Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη καταρτίζοντας/χαράσσοντας ή, εν πάση περιπτώσει, μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή εντός της προθεσμίας που είχε ταχθεί τα σχέδια, τις γενικές κατευθύνσεις και τις περιλήψεις που προβλέπονται από τα άρθρα 11 και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1996, για τη διάθεση των πολυχλωροδιφαινυλίων και των πολυχλωροτριφαινυλίων (PCB/PCT) (στο εξής: οδηγία), παρέβη την υποχρέωση που υπέχει εν προκειμένω από τη Συνθήκη ΕΚ. Επίσης, η Επιτροπή ζητεί να καταδικαστεί η Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
2. Κατά το άρθρο της 1, η οδηγία έχει ως σκοπό την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ελεγχόμενη διάθεση των PCB, την απολύμανση ή τη διάθεση συσκευών που περιέχουν PCB και/ή τη διάθεση χρησιμοποιημένων PCB, προκειμένου τα PCB να διατίθενται πλήρως βάσει των διατάξεων της ίδιας οδηγίας.
3. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη φροντίζουν για την απογραφή των συσκευών που περιέχουν PCB άνω των 5 dm3 και αποστέλλουν, το αργότερο τρία χρόνια μετά την έκδοση της οδηγίας, περίληψη της απογραφής αυτής στην Επιτροπή.
4. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι εντός τριών ετών από την έκδοση της οδηγίας αυτής τα κράτη μέλη οφείλουν να καταρτίσουν σχέδιο απολυμάνσεως και/ή διαθέσεως των συσκευών που έχουν απογραφεί και των PCB που αυτές περιέχουν, καθώς και να χαράξουν γενικές κατευθύνσεις για τη συλλογή και τη μετέπειτα διάθεση των κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, συσκευών που σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεν χρειάζεται να απογραφούν. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή το πιο πάνω σχέδιο και τις πιο πάνω γενικές κατευθύνσεις.
5. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας, η οδηγία ισχύει από την ημερομηνία εκδόσεώς της, δηλαδή από τις 16 Σεπτεμβρίου 1996. Κατά συνέπεια, οι περιλήψεις, τα σχέδια και οι γενικές κατευθύνσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 11 της οδηγίας έπρεπε να καταρτιστούν/χαραχθούν και να ανακοινωθούν στην Επιτροπή το αργότερο στις 16 Σεπτεμβρίου 1999.
6. Στις 10 Αριλίου 2000 η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως, καθόσον η Επιτροπή δεν είχε ακόμη ενημερωθεί από τις ελληνικές αρχές για τα απαιτούμενα μέτρα κατά τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 11 της οδηγίας και δεν διέθετε πληροφοριακά στοιχεία ως προς το αν το εν λόγω κράτος μέλος είχε λάβει τα μέτρα αυτά. Δεδομένου ότι το έγγραφο αυτό έμεινε αναπάντητο, την 1η Αυγούστου 2000 η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη και κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα εντός προθεσμίας δύο μηνών. Στις 13 και στις 14 Δεκεμβρίου 2000, πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις μεταξύ εκπροσώπων της Επιτροπής και των ελληνικών αρχών. Οι τελευταίες υποσχέθηκαν να παράσχουν τα σχετικά πληροφοριακά στοιχεία το συντομότερο δυνατό (πριν από τον Ιανουάριο του 2001) και να λάβουν τα μέτρα το ταχύτερο δυνατό (πριν από τον Ιούνιο του 2001).
7. Στις 29 Μαρτίου 2001, η Ελληνική Κυβέρνηση έδωσε γραπτή απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη. Εξέθεσε ότι προέβη στην απογραφή που προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, αλλά η απογραφή αυτή δεν ήταν ακόμη πλήρης και οριστική, δεδομένου ότι ακόμη δεν είχαν παρασχεθεί όλα τα αναγκαία στοιχεία. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το άρθρο 11 της οδηγίας, δήλωσε ότι το αρμόδιο υπουργείο θα λάβει το συντομότερο δυνατό τα αναγκαία μέτρα βάσει των στοιχείων που έχουν παρασχεθεί. Επεξηγηματικώς, ανέφερε ότι οι ελληνικές αρχές αντιμετώπιζαν γενικότερες δυσχέρειες σχετικά με την ακριβή οριοθέτηση του προβλήματος των PCB και ειδικότερα προβλήματα όσον αφορά το ζήτημα της μεταφοράς των PCB προς την αλλοδαπή για τη διάθεσή τους, δεδομένου ότι η ίδια η Ελλάδα δεν διαθέτει τις αναγκαίες για τη διάθεση εγκαταστάσεις.
8. Στις 12 Μαρτίου 2002 η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή. Συνάγει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν έχει τηρήσει μέχρι σήμερα τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 11 της οδηγίας. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι πρέπει να λάβει μέτρα για τη συμμόρφωση προς την οδηγία. Εν προκειμένω, ισχυρίζεται ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα μπορέσει να συμμορφωθεί προς αυτήν.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, δεν αμφισβητείται ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε τηρήσει τις υποχρεώσεις της όταν έληξε η προθεσμία που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη. Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη.
Συμπέρασμα
Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη καταρτίζοντας/χαράσσοντας ή, εν πάση περιπτώσει, μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή εντός της προθεσμίας που είχε ταχθεί τα σχέδια, τις γενικές κατευθύνσεις και τις περιλήψεις που προβλέπονται από τα άρθρα 11 και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1996, για τη διάθεση των πολυχλωροδιφαινυλίων και των πολυχλωροτριφαινυλίων (PCB/PCT), παρέβη την υποχρέωση που υπέχει εν προκειμένω από τη Συνθήκη ΕΚ·
- να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy