ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 10ης Απριλίου 2003 ( 1 )
1.
Το Unabhängiger Verwaltungssenat im Land Niederösterreich (Αυστρία) (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος των άρθρων 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια', και 8, παράγραφος 6, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1990, σχετικά με τους κανόνες επισήμανσης των τροφίμων όσον αφορά τις τροφικές τους ιδιότητες ( 2 ).
Ι — Το νομικό πλαίσιο
Α — Η κοινοτική νομοθεσία
2.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια', της οδηγίας 90/496, νοούνται ως:
«“μέση τιμή”: η τιμή που αντιπροσωπεύει καλύτερα την ποσότητα μιας τροφικής ουσίας που περιέχεται στο εκάστοτε είδος διατροφής και αντικατοπτρίζει την ανοχή για τις εποχιακές διακυμάνσεις, για τις καταναλωτικές συνήθειες καθώς και για άλλους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την πραγματική τιμή.»
3.
Το άρθρο 6, παράγραφος 8, της οδηγίας 90/496 ορίζει τα ακόλουθα:
«Οι αναγραφόμενες τιμές είναι οι μέσες τιμές που έχουν δεόντως ορισθεί, κατά περίπτωση, με:
α)
ανάλυση του τροφίμου που πραγματοποιείται από τον παραγωγό·
β)
υπολογισμό με βάση τις γνωστές ή τις πραγματικές μέσες τιμές των συστατικών που χρησιμοποιήθηκαν·
γ)
υπολογισμούς με βάση γενικώς καθορισμένα και αποδεκτά δεδομένα.
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του πρώτου εδαφίου όσον αφορά ιδίως τις διαφορές μεταξύ των τιμών που δηλών[ονται] και αυτών που διαπιστώνονται κατά τους επίσημους ελέγχους αποφασίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπται στο άρθρο 10» ( 3 ).
4.
Το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 90/496 ορίζει τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη αποφεύγουν να επιβάλουν περισσότερο λεπτομερείς απαιτήσεις από αυτές που δίδονται στην παρούσα οδηγία σχετικά με την επισήμανση των τροφίμων όσον αφορά τις τροφικές τους ιδιότητες.»
Β — Η εθνική νομοθεσία
5.
Το άρθρο 74 του Gesetz über den Verkehr mit Lebensmitteln, Verzehprodukten, Zusatzstoffen, kosmetischen Mitteln und Gebrauchsgegenständen, της 23ης Ιανουαρίου 1975 (Lebensmittelgesetz 1975) (νόμου περί της εμπορίας τροφίμων, ειδών τρέχουσας καταναλώσεως ή προσθέτων, καλλυντικών ή προϊόντων καθημερινής χρήσεως, BGBl. 1975/86 και BGBl. 12001/98, στο εξής: LMG) ορίζει τα ακόλουθα:
«(1)
Ο επιθέτων ανακριβή ετικέτα, κατά την έννοια του άρθρου 6, στοιχεία a), b) ή c), σε τρόφιμα, σε είδη τρέχουσας καταναλώσεως ή πρόσθετα, σε καλλυντικά ή σε προϊόντα καθημερινής χρήσεως, ή ο διαθέτων στο εμπόριο τρόφιμα, είδη τρέχουσας καταναλώσεως ή πρόσθετα, καλλυντικά ή προϊόντα καθημερινής χρήσεως με ανακριβή επισήμανση, καθίσταται ένοχος διοικητικής παραβάσεως που επισύρει την επιβολή, από την κατά τόπον αρμόδια διοικητική αρχή, προστίμου έως 7300 ευρώ, εκτός εάν το άρθρο 63, παράγραφος 2 Ζ 1, προβλέπει αυστηρότερη ποινή.
[...]
(4)
Ο παραβαίνων τις διατάξεις κανονισμού θεσπισθέντος βάσει του άρθρου 10 καθίσταται ένοχος διοικητικής παραβάσεως που επισύρει πρόστιμο σύμφωνα με την παράγραφο 1, εκτός εάν τα άρθρα 56 έως 64 ή άλλες διατάξεις προβλέπουν αυστηρότερη ποινή.»
6.
Το άρθρο 2 του Verordnung des Bundesministers für Gesundheit und Konsumentenschutz über die Nährwertkennzeichnung von Lebensmitteln (Nährwertkennzeichnungs-Verordnung) (κανονισμού περί επισημάνσεως των τροφίμων όσον αφορά τις τροφικές τους ιδιότητες, BGBl. 1995/896, στο εξής: NWKV), ο οποίος εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 10 του LMG, ορίζει τα ακόλουθα:
«(1)
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, η σχετική με τις τροφικές ιδιότητες επισήμανση είναι προαιρετική.
(2)
'Οταν διατίθεται στην αγορά τρόφιμο το οποίο περιλαμβάνει ενδείξεις περί των τροφικών ιδιοτήτων του, με εξαίρεση τις συλλογικές διαφημιστικές εκστρατείες, πρέπει η επισήμανση του τροφίμου να περιλαμβάνει τα στοιχεία του άρθρου 5· πλην της περιπτώσεως αυτής, είναι δυνατόν αντιθέτως η επισήμανση μη συσκευασμένων τροφίμων κατά την κυκλοφορία στην αγορά να περιορίζεται στην αναγραφή των τιμών στις οποίες αναφέρονται οι ενδείξεις περί τροφικών ιδιοτήτων.»
7.
Το άρθρο 6 του NWKV ορίζει τα εξής:
«Στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, νοούνται:
[...]
9.
ως μέση τιμή: η τιμή που αντιπροσωπεύει καλύτερα την ποσότητα μιας τροφικής ουσίας που περιέχεται σε συγκεκριμένο τρόφιμο και αντικατοπτρίζει την ανοχή για τις εποχιακές διακυμάνσεις, για τις καταναλωτικές συνήθειες καθώς και για άλλους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την πραγματική τιμή.»
8.
Το άρθρο 8 του NWKV προβλέπει τα εξής:
«(1)
Η αναφορά της ενεργειακής αξίας και της περιεκτικότητας σε τροφικές ουσίες ή θρεπτικά στοιχεία γίνεται με αριθμούς. Οι μονάδες που πρέπει να χρησιμοποιούνται είναι οι ακόλουθες:
[...]
4.
βιταμίνες και τροφικές ουσίες: οι μονάδες που ορίζονται στο παράρτημα.
