ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 16ης Σεπτεμβρίου 2003(1)
Υπόθεση C-102/02
Ingeborg Beuttenmüller
κατά
Land Baden-Württemberg
[αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του Verwaltungsgericht Stuttgart (Γερμανία)]
Ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και υπηρεσιών – Αναγνώριση τίτλων σπουδών – Γενικά συστήματα – Οδηγίες 89/48/ΕΟΚ και 92/51/ΕΟΚ – Δάσκαλοι και καθηγητές της πρωτοβάθμιας εκπαιδεύσεως – Δίπλωμα που αποκτήθηκε στην Αυστρία μετά από εκπαίδευση δύο ετών – Αναγνώριση στη Βάδη-Βυρτεμβέργη (Γερμανία) – Αναγνώριση υπό τον όρο ότι ο τίτλος πιστοποιεί ανώτερη εκπαίδευση τουλάχιστον τριών ετών και βεβαιώνει τα προσόντα του κατόχου για τη διδασκαλία δύο μαθημάτων
1. Τα προδικαστικά ερωτήματα που θέτει το Verwaltungsgericht (πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο) της Στουτγάρδης αφορούν τα γενικά συστήματα αναγνωρίσεως της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που περιγράφονται στις οδηγίες 89/48/ΕΟΚ (2) και 92/51/ΕΟΚ (3) .
2. Τα υποβαλλόμενα έξι προδικαστικά ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς επί των αποτελεσμάτων που έχει στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, ομόσπονδο κράτος (Land) της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δίπλωμα που αποκτήθηκε στην Αυστρία και που παρέχει τη δυνατότητα ασκήσεως του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού σε σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαιδεύσεως.
I – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαφορά της κύριας δίκης
3. Η Ingebοrg Beuttenmüller είναι αυστριακή υπήκοος, η οποία, μετά την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, ακολούθησε στη χώρα της (4) σπουδές διάρκειας τεσσάρων εξαμήνων, μετά το πέρας των οποίων απέκτησε το δίπλωμα της δασκάλας.
4. Από το 1978 έως το 1988 άσκησε το επάγγελμα της δασκάλας σε δημόσια σχολεία του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Αυστρίας. Από το 1991 και μέχρι το 1993 εργάστηκε στη Βάδη-Βυρτεμβέργη ως εκπαιδευτικός σε εκκλησιαστικό ίδρυμα για την ενίσχυση των προσφύγων νεαρής ηλικίας. Στις 6 Δεκεμβρίου 1993 άρχισε να διδάσκει με καθεστώς ιδιωτικού υπαλλήλου σε δημόσια σχολεία του ως άνω γερμανικού ομόσπονδου κράτους.
5. Εντούτοις, η Ι. Beuttenmüller υπάγεται σε κατηγορία κατώτερη αυτής των καθηγητών που είχαν την απαιτούμενη στη Βάδη-Βυρτεμβέργη εκπαίδευση και λαμβάνει χαμηλότερη αμοιβή από αυτούς (5) . Για τους λόγους αυτούς, ζήτησε με έγγραφο της 16ης Μαρτίου 1998 από το Οberschulamt Stuttgart (διοικητικό όργανο αρμόδιο για εκπαιδευτικά θέματα), βάσει των οδηγιών 89/48 και 92/51, να αναγνωριστεί το αυστριακό δίπλωμά της ως ισότιμο με τα διπλώματα που χορηγούνται στο ομόσπονδο κράτος στο οποίο εργάζεται, καθώς και να υπαχθεί σε υψηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο (6) .
6. Κατά τη διοικητική διαδικασία, η προσφεύγουσα προσκόμισε έγγραφο του Stadtschulrat (συμβουλίου του Δήμου για σχολικά θέματα) της Βιέννης, της 8ης Απριλίου 1999, στο οποίο αναφέρεται ότι η εκπαίδευση διάρκειας τεσσάρων εξαμήνων στην Αυστρία παρέχει τη δυνατότητα διορισμού στη θέση δασκάλου σε σχολείο της πρωτοβάθμιας εκπαιδεύσεως, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν κενές θέσεις. Ωστόσο, η εργασιακή κατάταξη όσων ακολούθησαν την εκπαίδευση αυτή είναι κατώτερη (7) από αυτή των δασκάλων που παρακολούθησαν εκπαίδευση διάρκειας έξι εξαμήνων (8) , εκτός αν ακολούθησαν συμπληρωματικές σπουδές και πέρασαν επιτυχώς εξετάσεις σύγχρονων ξένων γλωσσών και προσχολικής εκπαιδεύσεως ή γενικής παιδαγωγικής για μαθητές με ειδικές ανάγκες στα μαθήματα που περιλαμβάνονται στα εκπαιδευτικά προγράμματα. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά τον διορισμό, τα δύο είδη σπουδών αναγνωρίζονται ως ισότιμα (9) .
7. Το Οberschulamt της Στουτγάρδης απέρριψε τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας με έγγραφο της 26ης Αυγούστου 1999, ανακοινώνοντάς της ότι οι σπουδές της δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν ως ισότιμες με τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση του επαγγέλματος του δασκάλου στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως στη Βάδη-Βυρτεμβέργη. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με νέα απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2000.
8. Στις 20 Δεκεμβρίου 2000, η I. Beuttenmüller άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht της Στουτγάρδης, ζητώντας να ακυρωθούν οι επίδικες διοικητικές πράξεις και να υποχρεωθεί η καθής διοίκηση να αναγνωρίσει τον αυστριακό τίτλο σπουδών της δασκάλας ως ισότιμο με το δίπλωμα του εκπαιδευτικού στα σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως της Βάδης-Βυρτεμβέργης ή, εν πάση περιπτώσει, να της επιτρέψει να αποκτήσει, διά των αντίστοιχων μέτρων αντισταθμιστικού χαρακτήρα, τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ισοτιμίας αυτής.
II – Τα προδικαστικά ερωτήματα
9. Το Verwaltungsgericht της Στουτγάρδης, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα αιτήματα της προσφεύγουσας στηρίζονται στην άμεση εφαρμογή των οδηγιών 89/48 και 92/51, καθώς και τους διάφορους ισχυρισμούς που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης, αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει άμεση εφαρμογή το άρθρο 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, υπό την έννοια ότι ο πολίτης ενός κράτους μέλους έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί απ’ ευθείας τις διατάξεις της σε περίπτωση που η μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο έγινε κατά τρόπο που αντιβαίνει στην οδηγία;
2) Έχει άμεση εφαρμογή το άρθρο 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Iουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ υπό την έννοια ότι ο πολίτης ενός κράτους μέλους έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί τις εν λόγω διατάξεις, σε περίπτωση που δεν έχουν ληφθεί εμπροθέσμως τα μέτρα για την εφαρμογή της, έναντι όλων των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, οι οποίες αντιβαίνουν στην οδηγία;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα και/ή στο δεύτερο ερώτημα:
3) Αντιβαίνει στην οδηγία 89/48/ΕΟΚ [...] ή στην οδηγία 92/51/ΕΟΚ [...] κανονιστική ρύθμιση του εθνικού δικαίου (εν προκειμένω η κανονιστική πράξη του Υπουργού Πολιτισμού του ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης της 15ης Αυγούστου 1996 για τη μεταφορά της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ [...] για τους εργαζομένους ως δασκάλους, η οποία για την αναγνώριση πιστοποιητικού σπουδών δασκάλου ή καθηγητή το οποίο έχει αποκτηθεί ή αναγνωριστεί σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
α) απαιτεί σε κάθε περίπτωση την προηγούμενη συμπλήρωση σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών,
β) απαιτεί όπως το πιστοποιητικό σπουδών καλύπτει τουλάχιστον δύο από τα υποχρεωτικώς προβλεπόμενα στο πρόγραμμα διδασκαλίας της Βάδης-Βυρτεμβέργης μαθήματα;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
4) Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 1, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ υπό την έννοια ότι εξομοιώνεται το πιστοποιητικό σπουδών για την απασχόληση ως δασκάλου, το οποίο αποκτήθηκε στην Αυστρία κατόπιν προηγούμενης διετούς εκπαιδεύσεως, προς δίπλωμα κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, εφόσον η αρμόδια αυστριακή αρχή βεβαιώνει ότι ο τίτλος σπουδών που αποκτάται κατόπιν της διετούς εκπαιδεύσεως πρέπει να θεωρείται στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 1, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ ως ισότιμο με το επί του παρόντος χορηγούμενο δίπλωμα (πιστοποιητικό σπουδών) κατόπιν συμπληρώσεως τριετούς κύκλου σπουδών και ότι στην Αυστρία το δίπλωμα αυτό παρέχει τα ίδια δικαιώματα όσον αφορά την πρόσβαση στο επάγγελμα του δασκάλου σε δημόσιο δημοτικό σχολείο ή την άσκηση του;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
5) Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ όσον αφορά την αναγνώριση πιστοποιητικών σπουδών για το επάγγελμα του δασκάλου ή του καθηγητή υπό την έννοια ότι ο προβλεπόμενος στο άρθρο αυτό "κύκλος μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας άνω των τεσσάρων ετών" περιλαμβάνει μόνον την ολοκλήρωση σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (ανώτατη ή ανώτερη τριτοβάθμια εκπαίδευση) ή πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο αυτό υπό την έννοια ότι στον "κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας άνω των τεσσάρων ετών" περιλαμβάνεται και η πρακτική άσκηση (πρακτική άσκηση πριν από τον διορισμό);
6) Στην περίπτωση που το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ εφαρμόζεται στα πιστοποιητικά σπουδών για την άσκηση του επαγγέλματος του δασκάλου που έχουν αποκτηθεί κατόπιν μόνον διετούς φοιτήσεως σε ανώτατο ή ανώτερο ίδρυμα της τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως:
Αν η οδηγία 92/51/ΕΟΚ δεν έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 17 της οδηγίας, απορρέει από το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της ίδιας οδηγίας αξίωση για αναγνώριση ως ισότιμου του αποκτηθέντος σε ένα κράτος μέλος πιστοποιητικού σπουδών για την άσκηση του επαγγέλματος του δασκάλου με τον αντίστοιχο τίτλο σπουδών που απαιτείται για την άσκηση του επαγγέλματος του δασκάλου στο κράτος μέλος υποδοχής, χωρίς το κράτος μέλος υποδοχής να έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει προηγουμένως –εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς τούτο– αντισταθμιστικά προσόντα σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ;»
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
10. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Επιτροπή και η Αυστριακή Κυβέρνηση.
