ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN MISCHO
της 25ης Σεπτεμβρίου 2003 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-53/02 και C-217/02
Commune de Braine-le-Chateau
και
Michel Tillieut κ.λπ.
κατά
Région wallonne
[αίτηση του Conseil d'État (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγίες 75/442/ΕΟΚ και 91/156/ΕΟΚ – Απόβλητα – Σχέδια διαχειρίσεως – Κατάλληλες τοποθεσίες και εγκαταστάσεις διάθεσης των αποβλήτων – Άδεια, ελλείψει σχεδίου διαχειρίσεως, περιλαμβάνουσα γεωγραφικό χάρτη με ακριβή ένδειξη των τοποθεσιών που προβλέπονται για τους χώρους διαθέσεως»
1. Το Conseil d’État (Βέλγιο) μας ζητεί να ερμηνεύσουμε την οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (2), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1991 (3) (στο εξής: οδηγία), και, ειδικότερα, του άρθρου που αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να συντάσσουν σχέδια διαχειρίσεως (4).
I – Νομικό πλαίσιο
A – Κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2. Η οδηγία εννοεί ως «διάθεση» αποβλήτων, μεταξύ άλλων εργασιών, την απόθεση επάνω ή μέσα στο έδαφος (παραδείγματος χάριν απόρριψη στις χωματερές), την επεξεργασία σε χερσαίο χώρο, την έγχυση σε βάθος, την τελμάτωση κ.λπ. (5).
3. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για να προωθήσουν:
α) κατά πρώτον, την πρόληψη ή τη μείωση της παραγωγής και της βλαπτικότητας των αποβλήτων, ιδίως με:
– την ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών με τις οποίες μπορεί να γίνει οικονομικότερη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων,
– την τεχνική τελειοποίηση και τη διάθεση στην αγορά προϊόντων που είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να μη συμβάλλουν καθόλου ή να συμβάλλουν όσο το δυνατόν λιγότερο, λόγω της παραγωγής, της χρήσης ή της τελικής τους διάθεσης, στην αύξηση της ποσότητας ή της βλαπτικότητας των αποβλήτων και των κινδύνων ρύπανσης,
– την ανάπτυξη κατάλληλων τεχνικών για την τελική διάθεση των επικίνδυνων ουσιών που περιέχονται στα απόβλητα τα οποία προορίζονται για αξιοποίηση,
[…]»
4. Το άρθρο 4 της οδηγίας ορίζει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η διάθεση ή η αξιοποίηση των αποβλήτων θα πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάψουν το περιβάλλον, ιδίως δε:
– χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος, ούτε για την πανίδα και τη χλωρίδα,
– χωρίς να προκαλούνται ενοχλήσεις από το θόρυβο ή τις οσμές,
– χωρίς να βλάπτονται οι τοποθεσίες και τα τοπία που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, εξάλλου, τα αναγκαία μέτρα για την απαγόρευση της εγκατάλειψης, της απόρριψης και της ανεξέλεγκτης διάθεσης των αποβλήτων.»
5. Το άρθρο 5 της οδηγίας προβλέπει:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, σε συνεργασία με άλλα κράτη μέλη εφόσον αυτό παρίσταται αναγκαίο ή σκόπιμο, ώστε να δημιουργηθεί ολοκληρωμένο και κατάλληλο δίκτυο εγκαταστάσεων διάθεσης των αποβλήτων, που θα λαμβάνει υπόψη τις καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογίες που δεν συνεπάγονται υπερβολικό κόστος. Το δίκτυο αυτό πρέπει να επιτρέπει στην Κοινότητα ως σύνολο να καταστεί αυτάρκης στον τομέα της διάθεσης των αποβλήτων και στα κράτη μέλη να τείνουν χωριστά προς το στόχο αυτό, λαμβανομένων υπόψη των γεωγραφικών συνθηκών ή της ανάγκης ειδικών εγκαταστάσεων για ορισμένες κατηγορίες αποβλήτων.
2. Το δίκτυο αυτό πρέπει να επιτρέπει ακόμη τη διάθεση των αποβλήτων σε μία από τις πλησιέστερες κατάλληλες εγκαταστάσεις, με χρησιμοποίηση των καταλληλότερων μεθόδων και τεχνολογιών για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας.»
6. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας:
«1. Για την επίτευξη των στόχων των άρθρων 3, 4 και 5, η αρμόδια αρχή ή αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 6 υποχρεούνται να συντάξουν, το ταχύτερο δυνατό, ένα ή περισσότερα σχέδια διαχείρισης των αποβλήτων. Τα σχέδια αυτά αφορούν, ιδίως:
– τον τύπο, την ποσότητα και την προέλευση των αποβλήτων που θα πρέπει να αξιοποιηθούν ή να διατεθούν,
– τις γενικές τεχνικές προδιαγραφές,
– όλες τις ειδικές διατάξεις που αφορούν συγκεκριμένους τύπους αποβλήτων,
– τις κατάλληλες τοποθεσίες ή εγκαταστάσεις διάθεσης των αποβλήτων.
Αυτά τα σχέδια μπορούν να συμπεριλαμβάνουν, παραδείγματος χάριν:
– τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα για τη διαχείριση των αποβλήτων,
– την εκτίμηση του κόστους των εργασιών αξιοποίησης και διάθεσης,
– τα κατάλληλα μέτρα για την ενθάρρυνση της ορθολογικής οργάνωσης της συλλογής, της διαλογής και της επεξεργασίας των αποβλήτων.
2. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται, ενδεχομένως, με τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή για την εκπόνηση των σχεδίων αυτών, τα οποία γνωστοποιούν στην Επιτροπή.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να εμποδίσουν μεταφορές αποβλήτων οι οποίες αντιβαίνουν προς τα σχέδια διαχείρισης. Ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη.»
7. Σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας:
«1. Για την εφαρμογή των άρθρων 4, 5, και 7, κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ Α πρέπει να διαθέτει άδεια της αναφερόμενης στο άρθρο 6 αρμόδιας αρχής.
Η άδεια αυτή αφορά, ιδίως:
– τους τύπους και τις ποσότητες αποβλήτων,
– τις τεχνικές προδιαγραφές,
– τις ληπτέες προφυλάξεις στον τομέα της ασφάλειας,
– τον τόπο διάθεσης των αποβλήτων,
– τη μέθοδο επεξεργασίας.
2. Οι άδειες αυτές μπορούν να χορηγούνται για καθορισμένη διάρκεια, μπορούν να ανανεώνονται και να συνοδεύονται από όρους και υποχρεώσεις ή είναι δυνατόν να απορρίπτονται, ιδίως όταν η προτεινόμενη μέθοδος διάθεσης είναι απαράδεκτη από την άποψη της προστασίας του περιβάλλοντος.»
8. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/156, που προσέθεσε στην οδηγία 75/442 όλα τα προαναφερθέντα κείμενα, ορίζει: «Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία όχι αργότερα από την 1η Απριλίου 1993. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.»
9. Η οδηγία 1999/91/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 1999, περί υγειονομικής ταφής των αποβλήτων (6), που άρχισε να ισχύει στις 16 Ιουλίου 1999, προβλέπει, στο άρθρο 8, ότι:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:
α) η αρμόδια αρχή εκδίδει άδεια λειτουργίας χώρου ταφής μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
i) η μελέτη του χώρου ταφής πληροί όλες τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφοι 4 και 5·
[…]
β) η μελέτη του χώρου ταφής ευθυγραμμίζεται προς το ή τα σχετικά σχέδια διαχείρισης των αποβλήτων που αναφέρονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ·
[…]»
10. Το παράρτημα Ι της οδηγίας 1999/31, με τίτλο «Γενικές απαιτήσεις για όλες τις κατηγορίες χώρων ταφής», προβλέπει ότι:
«1. Θέση
1.1. Για τη θέση του χώρου ταφής πρέπει να λαμβάνονται υπόψη απαιτήσεις που αφορούν:
α) τις αποστάσεις των ορίων του χώρου από κατοικημένες περιοχές και χώρους αναψυχής, υδατορεύματα, στάσιμα επιφανειακά ύδατα και άλλες γεωργικές ή αστικές περιοχές·
β) την ύπαρξη υπόγειων ή παράκτιων υδάτων ή ζωνών προστασίας της φύσης στην περιοχή·
γ) τις γεωλογικές και υδρογεωλογικές συνθήκες της περιοχής·
δ) τον κίνδυνο πλημμυρών, καθιζήσεων, κατολισθήσεων ή χιονοστιβάδων στο χώρο ταφής·
ε) την προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής.