(2)
Οι τιμές που πρέπει να αναγράφονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι οι μέσες τιμές που έχουν δεόντως διαπιστωθεί, κατά περίπτωση, με:
1.
ανάλυση του τροφίμου που πραγματοποιείται από τον παραγωγοΙ -12652
2.
υπολογισμό με βάση τις γνωστές ή τις πραγματικές μέσες τιμές των συστατικών που χρησιμοποιήθηκαν
3.
υπολογισμούς με βάση γενικώς καθορισμένα και αποδεκτά δεδομένα.»
ΙΙ — Η διαφορά της κύρίας δίκης
9.
Με διοικητική απόφαση ποινικού χαρακτήρα (Straferkenntnis) του Bezirkshauptmannschaft Korneuburg (Αυστρία), της 30ής Ιουλίου 2001, η Μ. Scherndl, υπό την ιδιότητά της ως υπεύθυνης εντολοδόχου της επιχειρήσεως Hofer KG, κρίθηκε ένοχη παραβάσεως των διατάξεων του LMG ή του NWKV, καθόσον διέθεσε στην αγορά του Stockerau (Αυστρία), στις 5 Ιουλίου 2000, τον χυμό ανανά «Premium Ananassaft 100 %», στο μέτρο που η περιεκτικότητα σε βιταμίνη C που διαπιστώθηκε για το προϊόν αυτό (περιεκτικότητα σε ασκορβικό οξύ) παρουσίαζε απόκλιση κατά 40 % από την αναγραφόμενη τιμή. Ενώ επί του προϊόντος αυτού αναγραφόταν περιεκτικότητα σε ασκορβικό οξύ 300 mg/l, από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2000 από το ομοσπονδιακό ινστιτούτο αναλύσεων των τροφίμων και ερευνών επί των στοιχείων αυτών (στο εξής: ινστιτούτο) προέκυψε περιεκτικότητα σε ασκορβικό οξύ 430 mg/l.
10.
Στο πλαίσιο της δίκης, η Μ. Scherndl υποστήριξε ότι ο υπολογισμός της μέσης τιμής, κατ' εφαρμογήν της οδηγίας 90/496 και, συνεπώς, της εθνικής νομοθεσίας με την οποία η οδηγία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη, είχε προβλεφθεί κατά τρόπον ώστε να δημιουργείται ένα ευρύ πλαίσιο. Κατά την Μ. Scherndl, είναι μεν κατανοητό να επιθυμεί ο καταναλωτής μια επισήμανση η οποία να αναφέρει τις τιμές περιεκτικότητας κατά την ημερομηνία αγοράς ή καταναλώσεως, μια τέτοια όμως επισήμανση δεν είναι δυνατή όταν το επίμαχο τρόφιμο έχει αρκετά μεγάλη διάρκεια διατηρήσεως. Οι ενδείξεις σχετικά με τα θρεπτικά στοιχεία μπορούν, κατά συνέπεια, να αναφέρονται σε κάθε χρονικό σημείο μεταξύ της πωλήσεως στον τελικό καταναλωτή και της ημερομηνίας λήξεως που αναγράφεται επί των τροφίμων. Λαμβανομένου υπόψη του ότι το περιεχόμενο σε βιταμίνες μπορεί να μειωθεί σημαντικά υπό την επίδραση εξωτερικών παραγόντων όπως ο αέρας, το φως, η θερμοκρασία κ.λπ. και η παρέλευση του χρόνου, οι τιμές που αναγράφονται ή ο υπολογισμός της μέσης τιμής αναφέρονται στη λήξη της ελάχιστης περιόδου διατηρήσεως. Στο μέτρο που οι βιταμίνες που μνημονεύονται στην οδηγία 90/496 ή στον NWKV δεν προκαλούν υπερβιταμίνωση και δεν αντενδείκνυται η λήψη υπερβολικής δόσεως, ο παραγωγός προέβλεψε τις τιμές κατά τέτοιον τρόπο ώστε το προϊόν να ανταποκρίνεται στις τιμές αυτές κατά τη λήξη της ελάχιστης περιόδου διατηρήσεως.
11.
Στη διάταξη περί παραπομπής αναφέρεται ακόμα ότι από μια έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία προσκομίστηκε από την Μ. Scherndl και αφορούσε το επίδικο προϊόν, προκύπτουν πολύ σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά τη διαπιστωθείσα περιεκτικότητα σε ασκορβικό οξύ.
12.
Κατά το ινστιτούτο, όταν γίνεται αναφορά στα στοιχεία που ισχύουν κατά την ημερομηνία λήξεως της ελάχιστης περιόδου διατηρήσεως, δεν μπορεί να γίνεται πλέον λόγος για «θρεπτική αξία», αλλά για «υπολειμματική θρεπτική αξία». Δεν ανταποκρίνεται στις εν γένει αγοραστικές και καταναλωτικές συνήθειες η αγορά ή η κατανάλωση των τροφίμων την τελευταία ημέρα της περιόδου διατηρήσεώς τους. Στη βιβλιογραφία, εξάλλου, αναφέρεται ότι η υπερβιταμίνωση από βιταμίνη D και φολικό οξύ έχει «αποτελέσματα συγκαλύψεως», δεδομένου ότι μπορεί να υποκρύπτει συμπτώματα κακοήθους αναιμίας. Η άποψη της Μ. Scherndl εμπνέεται εν μέρει από «συστάσεις» γερμανικών ενώσεων, οι οποίες δεν αντικατοπτρίζουν την αντίληψη που είναι γενικώς αποδεκτή από το σύνολο των ενδιαφερομένων στην Αυστρία.
13.
Από την πλευρά του, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι ο NWKV μεταφέρει στο αυστριακό δίκαιο την οδηγία, διάφορες διατάξεις της οποίας επαναλαμβάνει κατά λέξη. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, ο NWKV αποφεύγει να επιβάλει λεπτομερέστερους κανόνες από αυτούς της οδηγίας.
14.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, το ζήτημα των όρων του καθορισμού της μέσης τιμής βρίσκει απάντηση αποκλειστικά στο κοινοτικό δίκαιο. Προσθέτει ότι οι κανόνες της οδηγίας 90/496, οι οποίοι ενσωματώθηκαν χωρίς τροποποιήσεις στον NWKV, έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική τάξη υπό μορφή αντιστοίχων ποινικών κανόνων — συγκεκριμένα, υπό μορφή κανόνα του οποίου οι λεπτομέρειες θα καθοριστούν στο μέλλον (Blankettstrafnorm). Κατά συνέπεια, στους προμνησθέντες κανόνες συμπεριφοράς θα πρέπει να εφαρμόζονται τα κριτήρια που ισχύουν για τους ποινικούς κανόνες, ενώ έχουν εκφραστεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των κριτηρίων αυτών.
