ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 5ης Ιουνίου 2003 (1)
Υπόθεση C-60/02
Montres Rolex S.A.
κ.λπ.
[αίτηση του Landesgericht Eisenstadt (Αυστρία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Εμπορεύματα που έχουν αναπαραχθεί χωρίς άδεια (πειρατικά) και που είναι προϊόντα παραποίησης/απομίμησης – Απουσία ποινικής κυρώσεως για την εξωτερική διαμετακόμιση – Συμφωνία με τον κανονισμό 3295/94
Εισαγωγή
1. Το Landesgericht Eisenstadt, με την ιδιότητά του ως ανακριτικού οργάνου (2) , ζητεί να μάθει αν ο κανονισμός 3295/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, περί μέτρων απαγόρευσης της ελεύθερης κυκλοφορίας, της εξαγωγής, της επανεξαγωγής και της υπαγωγής υπό καθεστώς αναστολής των εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης και των αναπαραχθέντων χωρίς άδεια (πειρατικών) (στο εξής: κανονισμός 3295/94) (3) , απαγορεύει εθνική νομοθεσία που δεν θεωρεί αξιόποινη την υπαγωγή εμπορευμάτων με τα χαρακτηριστικά αυτά σε τελωνειακό καθεστώς εξωτερικής διαμετακομίσεως.
2. Η υπόθεση αυτή παρουσιάζει δύο ιδιαιτερότητες: αφενός, η ερμηνεία της επίμαχης εθνικής διατάξεως στην οποία προβαίνει το παραπέμπον δικαστήριο είναι αμφιλεγόμενη· αφετέρου, αυτό που μπορεί κανείς να προσάψει στον εν λόγω κανόνα, κατά την άποψη του Landesgericht, είναι παράλειψη. Ως εκ τούτου, η απάντηση του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση παραλείψεως.
Πραγματικά περιστατικά και κύρια δίκη
3. Όπως συνάγεται από τη διάταξη περί παραπομπής, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται το παρόν προδικαστικό ερώτημα έλαβαν χώρα μεταξύ Νοεμβρίου και Ιουλίου του 2001· συνοψίζονται, δε, ως ακολούθως.
4. Η εταιρία Montres Rolex S.A., δικαιούχος διαφόρων σημάτων ωρολογίων χειρός, ζήτησε τον Νοέμβριο του 2001 τη διεξαγωγή προκαταρκτικής εξετάσεως κατ' αγνώστων. Ζήτησε την κατάσχεση ενός φορτίου ωρολογίων χειρός που φέρουν παρανόμως το σήμα του οποίου είναι δικαιούχος, καθώς και την καταστροφή του, μετά το πέρας της διαδικασίας. Κατά την άποψη της εταιρίας, ο τόπος καταγωγής των εμπορευμάτων ήταν η Ιταλία και ο τελικός τους προορισμός η Πολωνία.
5. Τον Ιούλιο του 2001, οι εταιρίες Tommy Hilfinger Licensing Inc. και La Chemise Lacoste S.A. (4) ζήτησαν τη διεξαγωγή παρόμοιας εξετάσεως σχετικά με ενδύματα που φέρουν σήματα των εταιριών αυτών χωρίς την έγκριση των δικαιούχων, καθώς και την καταστροφή των ενδυμάτων αυτών. Κατά τις ίδιες ημερομηνίες, οι εταιρίες Guccio Gucci SpA και The Gap Inc., ζήτησαν τη διεξαγωγή προκαταρκτικής εξετάσεως κατά των φερομένων ως δραστών προσβολής του δικαιώματός τους επί του σήματος σε σχέση με διάφορα δερμάτινα είδη και ενδύματα με προορισμό τη Σλοβακία, ήτοι του διευθυντή ή ιδιοκτήτη υπεύθυνου εταιρίας με έδρα το Πεκίνο (Κίνα) ή του διευθυντή ή του ιδιοκτήτη υπεύθυνου εταιρίας με έδρα τη Μπρατισλάβα (Σλοβακία). Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται, σύμφωνα με τις καταγγέλλουσες στην κύρια δίκη, για εμπορεύματα προερχόμενα από την Κίνα και προοριζόμενα για τη Σλοβακία. Όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις, ζήτησαν την κατάσχεση των ειδών αυτών και τη μετέπειτα καταστροφή τους.
6. Όλα αυτά τα πιθανολογούμενα προϊόντα απομιμήσεως δεσμεύτηκαν προσωρινώς από το τελωνείο του Kittsee.
Η εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία
7. Οι δεσμεύσεις εκ μέρους των τελωνειακών αρχών πραγματοποιήθηκαν δυνάμει του κανονισμού 3295/94.
