας για τον περιορισμό της ευθύνης.
44. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι δεν υφίσταται εκκρεμοδικία μεταξύ διαδικασίας για τον περιορισμό της ευθύνης, όπως η κινηθείσα εν προκειμένω κατ’ εφαρμογή του ολλανδικού δικαίου, και αγωγής αποζημιώσεως.
45. Ασφαλώς, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι μια διαδικασία για τον περιορισμό της ευθύνης μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση αποφάσεως που, ως έναν βαθμό, ενδέχεται να είναι ασυμβίβαστη με απόφαση εκδοθείσα σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, καθότι μια τέτοια διαδικασία έχει ως αντικείμενο να εμποδίσει την εκ μέρους ενός πιστωτή ικανοποίηση της απαιτήσεώς του πέραν του ποσού που μπορεί να του αποδοθεί κατ’ εφαρμογή της συμβάσεως του 1957. Επομένως, η εκδιδόμενη κατά το πέρας της διαδικασίας αυτής απόφαση μπορεί να αποδειχθεί ασυμβίβαστη με οριστική απόφαση εκδιδόμενη σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, με την οποία καταδικάζεται ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής του σκάφους που προκάλεσε τη ζημία να καταβάλει, για την αποκατάσταση της ζημίας, ποσό ανώτερο από το όριο της αποζημιώσεως που ορίζεται σύμφωνα με την εν λόγω σύμβαση. Πάντως, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να δημιουργήσει εκκρεμοδικία αφ’ ης στιγμής δεν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Επιπλέον, ο κίνδυνος εκδόσεως ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων μπορεί να περιοριστεί σημαντικά με την εφαρμογή των σχετικών με τη συνάφεια διατάξεων του άρθρου 22 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, οι οποίες προβλέπουν ότι, όταν συναφείς αγωγές έχουν ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων συμβαλλομένων κρατών και είναι εκκρεμείς σε πρώτο βαθμό, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται δεύτερο μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία ή να απεκδυθεί της δικαιοδοσίας του υπέρ του δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτο. Η ανάλυση αυτή ενισχύεται επίσης από την έκθεση Schlosser (40) όπου αναφέρεται ότι, στην περίπτωση κινήσεως διαδικασίας για τον περιορισμό της ευθύνης σε ένα κράτος και υποβολής αιτήσεως για τη διαπίστωση της απαιτήσεως σε άλλο κράτος, εφαρμόζεται το άρθρο 22 της Συμβάσεως των Βρυξελλών (41). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το δικαστήριο που δεύτερο επιλαμβάνεται αγωγής αποζημιώσεως μπορεί, σε μια τέτοια περίπτωση, να απεκδυθεί της δικαιοδοσίας του υπέρ του δικαστηρίου που επιλήφθηκε προηγουμένως διαδικασίας για τον περιορισμό της ευθύνης. Ομοίως, στην περίπτωση που, όπως φαίνεται ότι συμβαίνει εν προκειμένω (42), προηγείται η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαδικασίας για τον περιορισμό της ευθύνης μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της αγωγής αποζημιώσεως. Ως εκ τούτου, στις δύο αυτές περιπτώσεις, ο μηχανισμός της συνάφειας παρέχει στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαδικασίας για τον περιορισμό της ευθύνης και ενώπιον του οποίου έχει συσταθεί κεφάλαιο περιορισμού της ευθύνης, τη δυνατότητα να εκτιμήσει ή να εξακριβώσει αν ο περιορισμός αυτός μπορεί να αντιταχθεί στους ενδιαφερόμενους πιστωτές και να προβεί στην κατανομή του κεφαλαίου. Εν πάση περιπτώσει, όπως τονίζει το αιτούν δικαστήριο (43), σύστημα για τον περιορισμό της ευθύνης όπως το προβλεπόμενο από το ολλανδικό δίκαιο δεν έρχεται σε αντίθεση με τον προηγούμενο καθορισμό των απαιτήσεων από το δικαστήριο άλλου συμβαλλόμενου κράτους.
46. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι διαδικασία με σκοπό τη σύσταση κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, όπως η κινηθείσα εν προκειμένω από τους εφοπλιστές κατά το ολλανδικό δίκαιο με την υποβολή αιτήσεως που μνημονεύει ονομαστικά τα ενδεχόμενα θύματα της ζημίας, και αγωγή αποζημιώσεως ασκηθείσα από το θύμα αυτό κατά των εφοπλιστών συνιστούν αιτήσεις υποβληθείσες από τους ίδιους διαδίκους, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, κατά την έννοια του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
Β – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
47. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν απόφαση περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, σύμφωνα με τους ισχύοντες το 1986 ολλανδικούς δικονομικούς κανόνες, συνιστά δικαστική απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 25 της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Φρονώ ότι, με το ερώτημα αυτό, το εν λόγω δικαστήριο ερωτά αν η διάταξη που εξέδωσε το Arrondissementsrechtbank Groningen στις 27 Μαΐου 1987 πρέπει να θεωρηθεί ως απόφαση κατά την έννοια του άρθρου αυτού.