15.
Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι από τα επιχειρήματα της Μ. Scherndl και του ινστιτούτου, καθώς και τις εξηγήσεις που παρέχει η επιστημονική βιβλιογραφία, συνάγεται σαφώς ότι η οδηγία 90/496 και, ως εκ τούτου, ο NWKV ναι μεν επιβάλλουν την αναγραφή μέσων τιμών, πλην όμως, εκτός από μια αφηρημένη περιγραφή —ήτοι, διατυπωμένη κατά τρόπο αόριστο— αυτού που το Συμβούλιο εννοεί ως «μέση τιμή», δεν δίνουν ένα ορισμό της μέσης αυτής τιμής ο οποίος να καθιστά τη ρύθμιση αυτή κατανοητή και εκτελεστή. Μεταξύ άλλων, δεν προσδιορίζεται ούτε μια ημερομηνία αναφοράς ούτε το ακριβές περιθώριο των αποδεκτών ή ανεκτών αποκλίσεων.
16.
Ούτε οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες ούτε η διοίκηση είναι σε θέση να εκτιμήσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη ρύθμιση αυτή και, επομένως, αληθεύει το ότι η οδηγία δεν επιτρέπει να δοθεί απάντηση στο κατά πόσον η λύση που υποστηρίζει η Μ. Scherndl ανταποκρίνεται στις επιταγές του NWKV ή στη βούληση του Συμβουλίου. Δεδομένης της πλήρους αοριστίας της οδηγίας 90/496, καθόσον ρυθμίζει τα της αναγραφής των τροφικών ιδιοτήτων όσον αφορά τις βιταμίνες, οι διατάξεις της δεν μπορούν να εφαρμοστούν, ενώ, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας, τα κράτη μέλη δεν έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν διατάξεις προς κάλυψη αυτής της σοβαρής αοριστίας.
17.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, το οποίο παραπέμπει στην απόφαση της 17ης Μαΐου 2001, C-159/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 4 ), η οδηγία 90/496 δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας των εφαρμοστέων κανόνων ούτε στις επιταγές του άρθρου 7 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.
18.
Εξάλλου, αν γίνει δεκτή η άποψη της Μ. Scherndl ότι ο ορισμός της μέσης τιμής ή ο υπολογισμός της παρέχει στον υπεύθυνο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για τον υπολογισμό της ημερομηνίας αναφοράς και της μεθόδου υπολογισμού, καθίσταται σαφές ότι η αναγραφή στοιχείων περί της θρεπτικής αξίας —έστω και αν, σύμφωνα με τις υποδείξεις της οδηγίας 90/496, είναι «απλή και κατανοητή»— χάνει κάθε δηλωτική αξία και δημιουργεί στον καταναλωτή, αντίθετα προς τον σκοπό της οδηγίας, την πεποίθηση ότι το επίμαχο προϊόν εμφανίζει ορισμένες ιδιότητες τις οποίες δεν έχει (ή δεν θα μπορούσε να έχει).
19.
Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η επίδικη ρύθμιση συνεπάγεται περιορισμούς του δικαιώματος ιδιοκτησίας ή της επιχειρηματικής ελευθερίας των παραγωγών, περιορισμούς οι οποίοι δικαιολογούνται μόνον αν είναι όντως πρόσφοροι, ιδίως, για τη βελτίωση της πληροφορήσεως του καταναλωτή σχετικά με τις ιδιότητες του προϊόντος και δεν είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς τον σκοπό αυτόν. Όμως, αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω, οπότε οι επίδικες διατάξεις θα πρέπει να μην εφαρμόζονται, αν μη τι άλλο διότι αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.
ΙΙΙ — Τα προδικαστικά ερωτήματα
20.
Υπ' αυτές ακριβώς τις συνθήκες αποφάσισε το αιτούν δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Είναι δυνατό να γίνεται λόγος, στην περίπτωση ενδείξεων σχετικά με την περιεκτικότητα σε βιταμίνες, για μέση τιμή κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ια', της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1990, σχετικά με τους κανόνες επισήμανσης των τροφίμων όσον αφορά τις θρεπτικές τους ιδιότητες (ΕΕ L 276, όπως διορθώθηκε στην ΕΕ 1991, L 140, στο εξής: οδηγία), στην περίπτωση που η αναγραφόμενη τιμή, που στηρίζεται σε ανάλυση του τροφίμου που έχει πραγματοποιηθεί από τον παραγωγό κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 8, στοιχείο α', της οδηγίας, αναφέρεται στη θρεπτική αξία που έχει το προϊόν κατά την ημερομηνία λήξεως του;
2)
Παρέχει ο ορισμός της μέσης τιμής κατά το άρθρο 6, παράγραφος 8, της οδηγίας τη δυνατότητα ελεύθερου καθορισμού της ημερομηνίας αναφοράς και του περιθωρίου των ανεκτών αποκλίσεων;
3)
Μήπως θα πρέπει να μην εφαρμόζεται η οδηγία oτo μέτρο που η επισήμανση σχετικά με τις τροφικές ιδιότητες των τροφίμων περιέχει στοιχεία που αφορούν την περιεκτικότητα σε βιταμίνες
α)
διότι, αφενός, είναι υπερβολικά αόριστος ο ορισμός της μέσης τιμής (άρθρο 1, στοιχείο ια', της οδηγίας) και ο τρόπος υπολογισμού της (άρθρο 6, παράγραφος 8, της οδηγίας) και, αφετέρου, δεν καθορίζονται, αντιστοίχως, ημερομηνίες αναφοράς και τα περιθώρια των ανεκτών αποκλίσεων, ή
β)
διότι περιέχει διατάξεις που είναι δυσανάλογες σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό;»
IV — Ανάλυση
Α — Επί τον πρώτου και τον δεύτερον προδικαστικού ερωτήματος
21.
Προτείνω να εξεταστούν μαζί τα ερωτήματα αυτά, καθόσον αμφότερα αφορούν την ημερομηνία αναφοράς που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό της μέσης τιμής.
22.
