Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ζητείται η ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (1) .
2 To Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία) ερωτά αν αντιβαίνει στο ανωτέρω νομοθετικό κείμενο η εθνική νομοθεσία που επιβάλλει την προσαύξηση των δασμών στην περίπτωση της γενέσεως τελωνειακής οφειλής λόγω παραβάσεως της κοινοτικής νομοθεσίας ή στην περίπτωση της εκ των υστέρων επιβολής δασμών κατά το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα. Στην προκειμένη υπόθεση η επίμαχη προσαύξηση ισούται με τους τόκους υπερημερίας που θα έπρεπε να καταβληθούν για το διάστημα μεταξύ της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής και της (εκ των υστέρων) βεβαιώσεώς της.
Ι - Νομικό πλαίσιο
Α - Η κοινοτική νομοθεσία
3 Τα άρθρα 201 έως 205 του τελωνειακού κώδικα προβλέπουν τις γενεσιουργούς αιτίες της τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή και τα 209 έως 211 του τελωνειακού κώδικα προβλέπουν τις γενεσιουργούς αιτίες της τελωνειακής οφειλής κατά την εξαγωγή.
4 Το άρθρο 201 του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς ή από την υπαγωγή του στο καθεστώς προσωρινής εισδοχής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς. Με την ίδια διάταξη διευκρινίζεται ότι η οφειλή αυτή γεννάται τη στιγμή της αποδοχής της σχετικής τελωνειακής διασαφήσεως.
5 Το άρθρο 209 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή γεννάται κατά την εξαγωγή, με διασάφηση, από το τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, εμπορεύματος υποκείμενου σε εξαγωγικούς δασμούς. Το ίδιο άρθρο προσθέτει ότι η οφειλή γεννάται τη στιγμή της αποδοχής της διασαφήσεως αυτής.
6 Τα άρθρα 217 έως 232 του τελωνειακού κώδικα καθορίζουν τους τρόπους και τις προϋποθέσεις της εισπράξεως του ποσού της τελωνειακής οφειλής.
7 Κατά το άρθρο 217 του τελωνειακού κώδικα, οι τελωνειακές αρχές υπολογίζουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή μόλις αποκτήσουν τα απαραίτητα προς τούτο στοιχεία.
8 Το άρθρο 218 διευκρινίζει ότι, όταν η τελωνειακή οφειλή γεννάται από την αποδοχή διασαφήσεως εμπορεύματος, η βεβαίωση του ποσού που αντιστοιχεί σ' αυτή την τελωνειακή οφειλή πρέπει να πραγματοποιείται μόλις υπολογιστεί το ποσό αυτό και, το αργότερο, τη δεύτερη ημέρα μετά από εκείνη κατά τη διάρκεια της οποίας χορηγήθηκε η άδεια παραλαβής του εμπορεύματος. Αντίθετα, αν ο γενεσιουργός λόγος για την τελωνειακή οφειλή αυτή δεν είναι η αποδοχή της διασαφήσεως εμπορεύματος, η βεβαίωση πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές είναι σε θέση να υπολογίσουν το ποσό των δασμών και να ορίσουν τον οφειλέτη.
9 Το άρθρο 220, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα αφορά την εκ των υστέρων είσπραξη του ποσού της τελωνειακής οφειλής. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι, «όταν το ποσό των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 219 ή έχει βεβαιωθεί σε ύψος χαμηλότερο εκείνου που νομίμως οφειλόταν, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που έχει ή που απομένει να εισπραχθεί πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει τον οφειλέτη (βεβαίωση εκ των υστέρων)».
10 Το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του τελωνειακού κώδικα αποκλείει πάντως τη δυνατότητα εκ των υστέρων βεβαιώσεως, όταν «το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση».
11 Το άρθρο 221 του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη μόλις βεβαιωθεί. Κατά το άρθρο 222, η οφειλή πρέπει να εξοφλείται από τον οφειλέτη εντός της προθεσμίας που του τάσσουν οι τελωνειακές αρχές και η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δέκα ημέρες από τη γνωστοποίηση του ποσού των δασμών.
12 Κατά το άρθρο 229 του τελωνειακού κώδικα, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να παραχωρούν στον οφειλέτη διευκολύνσεις πληρωμής, εφόσον ο οφειλέτης καταβάλλει πιστωτικό τόκο.
13 Τέλος, το άρθρο 232 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι, αν το ποσό των δασμών δεν καταβληθεί εμπροθέσμως από τον οφειλέτη, οι τελωνειακές αρχές εισπράττουν τόκους υπερημερίας, το επιτόκιο των οποίων δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το επιτόκιο του πιστωτικού τόκου.
