Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Το παρόν προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία του άρθρου 187, δεύτερο εδάφιο, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (στο εξής: τελωνειακός κώδικας) .
2. Το Bundesfinanzhof (ανώτατο δικαστήριο για φορολογικά και τελωνειακά θέματα) (Γερμανία) ερωτά το Δικαστήριο αν ο εισάγων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εμπορεύματα που περιέχουν παράγωγα προϊόντα και που μπορούν να επωφεληθούν του καθεστώτος επανεισαγομένων εμπορευμάτων οφείλει σε κάθε περίπτωση να αποδεικνύει τα αναγκαία για τον υπολογισμό των εκ του νόμου οφειλομένων εισαγωγικών δασμών στοιχεία ή αν, αντιθέτως, οφείλουν να τα παράσχουν οι τελωνειακές αρχές, εφόσον ο εισαγωγέας δεν είναι σε θέση να το πράξει.
Ι - Το νομικό πλαίσιο
Α - Η προς ερμηνεία διάταξη
3. Το άρθρο 187 του τελωνειακού κώδικα έχει ως εξής:
«Τα άρθρα 185 και 186 εφαρμόζονται κατ' αναλογία στα παράγωγα προϊόντα που αρχικά εξήχθησαν ή επανεξήχθησαν υπό το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή.
Το ποσό των νομίμως οφειλομένων εισαγωγικών δασμών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, η δε ημερομηνία επανεξαγωγής των παράγωγων προϊόντων θεωρείται ως ημερομηνία διάθεσης σε ελεύθερη κυκλοφορία.»
4. Για να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο του κανόνα αυτού, απαιτείται η συνοπτική περιγραφή των διατάξεων που διέπουν τις εργασίες τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή και εισαγωγής των προϊόντων.
Β - Επί του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή και επανεισαγωγής των παράγωγων προϊόντων
5. Τα προϊόντα που εισάγονται από χώρες ή εδάφη εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αποκτούν την ιδιότητα κοινοτικών εμπορευμάτων με τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, πράξη που συνεπάγεται την επιβολή των νομίμως οφειλομένων δασμών .
6. Εντούτοις, τα εμπορεύματα που εισάγονται στο έδαφος αυτό δεν υπόκεινται σε εισαγωγικούς δασμούς αν προορίζονται για επανεξαγωγή εντός προθεσμίας που τάσσουν οι αρμόδιες αρχές και εφόσον υποστούν μία ή περισσότερες εργασίες τελειοποιήσεως, που συνίστανται στην κατεργασία, τη μεταποίηση ή την επιδιόρθωση εμπορευμάτων, περιλαμβανομένης και της αποκαταστάσεώς τους. Το καθεστώς υπό το οποίο τελούν τα εμπορεύματα αυτά καλείται καθεστώς «τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή» και τα αγαθά που προκύπτουν από την εφαρμογή των διαδικασιών αυτών καλούνται «παράγωγα προϊόντα». Εν πάση περιπτώσει, οι εργασίες αυτές υπόκεινται στη χορήγηση άδειας την οποία πρέπει να λαμβάνει όποιος τις πραγματοποιεί ο ίδιος ή μέσω τρίτου .
7. Μπορούν επίσης να απαλλαγούν, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, τα κοινοτικά εμπορεύματα τα οποία, αφού εξαχθούν εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, επανεισάγονται στο έδαφος αυτό και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία . Πρόκειται για το προτιμησιακό καθεστώς των «επανεισαγομένων εμπορευμάτων» , το οποίο ισχύει μόνον αν τα αγαθά εισαχθούν, εντός διαστήματος τριών ετών, στην κατάσταση στην οποία εξήχθησαν .
8. Αν τα εν λόγω αγαθά είναι παράγωγα προϊόντα που έχουν υποστεί εργασίες τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή, τυγχάνουν της προτιμησιακής μεταχειρίσεως που επιφυλάσσεται στα «επανεισαγόμενα εμπορεύματα» και απαλλάσσονται των νομίμως οφειλομένων δασμών.
9. Πάντως, για αυτή την κατηγορία προϊόντων, η απαλλαγή αφορά μόνον την αξία του εμπορεύματος που αντιστοιχεί στις εργασίες τελειοποιήσεως που πραγματοποιήθηκαν εντός της Κοινότητας, ενώ το τμήμα που αφορά τα αγαθά που προέρχονται από τρίτες χώρες εξακολουθεί να υπόκειται σε δασμούς. Στην περίπτωση αυτή, το ποσό των εισαγωγικών δασμών προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν «στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή», βάσει των «στοιχείων δασμολόγησης που ισχύουν για τα εμπορεύματα» κατά τη χρονική στιγμή επανεξαγωγής .