Πράγματι, ενώ, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, μήπως το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια', της οδηγίας 90/496 δεν επιτρέπει να λαμβάνεται ως ημερομηνία αναφοράς η ημερομηνία λήξεως της περιόδου διατηρήσεως, με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημά του ερωτά κατά πόσον η οδηγία 90/496 επιτρέπει την ελεύθερη επιλογή της ημερομηνίας αναφοράς καθώς και του εύρους των ανεκτών αποκλίσεων.
1. Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
23.
Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Μ. Scherndl επαναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό τους ισχυρισμούς τους οποίους ήδη ανέπτυξε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ( 5 ). Προσθέτει ακόμα ότι ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να απολαμβάνει το προϊόν με την περιεκτικότητα σε θρεπτικές ουσίες που αναγράφεται στη συσκευασία, ακόμα και την τελευταία ημέρα της αναγραφόμενης προθεσμίας διατηρήσεως. Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητο, κατά την Μ. Scherndl, να περιέχει το προϊόν μεγαλύτερη δόση βιταμίνης C, λόγω του ότι αυτή μειώνεται κατά τη διάρκεια της αποθηκεύσεως του προϊόντος. Η Μ. Schemai υποστηρίζει ότι η μεγαλύτερη αυτή δόση αποτελεί συνήθη πρακτική των παραγωγών χυμών φρούτων.
24.
Η Μ. Scherndl προτείνει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι, προκειμένου για ενδείξεις σχετικά με το περιεχόμενο σε βιταμίνες, μπορεί να γίνει λόγος για μέση τιμή κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια; της οδηγίας 90/496 και όταν ο αναγραφόμενος αριθμός, ο οποίος στηρίζεται σε ανάλυση του επιμάχου προϊόντος πραγματοποιηθείσα από τον παραγωγό κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α', της ίδιας αυτής οδηγίας αντιπροσωπεύει την τιμή που περιέχει το προϊόν κατά τη λήξη της ελάχιστης περιόδου διατηρήσεως.
25.
Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η Μ. Scherndl προτείνει να δοθεί η απάντηση ότι ο καθορισμός της μέσης τιμής, που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 8, της οδηγίας 90/496, επιτρέπει την ελεύθερη επιλογή της ημερομηνίας αναφοράς και του εύρους των ανεκτών αποκλίσεων.
26.
Παραπέμποντας στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια', της οδηγίας 90/496, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης «επιβάλλει την επιλογή “[...] της τιμής των αντιπροσωπεύει καλύτερα την ποσότητα μιας τροφικής ουσίας που περιέχεται στο εκάστοτε είδος διατροφής [...]”, λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων που μπορούν να επηρεάσουν την πραγματική τιμή της τροφικής ουσίας» ( 6 ).
27.
Κατ' αυτήν, το ζήτημα που τίθεται έγκειται, συνεπώς, στο κατά πόσον μια μέση αξία στηριζόμενη στην περιεχόμενη στο τρόφιμο τροφική ουσία κατά τη λήξη της ελάχιστης περιόδου διατηρήσεως του παραμένει «αντιπροσωπευτική» κατά την έννοια των ορισμών της οδηγίας 90/496.
28.
Συναφώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημείο 5, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμ- ι βουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων ( 7 ), η ημερομηνία λήξεως της περιόδου ελάχιστης δια-τηρησιμότητας ενός τροφίμου περιλαμβάνεται μεταξύ των υποχρεωτικών ενδείξεων της επισημάνσεως των τροφίμων, η οποία ημερομηνία είναι, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, εκείνη μέχρι την οποία το τρόφιμο αυτό διατηρεί τις ιδιαίτερες ιδιότητες του σε κατάλληλες συνθήκες διατηρήσεως. Όταν η επισήμανση όσον αφορά τις τροφικές ιδιότητες έχει και διαφημιστικό χαρακτήρα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχείο α', της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση ( 8 ), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997 ( 9 ), να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να μην παραπλανούνται οι καταναλωτές όσον αφορά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των προϊόντων, π.χ. τις προδιαγραφές τους.
29.
Κατά την Επιτροπή, όταν ο παραγωγός προσθέτει στην επισήμανση ενδείξεις περί τροφικών ιδιοτήτων οι οποίες συνεπάγονται, μεταξύ άλλων, περιεκτικότητα σε βιταμίνες, το να καθορίζεται η μέση τιμή βάσει της αρχής ότι η τιμή αυτή δεν πρέπει να είναι μειωμένη κατά τη λήξη της ελάχιστης περιόδου διατηρήσεως, δηλαδή ότι η ποσότητα της τροφικής ουσίας (ή της βιταμίνης) πρέπει να υπάρχει στο τρόφιμο κατά την ημερομηνία αυτή στην αναγραφόμενη αναλογία, δεν αποκλείει την αντιπροσωπευτικότητα της μέσης τιμής κατά την έννοια του ορισμού του άρθρου 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια', της οδηγίας 90/496.
30.
Η Επιτροπή προτείνει, ως εκ τούτου, να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι, όταν η περιεκτικότητα ενός προϊόντος σε ορισμένη βιταμίνη, εκφραζόμενη ως μέση τιμή, αντιστοιχεί στην ποσότητα της εν λόγω βιταμίνης που απομένει στο προϊόν κατά τη λήξη της ελάχιστης περιόδου διατηρήσεως, η αναγραφή αυτής της στην επισήμανση δεν αντιβαίνει στον ορισμό της μέσης τιμής που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια', της οδηγίας.
31.
Όσον αφορά το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η Επιτροπή παρατηρεί ότι τα άρθρα 6, παράγραφος 8, και 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια', της οδηγίας 90/4% δεν παρέχουν διευκρινίσεις ως προς την ημερομηνία αναφοράς. Εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν περιορίζουν την επιλογή της ημερομηνίας αναφοράς, είναι πρόδηλο ότι, προκειμένου για ουσίες όπως η βιταμίνη C, η μέση τιμή θα κυμαίνεται αναλόγως της επιλεγόμενης ημερομηνίας αναφοράς.
32.
Όσον αφορά την ανεκτή απόκλιση μεταξύ της πραγματικής και της αναγραφόμενης τιμής, η Επιτροπή θεωρεί ότι εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την ταχύτητα με την οποία το συγκεκριμένο τρόφιμο φθείρεται υπό ορισμένες συνθήκες και από το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της παραγωγής του προϊόντος και της λήξεως της ελάχιστης περιόδου διατηρήσεως του.
33.