Β - Η εθνική νομοθεσία
14 Στο αυστριακό δίκαιο οι διατάξεις του τελωνειακού κώδικα τέθηκαν σε εφαρμογή με τον Bundesgesetz betreffend ergδnzende Regelungen zur Durchfόhrung des Zollrechts der Europδischen Gemeinschaften (ομοσπονδιακό νόμο σχετικά με συμπληρωματικές διατάξεις εφαρμογής του τελωνειακού δικαίου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων), της 23ης Αυγούστου 1994 (2) .
15 Το άρθρο 80 του ανωτέρω νόμου προβλέπει ότι, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής των δασμών, καταβάλλονται επιπλέον τόκοι υπερημερίας. Στην περίπτωση αυτή, το ετήσιο επιτόκο είναι κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερο από το επιτόκιο του πιστωτικού τόκου.
16 Το άρθρο 108, παράγραφος 1, του ZollR-DG ρυθμίζει την προσαύξηση των δασμών και έχει ως εξής:
«Εφόσον γεννάται - πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 2 - τελωνειακή οφειλή κατά τα άρθρα 202 έως 205 ή 210 ή 211 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ή πρέπει να εισπραχθούν εκ των υστέρων δασμοί κατά το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα, επιβάλλεται [...] προσαύξηση των δασμών, η οποία αντιστοιχεί στο ποσό των τόκων υπερημερίας που θα έπρεπε να καταβληθούν για το διάστημα μεταξύ της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής και της βεβαιώσεώς της ή, στην περίπτωση της εκ των υστέρων επιβολής δασμών κατά το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα, για το διάστημα μεταξύ του απαιτητού της αρχικώς βεβαιωθείσας τελωνειακής οφειλής και της βεβαιώσεως της οφειλής των εκ των υστέρων επιβαλλόμενων δασμών.»
ΙΙ - Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
17 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι στις 24 Νοεμβρίου 1998 το Hauptzollamt Linz (κεντρικό τελωνείο του Λιντς) (Αυστρία) (3) αποδέχθηκε μια τελωνειακή διασάφηση της εταιρίας Hannl+Hofstetter Internationale Spedition GmbH (4) .
18 Στις 12 Δεκεμβρίου 1998 η Hannl επέστησε πάντως την προσοχή του Hauptzollamt στο γεγονός ότι κατά την κατάρτιση της διασαφήσεως είχε παρεισφρήσει ορισμένο σφάλμα.
19 Με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998 το Hauptzollamt προέβη συνεπώς στην εκ των υστέρων βεβαίωση των δασμών, σύμφωνα με το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα. Συναφώς βεβαιώθηκε ποσό 30 694 αυστριακών σελινίων (ATS). Επιπλέον, το Hauptzollamt αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 108, παράγραφος 1, του ZollR-DG, να επιβάλει προσαύξηση των δασμών ίση με 2 157 ATS.
20 Η Hannl υπέβαλε αίτηση θεραπείας σχετικά με την απόφαση αυτή ενώπιον του Hauptzollamt και στη συνέχεια διοικητική προσφυγή ενώπιον της Finanzlandesdirektion fόr Wien, Niederφsterreich und Burgenland (Δημοσιονομικής Διευθύνσεως για τα ομόσπονδα κράτη Βιένη, Κάτω Αυστρία και Burgenland) (Αυστρία).
21 Η ανωτέρω Δημοσιονομική Διεύθυνση επιβεβαίωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθορίζοντας παράλληλα τη βάση μετρήσεως της προσαυξήσεως (228 668 ATS, από τα οποία 30 694 ATS για δασμούς και 197 974 ATS για φόρο κύκλου εργασιών λόγω εισαγωγής), το ετήσιο επιτόκιο (5,66 %) και τις περιόδους υπερημερίας (το διάστημα από 15 Νοεμβρίου 1998 μέχρι 14 Δεκεμβρίου 1998 και το διάστημα από 15 Δεκεμβρίου 1998 μέχρι 14 Ιανουαρίου 1999).