48. Όπως προανέφερα, το άρθρο 25 της Συμβάσεως των Βρυξελλών ορίζει ότι «απόφαση», κατά την έννοια της εν λόγω συμβάσεως, είναι «κάθε απόφαση εκδιδόμενη από δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους, οποιαδήποτε και αν είναι η ονομασία της, όπως απόφαση, διαταγή ή διαταγή εκτελέσεως». Από το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου μπορούν να συναχθούν δύο κριτήρια που ασκούν επιρροή στην απάντηση του υπό εξέταση ερωτήματος. Κατ’ αρχάς, το εν λόγω άρθρο 25 τείνει να καλύψει όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως της ονομασίας τους στην εθνική έννομη τάξη, που εμπίπτουν στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα έκθεση Schlosser (44), το εν λόγω άρθρο δεν περιορίζεται στις αποφάσεις που τερματίζουν ολικώς ή μερικώς τη διαφορά. Αφορά, επίσης, τις μη οριστικές αποφάσεις ή τις αποφάσεις που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα. Επομένως, διάταξη η οποία, όπως εν προκειμένω, ορίζει προσωρινά το ποσό μέχρι το οποίο περιορίζεται η ευθύνη ενός εφοπλιστή τείνει να περιληφθεί στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 25.
49. Ακολούθως, η εν λόγω πράξη πρέπει να έχει εκδοθεί από δικαστήριο συμβαλλομένου κράτους. Ο όρος αυτός προϋποθέτει, αφενός, ότι το όργανο που εκδίδει την πράξη ενήργησε ανεξάρτητα σε σχέση με τα λοιπά κρατικά όργανα. Ως προς το πρώτο αυτό ζήτημα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και δεν αμφισβητείται ότι το Arrondissementsrechtbank Groningen εξέδωσε την εν λόγω πράξη στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του δραστηριότητας. Αφετέρου, προϋποθέτει ότι η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της πράξεως αυτής διεξάχθηκε τηρουμένων των δικαιωμάτων άμυνας. Η επιταγή αυτή συνιστά το αντιστάθμισμα του μηχανισμού απλουστευμένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, στο κράτος όπου ζητείται η αναγνώριση, αποφάσεων που εκδίδονται σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση Denilauler (45), «λόγω των εγγυήσεων που παρέχονται στον εναγόμενο κατά τη διαδικασία εκδόσεως της αρχικής αποφάσεως, η Σύμβαση [των Βρυξελλών], στον τίτλο III, δεν [θέτει αυστηρούς όρους] όσον αφορά την αναγνώριση και την εκτέλεση». Από τα ανωτέρω συνήγαγε ότι η εν λόγω σύμβαση αφορά κυρίως τις δικαστικές αποφάσεις που, προτού ζητηθεί η αναγνώριση ή η εκτέλεσή τους, αποτέλεσαν ή μπορούσαν να αποτελέσουν, υπό διάφορες προϋποθέσεις, στο εν λόγω κράτος προελεύσεως, αντικείμενο κατ’ αντιμωλία εξετάσεως (46).
50. Επί της δεύτερης αυτής επιταγής υπάρχει εν προκειμένω διχογνωμία. Κατά τη Mærsk, η διάταξη που εκδόθηκε στις 27 Μαΐου 1987 δεν συνιστά απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 25 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, καθότι ελήφθη μετά το πέρας μη κατ’ αντιπαράθεση διαδικασίας, χωρίς η ίδια να έχει λάβει προηγουμένως κοινοποίηση της αιτήσεως των εφοπλιστών. Όπως και οι λοιποί παρεμβαίνοντες, θα είχα την τάση να θεωρήσω ότι η ανάλυση αυτή δεν συνάδει προς τη νομολογία του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, από το σκεπτικό της προπαρατεθείσας αποφάσεως Denilauler προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι αυτό που προέχει είναι η οικεία πράξη να αποτέλεσε ή να μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κατ’ αντιμωλία διαδικασίας, προτού ζητηθεί η αναγνώριση ή η εκτέλεσή της σε κράτος άλλο από το κράτος προελεύσεως. Η ανάλυση αυτή ενισχύεται από τη θέση που υιοθέτησε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Hengst Import, στην οποία, υπενθυμίζω, απεφάνθη επί διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής του ιταλικού δικαίου, η οποία παρέχει στον πιστωτή τη δυνατότητα να επιτύχει, κατόπιν αιτήσεως που δεν κοινοποιείται αρχικώς στον οφειλέτη, την έκδοση διαταγής πληρωμής, το αποκαλούμενο «decreto ingiuntivo» (47). Το Δικαστήριο έκρινε ότι πρόκειται για απόφαση ικανή να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί δυνάμει του τίτλου III της Συμβάσεως των Βρυξελλών, δεδομένου ότι μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κατ’ αντιμωλία εξετάσεως στο κράτος εκδόσεως της αποφάσεως, προτού ζητηθούν η αναγνώριση και η εκτέλεσή της στο κράτος όπου ζητείται η αναγνώριση (48). Συνεπώς, ακόμη και αν η αρχική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της οικείας πράξεως ήταν μονομερής, αρκεί να υπήρχε η δυνατότητα κατ’ αντιμωλία εξετάσεως στο κράτος εκδόσεως, προτού ζητηθεί η εκτέλεση της πράξεως αυτής σε άλλο κράτος, για να θεωρηθεί η εν λόγω πράξη απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 25 της Συμβάσεως των Βρυξελλών και να εφαρμοστεί σ’ αυτή ο μηχανισμός απλουστευμένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως.