11. Επειδή κανένας από τους ενδιαφερομένους δεν ζήτησε να αναπτύξει τις παρατηρήσεις του προφορικώς, το Δικαστήριο αποφάσισε να μη διεξαχθεί προφορική διαδικασία, κατά το άρθρο 104, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.
IV – Η αναγνώριση στο κοινοτικό δίκαιο των τίτλων σπουδών που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση
Α – Το πρωτογενές δίκαιο
12. Το άρθρο 3 ΕΚ, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, αναφέρει ότι ένα από τα μέσα για την επίτευξη των σκοπών της Κοινότητας που διαλαμβάνονται στο άρθρο 2 ΕΚ είναι η καθιέρωση «εσωτερικής αγοράς, την οποία θα χαρακτηρίζει η εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων μεταξύ των κρατών» (10) .
13. Το μέσο αυτό πρέπει να χρησιμοποιείται χωρίς διάκριση λόγω ιθαγένειας, όπως απαιτεί το άρθρο 12 ΕΚ (πρώην άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ), στο πρώτο εδάφιό του, και επικυρώνει το άρθρο 43 ΕΚ (πρώην άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ), το οποίο προβλέπει, επίσης στο πρώτο εδάφιό του, ότι «οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται» (11) . Η τελευταία αυτή διάταξη εξασφαλίζει, επομένως, την εφαρμογή της προαναφερθείσας γενικής αρχής στο πεδίο του δικαίου εγκαταστάσεως (12) .
14. Ορισμένα από τα εμπόδια την κατάργηση των οποίων επιδιώκει το άρθρο 3 ΕΚ δημιουργούνται, ακριβώς, από τις διατάξεις ή τις απλές διοικητικές πρακτικές των κρατών μελών, οι οποίες συνίστανται στην απαίτηση κατοχής ορισμένων διπλωμάτων, που να έχουν χορηγηθεί από τις δικές τους αρχές, για την άσκηση ορισμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Με αυτόν τον έμμεσο τρόπο, πολλοί Ευρωπαίοι πολίτες βλέπουν, ενδεχομένως, να δυσχεραίνεται η ελευθερία της κυκλοφορίας κατά τρόπο αδικαιολόγητο, με εις βάρος τους διακρίσεις λόγω της ιθαγένειάς τους, δεδομένου ότι τα διπλώματα που απαιτεί ο εκάστοτε κοινοτικός εταίρος είναι αυτά του δικού του εκπαιδευτικού συστήματος.
15. Έχοντας συναίσθηση της πραγματικότητας αυτής και με σκοπό τη διευκόλυνση της προσβάσεως στην άσκηση των μη έμμισθων επαγγελματικών δραστηριοτήτων, η Συνθήκη ανέθεσε στο Συμβούλιο την έκδοση οδηγιών «για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων» (άρθρο 47 ΕΚ, άρθρο 1 –πρώην άρθρο 57, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ) (13) .
16. Ωστόσο, η ελευθερία εγκαταστάσεως χωρίς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας παράγει πλήρως τα αποτελέσματά της, ακόμη και χωρίς την έκδοση των σχετικών οδηγιών. Έτσι έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Reyners (14) . Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη εξακολουθούν, κατ’ αρχήν, να είναι αρμόδια για τη ρύθμιση της χρησιμοποιήσεως των επαγγελματικών τίτλων στην επικράτειά τους. Η αρμοδιότητα, όμως, αυτή έχει όρια, διότι η εφαρμογή της δεν μπορεί να συνιστά εμπόδιο σトην πραγματική άσκηση της ελευθερίας αυτής (15) , η οποία περιορίζεται αδικαιολογήτως όταν ένα κράτος μέλος αρνείται την πρόσβαση σε ορισμένο επάγγελμα σε Ευρωπαίο πολίτη, ο οποίος κατέχει δίπλωμα αναγνωρισμένο ως ισότιμο από την αρμόδια αρχή της χώρας εγκαταστάσεως και ο οποίος, επιπλέον, συγκεντρώνει τις ειδικές προϋποθέσεις επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που απαιτούνται από την έννομη τάξη της εν λόγω χώρας, για τον μοναδικό λόγο ότι δεν κατέχει το αντίστοιχο εθνικό δίπλωμα της χώρας αυτής (16) .
17. Η ανωτέρω θέση βρίσκει το έρεισμά της στην υποχρέωση που έχουν, βάσει του άρθρου 10 ΕΚ (πρώην άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ), τα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη και να απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της (17) . Οδηγεί, επίσης, στο αποτέλεσμα, χωρίς την ανάγκη ειδικών ανά τομέα οδηγιών, ότι ο κοινοτικός εταίρος στον οποίον υποβάλλεται αίτηση προς χορήγηση αδείας για την άσκηση επαγγέλματος στο οποίο η πρόσβαση εξαρτάται, κατά την εθνική νομοθεσία, από την κατοχή διπλώματος ή από επαγγελματική κατάρτιση, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος με σκοπό την άσκηση του ιδίου επαγγέλματος σε άλλο κράτος μέλος και να προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με τα διπλώματα αυτά και των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από τις εθνικές διατάξεις (18) .
18. Εν πάση περιπτώσει, μία κατάσταση χωρίς οδηγίες περί αναγνωρίσεως των διπλωμάτων απέχει πολύ από το ιδανικό, διότι είναι πολύ περίπλοκη η διαδικασία συγκριτικής εξετάσεως μεταξύ των διαφόρων συστημάτων επαγγελματικής εκπαιδεύσεως με διαφορετικές εξετάσεις, ρυθμιζόμενες και οργανωμένες από διάφορα κράτη μέλη (19) .
Β – Το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο
1. Οι τομεακές οδηγίες
19. Προκειμένου να υπερπηδηθούν οι δυσκολίες αυτές και να διευκολυνθεί η πραγματική άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως, κατά τη δεκαετία μεταξύ 1975 και 1985, εκδόθηκαν ειδικές οδηγίες σε σχέση με ορισμένες επαγγελματικές δραστηριότητες. Το σύστημα αυτό, το ονομαζόμενο «τομεακό και κάθετο» (20) , απαιτούσε τη θέσπιση δύο διατάξεων για κάθε επάγγελμα: μιας με σκοπό τον συντονισμό και την εναρμόνιση της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στα κράτη μέλη και μιας για τη ρύθμιση της αυτόματης αναγνωρίσεως των διπλωμάτων.
20. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ρυθμίστηκαν οι επαγγελματικές δραστηριότητες των ιατρών (21) , των νοσηλευτών (22) , των οδοντιάτρων (23) , των κτηνιάτρων (24) , των μαιών (25) , των αρχιτεκτόνων (26) και των φαρμακοποιών (27) .
2. Οι οδηγίες γενικού περιεχομένου
21. Η διαδικασία εκδόσεως των επτά «τομεακών οδηγιών» υπήρξε αργή και οι πρακτικές συνέπειες περιορισμένες, για τον λόγο δε αυτόν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που συνήλθε στο Φονταινεμπλώ στις 25 και 26 Ιουνίου 1984, πρότεινε την εφαρμογή «ενός γενικού συστήματος ισοτιμίας των πανεπιστημιακών πτυχίων, προκειμένου να υλοποιηθεί το δικαίωμα της ελεύθερης εγκαταστάσεως εντός της Κοινότητας» (28) .
22. Αυτή ήταν η αφετηρία της οδηγίας 89/48, η οποία περιγράφει ένα γενικό σύστημα οριζόντιας δομής (29) , βασισμένο στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης (30) . Η αρχή αυτή επιτρέπει το συμπέρασμα ότι τα είδη επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που απαιτούνται σε διάφορα κράτη μέλη για συγκεκριμένο επάγγελμα είναι συγκρίσιμα μεταξύ τους.
α) Η οδηγία 89/48
23. Η οδηγία έχει ως σκοπό τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των υπηρεσιών, επιτρέποντας στους πολίτες της Κοινότητας που απέκτησαν τα προσόντα τους σε ένα κράτος μέλος να τα χρησιμοποιήσουν σε άλλο κράτος μέλος.
24. Ως εκ τούτου, εφαρμόζεται σε όλους τους πολίτες ενός κράτους μέλους οι οποίοι, ως κάτοχοι τίτλου επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, προτίθενται να ασκήσουν, ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή μισθωτοί, νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος, με εξαίρεση τα επαγγέλματα που διέπονται από ειδική οδηγία που καθιερώνει αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων μεταξύ των κρατών μελών, οπότε εφαρμόζεται ο ειδικός κανόνας (άρθρο 2).
25. Για τους σκοπούς της οδηγίας ως «δίπλωμα» νοείται κάθε έγγραφο (31) που έχει χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, το οποίο πιστοποιεί ότι ο κάτοχός του παρακολούθησε με επιτυχία κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών, διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών σε πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή άλλο ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου (και, ενδεχομένως, και επαγγελματική εκπαίδευση που απαιτείται επιπλέον του κύκλου σπουδών) και από το οποίο προκύπτει ότι ο κάτοχός του διαθέτει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα για να αναλάβει ή να ασκήσει επάγγελμα που είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο εν λόγω κράτος μέλος (άρθρο 1, στοιχείο α΄, πρώτο εδάφιο).
26. Το δεύτερο εδάφιο της ίδιας διατάξεως εξομοιώνει προς τον ως άνω τίτλο εκπαιδεύσεως τα διπλώματα, πιστοποιητικά ή άλλους τίτλους οι οποίοι πιστοποιούν εκπαίδευση εντός της Κοινότητας και που αναγνωρίζονται από αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που τα χορήγησε ως ισοτίμου επιπέδου και τα οποία παρέχουν τα ίδια δικαιώματα προσβάσεως σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή ασκήσεώς του (32) .