1.2. Ο χώρος ταφής μπορεί να εγκρίνεται μόνον εάν τα χαρακτηριστικά του, όσον αφορά τις προαναφερόμενες απαιτήσεις ή τα επανορθωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν, δείχνουν ότι δεν συνιστά σοβαρό κίνδυνο για το περιβάλλον.
[…]»
B – Εθνική κανονιστική ρύθμιση
11. Σύμφωνα με το άρθρο 24 του διατάγματος της 27ης Ιουνίου 1996 σχετικά με τα απόβλητα (Moniteur belge της 2ας Αυγούστου 1996, στο εξής: διάταγμα):
«1. Η Κυβέρνηση θεσπίζει, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως 16 του διατάγματος της 21ης Απριλίου 1994 σχετικά με τον σχεδιασμό σε θέματα περιβάλλοντος στο πλαίσιο διαρκούς αναπτύξεως, σχέδιο σχετικά με τη διαχείριση των αποβλήτων. Το σχέδιο αυτό συνιστά τομεακό πρόγραμμα κατά την έννοια του διατάγματος αυτού. Μπορεί να περιλαμβάνει σχεδιασμό ανά είδος αποβλήτων ή ανά τομέα δραστηριοτήτων.
Το σχέδιο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων:
1° περιγραφή των ειδών, ποσοτήτων και προελεύσεως των αποβλήτων, των λεπτομερειών διαχειρίσεως των αποβλήτων που παράγονται και μεταφέρονται ετησίως, των εγκαταστάσεων που βρίσκονται υπό εκμετάλλευση και των κατεχομένων τοποθεσιών·
2° απογραφή των κανονιστικών και γενικών ισχυόντων μέτρων, τα οποία έχουν επιπτώσεις στη διαχείριση των αποβλήτων·
3° περιγραφή της πιθανής εξελίξεως στον τομέα και των στόχων που πρέπει να επιτευχθούν σε θέματα διαχειρίσεως αποβλήτων·
4° τα σχέδια και τις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν σε θέματα προλήψεως, αξιοποιήσεως και διαθέσεως, τις ενδεχόμενες τεχνικές λεπτομέρειες διαχειρίσεως και τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα για τη διαχείριση των αποβλήτων.
Το σχέδιο συνοδεύεται από στοιχεία σχετικά με τις επιπτώσεις του επί του προϋπολογισμού για τις δημόσιες αρχές, τα προβλεπόμενα γενικώς αποτελέσματά του στην οικονομία, βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και τις προβλέψιμες συνέπειές του επί του περιβάλλοντος.
2. Η Κυβέρνηση θεσπίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 25 και 26, σχέδιο των κέντρων τεχνικής ταφής που περιλαμβάνει τις τοποθεσίες που ενδεχομένως θίγονται από την εγκατάσταση και εκμετάλλευση κέντρων τεχνικής ταφής εκτός από τα κέντρα ταφής που χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς από τον παραγωγό των αποβλήτων.
Δεν μπορεί να δοθεί έγκριση σε κανένα κέντρο τεχνικής ταφής εκτός από τα προοριζόμενα για την αποκλειστική χρήση του παραγωγού των αποβλήτων και εκτός των προβλεπομένων από το σχέδιο της παραγράφου αυτής.»
12. Κατ’ εκτέλεση του άρθρου 24, παράγραφοι 1 και 2, του διατάγματος, η Κυβέρνηση της Βαλλονίας εξέδωσε, αφενός, στις 15 Ιανουαρίου 1998, το βαλλονικό σχέδιο αποβλήτων «Horizon 2010» (Moniteur belge της 21ης Απριλίου 1998, σ. 11806, στο εξής: σχέδιο «horizon 2010») και, αφετέρου, την 1η Απριλίου 1999, το σχέδιο των κέντρων τεχνικής λιπάνσεως (Moniteur belge της 13ης Ιουλίου 1999, σ. 26747, στο εξής: CET), το οποίο άρχισε να ισχύει στις 13 Ιουλίου 1999. Αμφότερα τα σχέδια κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή στο πλαίσιο της μεταφοράς του άρθρου 7 της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
13. Το άρθρο 70, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω διατάγματος του 1996 ορίζει:
«Όσο το σχέδιο των κέντρων τεχνικής ταφής του άρθρου 24, § 2, δεν ισχύει ακόμα, οι αιτήσεις χορηγήσεως αδείας υπό την έννοια του άρθρου 11 για την εκμετάλλευση κέντρων τεχνικής ταφής και οι αιτήσεις άδειας δομήσεως υπό την έννοια του άρθρου 41, § 1, του Code wallon de l’aménagement du territoire, de l’urbanisme et du patrimoine εφόσον έχουν γίνει δεκτές πριν από την έκδοση του παρόντος διατάγματος από το Κοινοβούλιο, μπορούν να οδηγήσουν στη χορήγηση αδείας εντός της βιομηχανικής και της αγροτικής ζώνης, όπως ορίζεται στα άρθρα 172, 176 και 182 του ιδίου κώδικα.»
II – Διαφορές της κύριας δίκης
A – Υπόθεση C‑53/02
14. Με απόφαση της 21ης Μαΐου 1999, η Κυβέρνηση της Βαλλονίας χορήγησε στην εταιρία BIFFA Waste Services SA (στο εξής: BIFFA) άδεια επεκτάσεως και εκμεταλλεύσεως κέντρου τεχνικής ταφής αποβλήτων, κειμένου στην Braine-le-Château (Βέλγιο). Η επίδικη απόφαση αφορά την επέκταση της τοποθεσίας διαθέσεως αποβλήτων του Cour-au-Bois Nord στη γειτνιάζουσα τοποθεσία του Cour-au-Bois Sud. Η επέκταση της τοποθεσίας θα χρησιμοποιηθεί επίσης για εργασίες διαθέσεως αποβλήτων, δηλαδή για τεχνική ταφή (απόρριψη σε χωματερές) αδρανών αποβλήτων.
15. Η commune de Braine-le-Château (στο εξής: Braine-le-Château) άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας. Προς στήριξη της προσφυγής της, η Braine-le-Château επικαλείται, μεταξύ άλλων, παράβαση των άρθρων 4, 5, 7 και 9 της οδηγίας. Η Braine-le-Château κρίνει ότι, παρά το άρθρο 7 της οδηγίας, που προβλέπει τη σύνταξη σχεδίων διαχειρίσεως αποβλήτων, και παρά το άρθρο 24, παράγραφος 2, του διατάγματος της 27ης Ιουνίου 1996 περί αποβλήτων που υποχρεώνει την Κυβέρνηση της Βαλλονίας να πραγματοποιήσει χωρικό σχεδιασμό των τοποθεσιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εγκατάσταση και εκμετάλλευση κέντρου τεχνικής ταφής και το οποίο διευκρινίζει ότι κανένα κέντρο τεχνικής ταφής δεν επιτρέπεται εκτός των προβλεπομένων στο σχέδιο τοποθεσιών, μέχρι την ημέρα εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, η Κυβέρνηση της Βαλλονίας δεν είχε εκδώσει κανένα σχέδιο. Πράγματι, αφενός, το σχέδιο «horizon 2010» δεν συνιστά τον σχεδιασμό αυτό και, αφετέρου, το CET δεν ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως. Η Braine-le-Château τονίζει, τέλος, ότι η επίδικη τοποθεσία δεν περιλαμβάνεται στο σχέδιο της 1ης Απριλίου 1999 και επομένως η προσβαλλομένη πράξη εκδόθηκε για τοποθεσία που δεν προσδιορίζεται σε σχεδιασμό των τοποθεσιών διαθέσεως αποβλήτων.
16. Η Κυβέρνηση της Βαλλονίας εκθέτει ότι το σχέδιο «horizon 2010» περιλαμβάνει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας σχεδιασμό και στον σχεδιασμό αυτό περιλαμβάνεται η επίδικη τοποθεσία. Η παρεμβαίνουσα BIFFA υποστηρίζει ότι ουδόλως αποδεικνύεται ότι το άρθρο 7 της οδηγίας συνεπάγεται οπωσδήποτε σχεδιασμό των χωματερών όπως πραγματοποιείται στο CET της περιφέρειας της Βαλλονίας.
B – Υπόθεση C‑217/02
17. Με υπουργική απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1998, χορηγήθηκε άδεια στην ανώνυμη εταιρία Propreté, Assainissement, Gestion de l’Environnement (στο εξής: PAGE), να συνεχίσει την εκμετάλλευση κέντρου τεχνικής ταφής (χωματερή) στο Mont-Saint-Guibert στην τοποθεσία Les Trois Burettes. Η εν λόγω απόφαση καθορίζει τις προϋποθέσεις της διαχειρίσεως και συνιστά επιτροπή παρακολουθήσεως και επιστημονική επιτροπή του κέντρου τεχνικής ταφής.
18. Ο Michel Tilleult και η ένωση μη κερδοσκοπικού σκοπού ASBL Association des habitants de Louvain-La-Neuve, αφενός, ο Willy Grégoire και η ένωση μη κερδοσκοπικού σκοπού ASBL l’Épine blanche, αφετέρου, άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως ενώπιον του Conseil d’État. Επειδή οι υποθέσεις ήταν συναφείς, αποφασίστηκε η συνεκδίκασή τους. Η ASBL l’Épine blanche παραιτήθηκε στη συνέχεια από τη δίκη.
19. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλομένη άδεια χορηγήθηκε για τοποθεσία που δεν προσδιορίζεται σε σχεδιασμό των τοποθεσιών διαθέσεως αποβλήτων, αντιθέτως, αφενός, προς τα άρθρα 7, παράγραφος 1, και 9, της οδηγίας και, αφετέρου, του άρθρου 24, παράγραφος 2, του διατάγματος της 27ης Ιουνίου 1996. Οι προσφεύγοντες παρατηρούν, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 7 της οδηγίας απαιτεί χωρικό σχεδιασμό των τοποθεσιών διαθέσεως, ότι έχει παρέλθει η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, ότι το σχέδιο «horizon 2010» δεν αποτελεί τον απαιτούμενο από την οδηγία χωρικό σχεδιασμό και ότι το CET υπήρχε μόνο στο στάδιο σχεδίου κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως. Οι προσφεύγοντες προσθέτουν ότι το άρθρο 70 του διατάγματος της 27ης Ιουνίου 1996 δεν πληροί την υποχρέωση σχεδιασμού που επιτάσσει η οδηγία, η οποία προϋποθέτει, για να τεθεί σε εφαρμογή, τον «καθορισμό των καταλλήλων τοποθεσιών» και τη «σύγκριση της τοποθεσίας» που προτείνεται σε σχέση με τις άλλες επιταγές της οδηγίας, δηλαδή την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος.
20. Η περιφέρεια της Βαλλονίας ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι τα άρθρα 7 και 9 της οδηγίας στερούνται αμέσου αποτελέσματος. Περαιτέρω, τα σχέδια διαχειρίσεως των αποβλήτων δεν έχουν δεσμευτικό αποτέλεσμα και η οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη τη μέριμνα να αποφασίσουν αν το σχέδιο πρέπει να καθορίζει τις τοποθεσίες που έχουν επιλεγεί ή αν μπορεί απλώς να θεσπίζει τα κριτήρια που καθορίζουν τον κατάλληλο χαρακτήρα των τοποθεσιών αυτών. Η περιφέρεια της Βαλλονίας επισημαίνει επίσης ότι το σχέδιο «horizon 2010» περιλαμβάνει διάφορες διατάξεις σε σχέση με χωρικό σχεδιασμό στις οποίες ανταποκρίνεται η τοποθεσία που αποτελεί το αντικείμενο της προσβαλλομένης πράξεως. Η περιφέρεια της Βαλλονίας αναφέρεται επίσης στο σχέδιο του CET, που θεσπίστηκε προσωρινά με απόφαση της 30ής Απριλίου 1998, η οποία λαμβάνει υπόψη τη χωματερή του Mont-Saint-Guibert. Τέλος, η περιφέρεια της Βαλλονίας κρίνει ότι, καθορίζοντας τις ζώνες των σχεδίων του τομέα που μπορούν να δεχθούν, μεταβατικώς, τα κέντρα τεχνικής ταφής, το άρθρο 70 του διατάγματος συνιστά κατάλληλη μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
21. Η PAGE, παρεμβαίνουσα της κύριας δίκης, φρονεί ότι το άρθρο 7 της οδηγίας δεν συνεπάγεται χωρικό σχεδιασμό των εγκαταστάσεων διαχειρίσεως αποβλήτων αλλά σκοπεί στην πραγματικότητα σε σχεδιασμό από τεχνικής απόψεως και όχι από γεωγραφικής. Η οδηγία δεν διευκρινίζει το νομικό περιεχόμενο των σχεδίων διαχειρίσεως αποβλήτων και η PAGE συνάγει εξ αυτού, αφενός, ότι τα σχέδια αυτά δεν έχουν οπωσδήποτε κανονιστικό περιεχόμενο και, αφετέρου, ότι η χορήγηση αδείας δεν πρέπει οπωσδήποτε να εξαρτάται από την τήρηση οποιουδήποτε χωρικού σχεδιασμού. Η PAGE υποστηρίζει επίσης ότι το διάταγμα της 27ης Ιουνίου 1996 ανταποκρίνεται στην απαίτηση χωρικού σχεδιασμού του άρθρου 7 της οδηγίας και το ίδιο ισχύει όσον αφορά το σχέδιο «horizon 2010». Τέλος, η PAGE τονίζει το γεγονός ότι δεν υπάρχει προθεσμία για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 7 της οδηγίας και το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν στράφηκε κατά του Βασιλείου του Βελγίου στο πλαίσιο διαδικασίας κατά παραβάσεως βάσει της Συνθήκης ΕΚ.
III – Προδικαστικά ερωτήματα
22. Το Conseil d’État αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία στις δύο υποθέσεις της κύριας δίκης και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση C‑53/02:
«1) Έχει η υποχρέωση που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 7 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ, της 18ης Μαρτίου 1991, περί καταρτίσεως ενός ή περισσοτέρων σχεδίων διαχειρίσεως των αποβλήτων που αφορούν ιδίως “τις κατάλληλες για τη διάθεση των αποβλήτων τοποθεσίες και εγκαταστάσεις”, την έννοια ότι τα κράτη μέλη αποδέκτες της οδηγίας υποχρεούνται να σημειώνουν σε γεωγραφικό χάρτη τις ακριβείς τοποθεσίες για την απόθεση των αποβλήτων ή να ορίζουν κριτήρια χωροθετήσεως αρκούντως σαφή ούτως ώστε η αρμόδια για τη χορήγηση άδειας υπό την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας αρχή να μπορεί να εξετάζει αν η τοποθεσία ή η εγκατάσταση εντάσσεται στο πλαίσιο διαχειρίσεως που προβλέπει το σχέδιο;
2) Αντιβαίνει η έκδοση, εκ μέρους κράτους μέλους που δεν έχει καταρτίσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ένα ή περισσότερα σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων αφορώντα “τις κατάλληλες για τη διάθεση των αποβλήτων τοποθεσίες και εγκαταστάσεις”, ατομικών αδειών εκμεταλλεύσεως μιας εγκαταστάσεως διαθέσεως αποβλήτων, όπως οι χώροι υγειονομικής ταφής, στο άρθρο 7 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερών αποβλήτων, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ, της 18ης Μαρτίου 1991, ενδεχομένως σε συνδυασμό με το άρθρο 9 της ιδίας οδηγίας ή με άλλη διάταξη της ίδιας οδηγίας;»
23. Στην υπόθεση C‑217/02, το Conseil d’État υπέβαλε τρία ερωτήματα εκ των οποίων τα δύο πρώτα ταυτίζονται, κατ’ ουσίαν, με τα ερωτήματα της πρώτης υποθέσεως. Το τρίτο ερώτημα έχει ως εξής:
«Έχει το άρθρο 7.1 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 96/156/ΕΟΚ, της 18ης Μαρτίου 1991, την έννοια ότι το ή τα σχέδια που αφορούν ιδίως “τις κατάλληλες τοποθεσίες ή εγκαταστάσεις διάθεσης των αποβλήτων” πρέπει να καταρτίζονται το αργότερο την 1η Απριλίου 1993 ή έχει την έννοια ότι πρέπει να καταρτίζονται εντός ευλόγου προθεσμίας, η οποία μπορεί να είναι μεγαλύτερη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο;»
IV – Ανάλυση
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στις υποθέσεις C‑53/92 και C‑217/02
1. Θέσεις των διαδίκων που υπέβαλαν παρατηρήσεις
24. Η Braine-le-Château φρονεί ότι το άρθρο 7 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να καθορίζουν, στο πλαίσιο των σχεδίων διαχειρίσεως αποβλήτων, τις τοποθεσίες διαθέσεως των αποβλήτων ή τα κριτήρια χωροθετήσεως των τοποθεσιών αυτών κατά τρόπο ώστε η αρμόδια για τη χορήγηση άδειας σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας αρχή να μπορεί να εξετάζει αν η τοποθεσία ή εγκατάσταση εντάσσεται στο πλαίσιο της προβλεπομένης από το σχέδιο διαχειρίσεως.