Μέχρι σήμερα, κατά την Επιτροπή, ο κοινοτικός νομοθέτης ούτε έκανε χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 6, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 90/496 να θεσπίσει τις «λεπτομέρειες εφαρμογής του πρώτου εδαφίου όσον αφορά ιδίως τις διαφορές μεταξύ των τιμών που δηλών[ονται] και αυτών που διαπιστώνονται κατά τους επίσημους ελέγχους» ούτε καθόρισε γενικά περιθώρια ανοχής για τη βιταμίνη C. Η Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν αυτή την τεχνικής φύσεως λεπτομέρεια —που πρέπει να καθοριστεί για κάθε τρόφιμο— αναλόγως των δικών τους γνώσεων και εμπειριών, ή να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν τους ισχύοντες εθνικούς τους κανόνες μέχρις ότου υπάρξει εναρμόνιση.
34.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ακόμα ότι, όσον αφορά την πασίγνωστη αστάθεια της βιταμίνης C, είναι γενικώς αποδεκτές αποκλίσεις κυμαινόμενες μεταξύ - 20 % και - 50 %, σύμφωνα με τις πληροφορίες τις οποίες διαθέτει η Επιτροπή. Μεταξύ των κρατών μελών που έχουν ανακοινώσει στην Επιτροπή τα περιθώρια ανοχής που εφαρμόζουν, η Ιταλική Δημοκρατία ανακοίνωσε απόκλιση από - 20 % έως + 100 % για τη βιταμίνη C στο πλαίσιο της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών ( 10 ).
35.
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή φρονεί ότι ούτε αποκλίσεις της τάξεως του 40 % από τη αναγραφομένη τιμή ούτε το γεγονός ότι η τιμή αναφέρεται στη λήξη της ελάχιστης περιόδου διατηρήσεως αποτελούν στοιχεία επιτρέποντα να θεωρηθεί ως αντιβαίνων στο κοινοτικό δίκαιο ένας τροφικός ισχυρισμός σχετικά με την περιεκτικότητα των χυμών σε βιταμίνη C
36.
Προτείνει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι η οδηγία 90/496, σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, δεν παρέχει στα κράτη μέλη «ελευθερία επιλογής» όσον αφορά την ημερομηνία αναφοράς και τις ανεκτές αποκλίσεις, αλλά υπαγορεύει την επιλογή της τιμής που αντιπροσωπεύει «καλύτερα» την ποσότητα της τροφικής ουσίας που περιέχεται στο τρόφιμο, λαμβανομένων υπόψη ορισμένων παραγόντων και εντός ενός δεδομένου περιθωρίου ανοχής, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια', της οδηγίας.
37.
Το Συμβούλιο δεν λαμβάνει θέση επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος.
2. Εκτίμηση
38.
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η οδηγία 90/496 δεν καθορίζει ούτε την ημερομηνία (ή τις ημερομηνίες) αναφοράς που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό της μέσης τιμής, ούτε τις αποδεκτές αποκλίσεις μεταξύ, αφενός, της αναγραφομένης στην ετικέτα μέσης τιμής και, αφετέρου, της μέσης τιμής που πράγματι διαπιστώνεται κατόπιν ελέγχου.
39.
Πράγματι, οι διατάξεις της οδηγίας 90/496 που αφορούν τη μέση τιμή περιορίζονται, αφενός, να ορίσουν, με γενικούς όρους, τη μέση τιμή ως την τιμή που αντιπροσωπεύει καλύτερα την ποσότητα μιας τροφικής ουσίας που περιέχεται σε συγκεκριμένο τρόφιμο, λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων που μπορούν να επηρεάσουν την πραγματική τιμή της τροφικής ουσίας (άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια'), και, αφετέρου, να καθορίσουν τα στοιχεία βάσει των οποίων πρέπει να ορίζεται η μέση τιμή (άρθρο 6, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο).
40.
Ωστόσο, η οδηγία 90/496, ειδικότερα δε το άρθρο 6, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, απονέμει στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να θεσπίζει, κατά τη διαδικασία του άρθρου 10 της ίδιας οδηγίας, τις λεπτομέρειες εφαρμογής «[...] όσον αφορά ιδίως τις διαφορές μεταξύ των τιμών που δηλών[ονται] και αυτών που διαπιστώνονται κατά τους επίσημους ελέγχους [...]», αρμοδιότητα η οποία, κατά τη γνώμη μου, λόγω του όρου «ιδίως», αφορά και τον καθορισμό της ημερομηνίας (ή των ημερομηνιών) αναφοράς που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της μέσης τιμής.
41.
Εφόσον, όμως, δεν έχουν ακόμα θεσπιστεί τέτοιες λεπτομέρειες εφαρμογής, όπως αναφέρει η Επιτροπή, μήπως εναπόκειται στα κράτη μέλη να ορίσουν, εν τω μεταξύ, τις αναγκαίες λεπτομέρειες;
42.
Είμαι της γνώμης ότι η απάντηση είναι καταφατική.
43.
Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία 90/496 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 95 ΕΚ). Τα μέτρα που μπορούν να λαμβάνονται βάσει του άρθρου αυτού δεν περιορίζονται στην προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών, αλλά περιλαμβάνουν επίσης, όπως εν προκειμένω στην περίπτωση του άρθρου 6, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 90/496, τη θέσπιση διατάξεων προβλεπουσών την παρέμβαση των κοινοτικών αρχών ( 11 ).
44.
Ωστόσο, δεδομένου ότι το άρθρο 100 Α της Συνθήκης επιτρέπει στην Κοινότητα να ενεργεί σε τομείς οι οποίοι εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, η αρμοδιότητα αυτή δεν μπορεί να περιοριστεί παρά μόνον όταν έχουν όντως θεσπιστεί κανόνες σύμφωνα με το άρθρο 100 Α της Συνθήκης. Συνεπώς, το γεγονός απλώς και μόνον ότι, βάσει της ίδιας αυτής διατάξεως, η Κοινότητα αποφασίζει ότι θα λάβει μελλοντικά απόφαση δεν αρκεί για να συναχθεί ότι ο συγκεκριμένος τομέας δεν εμπίπτει πλέον στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
45.
Επομένως, εφόσον το άρθρο 6, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 90/496 δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή, στα κράτη μέλη εναπόκειται να καθορίσουν, τηρώντας τις διατάξεις και τον σκοπό της οδηγίας 90/496, την ημερομηνία (ή τις ημερομηνίες) αναφοράς καθώς και τις αποδεκτές αποκλίσεις.
46.