Γ - Επί των υποχρεώσεων του εισαγωγέα και των τελωνειακών αρχών αντιστοίχως
10. Ο εισαγωγέας οφείλει να προσκομίσει εγγράφως, σε έντυπο σύμφωνο με το προβλεπόμενο για τον σκοπό αυτό υπόδειγμα και δεόντως υπογεγραμμένο, όλα τα στοιχεία που παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να υπολογίσουν την τελωνειακή οφειλή .
11. Ωστόσο, αν αυτός δεν είναι σε θέση να προσκομίσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία, οι τελωνειακές αρχές οφείλουν να παρέχουν τα έγγραφα και τα στοιχεία που διαθέτουν .
12. Ειδικότερα, όταν, στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή, τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία παράγωγα προϊόντα, το τελωνειακό γραφείο που λαμβάνει τη διασάφηση πρέπει να ζητήσει από το γραφείο ελέγχου να του προσκομίσει τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να προσδιορίσει την τελωνειακή οφειλή . Στο πλαίσιο του καθεστώτος επανεισαγομένων εμπορευμάτων, το οποίο, όπως υπογραμμίστηκε, ισχύει επίσης και για τα παράγωγα προϊόντα, το τελωνειακό γραφείο εξαγωγής οφείλει να διαβιβάσει στο τελωνειακό γραφείο επανεισαγωγής, εφόσον αυτό υποβάλει σχετική αίτηση, όλα τα στοιχεία που διαθέτει για να του παράσχει τη δυνατότητα να καθορίσει αν τα οικεία εμπορεύματα πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να ενταχθούν στο καθεστώς αυτό .
13. Η έκταση των προαναφερθεισών υποχρεώσεων περιορίζεται εφόσον πρόκειται για πληροφορίες που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, ήτοι πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα ή [παρεχόμενες] υπό τύπο εμπιστευτικό· οι τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να τις ανακοινώσουν χωρίς τη ρητή άδεια του προσώπου ή της αρχής που έχει παράσχει την πληροφορία αυτή, εκτός αν τους το επιβάλλουν οι ισχύουσες διατάξεις, ιδίως στον τομέα της προστασίας των δεδομένων, ή απόφαση εκδοθείσα στα πλαίσια δικαστικών διαδικασιών .
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
14. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 13ης Δεκεμβρίου 1994 και της 17ης Μαρτίου 1995, η IHW Rebmann GmbH (στο εξής: Rebmann) εισήγαγε στην Κοινότητα από τη Δημοκρατία της Τσεχίας 158 αυτοκίνητα καταγωγής Γερμανίας, προκειμένου να τα θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία . Η πράξη αυτή περιελάμβανε 20 φορτία· για κάθε διασάφηση δήλωσε ότι επρόκειτο για επανεισαγόμενα προϊόντα και προσκόμισε το αντίστοιχο τιμολόγιο με μνεία του γερμανικού τελωνείου για την εξαγωγή.
15. Το τελωνειακό γραφείο εισαγωγής διαπίστωσε ότι τα αυτοκίνητα αυτά είχαν υποβληθεί σε τελειοποίηση προς επανεξαγωγή εντός της Κοινότητας. Ελλείψει εγγράφων που να παρείχαν τη δυνατότητα καθορισμού του κοινοτικού τμήματος των προϊόντων αυτών, το Hauptzollamt Weiden (κύριο τελωνειακό γραφείο του Weiden) ζήτησε από την εταιρία την καταβολή εισαγωγικών δασμών επί του συνόλου της αξίας τους.
16. Η Rebmann προσέβαλε την απόφαση περί καθορισμού των δασμών ενώπιον του Finanzgericht (δικαστήριο πρώτου βαθμού για φορολογικά και τελωνειακά θέματα) Μünchen (Γερμανία), υποστηρίζοντας ότι η τελωνειακή οφειλή έπρεπε να υπολογιστεί κατόπιν αφαιρέσεως της αξίας των κοινοτικών μερών των αυτοκινήτων και ότι δεν διέθετε τα αναγκαία στοιχεία για τον εκτελωνισμό τους, καθότι η τελειοποίηση προς επανεξαγωγή είχε πραγματοποιηθεί από τρίτη επιχείρηση. Οι τελωνειακές αρχές απάντησαν ότι εναπόκειτο στον εισαγωγέα να προσκομίσει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της τελωνειακής οφειλής και ότι, λόγω του επαγγελματικού απορρήτου, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα πληροφοριακά στοιχεία που ο εξαγωγέας των παράγωγων προϊόντων είχε προσκομίσει εμπιστευτικά.
17. Το Finanzgericht απέρριψε την προσφυγή για τον λόγο ότι οι εισαγωγικοί δασμοί δεν μπορούσαν να προσδιοριστούν βάσει του άρθρου 187, δεύτερο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα, καθότι δεν υπήρχαν διαπιστώσεις σχετικές με την ποσόστωση των εμπορευμάτων από τρίτες χώρες, οι οποίες είναι αναγκαίες για τον υπολογισμό αυτό.
18. Η Rebmann άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof, ισχυριζόμενη ότι η ίδια όφειλε απλώς να αποδείξει ότι τα αυτοκίνητα είχαν εξαχθεί το κρίσιμο χρονικό διάστημα, στο πλαίσιο του συστήματος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή και ότι σκόπευε να τα επανεισαγάγει στην Κοινότητα ως επανεισαγόμενα εμπορεύματα, οπότε οι τελωνειακές αρχές όφειλαν να προσδιορίσουν το ποσό των οφειλομένων δασμών χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που τους παρέσχε ο εξαγωγέας των παράγωγων προϊόντων.
19. Το Bundesfinanzhof θεωρεί ότι η νομιμότητα της επίδικης εισπράξεως των οικείων δασμών, εξαρτάται από το αν, όπως έκρινε το Finanzgericht, η αιτούσα επιχείρηση οφείλει όχι μόνο να αποδείξει ότι τα αυτοκίνητα που εξήχθησαν στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή και στη συνέχεια επανεισήχθησαν είναι επανεισαγόμενα εμπορεύματα, αλλά και να δηλώσει και να αποδείξει τα στοιχεία που συνιστούν τη βάση του υπολογισμού των οφειλομένων δασμών. Επομένως, ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ακόλουθου ερωτήματος:
«Έχει το άρθρο 187, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 302, σ. 1), την έννοια ότι, κατά τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία παράγωγων προϊόντων, τα οποία διασαφήζονται ως επανεισαγόμενα, πρέπει να δηλώνονται και να αποδεικνύονται τα αναγκαία για τον υπολογισμό των εκ του νόμου οφειλομένων εισαγωγικών δασμών πραγματικά περιστατικά ή ότι οι τελωνειακές αρχές στις οποίες απευθύνεται η διασάφηση πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να απευθύνονται για τον σκοπό αυτό στο γραφείο ελέγχου, μέσω του δελτίου INF 1, κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 613 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων L 253, σ. 1), όπως ίσχυε μέχρι τις 30 Ιουνίου 2001;»
ΙΙΙ - Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
20. Η Επιτροπή και η Rebmann κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις εντός της προθεσμίας που τάσσει προς τούτο το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
21. Το Δικαστήριο αποφάσισε να θέσει στους διαδίκους που παρενέβησαν στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας και στη Γερμανική Κυβέρνηση διάφορες ερωτήσεις σχετικές με την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του τελωνειακού κώδικα και του κανονισμού εφαρμογής του.
22. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 23ης Ιανουαρίου 2003, η Rebmann και η Επιτροπή υπέβαλαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους.
IV - Η εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος
Α - Τα παράγωγα προϊόντα ως επανεισαγόμενα εμπορεύματα
23. Απαλλάσσονται της καταβολής των νομίμως οφειλομένων εισαγωγικών δασμών τα αγαθά που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας για να υποβληθούν σε ορισμένες εργασίες, οι οποίες καλούνται εργασίες τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή, με σκοπό να επανεξαχθούν. Εντούτοις, αν το εν λόγω αγαθό, κατόπιν της μεταγενέστερης επανεισαγωγής του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της θέσεώς του σε ελεύθερη κυκλοφορία, καταστεί κοινοτικό εμπόρευμα, η απαλλαγή αυτή δεν έχει πλέον λόγο υπάρξεως και ο εισαγωγέας οφείλει να καταβάλει την τελωνειακή οφειλή που δεν είχε αρχικώς γεννηθεί.
24. Απαλλάσσονται, επίσης, των δασμών αυτών τα κοινοτικά αγαθά που, κατόπιν της εξαγωγής τους, επανεισάγονται στο τελωνειακό έδαφος όπου και τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός τριών ετών. Μετά το πέρας της περιόδου αυτής, θεωρούνται, πλην εξαιρέσεων, ξένα προς την Κοινότητα και υπόκεινται στο τελωνειακό καθεστώς του κοινού δικαίου.
25. Σε γενικές γραμμές, τα παράγωγα προϊόντα που απορρέουν από πράξεις τελειοποιήσεως, όπως τα επίδικα στην κύρια δίκη αυτοκίνητα, είναι περίπλοκα προϊόντα που αποτελούνται από διάφορα τμήματα. Ορισμένα από αυτά συνίστανται σε εμπορεύματα ξένα προς την Κοινότητα που εισήχθησαν με μοναδικό σκοπό την «τελειοποίησή» τους· τα υπόλοιπα είναι κοινοτικά αγαθά που ενσωματώθηκαν με εργασίες κατεργασίας, μεταποιήσεως και επιδιορθώσεως.