51. Θεωρώ ότι η νομολογία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας για τον περιορισμό της ευθύνης που ίσχυε στο ολλανδικό δίκαιο το 1986. Όπως στην περίπτωση της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής που περιγράφηκε ανωτέρω, η διάταξη που εκδίδεται μετά το πέρας της πρώτης μη κατ’ αντιπαράθεση φάσεως δεν παράγει αποτελέσματα προτού κοινοποιηθεί στους πιστωτές, οι οποίοι ακολούθως μπορούν να προβάλουν αντιρρήσεις ενώπιον του δικαστηρίου που την εξέδωσε, αμφισβητώντας όλα τα στοιχεία που ενδέχεται να συνιστούν προσβολή των δικαιωμάτων τους, ήτοι τόσο το δικαίωμα του οφειλέτη να τύχει περιορισμού της ευθύνης του όσο και το ποσό του περιορισμού αυτού. Περαιτέρω, οι πιστωτές μπορούν να ασκήσουν έφεση κατά της διατάξεως αυτής, μόλις αυτή εκδοθεί, και να αμφισβητήσουν, κατ’ έφεση, τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Μόνον αφότου καταστούν οριστικές οι αποφάσεις του δικαστηρίου επί των αντιρρήσεων αυτών, καταρτίζει ο εκκαθαριστής πίνακα κατατάξεως ο οποίος, όταν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη των απαιτήσεων των πιστωτών που, μολονότι κλήθηκαν νομότυπα, δεν τις ανήγγειλαν και τη δυνατότητα αντιτάξεως έναντι άλλων αγωγών εκ μέρους των πιστωτών που έχουν εγγραφεί στον πίνακα κατατάξεως.
52. Επομένως, μόνον αφότου κοινοποιηθεί στους μνημονευόμενους στην αίτηση πιστωτές η διάταξη με την οποία γίνεται δεκτή η αίτηση για τον περιορισμό της ευθύνης, οπότε αποκτούν τη δυνατότητα να την αμφισβητήσουν, τόσο ως προς την ουσία της όσο και ως προς το ποσό που αυτή ορίζει, και καλούνται να αναγγείλουν την απαίτησή τους, μπορεί να τους αντιταχθεί ο εν λόγω περιορισμός και να παρεμποδιστούν ενδεχόμενες ενέργειές τους έναντι του οφειλέτη στηριζόμενες στο ίδιο ζημιογόνο γεγονός. Επομένως, μπορεί να συναχθεί ότι ο περιορισμός της ευθύνης, τον οποίο διέταξε το ολλανδικό δικαστήριο, δεν μπορεί να παρεμποδίσει άλλες αγωγές εκ μέρους των πιστωτών αυτών, παρά μόνο μετά τη διεξαγωγή κατ’ αντιμωλία συζητήσεως επί της ουσίας.
53. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι απόφαση περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, σύμφωνα με τους ισχύοντες το 1986 ολλανδικούς δικονομικούς κανόνες, συνιστά δικαστική απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 25 της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
Γ – Επί του τρίτου και του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος
54. Θα εξετάσω από κοινού τα δύο αυτά ερωτήματα. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν απόφαση περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, η οποία δεν κοινοποιείται προηγουμένως στον ενδιαφερόμενο πιστωτή, μπορεί να μην αναγνωριστεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, κατά το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Με το τέταρτο ερώτημα ερωτά αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, ο εν λόγω πιστωτής μπορεί να μην τύχει του πλεονεκτήματος του άρθρου 27, σημείο 2, όταν ο πιστωτής έχει ασκήσει έφεση ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου κατά της αποφάσεως αυτής, για να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, χωρίς ωστόσο να έχει επικαλεστεί το γεγονός ότι δεν του κοινοποιήθηκε το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο.
55. Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, αφενός, αν η διάταξη της 27ης Μαΐου 1987 μπορεί να μην αναγνωριστεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος βάσει του άρθρου 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, για τον λόγο ότι εκδόθηκε χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση του δικογράφου της αιτήσεως στη Mærsk. Ερωτά, αφετέρου, αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, το γεγονός ότι η Mærsk άσκησε έφεση κατά της διατάξεως αυτής, με την οποία αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου που την εξέδωσε χωρίς να επικαλεστεί την έλλειψη κοινοποιήσεως του αρχικού δικογράφου της αιτήσεως, συνεπάγεται τη μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 27, σημείο 2.
56. Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το εν λόγω άρθρο 27, σημείο 2, απόφαση δεν αναγνωρίζεται αν το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο δεν έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα διάδικο νομότυπα και έγκαιρα, ώστε να μπορεί αυτός να αμυνθεί. Η διάταξη αυτή, η οποία συνιστά παρέκκλιση από την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διατάξεων που εκδίδονται εντός των συμβαλλομένων κρατών, έχει ως αντικείμενο την προάσπιση των δικαιωμάτων άμυνας. Κατά πάγια νομολογία, αποσκοπεί στη διασφάλιση του ότι μια απόφαση ούτε αναγνωρίζεται ούτε εκτελείται, σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή, αν δεν έχει παρασχεθεί στον εναγόμενο η δυνατότητα υπερασπίσεως ενώπιον του δικαστή του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως (49). Έχει ως επιστέγασμα τις διατάξεις του άρθρου 20 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το οποίο υποχρεώνει το δικαστήριο, εφόσον ο εναγόμενος έχει την κατοικία του σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος και δεν παρίσταται, να διαπιστώσει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους της παρούσας συμβάσεως, και να αναστείλει τη διαδικασία, εφόσον δεν διαπιστώνεται ότι ο ερημοδικήσας διάδικος ήταν σε θέση να παραλάβει το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο εντός της αναγκαίας για την άμυνά του προθεσμίας.