Όπως και η Επιτροπή, είμαι της γνώμης ότι η άποψη αυτή δεν αντιβαίνει στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 90/496, σύμφωνα με το οποίο «[τ]α κράτη μέλη αποφεύγουν να επιβάλουν περισσότερο λεπτομερείς απαιτήσεις από αυτές που δίδονται στην παρούσα οδηγία σχετικά με την επισήμανση των τροφίμων όσον αφορά τις τροφικές τους ιδιότητες».
47.
Πράγματι, η διάταξη αυτή πρέπει να αναγνωσθεί σε συνδυασμό προς τις δύο πρώτες παραγράφους του ίδιου αυτού άρθρου ( 12 ), από τις οποίες προκύπτει ότι το άρθρο αυτό αφορά τον τρόπο εμφανίσεως της επισημάνσεως. Συνεπώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι η παράγραφος 3 αφορά το ίδιο αυτό θέμα και όχι άλλα ζητήματα όπως η μέθοδος καθορισμού της μέσης τιμής.
48.
Τι ισχύει, όμως, όταν ένα κράτος δεν έχει διευκρινίσει την ημερομηνία (ή τις ημερομηνίες) αναφοράς καθώς και τις αποδεκτές αποκλίσεις; Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω, καθόσον το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι η εθνική ρύθμιση δεν θέσπισε λεπτομερέστερους κανόνες σε σχέση προς αυτούς των διατάξεων της οδηγίας 90/496.
49.
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι «[...] η υποχρέωση των κρατών μελών, η οποία απορρέει από οδηγία, να επιτύχουν το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει καθώς και το καθήκον που αυτά έχουν, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 10 ΕΚ), να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής βαρύνει όλες τις αρχές των κρατών αυτών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-168/95, Arcara, Συλλογή 1996, σ. Ι-4705, σκέψη 41)» ( 13 ).
50.
Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη ότι το αιτούν δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει εθνική ρύθμιση ποινικού χαρακτήρα, είμαι της γνώμης ότι πρέπει να εμπνευσθεί από την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-74/95 και C-129/95, Χ ( 14 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:
«25
Όσον αφορά ειδικότερα τις περιπτώσεις όπως η υπό κρίση στην κύρια δίκη, η οποία αφορά την έκταση της ποινικής ευθύνης που απορρέει από νόμο ειδικώς εκδοθέντα προς εφαρμογήν της οδηγίας, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η αρχή που επιβάλλει να μην εφαρμόζονται διασταλτικώς οι ποινικοί νόμοι σε βάρος των διωκομένων, αρχή η οποία συνιστά απόρροια της αρχής της νομικής προβλέψεως των εγκλημάτων και των ποινών και, γενικότερα, της αρχής της ασφάλειας δικαίου, δεν επιτρέπει την κίνηση ποινικής διώξεως για συμπεριφορά το αξιόποινο της οποίας δεν προκύπτει σαφώς από τον νόμο. Η αρχή αυτή, η οποία περιλαμβάνεται μεταξύ των γενικών αρχών του δικαίου επί των οποίων έχουν θεμελιωθεί οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, καθιερώνεται επίσης με διάφορες διεθνείς συνθήκες και, ιδίως, από το άρθρο 7 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 25ης Μαΐου 1993, Κοκκινάκης, σειρά Α, αριθ. 260-Α, παράγραφος 52, και της 22ας Νοεμβρίου 1995, S. W. κατά Ηνωμένου Βασιλείου και C. R. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σειρά Α, αριθ. 335-Β, παράγραφος 35, και 335-C, παράγραφος 33).
26
Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να διασφαλίσει την τήρηση της αρχής αυτής όταν ερμηνεύσει, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας, το εθνικό δίκαιο που θεσπίστηκε προς εφαρμογήν της.»
51.
Φρονώ λοιπόν ότι, εν προκειμένω, ερμηνεύοντας, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας 90/496, τη νομοθεσία που θεσπίστηκε προς εφαρμογήν της, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει την ανωτέρω αρχή η οποία δεν επιτρέπει την άσκηση ποινικής διώξεως για συμπεριφορά της οποίας το αξιόποινο δεν προκύπτει σαφώς από τον νόμο.
52.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον καθορισμό της ημερομηνίας αναφοράς, μια λύση θα μπορούσε, ενδεχομένως, να συνίσταται στο να δεχθεί, όπως υποστηρίξει η Μ. Scherndl, το αιτούν δικαστήριο ως ημερομηνία αναφοράς την ημερομηνία λήξεως της περιόδου διατηρήσεως.
53.
Είμαι της γνώμης —και έρχομαι τώρα, στην πραγματικότητα, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα— ότι η οδηγία 90/496 δεν απαγορεύει ο αναγραφόμενος αριθμός που υποδηλώνει τη μέση τιμή να αντιπροσωπεύει την τιμή του προϊόντος κατά τη λήξη της περιόδου διατηρήσεως.
54.
Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια', της οδηγίας 90/496 ορίζει τη μέση τιμή, με γενικούς όρους, ως την τιμή που αντιπροσωπεύει καλύτερα την ποσότητα της τροφικής ουσίας που περιέχεται σε συγκεκριμένο τρόφιμο, λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων που μπορούν να επηρεάσουν την πραγματική τιμή της τροφικής ουσίας.
55.
Προκειμένου για ουσίες όπως η βιταμίνη C ως προς τις οποίες δεν αμφισβητείται ότι, υπό την επίδραση διαφόρων παραγόντων, η περιεχόμενη σε ένα τρόφιμο ποσότητά τους μπορεί να μειωθεί, ο ορισμός αυτός δεν απαγορεύει να θεωρηθεί ως μέση τιμή η τιμή της ουσίας κατά τη λήξη της περιόδου διατηρήσεως.
56.
Θεωρώ ότι η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την οδηγία 2000/13, στην οποία παραπέμπει η Επιτροπή. Πράγματι, αν η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας ενός τροφίμου είναι η ημερομηνία μέχρι την οποία το τρόφιμο διατηρεί τις ιδιαίτερες ιδιότητες του σε κατάλληλες συνθήκες διατηρήσεως ( 15 ), δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η νομιμότητα μιας επισημάνσεως η οποία δηλώνει την περιεκτικότητα σε βιταμίνη C την οποία θα έχει το συγκεκριμένο τρόφιμο κατά την ημερομηνία αυτή.
57.