8. Ο κανονισμός αυτός έχει ως σκοπό την παρεμπόδιση της διαθέσεως στην αγορά εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης και πειρατικών με τη θέσπιση μέτρων αποτελεσματικής αντιμετωπίσεως του παράνομου εμπορίου των εμπορευμάτων αυτών (δεύτερη αιτιολογική σκέψη). Προς τον σκοπό αυτό, καθορίζει, αφενός, τους όρους παρεμβάσεως των τελωνειακών αρχών, όταν εμπορεύματα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι είναι προϊόντα παραποίησης/απομίμησης ή πειρατικά αποτελούν αντικείμενο διασαφήσεως για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, να εξαχθούν ή να επανεξαχθούν, ή ανακαλύπτονται, κατά την άσκηση ελέγχου επί εμπορευμάτων υπαχθέντων σε καθεστώς αναστολής (άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄), και, αφετέρου, τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές όσον αφορά τα εν λόγω εμπορεύματα, όταν αποδεικνύεται ότι είναι πράγματι εμπορεύματα παραποιήσεως/απομιμήσεως ή εμπορεύματα πειρατικά (άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄).
9. Απαγορεύεται η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, η εξαγωγή, η επανεξαγωγή ή η υπαγωγή σε καθεστώς αναστολής εμπορευμάτων τα οποία αναγνωρίζονται ως προϊόντα παραποίησης/απομίμησης ή ως πειρατικά, μετά το πέρας της διαδικασίας της κατασχέσεως (άρθρο 2).
10. Κατά το άρθρο 3, ο δικαιούχος του σήματος κατασκευής ή του εμπορικού σήματος, ο κάτοχος του δικαιώματος δημιουργού ή των συγγενών δικαιωμάτων ή του δικαιώματος επί του σχεδίου ή προτύπου (στο εξής: κάτοχος του δικαιώματος) μπορεί να υποβάλει στην αρμόδια υπηρεσία της τελωνειακής αρχής γραπτή αίτηση παρεμβάσεως των τελωνειακών αρχών έναντι εμπορευμάτων για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι είναι εμπορεύματα παραποίησης/απομίμησης ή πειρατικά. Η αίτηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφή των εμπορευμάτων και δικαιολογητικό που αποδεικνύει το δικαίωμα του ενδιαφερομένου. Η αίτηση εξετάζεται στη συνέχεια από την αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία η οποία ενημερώνει αμελλητί και εγγράφως τον αιτούντα σχετικά με την απόφασή της.
11. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3295/94, όταν ένα τελωνείο, στο οποίο έχει διαβιβαστεί η απόφαση που δέχεται την αίτηση του κατόχου του δικαιώματος, διαπιστώσει, αφού ενδεχομένως συνεννοηθεί με τον αιτούντα, ότι συγκεκριμένα εμπορεύματα ανταποκρίνονται στην περιγραφή των εμπορευμάτων παραποιήσεως/απομιμήσεως ή πειρατικών που περιέχει η εν λόγω απόφαση, αναστέλλει τη χορήγηση αδείας παραλαβής ή δεσμεύει τα εμπορεύματα αυτά.
12. Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, ο κάτοχος προσβληθέντος δικαιώματος πρέπει να μπορεί, με την επιφύλαξη των λοιπών ενδίκων βοηθημάτων που μπορεί να ασκήσει, να ζητήσει την καταστροφή ή την απόσυρση από την κυκλοφορία στο εμπόριο των πειρατικών εμπορευμάτων ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου που έχει ως αποτέλεσμα τη στέρηση από τους ενδιαφερομένους του οικονομικού οφέλους της πράξεως.
13. Το άρθρο 11 ορίζει τα εξής:Κάθε κράτος θεσπίζει κυρώσεις για την παράβαση του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού. Οι κυρώσεις πρέπει να είναι επαρκείς ώστε να διασφαλίζουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.
14. Κατά το άρθρο 84, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (στο εξής: τελωνειακός κώδικας) (5) , ο όρος καθεστώς αναστολής, όταν χρησιμοποιείται για μη κοινοτικά εμπορεύματα, νοείται ότι έχει ιδίως εφαρμογή στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως.
15. Κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακόμισης επιτρέπει την κυκλοφορία μεταξύ δύο σημείων του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας:
α) μη κοινοτικών εμπορευμάτων χωρίς τα εμπορεύματα αυτά να υπόκεινται σε εισαγωγικούς δασμούς ή άλλες επιβαρύνσεις ούτε σε μέτρα εμπορικής πολιτικής·
β) μη κοινοτικών εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο κοινοτικού μέτρου που καθιστά αναγκαία την εξαγωγή τους σε τρίτη χώρα και για τα οποία διενεργούνται οι σχετικές τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής
.