25. Με την άποψη αυτή συντάσσονται ο M. Tillieut, η ASBL Association des habitants de Louvain-la-Neuve, και ο W. Grégoire, προσφεύγοντες της κύριας δίκης (υπόθεση C‑217/02), καθώς και ο Philippe Feron και ο Philippe de Codt, παρεμβαίνοντες της κύριας δίκης (υπόθεση C‑53/02) (στο εξής: Tillieut, Feron κ.λπ.). Κατά την άποψή τους, η οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη τη μέριμνα να καθορίζουν αν το σχέδιο πρέπει να προσδιορίζει τις μελλοντικές κατάλληλες τοποθεσίες και καταστάσεις ή αν πρέπει απλώς να παρέχει τα κριτήρια που καθορίζουν τον κατάλληλο χαρακτήρα αυτών των τοποθεσιών και καταστάσεων. Αν γίνει δεκτή η τελευταία δυνατότητα, τα εν λόγω κριτήρια πρέπει παρ’ όλα αυτά να είναι επαρκώς ακριβή ώστε η αρμόδια για τη χορήγηση της άδειας αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας, να μπορεί να εξετάζει αν η τοποθεσία ή η εγκατάσταση εντάσσεται στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από τα σχέδια διαχειρίσεως. Όσον αφορά τα κριτήρια χωροθετήσως, οι διάδικοι αυτοί αναφέρονται σε κριτήρια όπως η γεωλογία, η υδρογεωλογία, η εγγύτητα των κατοικημένων περιοχών, οι άνεμοι καθώς και η εγγύτητα τοποθεσιών και εγκαταστάσεων.
26. Συγκεκριμένα, οι παρεμβαίνοντες αυτοί κρίνουν ότι, πριν από το CET, δεν υπήρχε στην περιφέρεια της Βαλλονίας κανένας χωρικός σχεδιασμός των τοποθεσιών διαθέσεως αποβλήτων υπό την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας. Κατά την άποψή τους, το σχέδιο «horizon 2010» περιλαμβάνει μόνο χρονικό σχεδιασμό.
27. Η περιφέρεια της Βαλλονίας δεν συντάσσεται με την άποψη αυτή. Παρατηρεί ότι το σχέδιο «horizon 2010» επαναλαμβάνει τη χωροθέτηση των υφισταμένων τοποθεσιών στις διάφορες κοινότητες της περιφέρειας της Βαλλονίας, ακόμη και αν δεν προσδιορίζει τα τμήματα του κτηματολογίου. Τα τμήματα αυτά πρέπει να περιλαμβάνονται σε σχέδιο με κλίμακα 1/2 500 που κατατίθεται στο πλαίσιο των φακέλων αιτήσεως αδειών πολεοδομίας. Πάντως, σύμφωνα με την άποψη της περιφέρειας της Βαλλονίας, η διευκρίνιση αυτή δεν πρέπει να οπωσδήποτε να επιτευχθεί στο πλαίσιο σχεδίου διαχειρίσεως αποβλήτων του άρθρου 7 της οδηγίας αν περιλαμβάνεται στο πλαίσιο της άδειας του άρθρου 9 της ίδιας οδηγίας.
28. Όσον αφορά την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 7 της οδηγίας, η περιφέρεια της Βαλλονίας κρίνει ότι η επιβαλλόμενη από τη διάταξη αυτή στα κράτη μέλη υποχρέωση πραγματοποιήσεως ενός ή περισσοτέρων σχεδίων διαχειρίσεως αποβλήτων που αφορά, μεταξύ άλλων, τις κατάλληλες για διάθεση αποβλήτων τοποθεσίες και εγκαταστάσεις δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προσδιορίσουν σε γεωγραφικό χάρτη τους συγκεκριμένους χώρους όπου βρίσκονται οι τοποθεσίες διαθέσεως αποβλήτων. Η υποχρέωση αυτή σημαίνει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καθορίζουν επαρκώς ακριβή κριτήρια χωροθετήσεως ώστε η αρμόδια για τη χορήγηση αδείας σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας αρχή να μπορεί να εξετάζει αν η τοποθεσία ή εγκατάσταση εντάσσεται στο πλαίσιο της προβλεπόμενης με το σχέδιο διαχειρίσεως.
29. Η BIFFA και PAGE συντάσσονται, κατ’ ουσίαν, με την άποψη της περιφέρειας της Βαλλονίας.
30. Σύμφωνα με τη Δημοκρατία της Αυστρίας, από τη διατύπωση του άρθρου 7 της οδηγίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αναφέρουν στα εθνικά σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων τους ακριβείς τόπους (σε γεωγραφικό χάρτη) όπου βρίσκονται οι διάφορες τοποθεσίες που έχουν γίνει ενδεχομένως δεκτές για τη διάθεση αποβλήτων και οι άλλες εγκαταστάσεις. Ελλείψει αντιθέτων ή ακριβέστερων συναφών στοιχείων στην οδηγία, πρέπει να θεωρηθεί επαρκής ο καθορισμός γενικών αορίστων κριτηρίων όπως η απαγόρευση δημιουργίας εγκαταστάσεων διαθέσεως αποβλήτων σε ορισμένες ευαίσθητες ζώνες (όπως οι ζώνες προστασίας των υδάτων, οι ζώνες απορροής των υδάτων πλημμύρας, οι ζώνες με συχνές ατμοσφαιρικές αναστροφές, οι αλπικές περιοχές, οι προστατευόμενες φυσικές ζώνες, κ.λπ.), γεωλογικές και υδρογεωλογικές συνθήκες, η απαγόρευση δημιουργίας ζωνών κατοικιών ή διακοπών, η κατάσταση των οχλήσεων, η υποδομή και, συγκεκριμένα, οι δυνατότητες συνδέσεως των δικτύων μεταφοράς και η απαγόρευση λόγω ιστορικών μνημείων ή φυσικών αξιοθέατων.
31. Σύμφωνα με το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, το άρθρο 7 της οδηγίας σκοπεί να συντάσσουν τα κράτη μέλη, με τα σχέδια διαχειρίσεως, πλαίσιο γενικού προσανατολισμού για την έκδοση ακριβέστερων αποφάσεων. Το πλαίσιο αυτό πρέπει να είναι συνολικό και να αποτελεί ένα οργανωμένο σύστημα. Η ακριβής χωροθέτηση των τοποθεσιών και εγκαταστάσεων διαθέσεως αποβλήτων στα σχέδια αυτά δεν απαιτείται επομένως και συνεπάγεται μάλιστα ότι τα σχέδια αυτά δεν έχουν ευλυγισία και ευκαμψία σε τέτοιο σημείο ώστε δεν μπορούν πλέον να χρησιμεύσουν ως πλαίσιο προσανατολισμού.
32. Επομένως, η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το άρθρο 7 της οδηγίας δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να αναφέρουν σε σχέδιο διαχειρίσεως αποβλήτων τη γεωγραφική ή άλλη επισήμανση της ακριβούς χωροθετήσεως των τοποθεσιών εγκαταστάσεων διαθέσεως αποβλήτων ή τον καθορισμό κριτηρίων ακριβούς χωροθετήσεως. Τα κράτη μέλη μπορούν απλώς να θεσπίσουν γενικά κριτήρια χωροθετήσεως των τοποθεσιών και εγκαταστάσεων διαθέσεως αποβλήτων.
33. Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φρονεί ότι τα σχέδια διαχειρίσεως πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες για τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις διαθέσεως αποβλήτων, για την παρούσα παραγωγή αποβλήτων και κάθε άλλη διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με τη μελλοντική παραγωγή αποβλήτων.
34. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι πρόσφορο να επισημαίνεται η χωροθέτηση σχεδιαζόμενης εγκαταστάσεως διαθέσεως όταν τα σχέδια έχουν προχωρήσει επαρκώς ώστε να μπορεί να στοιχειοθετηθεί με βεβαιότητα ότι η εν λόγω εγκατάσταση θα μπορεί να δεχθεί απόβλητα σε μελλοντική ημερομηνία, ευλόγως καθοριζόμενη. Στο στάδιο αυτό, μπορεί να ειπωθεί ότι οι σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις περιλαμβάνουν δυνητικά στοιχεία του ολοκληρωμένου δικτύου εγκαταστάσεων διαθέσεως, το οποίο θεωρείται ότι διευκολύνουν τα σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων. Στο παρελθόν, τα κράτη μέλη διατηρούσαν κάθε ευχέρεια όσον αφορά τα στοιχεία που αναφέρονται στο σχέδιο σχετικά με τους δυνατούς τόπους των εγκαταστάσεων διαθέσεως αποβλήτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον στο πλαίσιο του ολοκληρωμένου εν λόγω δικτύου. Με άλλα λόγια, η υποχρέωση να περιλαμβάνεται στο σχέδιο η συγκεκριμένη τοποθεσία σχεδιαζόμενης εγκαταστάσεως δημιουργείται μόνον όταν αποδεικνύεται με βεβαιότητα ότι τα απόβλητα θα διατεθούν στην τοποθεσία αυτή σε μελλοντική ημερομηνία, που μπορεί να διευκρινιστεί με εύλογη βεβαιότητα, δηλαδή όταν η εν λόγω εγκατάσταση έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας.
35. Επομένως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι τα σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας πρέπει να απαριθμούν όλες τις «κατάλληλες τοποθεσίες και εγκαταστάσεις για τη διάθεση αποβλήτων» στις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας και πρέπει να εκθέτει με επαρκώς λεπτομερή τρόπο τα κριτήρια χωροθετήσεως προκειμένου να μπορεί η αρμόδια για τη χορήγηση των αδειών αρχή να διασφαλίζει ότι έχουν επιτευχθεί οι σκοποί της οδηγίας όταν χορηγεί άδεια για μελλοντικές τοποθεσίες.
36. Σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, από το άρθρο 7 της οδηγίας δεν προκύπτει ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να προσδιορίζουν γεωγραφικώς τις τοποθεσίες. Πράγματι, ένα σχέδιο διαχειρίσεως συνιστά πρόγραμμα προσανατολισμών. Παρ’ όλα αυτά πρέπει, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 7, το σχέδιο αυτό να παρέχει γεωγραφικά στοιχεία, πράγμα το οποίο αντιστοιχεί με τον καθορισμό κριτηρίων βάσει των οποίων μπορεί να κριθεί αν η άδεια ανταποκρίνεται στο σχέδιο διαχειρίσεως. Το σχέδιο αυτό, καθορίζοντας τα κριτήρια, πρέπει, σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες και τις δυνατότητες σε θέματα διαθέσεως αποβλήτων καθώς και τις σχεδιαζόμενες τοποθεσίες.
37. Η Επιτροπή κρίνει ότι τα σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων πρέπει να προσδιορίζουν με επαρκή ακρίβεια τις τοποθεσίες προκειμένου να θέτουν σε εφαρμογή τους σκοπούς των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας και να διασφαλίζουν την υλοποίηση του άρθρου 9 της οδηγίας. Εξάλλου, η χωροθέτηση των τοποθεσιών που έχουν κριθεί «κατάλληλες» από την αρχή που συντάσσει το σχέδιο πρέπει να μπορεί να καθορισθεί με ακρίβεια ώστε να μπορούν οι αρμόδιες για τη χορήγηση αδειών αρχές να καθορίζουν ότι η σχεδιαζόμενη τοποθεσία έχει γίνει σαφώς δεκτή στο καταρτισθέν σχέδιο διαχειρίσεως αποβλήτων.
38. Η Επιτροπή κρίνει ότι υπάρχουν τρεις κατάλληλοι τρόποι ώστε να πληρούται η απαίτηση προσδιορισμού σε σχέδιο διαχειρίσεως των υφισταμένων ή σχεδιαζομένων τοποθεσιών και εγκαταστάσεων:
– η επισήμανση των εν λόγω τοποθεσιών και εγκαταστάσεων σε γεωγραφικό χάρτη·
– η εκπόνηση καταλόγου στον οποίο προσδιορίζονται με ακρίβεια οι προβλεπόμενες για διάθεση τοποθεσίες και εγκαταστάσεις, ή
– ο καθορισμός ενός συνόλου παραγόντων και στοιχείων, περιλαμβανομένων των κριτηρίων χωροθετήσεως, βάσει των οποίων μπορεί να γίνει ακριβής προσδιορισμός των τοποθεσιών.
39. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η τελευταία αυτή λεπτομέρεια πρέπει να θεωρηθεί ως η καταλληλότερη για τον καθορισμό των μελλοντικών εγκαταστάσεων που ήδη περιλαμβάνονται στο σχέδιο.
2. Εκτίμηση
40. Όλοι οι διάδικοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις συμφωνούν ως προς το ότι ένα σχέδιο διαχειρίσεως πρέπει, κατά τον τάδε ή δείνα τρόπο, να παρέχει γεωγραφικά στοιχεία και συντάσσομαι πλήρως με την άποψη αυτή.
41. Πράγματι, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αναφέρεται ρητώς στα στοιχεία αυτά προβλέποντας ότι τα σχέδια διαχειρίσεως «[…] αφορούν ιδίως […] τις κατάλληλες τοποθεσίες και εγκαταστάσεις διάθεσης […]» (7).
42. Ομοφωνία υφίσταται επίσης ως προς το ότι το άρθρο 7 της οδηγίας δεν απαιτεί να περιλαμβάνεται σε σχέδιο διαχειρίσεως ακριβής χαρτογράφηση ή ακριβής περιγραφή, με άλλους τρόπους, της χωροθετήσεως των υφισταμένων και μελλοντικών τοποθεσιών διαθέσεως αποβλήτων.
43. Ασφαλώς, ορθώς η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβούν σε τέτοιο ακριβή προσδιορισμό αν το επιθυμούν ή αν είναι συγκεκριμένα δυνατόν να γίνει ο προσδιορισμός αυτός. Εντούτοις, το άρθρο 7 δεν περιλαμβάνει συναφή υποχρέωση.
44. Πράγματι, όπως ορθώς παρατηρεί η περιφέρεια της Βαλλονίας, η PAGE και η Γαλλική Κυβέρνηση, αν υφίστατο τέτοια υποχρέωση, το άρθρο 9 της οδηγίας, σύμφωνα με το οποίο η άδεια «[…]αφορά ιδίως […] τον τόπο διάθεσης των αποβλήτων […]», δεν θα είχε πλέον κανένα νόημα. Πράγματι, στο στάδιο της άδειας πρέπει να καθοριστεί με ακρίβεια η χωροθέτηση της επίδικης τοποθεσίας.
45. Εξάλλου, όπως επισημαίνει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου η τελική απόφαση κατασκευής και εκμεταλλεύσεως εγκαταστάσεως διαθέσεως αποβλήτων σε συγκεκριμένη τοποθεσία μπορεί να εξαρτάται από διαδικασία διαβουλεύσεως και λήψεως αποφάσεως που επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη η εκτίμηση των συνεπειών στο περιβάλλον σύμφωνα με την οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (8), όπως τροποποιήθηκε τελευταίως με την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997 (9). Παρεμφερής παρατήρηση έγινε από τη Γαλλική Κυβέρνηση ως προς την οδηγία 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (10). Επομένως δεν είναι πάντοτε δυνατόν να καθοριστεί ήδη στο στάδιο του σχεδίου διαχειρίσεως η συγκεκριμένη θέση της τοποθεσίας διαθέσεως αποβλήτων.
46. Ομοίως, ορθώς η Ολλανδική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι τα πολύ ακριβή σχέδια διαχειρίσεως δεν είναι ευέλικτα. Πράγματι, τα σχέδια αυτά πρέπει να μπορούν να ανταποκριθούν στις μεταβολές που προκύπτουν από την επιστημονική και τεχνική πρόοδο και από νέες καταστάσεις όπως, καθώς παρατηρεί η PAGE, τη δημιουργία νέων διαδικασιών διαθέσεως αποβλήτων, οι οποίες ήσαν άγνωστες κατά τη χρονική στιγμή της θεσπίσεως του σχεδίου διαχειρίσεως.
47. Επομένως, σχέδιο διαχειρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας αποτελεί, όπως ορθώς επισημαίνει η Ολλανδική Κυβέρνηση, ένα «πλαίσιο προσανατολισμού» ή, όπως περιέγραψε το Δικαστήριο στη σκέψη 75 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας (11), ένα «συνολικό πρόγραμμα», που δεν πρέπει οπωσδήποτε να περιγράφει όλες τις πτυχές της υφιστάμενης και μελλοντικής διαχειρίσεως της διαθέσεως των αποβλήτων, περιλαμβανομένων των τοποθεσιών, με κάθε λεπτομέρεια.