26. Υπό τις συνθήκες αυτές, όταν το παράγωγο προϊόν επιστρέφει στο τελωνειακό έδαφος, πρέπει να είναι γνωστά τα στοιχεία που αντιστοιχούν στα εξωκοινοτικά αγαθά που είχαν αρχικώς εισαχθεί και που είναι τα μοναδικά που υπόκεινται σε δασμούς.
27. Αυτή είναι η έννοια των διατάξεων που παρέθεσα στο σημείο Α του τμήματος Ι των ανά χείρας προτάσεων.
Β - Σε ποιον εναπόκειται να προσκομίσει τα στοιχεία που παρέχουν τη δυνατότητα υπολογισμού των εισαγωγικών δασμών;
1. Γενικός κανόνας: εναπόκειται στον εισαγωγέα
28. Δεν έχω ουδεμία αμφιβολία ότι, κατ' αρχήν και κατά κανόνα, εναπόκειται στον προβαίνοντα στην εισαγωγή του προηγουμένως εξαχθέντος παράγωγου προϊόντος να προσκομίσει και να αποδείξει τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό του ποσού των οφειλομένων δασμών. Αυτό προκύπτει όχι μόνον από το σύστημα που θεσπίζει ο τελωνειακός κώδικας και, ειδικότερα, από το κείμενο του άρθρου του 62, αλλά και από τη λογική του συστήματος, καθότι ο εισαγωγέας ή ο εκπρόσωπός του είναι αυτοί που γνωρίζουν καλύτερα τα εμπορεύματα και τα χαρακτηριστικά τους, τα οποία και οφείλουν να γνωστοποιούν μέσω της κατάλληλης δηλώσεως όταν εμφανίζονται στο τελωνείο.
2. Εξαίρεση: εναπόκειται στις τελωνειακές αρχές
29. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται από τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στο προδικαστικό ερώτημα της παρούσας υποθέσεως, καταστάσεις όπως αυτές στις οποίες ο εισαγωγέας δεν είναι σε θέση να παράσχει στις τελωνειακές αρχές τα στοιχεία που απαιτούνται για τον υπολογισμό των οφειλομένων δασμών για τον λόγο ότι τα αγνοεί δεν μπορούν να θεωρηθούν εξωπραγματικές. Σε παρόμοιες καταστάσεις και κατ' εξαίρεση, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να συλλέγουν τα στοιχεία αυτά ή να τα χρησιμοποιούν στο μέτρο που τα διαθέτουν.
30. Διάφοροι λόγοι συνηγορούν υπέρ της προσεγγίσεως αυτής. Ορισμένοι απορρέουν από το ίδιο το κείμενο της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας. Οι υπόλοιποι αποτελούν επιστέγασμα των γενικών αρχών του δικαίου.
α) Το τελωνειακό δίκαιο
31. Κατά το άρθρο 6 του τελωνειακού κώδικα, το οποίο εντάσσεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου του Ι που περιέχει τις γενικές διατάξεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των προσώπων έναντι της τελωνειακής κανονιστικής ρυθμίσεως, ο ζητών από τις τελωνειακές αρχές τη λήψη αποφάσεως, παρέχει όλα τα προς τούτο αναγκαία στοιχεία και έγγραφα. Πάντως, ο κανονισμός εφαρμογής προβλέπει την περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατό, οπότε ορίζει ότι οι εν λόγω αρχές προσκομίζουν τα στοιχεία που έχουν στα αρχεία τους (άρθρο 2).
32. Ο κανόνας αυτός επιβάλλεται σε ορισμένους συγκεκριμένους τομείς του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου, ιδίως δε σε αυτούς στους οποίους εμπίπτουν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης.
i) Η παροχή στοιχείων στο πλαίσιο της τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή
33. Υπό το καθεστώς αυτό, τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που εισάγονται με σκοπό να εξαχθούν στη συνέχεια ως παράγωγα προϊόντα απαλλάσσονται των εισαγωγικών δασμών και εμπίπτουν στο αποκαλούμενο «σύστημα αναστολής» , το οποίο παύει να ισχύει, στο μέτρο που αφορά την παρούσα υπόθεση, κατά την έξοδό τους από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας . Πάντως, όπως υπογράμμισα, αν τα προϊόντα αυτά, αφού εξαχθούν, επιστρέψουν στο εν λόγω έδαφος, υπόκεινται σε δασμούς κατά το τμήμα που αντιστοιχεί στα μη κοινοτικά εμπορεύματα που περιέχουν. Προς τούτο, ο κάτοχος της άδειας τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή πρέπει να προσκομίσει στο γραφείο ελέγχου εκκαθαριστικό λογαριασμό που να περιέχει τα στοιχεία που παρέχουν τη δυνατότητα καθορισμού του ποσού των προαναφερθέντων δασμών .
34. Πάντως, ο ίδιος ο κανονισμός εφαρμογής προβλέπει το ενδεχόμενο ορισμένες πληροφορίες να λαμβάνονται χωρίς την παρέμβαση του ενδιαφερομένου, μέσω διοικητικής συνεργασίας. Όταν η εισαγωγή και η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία πραγματοποιήθηκαν σε γραφείο διαφορετικό από αυτό στο οποίο έληξε το σύστημα αναστολής, πρέπει να συνταχθεί δελτίο πληροφοριών που αποκαλείται «INF 1» και το οποίο παρέχει στη διοίκηση τη δυνατότητα προσδιορισμού των δασμών βάσει των στοιχείων που περιέχει .
ii) Η παροχή στοιχείων στο πλαίσιο του συστήματος επανεισαγομένων εμπορευμάτων
35. Στο πλαίσιο των εργασιών σχετικά με την εν λόγω κατηγορία εμπορευμάτων, οι τελωνειακές αρχές που παρεμβαίνουν κατά την αρχική εξαγωγή οφείλουν να προσκομίζουν έγγραφο που να περιέχει τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία για την αναγνώριση της ταυτότητας των εμπορευμάτων σε περίπτωση επανεισαγωγής τους στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας , και να χορηγούν, πάντοτε κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου το αποκαλούμενο «INF 3» δελτίο πληροφοριών που πρέπει να περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους οι εν λόγω αρχές .
36. Η προσκόμιση των διαφόρων εγγράφων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να απαλλαγεί η επανεισαγωγή των εμπορευμάτων από τους εισαγωγικούς δασμούς, αλλά δεν απαιτείται αν οι αρχές που παρεμβαίνουν μπορούν να αποδείξουν, με τα στοιχεία που διαθέτουν, τα οποία μπορούν να ζητήσουν από το τελωνειακό γραφείο εξαγωγής ή από τον ενδιαφερόμενο, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή του προτιμησιακού τελωνειακού καθεστώτος .
37. Όσον αφορά τα επανεισαγόμενα εμπορεύματα, ο νομοθέτης επιβάλλει στον ενδιαφερόμενο την υποχρέωση να παράσχει τα στοιχεία που απαιτούνται για την απαλλαγή, προβλέποντας πάντως ότι τα στοιχεία αυτά τα προσκομίζει η διοίκηση είτε τα διαθέτει ήδη είτε τα ζητεί από τον εισαγωγέα. Για τον λόγο αυτό, ο κανονισμός εφαρμογής επιβάλλει στις αρχές την έκδοση ενός πρωτοτύπου και δύο αντιγράφων του δελτίου πληροφοριών «INF 3», εκ των οποίων το πρωτότυπο και το ένα αντίγραφο παραδίδονται στον εξαγωγέα για να προσκομιστούν στο τελωνείο επανεισαγωγής, ενώ το δεύτερο αντίγραφο αρχειοθετείται από τις τελωνειακές αρχές που το εξέδωσαν .
38. Ο τελωνειακός κώδικας και ο κανονισμός εφαρμογής δεν προβλέπουν κάποια αυτόματη και τυπική λύση που θα παρείχε τη δυνατότητα, ελλείψει στοιχείων εκ μέρους του εισαγωγέα και μη λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της εκάστοτε υποθέσεως και των λόγων που εμποδίζουν τον οφειλέτη να προσκομίσει τα αναγκαία στοιχεία εκτιμήσεως για τη χορήγηση του πλεονεκτήματος, να υπολογιστούν οι δασμοί όπως θα υπολογίζονταν αν τα επανεισαχθέντα εμπορεύματα δεν ενέπιπταν στο καθεστώς των επανεισαγομένων εμπορευμάτων.
39. Έτσι, το καθεστώς τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή προβλέπει, για τον υπολογισμό της τελωνειακής οφειλής, τη λήψη στοιχείων - μέσω της διοικητικής συνεργασίας - από τις ίδιες τις τελωνειακές αρχές, οι οποίες, για τις πράξεις που αφορούν τα επανεισαγόμενα εμπορεύματα, οφείλουν, προκειμένου να χορηγείται η απαλλαγή, να χρησιμοποιούν τα στοιχεία από τα αρχεία που διαθέτουν, είτε τους τα προσκόμισε ο ενδιαφερόμενος είτε όχι. Συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις ισχύουν επίσης και αν τα επανεισαγόμενα εμπορεύματα είναι παράγωγα εμπορεύματα για τα οποία πρέπει να καταβληθούν δασμοί κατά το μέρος των εξωκοινοτικών τμημάτων που περιέχουν.