Προσθέτω ότι, σε περίπτωση που η τιμή που αναγράφεται στην επισήμανση παύσει να υφίσταται πριν από τη λήξη της ελάχιστης περιόδου διατηρήσεως, ο καταναλωτής δικαιούται να θεωρήσει ότι παραπλανήθηκε.
58.
Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, προτείνω, επομένως, να δοθεί στο πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι, εφόσον δεν έχει εφαρμοστεί το άρθρο 6, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 90/496, στα κράτη μέλη εναπόκειται να καθορίσουν, τηρώντας τις διατάξεις και τον σκοπό της ίδιας αυτής οδηγίας, την ημερομηνία (ή τις ημερομηνίες) αναφοράς που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό της μέσης τιμής καθώς και το εύρος των ανεκτών αποκλίσεων. Συναφώς, το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια', της οδηγίας 90/496 δεν απαγορεύει ο αριθμός που εκφράζει τη μέση τιμή, και ο οποίος στηρίζεται σε ανάλυση του προϊόντος πραγματοποιηθείσα από τον παραγωγό κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α', της ίδιας αυτής οδηγίας, να αντιπροσωπεύει την τιμή του προϊόντος κατά τη λήξη της ελάχιστης περιόδου διατηρήσεως.
Β — Επί τον τρίτον προδικαστικού ερωτήματος
59.
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το κύρος της οδηγίας 90/496 καθόσον, κατά τη γνώμη του,
«α)
[...] αφενός, είναι υπερβολικά αόριστος ο ορισμός της μέσης τιμής (άρθρο 1, στοιχείο ια', της οδηγίας) και ο τρόπος υπολογισμού της (άρθρο 6, παράγραφος 8, της οδηγίας) και, αφετέρου, δεν καθορίζονται, αντιστοίχως, ημερομηνίες αναφοράς και τα περιθώρια των ανεκτών αποκλίσεων, ή
β)
[...] [η οδηγία] περιέχει διατάξεις που είναι δυσανάλογες σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό».
1. Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
60.
Η Μ. Scherndl προτείνει να δοθεί στο ερώτημα αυτό η απάντηση ότι, κατ' ουσίαν, δεν πρέπει να εφαρμόζεται η οδηγία 90/496 στο μέτρο που η τελευταία περιέχει υποδείξεις αναφερόμενες στις τιμές των τροφικών ουσιών, καθόσον είναι υπερβολικά αόριστη και οι διατάξεις της δυσανάλογες σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
61.
Το Συμβούλιο θεωρεί ότι η οδηγία 90/496 είναι ισχυρή.
62.
Υποστηρίζει ότι, προκειμένου για την ένδειξη της τιμής που αναφέρεται στην περιεκτικότητα του τροφίμου σε βιταμίνες, η οδηγία 90/496 ανταποκρίνεται στην επιταγή της νομικής σαφήνειας. Το Συμβούλιο όχι μόνο έδωσε τον ορισμό της μέσης τιμής στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια', της οδηγίας, λαμβανομένων υπόψη των αυξομειώσεων της πραγματικής τιμής που οφείλονται στις εποχιακές διακυμάνσεις, την αποθήκευση και άλλους παράγοντες, αλλά μνημόνευσε επίσης ρητώς, στο άρθρο 6, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας, τους παράγοντες που μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά τον καθορισμό των μέσων τιμών προς τον σκοπό του καθορισμού της «δηλούμενης τιμής».
63.
Εξάλλου, κατά το Συμβούλιο, ακόμα και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η έκφραση «μέση τιμή» και η διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 90/496, εάν ληφθούν υπόψη μεμονωμένα, δεν είναι ιδιαίτερα σαφείς, αυτό δεν συνεπάγεται, ωστόσο, το ανεφάρμοστο των διατάξεων αυτών. Συγκεκριμένα, η διαδικασία την οποία προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας αυτής ανταποκρίνεται γενικώς σε τυχόν επιταγή περισσότερης σαφήνειας. Το Συμβούλιο θεωρεί, εξάλλου, ότι θα ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να περιληφθεί στην οδηγία ένας ορισμός της μέσης τιμής αρκετά ακριβής ώστε να καλύπτει όλο το φάσμα των καταστάσεων που μπορεί να παρουσιαστούν. Κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, τα ζητήματα αυτά είναι προτιμότερο να ρυθμιστούν στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ειδικής επιτροπής παρά από την ίδια την οδηγία.
64.
Το Συμβούλιο προσθέτει ότι οι κανόνες βάσει των οποίων μπορεί να κριθεί κατά πόσον η επίδικη διάταξη της οδηγίας 90/496 πληροί τις προϋποθέσεις της ειδικότητας, της ακρίβειας και της σαφήνειας δεν συνιστούν κανόνες ποινικού δικαίου, αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από το αιτούν δικαστήριο. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα και, ναι μεν τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές κυρώσεις για την περίπτωση παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου, η οδηγία, όμως, αυτή δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέψουν προς τον σκοπό αυτόν ποινικές κυρώσεις. Συνεπώς, το κύρος της οδηγίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί για τον λόγο απλώς και μόνον ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας θέσπισε ποινικές κυρώσεις προς εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της οδηγίας 90/496.
65.
Το Συμβούλιο θεωρεί επίσης ότι η οδηγία 90/496, συμπεριλαμβανομένων των επιδίκων διατάξεων, δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του του σκοπού που καθορίζει το άρθρο 95 ΕΚ και ο οποίος συνίσταται στην εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς με βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και των καταναλωτών.
66.
Η οδηγία 90/496 λαμβάνει ως δεδομένο ότι υφίσταται μια σχέση μεταξύ της διατροφής και της υγείας, ότι η γνώση των βασικών αρχών διατροφής και η κατάλληλη επισήμανση των τροφίμων όσον αφορά τις τροφικές τους ιδιότητες συμβάλλουν σημαντικά ώστε να παρέχεται στον καταναλωτή η δυνατότητα να επιλέγει την ενδεδειγμένη διατροφή, καθώς και ότι η επισήμανση των τροφίμων πρέπει να ευνοεί τη δραστηριοποίηση για την εκπαίδευση του ευρύτερου κοινού σε θέματα διατροφής (βλ, ειδικότερα, τη δεύτερη, τέταρτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας).
67.