57. Διαπιστώθηκε, στο πλαίσιο της εξετάσεως του προηγουμένου ερωτήματος, ότι η διάταξη με την οποία γίνεται δεκτή αίτηση για τον περιορισμό της ευθύνης και η οποία έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογή των ολλανδικών δικονομικών κανόνων που ίσχυαν όταν συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά, μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 25 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, καθότι η εν λόγω διάταξη μπορεί να οδηγήσει σε κατ’ αντιπαράθεση διαδικασία. Με την κοινοποίηση της διατάξεως αυτής, παρέχεται στους ενδιαφερόμενους πιστωτές η δυνατότητα να αμφισβητήσουν, ενώπιον του δικαστηρίου που την εξέδωσε, το δικαίωμα του οφειλέτη να τύχει περιορισμού της ευθύνης του και το ποσό μέχρι το οποίο περιορίζεται η ευθύνη αυτή. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται επίσης ότι, στο πλαίσιο της ολλανδικής διαδικασίας για τον περιορισμό της ευθύνης, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 27, σημείο 2, πρέπει να θεωρηθεί η διάταξη συνοδευόμενη από το δικόγραφο της αιτήσεως.
58. Τα στοιχεία αυτά οδηγούν, κατά την άποψή μου, ευλόγως στο συμπέρασμα ότι η έλλειψη επιδόσεως του δικογράφου της αιτήσεως περιορισμού της ευθύνης στους ενδιαφερόμενους πιστωτές δεν δικαιολογεί άρνηση αναγνωρίσεως της διατάξεως περί εγκρίσεως της συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, εφόσον η διάταξη αυτή αποτέλεσε ή μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κατ’ αντιπαράθεση διαδικασίας επί της ουσίας, υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις. Άλλως ειπείν, το άρθρο 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής αν η ως άνω διάταξη έχει κοινοποιηθεί νομότυπα και έγκαιρα στον ενδιαφερόμενο πιστωτή, οπότε αυτός μπορούσε να αμυνθεί αποτελεσματικά. Ως εκ τούτου, χάρη στην κοινοποίηση της διατάξεως αυτής, κατέστη ο πιστωτής, αποδέκτης της κοινοποιήσεως αυτής, διάδικος στη διαδικασία για τον περιορισμό της ευθύνης ενώπιον του πρωτοδικείου και απέκτησε τη δυνατότητα να αμυνθεί προβάλλοντας αντιρρήσεις, προκειμένου να αμφισβητήσει το δικαίωμα του οφειλέτη να τύχει περιορισμού της ευθύνης του και το ποσό μέχρι το οποίο μπορεί να περιοριστεί η ευθύνη αυτή.
59. Θα είχα επίσης την τάση να συναγάγω από τα στοιχεία αυτά ότι η άσκηση εφέσεως κατά της διατάξεως αυτής ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου, η οποία περιορίζεται στην αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που επιλήφθηκε πρώτο, δεν συνεπάγεται απαλλαγή από την υποχρέωση νομότυπης κοινοποιήσεως της εν λόγω διατάξεως. Συγκεκριμένα θεωρώ ότι μια τέτοια έφεση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με παράσταση του εναγομένου ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους εκδόσεως, κατά την έννοια του άρθρου 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η έννοια «ερημοδικήσας εναγόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένων υπόψη των δικονομικών κανόνων των εθνικών δικαίων αλλά πρέπει να έχει κοινοτική σημασία (50). Με την προπαρατεθείσα απόφαση Sonntag, το Δικαστήριο παρέσχε διευκρινίσεις ως προς το περιεχόμενο της έννοιας «παράσταση». Στην υπόθεση αυτή, το ζήτημα ήταν αν έπρεπε να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος που είχε εξασφαλίσει την άμυνά του κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης, κατά την οποία επρόκειτο να εκδοθεί απόφαση και επί των αξιώσεων αστικού δικαίου του θύματος, είχε επίσης παραστεί στη δίκη επί της πολιτικής αγωγής, επί της οποίας είχαν μεν διεξαχθεί προφορικές συζητήσεις, χωρίς όμως αυτός να τοποθετηθεί επ’ αυτής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η τοποθέτηση του κατηγορουμένου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση επί των κατ’ αυτού κατηγοριών, και ενώ γνώριζε την αξίωση αστικού δικαίου που είχε προβληθεί κατ’ αυτού στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, πρέπει καταρχήν να θεωρηθεί ως παράσταση στη διαδικασία στο σύνολό της. Διευκρίνισε, εντούτοις, ότι αυτό δεν απέκλειε τη δυνατότητα του εναγομένου να αρνηθεί την παράσταση επί της πολιτικής αγωγής. Επισήμανε, πάντως, ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν προέβαλε ενστάσεις κατά της πολιτικής αγωγής ούτε κατά τη φάση των προφορικών συζητήσεων (51). Συνεπώς, εφόσον ο κατηγορούμενος είχε εξασφαλίσει την άμυνά του στο πλαίσιο της ποινικής δίκης και στη συνέχεια μετέσχε στις συζητήσεις επί της πολιτικής αγωγής χωρίς να προβάλει αντιρρήσεις επ’ αυτής, το Δικαστήριο ευλόγως έκρινε ότι ο ενδιαφερόμενος είχε επίσης παραστεί στην τελευταία διαδικασία.