40. Τέλος, φρονώ ότι το άρθρο 187 του τελωνειακού κώδικα επιβάλλει κατά κανόνα στον ενδιαφερόμενο την υποχρέωση να δηλώσει και να αποδείξει τα στοιχεία που απαιτούνται για τον υπολογισμό των δασμών που οφείλονται για την εισαγωγή παράγωγων προϊόντων που διασαφήζονται ως επανεισαγόμενα εμπορεύματα, αλλά ότι, κατ' εξαίρεση, όταν αυτός δεν μπορεί να προσκομίσει τα στοιχεία αυτά για λόγους για τους οποίους δεν φέρει ευθύνη, εναπόκειται στη διοίκηση να τα προσκομίσει, εφόσον τα διαθέτει.
41. Δεν συμμερίζομαι την αυστηρή ερμηνεία που προέβαλε η Επιτροπή με τις γραπτές της παρατηρήσεις. Το άρθρο 187, δεύτερο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα παραπέμπει, για τον καθορισμό «του ποσού των νομίμως οφειλομένων εισαγωγικών δασμών», στους «κανόνες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή». Κατά το άρθρο αυτό, η παραπομπή αυτή δεν είναι περιοριστική. Δεν αφορά απλώς και μόνον τους ουσιαστικούς κανόνες που αφορούν τον υπολογισμό της τελωνειακής οφειλής, αλλά τις διατάξεις «που εφαρμόζονται» χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, οπότε, κατ' επέκταση, και τους διαδικαστικούς κανόνες. Από το κείμενο του άρθρου αυτού ουδόλως προκύπτει η προτεινόμενη από το όργανο αυτό διάκριση.
42. Συνεπώς, για τον καθορισμό του ποσού των οφειλομένων για την εισαγωγή παράγωγων προϊόντων δασμών, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ισχύουσες διατάξεις του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή· μεταξύ των διατάξεων αυτών περιέχονται και εκείνες που διέπουν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσουν οι τελωνειακές αρχές για να προμηθευτούν τα αναγκαία για τον υπολογισμό στοιχεία εκτιμήσεως. Δεν υπάρχει λόγος να μην εφαρμοστούν οι διατάξεις αυτές· επιπλέον, η Επιτροπή δεν προβάλλει κανέναν σχετικό ισχυρισμό και απλώς αρνείται, χωρίς δικαιολογία, την εφαρμογή τους .
43. Δεν μπορεί να θεωρηθεί βάσιμη αιτία το γεγονός ότι η κατάσταση των παράγωγων προϊόντων διαφέρει ανάλογα με το αν τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία κατόπιν της τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή ή αν επανεισήχθησαν υπό το καθεστώς των επανεισαγομένων εμπορευμάτων κατόπιν του ενδιάμεσου σταδίου της εξαγωγής τους.
44. Η προβαλλόμενη από την Επιτροπή διαφορά δεν υφίσταται. Πρώτον, δεν την επιδίωξε ο κοινοτικός νομοθέτης· αν την είχε επιδιώξει, δεν θα είχε προσθέσει, στο άρθρο 187, δεύτερο εδάφιο, ότι στα παράγωγα προϊόντα που εισάγονται ως επανεισαγόμενα εμπορεύματα εφαρμόζονται, για τον υπολογισμό της τελωνειακής οφειλής, οι διατάξεις του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή, ήτοι οι κανόνες που θα εφαρμόζονταν αν είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία αμέσως μετά την κατεργασία, τη μεταποίηση ή την επιδιόρθωσή τους ή κατόπιν ενδιάμεσου συστήματος.
45. Δεύτερον, τα παράγωγα προϊόντα τελούν, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, στην ίδια κατάσταση ως προς τον υπολογισμό των εισαγωγικών δασμών. Πρόκειται για ένα «σύμπλεγμα» κοινοτικών και εξωκοινοτικών εμπορευμάτων· συνεπώς, κατά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία και τη γένεση της τελωνειακής οφειλής, πρέπει να είναι γνωστή η αναλογία των μεν και των δε στο τελικό προϊόν, καθότι εισαγωγικοί δασμοί επιβάλλονται μόνο στα εξωκοινοτικά μέρη. Ο κύριος παρεμβαίνων σ' αυτή τη συλλογή πληροφοριακών στοιχείων είναι ο οφειλέτης, ο οποίος υποχρεούται να παράσχει, μέσω της διασαφήσεώς του, τα αναγκαία στοιχεία· πάντως, αν δεν είναι σε θέση να το πράξει, δεν υπάρχει κανένας λόγος μη εφαρμογής των μηχανισμών που προβλέπει το τελωνειακό δίκαιο για να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή.