22 Κατόπιν αυτού η Hannl άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof, ισχυριζόμενη ότι η προσαύξηση που προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 1, του ZollR-DG είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
23 Το Verwaltungsgerichtshof έκρινε ότι η επίλυση της διαφοράς στην κύρια δίκη εξαρτάται από την ερμηνεία των κοινοτικών τελωνειακών διατάξεων. Συνεπώς αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Αντιβαίνει στις τελωνειακές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου η προβλεπόμενη στο άρθρο 108, παράγραφος 1, του ZollR-DG προσαύξηση των δασμών, η οποία επιβάλλεται στην περίπτωση γενέσεως τελωνειακής οφειλής κατά τα άρθρα 202 έως 205 ή 210 ή 211 του τελωνειακού κώδικα ή στην περίπτωση της εκ των υστέρων επιβολής δασμών κατά το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα και αντιστοιχεί στο ποσό των τόκων υπερημερίας που θα έπρεπε να καταβληθούν για το διάστημα μεταξύ της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής και της βεβαιώσεώς της ή, στην περίπτωση της εκ των υστέρων επιβολής δασμών κατά το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα, για το διάστημα μεταξύ του απαιτητού της αρχικώς βεβαιωθείσας τελωνειακής οφειλής και της εκ των υστέρων βεβαιώσεως της οφειλής;»
ΙΙΙ - Η εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος
24 Το Verwaltungsgerichtshof ερωτά αν αντιβαίνουν στις διατάξεις του τελωνειακού κώδικα οι εθνικές διατάξεις που προβλέπουν ότι:
- σε περίπτωση γενέσεως τελωνειακής οφειλής κατά τα άρθρα 202 έως 205 ή 210 ή 211 του τελωνειακού κώδικα οι δασμοί προσαυξάνονται κατά ποσό ίσο με τους τόκους υπερημερίας που θα οφείλονταν για το διάστημα μεταξύ της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής και της βεβαιώσεώς της και
- σε περίπτωση της εκ των υστέρων επιβολής δασμών κατά το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα οι δασμοί προσαυξάνονται κατά ποσό ίσο με τους τόκους υπερημερίας που θα οφείλονταν για το διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία κατέστη απαιτητή η αρχικώς βεβαιωθείσα τελωνειακή οφειλή και της ημερομηνίας της εκ των υστέρων βεβαιώσεως της οφειλής.
25 Θα ήθελα να υπενθυμίσω εκ προοιμίου ότι το άρθρο 232 του τελωνειακού κώδικα επιβάλλει την καταβολή τόκων υπερημερίας μόνο για τον μετά τη βεβαίωση της τελωνειακής οφειλής χρόνο. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι ο οφειλέτης πρέπει να καταβάλει τόκους υπερημερίας, αν δεν εξοφλήσει τους δασμούς εντός προθεσμίας η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δέκα ημέρες από τη γνωστοποίηση του ποσού των δασμών.
26 Στην προκειμένη περίπτωση όμως, το άρθρο 108 του ZollR-DG επιβάλλει την καταβολή τόκων υπερημερίας για χρονικό διάστημα πριν από τη βεβαίωση της τελωνειακής οφειλής. Το άρθρο αυτό δηλαδή διευκρινίζει ότι η προσαύξηση καλύπτει το διάστημα μεταξύ της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής και της βεβαιώσεώς της (όταν η τελωνειακή οφειλή γεννάται κατά τα άρθρα 202 έως 205, 210 ή 211 του τελωνειακού κώδικα) ή το διάστημα μεταξύ του απαιτητού της αρχικώς βεβαιωθείσας τελωνειακής οφειλής και της εκ των υστέρων βεβαιώσεως (όταν επιβάλλονται εκ των υστέρων δασμοί κατά το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα).
27 Αντικείμενο επομένως του προδικαστικού ερωτήματος του Verwaltungsgerichtshof είναι να εξακριβωθεί κατά πόσον το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν τόκους υπερημερίας για διαστήματα μη καλυπτόμενα από το άρθρο 232 του τελωνειακού κώδικα.
28 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο εν λόγω ερώτημα, ενδείκνυται να υπενθυμιστούν με συντομία οι αρχές που διέπουν την εξουσία των κρατών μελών να θεσπίζουν μέτρα για τη διασφάλιση της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
29 Από πάγια νομολογία (5) προκύπτει ότι, οσάκις κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει ειδική κύρωση σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεών της ή παραπέμπει, ως προς το σημείο αυτό, στις εθνικές διατάξεις, το άρθρο 10 ΕΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε πρόσφορο μέτρο που θα εγγυάται την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Προς τούτο, μολονότι διατηρούν διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των κυρώσεων, τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε να προβλέπονται κυρώσεις για τις παραβάσεις της κοινοτικής ρυθμίσεως υπό ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις που να είναι ανάλογες προς τις ισχύουσες για παραβάσεις παρεμφερούς φύσεως και σημασίας του εθνικού δικαίου και, εν πάση περιπτώσει, να προσδίδουν στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα.