48. Στο πλαίσιο αυτό, πώς πρέπει να νοηθεί η απαίτηση να υπάρχουν γεωγραφικά στοιχεία στα σχέδια διαχειρίσεως;
49. Το ίδιο το Conseil d’État και διάφοροι διάδικοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις μας προτείνουν την πρόσφορη λύση. Ένα σχέδιο διαχειρίσεως πρέπει να προβλέπει ένα σύνολο κριτηρίων ή, όπως προτείνει η Επιτροπή, στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί μεταγενέστερα η αρχή ενώπιον της οποίας υποβάλλεται αίτηση χορηγήσεως αδείας κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας να εντοπίζει με ακρίβεια την καταλληλότερη θέση για τοποθεσία διαθέσεως αποβλήτων.
50. Κατά τον τρόπο αυτό, ένα σχέδιο διαχειρίσεως, αφενός, έχει πράγματι γεωγραφικά στοιχεία όπως απαιτεί το άρθρο 7 της οδηγίας και, αφετέρου, ανταποκρίνεται κατά τον καλύτερο τρόπο στη δυνατότητα να αποτελέσει πλαίσιο προσανατολισμού. Αντιθέτως, δεν χρειάζεται να επισημαίνεται στο ίδιο το σχέδιο διαχειρίσεως η ακριβής χωροθέτηση κάθε μελλοντικής τοποθεσίας.
51. Προφανώς, τα στοιχεία πρέπει να καθορίζονται κατά τρόπον ώστε να συμβάλουν στην πραγματοποίηση των σκοπών των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας (12).
52. Έτσι, όπως τονίζουν οι Tillieut, Feron κ.λπ., τα στοιχεία πρέπει, αφενός, να επιτρέπουν τη χωροθέτηση των τοποθεσιών διαθέσεως αποβλήτων προστατεύοντας το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία. Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στη σκέψη 44 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας (13) «[…] μεταξύ των σκοπών αυτών [των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας] περιλαμβάνεται κατά κύριο λόγο η προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος που αποτελεί τον ουσιαστικό πυρήνα της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με τα απόβλητα [...]».
53. Αφετέρου, τα στοιχεία αυτά πρέπει επίσης, όπως παρατήρησε ορθώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή, να ανταποκρίνονται στους άλλους σκοπούς της οδηγίας όπως «η δημιουργία ολοκληρωμένου και κατάλληλου δικτύου εγκαταστάσεων διαθέσεως αποβλήτων, που θα λαμβάνει υπόψη τις καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογίες που δεν συνεπάγονται υπερβολικό κόστος» (14). Επομένως, πρέπει να λαμβάνουν επίσης υπόψη τη φύση και την ποσότητα των ειδών των αποβλήτων που μπορούν να παραχθούν σε διάφορα τμήματα της χώρας καθώς και την ανάγκη να μη μεταφέρονται σε πολύ μεγάλες αποστάσεις.
54. Η Braine-le-Château, οι Tillieut, Feron κ.λπ. καθώς και η Αυστριακή Κυβέρνηση παρουσίασαν ορισμένα παραδείγματα γεωγραφικών στοιχείων που μπορούν να περιλαμβάνονται σε σχέδιο διαχειρίσεως, όπως οι γεωλογικές και υδρογεωλογικές συνθήκες, η εγγύτητα των κατοικιών, οι άνεμοι, η παρουσία ευαίσθητων ζωνών, η απόσταση μεταξύ των τοποθεσιών, κ.λπ.
55. Ο καθορισμός των στοιχείων που θα περιλαμβάνονται συγκεκριμένα σε σχέδια διαχειρίσεως εξαρτάται σαφώς από την κατάσταση της περιοχής που καλύπτεται από το σχέδιο αυτό. Παρ’ όλα αυτά, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι αρκετά επακριβή υπό την έννοια ότι πρέπει να αποτελούν χρήσιμο και αποτελεσματικό πλαίσιο αναφοράς για τις αρμόδιες αρχές που καλούνται να καθορίσουν μεταγενέστερα τη συγκεκριμένη θέση της τοποθεσίας διαθέσεως των αποβλήτων.
56. Πράγματι, όπως ορθώς υπενθυμίζει η Επιτροπή, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων αποτελούν σημαντικό εργαλείο για την επίτευξη των σκοπών των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας. Το Δικαστήριο υπενθύμισε συναφώς, στη σκέψη 44 της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας ότι, «[…] για τον λόγο αυτόν, σύμφωνα με τη νομολογία, πρέπει να θεωρείται σοβαρή η παράβαση της υποχρεώσεως σχετικά με την κατάρτιση σχεδίων διαχειρίσεων των αποβλήτων έστω και αν περιορίζεται σ’ ένα μικρό τμήμα του εδάφους κράτους μέλους, όπως π.χ. σε ένα και μόνο διοικητικό διαμέρισμα (βλ., συναφώς, προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψεις 94 ή 95) ή σε μία και μόνο ζώνη μιας κοιλάδας (βλ., συναφώς, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1999, C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1999, σ. Ι-7773, σκέψη 69)».
57. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη που υποστήριξε η PAGE κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι το άρθρο 7 της οδηγίας δεν απαιτεί ούτε ακριβή χαρτογράφηση ούτε καν τη θέσπιση ενός συνόλου κριτηρίων χωροθετήσεως βάσει των οποίων η αρμόδια αρχή μπορεί να καθορίζει μεταγενέστερα την κατάλληλη θέση για τοποθεσία διαθέσεως αποβλήτων. Προς στήριξη της απόψεώς της, η PAGE παρέπεμψε στην απόφαση ASA (15) όπου το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 60, ότι «επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα παραρτήματα ΙΙ Α και ΙΙ B της οδηγίας έχουν ως αντικείμενο την καταγραφή των συνηθέστερων εργασιών διαθέσεως ή αξιοποιήσεως και όχι την κατά τρόπο συγκεκριμένο και αποκλειστικό απαρίθμηση όλων των εργασιών διαθέσεως ή αξιοποιήσεως αποβλήτων υπό την έννοια της οδηγίας». Σύμφωνα με την PAGE, το απόσπασμα αυτό επιβεβαιώνει ότι είναι αδύνατον να είναι γνωστές, κατά τον χρόνο θεσπίσεως σχεδίου περί αποβλήτων, όλες οι εργασίες διαθέσεως ή αξιοποιήσεως των αποβλήτων και, συνεπώς, δεν έχει νόημα η απαίτηση να καθορίζονται στο σχέδιο διαχειρίσεως οι τοποθεσίες διαθέσεως αποβλήτων ή τα κριτήρια χωροθετήσεως.
58. Εντούτοις, το απόσπασμα της προαναφερθείσας αποφάσεως ASA δεν υποστηρίζει την προβληθείσα από την PAGE ερμηνεία του άρθρου 7 της οδηγίας.
59. Αφενός, η απόρριψη τόσο της λύσεως της χαρτογραφήσεως όσο και του καθορισμού ενός συνόλου κριτηρίων βάσει των οποίων μπορεί μεταγενέστερα να γίνει χωροθέτηση των τοποθεσιών αντιστοιχεί στο να μη γίνονται δεκτά, στην πράξη, τα γεωγραφικά στοιχεία στο σχέδιο διαχειρίσεως και, επομένως, το άρθρο 7 της οδηγίας καθίσταται άνευ ουσίας εφόσον προβλέπει ότι το σχέδιο διαχειρίσεως αφορά, μεταξύ άλλων, τις τοποθεσίες διαθέσεως αποβλήτων.
60. Αφετέρου, το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να είναι γνωστές, κατά τον χρόνο θεσπίσεως του σχεδίου περί αποβλήτων, όλες οι εργασίες διαθέσεως ή αξιοποιήσεως των αποβλήτων μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τις τοποθεσίες, αλλά και όλες τις άλλες πτυχές που περιλαμβάνει ένα σχέδιο διαχειρίσεως. Επομένως, η συλλογιστική της PAGE θέτει σε αμφισβήτηση την έννοια του ιδίου του σχεδίου και όχι μόνον της γεωγραφικής του διαστάσεως. Πάντως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι άνευ νοήματος ένα σχέδιο διαχειρίσεως για τον λόγο και μόνον ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη όλες οι καινοτομίες που ήσαν άγνωστες κατά τον χρόνο εκδόσεώς του.