27. Ένα επάγγελμα θεωρείται νομικά κατοχυρωμένο σε ένα κράτος μέλος όταν αποτελεί επαγγελματική δραστηριότητα για την πρόσβαση στην οποία, για την άσκησή της ή για έναν τρόπο εξασκήσεώς της απαιτείται, αμέσως ή εμμέσως, βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, η κατοχή διπλώματος (άρθρο 1, στοιχεία γ΄ και δ΄). Με άλλα λόγια, όταν η έννομη τάξη εγκαθιδρύει καθεστώς που έχει ως αποτέλεσμα να επιφυλάσσεται ρητώς η επαγγελματική αυτή δραστηριότητα μόνο στα πρόσωπα που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις και να απαγορεύεται η πρόσβαση σ’ αυτήν στα πρόσωπα που δεν τις πληρούν (33) ή όταν υφίσταται νομικός έλεγχος της προσβάσεως στο επάγγελμα αυτό ή της ασκήσεώς του (34) .
28. Το άρθρο 3, που αποτελεί έκφραση της προαναφερθείσας αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, καθιερώνει το τεκμήριο ότι είναι ισότιμες οι σπουδές που έχουν ακολουθηθεί σε διαφορετικά κράτη μέλη για την απόκτηση τίτλου ασκήσεως ενός επαγγέλματος, ορίζοντας τα εξής:
«Όταν, στο κράτος μέλος υποδοχής, η πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή η εξάσκησή του προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος, η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αρνείται σε υπήκοο κράτους μέλους την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή την εξάσκησή του, υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, επικαλούμενη την έλλειψη προσόντων:
α) αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα που επιβάλλεται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την εξάσκησή του στο έδαφός του και το οποίο έχει ληφθεί σε ένα κράτος μέλος, ή
β) αν ο αιτών έχει εξασκήσει το επάγγελμα αυτό με πλήρη απασχόληση επί δύο έτη κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών σε άλλο κράτος μέλος που δεν κατοχυρώνει νομοθετικά αυτό το επάγγελμα, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ΄, και του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, εδάφιο πρώτο, και έχει αποκτήσει έναν ή περισσότερους τίτλους εκπαίδευσης:
– που έχουν χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του κράτους αυτού,
– από τους οποίους προκύπτει ότι ο κάτοχός τους παρακολούθησε με επιτυχία κύκλο σπουδών μετά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών, ή ισοδύναμης διάρκειας με ελαστική παρακολούθηση, σε πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή άλλο ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου ενός κράτους μέλους και, ενδεχομένως, ότι παρακολούθησε με επιτυχία την επαγγελματική εκπαίδευση που απαιτείται επιπλέον του κύκλου σπουδών μετά τη δευτεροβάθμια, και
– που προετοίμασαν τον αιτούντα για την εξάσκηση του εν λόγω επαγγέλματος.
Εξομοιώνεται προς τον τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, οποιοσδήποτε τίτλος ή σύνολο τίτλων έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή σε κράτος μέλος, εφόσον πιστοποιεί εκπαίδευση που έχει αποκτηθεί εντός της Κοινότητας και αναγνωρίζεται από αυτό το κράτος μέλος ως ισοδύναμου επιπέδου, υπό τον όρο ότι η αναγνώριση αυτή έχει κοινοποιηθεί στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή.»
29. Ωστόσο, το ως άνω τεκμήριο δεν είναι αμάχητο, αλλ’ επιδέχεται απόδειξη περί του αντιθέτου. Είναι δυνατόν η διάρκεια της εκπαιδεύσεως που ακολουθήθηκε από τον ενδιαφερόμενο σε ένα κράτος μέλος προελεύσεως για την απόκτηση του διπλώματος να είναι μικρότερη από την απαιτούμενη στο κράτος μέλος υποδοχής ή να υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των σπουδών που ακολουθούνται σε δύο διαφορετικά κράτη ή στο πεδίο ασκήσεως του επαγγέλματος. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το άρθρο 4 της οδηγίας επιτρέπει στον δεύτερο κοινοτικό εταίρο να εφαρμόζει, αναλόγως της περιπτώσεως, τρία μέτρα αντισταθμιστικού χαρακτήρα (35) .
30. Το πρώτο μέτρο συνίσταται στην απαίτηση να προσκομίσει ο ενδιαφερόμενος απόδειξη συμπληρωματικής επαγγελματικής πείρας, με σκοπό να αμβλυνθεί η διαφορά στη διάρκεια της εκπαιδεύσεως τουλάχιστον ενός έτους. Ο απαιτούμενος χρόνος εξαρτάται από διάφορες παραμέτρους, αλλά δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να υπερβαίνει τα τέσσερα έτη. Ως επαγγελματική πείρα νοείται «η πραγματική και νομική άσκηση του σχετικού επαγγέλματος σ’ ένα κράτος μέλος» (36) .
31. Η πρακτική άσκηση προσαρμογής και η δοκιμασία αποκτήσεως επάρκειας αποτελούν τα άλλα δύο μέτρα αντισταθμιστικού χαρακτήρα. Εφαρμόζονται μόνο για να θεραπεύσουν ουσιώδεις διαφορές στην εκπαίδευση ή στο πεδίο της επαγγελματικής δραστηριότητας. Η περίοδος της πρακτικής ασκήσεως, η οποία δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να υπερβαίνει τα τρία έτη, έγκειται στην άσκηση του επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής, υπό την ευθύνη αναγνωρισμένου επαγγελματία (37) . Η δοκιμασία αποκτήσεως επάρκειας είναι εξέταση επί των επαγγελματικών γνώσεων που είναι αναγκαίες για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας στο εν λόγω κράτος μέλος και που δεν καλύπτονται από το δίπλωμα του αιτούντος την αναγνώριση (38) .
32. Η επιλογή μεταξύ των δύο αυτών μέσων αντισταθμίσεως απόκειται στον διακινούμενο επαγγελματία, εκτός εάν πρόκειται για δραστηριότητες των οποίων η άσκηση απαιτεί επακριβή γνώση του εθνικού δικαίου ή απόφαση του κράτους μέλους υποδοχής βάσει του άρθρου 10 της οδηγίας, οπότε επιλέγει το κράτος αυτό (άρθρο 4, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο).
33. Ως απόδειξη του ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας γίνονται δεκτές οι «βεβαιώσεις και τα έγγραφα τα οποία έχουν εκδώσει οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και τα οποία πρέπει να υποβάλει ο ενδιαφερόμενος, προς υποστήριξη της αίτησής του [...]» (άρθρο 8, παράγραφος 1).
β) Η οδηγία 92/51
34. Το γενικό σύστημα αναγνωρίσεως που εισήγαγε η οδηγία 89/48 εφαρμόζεται μόνον, όπως αναφέρθηκε, στα διπλώματα που πιστοποιούν μεταδευτεροβάθμιες σπουδές ελάχιστης διάρκειας τριών ετών. Καθίστατο αναγκαία η επέκταση της μεθόδου στα επαγγέλματα για τα οποία δεν απαιτείται μεν ανώτερη εκπαίδευση, αλλά η άσκηση των οποίων στα κράτη μέλη εξαρτάται από την κατοχή διπλώματος ή τίτλου σπουδών.
35. Το κενό αυτό ήρθε να πληρώσει η οδηγία 92/51, η οποία αποσκοπεί επίσης στη δυνατότητα των πολιτών της Κοινότητας να ασκούν κάποια από τις ασχολίες αυτές σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό που τους παρέσχε τα επαγγελματικά τους προσόντα (39) , κατά τρόπον ώστε το πρώτο κράτος να υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη την επαγγελματική εκπαίδευση που ακολουθήθηκε στο δεύτερο και να εκτιμά την αντιστοιχία με την εκπαίδευση που απαιτείται στη δική του έννομη τάξη (40) .
36. Προς τον σκοπό αυτόν, η οδηγία δημιουργεί ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως διπλωμάτων, το οποίο βασίζεται στις ίδιες αρχές και περιέχει τους ίδιους κανόνες με αυτούς του καθεστώτος της οδηγίας 89/48, το οποίο συμπληρώνει (41) .
37. Το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής είναι το ίδιο με αυτό της προηγούμενης οδηγίας και το αντικείμενο συνίσταται, καθό μέρος ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, σε ένα είδος εγγράφων παρόμοιο με τα διαλαμβανόμενα στον εν λόγω κανόνα, στον βαθμό που πιστοποιούν ότι ο κάτοχος του τίτλου παρακολούθησε με επιτυχία κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών, μέγιστης διάρκειας τριών ετών και ελάχιστης διάρκειας ενός έτους (και, ενδεχομένως, συμπληρωματικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως) και ότι διαθέτει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα για την πρόσβαση σε ένα νομικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο κράτος μέλος που χορήγησε τα έγγραφα αυτά. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η πρόσβαση στον κύκλο της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως να γίνεται μετά το πέρας της δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως που απαιτείται για την έναρξη της ανώτερης ή πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως (άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/51, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 89/48).
38. Η οδηγία 92/51 εξομοιώνει επίσης με δίπλωμα κάθε εκδιδόμενο από αρχές κράτους μέλους έγγραφο που πιστοποιεί «εκπαίδευση που έχει πραγματοποιηθεί εντός της Κοινότητας και αναγνωρίζεται από αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους ως ισοτίμου επιπέδου και [...] παρέχει τα ίδια δικαιώματα πρόσβασης σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή άσκησής του» (άρθρο 1, στοιχείο α΄, τελευταίο εδάφιο).