30 Όσον αφορά τις τελωνειακές παραβάσεις, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει (6) ότι, ελλείψει εναρμονίσεως της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα αυτό, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να επιλέγουν τις κυρώσεις που κρίνουν κατάλληλες. Οφείλουν πάντως να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή τηρώντας το κοινοτικό δίκαιο και τις γενικές αρχές του και, κατά συνέπεια, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας.
31 Εν προκειμένω πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστούν οι περιπτώσεις στις οποίες η αυστριακή νομοθεσία επιβάλλει την καταβολή τόκων υπερημερίας. Όπως εξέθεσα ήδη, πρόκειται για τις περιπτώσεις στις οποίες η τελωνειακή οφειλή γεννάται κατά τα άρθρα 202 έως 205, 210 και 211 του τελωνειακού κώδικα και για τις περιπτώσεις στις οποίες επιβάλλονται εκ των υστέρων δασμοί κατά το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα.
32 Τα άρθρα 202 έως 205, 210 και 211 του τελωνειακού κώδικα αφορούν τις περιπτώσεις στις οποίες η γένεση της τελωνειακής οφειλής αποτελεί απόρροια συμπεριφοράς που συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Τα άρθρα 202 έως 205 προβλέπουν συγκεκριμένα ότι τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
- από την παράτυπη εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς ή, προκειμένου για εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς και ευρισκόμενο σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη, από την παράτυπη εισαγωγή του σε άλλο τμήμα του εν λόγω εδάφους (7),
- από την υπεξαίρεση υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση (8),
- από τη μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγεται για ορισμένο εμπόρευμα η παραμονή του σε προσωρινή εναπόθεση ή η χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί (9) ή από τη μη τήρηση ενός από τους όρους που έχουν καθοριστεί για την υπαγωγή εμπορεύματος υπό το καθεστώς αυτό ή για την έγκριση μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού λόγω της χρησιμοποίησης του εμπορεύματος για ειδικούς σκοπούς (10),
- από την κατανάλωση ή τη χρησιμοποίηση, σε ελεύθερη ζώνη ή σε ελεύθερη αποθήκη, εμπορεύματος που υπόκειται σε δασμούς, υπό όρους άλλους από εκείνους που προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία (11).
33 Ομοίως, τα άρθρα 210 και 211 του τελωνειακού κώδικα ορίζουν ότι τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή γεννάται:
- με την έξοδο από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, χωρίς διασάφηση, εμπορεύματος υποκειμένου σε εξαγωγικούς δασμούς και
- από τη μη τήρηση των όρων που επέτρεψαν την έξοδο του εμπορεύματος από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας με ολική ή μερική απαλλαγή από τους εξαγωγικούς δασμούς.
34 Το δε άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα αφορά, όπως εξέθεσα ήδη, τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το ποσό των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με το άρθρο 218 του τελωνειακού κώδικα. Όπως τόνισε η Αυστριακή Κυβέρνηση (12), πρόκειται βασικά για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο επιχειρηματίας έχει διαβιβάσει εσφαλμένα ή ανεπαρκή στοιχεία στις τελωνειακές αρχές, αφού το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β β, αποκλείει ρητά τη δυνατότητα της εκ των υστέρων βεβαιώσεως, αν έχει υπάρξει λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών.
35 Καθόσον γνωρίζω, η κοινοτική νομοθεσία δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις όσον αφορά τις διάφορες αυτές περιπτώσεις.
36 Ούτε στον τελωνειακό κώδικα ούτε στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993 (13), απαντά, κατά τη γνώμη μου, καμία διάταξη που να προβλέπει ειδικές κυρώσεις όταν η τελωνειακή οφειλή γεννάται λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων που αφορούν την εισαγωγή ή την εξαγωγή εμπορευμάτων προς ή από την Κοινότητα. Ομοίως, δεν διαπίστωσα να υπάρχει καμία διάταξη που να επιβάλλει κύρωση στην περίπτωση κατά την οποία, λόγω της συμπεριφοράς του επιχειρηματία, οι αρχές δεν μπόρεσαν να βεβαιώσουν τους δασμούς αμέσως μετά τη γένεση της τελωνειακής οφειλής.