61. Τέλος, η BIFFA αναφέρεται στο άρθρο 7, στοιχείο α΄, περίπτωση i, της οδηγίας 1999/31 (16), σε συνδυασμό με το σημείο 1 του παραρτήματος Ι (17). Σύμφωνα με την BIFFA, το παράρτημα Ι σκοπεί οπωσδήποτε στην πρόβλεψη των κριτηρίων που συμπληρώνουν και διευκρινίζουν τις διατάξεις των γενικών σχεδίων που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας, μεταξύ άλλων όσον αφορά την εκτίμηση του αν μπορεί να γίνει δεκτός ένας χώρος ταφής σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία, πράγμα το οποίο πρέπει να γίνει στο πλαίσιο της διαδικασίας αιτήσεως χορηγήσεως αδείας και όχι στο πλαίσιο σχεδίου διαχειρίσεως αποβλήτων.
62. Παρ’ όλα αυτά, το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό.
63. Πράγματι, δεν προκύπτει από την οδηγία 1999/31 ότι οι επιταγές του σημείου 1 του παραρτήματος Ι για τον καθορισμό μιας τοποθεσίας χώρου ταφής συνιστούν, όπως ισχυρίζεται η BIFFA, «κριτήρια που συμπληρώνουν και διευκρινίζουν τις διατάξεις των γενικών σχεδίων, που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας». Η οδηγία προβλέπει απλώς, στο άρθρο 8, στοιχείο α΄, περίπτωση i, σε συνδυασμό με το σημείο 1 του παραρτήματος Ι, ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί άδεια χωρίς να πληρούνται όλες οι προβλεπόμενες στο παράρτημα αυτό απαιτήσεις. Αντιθέτως, η οδηγία ουδόλως αποκλείει ότι οι επιταγές αυτές μπορούν να μεταφερθούν στο εσωτερικό δίκαιο στο πλαίσιο διαχειρίσεως που το κράτος μέλος πρέπει να εκδώσει δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας.
64. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι αμφότερες οι δυνατότητες που προέβαλε το Conseil d’État συνάδουν προς το άρθρο 7 της οδηγίας. Επομένως, προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι η επιβαλλόμενη με το άρθρο 7 της οδηγίας υποχρέωση των κρατών μελών να πραγματοποιήσουν ένα ή περισσότερα σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων αφορώντα μεταξύ άλλων τις κατάλληλες τοποθεσίες και εγκαταστάσεις για τη διάθεση αποβλήτων σημαίνει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται είτε να προσδιορίσουν σε γεωγραφικό χάρτη τους ακριβείς τόπους εγκαταστάσεως των τοποθεσιών διαθέσεως αποβλήτων, είτε να καθορίσουν με επαρκή ακρίβεια κριτήρια χωροθετήσεως ώστε η αρμόδια για τη χορήγηση άδειας σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας αρχή να μπορεί να εξετάζει αν η τοποθεσία ή εγκατάσταση εντάσσεται στο πλαίσιο της προβλεπόμενης με το σχέδιο διαχειρίσεως.
Β – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος στις υποθέσεις C‑53/02 και C‑217/02
65. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το Conseil d’État ερωτά αν τα άρθρα 4, 5 και 7 της οδηγίας, σε συνδυασμό ή όχι με το άρθρο 9 της οδηγίας αυτής, απαγορεύουν σε κράτος μέλος, το οποίο δεν εξέδωσε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ένα ή περισσότερα σχέδια διαχειρίσεως των αποβλήτων αφορώντα τις κατάλληλες τοποθεσίες και εγκαταστάσεις για τη διάθεση αποβλήτων, να χορηγεί ατομικές άδειες εκμεταλλεύσεως των εγκαταστάσεων διαθέσεως αποβλήτων, όπως οι χωματερές.
66. Η Braine-le-Château, και οι Tillieut, Feron κ.λπ. παρατηρούν ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας θεσπίζει έναν άμεσο σύνδεσμο με το επιτασσόμενο καθεστώς χορηγήσεως αδείας των εγκαταστάσεων και τον σχεδιασμό που καθορίζεται στο άρθρο 7. Ο σύνδεσμος αυτός στερείται πρακτικού αποτελέσματος αν η χορηγούμενη άδεια εκμεταλλεύσεως δεν πληροί τις επιταγές σχεδιασμού αποβλήτων. Επομένως, σύμφωνα με την Braine-le-Château και τους Tillieut, Feron κ.λπ., δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι μπορούν να χορηγηθούν άδειες χωρίς να υπάρχει σχέδιο διαχειρίσεως αποβλήτων αφορών τις κατάλληλες τοποθεσίες και εγκαταστάσεις για τη διάθεση. Κατά συνέπεια, προτείνουν να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα καταφατική απάντηση.
67. Αντιθέτως, όλοι οι άλλοι διάδικοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις προτείνουν να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρόταση με την οποία συντάσσομαι.
68. Πράγματι, όπως παρατηρούν η Αυστριακή και η Ολλανδική Κυβέρνηση, ούτε από τη διατύπωση του άρθρου 9 της οδηγίας ούτε από τον σκοπό της διατάξεως αυτής μπορεί να συναχθεί ότι απαγορεύεται η χορήγηση ατομικής αδείας σε περίπτωση που δεν υπάρχει σχέδιο διαχειρίσεως.
69. Ασφαλώς, είναι αληθές ότι το άρθρο 9 της οδηγίας αναφέρεται στο άρθρο 7 χρησιμοποιώντας τη διατύπωση «για την εφαρμογή του […] άρθρου 7». Όπως όμως ορθώς επισημαίνουν η περιφέρεια της Βαλλονίας και η Επιτροπή, μολονότι είναι αληθές ότι η διατύπωση αυτή επιβάλλει τη χορήγηση αδειών για τη θέση σε εφαρμογή των σχεδίων διαχειρίσεως, δεν σημαίνει εντούτοις ότι απαγορεύεται η χορήγηση άδειας όταν δεν υπάρχει σχέδιο διαχειρίσεως.
70. Κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από διάφορα επιχειρήματα που προέβαλαν οι παρεμβαίνοντες.
71. Πρώτον, όπως παρατηρούν η Επιτροπή και η περιφέρεια της Βαλλονίας, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνταν να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκιο τα άρθρα 7 και 9 εντός της ίδιας προθεσμίας· αφενός, το άρθρο 9 καθώς και τα άρθρα 4 και 5 έπρεπε να μεταφερθούν το αργότερο την 1η Απριλίου 1993 στο εσωτερικό δίκαιο· αφετέρου, τα επιτασσόμενα με το άρθρο 7 σχέδια διαχειρίσεως έπρεπε να συνταχθούν «το ταχύτερο δυνατόν». Από τη σκέψη 41 της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας (18), προκύπτει ότι η τελευταία αυτή προθεσμία βαίνει πέραν της πρώτης. Πάντως, η προϋπόθεση εκπονήσεως του σχεδίου προτού χορηγηθούν οι ατομικές άδειες που ανταποκρίνονται στις επιταγές της οδηγίας οδηγεί σε καθυστέρηση της αποτελεσματικής ενάρξεως ισχύος των διατάξεων του άρθρου 9 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5, σε μια αβέβαιη ημερομηνία όπως αυτή που προβλέπεται μόνον για τη μεταφορά του άρθρου 7 στο εσωτερικό δίκαιο. Το συμπέρασμα αυτό αντιβαίνει στον σκοπό της οδηγίας να διασφαλίζει την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος.
72. Δεύτερον, ορθώς η PAGE διερωτάται πώς τα κράτη μέλη μπορούν να προβάλουν τη δική τους αμέλεια προκειμένου να παραγάγει έννομα αποτελέσματα τα οποία συνίστανται, εν προκειμένω, στην άρνηση χορηγήσεως αδειών. Πράγματι, το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει στα κράτη μέλη να επικαλούνται το άμεσο αποτέλεσμα οδηγίας που δεν έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη κατά ιδιώτη ή επιχειρήσεως, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται να παραγάγει θετικά αποτελέσματα (χορήγηση αδείας) ή αρνητικά (άρνηση χορηγήσεως αδείας).
73. Τρίτον, όπως παρατηρεί η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αν δεν μπορούσαν να ανανεωθούν οι άδειες που έχουν λήξει ούτε να χορηγηθούν νέες άδειες μόνον διότι η αρμόδια αρχή δεν έχει εκδώσει σχέδιο διαχειρίσεως αποβλήτων, μπορεί να καταστεί αδύνατη η εκμετάλλευση των τοποθεσιών διαθέσεως αποβλήτων και είναι πιθανόν να μην είναι διαθέσιμη καμία άλλη τοποθεσία διαθέσεως αποβλήτων. Εναλλακτικώς, η αδυναμία των εθνικών αρχών να χορηγήσουν άδειες μπορεί να έχει ως συνέπεια να καταστούν ανίσχυροι οι εθνικοί κανόνες που επιβάλλουν στις επιχειρήσεις να λαμβάνουν τις άδειες αυτές, πράγμα το οποίο συνεπάγεται δυσλειτουργία στην εκμετάλλευση των τοποθεσιών διαθέσεως αποβλήτων στο εν λόγω κράτος μέλος.
