Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Ι - Εισαγωγή
1 Με την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Schleswig-Holsteinisches Oberverwaltungsgericht ερωτά κατ' ουσίαν αν η θέση πλοιάρχου αλιευτικών σκαφών τα οποία ασκούν τη δραστηριότητά τους στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» (Kleine Seeschifffahrt) εμπίπτει στην έννοια της «απασχολήσεως στη δημόσια διοίκηση» στην οποία αναφέρεται το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ και αν επομένως ένα κράτος μέλος μπορεί να προορίζει αποκλειστικά για τους υπηκόους του τέτοια θέση απασχολήσεως.
2 Η παρούσα υπόθεση εγείρει ζητήματα τα οποία είναι σε μεγάλο βαθμό όμοια με τα τιθέμενα στην υπόθεση C-405/01 [Colegio de Oficiales de la Marina Mercante Espaρola κατά Administraciσn del Estado, παρεμβαίνουσα: Associaciσn de Navieros Espaρoles (ANAVE)] που αφορά τις θέσεις πλοιάρχου και πρώτου αξιωματικού στα πλοία του ισπανικού εμπορικού ναυτικού. Αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου και στην υπόθεση αυτή (1). Στο μέτρο που οι προβαλλόμενοι λόγοι και επιχειρήματα στις δύο υποθέσεις συμπίπτουν ή το περιεχόμενό τους αποτελεί αντικείμενο της ίδιας αναλύσεως και στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-405/01, θα αναφέρομαι αντιστοίχως σε αυτές.
Το νομικό πλαίσιο
Α - Το κοινοτικό δίκαιο
3 Η παράγραφος 4 του άρθρου 39 ΕΚ, το οποίο εγγυάται την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας, προβλέπει ότι το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται «προκειμένου περί απασχολήσεως στη δημόσια διοίκηση».
Β - Το διεθνές δίκαιο
4 Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας της 10ης Δεκεμβρίου 1982 (στο εξής: σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας) περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατάξεις αναφορικά με τη ναυσιπλοα στην ανοικτή θάλασσα:
«Άρθρο 91 Εθνικότητα των πλοίων
1) Κάθε κράτος καθορίζει τους όρους για τη χορήγηση της εθνικότητάς του σε πλοία, για τη νηολόγηση πλοίων στην επικράτειά του και για το δικαίωμα να φέρουν τη σημαία του. Τα πλοία έχουν την εθνικότητα του κράτους τη σημαία του οποίου δικαιούνται να φέρουν. Πρέπει να υπάρχει πραγματικός δεσμός ανάμεσα στο κράτος και στο πλοίο.
[...]»
«Άρθρο 92 Νομική κατάσταση των πλοίων
1) Τα πλοία πλέουν με τη σημαία ενός μόνον κράτους και εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπονται ρητά σε διεθνείς συνθήκες ή σε αυτή τη σύμβαση, υπόκεινται στην αποκλειστική του δικαιοδοσία στην ανοικτή θάλασσα [...]».
«Άρθρο 94 Υποχρεώσεις του κράτους της σημαίας
1) Κάθε κράτος θα ασκεί αποτελεσματικά τη δικαιοδοσία και τον έλεγχό του σε διοικητικά, τεχνικά και κοινωνικά θέματα πάνω στα πλοία που φέρουν τη σημαία του.
2) Ειδικότερα, κάθε κράτος θα πρέπει:
[...]
β) να ενασκεί τη δικαιοδοσία του, δυνάμει του εσωτερικού του δικαίου, επί κάθε πλοίου που φέρει τη σημαία του καθώς επίσης και του πλοιάρχου, των αξιωματικών και του πληρώματος αυτού, αναφορικά με τα διοικητικά, τεχνικά και κοινωνικά θέματα που αφορούν το πλοίο.
3) Κάθε κράτος πρέπει να παίρνει τα απαραίτητα μέτρα για τα πλοία που φέρουν τη σημαία του, ώστε με αυτά να εξασφαλίζεται η ασφάλεια στη θάλασσα [...]
[...]».
Σύμφωνα με το άρθρο 94, παράγραφος 5, όταν λαμβάνει τα εν λόγω μέτρα, κάθε κράτος είναι υποχρεωμένο να εξασφαλίζει την τήρηση των γενικώς δεκτών διεθνών κανόνων, διαδικασιών και πρακτικών.
Το άρθρο 97 προβλέπει μεταξύ άλλων ότι σε περίπτωση σύγκρουσης ή άλλου θαλάσσιου επεισοδίου κατά τη ναυσιπλοα στην ανοικτή θάλασσα ενδεχόμενη ποινική ή πειθαρχική δίωξη μπορεί να ασκηθεί «μόνον ενώπιον των δικαστικών ή διοικητικών αρχών είτε του κράτους της σημαίας, είτε του κράτους του οποίου [ο ενδιαφερόμενος] έχει την υπηκοότητα». Στον πειθαρχικό τομέα, το κράτος το οποίο χορήγησε δίπλωμα πλοιάρχου ή ανάλογο πιστοποιητικό ναυτικής ικανότητας είναι το μόνο αρμόδιο, τηρώντας τη νόμιμη διαδικασία, για την αφαίρεση των διπλωμάτων αυτών, έστω και αν ο κάτοχος δεν έχει την ιθαγένεια του κράτους αυτού.
Γ - Το εθνικό δίκαιο
1. Οι διατάξεις σχετικά με την ικανότητα για την άσκηση των καθηκόντων πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους
α) Ο Schiffsbesetzungsverordnung (κανονισμός περί των πληρωμάτων των πλοίων) της 26ης Αυγούστου 1998 (BGBl. I, σ. 2577), όπως τροποποιήθηκε με τον Verordnung της 29ης Οκτωβρίου 2001 (BGBl. I, σ. 2785) (στο εξής: Schiffsbesetzungsverordnung)
5 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του Schiffsbesetzungsverordnung προβλέπει τα εξής:
«Ανεξαρτήτως της μικτής χωρητικότητας του πλοίου, ο πλοίαρχος πρέπει να είναι Γερμανός υπήκοος κατά την έννοια του Grundgesetz [θεμελιώδους νόμου] και κάτοχος γερμανικού πιστοποιητικού ναυτικής ικανότητας.»
β) Ο Schiffsoffizier-Ausbildungsverordnung (κανονισμός περί της εκπαιδεύσεως των αξιωματικών των πλοίων) της 11ης Φεβρουαρίου 1985 (BGBl. I, σ. 323), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον Verordnung της 29ης Οκτωβρίου 2001 (BGBl I, σ. 2785) (στο εξής: SchOffzAusbV)
6 Με τον SchOffzAusbV ρυθμίζεται η εκπαίδευση των αξιωματικών των πλοίων καθώς και η χορήγηση πιστοποιητικών επαγγελματικής ικανότητας.
7 Τα πιστοποιητικά ναυτικής ικανότητας τα οποία αποκτώνται σε άλλο κράτος μέλος ή σε κράτος μέλος του Ευρωπαϋκού Οικονομικού Ξώρου από τους υπηκόους ενός των κρατών αυτών αναγνωρίζονται ως ισοδύναμα με τα γερμανικά πιστοποιητικά δυνάμει του άρθρου 21 bis, παράγραφος 1, του SchOffzAusbV.