Το εφαρμοστέο αυστριακό δίκαιο
16. Το άρθρο 60, παράγραφοι 1 και 2, του Markenschutzgestz (νόμου περί προστασίας των σημάτων, στο εξής: MSchG) (6) , τιμωρεί όποιον προσβάλει δικαίωμα επί σήματος στις εμπορικές συναλλαγές και, ειδικότερα, όποιον το κάνει κατά την άσκηση επαγγέλματος (παράγραφος 1), καθώς και όποιον χρησιμοποιεί χωρίς έγκριση το όνομα ή την επωνυμία μιας εταιρίας ή διακριτικό σημείο παρόμοιο με τις ενδείξεις αυτές που χρησιμοποιείται για την αναγνώριση εμπορευμάτων ή υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 10a, κατά τρόπο δυνάμενο να προκαλέσει σύγχυση στις εμπορικές συναλλαγές (παράγραφος 2).
17. Σύμφωνα με το προπαρατεθέν άρθρο 10a, χρήση ενός σήματος για την αναγνώριση ενός εμπορεύματος ή μιας υπηρεσίας θεωρούνται ιδίως: (1) το ίδιο το σήμα επί προϊόντων, επί της συσκευασίας τους ή επί αντικειμένων επί των οποίων εκτελείται ή πρέπει να εκτελεστεί η υπηρεσία, (2) η προσφορά εμπορευμάτων υπό αυτό το σήμα, η κυκλοφορία τους στο εμπόριο, η κατοχή τους με τους ανωτέρω σκοπούς ή η προσφορά ή παροχή υπηρεσιών υπό το εν λόγω σήμα, (3) η εισαγωγή ή εξαγωγή εμπορευμάτων υπό αυτό το σήμα, καθώς και (4) η χρήση του σήματος σε εμπορικά έγγραφα, σε ανακοινώσεις ή στη διαφήμιση.
Προδικαστικό ερώτημα
18. Στις 17 Ιανουαρίου του 2002, το Landesgericht Eisenstadt αποφάσισε τη συνένωση των τριών υποθέσεων, προκειμένου να υποβάλει, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ το εξής προδικαστικό ερώτημα (7) :Αντίκειται διάταξη εθνικού δικαίου, συγκεκριμένα το άρθρο 60, παράγραφοι 1 και 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 10a MSchG, που επιτρέπει την ερμηνεία ότι η απλή διαμετακόμιση εμπορευμάτων τα οποία έχουν κατασκευαστεί/διατεθεί στο εμπόριο κατά παράβαση των διατάξεων του δικαίου περί σημάτων δεν είναι αξιόποινη, στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 3295/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, περί μέτρων απαγόρευσης της ελεύθερης κυκλοφορίας της εξαγωγής, της επανεξαγωγής και της υπαγωγής υπό καθεστώς αναστολής των εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης και των αναπαραχθέντων χωρίς άδεια (πειρατικών), όπως έχει μετά την τροποποίησή του από τον κανονισμό (ΕΚ) 241/1999 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1999;
Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
19. Γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου υπέβαλαν οι εκπρόσωποι των Montres Rolex S.A., Guccio Gucci SpA και The Gap Inc, η Αυστριακή Κυβέρνηση, η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Δεν διεξήχθη επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Ανάλυση του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
20. Οι καταγγέλλουσες εταιρίες που ζητούν την κατάσχεση στην κύρια δίκη αντιτίθενται στην υποβολή προδικαστικού ερωτήματος, υπενθυμίζοντας ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο μόνον εφόσον εκκρεμεί ενώπιόν τους διαφορά και εφόσον καλούνται να αποφανθούν στο πλαίσιο διαδικασίας που πρόκειται να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα (8) . Η προκαταρκτική εξέταση της οποίας έχει επιληφθεί το παραπέμπον δικαστήριο και της οποίας το μόνο αντικείμενο είναι η αποσαφήνιση των πραγματικών περιστατικών προκειμένου να εκδοθεί απόφαση είτε για να μην κινηθεί ποινική δίωξη είτε για να απαγγελθεί κατηγορία και να διαταχθεί διεξαγωγή αποδείξεων στην κύρια δίκη, στερείται των χαρακτηριστικών αυτών.
21. Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί.