Είναι αποδεδειγμένο ότι οι βιταμίνες, συμπεριλαμβανομένης της βιταμίνης C, είναι σημαντικά στοιχεία στη διατροφή του ανθρώπου και ότι σχετικές με την επισήμανση των τροφίμων όσον αφορά τις τροφικές τους ιδιότητες διατάξεις οι οποίες δεν θα αφορούσαν τις βιταμίνες θα ήταν ατελείς. Αν η αναγραφόμενη τιμή για τη βιταμίνη C μπορεί να εμφανίσει απόκλιση, σε δεδομένο χρονικό σημείο, από την πραγματική τιμή, αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι η ένδειξη της περιεκτικότητας σε βιταμίνες είναι, στο σύνολό της, χρήσιμη για τον καταναλωτή.
68.
Κατά το Συμβούλιο, πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη ότι ένας από τους σκοπούς της οδηγίας 90/496 συνίσταται στην προοδευτική εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, ιδίως με την εξασφάλιση μιας σχετικής με τις τροφικές τους ιδιότητες επισήμανσης των τροφίμων υπό τυποποιημένη μορφή σε ολόκληρη την Κοινότητα (βλ., ιδίως, την πρώτη και έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας). Η επίτευξη της ομοιομορφίας αυτής εξασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, με τη διαδικασία του άρθρου 6, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας.
69.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων της όσον αφορά την απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η οδηγία 90/496 είναι ανεφάρμοστη.
2. Εκτίμηση
70.
Συμμερίζομαι απόλυτα τις παρατηρήσεις του Συμβουλίου.
71.
Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, «[η] οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών».
72.
Συνεπώς, η οδηγία δεν αποτελεί ένα σύνολο διατάξεων που πρέπει να εφαρμόζονται ως έχουν, αλλά ένα σύνολο κανόνων «η εκτέλεση των [οποίων] πρέπει να εξασφαλίζεται με κατάλληλα μέτρα εφαρμογής, που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη [...]» ( 16 ).
73.
Δεν αποκλείεται τα κράτη μέλη να κληθούν, όταν θεσπίζουν τα εθνικά μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, να διευκρινίσουν ορισμένες έννοιες περιλαμβανόμενες στην οδηγία ( 17 ). Ομοίως, όπως επιβεβαιώνει η οδηγία 90/496, η διευκρίνιση ορισμένων εννοιών μπορεί να γίνει και με τη θέσπιση εκτελεστικών μέτρων εκ μέρους των κοινοτικών αρχών.
74.
Επομένως, αντί να θεωρείται η ανάγκη διευκρινίσεως ως λόγος συνεπαγόμενος το ανίσχυρο της οδηγίας, η ανάγκη αυτή αποτελεί είτε, εάν απόκειται στα κράτη μέλη να παράσχουν τις διευκρινίσεις, ένα σύνηθες χαρακτηριστικό της οδηγίας και μάλιστα μια έκφραση της αρχής της επικουρικότητας, είτε, αν η αρμοδιότητα παροχής των διευκρινίσεων έχει μεταβιβαστεί από το Συμβούλιο στην Επιτροπή στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ειδικής επιτροπής, εφαρμογή του άρθρου 202, τελευταία παύλα, ΕΚ.
75.
Ως εκ τούτου, προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος της οδηγίας 90/496.
V — Πρόταση
76.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
—
στο πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα:
«Εφόσον δεν έχει εφαρμοστεί το άρθρο 6, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 90/496 του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1990, σχετικά με τους κανόνες επισήμανσης των τροφίμων όσον αφορά τις τροφικές τους ιδιότητες, στα κράτη μέλη εναπόκειται να καθορίσουν, τηρώντας τις διατάξεις και τον σκοπό της ίδιας αυτής οδηγίας, την ημερομηνία (ή τις ημερομηνίες) αναφοράς που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό της μέσης τιμής καθώς και το εύρος των ανεκτών αποκλίσεων. Συναφώς, το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ια', της οδηγίας 90/496 δεν απαγορεύει ο αριθμός που εκφράζει τη μέση τιμή, και ο οποίος στηρίζεται σε ανάλυση του προϊόντος πραγματοποιηθείσα από τον παραγωγό κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α', της ίδιας αυτής οδηγίας, να αντιπροσωπεύει την τιμή του προϊόντος κατά τη λήξη της ελάχιστης περιόδου διατηρήσεως»·
—
στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα:
«Από την εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος της οδηγίας 90/496».
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 276, σ. 40.
( 3 ) Η τελευταία αυτή διάταξη πρόβλεπα μια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή αποφασίζει τα μέτρα αφού συμβουλευθεί τη μόνιμη επιτροπή τροφίμων.
( 4 ) Συλλογή 2001, σ. Ι-4007.
( 5 ) Βλ. ανωτέοω σημαο 10.
( 6 ) Η υπογράμμιση υπήρχα οτo πρωτότυπο κείμενο.
( 7 ) EE L 109, σ. 29.
( 8 ) EE L 250, σ. 17.
( 9 ) EE L 290, σ. 18.
( 10 ) EE L 204, σ. 37.
( 11 ) Βλ. απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-359/92, Γερμανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994 σ. Ι-3681, σκέψη 37).
( 12
)
«1.
Οι πληροφορίες που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία πρέπει να εμφανίζονται συγκεντρωμένες σε ένα μέρος υπό μορφή πίνακα, με τους αριθμούς σε κάθετη ευθυγράμμιση, αν το επιτρέπει ο χώρος. Σε περίπτωση έλλειψης χώρου χρησιμοποιείται η οριζόντια ευθυγράμμιση.
2.
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες που καλύπτει η παρούσα οδηγία να αναγράφονται σε γλωσσά εύκολα κατανοητή από τους αγοραστές, εκτός εάν η ενημέρωση του αγοραστή εξασφαλίζεται με άλλα μέτρα. Η διάταξη αυτή δεν παρεμποδίζει την αντιγραφή των eν λόγω πληροφοριών σε διάφορες γλώσσες»
( 13 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C-62/00, Marks & Spencer (Συλλογή 2002, σ. Ι-6325, σκέψη 24). Η υπογράμμιση δική μου.
( 14 ) Συλλογή 1996, σ. Ι-6609.
( 15 ) Βλ., επίσης, υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2003, C-229/01, Müller (Συλλογή 2003, σ. Ι-2587, σκέψη 33).
( 16 ) Απόφαση της 6ης Μαΐου 1980, 102/79, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 99, σκέψη 12).
( 17 ) Βλ. προμνησθείοα απόφαση Χ, σκέψεις 29 και 30.
Full & Egal Universal Law Academy