8 Σύμφωνα με το άρθρο 21 quater του SchOffzAusbV, η Wasser- und Schifffahrtsdirektion Nord χορηγεί, κατόπιν αιτήσεως, βεβαίωση αναφορικά με τα προσόντα τα οποία αναγνωρίζονται ως ισοδύναμα κατά το άρθρο 21 bis, παράγραφος 1, του SchOffzAusbV.
9 Ωστόσο, ο τίτλος που αναγνωρίζεται ως ισοδύναμος, σύμφωνα με το άρθρο 21 bis του SchOffzAusbV δεν παρέχει στα μη έχοντα τη γερμανική ιθαγένεια πρόσωπα κατά την έννοια του Grundgesetz το δικαίωμα να κυβερνούν πλοία φέροντα γερμανική σημαία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του SchOffzAusbV:
«Είναι δυνατό να επιτρέπεται η χορήγηση πιστοποιητικού ικανότητας σε πρόσωπα μη έχοντα τη γερμανική ιθαγένεια κατά την έννοια του Grundgesetz, τα οποία όμως πληρούν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πιστοποιητικού ικανότητας (άρθρο 7). Στην περίπτωση αυτή, το πιστοποιητικό ναυτικής ικανότητας δεν περιλαμβάνει την άδεια διακυβερνήσεως πλοίου υπό γερμανική σημαία. Η ένδειξη αυτή πρέπει να εμφαίνεται στο πιστοποιητικό ικανότητας [...]».
2. Οι διατάξεις σχετικά με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του πλοιάρχου
α) Οι αρμοδιότητες σύμφωνα με τον Seemanngesetz (νόμο περί ναυτικών) της 26ης Ιουλίου 1957 (στο εξής: SeemG)
10 Το άρθρο 106 του SeemG προβλέπει τα εξής:
«1) Ο πλοίαρχος είναι ο προϋστάμενος όλων των μελών του πληρώματος (άρθρο 3) και των λοιπών εργαζομένων στο πλοίο προσώπων (άρθρο 7). Είναι περιβεβλημένος με την ανώτατη εξουσία.
2) Ο πλοίαρχος φροντίζει για τη διατήρηση της τάξεως και της ασφάλειας στο πλοίο και έχει το δικαίωμα να λαμβάνει τα προς τούτο αναγκαία μέτρα στο πλαίσιο των ακολούθων διατάξεων και της ισχύουσας νομοθεσίας.
3) Σε περίπτωση άμεσου κινδύνου για τα πρόσωπα ή το πλοίο, ο πλοίαρχος μπορεί να επιβάλει την εφαρμογή των δοθεισών εντολών για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού, εν ανάγκη με την επιβολή των αναγκαίων κατασταλτικών μέτρων· επιτρέπεται η προσωρινή κράτηση. Είναι δυνατός ο περιορισμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 2, παράγραφος 2, περίοδοι 1 και 2, και 13, παράγραφοι 1 και 2, του Grundgesetz. Επιλέγονται κατά το δυνατό τα μέτρα τα οποία θίγουν λιγότερο τους ενδιαφερομένους.
4) Τα μέτρα φυσικού καταναγκασμού και η προσωρινή κράτηση επιτρέπονται μόνον αν άλλα μέσα φαίνονται εκ των προτέρων ή αποδεικνύονται ανεπαρκή. Τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται μόνο στον βαθμό που απαιτείται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του πλοιάρχου στα οποία αναφέρονται οι παράγραφοι 2 και 3.
5) Αν ο πλοίαρχος δεν είναι σε θέση να ασκήσει ο ίδιος τις εξουσίες στις οποίες αναφέρονται οι παράγραφοι 1 έως 4, μπορεί να αναθέσει την άσκησή τους στον υποπλοίαρχο ή στον πρώτο μηχανικό, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους [...]».
11 Σύμφωνα με το άρθρο 115 του SeemG, η μη τήρηση των εντολών του πλοιάρχου επισύρει ποινικές κυρώσεις, όταν οι εντολές αυτές αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κινδύνων που απειλούν τα πρόσωπα, το πλοίο ή το φορτίο του, στην αποφυγή δυσανάλογων ζημιών, στην αποτροπή σημαντικής διαταραχής στη λειτουργία του πλοίου, στην τήρηση των δημοσίου δικαίου διατάξεων αναφορικά με τη ναυσιπλοα και στη διατήρηση της τάξεως και της ασφάλειας επί του σκάφους.
12 Η κατάχρηση των εξουσιών αυτών επισύρει επίσης ποινικές κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 117, σε συνδυασμό με το άρθρο 115, παράγραφος 4, του SeemG.
β) Διατάξεις περί των αρμοδιοτήτων ληξιάρχου του πλοιάρχου σύμφωνα με τον Verordnung zur Ausfόhrung des Personenstandsgesetzes (κανονισμό εφαρμογής του νόμου περί οικογενειακής καταστάσεως), της 12ης Αυγούστου 1957, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον Verordnung της 17ης Δεκεμβρίου 2001 (BGBl. I, σ. 3752) (στο εξής: PersStdGAV)
- Σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 1, του PersStdGAV, η γέννηση ή ο θάνατος προσώπου κατά τον πλουν επί γερμανικού πλοίου πρέπει να διαπιστώνονται από αρμόδιο υπάλληλο του ληξιαρχείου Berlin I. Κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, η γέννηση ή ο θάνατος πρέπει να κοινοποιούνται στον πλοίαρχο το αργότερο την επαύριο της επελεύσεως. Αν το πρόσωπο που έχει την υποχρέωση να προβεί στη σχετική δήλωση περατώνει το ταξίδι του πριν από την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας, η κοινοποίηση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί ενώ το πρόσωπο αυτό βρίσκεται ακόμη επί του πλοίου.
- Κατά την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου, ο πλοίαρχος συντάσσει πρακτικό της δηλώσεως γεννήσεως ή θανάτου το οποίο στη συνέχεια οφείλει να διαβιβάσει στο κατά το δυνατό πρώτο γραφείο καταχωρήσεως συμβάντων ναυσιπλοας.
- Σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 2, του εν λόγω νόμου, οι γεννήσεις επί πλοίων της εσωτερικής ναυσιπλοας βεβαιώνονται από τον αρμόδιο υπάλληλο του ληξιαρχείου στην περιφέρεια του οποίου αγκυροβολεί το πλοίο.
- Σύμφωνα με το άρθρο 49, οι θάνατοι επί πλοίων της εσωτερικής ναυσιπλοας βεβαιώνονται από τον αρμόδιο υπάλληλο του ληξιαρχείου στην περιφέρεια του οποίου μεταφέρεται ο αποθανών εκτός του πλοίου.
ΙΙΙ - Η διαδικασία στην κύρια δίκη και το προδικαστικό ερώτημα
13 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη Albert Anker, Klaas Ras και Albertus Snoek είναι Ολλανδοί υπήκοοι και απασχολούνται ως ναυτικοί σε μικρά αλιευτικά σκάφη υπό γερμανική σημαία, τα οποία ασκούν τη δραστηριότητά τους σε καθορισμένες μη απομακρυσμένες ζώνες της ανοικτής θάλασσας. Είναι όλοι κάτοχοι του «diploma voor Zeevisvaart SW V» (ολλανδικό δίπλωμα ναυσιπλοας αλιευτικών σκαφών) το οποίο, κατά το ολλανδικό δίκαιο, παρέχει το δικαίωμα διακυβερνήσεως πλοίων της κατηγορίας εκείνων στα οποία οι προσφεύγοντες απασχολούνται σήμερα.