39. Το άρθρο 3 ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, όταν στο κράτος μέλος υποδοχής, η πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή η άσκησή του προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος, όπως αυτό ορίζεται στην παρούσα οδηγία ή στην οδηγία 89/48/ΕΟΚ, η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αρνείται σε υπήκοο κράτους μέλους την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή την εξάσκησή του υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, επικαλούμενη την έλλειψη προσόντων:
α) αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα, όπως ορίζεται στην παρούσα οδηγία ή στην οδηγία 89/48/ΕΟΚ, και το οποίο επιβάλλεται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την άσκησή του στο έδαφός του και το οποίο έχει ληφθεί σε ένα κράτος μέλος ή
β) αν ο αιτών έχει ασκήσει το επάγγελμα αυτό με πλήρη απασχόληση επί δύο έτη ή επί ισοδύναμο χρονικό διάστημα με μειωμένο ωράριο, κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών σε άλλο κράτος μέλος που δεν κατοχυρώνει νομοθετικά αυτό το επάγγελμα ούτε κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ε΄, και του άρθρου 1, στοιχείο στ΄, πρώτο εδάφιο, της παρούσας οδηγίας ούτε κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ΄, και του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, και έχει αποκτήσει έναν ή περισσότερους τίτλους εκπαίδευσης:
– που έχουν χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει ορισθεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του κράτους αυτού,
– από τους οποίους προκύπτει ότι ο κάτοχός τους, παρακολούθησε με επιτυχία κύκλο σπουδών, μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους ή ισοδύναμης διάρκειας μερικής παρακολούθησης για την πρόσβαση στον οποίο κατά κανόνα απαιτείται, μεταξύ άλλων, η ολοκλήρωση του κύκλου δευτεροβάθμιων σπουδών που απαιτείται για την πρόσβαση στην πανεπιστημιακή ή άλλη τριτοβάθμια εκπαίδευση και, ενδεχομένως, η επαγγελματική εκπαίδευση που είναι ενσωματωμένη σ’ αυτόν τον κύκλο σπουδών μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή
– που πιστοποιούν μια νομοθετικά κατοχυρωμένη εκπαίδευση, όπως αναφέρεται στο παράρτημα Δ και
– οι οποίες προετοίμασαν τον αιτούντα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος.
Δεν επιτρέπεται όμως να απαιτείται η διετής επαγγελματική πείρα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος σημείου, όταν ο(οι) τίτλος(οι) εκπαίδευσης οι οποίοι αναφέρονται στο παρόν σημείο και τους οποίους κατέχει ο αιτών, πιστοποιούν εκπαίδευση νομοθετικά κατοχυρωμένη.
Εξομοιώνεται προς τον τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος σημείου, οποιοσδήποτε τίτλος εκπαίδευσης ή οποιοδήποτε σύνολο τέτοιων τίτλων, έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, εφόσον πιστοποιεί εκπαίδευση που έχει αποκτηθεί εντός της Κοινότητας και αναγνωρίζεται από αυτό το κράτος μέλος ως ισοδύναμου επιπέδου, υπό τον όρο ότι η αναγνώριση αυτή έχει κοινοποιηθεί στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή.
Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, το κράτος μέλος υποδοχής δεν υποχρεούται να εφαρμόζει το παρόν άρθρο όταν η πρόσβαση σε επάγγελμα που κατοχυρώνεται νομοθετικά ή η άσκησή του εξαρτάται στο κράτος αυτό από την κατοχή διπλώματος όπως αυτό ορίζεται στην οδηγία 89/48/ΕΟΚ, ένας από τους όρους χορήγησης του οποίου είναι η επιτυχής περάτωση κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας άνω των τεσσάρων ετών.»
40. Η οδηγία περιλαμβάνει, στο άρθρο 4, τον ίδιο κατάλογο μέτρων αντισταθμιστικού χαρακτήρα με αυτόν της οδηγίας του 1989 για τις περιπτώσεις διαφοράς στη διάρκεια των σπουδών, καθώς και ουσιωδών διαφορών στην εκπαίδευση ή στο πεδίο της επαγγελματικής δραστηριότητας. Η ρύθμιση είναι η ίδια και στις δύο περιπτώσεις, εκτός από δύο σημεία.
41. Το πρώτο σημείο συνίσταται στο ότι το κράτος μέλος υποδοχής δεν μπορεί να ζητήσει συμπληρωματική επαγγελματική εκπαίδευση από τον αιτούντα ο οποίος κατέχει δίπλωμα που πιστοποιεί την παρακολούθηση κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών ή κάποιας από τις περιόδους εκπαιδεύσεως που ορίζονται στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, της ίδια οδηγίας ή στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48, αν το εν λόγω κράτος απαιτεί για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος τίτλο σπουδών που να πιστοποιεί κάποια από τις εκπαιδεύσεις ειδικής διαρθρώσεως που περιλαμβάνονται στα παράρτήματα Γ και Δ της ίδιας διατάξεως (άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, τελευταίο εδάφιο).
42. Το δεύτερο σημείο αφορά την επιλογή του μέτρου αντισταθμιστικού χαρακτήρα. Κατά κανόνα, η επιλογή μεταξύ της περιόδου πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής ή της αποδείξεως επάρκειας απόκειται στον αιτούντα την αναγνώριση (άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, δεύτερο εδάφιο). Εντούτοις, απόκειται στο κράτος μέλος υποδοχής στις περιπτώσεις που περιγράφει η οδηγία του 1989 και, επίσης, όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: 1) όταν η πρόσβαση στο επάγγελμα ή στην άσκησή του εξαρτώνται στο εν λόγω κράτος από την κατοχή διπλώματος, όπως αυτό ορίζεται στην εν λόγω οδηγία, μία από τις προϋποθέσεις εκδόσεως του οποίου είναι η επιτυχής παρακολούθηση κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας άνω των τριών ετών, και 2) όταν ο ενδιαφερόμενος κατέχει κάποιο δίπλωμα ή τίτλο σπουδών από τα οριζόμενα στην οδηγία του 1992 (άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση).
43. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/51 περιέχει διάταξη ίδια με αυτήν του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/48 (42) .
V – Η εφαρμοστέα γερμανική ρύθμιση
44. Στη Γερμανία, την αρμοδιότητα της νομικής κατοχυρώσεως των επαγγελμάτων της διδασκαλίας έχουν τα ομόσπονδα κράτη.
45. Στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, ο Landesbeamtengesetz (νόμος περί δημοσίων υπαλλήλων του ομόσπονδου κράτους), ως είχε στις 19 Μαρτίου 1996 (43) , με το άρθρο 28, στοιχείο a, που αναφέρεται στην «Πιστοποίηση τυπικών προσόντων βάσει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου», επιτρέπει την απόκτηση της πιστοποιήσεως σύμφωνα με τις οδηγίες 89/48 και 92/51, αναθέτοντας στα καθ’ ύλην αρμόδια υπουργεία την έκδοση κανονιστικών πράξεων για τις περαιτέρω λεπτομέρειες.
46. Κατ’ εφαρμογήν της ανωτέρω διατάξεως, το Υπουργείο Πολιτισμού ενέκρινε στις 15 Αυγούστου 1996 κανονισμό για την προσαρμογή του εσωτερικού δικαίου στην οδηγία 89/48, σχετικά με τα επαγγέλματα των δασκάλων και καθηγητών (44) . Το άρθρο 1 της κανονιστικής αυτής πράξεως, το οποίο επιγράφεται «Αναγνώριση» ορίζει τα εξής:
«1) Η ύπαρξη τυπικών προσόντων για την άσκηση του επαγγέλματος του δασκάλου, που πιστοποιείται βάσει διπλώματος κατά την έννοια της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ [...], τα οποία έχουν αποκτηθεί ή αναγνωριστεί σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, αναγνωρίζονται κατόπιν υποβολής σχετικής αιτήσεως ως τυπικά προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος του δασκάλου στα δημόσια σχολεία της Βάδης-Βυρτεμβέργης, εφόσον
1. ο αιτών έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή άλλου συμβαλλόμενου κράτους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,
2. τα τυπικά αυτά προσόντα καλύπτουν τουλάχιστον δύο από τα εκάστοτε υποχρεωτικώς διδασκόμενα μαθήματα στη Βάδη-Βυρτεμβέργη,
3. ο αιτών πρέπει να έχει τις γνώσεις της γερμανικής, τόσο στην προφορική όσο και στη γραπτή έκφραση, που απαιτούνται για τη διδασκαλία μαθημάτων στη Βάδη-Βυρτεμβέργη,
4. οι σπουδές που απαιτούνται για την απόκτηση του διπλώματος που έχει ο αιτών κατά την έννοια του άρθρου 3, πρώτη περίοδος, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ δεν πρέπει να παρουσιάζουν ουσιαστικές επιστημονικές, διδακτικές, παιδαγωγικές ή πρακτικές ελλείψεις έναντι των σπουδών στη Βάδη-Βυρτεμβέργη και
5. η διάρκεια των σπουδών που απαιτούνται για την απόκτηση του διπλώματος κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ δεν υπολείπεται πλέον του ενός έτους σε σχέση με τη διάρκεια των σπουδών που προβλέπεται για την άσκηση του επαγγέλματος του δασκάλου ή του καθηγητή στις διάφορες κατευθύνσεις της σχολικής εκπαιδεύσεως της Βάδης-Βυρτεμβέργης.
2) Εάν το περιεχόμενο των σπουδών δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της παραγράφου 1, σημείο 4, είναι δυνατόν να ζητηθεί από τον αιτούντα, κατ’ επιλογή του, είτε να κάνει πρακτική άσκηση προσαρμογής είτε να επιτύχει σε εξετάσεις για τη διαπίστωση της επάρκειάς του.
3) Εάν ο χρόνος των σπουδών δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της παραγράφου 1, σημείο 5, είναι δυνατόν να ζητηθεί από τον αιτούντα να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την επαγγελματική του πείρα.
4) Από τον αιτούντα επιτρέπεται να ζητηθεί μόνον είτε κάποιο από τα προσόντα που προβλέπει η παράγραφος 2 είτε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο που προβλέπει η παράγραφος 3. Εάν διαπιστωθεί κάποια έλλειψη όσον αφορά τόσο το περιεχόμενο των σπουδών (παράγραφος 1, σημείο 4) όσο και τη χρονική διάρκειά τους (παράγραφος 1, σημείο 5), είναι δυνατόν να ζητηθεί μόνον η κάλυψη των ελλείψεων που αφορούν το περιεχόμενο των σπουδών βάσει της παραγράφου 2.»