37 Κατά συνέπεια, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η Hannl, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να θεσπίζουν τις κυρώσεις που κρίνουν ενδεδειγμένες στον εν λόγω τομέα. Επομένως, η Δημοκρατία της Αυστρίας εγκύρως θέσπισε το μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 108 του ZollR-DG.
38 Σύμφωνα όμως με την ανωτέρω παρατεθείσα νομολογία (14), το μέτρο αυτό πρέπει να είναι σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο, και συγκεκριμένα με την αρχή της αναλογικότητας.
39 Συναφώς είμαι της γνώμης ότι ο σκοπός της επίμαχης προσαυξήσεως είναι αναμφισβήτητα σύμφωνος με το κοινοτικό δίκαιο.
40 Συγκεκριμένα, όπως τόνισε η Αυστριακή Κυβέρνηση (15), το πρόβλημα που δημιουργείται όταν η τελωνειακή οφειλή γεννάται κατά τα άρθρα 202 έως 205, 210 ή 211 του τελωνειακού κώδικα ή όταν για την τελωνειακή οφειλή πραγματοποιείται εκ των υστέρων είσπραξη δεν έγκειται στην καθυστέρηση του οφειλέτη να εξοφλήσει το χρέος του. Το πρόβλημα οφείλεται στο γεγονός ότι, λόγω της συμπεριφοράς του επιχειρηματία, οι τελωνειακές αρχές δεν είναι πάντα σε θέση να προβούν αμέσως στη βεβαίωση της τελωνειακής οφειλής ή να καθορίσουν επακριβώς το ποσό της οφειλής και τον οφειλέτη. Επομένως, ενδέχεται να διαρρεύσει αρκετός χρόνος μεταξύ της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής και της (εκ των υστέρων) βεβαιώσεώς της.
41 Στις περιπτώσεις αυτές οι τελωνειακές αρχές υφίστανται οικονομική ζημία λόγω της καθυστερημένης βεβαιώσεως της τελωνειακής οφειλής και παράλληλα οι επιχειρηματίες αποκομίζουν κέρδος από την καθυστερημένη εξόφληση του χρέους τους.
42 Με δεδομένο το ανωτέρω πλαίσιο, σκοπός της επίμαχης προσαυξήσεως είναι η εξουδετέρωση του οφέλους που αποκομίζουν οι επιχειρηματίες που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η τελωνειακή νομοθεσία ή διαβιβάζουν εσφαλμένα στοιχεία στις αρμόδιες αρχές. Όπως τόνισε η Αυστριακή Κυβέρνηση (16), αν δεν υπήρχε το εν λόγω μέτρο, οι επιχειρηματίες που επιδεικνύουν παράνομη ή αμελή συμπεριφορά θα περιέρχονταν, λόγω της (εκ των υστέρων) καθυστερημένης βεβαιώσεως της οφειλής τους, σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι των επιχειρηματιών των οποίων η συμπεριφορά καθιστά δυνατή την ταχεία εξόφληση της τελωνειακής οφειλής.
43 Η επίμαχη προσαύξηση αποσκοπεί συνεπώς να λειτουργήσει ως κίνητρο για την εκ μέρους των επιχειρηματιών εκπλήρωση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει η τελωνειακή νομοθεσία. Είναι προφανές ότι ο σκοπός αυτός είναι σύμφωνος με το κοινοτικό δίκαιο (17).
44 Όσον αφορά το ύψος της επίμαχης προσαυξήσεως, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία (18), πρέπει να έχει καθοριστεί κατά τρόπο που να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας και υπό συνθήκες ανάλογες με αυτές που ισχύουν στο εθνικό δίκαιο για παραβάσεις της ίδιας φύσεως και βαρύτητας. Με τις αποφάσεις Siesse (19) και De Andrade (20) πάντως, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στον έλεγχο αυτό.
45 Επομένως, στην προκειμένη υπόθεση εναπόκειται στο Verwaltungsgerichtshof να κρίνει κατά πόσον το ύψος της προσαυξήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 1, του ZollR-DG συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας και αντιστοιχεί στο ύψος των κυρώσεων που επιβάλλονται κατά το εθνικό δίκαιο για παρεμφερείς παραβάσεις. Προς τούτο το εθνικό δικαστήριο θα μπορεί να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η επίμαχη προσαύξηση απλώς εξουδετερώνει το όφελος που αποκομίζουν οι επιχειρηματίες από την τελωνειακή παράβαση, χωρίς ουσιαστικά να τους επιβάλλει κύρωση. Εν πάση περιπτώσει, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει κατά πόσον το ποσοσστό 5,66 %, το οποίο φαίνεται εύλογο, αντιστοιχεί στον συντελεστή που ισχύει κατά το εθνικό δίκαιο για παραβάσεις της ίδιας φύσεως και βαρύτητας.