14 Αντικείμενο της διαδικασίας στην κύρια δίκη είναι η διαφορά σχετικά με τη χορήγηση αδείας παρέχουσας τη δυνατότητα στους προσφεύγοντες να ασκούν -επίσης- τα καθήκοντα πλοιάρχου σε αλιευτικά σκάφη υπό γερμανική σημαία.
15 Η Wasser- und Schifffahrtsdirektion Nord, καθής στην κύρια δίκη, εξέδωσε απορριπτικές αποφάσεις επί των αιτήσεων των προσφευγόντων για τη χορήγηση των πιστοποιητικών ναυτικής ικανότητας που προβλέπονται στο άρθρο 21 quater του SchOffzAusbV καθώς και επί των διοικητικών ενστάσεων που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες έναντι των ανωτέρω απορριπτικών αποφάσεων, επικαλούμενη τα άρθρα 106 του SeemG και 24 του SchOffzAusbV.
16 Το πρωτοβαθμίως επιληφθέν Verwaltungsgericht (διοικητικό δικαστήριο), με αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 2000, απέρριψε τις προσφυγές κατά των απορριπτικών αποφάσεων επί των ενστάσεων. Το Verwaltungsgericht έκρινε ότι ο κανόνας του άρθρου 24, παράγραφος 2, του SchOffzAusbV, κατά τον οποίο τα αλλοδαπά πιστοποιητικά ναυτικής ικανότητας δεν παρέχουν το δικαίωμα στους κατόχους τους να είναι πλοίαρχοι σκαφών υπό γερμανική σημαία, είναι συμβατός με τους υπέρτερης ισχύος νομικούς κανόνες και, ιδίως, με το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ.
17 Απόκειται πλέον στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί της εφέσεως που άσκησαν οι ενδιαφερόμενοι κατά των ανωτέρω απορριπτικών αποφάσεων.
18 Κατά τα εκτιθέμενα στη διάταξη περί παραπομπής, σημαντικό για την έκδοση αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση είναι το κατά πόσον ο κανόνας του άρθρου 24, παράγραφος 2, του SchOffzAusbV είναι συμβατός με το άρθρο 39 ΕΚ. Οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι εφαρμόζεται στην περίπτωσή τους η εισάγουσα παρέκκλιση διάταξη του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ.
19 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει κατ' αρχάς ότι δεν έχει καμία αμφιβολία περί του ότι οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη μπορούν να επικαλεστούν την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων πλοιάρχου που επιθυμούν να ασκήσουν, έχουν την ιδιότητα του μισθωτού εργαζομένου και αμείβονται από τις διάφορες αλιευτικές επιχειρήσεις. Κατά το αιτούν δικαστήριο, αυτό ισχύει επίσης στην περίπτωση του K. Ras, παρά το ότι αυτός κατέχει μερίδια της εταιρίας Seefichereibetrieb SC-25 GmbH, καθόσον αυτό ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος έχει επίσης την ιδιότητα μισθωτού εργαζομένου απασχολούμενου σε αλιευτική επιχείρηση.
20 Κατά τη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο έχει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το συμβατό του κανόνα του άρθρου 24, παράγραφος 2, του SchOffzAusbV με το άρθρο 39 ΕΚ και, ιδίως, σχετικά με το αν η διάταξη αυτή δικαιολογείται από το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ.
21 Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, περαιτέρω καθοριστικά στοιχεία συνηγορούν υπέρ του ότι η δραστηριότητα του πλοιάρχου σε μικρά αλιευτικά σκάφη που ασκούν τη δραστηριότητά τους σε καθορισμένες μη απομακρυσμένες ζώνες της ανοικτής θάλασσας δεν μπορεί, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου και παρά τις εξουσίες που ανατίθενται στον πρόεδρο κατά το άρθρο 106 του SeemG, να συνδέεται με τον τομέα της δημόσιας διοικήσεως κατά την έννοια του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου κατά τον οποίο η δραστηριότητα αυτή ασκείται στην πράξη.
22 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ιδίως ότι οι εξουσίες του πλοιάρχου μπορούν κατ' ουσίαν να περιοριστούν στις γενικές υποχρεώσεις ενεργείας που προβλέπονται στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο και ότι δεν διαπιστώνεται ότι οι εξουσίες εκείνες οι οποίες ασκούνται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 106 του SeemG αποτελούν τον πυρήνα των δραστηριοτήτων του πλοιάρχου. Κατά συνέπεια, ήδη κατ' εφαρμογήν του εθνικού δικαίου, είναι τουλάχιστον αμφίβολο αν ο πλοίαρχος ασκεί αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας.
23 Κατά τη διάταξη περί παραπομπής, για την επίλυση των νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν εν προκειμένω όσον αφορά το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ και λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου, πρέπει, πρώτον, να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν ένας τομέας ο οποίος δεν εμπίπτει καν στη δημόσια διοίκηση από συνταγματική άποψη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί μέρος της δημοσίας διοικήσεως κατά την έννοια του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ και, δεύτερον, αν οι ιδιαίτερες αρμοδιότητες του πλοιάρχου κατά το άρθρο 106 του SeemG χαρακτηρίζουν τη δραστηριότητά του ως άσκηση δημόσιας εξουσίας και αποτελούν τον πυρήνα της δραστηριότητας αυτής. Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, είναι σχεδόν βέβαιο ότι σε αμφότερα τα ερωτήματα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
24 Προς εξάλειψη και της τελευταίας αμφιβολίας, το τέταρτο τμήμα του Schleswig-Holsteinisches Oberverwaltungsgericht ανέστειλε τη διαδικασία με διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 2002 και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συνάδουν με το άρθρο 39 ΕΚ οι διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους οι οποίες επιβάλλουν στον ενδιαφερόμενο για την άσκηση της έμμισθης δραστηριότητας του πλοιάρχου σε μικρό αλιευτικό πλοίο, το οποίο φέρει τη σημαία του εν λόγω κράτους μέλους και ασκεί τη δραστηριότητά του στα πλαίσια της "μικρής ναυσιπλοας" (Kleine Seeschifffahrt), την υποχρέωση να έχει την ιθαγένεια -εν προκειμένω τη γερμανική- του κράτους της σημαίας;»
IV - Τα κύρια επιχειρήματα των ενδιαφερομένων
25 Στην παρούσα υπόθεση, οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη, η Γερμανική Κυβέρνηση -η οποία ενεργεί και εκπροσωπείται συγχρόνως ως καθής στην κύρια δίκη- η Δανική Κυβέρνηση και η Γαλλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υπέβαλαν παρατηρήσεις. Εκτός των προσφευγόντων στην κύρια δίκη, όλοι οι λοιποί ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν επίσης παρατηρήσεις στο πλαίσιο της υποθέσεως C-405/01 [Colegio de Oficiales de la Marina Mercante Espaρola κατά Administraciσn del Estado, παρεμβαίνουσα: Associaciσn de Navieros Espaρoles (ANAVE)].