VI – Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
Α – Εισαγωγή
47. Τα ερωτήματα που υποβάλλει το Verwaltungsgericht της Στουτγάρδης είναι διατυπωμένα κατά τρόπο συγκεχυμένο και χωρίς συστηματική σχέση μεταξύ τους και, ως εκ τούτου, όπως ορθώς σημειώνει η Επιτροπή, είναι σκόπιμο να αναδιατυπωθούν.
48. Η συζήτηση επικεντρώνεται στην ερμηνεία των άρθρων 3 και 4 των δύο οδηγιών και, συγκεκριμένα, στο αν αντίκειται σε αυτά εθνική ρύθμιση που εξαρτά την αναγνώριση ενός διπλώματος εκπαιδευτικού από το αν αυτό πιστοποιεί ανώτερη εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών και από το αν παρέχει στον κάτοχο τα προσόντα για τη διδασκαλία δύο μαθημάτων (τρίτο ερώτημα).
49. Η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα, όσον αφορά την οδηγία 89/48, προϋποθέτει να εξεταστεί προηγουμένως το αν οι τίτλοι σπουδών των δασκάλων που αποκτώνται στην Αυστρία, μετά από περίοδο εκπαιδεύσεως δύο ετών, αποτελούν δίπλωμα κατά την έννοια της οδηγίας 89/48, κατ’ εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 1, στοιχείο α΄ (τέταρτο ερώτημα).
50. Αφού διευκρινισθούν τα δύο αυτά ζητήματα, πρέπει να εξεταστεί αν τα άρθρα 3 και 4 των δύο οδηγιών έχουν άμεση εφαρμογή και αν, επομένως, μπορούν να τα επικαλεστούν απευθείας οι πολίτες των κρατών μελών σε περίπτωση που δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο ή σε περίπτωση που έχουν μεταφερθεί πλημμελώς (πρώτο και δεύτερο ερώτημα).
51. Αν οι πολίτες μπορούν πράγματι να τα επικαλεστούν και το κράτος μέλος υποδοχής δεν έχει προσαρμόσει τη νομοθεσία του στην οδηγία 92/51, πρέπει να διευκρινισθεί αν από το άρθρο 3, εδάφιο πρώτο, στοιχείο α΄, αντλείται δικαίωμα για την αναγνώριση του διπλώματος χωρίς να μπορούν να ζητηθούν τα μέτρα αντισταθμιστικού χαρακτήρα που προβλέπονται στο άρθρο 4 (έκτο ερώτημα).
52. Πρέπει επίσης να αποσαφηνιστεί αν «ο κύκλος μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας άνω των τεσσάρων ετών», στον οποίον αναφέρεται το άρθρο 3, εδάφιο δεύτερο, της οδηγίας 92/51 προκειμένου να απαλλάξει το κράτος μέλος υποδοχής από την υποχρέωση αναγνωρίσεως, περιλαμβάνει και τις περιόδους πρακτικής ασκήσεως (πέμπτο ερώτημα).
53. Ωστόσο, πριν αρχίσει η εξέταση των διαφόρων προδικαστικών ερωτημάτων, είναι αναγκαία η παρουσίαση της λειτουργίας των γενικών συστημάτων αναγνωρίσεως που περιγράφονται στις δύο οδηγίες.
Β – Η λειτουργία των γενικών συστημάτων αναγνωρίσεως στις οδηγίες 89/48 και 92/51
54. Για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο ειδών επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, τα οποία εκτίθενται το καθένα στην αντίστοιχη οδηγία:
1) Οι μεταδευτεροβάθμιες σπουδές ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, που πιστοποιούνται με δίπλωμα χορηγούμενο από την αρμόδια αρχή, το οποίο βεβαιώνει ότι ο κάτοχός του διαθέτει την απαραίτητη προετοιμασία για την πρόσβαση σε νομικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή στην άσκηση αυτού στο κράτος μέλος που το χορήγησε (45) . Εξομοιώνονται με αυτό το είδος διπλωμάτων τα εναλλακτικά είδη εκπαιδεύσεως, εφόσον το κράτος μέλος χορηγήσεως τα αναγνωρίζει ως ισοτίμου επιπέδου και εφόσον παρέχουν τα ίδια δικαιώματα προσβάσεως σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή ασκήσεώς του (46) .
2) Οι μεταδευτεροβάθμιες σπουδές ελάχιστης διάρκειας ενός έτους και μέγιστης διάρκειας τριών ετών, με παρόμοιες προϋποθέσεις χορηγήσεως και παρεχομένων προσόντων (47) , με τις οποίες εξομοιώνεται κάθε είδους εκπαίδευση που ακολουθήθηκε με διάφορες διαδικασίες, εφόσον συντρέχουν οι ίδιες προϋποθέσεις (48) .
55. Το πρόσωπο που διαθέτει τα προσόντα για την άσκηση επαγγέλματος στο κράτος μέλος προελεύσεως έχει δικαίωμα να απαιτήσει την αναγνώριση του διπλώματός του για να ασκήσει τη δραστηριότητα αυτή στο κράτος μέλος υποδοχής (49) . Η αρχή αυτή βασίζεται στην υπάρχουσα ομοιότητα μεταξύ της εκπαιδεύσεως που απαιτείται στο κράτος μέλος στο οποίο απέκτησε τον τίτλο σπουδών ο ενδιαφερόμενος και αυτής που ζητεί ο άλλος κοινοτικός εταίρος για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής.
56. Αν ληφθεί ως αφετηρία το δεδομένο ότι το επάγγελμα είναι νομικά κατοχυρωμένο και στα δύο κράτη, όπως συμβαίνει στην κύρια δίκη, μπορούν να προκύψουν οι εξής καταστάσεις:
1) Αν και τα δύο κράτη απαιτούν δίπλωμα κατά την έννοια της οδηγίας 89/48, το κράτος υποδοχής οφείλει να προβεί στην αναγνώριση, εφαρμόζοντας, ενδεχομένως, τα μέτρα αντισταθμιστικού χαρακτήρα του άρθρου 4 του κανόνα αυτού.
2) Αν το κράτος μέλος υποδοχής εξαρτά την άσκηση του επαγγέλματος από την κατοχή κάποιου από τα οριζόμενα στην οδηγία 92/51 διπλώματα και, αντιθέτως, το κράτος προελεύσεως απαιτεί δίπλωμα που να πιστοποιεί εκπαίδευση διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών, η αναγνώριση είναι αυτόματη.
3) Αν αμφότερα τα κράτη μέλη ζητούν δίπλωμα της δεύτερης οδηγίας, η αναγνώριση είναι επίσης αυτόματη, χωρίς ανάγκη λήψεως, ενδεχομένως, των σχετικών μέτρων αντισταθμιστικού χαρακτήρα.
4) Η τελευταία κατάσταση είναι αυτή στην οποία ο κοινοτικός εταίρος υποδοχής απαιτεί δίπλωμα της οδηγίας 89/48 και ο αιτών διαθέτει δίπλωμα της οδηγίας 92/51. Και σε αυτή την περίπτωση είναι υποχρεωτική η αναγνώριση της ισοτιμίας, αφού προηγηθούν τα μέτρα αντισταθμιστικού χαρακτήρα, εκτός εάν το απαιτούμενο δίπλωμα προϋποθέτει την πραγματοποίηση κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας άνω των τεσσάρων ετών.
57. Η δεύτερη και η τέταρτη κατάσταση επιτρέπουν, όπως επισημαίνει η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της, τη δημιουργία μιας γέφυρας μεταξύ των δύο οδηγιών· πρόκειται για το επονομαζόμενο «σύστημα διασυνδέσεως» (50) .
58. Ως εκ τούτου, στερείται σημασίας η συζήτηση στην οποία οι παρεμβαίνοντες στη διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφιέρωσαν σημαντικό τμήμα των επιχειρημάτων τους, περί του είδους του διπλώματος που προσκομίζει η I. Beuttenmüller, διότι, ανεξαρτήτως του αν προβλέπεται στην πρώτη ή στη δεύτερη οδηγία, ο μηχανισμός αναγνωρίσεως τίθεται σε λειτουργία με την επιφύλαξη της εφαρμογής των μέτρων αντισταθμιστικού χαρακτήρα ή της εφαρμογής των εξαιρέσεων που περιλαμβάνονται στις ως άνω οδηγίες.
59. Κατόπιν των διευκρινίσεων αυτών, είναι δυνατή η εξέταση των διαφόρων προδικαστικών ερωτημάτων που έχουν υποβληθεί στην υπόθεση αυτή, με τη σειρά που ακολουθήθηκε λίγο πιο πάνω.
Γ – Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα
60. Το Verwaltungsgericht της Στουτγάρδης τελεί εν αμφιβολία περί του αν τα παλαιά διπλώματα δασκάλου που αποκτήθηκαν στην Αυστρία μετά την παρακολούθηση εκπαιδεύσεως τεσσάρων εξαμήνων αποτελούν δίπλωμα κατά την έννοια της οδηγίας 89/48.
61. Σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο α΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, διπλώματα είναι τα έγγραφα που πιστοποιούν κύκλους μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών και, σύμφωνα με το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, πρέπει, καταρχήν, να αναγνωρίζονται αυτομάτως. Δεν πρέπει, βεβαίως, να παραγνωρίζονται τα διπλώματα που αποκτήθηκαν με εναλλακτικούς τρόπους, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1, στοιχείο α΄, πρώτο εδάφιο, που εξομοιώνονται με τα διπλώματα του πρώτου εδαφίου της ίδιας διατάξεως.