22. Το Δικαστήριο, στην απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, Pretore de Salò (9) , έκρινε ρητώς παραδεκτή την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος που ανέκυψε στο πλαίσιο της προκαταρκτικής ποινικής διαδικασίας η οποία επρόκειτο να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως είτε για θέση της υποθέσεως στο αρχείο, είτε για εισαγωγή της υποθέσεως με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είτε για μη άσκηση της ποινικής διώξεως, αλλά η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν θα οδηγούσε σε μη ανακλητή δικονομική κατάσταση και δεν αποτελούσε καν, από απόψεως εσωτερικού δικαίου, δικονομική πράξη υποκείμενη στις θεμελιώδεις εγγυήσεις (10) . Στην απόφαση της 21ης Απριλίου 1988, Pardini (11) , το Δικαστήριο απάντησε σε ερωτήματα που υποβλήθηκαν κατά τη διαδικασία επιβολής μέτρων ασφάλειας που ήταν δυνατόν να επικυρωθούν, να τροποποιηθούν ή να ανακληθούν.Οι προηγούμενες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο αποφάνθηκε στο πλαίσιο ποινικών διώξεων κατ' αγνώστων (12) είναι πολλές. Ορισμένα μόνον ερωτήματα κρίθηκαν απαράδεκτα, διότι προέρχονταν από εκπρόσωπο της εισαγγελίας που ενεργούσε ως διάδικος ο οποίος ζητούσε απλώς από το δικαστήριο τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης (13) . Στην παρούσα υπόθεση δεν συντρέχει η περίσταση αυτή.Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τον ισχυρισμό των καταγγελλουσών στην κύρια δίκη και από τη διάταξη περί παραπομπής, το Landesgericht καλείται να αποφανθεί επί της σκοπιμότητας της κινήσεως διώξεως που μπορεί να οδηγήσει, εκτός από τις ενδεχόμενες ποινικές κυρώσεις, και στην κατάσχεση και καταστροφή των δεσμευμένων προϊόντων. Πρόκειται, επομένως, για πράξεις αυστηρώς δικαιοδοτικού χαρακτήρα.
23. Κατά τα λοιπά, κατά πάγια νομολογία, παρότι είναι χρήσιμο το να έχουν αποδειχθεί τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και να έχουν επιλυθεί τα καθαρά εθνικού δικαίου προβλήματα κατά τον χρόνο υποβολής του ερωτήματος στο Δικαστήριο, η επιλογή του καταλληλότερου δικονομικώς χρόνου για την υποβολή αυτή απόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο (14) .
24. Συνοψίζοντας, φρονώ ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του ερωτήματος που του υπέβαλε του Landesgericht Eisenstadt.
Επί του νόμω βάσιμου
25. Η Επιτροπή επισημαίνει, ορθώς, ότι δεν συνάγεται σαφώς από τα πραγματικά περιστατικά το συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται τα εμπορεύματα της κάθε υποθέσεως. Πράγματι, αναφερόμενο στη διαδικασία που άρχισε κατόπιν αιτήσεως της Montres Rolex SA, το παραπέμπον δικαστήριο περιγράφει διακίνηση μεταξύ Ιταλίας και Σλοβακίας, κατάσταση που δεν καλύπτεται από τον κανονισμό 3295/94 αν πρόκειται για εμπορεύματα που έχουν ήδη τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στο κοινοτικό έδαφος.
26. Εντούτοις, δεδομένου του περιεχομένου του υποβληθέντος ερωτήματος και της φύσεως των εξηγήσεων που περιέχονται στη διάταξη περί παραπομπής και στις παρατηρήσεις των καταγγελλουσών στην κύρια δίκη, μπορεί να υποτεθεί ότι τα εμπορεύματα υπάγονταν στο καθεστώς εξωτερικής διαμετακομίσεως.
27. Όσον αφορά τη νομική βάση της υποθέσεως, το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί να μάθει αν ο κανονισμός 3295/94 απαγορεύει εθνική διάταξη που επιτρέπει την ερμηνεία ότι δεν είναι αξιόποινη η απλή διαμετακόμιση εμπορευμάτων που είναι προϊόντα παραποίησης/απομίμησης.
28. Δεν είναι εύκολη η απάντηση στο ερώτημα αυτό, όπως διατυπώνεται.
29. Στο Δικαστήριο απόκειται προδικαστικώς η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Ωστόσο, παρά τα όσα μπορούν να εννοηθούν από κάποιες από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στη διαδικασία αυτή, το παραπέμπον δικαστήριο δεν φαίνεται να έχει αμφιβολίες όσον αφορά το περιεχόμενο του κανονισμού 3295/94.