26 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη υποστηρίζουν ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
27 Επισημαίνουν κατ' αρχάς ότι οι A. Anker και A. Snoek έχουν χωρίς καμία αμφιβολία την ιδιότητα του μισθωτού εργαζομένου. Η ιδιότητα αυτή μπορεί να είναι συζητήσιμη όσον αφορά τον K. Ras, που είναι μειοψηφών εταίρος της εταιρίας Zeevisserijbedrijf RAS BV, μοναδικής μετόχου της εταιρίας Seefischereibetrieb SC-28 GmbH, που εκμεταλλεύεται το αλιευτικό σκάφος επί του οποίου ο K. Ras ασκεί τη δραστηριότητά του. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν αποκλείεται πάντως αυτός να μπορεί να θεωρηθεί ως μισθωτός εργαζόμενος, κατά μείζονα λόγο διότι ως μειοψηφών εταίρος δεν μπορεί να ελέγχει τις δραστηριότητες της Zeevisserijbedrijf RAS BV ή εμμέσως της Seefischereibetrieb SC-28 GmbH, είναι δε εντελώς αδιάφορο αν είναι εγγεγραμμένος στο εμπορικό μητρώο ως διαχειριστής της τελευταίας αυτής εταιρίας. Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη υπογραμμίζουν ότι οι διατάξεις του SchOffzAusbV είναι εν πάση περιπτώσει αντίθετες προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας.
28 Κατά τους προσφεύγοντες στην κύρια δίκη, η δραστηριότητα του πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους δεν εμπίπτει σε καμία περίπτωση στο άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ. Η διάταξη αυτή πρέπει κατά την άποψή τους να ερμηνεύεται κατά τρόπο συσταλτικό και λειτουργικό. Σημαντικό είναι, η οικεία θέση απασχολήσεως να συνδέεται κατά τρόπο χαρακτηριστικό με την άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας. Πρέπει συγχρόνως ο κάτοχος της θέσεως να είναι περιβεβλημένος με αρμοδιότητες διαφυλάξεως των γενικών συμφερόντων του κράτους.
29 Από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Lawrie Blum (2) και Bleis (3) προκύπτει ότι η εν λόγω δραστηριότητα συνδέεται με την άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας μόνον αν η άσκηση αυτή αποτελεί το ουσιώδες μέρος της εν λόγω δραστηριότητας. Η απλή ευκαιριακή άσκηση δεν αρκεί. Το ουσιώδες μέρος των καθηκόντων του πλοιάρχου συνίσταται στη διακυβέρνηση του πλοίου και στη διοίκηση του πληρώματος. Πρόκειται για καθήκοντα τα οποία ασκούνται συνήθως από προϋσταμένους επιχειρήσεων και από διευθυντές εργοστασίων.
30 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη προβάλλουν ότι, εν προκειμένω, οι εφαρμοζόμενες στον πλοίαρχο εθνικές διατάξεις δεν του απονέμουν, καθεαυτές, αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας. Τα δικαιώματα του πλοιάρχου, όπως προβλέπονται στο άρθρο 106 του SeemG, αποτελούν μάλλον έκφραση γενικών αρχών του αστικού και του εργατικού δικαίου. Από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας δεν προκύπτει επίσης ότι ο πλοίαρχος διαθέτει αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας. Ειδικότερα, στη Σύμβαση αυτή δεν προβλέπεται ότι ο «ουσιώδης δεσμός» που πρέπει να υφίσταται μεταξύ του σκάφους και του κράτους της σημαίας πρέπει να εξασφαλίζεται μέσω της ιθαγενείας του πλοιάρχου. Ο δεσμός αυτός μπορεί κάλλιστα να εξασφαλίζεται μέσω του δεσμού της πλοιοκτησίας, πράγμα που συμβαίνει στη Γερμανία, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1 του Gesetz όber das Flaggenrecht der Seeschiffe und die Flaggenfόhrung der Binnenschiffe (στο εξής: Flaggenrechtgesetz - νόμος περί του δικαίου της σημαίας) (4).
31 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη επισημαίνουν επιπλέον ότι, στην πράξη, οι περιπτώσεις στις οποίες ένα πλοίο αντιμετωπίζει χωρίς εξωτερική βοήθεια επικίνδυνες καταστάσεις μειώθηκαν σημαντικά, λόγω ιδίως του εκσυγχρονισμού των τεχνικών μέσων και της μειώσεως του χρόνου παραμονής στη θάλασσα, που περιορίζεται στις εργάσιμες ημέρες προκειμένου για μικρά αλιευτικά σκάφη, τα οποία επιπλέον αλιεύουν πάντοτε πλησίον των ακτών. Επομένως, ο πλοίαρχος δεν θα κληθεί στην πραγματικότητα να ασκήσει αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας και, ακόμη λιγότερο, να τις ασκήσει κατά τρόπο συνήθη.
32 Οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη παρατηρούν επιπλέον ότι το Δικαστήριο έκρινε ήδη με την απόφαση στην υπόθεση C-290/94 (5) ότι οι θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές δεν εμπίπτουν στους τομείς στους οποίους ασκείται ιδιαίτερη δραστηριότητα της διοικήσεως και ότι απόκειται κατά συνέπεια στις εθνικές αρχές να αποδείξουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ (6).
33 Τέλος, οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη επισημαίνουν ότι οι πλοίαρχοι για τους οποίους πρόκειται στην παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτουν στη συνταγματική έννοια της δημοσίας διοικήσεως διότι οι πλοίαρχοι αλιευτικών σκαφών δεν είναι υπάλληλοι του κράτους αλλά μισθωτοί ιδιωτικών επιχειρήσεων. Παρατηρούν ότι το Δικαστήριο ανέπτυξε τη λειτουργική έννοια της δημοσίας διοικήσεως για να περιορίσει τον τομέα ο οποίος εμπίπτει στη συνταγματική έννοια της διοικήσεως των κρατών μελών. Η λειτουργική προσέγγιση δεν θα πρέπει όμως να χρησιμοποιηθεί για να διευρυνθεί η έννοια της δημοσίας διοικήσεως.
34 Όσον αφορά τα κύρια επιχειρήματα της Γερμανικής Κυβερνήσεως -η οποία παρίσταται συγχρόνως υπό την ιδιότητα της καθής στην κύρια δίκη- της Δανικής και της Γαλλικής Κυβερνήσεως, καθώς και της Επιτροπής, επί του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ, παραπέμπω κατ' αρχάς, ιδίως, στα σημεία 27 επ. καθώς και 35 έως 42 των προτάσεων που αναπτύσσω σήμερα επίσης στην υπόθεση C-405/01. Οι ανωτέρω ενδιαφερόμενοι συμμερίζονται κατ' ουσίαν την άποψη ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να προορίζει αποκλειστικά για τους υπηκόους του τη θέση του πλοιάρχου σκαφών τα οποία ασκούν, υπό τη σημαία του, τη δραστηριότητά τους στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας».
35 Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει επιπλέον ότι απαιτείται όλο και περισσότερο από τον πλοίαρχο να εγγυάται, ως εκπρόσωπος του κράτους της σημαίας, την τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει το κράτος αυτό. Αναφέρεται επίσης στους κοινοτικούς κανόνες όσον αφορά την ασφάλεια κατά τη ναυσιπλοα, την πρόληψη της ρυπάνσεως και τις συνθήκες ζωής και εργασίας επί του πλοίου, καθώς και την αλιεία, η εφαρμογή των οποίων απόκειται στα κράτη μέλη αναφορικά με τα φέροντα τη σημαία του πλοία.
36 Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει εν προκειμένω -παραπέμποντας στις διευκρινίσεις που εξέθεσε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-405/01- στις διατάξεις των άρθρων 106, 115 και 117 του SeemG και στις αρμοδιότητες ληξιάρχου του πλοιάρχου, όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 45 του κανονισμού εφαρμογής του PersStdGAV.