62. Οι εναλλακτικοί αυτοί τρόποι μπορούν να συνίστανται σε εκπαίδευση παράλληλη με την κύρια εκπαίδευση ή σε παλαιά εκπαίδευση (51) · όταν ένα δίπλωμα, τίτλος σπουδών ή πιστοποιητικό που βεβαιώνει την παρακολούθηση κύκλου σπουδών, το οποίο δεν εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας, αντικατασταθεί από άλλο που εμπίπτει στο άρθρο αυτό, οι κάτοχοι του παλαιού διπλώματος επωφελούνται του δεύτερου εδαφίου του ίδιου κανόνα, υπό την προϋπόθεση ότι οι σπουδές τους αναγνωρίζονται ρητώς από την εθνική έννομη τάξη ως ισοτίμου επιπέδου με αυτές του νέου διπλώματος και τους παρέχονται τα ίδια δικαιώματα προσβάσεως στο εν λόγω επάγγελμα (52) . Σε περίπτωση αντίθετης ερμηνείας, θα αποκλειόταν κάθε δυνατότητα αλλαγής, εξελίξεως και προσαρμογής των εθνικών συστημάτων εκπαιδεύσεως στις νέες συνθήκες.
63. Με άλλα λόγια, οι εναλλακτικοί αυτοί τρόποι που προβλέπονται στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, δεύτερο εδάφιο, εξομοιώνονται με τα διπλώματα του πρώτου εδαφίου και, σύμφωνα με το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, παρέχουν δικαίωμα σε αυτόματη αναγνώριση (53) .
64. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω διπλώματα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 89/48 εφόσον έχουν αναγνωριστεί ως ισότιμα και παρέχουν την ίδια πρόσβαση στην άσκηση του επαγγέλματος. Στον εθνικό δικαστή απόκειται, υπό το φως των πραγματικών και νομικών δεδομένων που διαθέτει, να προσδιορίσει σε κάθε υπόθεση αν συντρέχουν και οι δύο προϋποθέσεις (54) .
Δ – Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
65. Το γερμανικό διοικητικό δικαστήριο ερωτά ακόμη αν αντίκειται στα άρθρα 3 και 4 των δύο οδηγιών εθνική ρύθμιση που εξαρτά την αναγνώριση ενός διπλώματος για επαγγελματικούς σκοπούς από την πλήρωση των εξής δύο προϋποθέσεων: 1) να πιστοποιεί ανώτερη εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών και 2) να παρέχει στον κάτοχό του τα προσόντα για τη διδασκαλία δύο τουλάχιστον μαθημάτων από τα απαιτούμενα στο κράτος μέλος υποδοχής για την άσκηση του επαγγέλματος του δασκάλου.
1) Περίοδος εκπαιδεύσεως ελάχιστης διάρκειας τριών ετών
66. Οι ανωτέρω σκέψεις καθιστούν προφανές, χωρίς περαιτέρω επιχειρηματολογία, ότι η πρώτη από τις δύο προϋποθέσεις είναι ανεπίτρεπτη σύμφωνα με την οδηγία 92/51. Το κράτος μέλος υποδοχής υποχρεούται να αναγνωρίζει τους τίτλους σπουδών που πιστοποιούν εκπαίδευση διάρκειας μεγαλύτερης του έτους και μικρότερης των τριών ετών, ακόμη και όταν στο εκπαιδευτικό του σύστημα η άσκηση του επαγγέλματος αυτού εξαρτάται από την κατοχή διπλώματος που αντιστοιχεί σε ανώτερη εκπαίδευση διάρκειας μεταξύ τριών και τεσσάρων ετών (55) , με την επιφύλαξη της εφαρμογής των μέτρων αντισταθμιστικού χαρακτήρα του άρθρου 4.
67. Σε σχέση με την οδηγία 89/48, η απάντηση, μετά την εξέταση του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος, πρέπει να είναι η ίδια. Εφόσον υπάρχουν κύκλοι σπουδών οι οποίοι, καίτοι διαρκούν λιγότερο από τρία έτη, πιστοποιούνται στο τέλος τους με διπλώματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι σαφές ότι απαγορεύεται και κάθε εθνική ρύθμιση που εξαρτά την αναγνώριση του τίτλου από την προϋπόθεση να πιστοποιεί αυτός εκπαίδευση τριών ή περισότερων ετών. Το συμπέρασμα αυτό, εξάλλου, εμπεριέχεται στο σύστημα διασυνδέσεως της οδηγίας 92/51, το οποίο υποχρεώνει, καταρχήν, το κράτος μέλος υποδοχής να αναγνωρίζει τα διπλώματα που πιστοποιούν σπουδές διάρκειας μικρότερης των τριών ετών, ακόμη και αν το νομικό του σύστημα απαιτεί δίπλωμα που να αποκτήθηκε μετά από σπουδές τριών ετών και άνω.
2) Εκπαίδευση περιλαμβάνουσα δύο τουλάχιστον από τα μαθήματα που απαιτούνται στο κράτος μέλος υποδοχής
68. Όσον αφορά την εξέταση της δεύτερης προϋποθέσεως, είναι σκόπιμο να επιμείνουμε στις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζουν τα εκπαιδευτικά επαγγέλματα ως προς την αναγνώριση των διπλωμάτων.
69. Η επαγγελματική κατάρτιση των ατόμων στα οποία ανατίθεται η εκπαίδευση δεν αποτέλεσε αντικείμενο εναρμονίσεως από το κοινοτικό δίκαιο και, για τον λόγο αυτόν, τα κράτη μέλη διατηρούν τη διακριτική ευχέρεια να καθορίζουν το ελάχιστο επίπεδο των προσόντων που είναι αναγκαία για την άσκηση του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού στην επικράτειά τους (56) , με την επιφύλαξη της υποχρεώσεώς τους να αναγνωρίζουν τα διπλώματα που έχουν χορηγηθεί εντός άλλων κρατών μελών για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής. Το επάγγελμα αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερη ευαισθησία, διότι αφορά τη μόρφωση και την κατάρτιση των γενεών που καλούνται να οδηγήσουν στο μέλλον την κοινωνία, ο λόγος δε αυτός είναι αρκετός για να δικαιολογήσει τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων από τους κρατικούς υπευθύνους, τα οποία να διατηρούν υψηλό το επίπεδο των προσόντων των εκπαιδευτικών τους. Το επιδιωκόμενο, άλλωστε, είναι η ελεύθερη κυκλοφορία ικανών επαγγελματιών (57) .
70. Τα μέτρα αυτά, όμως, δεν μπορούν να αποτελούν μέσο αποφυγής της εφαρμογής των οδηγιών περί αναγνωρίσεως διπλωμάτων και τίτλων σπουδών, οι οποίες στηρίζονται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και στο τεκμήριο ότι οι σπουδές που ακολουθήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος για την άσκηση νομικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος είναι εξομοιωτέες προς τις απαιτούμενες σε άλλο κράτος μέλος για την άσκηση της ίδιας δραστηριότητας, με την επιφύλαξη της λήψεως συμπληρωματικών μέτρων αντισταθμιστικής φύσεως, σε περίπτωση που υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές, είτε στη διάρκεια ή στο περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως είτε στο πεδίο της δραστηριότητας αυτής.
71. Κάθε μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως μπορεί, επομένως, να οργανώνει κατά τον τρόπο που θεωρεί κατάλληλο την πρόσβαση στα εκπαιδευτικά επαγγέλματα και να παρέχει στους δασκάλους του, όπως τα γερμανικά ομόσπονδα κράτη (58) , τη συγκεκριμένη εκπαίδευση για τη διδασκαλία τουλάχιστον δύο μαθημάτων. Στον πολίτη, όμως, της Ενώσεως, ο οποίος απέκτησε σε άλλο κράτος μέλος δίπλωμα για την άσκηση της ίδιας δραστηριότητας σε ένα μόνο μάθημα και ο οποίος επιθυμεί να διδάξει στην επικράτεια του πρώτου κοινοτικού εταίρου, δεν μπορεί το κράτος αυτό να αρνηθεί την αναγνώριση του διπλώματος με την αιτιολογία ότι τα δύο διπλώματα αναφέρονται σε διαφορετικά επαγγέλματα, η οποία θα ήταν ο μόνος λόγος που θα δικαιολογούσε την απόρριψη. Εν ολίγοις, ο πολίτης αυτός θα υπαχθεί στην εφαρμογή των σχετικών μέτρων αντισταθμιστικού χαρακτήρα λόγω ουσιωδών διαφορών στην εκπαίδευση ή στο πεδίο της εν λόγω δραστηριότητας.
72. Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι η γενική απαίτηση, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων συνθηκών κάθε υποθέσεως, να διαθέτει κάθε εκπαιδευτικός προερχόμενος από άλλο κράτος μέλος δίπλωμα που να του δίνει τη δυνατότητα διδασκαλίας δύο μαθημάτων, δεν συνάδει ούτε με το πνεύμα ούτε με το γράμμα των οδηγιών και, επιπλέον, υπερβαίνει το μέτρο που υπαγορεύει η τήρηση του κατάλληλου επιπέδου προετοιμασίας αυτών που έχουν ως αποστολή τη μόρφωση των νέων γενεών.
73. Πράγματι, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής (59) ότι δεν συνάδει προς τον επιδιωκόμενο από τις οδηγίες σκοπό η απόφαση, επί παραδείγματι, απαγορεύσεως διδασκαλίας των μαθηματικών από κάποιον που έχει τα προσόντα να τα διδάξει στην Αυστρία, επειδή οι σπουδές του, που πιστοποιούνται με τον τίτλο που κατέχει, δεν εγγυώνται ότι έχει τα προσόντα να διδάξει και μουσική.
74. Ανακεφαλαιώνοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει θετική απάντηση στο τρίτο από τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht της Στουτγάρδης.
Ε – Το πρώτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα
75. Τα δύο αυτά ερωτήματα αφορούν την ευθεία εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 των οδηγιών και, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα να τα επικαλούνται οι πολίτες των κρατών μελών.
76. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες οι διατάξεις μιας οδηγίας που προσδιορίζουν δικαιώματα των ιδιωτών έναντι του κράτους, είναι, από απόψεως περιεχομένου, ανεπιφύλακτες και επαρκώς σαφείς, μπορεί να γίνει επίκλησή τους έναντι κάθε αντίθετης εθνικής διατάξεως, αν το κράτος μέλος αυτό δεν έχει προσαρμόσει εμπροθέσμως το εσωτερικό του δίκαιο προς την οδηγία ή αν το έχει πράξει κατά τρόπο πλημμελή (60) .