46. Το χρονικό διάστημα μεταξύ των πράξεων τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή και της επανεισαγωγής των παράγωγων προϊόντων ή το γεγονός ότι ο εισαγωγέας των προϊόντων αυτών διαφέρει από τον λαβόντα την άδεια για τις πράξεις αυτές και εξαγωγέα των προϊόντων, μπορούν να έχουν κάποιες επιπτώσεις δεν μπορούν, όμως, να οδηγήσουν, εφόσον διατίθενται τα αναγκαία στοιχεία εκτιμήσεως, στον καθορισμό διαφορετικού ποσού εισαγωγικών δασμών από το νομίμως οφειλόμενο, όπως αν δεν επρόκειτο για παράγωγα προϊόντα.
β) Οι γενικές αρχές του δικαίου
47. Η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της καλής πίστεως , η οποία πρέπει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ διοικήσεως και διοικουμένων.
48. Συγκεκριμένα, είναι δυσανάλογο να επιβληθεί στον εισαγωγέα μεγαλύτερη τελωνειακή οφειλή όταν δεν μπορεί να προσκομίσει τα στοιχεία που απαιτούνται για τον υπολογισμό της, για λόγους ανεξάρτητους από αυτόν, ενώ τα στοιχεία αυτά υπάρχουν στα αρχεία ενός τελωνειακού γραφείου, είτε πρόκειται για το αρμόδιο για την εκκαθάριση και είσπραξη γραφείο είτε για οποιοδήποτε άλλο που, μέσω του μηχανισμού της διοικητικής συνεργασίας, μπορεί να τα προσκομίσει. Για τον οφειλέτη των εισαγωγικών δασμών, όλες οι αρχές που παρεμβαίνουν κατά την εφαρμογή της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας έχουν μία και μοναδική «νομική προσωπικότητα»· ως μέλη του «ιδίου σώματος», οφείλουν να επικοινωνούν μεταξύ τους και δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι κάποια από αυτές δεν έχει πρόσβαση στα στοιχεία που διαθέτει η άλλη, εις βάρος του διοικουμένου.
49. Το να αγνοήσει κανείς την πραγματικότητα αυτή και, μολονότι υπάρχουν τα σχετικά στοιχεία, να εμκεταλλευτεί το γεγονός ότι ο εισαγωγέας δεν μπορεί να τα προσκομίσει προκειμένου να του επιβάλει μεγαλύτερο ποσό δασμών από το νομίμως οφειλόμενο συνεπάγεται προφανώς παραβίαση της αρχής της καλής πίστεως που πρέπει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ των δημοσίων αρχών και των πολιτών.
50. Κατά μείζονα λόγο, η αύξηση της τελωνειακής οφειλής ενέχει, λόγω της φύσεώς της ως αχρεωστήτου ποσού, μια διάσταση κυρώσεως, όπως αναγνώρισε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση . Όταν οι τελωνειακές αρχές γνωρίζουν ότι τα εισαγόμενα προϊόντα είναι παράγωγα προϊόντα και διαθέτουν τα αναγκαία για τον υπολογισμό της τελωνειακής οφειλής στοιχεία εκτιμήσεως, η απόφαση δασμολογήσεώς τους, όπως αν δεν περιείχαν κοινοτικά προϊόντα, για τον λόγο και μόνον ότι ο εισαγωγέας δεν προσκόμισε τα σχετικά στοιχεία αποτελεί στην ουσία κύρωση που επιβάλλεται κατά παραβίαση όλων των αρχών και των ορίων στα οποία υπόκειται η εκ μέρους των δημοσίων αρχών άσκηση της κατασταλτικής τους εξουσίας.
51. Η λύση αυτή συνιστά παραβίαση των αρχών της νομιμότητας και της ειδικότητας, κατά τις οποίες οι πράξεις για τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις πρέπει να καθορίζονται εκ των προτέρων με νόμο και τα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε περιπτώσεως πρέπει να αντιστοιχούν στην περιγραφή του νόμου, καθώς και της αρχής περί υπαιτιότητας, που απαγορεύει την επιβολή κυρώσεως ελλείψει πταίσματος.
52. Αυτό θα ισοδυναμούσε στην ουσία με την εκ προοιμίου επιβολή μη προβλεπομένης κυρώσεως, χωρίς διεξαγωγή οποιασδήποτε διαδικασίας και χωρίς να έχει προηγηθεί ακρόαση του ενδιαφερομένου κατά την οποία να μπορεί να προβάλει τους αμυντικούς ισχυρισμούς του.