37 Το γεγονός ότι, κατά τα συνήθως συμβαίνοντα στη θαλάσσια αλιεία, δεν υπάρχει πάντοτε πεδίο για την άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας δεν σημαίνει, κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, ότι τα μέτρα που έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει ο πλοίαρχος δεν έχουν τέτοιο χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, το σημαντικό στοιχείο είναι ο νομικός χαρακτηρισμός των μέτρων που έχει την εξουσία να λαμβάνει ο πλοίαρχος. Από την ανάλυση του συνόλου των ειδικών αρμοδιοτήτων του πλοιάρχου προκύπτει ότι οι αρμοδιότητες αυτές εμπίπτουν, κατά το ουσιώδες μέρος τους, στον τομέα του δημοσίου δικαίου.
38 Επιπλέον, ακόμη και ένα αλιευτικό σκάφος το οποίο ασκεί τη δραστηριότητά του στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» δεν υπόκειται κατ' αρχήν σε περιορισμούς ναυσιπλοας και επομένως δεν αποκλείεται η δυνατότητα τέτοιων πλοίων να ασκούν τη δραστηριότητά τους και πέραν των χωρικών υδάτων του κράτους της σημαίας ή των εγγύς των ακτών υδάτων.
39 Η Δανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα και παραπέμπει στα εκτιθέμενα στο πλαίσιο της υποθέσεως C-405/01 επιχειρήματα που θεμελιώνουν την απάντηση αυτή.
40 Εκθέτει επιπλέον ότι οι δανικές διατάξεις που διέπουν την πρόσβαση στη θέση πλοιάρχου είναι όμοιες με τις σχετικές γερμανικές διατάξεις. Κατά την άποψή της, συντρέχει εν πάση περιπτώσει άμεση συμμετοχή στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας εφόσον η θέση πλοιάρχου συνεπάγεται την επί του πλοίου άσκηση εξουσιών στον τομέα της δημοσίας τάξεως οι οποίες, επί της ξηράς, ασκούνται από τις αστυνομικές διευθύνσεις, ιδίως των εξουσιών κρατήσεως υπόπτων και λήψεως κατασταλτικών μέτρων. Η διασφάλιση της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας αποτελεί το είδος καθηκόντων η άσκηση των οποίων προϋποθέτει την ύπαρξη ιδιαίτερης σχέσεως αλληλεγγύης μεταξύ του ασκούντος τα καθήκοντα αυτά και του κράτους.
41 Το γεγονός ότι στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για αλιευτικό σκάφος που ασκεί τη δραστηριότητά του στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» δεν συνεπάγεται, κατά τη Δανική Κυβέρνηση, κανένα περιορισμό της δυνατότητας του κράτους μέλους να προορίζει αποκλειστικά για τους υπηκόους του τις θέσεις πλοιάρχου. Συγκεκριμένα, οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να καταστεί αναγκαία η άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας είναι δυνατό να ανακύψουν ανά πάσα στιγμή.
42 Επιπλέον, το γεγονός ότι το οικείο κράτος μέλος δεν έκανε χρήση της δυνατότητάς του να προορίζει αποκλειστικά για τους υπηκόους του τέτοιες θέσεις απασχολήσεως στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών στερείται σημασίας, δεδομένου ότι το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ παρέχει στα κράτη μέλη απλώς την ευχέρεια να προορίζουν αποκλειστικά για τους υπηκόους τους τέτοιες θέσεις.
43 Η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ιδίως ότι το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στην πραγματικότητα δύο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ, ήτοι, πρώτον, αν το άρθρο αυτό καλύπτει τη θέση πλοιάρχου έστω και αν αυτή δεν εξαρτάται από το κράτος ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου και, δεύτερον, αν καλύπτει τέτοια θέση ενώ η άσκηση της δημόσιας εξουσίας δεν αντιπροσωπεύει παρά πολύ περιορισμένο μέρος της ασκούμενης δραστηριότητας.
44 Σε απάντηση επί του πρώτου ερωτήματος, η Γαλλική Κυβέρνηση εκθέτει ότι ο πλοίαρχος αναλαμβάνει προφανώς καθήκοντα συνεπαγόμενα την άσκηση δημόσιας εξουσίας, καθήκοντα που δεν μπορούν να συγχέονται με τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει κάθε πολίτης, προϋστάμενος επιχειρήσεως ή διευθυντής εργοστασίου, ή ακόμη κυβερνήτης αεροσκάφους.
45 Η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρεται, χάριν συγκρίσεως, στους ισχύοντες για τους πλοιάρχους κανόνες του εθνικού δικαίου και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στους πλοιάρχους ανατίθενται πραγματικές εξουσίες αστυνομεύσεως διά των οποίων αυτοί μετέχουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας στον τομέα της δικαιοσύνης. Διαπιστώνει ότι οι εξουσίες αυτές βαίνουν σαφώς πέραν εκείνων τις οποίες διαθέτει κάθε πολίτης σε περίπτωση αυτόφωρου αδικήματος.
46 Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, οι θέσεις πλοιάρχου εμπίπτουν στο άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ έστω και αν ανήκουν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, διότι ασκούνται κατ' εντολή του κράτους ειδικές δραστηριότητες δημοσίας διοικήσεως για λογαριασμό του κράτους και όχι για λογαριασμό του ιδιώτη εργοδότη. Οι αποφάσεις στις υποθέσεις C-114/97 (7) και C-283/99 (8) δεν συνάδουν, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, με τη λειτουργική έννοια του όρου «απασχόληση στη δημόσια διοίκηση», όπως αυτή προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
47 Επικουρικώς, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να προορίζει αποκλειστικά για τους υπηκόους του τις εν λόγω θέσεις απασχολήσεως για τους λόγους δημοσίας τάξεως και δημοσίας ασφαλείας οι οποίοι απαριθμούνται στο άρθρο 39, παράγραφος 3, ΕΚ, διότι οι θέσεις αυτές συνδέονται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας.
48 Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, ήτοι το κατά πόσον η άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας πρέπει να αποτελεί το κύριο μέρος της οικείας δραστηριότητας, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι για την εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ είναι άνευ σημασίας αν οι πλοίαρχοι δεν κάνουν συχνά χρήση των εν λόγω αρμοδιοτήτων ή αν αυτές δεν διαδραματίζουν παρά περιορισμένο λόγο. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια θέση απασχολήσεως εμπίπτει στην εν λόγω εξαίρεση εφόσον «συνεπάγεται» την άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας (9).
49 Επιπλέον, η Γαλλική Κυβέρνηση διαπιστώνει, αναφερόμενη στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Reyners (10), ότι οι αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας τις οποίες διαθέτει ο πλοίαρχος δεν μπορούν να διαχωριστούν από τις λοιπές δραστηριότητές του.
50 Η Επιτροπή διαπιστώνει κατ' αρχάς ότι η απάντηση στο ερώτημα αν όλοι οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε να μπορούν να θεωρηθούν εργαζόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου (11). Το αιτούν δικαστήριο απάντησε καταφατικά στο ερώτημα αυτό όσον αφορά τους τρεις προσφεύγοντες.