30. Όπως υποστήριξα και σχετικά με την υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, Polo κατά Lauren, κατά γραμματική ερμηνεία, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο κανονισμός καλύπτει καταστάσεις όπως η προκειμένη. Στον τίτλο, στην τρίτη αιτιολογική σκέψη και στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού εκφράζεται η βούληση ρυθμίσεως της παρεμβάσεως των τελωνειακών αρχών, όταν εμπορεύματα για τα οποία υφίστανται υπόνοιες ότι είναι προϊόντα παραποίησης/απομίμησης ή πειρατικά αποτελούν αντικείμενο διασαφήσεως για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, να εξαχθούν ή να επανεξαχθούν, ή ανακαλύπτονται, κατά την άσκηση ελέγχου επί εμπορευμάτων υπαχθέντων σε καθεστώς αναστολής. Σύμφωνα με το άρθρο 84, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα (15) , καθεστώς αναστολής είναι τεχνικός όρος που χαρακτηρίζει ως όρος γένους τα τελωνειακά καθεστώτα της τελωνειακής αποταμιεύσεως, της τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή με τη μορφή του συστήματος της αναστολής, της μεταποιήσεως υπό τελωνειακό έλεγχο, της προσωρινής εισαγωγής και της εξωτερικής διαμετακομίσεως. Ο ίδιος αυτός κώδικας ορίζει το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως βάσει του περιεχομένου του. Συγκεκριμένα, η εξωτερική διαμετακόμιση είναι αυτή που επιτρέπει την κυκλοφορία μη κοινοτικών εμπορευμάτων από ένα μέρος του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας σε ένα άλλο, χωρίς τα εμπορεύματα αυτά να υπόκεινται σε εισαγωγικούς δασμούς και σε άλλες επιβαρύνσεις ούτε σε μέτρα εμπορικής πολιτικής (άρθρο 91, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα). Επομένως, υφίσταται ρητώς η δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 3295/94 στα εμπορεύματα που βρίσκονται υπό διαμετακόμιση στο κοινοτικό έδαφος και προέρχονται από τρίτο κράτος με προορισμό άλλο τρίτο κράτος.
31. Εξάλλου, ο κανονισμός 3295/94 χαρακτηρίζει ως εμπορεύματα παραποίησης/απομίμησηςόλατα εμπορεύματα διά των οποίων, κατά διαφόρους τρόπους, προσβάλλονται τα δικαιώματα του δικαιούχου του εν λόγω σήματος, σύμφωνα με τη κοινοτική νομοθεσία ή τη νομοθεσία του κράτους μέλους όπου έχει υποβληθεί αίτηση παρεμβάσεως των τελωνειακών αρχών (άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α΄).
32. Κατά συνέπεια, από τη γραμματική ερμηνεία του κανονισμού προκύπτει, χωρίς εύλογη αμφιβολία, ότι οι διατάξεις του τυγχάνουν εφαρμογής όταν τα εμπορεύματα για τα οποία υφίστανται υπόνοιες παραποιήσεως/απομιμήσεως ενός σήματος τελούν υπό εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση από τρίτο κράτος προς άλλο τρίτο κράτος.
33. Η έκδοση του κανονισμού 241/1999 (16) , όχι μόνο δεν αναιρεί την προπαρατεθείσα γραμματική ερμηνεία, αλλ' αντιθέτως την επιρρωννύει. Καθόσον μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, ο κανονισμός αυτός εντάσσεται στη λογική των κανονισμών 3842/86 (17) και 3295/94, επεκτείνοντας τις δυνατότητες παρεμβάσεως των εθνικών αρχών σε όλο και περισσότερα τελωνειακά καθεστώτα.
34. Για την ισχύ του κανονισμού 3295/94 δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία. Η Κοινότητα έχει την εξουσία, σύμφωνα με το άρθρο 133 ΕΚ (άρθρο 113 της Συνθήκης κατά τον χρόνο εκδόσεως του κανονισμού), να θεσπίζει κοινή ρύθμιση για τον έλεγχο της παραποιήσεως/απομιμήσεως στο πλαίσιο ενός τελωνειακού καθεστώτος αναστολής όπως αυτό της εξωτερικής διαμετακομίσεως. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, η Κοινότητα είναι αρμόδια να καθορίζει ενιαίες αρχές σχετικά με την κυκλοφορία από ένα σημείο τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας σε άλλο μη κοινοτικών εμπορευμάτων ή εμπορευμάτων προοριζόμενων για εξαγωγή, για τα οποία έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις εξαγωγής, και να προβαίνει, επ' ευκαιρία της κυκλοφορίας αυτής, στη δέσμευση από τις τελωνειακές αρχές των εμπορευμάτων για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι είναι προϊόντα παραποίησης/απομίμησης ή πειρατικά.
35. Αυτό επιβεβαίωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Polo κατά Lauren (18) .
36. Η ερμηνεία αυτή του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού δεν εξαρτάται, βέβαια, από τη φύση της διαδικασίας (αστικής, ποινικής ή διοικητικής) στο πλαίσιο της οποίας γίνεται επίκλησή της.
37. Κατά τα λοιπά, το άρθρο 11 του κανονισμού 3295/94, πρώτη περίοδος, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του ίδιου κειμένου, προβλέπει τη θέσπιση από κάθε κράτος μέλος κυρώσεων για την παράβαση της απαγορεύσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας, της εξαγωγής, της επανεξαγωγής και της υπαγωγής σε καθεστώς αναστολήςτων εμπορευμάτων που είναι προϊόντα παραποίησης/απομίμησης και των αναπαραχθέντων χωρίς άδεια (πειρατικών).
38. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, αν ένα κράτος μέλος δεν διαθέτει κανόνες ποινικού κολασμού μιας από τις συμπεριφορές που προβλέπονται στο ως άνω άρθρο 11, δεν ανακύπτει πρόβλημα ασυμφωνίας με το κοινοτικό δίκαιο, αλλά μάλλον περίπτωση πιθανής παραβάσεως κράτους μέλους, επί της οποίας εφαρμοστέα είναι η διαδικασία των άρθρων 226 ΕΚ και 227 ΕΚ.Η επιλογή αυτή προκρίνεται κυρίως στις περιπτώσεις όπως αυτή των διατάξεων περί παραπομπής, στις οποίες η παράβαση προκύπτει από την απουσία επαρκούς νομοθεσίας. Πρέπει να σχετικοποιείται σε καταστάσεις στις οποίες οι υφιστάμενες εθνικές διατάξεις αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή, η ερμηνεία του Δικαστηρίου μπορεί να ισοδυναμεί πρακτικά με αναγνώριση της παραβάσεως (19) .
39. Το παραπέμπον δικαστήριο εξηγεί ότι η διεξαγωγή προκαταρκτικής εξετάσεως προϋποθέτει ότι η συμπεριφορά για την οποία υπάρχει κατηγορία συνιστά αξιόποινη πράξη. Επιπλέον, το άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (20) , το οποίο στην Αυστρία έχει συνταγματική ισχύ, απαγορεύει την ποινική τιμωρία των πράξεων που, κατά τον χρόνο τελέσεώς τους, δεν αποτελούσαν αδίκημα. Και ο αυστριακός ποινικός κώδικας (Strafgesetzbuch) περιλαμβάνει τη θεμελιώδη αυτή αρχή στο άρθρο του 1, παράγραφος 1.
40. Το άρθρο 60, παράγραφοι 1 και 2, τιμωρεί την παραποίηση/απομίμηση και τη χρήση, χωρίς έγκριση και κατά τρόπο δυνάμενο να προκαλέσει σύγχυση στις εμπορικές συναλλαγές, του ονόματος, της εταιρικής επωνυμίας ή της ιδιαίτερης επωνυμίας μιας εταιρίας ή ενός διακριτικού σημείου παρόμοιου με τις ανωτέρω ενδείξεις, που χρησιμοποιείται για την αναγνώριση εμπορευμάτων ή υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 10a. Η τελευταία αυτή διάταξη, δίνοντας τον ορισμό της χρήσεως σημείου ως σήματος, αναφέρεται στην εισαγωγή και την εξαγωγή εμπορευμάτων, όχι όμως και στο καθεστώς εξωτερικής διαμετακομίσεως (21) .
41. Ενούτοις, ─σύμφωνα πάντα με το Landesgericht─, αν ληφθεί υπόψη η προαναφερθείσα αρχή nullum crimen nulla poena sine lege, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απλή διαμετακόμιση αντιπροσωπεύει τη χρήση ενός σήματος στις εμπορικές συναλλαγές, δεδομένου ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε εισαγωγή ούτε εξαγωγή.
42. Η Αυστριακή Κυβέρνηση φρονεί ότι το άρθρο 10a του MSchG περιέχει τελείως ενδεικτική απαρίθμηση. Έτσι πρέπει να εννοηθεί η χρησιμοποίηση της εκφράσεως ιδίως(insbesondere) (22) .Από αυτό συνάγεται ότι η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 3295/94, ότι η παραποίηση/απομίμηση σε διαμετακομιζόμενα προϊόντα αποτελεί περίπτωση χρήσεως του διακριτικού σημείου.
43. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η υπεροχή της αρχής της ποινικής νομιμότητας και της συνεπακόλουθης απαγορεύσεως κάθε διασταλτικής ερμηνείας εις βάρος του κατηγορουμένου (23) αποτελεί κοινή αρχή στις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και, για τον λόγο αυτόν, καθίσταται γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.
44. Παρότι η ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου απόκειται αποκλειστικά στον εθνικό δικαστή, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις του πρέπει να ερμηνεύονται στο πλαίσιο που επιτρέπει η έννομη τάξη, σύμφωνα με το γράμμα και τον σκοπό του κοινοτικού κανόνα, προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο δι' αυτού αποτέλεσμα (24) .
45. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει επίσης ότι η υποχρέωση αυτή του εθνικού δικαστή να αναφέρεται στο περιεχόμενο της οδηγίας όταν ερμηνεύει τους σχετικούς κανόνες του εθνικού του δικαίου περιορίζεται από τις γενικές αρχές του δικαίου που αποτελούν τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξεως και ιδίως από τις αρχές της ασφαλείας του δικαίου και της μη αναδρομικότητας των ποινικών νόμων. Η οδηγία δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, αυτή καθεαυτήν και ανεξαρτήτως του εσωτερικού νόμου που το κράτος μέλος θεσπίζει για την εφαρμογή της, τον καθορισμό ή την επίταση της ευθύνης των ενεργούντων κατά παράβαση των διατάξεών της (25) .
46. Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει προβεί σε νομοθετική ρύθμιση των συμπεριφορών που αποδοκιμάζονται από το κοινοτικό δίκαιο θα μπορούσε, το πολύ, να αποτελεί παράβαση του κράτους αυτού, κατά της οποίας η Επιτροπή ή άλλο κράτος μέλος μπορούν να ασκήσουν προσφυγή στηριζόμενοι στα άρθρα 226 ΕΚ και 227 ΕΚ, δεν μπορεί, όμως, να οδηγήσει στην ποινική δίωξη πολιτών του κράτους αυτού για πράξεις που, καίτοι παράνομες από πλευράς κοινοτικού δικαίου, δεν είναι αξιόποινες σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
47. Τέλος, μένει μόνο να επισημανθεί ότι, παρότι η νομολογία στην οποία αναφέρθηκα αναπτύχθηκε σε σχέση με οδηγίες, ισχύει και σε σχέση με κανόνες όπως το άρθρο 11 του κανονισμού 3295/94, οι οποίοι επιβάλλουν στα κράτη μέλη υποχρέωση προς επίτευξη αποτελέσματος.
48. Πέραν των ενδεδειγμένων ορίων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσθέτει επιπλέον εξειδικεύσεις χωρίς να εμπλακεί στην ερμηνεία των εθνικών κανόνων, πεδίο που του είναι ρητώς απαγορευμένο βάσει της κατανομής αρμοδιοτήτων του άρθρου 234 ΕΚ.
49. Για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, προτείνεται να δοθεί στο Landesgericht Eisenstadt η εξής απάντηση:
1. Το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) 3295/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, περί μέτρων απαγόρευσης της ελεύθερης κυκλοφορίας, της εξαγωγής, της επανεξαγωγής και της υπαγωγής υπό καθεστώς αναστολής των εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης και των αναπαραχθέντων χωρίς άδεια (πειρατικών), είναι εφαρμοστέο σε κατάσταση στην οποία εμπορεύματα που διαμετακομίζονται μεταξύ δύο κρατών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δεσμεύονται προσωρινώς σε κράτος μέλος από τις τελωνειακές αρχές του κράτους αυτού.
2. Τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να ερμηνεύουν τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου στο πλαίσιο που τους επιτρέπει η έννομη τάξη τους, υπό το φως του γράμματος και του σκοπού του κοινοτικού κανόνα, προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο δι' αυτού αποτέλεσμα.
3. Η υποχρέωση αυτή σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας δεν μπορεί αυτή καθεαυτήν και ανεξαρτήτως νόμου θεσπιζόμενου από το κράτος μέλος, να καθορίζει ή να επιτείνει την ποινική ευθύνη αυτών που παραβαίνουν τις διατάξεις του.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Το αυστριακό Landesgericht είναι το τακτικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται, τόσο στην πολιτική όσο και στην ποινική δικονομία, σε πρώτο βαθμό, όλων των των διαφορών που δεν είναι της αρμοδιότητας του Bezirsgericht (τοπικού δικαστηρίου) +, καθώς και των ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων του τελευταίου.
3 – ΕΕ L 341, σ. 8. Όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 241/1999 το Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1999, (ΕΕ L 27, σ. 1).
4 – Στις 8 Μαρτίου 2003, το παραπέμπον δικαστήριο ενημέρωσε ότι η La Chemise Lacoste SA είχε παραιτηθεί από την αίτησή της.
5 – ΕΕ L 302, σ. 1.
6 – Bundesgestzblatt 260/1970.
7 – Όπως προκύπτει από το διορθωτικό που ο ίδιος ο δικαστής a quo απέστειλε στις 4 Μαρτίου 2002.
8 – Διατάξεις της 18ης Ιουνίου 1980, 138/80, Borker (Συλλογή 1980, σ. 1975), σκέψη 4, της 5ης Μαρτίου 1986, 318/85, Greis Unterweger (Συλλογή 1986, σ. 955), σκέψη4, και απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-111/94, Job Centre (Συλλογή 1995, σ. Ι-3661), σκέψη 9.
9 – Υπόθεση 14/86, Συλλογή 1987, σ. 2545. Ιδίως σκέψη 7, σύμφωνα με την άποψη που εκφράζει στις προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας Mancini.
10 – Βλ. τις παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως στην έκθεση του εισηγητή δικαστή.