53. Η λύση που προτείνω δεν αγνοεί την τυπική και διαδικαστική φύση του τελωνειακού δικαίου και δεν εισάγει, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ανασφάλεια στις έννομες σχέσεις. Αντιθέτως, φρονώ ότι ισορροπεί μεταξύ της βεβαιότητας που επιβάλλεται στις έννομες σχέσεις και των οφειλομένων στον διοικούμενο εγγυήσεων ή, όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του τελωνειακού κώδικα, «μεταξύ των αναγκών των τελωνειακών υπηρεσιών [...] και [...] του δικαιώματος των οικονομικών παραγόντων για δίκαιη μεταχείριση».
54. Ασφαλώς, ο εισαγωγέας οφείλει να αποδείξει ότι τα επίδικα αγαθά συνιστούν παράγωγα προϊόντα που εισήλθαν ως επανεισαγόμενα προϊόντα, καθώς και την αναλογία των δασμολογητέων τμημάτων των προϊόντων και τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό της τελωνειακής οφειλής. Πάντως, αν, λόγω περιστάσεων για τις οποίες δεν ευθύνεται, δεν μπορεί να αποδείξει κανένα από τα στοιχεία αυτά, ενώ η διοίκηση τα γνωρίζει ή είναι σε θέση να τα γνωρίζει, η λύση που συνίσταται στην επιβολή δασμών, χωρίς δίκη, για το σύνολο των εμπορευμάτων συνιστά παράβαση του γράμματος και του πνεύματος του νόμου και καταδεικνύει υπερβολική τυπολατρία που μπορεί να αποφευχθεί προκειμένου να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι από τον κοινοτικό νομοθέτη στόχοι.
Γ - Τα πληροφοριακά στοιχεία που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο
55. Τέλος, ομολογώ ότι δεν μπορώ να κατανοήσω τα εμπόδια που, κατά την Επιτροπή, τη Γερμανική Κυβέρνηση και το αιτούν δικαστήριο, απορρέουν από το άρθρο 15 του τελωνειακού κώδικα. Η διάταξη αυτή προστατεύει, χάριν του επαγγελματικού απορρήτου, τις πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα ή που παρέχονται υπό τύπο εμπιστευτικό· οι τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να τις ανακοινώσουν χωρίς την άδεια του προσώπου που της παρέσχε ή χωρίς δικαστική απόφαση, εκτός αν υποχρεούνται να το πράξουν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
56. Επομένως, ο κανόνας αυτός θέτει ένα όριο στην εκ μέρους των τελωνειακών αρχών χρησιμοποίηση των στοιχείων που διαθέτουν, αλλά ουδόλως απαγορεύει τη χρησιμοποίηση μη εμπιστευτικών πληροφοριών· επομένως, δεν έρχεται σε αντίθεση με την ερμηνεία που προτείνω. Κατά κανόνα, η διασφάλιση του επαγγελματικού απορρήτου δεν αναιρεί τις σκέψεις που ανέπτυξα στις παρούσες προτάσεις· συγκεκριμένα, αν συνέβαινε αυτό και λαμβανομένου υπόψη του αφηρημένου χαρακτήρα του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου, οι κανόνες του τελωνειακού δικαίου, τους οποίους ανέλυσα προηγουμένως, και πολλοί άλλοι που παρέχουν τη δυνατότητα ή επιβάλλουν στις αρμόδιες αρχές τη χρησιμοποίηση των πληροφοριακών στοιχείων που διαθέτουν, θα καθίσταντο κενοί περιεχομένου.
57. Συνεπώς, όπως τόνισα, εναπόκειται στον οφειλέτη να δηλώσει και να αποδείξει τα αναγκαία για τον υπολογισμό των απαιτητών δασμών στοιχεία, επ' ευκαιρία της εισαγωγής παράγωγων προϊόντων ως επανεισαγόμενων προϊόντων. Εντούτοις, αν για λόγους ανεξάρτητους της βουλήσεώς του δεν είναι σε θέση να τα παράσχει, εναπόκειται στη διοίκηση να το πράξει, εφόσον κατέχει ή διαθέτει τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι δεν καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο και δεν προκαλούν ζημία σε τρίτους.
V - Πρόταση
58. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof ως εξής:
«Το άρθρο 187, δεύτερο εδάφιο, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, επιβάλλει κατά κανόνα στον ενδιαφερόμενο την υποχρέωση να δηλώσει και να αποδείξει τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό των δασμών που οφείλονται για την εισαγωγή παράγωγων προϊόντων ως επανεισαγόμενων προϊόντων· εντούτοις, κατ' εξαίρεση, αν για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να παράσχει τα στοιχεία αυτά, εναπόκειται στη διοίκηση να το πράξει, εφόσον τα κατέχει ή τα διαθέτει, υπό την προϋπόθεση ότι δεν καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο και δεν προκαλούν ζημία σε τρίτους.»
Full & Egal Universal Law Academy