46 Με την επιφύλαξη του ανωτέρω ελέγχου, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι ο τελωνειακός κώδικας δεν απαγορεύει μέτρα όπως αυτό που προβλέπεται στο άρθρο 108 του ZollR-DG.
IV - Πρόταση
47 Για τους ανωτέρω λόγους προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο ερώτημα του Verwaltungsgerichtshof:
«Δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, οι εθνικές διατάξεις που προβλέπουν ότι:
- σε περίπτωση γενέσεως τελωνειακής οφειλής κατά τα άρθρα 202 έως 205 ή 210 ή 211 του κανονισμού 2913/92 οι δασμοί προσαυξάνονται κατά ποσό ίσο με τους τόκους υπερημερίας που θα οφείλονταν για το διάστημα μεταξύ της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής και της βεβαιώσεώς της και
- σε περίπτωση της εκ των υστέρων επιβολής δασμών κατά το άρθρο 220 του κανονισμού 2913/92 οι δασμοί προσαυξάνονται κατά ποσό ίσο με τους τόκους υπερημερίας που θα οφείλονταν για το διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία κατέστη απαιτητή η αρχικώς βεβαιωθείσα τελωνειακή οφειλή και της ημερομηνίας της εκ των υστέρων βεβαιώσεως της οφειλής,
υπό την προϋπόθεση ότι το ύψος των τόκων έχει καθοριστεί κατά τρόπο που να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας και υπό συνθήκες ανάλογες με αυτές που ισχύουν στο εθνικό δίκαιο για παραβάσεις της ίδιας φύσεως και βαρύτητας. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει κατά πόσον η επίμαχη προσαύξηση είναι σύμφωνη με τις αρχές αυτές.»
(1) - ΕΕ L 302, σ. 1 (στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
(2) - BGBl. 1994/659 (στο εξής: ZollR-DG).
(3) - Στο εξής: Hauptzollamt.
(4) - Στο εξής: Hannl.
(5) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88 (Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψεις 23 και 24), της 10ης Ιουλίου 1990, C-326/88, Hansen (Συλλογή 1990, σ. I-2911, σκέψη 17), της 2ας Οκτωβρίου 1991, C-7/90, Vandevenne κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-4371, σκέψη 11), της 8ης Ιουνίου 1994, C-382/92 και C-383/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1994, σ. I-2435, σκέψη 55, και σ. I-2479, σκέψη 40), της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-36/94, Siesse (Συλλογή 1995, σ. I-3573, σκέψη 20), και της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-213/99, De Andrade (Συλλογή 2000, σ. I-11083, σκέψη 20).
(6) - Βλ. μεταξύ άλλων, την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-210/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1992, I-6735, σκέψη 19), καθώς και τις προπαρατεθείσες στην υποσημ. 6 αποφάσεις Siesse (σκέψη 21) και De Andrade (σκέψη 20).
(7) - Άρθρο 202, παράγραφος 1.
(8) - Άρθρο 203, παράγραφος 1.
(9) - Άρθρο 204, παράγραφος 1, στοιχείο αα.
(10) - Άρθρο 204, παράγραφος 1, στοιχείο ββ.
(11) - Άρθρο 205, παράγραφος 1.
(12) - Βλ. το σημείο 11 των γραπτών παρατηρήσεών της.
(13) - Κανονισμός για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1).
(14) - Προπαρατεθείσες στην υποσημ. 6 αποφάσεις Siesse (σκέψεις 22 έως 24) και De Andrade (σκέψεις 21 έως 24).
(15) - Βλ. τα σημεία 9 έως 13 των γραπτών παρατηρήσεών της.
(16) - Όπ. π., σημεία 21 και 22.
(17) - Βλ. κατ' αναλογία τις προπαρατεθείσες στην υποσημ. 6 αποφάσεις Siesse (σκέψη 22) και De Andrade (σκέψη 22).
(18) - Βλ. τις προπαρατεθείσες στην υποσημ. 6 αποφάσεις Siesse (σκέψη 24) και De Andrade (σκέψη 24).
(19) - Προπαρατεθείσα στην υποσημ. 6 (σκέψη 24).
(20) - Προπαρατεθείσα στην υποσημ. 6 (σκέψη 24).
Full & Egal Universal Law Academy