74. Πάντως, πρόκειται για καταστάσεις που αδιαφιλονίκητα δεν αντιστοιχούν στον κύριο σκοπό της οδηγίας ο οποίος είναι η προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.
75. Τέλος, το γεγονός ότι μπορεί να χορηγηθούν άδειες χωρίς να υπάρχει σχέδιο διαχειρίσεως ουδόλως μειώνει τη σημασία ενός τέτοιου σχεδίου. Πράγματι, ορθώς η Ολλανδική Κυβέρνηση υπενθυμίζει, παραπέμποντας στην προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, ότι η μη τήρηση εκ μέρους ενός κράτους μέλους της υποχρεώσεως εκπονήσεως ενός ή περισσοτέρων σχεδίων διαχειρίσεως πρέπει να θεωρηθεί σοβαρή παράβαση, για την οποία μπορεί να επιβληθούν κυρώσεις στο πλαίσιο προσφυγής ασκουμένης βάσει του άρθρου 226 ΕΚ.
76. Η Επιτροπή, ενώ προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, προσθέτει ότι η κατάσταση θα ήταν διαφορετική αν ετύγχανε εφαρμογής η οδηγία 1999/31. Εντούτοις, όπως η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει, δεν πρόκειται περί αυτού, εφόσον η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας της πράξεως που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. Επομένως, δεν θεωρώ αναγκαίο να λάβω θέση ως προς την απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αν ετύγχανε εφαρμογής η οδηγία 1999/31.
77. Επομένως, προτείνω να δοθεί στο ερώτημα αυτό η απάντηση ότι τα άρθρα 4, 5 και 7, σε συνδυασμό ή όχι με το άρθρο 9, της οδηγίας δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος, το οποίο δεν έχει εκδώσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ένα ή περισσότερα σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων αφορώντα τις κατάλληλες τοποθεσίες και εγκαταστάσεις για τη διάθεση αποβλήτων, να χορηγεί ατομικές άδειες εκμεταλλεύσεως των εγκαταστάσεων διαθέσεως αποβλήτων, όπως οι χωματερές.
Γ – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑217/02
78. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το Conseil d’État ρωτά αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας σημαίνει ότι το ή τα σχέδια που αφορούν, ιδίως, «τις κατάλληλες τοποθεσίες ή εγκαταστάσεις διάθεσης των αποβλήτων» πρέπει να καταρτίζονται στο αργότερο την 1η Απριλίου 1993 ή αν σημαίνει ότι πρέπει να καταρτίζονται εντός ευλόγου προθεσμίας, η οποία μπορεί να είναι μεγαλύτερη από την προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
79. Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση, όπως όλοι οι παρεμβαίνοντες παρατηρούν εξάλλου, ότι το Δικαστήριο έχει εν τω μεταξύ κρίνει το ζήτημα αυτό στην προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας. Το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 41 της αποφάσεως αυτής, ότι η έκφραση «το ταχύτερο δυνατόν» του άρθρου 7, παράγραφος 1, έχει την έννοια ότι θεσπίζει, κατ’ αρχήν, μια εύλογη προθεσμία, «προθεσμία η οποία είναι ανεξάρτητη σε σχέση με την προθεσμία που προβλέπεται για τη μεταφορά της προαναφερθείσας οδηγίας».
80. Οι Tillieut, Feron κ.λπ. υποστηρίζουν ακόμη ότι η περιφέρεια της Βαλλονίας δεν εξέδωσε το σχέδιό της διαχειρίσεως εντός εύλογης προθεσμίας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας. Εντούτοις, το ερώτημα αυτό εκφεύγει του πλαισίου της παρούσας προδικαστικής παραπομπής.
81. Επομένως, προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει την έννοια ότι το ή τα σχέδια που αφορούν ιδίως τις κατάλληλες τοποθεσίες και εγκαταστάσεις διαθέσεως αποβλήτων πρέπει να καταρτίζονται εντός εύλογης προθεσμίας, η οποία μπορεί να υπερβαίνει την προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
V – Πρόταση
82. Ενόψει των προηγουμένων, προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Conseil d’État:
«1) Η υποχρέωση που επιβάλλεται στα κράτη μέλη με το άρθρο 7 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, να πραγματοποιούν ένα ή περισσότερα σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων αφορώντα ιδίως τις κατάλληλες τοποθεσίες και εγκαταστάσεις για τη διάθεση αποβλήτων έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται είτε να προσδιορίζουν σε γεωγραφικό χάρτη την ακριβή θέση των τοποθεσιών διαθέσεως των αποβλήτων, είτε να καθορίζουν με επαρκή ακρίβεια τα κριτήρια χωροθετήσεως ώστε η αρμόδια για τη χορήγηση άδειας σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας αρχή να μπορεί να εξετάζει αν η τοποθεσία εγκατάστασης εντάσσεται στο πλαίσιο της προβλεπόμενης με το σχέδιο διαχειρίσεως.
2) Τα άρθρα 4, 5 και 7, σε συνδυασμό ή όχι με το άρθρο 9, της οδηγίας 75/442, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος, το οποίο δεν έχει εκδώσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ένα ή περισσότερα σχέδια διαχειρίσεως αποβλήτων αφορώντα τις κατάλληλες τοποθεσίες και εγκαταστάσεις για τη διάθεση αποβλήτων, να χορηγεί ατομικές άδειες εκμεταλλεύσεως των εγκαταστάσεων διαθέσεως αποβλήτων, όπως οι χωματερές.
3) Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, έχει την έννοια ότι το ή τα σχέδια που αφορούν ιδίως τις κατάλληλες τοποθεσίες και εγκαταστάσεις για τη διάθεση αποβλήτων μπορούν να καταρτίζονται εντός εύλογης προθεσμίας, η οποία μπορεί να υπερβαίνει την προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86.
3 – ΕΕ L 78, σ. 32.
4 – Για πρακτικούς λόγους, σημειώνω ότι όλες σχεδόν οι διατάξεις της οδηγίας 75/442 αντικαταστάθηκαν με την οδηγία 91/156 και, επομένως, αν επιθυμεί κανείς να έχει συνολική άποψη της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως, πρέπει να ανατρέχει στην τελευταία αυτή οδηγία.
5 – Βλ. άρθρο 1, στοιχείο ε΄, και παράρτημα ΙΙ Α.
6 – ΕΕ L 182, σ. 1.
7 – Η υπογράμμιση δική μου.
8 – ΕΕ L 175, σ. 40.
9 – ΕΕ L 73, σ. 5.
10 – ΕΕ L 257, σ. 26.
11 – Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C-387/97 (Συλλογή 2000, σ. Ι-5047).
12 – Βλ. άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας: «Για την επίτευξη των στόχων των άρθρων 3, 4 και 5, η αρμόδια αρχή ή αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 6 υποχρεούνται να συντάξουν το ταχύτερο δυνατό ένα ή περισσότερα σχέδια διαχειρίσεως των αποβλήτων […]» (η υπογράμμιση δική μου).
13 – Απόφαση της 2ας Μαΐου 2002, C-292/99 (Συλλογή 2002, σ. Ι-4097).
14 – Άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας.
15 – Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2002, C-6/00 (Συλλογή 2002, σ. Ι-1961).
16 – Προαναφερθείσα στην παράγραφο 9 ανωτέρω.
17 – Προαναφερθέν στην παράγραφο 10 ανωτέρω.
18 – «Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η έκφραση “το ταχύτερο δυνατόν” που χρησιμοποιεί η διατύπωση της εν λόγω διατάξεως αποτελεί ένδειξη ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/156 προθεσμία για τη μεταφορά της δεν αφορά την υποχρέωση καταρτίσεως των σχεδίων διαχειρίσεως των αποβλήτων. Πράγματι, εάν αυτό συνέβαινε, η ανωτέρω έκφραση δεν θα είχε νόημα. Κατά συνέπεια, η έκφραση “το ταχύτερο δυνατόν” πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ορίζει, κατ' αρχήν, μια εύλογη προθεσμία για την εκτέλεση από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της ειδικής αυτής υποχρεώσεως, προθεσμία η οποία είναι ανεξάρτητη σε σχέση με την προθεσμία που προβλέπεται για τη μεταφορά της προαναφερθείσας οδηγίας.»
Full & Egal Universal Law Academy