60. Οι περιστάσεις είναι πολύ διαφορετικές σε κατάσταση όπως η υπό κρίση στην κύρια δίκη. Σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο στην προπαρατεθείσα υπόθεση Sonntag, η Mærsk δεν μετέσχε στις συζητήσεις σχετικά με το δικαίωμα των εφοπλιστών να τύχουν περιορισμού της ευθύνης τους και σχετικά με το ποσό του περιορισμού αυτού. Τέτοιου είδους συζητήσεις δεν είχαν πραγματοποιηθεί καθότι, όπως διαπιστώθηκε, υποτίθεται ότι διεξάγονται μετά την έκδοση της διατάξεως, αν ο ενδιαφερόμενος προβάλει αντιρρήσεις περί των ως άνω ζητημάτων. Θεωρώ, επομένως, ότι το γεγονός και μόνον ότι η Mærsk έλαβε γνώση της διατάξεως της 27ης Μαΐου 1987, εφόσον άσκησε έφεση κατ’ αυτής, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με παράσταση σε επ’ ακροατηρίου συζήτηση κατά την οποία τα ζητήματα αυτά προβάλλονται ενώπιόν της ή ενώπιον του εκπροσώπου της χωρίς αυτή να προβάλει αντιρρήσεις. Δεν θέλω να θέσω υπό αμφισβήτηση την ανάλυση κατά την οποία διάταξη επί αιτήσεως, εκδοθείσα μετά το πέρας κατ’ αντιπαράθεση διαδικασίας, μπορεί να θεωρηθεί ως δικαστική απόφαση καθότι μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατ’ αντιπαράθεση διαδικασίας μετά την έκδοσή της. Αυτό το νομικό κατασκεύασμα, χάρη στο οποίο μπορούν να ληφθούν υπόψη οι εφαρμοζόμενες σε διάφορα συμβαλλόμενα κράτη διαδικασίες εκδόσεως διαταγής πληρωμής, ανταποκρίνεται σε μια πραγματική ανάγκη, ιδίως στη διεκπεραίωση πληθώρας δικαστικών υποθέσεων. Ωστόσο, αυτό το νομικό κατασκεύασμα πρέπει να εξασφαλίσει την ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων των πιστωτών και των δικαιωμάτων άμυνας. Συνεπώς, θα είχα την τάση να θεωρήσω ότι η άσκηση εφέσεως κατά διατάξεως εκδοθείσας χωρίς προηγούμενη κατ’ αντιμωλία συζήτηση, η οποία δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί σύμφωνα με τους νομικούς τύπους, δεν απαλλάσσει από μια τέτοια κοινοποίηση, εφόσον η εν λόγω έφεση αφορά μόνον τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω διάταξη, οπότε τα λοιπά στοιχεία της που θίγουν τα συμφέροντα του εναγομένου δεν θα εξεταστούν κατ’ αντιπαράθεση στο πλαίσιο της εφέσεως αυτής. Επομένως, μπορεί να συναχθεί ότι η έφεση που άσκησε η Mærsk κατά της διατάξεως της 27ης Μαΐου 1987 επί της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που επιλήφθηκε αυτής δεν πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η Mærsk παρέστη στη διαδικασία για τον περιορισμό της ευθύνης, οπότε δεν θα μπορούσαν πλέον να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Ως εκ τούτου, η άσκηση της εν λόγω εφέσεως δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση να κοινοποιηθεί νομότυπα στη Mærsk το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, ήτοι η διάταξη της 27ης Μαΐου 1987.
61. Συναφώς, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο ως προς τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι, με συστημένη επιστολή της 1ης Φεβρουαρίου 1988 προς τον δικηγόρο της Mærsk, ο εκκαθαριστής που είχε διορίσει το Arrondissementsrechtbank Groningen «παρέσχε διευκρινίσεις» ως προς τη διάταξη της 27ης Μαΐου 1987. Εναπόκειται στο αρμόδιο δικαστήριο του κράτους όπου ζητείται η αναγνώριση να εκτιμήσει αν η εν λόγω συστημένη επιστολή μπορεί να θεωρηθεί ως νομότυπη κοινοποίηση της εν λόγω διατάξεως. Πρέπει να υπομνησθεί ότι το δικαστήριο του κράτους όπου ζητείται η αναγνώριση πρέπει να εξετάζει το νομότυπο της κοινοποιήσεως βάσει του δικαίου του κράτους εκδόσεως της αποφάσεως και των συμβάσεων που δεσμεύουν τα δύο κράτη (52). Επομένως, η εκτίμηση αυτή πρέπει να γίνει βάσει των ολλανδικών κανόνων που ισχύουν για θέματα περιορισμού της ευθύνης. Επιπλέον, όπως τονίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση, το άρθρο 10 της συμβάσεως της Χάγης (53), που δέσμευε τότε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και το Βασίλειο της Δανίας, προβλέπει τη δυνατότητα απ’ ευθείας ταχυδρομικής αποστολής δικαστικών πράξεων στα πρόσωπα που βρίσκονται στο εξωτερικό. Το δικαστήριο του κράτους όπου ζητείται η αναγνώριση πρέπει επίσης να εξετάσει αν η κοινοποίηση αυτή έγινε έγκαιρα ώστε να μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, ο δικαστής μπορεί να λάβει υπόψη του όλα τα σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά στοιχεία καθώς και τη συμπεριφορά των διαδίκων (54).
62. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών και του γεγονότος ότι η Mærsk κλήθηκε να αναγγείλει την απαίτησή της στο πλαίσιο της ολλανδικής διαδικασίας με έγγραφο της 25ης Απριλίου 1988, φρονώ ότι δεν αποκλείεται η απόφαση με την οποία περατώθηκε η ολλανδική διαδικασία για τον περιορισμό της ευθύνης όχι μόνο να εμποδίζει διώξεις της Mærsk στις Κάτω Χώρες αλλά να πρέπει να αναγνωριστεί και στη Δανία και να έρχεται σε αντίθεση με την εκτέλεση στο έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους αποφάσεως που καταδικάζει τους εφοπλιστές στην καταβολή αποζημιώσεως στη Mærsk για το εν λόγω ζημιογόνο γεγονός.
63. Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, θεωρώ ότι απόφαση περί συστάσεως κεφαλαίου περιορισμού της ευθύνης εκδοθείσα σύμφωνα με την ισχύουσα ολλανδική νομοθεσία, χωρίς να έχει κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο πιστωτή το δικόγραφο της αιτήσεως για τον περιορισμό της ευθύνης, δεν μπορεί να μην αναγνωριστεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος βάσει του άρθρου 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, εφόσον η διάταξη αυτή έχει κοινοποιηθεί νομότυπα και έγκαιρα στον εν λόγω πιστωτή, ώστε αυτός μπορούσε να προασπίσει τα δικαιώματά του άμυνας και, μεταξύ άλλων, να αμφισβητήσει το δικαίωμα του οφειλέτη να τύχει περιορισμού της ευθύνης του καθώς και το ποσό μέχρι το οποίο μπορούσε να ανέλθει ο περιορισμός αυτός. Το γεγονός ότι ο πιστωτής αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου, χωρίς να επικαλεστεί την έλλειψη προηγούμενης κοινοποιήσεως του δικογράφου της αιτήσεως για τον περιορισμό της ευθύνης δεν αναιρεί την υποχρέωση νομότυπης και έγκαιρης κοινοποιήσεως της εν λόγω διατάξεως προς αυτόν.
V – Συμπέρασμα
64. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Højesterets ως εξής:
«1) Διαδικασία με σκοπό τη σύσταση κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, όπως η κινηθείσα εν προκειμένω από τους εφοπλιστές κατά το ολλανδικό δίκαιο με την υποβολή αιτήσεως που μνημονεύει ονομαστικά τα ενδεχόμενα θύματα της ζημίας, και αγωγή αποζημιώσεως ασκηθείσα από το θύμα αυτό κατά των εφοπλιστών δεν συνιστούν αιτήσεις με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, κατά την έννοια του άρθρου 21 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας.
2) Απόφαση περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, σύμφωνα με τους ολλανδικούς δικονομικούς κανόνες που ίσχυαν το 1986, συνιστά δικαστική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 25 της συμβάσεως αυτής.
3) Απόφαση περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης, εκδοθείσα σύμφωνα με την ισχύουσα ολλανδική νομοθεσία, χωρίς να έχει κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο πιστωτή το δικόγραφο της αιτήσεως για τον περιορισμό της ευθύνης, δεν μπορεί να μην αναγνωριστεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος βάσει του άρθρου 27, σημείο 2, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, εφόσον η διάταξη αυτή έχει κοινοποιηθεί νομότυπα και έγκαιρα στον εν λόγω πιστωτή, ώστε αυτός μπορούσε να προασπίσει τα δικαιώματά του άμυνας και, μεταξύ άλλων, να αμφισβητήσει το δικαίωμα του οφειλέτη να τύχει περιορισμού της ευθύνης του καθώς και το ποσό μέχρι το οποίο μπορούσε να ανέλθει ο περιορισμός αυτός. Το γεγονός ότι ο πιστωτής αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση περί συστάσεως κεφαλαίου για τον περιορισμό της ευθύνης ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου, χωρίς να επικαλεστεί την έλλειψη προηγούμενης κοινοποιήσεως του δικογράφου της αιτήσεως για τον περιορισμό της ευθύνης, δεν αναιρεί την υποχρέωση νομότυπης και έγκαιρης κοινοποιήσεως της εν λόγω διατάξεως προς αυτόν.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – International Transport Treaties, suppl. 1-10 (Ιανουάριος 1986), σ. 81 (στο εξής: σύμβαση του 1957).
3 – (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως η σύμβαση τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24, στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών).
4 – Georges J., «La limitation de la responsabilité des propriétaires de bateaux» (ο περιορισμός της ευθύνης των πλοιοκτητών), Sauveplane Rome, εκδόσεις Unidroit, 1959, σ. 62.