11 – Υπόθεση 338/85, Συλλογή 1988, σ. 1041.
12 – Βλ. τις αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1877, 110/76, Pretore di Cento (Συλλογή 1977, σ. 851)· της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 228/87, Pretura unificata di Torino (Συλλογή 1988, σ. 5099)· της 16ης Ιανουαρίου 1992, C-373/90, Χ (Συλλογή 1992, σ. Ι-131)· και της 12ης Δεκεμβρίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-74/95 και C-129/95 (Συλλογή 1996, σ. Ι-6609).
13 – Βλ. την προπαρατεθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Χ.
14 – Αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1981, 36 και 71/80 (Irish Creamery, Συλλογή 1981, σ. 735), σκέψεις 5 έως 8· της 10ης Ιουλίου 1984, 72/83, Campus Oil (Συλλογή 1984, σ. 2727), σκέψη 10· της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-66/96, Høj Pedersen κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. Ι-7327), σκέψεις 45 και 46, και της 30ής Μαρτίου 2000, C-236/98, JämO (Συλλογή 2002, σ. Ι-2189), σκέψεις 30 και 31.
15 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 301, σ. 1).
16 – Προπαρατεθέντος στην υποσημείωση 3 των προτάσεων αυτών.
17 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3842/86 του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1986, για τη θέσπιση μέτρων που σκοπό θα έχουν να απαγορεύσουν τη θέση σε κυκλοφορία των εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης (ΕΕ L 357, σ. 1).
18 – Προπαρατεθείσα ανωτέρω στο σημείο 30.
19 – Σκεφτείτε απλώς την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne II (ειδ. έκδ. 1976, σ. 175), στην οποία ένα εθνικό καθεστώς θεωρήθηκε αντίθετο προς την κοινοτική απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου και τα αποτελέσματα της οποίας εξομοιώθηκαν με τα αποτελέσματα αναγνωρίσεως παραβάσεως των Συνθηκών.
20 – Ουδείς δύvαται vα καταδικασθή δια πράξιv ή παράλειψιv η oπoία, καθ' ηv στιγμήv διεπράχθη, δεv απετέλει αδίκημα συμφώvως πρoς τo εθvικόv ή διεθvές δίκαιov. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα πoιvή από εκείvηv η oπoία επεβάλλετo κατά τηv στιγμήv της διαπράξεως τoυ αδικήματoς.
21 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 17.
22 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 17.
23 – Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρθρο 7 της Συμβάσεως δεν περιορίζεται στο να απαγορεύει την αναδρομική εφαρμογή του ποινικού νόμου εις βάρος του κατηγορουμένου, αλλά και καθιερώνει γενικά την αρχή ότι μόνον ο νόμος μπορεί να καθορίζει τα αδικήματα και να προβλέπει τις ποινές, καθώς και την αρχή ότι ο ποινικός νόμος δεν επιτρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά εις βάρος του κατηγορουμένου, όπως θα συνέβαινε π.χ. στην περίπτωση αναλογικής ερμηνείας [απόφαση της 25ης Μαΐου 1993, Κοκκινάκης κατά Ελλάδας (Σειρά Α 260-1)].
24 – Βλ. τις αποφάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 1988, 157/86, Murphy κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 673), σκέψη 11, της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing (Συλλογή 1990, σ. Ι-4135), σκέψη 8, της 16ης Δεκεμβρίου 1993, C-334/92, Wagner Miret, (Συλλογή 1992, σ. Ι-6911), σκέψη 20, της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. Ι-3325), σκέψη 26, της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-165/91, Van Munster (Συλλογή 1994, σ. Ι-4661), σκέψη 34, της 27ης Ιουνίου 2000, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-240/98 έως C-244/98, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores (Συλλογή 2000, σ. Ι-4941), σκέψη 30, και της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C-262/97, Engelbrecht (Συλλογή 2000, σ. Ι-7321), σκέψη 39.
25 – Προπαρατεθείσα απόφαση Pretore di Salò, σκέψη 20, αποφάσεις της 8ης Οκτωβρίου 1987, 80/86, Kolpinghuis Nijmegen (Συλλογή 1987, σ. 3969), σκέψεις 12 και 13, της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-168/95, Arcaro, Συλλογή 1998, σ. Ι-4705, σκέψη 37, και προπαρατεθείσα απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, X, σκέψη 24· βλ. επίσης τις προτάσεις του Jacobs της 18ης Ιουνίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-74/95 και C-129/95, Vessoso και Zanetti (Συλλογή 1990, σ. Ι-1461), σημεία 24 και 25, και τις δικές μου προτάσεις της 18ης Ιουνίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-74/95 και C-129/95, Χ (Συλλογή 1996, σ. Ι-6612), σημεία 43 και 64.
Full & Egal Universal Law Academy