51 Η Επιτροπή παραπέμπει επίσης στην άποψη την οποία προέβαλε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-405/01, κατά την οποία οι δραστηριότητες ενός ιδιώτη που δεν έχει θεσμικούς δεσμούς με τη δημόσια διοίκηση δεν εμπίπτουν κατ' αρχήν στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ, αλλά το γεγονός ότι ένα πλοίο διαφεύγει της δυνατότητας παρεμβάσεως των κρατικών αρχών μπορεί να δικαιολογήσει το να εμπίπτει εντούτοις σε αυτή την εισάγουσα εξαίρεση διάταξη ένας πλοίαρχος επιφορτισμένος με καθήκοντα εκπροσωπήσεως του κράτους. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν συντρέχει ανάθεση αντιστοίχων αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας.
52 Συναφώς, η Επιτροπή παραπέμπει ιδίως στα άρθρα 94 και 92, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, κατά τα οποία τα φέροντα τη σημαία ενός μόνον κράτους πλοία υπόκεινται, στην ανοικτή θάλασσα, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του κράτους αυτού. Επομένως, για να μπορεί να εκπληρωθεί η υποχρέωση αυτή, το κράτος περιβάλλει ένα πρόσωπο ευρισκόμενο επί πλοίου που φέρει τη σημαία του και διαφεύγει στην πραγματικότητα από κάθε δυνατότητα παρεμβάσεως του εν λόγω κράτους με αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας. Κατά το γερμανικό δίκαιο, ιδίως κατά το άρθρο 106 του SeemG, το πρόσωπο αυτό είναι ο πλοίαρχος.
53 Κατά την Επιτροπή, εφόσον διαπιστώνεται -πράγμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου- ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, στον πλοίαρχο ανατίθενται αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας, οι αρμοδιότητες αυτές αντιστοιχούν σε διαρκές καθήκον και είναι ανεξάρτητες του μεγέθους του πλοίου και του κατά πόσον ασκούνται στην πραγματικότητα συχνά.
V - Νομική εκτίμηση
54 Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, ο πλοίαρχος αλιευτικού σκάφους το οποίο ασκεί τη δραστηριότητά του στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» απασχολείται ως μισθωτός εργαζόμενος σε αλιευτική επιχείρηση, σύμφωνα με τις υποδείξεις ενός εφοπλιστή. Δέχομαι λοιπόν, όπως και το αιτούν δικαστήριο, ότι η πρόσβαση σε τέτοιες θέσεις απασχολήσεως εμπίπτει κατ' αρχήν στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
55 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 39, παράγραφος 2, ΕΚ, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων περιλαμβάνει επίσης την απαγόρευση των διακρίσεων όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση. Η ρήτρα ιθαγενείας σχετικά με τη θέση πλοιάρχου αλιευτικών σκαφών που ασκούν τη δραστηριότητά τους στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» δεν μπορεί να είναι συμβατή με τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας και της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων παρά μόνο βάσει των εισαγόντων παρέκκλιση κανόνων του άρθρου 39, παράγραφοι 3 ή 4, ΕΚ, καθόσον συνιστά περιορισμό εισάγοντα σαφείς διακρίσεις όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση.
56 Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν η επιφύλαξη εθνικότητας όσον αφορά την άσκηση της μισθωτής δραστηριότητας του πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους το οποίο ασκεί τη δραστηριότητά του στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» επιτρέπεται βάσει του άρθρου 39, παράγραφος 3 ή 4, ΕΚ. Δεδομένου ότι η παράγραφος 3 του άρθρου 39 ΕΚ εφαρμόζεται μόνον αν δεν βρίσκει εφαρμογή η εξαίρεση σχετικά με την απασχόληση στη δημόσια διοίκηση που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού (12), πρέπει να εξεταστεί πρώτη η τελευταία αυτή διάταξη.
57 Στις προτάσεις μου στα πλαίσια της υποθέσεως C-405/01, έλαβα θέση επί της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με τη νομιμότητα της ρήτρας ιθαγενείας για τις θέσεις απασχολήσεως στη ναυσιπλοα στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων καθώς και σχετικά με την ερμηνεία της έννοιας της απασχολήσεως στη δημόσια διοίκηση. Οι θέσεις αυτές ισχύουν και για την παρούσα υπόθεση. Παραπέμπω, κατά συνέπεια, στα σημεία 50 έως 72 των προτάσεων που αναπτύσσω σήμερα επίσης στο πλαίσιο της υποθέσεως C-405/01.
58 Εφόσον οι πλοίαρχοι για τους οποίους πρόκειται στην παρούσα υπόθεση δεν είναι υπάλληλοι του κράτους αλλά μισθωτοί ιδιωτικών επιχειρήσεων, τίθεται το ερώτημα, όπως και στα πλαίσια της υποθέσεως C-405/01, μήπως αποκλείεται η εφαρμογή της εισάγουσας παρέκκλιση διατάξεως του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ ήδη εκ του ότι η εν λόγω θέση απασχολήσεως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως θεσμικώς ανήκουσα σε κρατικό οργανισμό.
59 Στα σημεία 73 και 79 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως C-405/01 απάντησα ήδη στο ερώτημα αυτό υπό την έννοια ότι η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ στην περίπτωση των πλοιάρχων ή των εκπροσώπων τους δεν αποκλείεται κατ' αρχήν εκ του γεγονότος και μόνον ότι οι μισθωτοί αυτοί είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα εμπίπτοντα στο ιδιωτικό δίκαιο.
60 Οι εκτιμήσεις που ανέπτυξα συναφώς στηρίζονται στο αξίωμα ότι ένα πλοίο εξέρχεται της περιοχής επί της οποίας ασκείται η κρατική εξουσία και διαφεύγει της δυνατότητας παρεμβάσεως των κρατικών αρχών.
61 Πρέπει εντούτοις να επισημανθεί εν προκειμένω ότι, όσον αφορά τα αλιευτικά σκάφη επί των οποίων απασχολούνται οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη, φαίνεται ότι δεν ισχύει το αξίωμα στο οποίο στηρίζονται οι ανωτέρω εκτιμήσεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, τα σκάφη αυτά αλιεύουν στα ύδατα τα οποία περιβάλλουν τις ακτές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Από την άλλη πλευρά, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως, αυτό δεν ισχύει γενικώς για την αλιεία στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας», η οποία διενεργείται επίσης εκτός των γερμανικών χωρικών υδάτων.
62 Πρέπει, κατά συνέπεια, να εξεταστεί λεπτομερέστερα αν οι θέσεις απασχολήσεως που φέρουν τα χαρακτηριστικά αυτά εμπίπτουν, κατ' εφαρμογήν λειτουργικών κριτηρίων, ήτοι βάσει των συνδεομένων με αυτές καθηκόντων, στην έννοια της δημοσίας διοικήσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ.
63 Τα καθήκοντα του πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους το οποίο ασκεί τη δραστηριότητά του στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» συνίστανται προφανώς στη διοικητική και τεχνική διεύθυνση του πλοίου και, επιπλέον, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, στη συνεργασία στις αλιευτικές δραστηριότητες και στην επεξεργασία των αλιευμάτων. Αναμφιβόλως, δεν πρόκειται, από άποψη περιεχομένου, για δραστηριότητες στη δημόσια διοίκηση, αλλά προβάλλεται το επιχείρημα ότι η εν λόγω θέση απασχολήσεως συνδέεται επίσης με δραστηριότητες εκπροσωπήσεως του κράτους.