5 – Η σύμβαση του 1957, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 31 Μαΐου 1968, επικυρώθηκε από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στις 10 Δεκεμβρίου 1965. Το εν λόγω Βασίλειο την κατήγγειλε την 1η Σεπτεμβρίου 1989. Το Βασίλειο της Δανίας ήταν επίσης μέρος της συμβάσεως αυτής από την 1η Μαρτίου 1965 έως την 1η Απριλίου 1984. Επομένως, η σύμβαση αυτή δεν δέσμευε πλέον τη Δανία όταν συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, ήτοι τον Ιούνιο του 1985. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο ουδέν συμπέρασμα αντλεί από το στοιχείο αυτό, το οποίο μάλιστα ούτε καν αναφέρει. Ως εκ τούτου, δεν θα λάβω υπόψη μου το στοιχείο αυτό στις παρούσες προτάσεις.
6 – Άρθρο 3.
7 – Άρθρο 4.
8 – International Transport Treaties, suppl. 1-10 (Ιανουάριος 1986), σ. 255. Η σύμβαση αυτή τέθηκε σε ισχύ στη Δανία μόλις την 1η Δεκεμβρίου 1986 και στις Κάτω Χώρες την 1η Σεπτεμβρίου 1990. Επέκτεινε το δικαίωμα περιορισμού της ευθύνης σε άλλα πρόσωπα. Όρισε ότι μόνον το εκ προθέσεως ή μη συγγνωστό πταίσμα του υπευθύνου μπορούσε να τον στερήσει από το δικαίωμα του περιορισμού αυτού και αύξησε τα όρια της ευθύνης σε ορισμένες περιπτώσεις.
9 – Παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, σκέψη 32.
10 – Όπ.π., σημεία 40 και 41.
11 – Αναφέρομαι, μεταξύ άλλων, στους όρους «Klagen» στο γερμανικό κείμενο, «vorderingen» στο ολλανδικό, «domande» στο ιταλικό, «proceedings» στο αγγλικό, «demandas» στο ισπανικό, «acções» στο πορτογαλικό και «krav» στο δανικό.
12 – Αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 1987, 144/86, Gubisch Maschinenfabrik (Συλλογή 1987, σ. 4861, σκέψη 8), της 27ης Ιουνίου 1991, C-351/89, Overseas Union Insurance κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-3317, σκέψη 16), της 6ης Δεκεμβρίου 1994, C-406/92, Tatry (Συλλογή 1994, σ. I-5439, σκέψη 32), και της 9ης Δεκεμβρίου 2003, C-116/02, Gasser (Συλλογή 2003, σ. I‑14693, σκέψη 41).
13 – Προπαρατεθείσα απόφαση Overseas Union Insurance κ.λπ. (σκέψη 16).
14 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Gubisch Maschinenfabrik (σκέψη 14) και Overseas Union Insurance κ.λπ. (σκέψεις 15 και 18).
15 – Δεν είναι βέβαιο ότι μια τέτοια διαδικασία μπορεί να κινηθεί στο πλαίσιο της συμβάσεως του 1976 για τον λόγο ότι, κατά τα άρθρα 10 έως 12 της συμβάσεως αυτής, ο περιορισμός της ευθύνης δεν μπορεί να προβληθεί προληπτικώς, όπως στο πλαίσιο της συμβάσεως του 1957, αλλά αποκλειστικά και μόνον ως αμυντικός ισχυρισμός έναντι αγωγής αποζημιώσεως. Το κεφάλαιο περιορισμού της ευθύνης μπορεί να κατατεθεί στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της αγωγής αποζημιώσεως ή σε οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή του κράτους στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση αυτή.
16 – Σημεία 40 έως 46.
17 – Απόφαση της 7ης Ιουνίου 1984, 129/83, Zelger (Συλλογή 1984, σ. 2397, σκέψη 14).
18 – Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι το «πρώτο επιληφθέν» δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 21 της Συμβάσεως των Βρυξελλών είναι αυτό ενώπιον του οποίου συνέτρεξαν πρώτα οι προϋποθέσεις από τις οποίες συνάγεται η οριστική εκκρεμοδικία και οι οποίες πρέπει να κριθούν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο καθενός από τα οικεία δικαστήρια (σκέψη 16). Θεωρώ ότι η απάντηση αυτή ισχύει για την περίπτωση που δύο δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεων για τις οποίες διεξάγεται κατ’ αντιμωλία διαδικασία. Στην υπό κρίση υπόθεση, το ερώτημα ήταν αν, σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η στιγμή που η αίτηση περιέρχεται στο δικαστήριο ή η στιγμή της κοινοποιήσεως της αιτήσεως στον εναγόμενο.
19 – Σκέψη 11.
20 – Σκέψη 30.
21 – Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑8417, σκέψεις 20 και 21), καθώς και της 11ης Ιανουαρίου 2000, C-174/98 P και C‑189/98 P, Κάτω Χώρες και van der Wal κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-1, σκέψη 17).
22 – Αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 1985, 49/84, Debaecker και Plouvier (Συλλογή 1985, σ. 1779, σκέψη 10), καθώς και της 28ης Μαρτίου 2000, C‑7/98, Krombach (Συλλογή 2000, σ. I-1935, σκέψη 43).
23 – Βλ. την έκθεση του M. Jenard για τη Σύμβαση των Βρυξελλών, αποκαλούμενη «έκθεση Jenard» (ΕΕ 1979, C 59, σ. 1, 10).
24 – Απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C‑111/01, Gantner Electronic (Συλλογή 2003, σ. Ι-4207, σκέψη 30).