64 Κατά τη νομολογία, το κατά πόσον η θέση του πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους το οποίο ασκεί τη δραστηριότητά του στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας» συνδέεται με καθήκοντα δημοσίας διοικήσεως πρέπει να εκτιμηθεί βάσει των κριτηρίων της «ασκήσεως δημοσίας εξουσίας» και της «διαφυλάξεως των γενικών συμφερόντων του κράτους», επί της ακριβούς σημασίας των οποίων δεν έχει ακόμη αποφανθεί το Δικαστήριο.
65 Τέτοια εκτίμηση δεν είναι απλή, διότι, λόγω της ανάγκης ομοιόμορφης ερμηνείας του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ, οι έννοιες αυτές δεν πρέπει να ερμηνεύονται μόνον υπό το πρίσμα των διαφόρων εθνικών δικαίων.
66 Μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να γίνει δεκτό ότι, όσον αφορά την άσκηση «αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας», πρέπει να πρόκειται για αρμοδιότητες που βαίνουν πέραν εκείνων τις οποίες διαθέτει κάθε πολίτης, ήτοι, ιδίως, για αρμοδιότητες λήψεως μέτρων καταναγκασμού ως έκφραση του πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας (13).
67 Συγχρόνως, το Δικαστήριο αναφέρθηκε επανειλημμένα στην έννοια της «διαφυλάξεως των γενικών συμφερόντων του κράτους». Δεδομένου ότι το Δικαστήριο συνδέει κατά κανόνα τα κριτήρια της συμμετοχής στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και της διαφυλάξεως των γενικών συμφερόντων του κράτους με τη λέξη «και», επιβάλλεται δε η συσταλτική ερμηνεία της έννοιας της δημοσίας διοικήσεως, επισημάνθηκε ήδη επανειλημμένα ότι οι δύο αυτές προϋποθέσεις πρέπει κατ' αρχήν να πληρούνται συγχρόνως (14).
68 Όσον αφορά τις αρμοδιότητες που συνδέονται με τη θέση πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους το οποίο ασκεί τη δραστηριότητά του στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας», διαπιστώνεται κατ' αρχάς ότι από τις σχετικές διατάξεις της Συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας δεν προκύπτει ότι οι πλοίαρχοι πρέπει κατά γενικό κανόνα να μετέχουν στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας ή να είναι περιβεβλημένοι με τέτοιες αρμοδιότητες. Το άρθρο 94 της Συμβάσεως αυτής προβλέπει αντίθετα ότι το κράτος της σημαίας ασκεί πράγματι τη δικαιοδοσία του και τον έλεγχό του επί των πλοίων που φέρουν τη σημαία του. Το οικείο κράτος έχει φυσικά την ευχέρεια, δυνάμει των εξουσιών εσωτερικής οργανώσεως που διαθέτει, να εξασφαλίσει την άσκηση της δικαιοδοσίας και του ελέγχου του, παραχωρώντας ειδικές εξουσίες ή αρμοδιότητες στον πλοίαρχο. Δεν υφίσταται συνεπώς ομοιόμορφος τομέας ασκήσεως της δημόσιας εξουσίας από τους πλοιάρχους, ακόμη και βάσει της Συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας, και επομένως η από λειτουργική άποψη αξιολόγηση αυτών των θέσεων απασχολήσεως ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ μπορεί να διαφέρει (15) αναλόγως του κράτους της σημαίας (16).
69 Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι οι αρμοδιότητες των πλοιάρχων όσον αφορά την τήρηση και τη μεταφορά υποχρεώσεων δημόσιας εξουσίας, βάσει του διεθνούς ή του κοινοτικού δικαίου, ή υποχρεώσεων όπως αυτές στις οποίες αναφέρεται η Γερμανική Κυβέρνηση στον τομέα της ασφάλειας της ναυσιπλοας και της προστασίας του περιβάλλοντος, δεν μπορούν να εξομοιωθούν προς αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας.
70 Όσον αφορά τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του πλοιάρχου κατ' εφαρμογήν του άρθρου 106 του SeemG και του γερμανικού δικαίου περί οικογενειακής καταστάσεως των προσώπων, έχω σοβαρότερες αμφιβολίες απ' ό,τι στην περίπτωση των ισπανικών διατάξεων σχετικά με τους πλοιάρχους και τους πρώτους αξιωματικούς του εμπορικού ναυτικού στα πλαίσια της υποθέσεως C-405/01 επί του αν πρόκειται για την άσκηση αρμοδιοτήτων δημόσιας εξουσίας και καθηκόντων διαφυλάξεως των γενικών συμφερόντων του κράτους κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
71 Αντίθετα προς τη νομική κατάσταση στην ανωτέρω υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει μεγάλες αμφιβολίες ήδη βάσει του εθνικού δικαίου, επί του κατά πόσον το άρθρο 106 του SeemG παρέχει πράγματι στον πλοίαρχο εξουσίες οι οποίες βαίνουν πέραν των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων δράσεως που αντλούνται από το αστικό και το ποινικό δίκαιο. Επιπλέον, βάσει της περιγραφής των αρμοδιοτήτων ληξιάρχου του πλοιάρχου στην οποία προέβη η Γερμανική Κυβέρνηση, φαίνεται ότι πρόκειται μάλλον για βοηθητικά καθήκοντα και όχι για καθήκοντα τα οποία επιτελεί ο ίδιος ο καπετάνιος αντί ληξιάρχου. Η γέννηση ή ο θάνατος πρέπει βεβαίως να γνωστοποιούνται στον πλοίαρχο, αλλά την αυθεντική πράξη εκδίδει ο αρμόδιος υπάλληλος του ληξιαρχείου επί της ξηράς.
72 Αλλά και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι οι εθνικοί κανόνες προβλέπουν αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας και καθήκοντα που ασκοπούν στη διασφάλιση των γενικών συμφερόντων του κράτους, δεν μπορεί κατά την άποψή μου να συναχθεί αυτόματα από τους κανόνες αυτούς ότι τέτοια δραστηριότητα αποτελεί για τον λόγο αυτό «τυπική δραστηριότητα της διοικήσεως».
73 Πρέπει αντίθετα να λαμβάνονται υπόψη τα καθήκοντα που συνδέονται πράγματι με μια θέση απασχολήσεως και τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στο πλαίσιο σφαιρικής αναλύσεως. Έστω και αν είναι πολύ δυσχερές να συναχθούν από το ιδιαίτερα σύντομο σκεπτικό της αποφάσεως Lawrie-Blum, την οποία κυρίως επικαλούνται οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη, γενικά κριτήρια για την εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ, η περιλαμβανόμενη στην απόφαση αυτή διαπίστωση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω εξαιρετικής διατάξεως στη περίπτωση του ασκούμενου καθηγητή, «ακόμη και αν πράγματι λαμβάνει τις αποφάσεις που ανέφερε [η καθής]» (17), έχω την εντύπωση ότι συνηγορεί υπέρ αυτής της σφαιρικής αναλύσεως.
74 Όπως εξέθεσα στο σημείο 94 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως C-405/01, η σφαιρική ανάλυση επιβάλλεται επίσης εκ του ότι, αφενός, τα κράτη μέλη έχουν αναμφισβήτητα την εξουσία να οργανώνουν τις διοικήσεις τους κατά το δοκούν καθώς και να περιβάλλουν τις εν λόγω θέσεις απασχολήσεως με αρμοδιότητες δημόσιας εξουσίας και εκ του ότι, αφετέρου, πρέπει να εξασφαλίζεται συσταλτική και ομοιόμορφη εφαρμογή της εισάγουσας παρέκκλιση διατάξεως αναφορικά με την απασχόληση στη δημόσια διοίκηση.
75 Βάσει της εκτιμήσεως ότι το άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ αποτελεί εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας, εξαίρεση της οποίας η έκταση πρέπει να περιοριστεί στο απολύτως αναγκαίο, θεωρώ μη συμβατό με την ορθή εφαρμογή της παρεκκλίσεως αυτής να αποκλείεται μια θέση απασχολήσεως από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, ως θέση απασχολήσεως «στη δημόσια διοίκηση», για τον λόγο και μόνον ότι για την εν λόγω θέση προβλέπονται συνήθως αρμοδιότητες και καθήκοντα δημόσιας εξουσίας.
76 Από τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο είναι δυνατό να συναχθεί ότι στην περίπτωση της θέσεως του πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους το οποίο ασκεί τη δραστηριότητά του στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας», πρόκειται για τη διακυβέρνηση πλοίων μικρού μεγέθους με περιορισμένο αριθμό πληρώματος, καθώς και για τη συμμετοχή στην αλιεία και στην επεξεργασία των αλιευμάτων, και ότι, στα πλαίσια της θέσεως αυτής, η άσκηση καθηκόντων εκπροσωπήσεως του κράτους διαδραματίζει ρόλο πολύ περιορισμένο έως μηδαμινό.
77 Εκτιμώντας συνολικά τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που συνδέονται πράγματι με τη δραστηριότητα του εργαζομένου ως πλοιάρχου σε αλιευτικό σκάφος το οποίο ασκεί τη δραστηριότητά του στα πλαίσια της «μικρής ναυσιπλοας», καταλήγω κατά συνέπεια στο συμπέρασμα ότι, αναφορικά με τις εν λόγω θέσεις απασχολήσεως, δεν πληρούνται οι «πολύ αυστηρές» (18) προϋποθέσεις εφαρμογής της εξαιρέσεως από την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ.
78 Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 39, παράγραφος 3, ΕΚ για να δικαιολογηθεί ο περιορισμός μιας θέσεως απασχολήσεως υπέρ ορισμένης εθνικότητας, παραπέμπω στα σημεία 98 έως 100 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως C-405/01. Οι λόγοι αυτοί ισχύουν και στην προκειμένη περίπτωση. Από το άρθρο 39, παράγραφος 3, ΕΚ δεν είναι κατά συνέπεια δυνατό να συναχθεί ότι επιτρέπεται να προορίζονται αποκλειστικά για τους ημεδαπούς οι επίμαχες στην παρούσα υπόθεση θέσεις πλοιάρχου.
VI - Πρόταση
79 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 39 ΕΚ δεν επιτρέπει την εφαρμογή διατάξεων του δικαίου κράτους μέλους βάσει των οποίων απαιτείται η εθνικότητα του κράτους της σημαίας για την άσκηση της μισθωτής δραστηριότητας πλοιάρχου αλιευτικού σκάφους το οποίο ασκεί τη δραστηριότητά του στα πλαίσια της "μικρής ναυσιπλοας" υπό τη σημαία του εν λόγω κράτους μέλους.»
(1) - Προτάσεις της 12ης Ιουνίου 2003 στην υπόθεση C-405/01 (Colegio de Oficiales de la Marina Mercante Espaρola κατά Administraciσn del Estado, μη δημοσιευθείσες ακόμη στη Συλλογή).
(2) - Aπόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, 66/85 (Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψεις 26 έως 28).
(3) - Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1991, C-4/91 (Συλλογή 1991, σ. Ι-5627, σκέψη 7).
(4) - Η διάταξη αυτή προβλέπει τα εξής: «Όλα τα πλοία του εμπορικού ναυτικού και τα λοιπά προοριζόμενα για ναυσιπλοα (Seeschiffe), οι κύριοι των οποίων είναι Γερμανοί έχοντες την κατοικία τους στην περιοχή εφαρμογής του γερμανικού συντάγματος, πρέπει να φέρουν της σημαία της Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας [...]».
(5) - Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1996, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1996, σ. Ι-3285, σκέψεις 34 και 35).
(6) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lιger της 5ης Μαρτίου 1996 στην υπόθεση C-473/93, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 1996, Συλλογή 1996, σ. Ι-3207, σκέψεις 110 έως 112).
(7) - Απόφαση του Δικαστηρίου 29ης Οκτωβρίου 1998, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1998, σ. Ι-6717).
(8) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαου 2001, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. Ι-4363, σκέψη 95).
(9) - Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1980, 149/79, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 537).
(10) - Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1974, 2/74 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 317).
(11) - Βλ. την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964, 75/63, Unger (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1069).
(12) - Βλ. τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 10 απόφαση επί της υποθέσεως 149/79, σκέψη 10.
(13) - Όσον αφορά τον ορισμό της εννοίας της δημοσίας διοικήσεως, βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mayras, της 28ης Μαου 1974, στη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 11 υπόθεση 2/74· βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini της 15ης Απριλίου 1986, στην υπόθεση 307/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας (απόφαση της 3ης Ιουνίου 1986, σ. 1725 και ιδίως σ. 1729 και επ.).
(14) - Βλ., παραδείγματος χάρη, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lιger, της 5ης Μαρτίου 1996, στην υπόθεση C-290/94 (απόφαση μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 6), σημείο 23, και του γενικού εισαγγελέα Lenz, της 29ης Απριλίου 1986, στην υπόθεση 66/85 (απόφαση μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 3, σ. 2135).
(15) - Βλ., παραδείγματος χάρη, επίσης τις εθνικές διατάξεις στη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 2 υπόθεση C-405/01.
(16) - Εξάλλου -ανεξαρτήτως του ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν κατ' αρχήν να επικαλούνται διεθνείς συμβάσεις συναφθείσες με τρίτα κράτη για να διαφεύγουν των κοινοτικών υποχρεώσεών τους-, ο «πραγματικός δεσμός» με το κράτος της σημαίας, ο οποίος απαιτείται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 91 της Συμβάσεως για το δίκαιο της θάλασσας, δεν πρέπει κατ' αρχήν να αποδεικνύεται κατ' ανάγκη με την ιθαγένεια του πλοιάρχου. Αυτό προκύπτει ιδίως από το άρθρο 97 της εν λόγω Συμβάσεως, κατά το οποίο μπορούν να ασκούνται ποινικές ή πειθαρχικές διώξεις μόνον «ενώπιον των δικαστικών ή διοικητικών αρχών είτε του κράτους της σημαίας είτε του κράτους την ιθαγένεια του οποίου έχει ο ενδιαφερόμενος». Όπως εξέθεσαν οι προσφεύγοντες στην κύρια δίκη, στην περίπτωση γερμανικών πλοίων, αυτός ο «πραγματικός δεσμός» μεταξύ του πλοίου και του κράτους της σημαίας αποδεικνύεται από την κυριότητα επί του πλοίου.
(17) - Απόφαση στην υπόθεση 66/85 (μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 3, σκέψη 28). Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz της 29ης Απριλίου 1986, στην υπόθεση αυτή (απόφαση μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 3, σ. 2316, όπου γίνεται συναφώς αναφορά στην αρχή της αναλογικότητας).
(18) - Βλ. την μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 3 απόφαση στην υπόθεση 66/85, σκέψη 28.
Full & Egal Universal Law Academy