25 – Πρέπει να τονιστεί ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12, σ. 1), ο οποίος αντικατέστησε τη Σύμβαση των Βρυξελλών από την 1η Μαρτίου 2002, προβλέπει, στο άρθρο του 30, ότι, για την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την εκκρεμοδικία και τη συνάφεια, ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν στις δύο ακόλουθες περιπτώσεις: «1) από την κατάθεση στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο ή, 2) εάν το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, μόλις παραληφθεί από την αρχή που είναι υπεύθυνη για την κοινοποίηση ή την επίδοση, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο». Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές περιπτώσεις αναφέρονται σε κατ’ αντιπαράθεση διαδικασία.
26 – Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, οι αποφάσεις που εκδίδονται εντός κράτους μέλους δεν αναγνωρίζονται σε άλλο κράτος μέλος αν το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα διάδικο νομότυπα και έγκαιρα ώστε να μπορεί αυτός να αμυνθεί.
27 – 166/80 (Συλλογή 1980, σ. 1593, σκέψη 9).
28 – C‑474/93 (Συλλογή 1995, σ. I-2113, σκέψη 19).
29 – Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, «με συστημένη επιστολή του [...] εκκαθαριστή, της 1ης Φεβρουαρίου 1988, ο δικηγόρος της Mærsk ενημερώθηκε [ως προς τη διάταξη της 27ης Μαΐου 1987]» (σ. 12 του ελληνικού κειμένου).
30 – Το αγγλικό κείμενο κάνει λόγο μόνο για «the same course of action» και το γερμανικό κείμενο δεν διακρίνει μεταξύ των εννοιών «αντικείμενο» και «αιτία».
31 – Προπαρατεθείσα απόφαση Gubisch Maschinenfabrik (σκέψη 14).
32 – Προπαρατεθείσα απόφαση Tatry (σκέψη 39).
33 – Όπ.π., σκέψη 41.
34 – Προπαρατεθείσα απόφαση Gubisch Maschinenfabrik (σκέψη 16).
35 – Προπαρατεθείσα απόφαση Tatry (σκέψη 42).
36 – Απόφαση περί παραπομπής, σημείο 2.5.
37 – Πρόκειται, εν προκειμένω, για τις ζημίες που προκάλεσε το σκάφος των εφοπλιστών στους αγωγούς που είχε τοποθετήσει η εταιρία Mærsk στη Βόρειο Θάλασσα κατά τη διάρκεια αλιείας που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1985.
38 – Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 1, σημείο 7, της συμβάσεως του 1957 ορίζει ότι «η επίκληση του περιορισμού της ευθύνης δεν συνεπάγεται αναγνώριση της ευθύνης αυτής».
39 – Προπαρατεθείσα απόφαση Gantner.
40 – Έκθεση του M. Schlosser σχετικά με τη σύμβαση για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στη σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και στο πρωτόκολλο σχετικά με την ερμηνεία της από το Δικαστήριο (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24).
41 – Σημείο 129.
42 – Θεωρώ ότι η συλλογιστική κατά την οποία το ολλανδικό δικαστήριο δεν επιλήφθηκε της διαφοράς με το δικόγραφο της αιτήσεως για την κίνηση διαδικασίας περιορισμού της ευθύνης αλλά με τη διάταξη της 27ης Μαΐου 1987 μπορεί κάλλιστα να εφαρμοστεί στο πλαίσιο του άρθρου 22 της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
43 – Απόφαση περί παραπομπής, σημείο 2.5.
44 – Σημείο 184.
45 – Απόφαση της 21ης Μαΐου 1980, 125/79 (Συλλογή 1980/ΙΙ, σ. 149, σκέψη 13).
46 – Όπ.π.
47 – Κατά το ιταλικό δίκαιο, η πράξη αυτή καθώς και το δικόγραφο της αιτήσεως πρέπει να επιδοθούν στον οφειλέτη, οπότε αρχίζει να τρέχει η προθεσμία που έχει στη διάθεσή του για να ασκήσει ανακοπή. Αν ο οφειλέτης ασκήσει ανακοπή, ακολουθεί η συνήθης διαδικασία του αστικού δικονομικού δικαίου. Ελλείψει ανακοπής, το δικαστήριο κηρύσσει τη διαταγή εκτελεστή έναντι του οφειλέτη.
48 – Προπαρατεθείσα απόφαση Hengst Import (σκέψη 14).
49 – Προπαρατεθείσα απόφαση Klomps (σκέψη 9), αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1992, C-123/91, Minalmet (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ‑5561, σκέψη 18) και της 21ης Απριλίου 1993, C‑172/91, Sonntag (Συλλογή 1993, σ. I-1963, σκέψη 38).
50 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Klomps (σκέψεις 12 και 13), Minalmet (σκέψεις 19 έως 22) και Sonntag (σκέψεις 39 έως 44).
51 – Σκέψεις 41 και 42.
52 – Προπαρατεθείσα απόφαση Klomps (σκέψη 15).
53 – Σύμβαση της 15ης Νοεμβρίου 1965 σχετικά με την επίδοση και την κοινοποίηση στο εξωτερικό των δικαστικών και εξώδικων εγγράφων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.
54 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Klomps (σκέψη 20), καθώς και Debaecker και Plouvier (σκέψεις 20, 22, 27 και 31 έως 33).
Full & Egal Universal Law Academy