77. Δεν χωρεί η παραμικρή αμφιβολία σχετικά με το ότι αμφότερες οι οδηγίες, και συγκεκριμένα το άρθρο 3 καθεμιάς από αυτές, αναγνωρίζει δικαιώματα στους υπηκόους άλλων κρατών μελών, ως προς την πρώτη οδηγία. Το Δικαστήριο έχει ρητώς αποφανθεί σχετικά (61) . Ούτε χωρεί αμφιβολία περί του ότι η αναγνώριση αυτή είναι ανεπιφύλακτη και επαρκώς σαφής, δεδομένου ότι το κείμενό της καθιστά σαφές ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύσει σε κάτοχο τίτλου σπουδών, διπλώματος ή πιστοποιητικού, που αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος, την πρόσβαση στην άσκηση του επαγγέλματος για το οποίο παρέχει τα προσόντα το έγγραφο αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί τις λοιπές αυστηρές προϋποθέσεις των εν λόγω διατάξεων, με την επιφύλαξη των μέτρων αντισταθμιστικού χαρακτήρα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 4 των οδηγιών αυτών. Εν ολίγοις, στο άρθρο 3 αμφοτέρων των οδηγιών ορίζονται ανεπιφύλακτες υποχρεώσεις των κρατών μελών, ενώ και οι δύο διατάξεις είναι αρκούντως σαφείς ώστε να μπορεί να τις επικαλεστεί ένας ιδιώτης και να τις εφαρμόσουν τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα (62) .
78. Το ερώτημα που αναφέρεται στο άρθρο 4 στερείται σημασίας, δεδομένου ότι οι οδηγίες δεν αναγνωρίζουν δικαιώματα στους ιδιώτες, αλλά δίνουν στα κράτη μέλη τα εφόδια ώστε, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να εξαρτούν τα αναγνωριζόμενα σε κάθε άρθρο 3 δικαιώματα από την πλήρωση ορισμένων συμπληρωματικών απαιτήσεων· ήτοι, τους επιτρέπουν να τα καθορίσουν.
79. Η νομολογία περί δυνατότητας επικλήσεως των οδηγιών, η οποία αποτελεί μια από τις πλέον καινοτόμους και τολμηρές κατασκευές του Δικαστηρίου, εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1970 με την απόφαση Franz Grad (63) και βασίστηκε στο άμεσο αποτέλεσμα των πράξεων του παραγώγου κοινοτικού δικαίου, πέραν των κανονισμών. Ο λόγος της δυνατότητας επικλήσεως των κανόνων αυτών έχει τις ρίζες του στην αρχή που είναι γνωστή στη βρετανική ορολογία ως estοppel, η οποία πηγάζει όχι τόσο από την υλική αποτελεσματικότητα του περιεχομένου τους όσο από το γεγονός ότι το κράτος έχει παραβεί την υποχρέωσή του να τους εφαρμόσει ορθώς. Η ουσιαστική συνέπεια της θεωρίας αυτής συνίσταται στο ότι η δυνατότητα επικλήσεως των οδηγιών μπορεί να αντιταχθεί μόνον έναντι του κράτους, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη μη εφαρμογή ή για την πλημμελή εφαρμογή τους (64) .
Παρά το γεγονός ότι, όπως έχω προ πολλού εκθέσει 65 –D. Ruiz‑Jarabο, Eljueznaciοnalcοmο juezcοmunitariο, εκδ. Civitas, Mαδρίτη 1993, σσ. 143 και 144., η αρχή του αποκλειστικού κάθετου αποτελέσματος των οδηγιών που έχει θέσει το Δικαστήριο στερείται πειστικής θεμελιώσεως και ότι υπάρχουν σημαντικοί λόγοι που δικαιολογούν την αλλαγή προσανατολισμού 66 –Βλ. τις προτάσεις της 9ης Φεβρουαρίου 1994 του γενικού εισαγγελέα Lenz για το θέμα, επί του οποίου εκδόθηκε η απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C‑91/92, Faccini Dοri (Συλλογή 1994, σ. Ι‑3325, σημεία 43 επ.)., ο υπάρχων βαθμός εξελίξεως της νομολογίας δεν επιτρέπει την παραγνώριση μιας αλλαγής της υφισταμένης καταστάσεως, η οποία δίνει τη δυνατότητα σε κράτος μέλος που δεν έχει μεταφέρει εμπροθέσμως μια οδηγία ή που το έχει πράξει πλημμελώς να επικαλείται έναντι ιδιώτη δικαιώματα που αντλούνται από τον κανόνα αυτόν.
80. Συνοψίζοντας, φρονώ ότι δεν πρέπει να αναγνωριστεί άμεσο αποτέλεσμα στο άρθρο 4 καμιάς από τις δύο οδηγίες (89/48 και 92/51), για τον απλό λόγο ότι δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση που απαιτεί προς τούτο το Δικαστήριο: την αναγνώριση δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών έναντι του κράτους.
81. Δεν πρέπει, βεβαίως, να παραγνωρίζεται ότι τα άρθρα 3 και 4 των δύο κανόνων αποτελούν ένα αδιαίρετο σύνολο. Τα μεν αναγνωρίζουν το δικαίωμα και τα δε εξουσιοδοτούν τα κράτη μέλη να εξαρτούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, την άσκηση του δικαιώματος αυτού από μια αναβλητική αίρεση: την εφαρμογή κάποιου από τα μέτρα αντισταθμιστικού χαρακτήρα. Οι προβλέψεις των δύο άρθρων 4 απαντούν στην έλλειψη εναρμονίσεως μεταξύ των σπουδών στα διάφορα εθνικά συστήματα, είτε στη διάρκεια ή στο περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως είτε στο υλικό πεδίο της οικείας δραστηριότητας και επιδιώκουν την άμβλυνση του ελλείμματος που μπορεί να παρουσιάζει η εκπαίδευση που ακολούθησε ο διακινούμενος επαγγελματίας στο κράτος μέλος προελεύσεως.
82. Το άμεσο αποτέλεσμα και η δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 3 αμφοτέρων των οδηγιών δεν επιτρέπουν τον ισχυρισμό ότι, ελλείψει της οφειλόμενης μεταφοράς τους στην ᄉσωτερική έννομη τάξη από το κράτος μέλος υποδοχής, οποιοδήποτε από τα προβλεπόμενα στον κανόνα αυτόν διπλώματα που έχει χορηγηθεί και αναγνωριστεί από τις αρχές άλλου κοινοτικού εταίρου δίνει αυτομάτως τη δυνατότητα ασκήσεως του επαγγέλματος στο κράτος εκείνο, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών περιστάσεων. Έχουν αποκλειστικά την έννοια ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, ένας πολίτης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή έναντι των εθνικών αρχών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών, για να επιτύχει απόφαση που θα του ανοίγει τον δρόμο για την άσκηση του επαγγέλματός του.
ΣΤ – Το έκτο προδικαστικό ερώτημα
83. Ένας τίτλος σπουδών όπως αυτός της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη θεωρείται δίπλωμα κατά την έννοια της οδηγίας 89/48, με εφαρμογή του άρθρου 1, στοιχείο α΄, δεύτερο εδάφιο, υπό την προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος χορηγήσεως του διπλώματος αναγνωρίζει σε αυτό ισότιμο επίπεδο με αυτό των διπλωμάτων του πρώτου εδαφίου και τα ίδια δικαιώματα προσβάσεως ή επαγγελματικής ασκήσεως με αυτά. Οπωσδήποτε μπορεί να χαρακτηριστεί δίπλωμα σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/51.
84. Κατά συνέπεια, είναι εφαρμοστέο το πρώτο εδάφιο του άρθρου 3 της δεύτερης αυτής οδηγίας και το δίπλωμα αυτό μπορεί να αναγνωριστεί, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των μέτρων αντισταθμιστικού χαρακτήρα που προβλέπεται από το άρθρο 4.
85. Αν η οδηγία δεν έχει μεταφερθεί εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 17 (67) , τίθεται το ερώτημα αν η αναγνώριση πρέπει να γίνει αυτομάτως, χωρίς τη δυνατότητα εφαρμογής των μέτρων αντισταθμιστικού χαρακτήρα. Ανακύπτει έτσι το έκτο από τα ερωτήματα που θέτει το Verwaltungsgericht της Στουτγάρδης.
86. Οι απόψεις που εξέθεσα πιο πάνω στον τίτλο VI-E των προτάσεών μου διευκολύνουν την απάντηση στο νέο αυτό ερώτημα.
87. Ένα κράτος μέλος το οποίο παρέβη την υποχρέωση εμπρόθεσμης και ορθής μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική του έννομη τάξη δεν μπορεί να αρνηθεί στους πολίτες της Ενώσεως την άσκηση του δικαιώματος που τους αναγνωρίζεται· ούτε μπορεί να απαιτήσει από αυτούς τις υποχρεώσεις και να τους επιβάλει τα όρια που απορρέουν από τον κοινοτικό αυτόν κανόνα που δεν έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο. Τα μη συμμορφούμενα με τις οδηγίες κράτη μέλη δεν πρέπει να αντλούν κανένα πλεονέκτημα από την ανυπακοή τους.
88. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να του επιτραπεί να αρνηθεί την αναγνώριση για επαγγελματικούς σκοπούς τίτλου σπουδών ο οποίος, εφόσον πληροί όλες τις προϋποθέσεις της οδηγίας, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, με το επιχείρημα ότι πρέπει προηγουμένως να εφαρμοστεί κάποια από τις εξισορροπητικές διατάξεις του άρθρου 4.
89. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε και αν ακολουθήσουμε άλλη οδό: οι προβλέψεις της τελευταίας αυτής παραγράφου δεν είναι απαρέγκλιτες· δίνουν απλώς τη δυνατότητα στα κράτη μέλη, σε περιπτώσεις διαφορών στην εκπαίδευση ή στο υλικό πεδίο της ασκήσεως του επαγγέλματος, να αμβλύνουν την ανισότητα μέσω της πραγματοποιήσεως δοκιμασίας αποκτήσεως επάρκειας ή της πιστοποιήσεως ορισμένης επαγγελματικής πείρας. Τίποτε δεν εμποδίζει τους κοινοτικούς εταίρους, παρά τις ανισότητες αυτές, να προβαίνουν στην αναγνώριση, χωρίς να απαιτούν καμιά πρόβλεψη άρσεως της διαφοράς και αποκαταστάσεως της ισορροπίας. Φαίνεται, επομένως, λογικό το τεκμήριο ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει μεταφέρει εμπροθέσμως την οδηγία στην εσωτερική του έννομη τάξη διότι θεωρεί περιττή τη λήψη μέτρων προς εξομοίωση των σπουδών και της ασκήσεως επαγγέλματος εντός και εκτός της επικράτειάς του.
Ζ – Το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα
90. Έχω επισημάνει ότι, όταν το κράτος μέλος υποδοχής ζητεί για την άσκηση ενός επαγγέλματος δίπλωμα της οδηγίας 89/48 και ο αιτών κατέχει δίπλωμα της οδηγίας 92/51, είναι υποχρεωτική η αναγνώριση, μετά, ενδεχομένως, από τη λήψη μέτρων αντισταθμιστικού χαρακτήρα, εκτός εάν το πρώτο δίπλωμα προϋποθέτει κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας μεγαλύτερης των τεσσάρων ετών (άρθρο 3, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας του 1991).
91. Το παραπέμπον γερμανικό δικαστήριο ερωτά αν για τον προσδιορισμό του χρόνου παρατάσεως ενός κύκλου σπουδών υπολογίζεται μόνον η αυστηρά προσδιορισμένη περίοδος των σπουδών ή μπορούν να προσμετρηθούν σε αυτήν οι περίοδοι πρακτικής ασκήσεως.
92. Την απάντηση στο δίλημμα αυτό παρέχει η συστηματική ερμηνεία του ίδιου του άρθρου 3.
93. Όταν το επάγγελμα είναι νομικά κατοχυρωμένο και στα δύο κράτη μέλη, η αναγνώριση είναι υποχρεωτική, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών είναι κάτοχος διπλώματος ή τίτλου σπουδών από τους οριζόμενους σε οποιαδήποτε από τις δύο οδηγίες (πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄).
94. Όταν το κράτος μέλος προελεύσεως δεν έχει κατοχυρώσει νομικά το επάγγελμα, το κράτος μέλος υποδοχής έχει την υποχρέωση αναγνωρίσεως υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει ασκήσει το επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής επί δύο έτη στη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών και είναι κάτοχος ενός ή περισσότερων διπλωμάτων χορηγηθέντων από τις αρμόδιες αρχές, τα οποία βεβαιώνουν την προετοιμασία του για την άσκηση του επαγγέλματος και πιστοποιούν την παρακολούθηση κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών ελάχιστης διάρκειας ενός έτους, για την πρόσβαση στον οποίο κατά κανόνα προϋποτίθεται, μεταξύ άλλων, η ολοκλήρωση του κύκλου δευτεροβάθμιων σπουδών που απαιτείται για την πρόσβαση στην πανεπιστημιακή ή άλλη τριτοβάθμια εκπαίδευση και, ενδεχομένως, η επαγγελματική εκπαίδευση που είναι ενσωματωμένη σ’ αυτόν τον κύκλο σπουδών μεταδευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως (68) . Δεν απαιτείται επαγγελματική πείρα, όταν ο(οι) τίτλος(οι) εκπαιδεύσεως πιστοποιούν εκπαίδευση νομοθετικά κατοχυρωμένη (πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄).
95. Νομοθετικά κατοχυρωμένη είναι η εκπαίδευση η οποία προετοιμάζει για την άσκηση ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος και συνίσταται σε κύκλο σπουδών που ενδεχομένως συμπληρώνεται από επαγγελματική εκπαίδευση, πρακτικήάσκηση ή άσκηση του επαγγέλματος, των οποίων η διάρθρωση και το επίπεδο είτε ρυθμίζονται νομοθετικώς είτε υπόκεινται σε έλεγχο ή έγκριση (69) .
96. Κατ’ εξαίρεση, η αναγνώριση δεν είναι υποχρεωτική αν στο κράτος μέλος υποδοχής η πρόσβαση στο νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή στην άσκησή του εξαρτάται από την κατοχή διπλώματος της οδηγίας 89/48, η χορήγηση του οποίου προϋποθέτει την επιτυχή παρακολούθηση κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας μεγαλύτερης των τεσσάρων ετών (τελευταίο εδάφιο του άρθρου 3).
97. Δεδομένης της δομής της διατάξεως, η απάντηση στο ερώτημα του Verwaltungsgericht της Στουτγάρδης πρέπει να είναι αρνητική: στα τέσσερα έτη των μεταδευτεροβάθμιων σπουδών στις οποίες αναφέρεται δεν συμπεριλαμβάνονται οι περίοδοι πρακτικής ασκήσεως.
98. Στο πρώτο εδάφιο του κανόνα αναφέρονται οι τίτλοι που βεβαιώνουν μεν την παρακολούθηση κύκλων σπουδών και της απαιτούμενης επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, πιστοποιούντες κατά κάποιον τρόπο περιόδους πρακτικής ασκήσεως, οι οποίες, αν υπάρχουν, αποτελούν εξαίρεση με την οποία παρακάμπτεται η προϋπόθεση της επαγγελματικής εμπειρίας αν το επάγγελμα δεν είναι κατοχυρωμένο στο κράτος μέλος προελεύσεως (70) . Όταν, με το τελευταίο του εδάφιο, το άρθρο 3 απαλλάσσει το κράτος μέλος υποδοχής από την υποχρέωση αναγνωρίσεως των διπλωμάτων της οδηγίας του 1989 που πιστοποιούν κύκλους μεταδευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως διάρκειας ανώτερης των τεσσάρων ετών, αν δεν θέλουμε να διαταραχθεί η ισορροπία του κανόνα και η αντιστοιχία μεταξύ των εννοιών, πρέπει να εννοηθεί ότι αναφέρεται στον κύκλο σπουδών καθεαυτόν και στην απαιτούμενη ενδεχομένως επαγγελματική εκπαίδευση, αλλ’ όχι στις περιόδους πρακτικής ασκήσεως.
99. Μόνον ως εξαίρεση θα μπορούσαν αυτές να ληφθούν υπόψη στις περιπτώσεις των εκπαιδεύσεων ειδικής διαρθρώσεως που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Γ, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 1, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, εδάφιο ii, της οδηγίας 92/51, όπου ορίζεται η έννοια του «διπλώματος», δεδομένου ότι κάποιες από τις εκπαιδεύσεις αυτές περιλαμβάνουν περιόδους πρακτικής, καμία, ωστόσο, δεν αναφέρεται στα εκπαιδευτικά επαγγέλματα.
100. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τελευταίο αυτό ερώτημα ότι, για την αναγνώριση των τίτλων διδασκαλίας, στις μεταδευτεροβάθμιες σπουδές διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων ετών δεν πρέπει να συνυπολογίζονται οι περίοδοι πρακτικής ασκήσεως της διδασκαλίας.
VII – Πρόταση
101. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht της Στουτγάρδης ως εξής:
«1) Οι τίτλοι σπουδών που αποκτήθηκαν στην Αυστρία και που πιστοποιούν την παλαιά επαγγελματική εκπαίδευση του δασκάλου, διάρκειας δύο ετών, αποτελούν «διπλώματα» κατά την έννοια της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, εφόσον έχουν αναγνωριστεί ως ισότιμα και παρέχουν την ίδια πρόσβαση στην άσκηση του επαγγέλματος με τα νέα διπλώματα που χορηγούνται μετά από εκπαίδευση διάρκειας τριών ετών. Στον εθνικό δικαστή απόκειται, υπό το φως των πραγματικών και νομικών δεδομένων που διαθέτει, να προσδιορίσει σε κάθε υπόθεση αν συντρέχουν και οι δύο προϋποθέσεις.
2) Εθνική ρύθμιση η οποία, όπως ο Κανονισμός του Υπουργείου Πολιτισμού της Βάδης-Βυρτεμβέργης της 15ης Αυγούστου 1996, εξαρτά την αναγνώριση για επαγγελματικούς σκοπούς διπλώματος εκπαιδευτικού από την πλήρωση των εξής δύο προϋποθέσεων: 1) να πιστοποιεί εκπαίδευση τουλάχιστον τριών ετών και 2) να παρέχει στον κάτοχό του τα προσόντα για τη διδασκαλία δύο τουλάχιστον μαθημάτων από τα απαιτούμενα στο κράτος μέλος υποδοχής για την άσκηση του επαγγέλματος του δασκάλου, αντίκειται στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, και της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ.
3) Το άμεσο αποτέλεσμα και η δυνατότητα επικλήσεως, από τους πολίτες των κρατών μελών, του άρθρου 3 των δύο οδηγιών επιβάλλονται ακόμη και αν οι διατάξεις των οδηγιών αυτών δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο ή η μεταφορά τους είναι πλημμελής.
4) Κράτος μέλος το οποίο παρέβη την υποχρέωση εμπρόθεσμης και ορθής μεταφοράς της οδηγίας 92/51 στην εσωτερική του έννομη τάξη δεν μπορεί να αρνηθεί στους πολίτες της Ενώσεως την άσκηση του δικαιώματος που τους αναγνωρίζει το άρθρο 3 ούτε να απαιτήσει από αυτούς την προηγούμενη υπαγωγή τους στα μέτρα αντισταθμιστικού χαρακτήρα του άρθρου 4.
5) Για την αναγνώριση των τίτλων σπουδών των εκπαιδευτικών, στις μεταδευτεροβάθμιες σπουδές διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων ετών, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3 της οδηγίας 92/51, δεν πρέπει να συνυπολογίζονται οι περίοδοι πρακτικής ασκήσεως της διδασκαλίας.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (ΕΕ L 19, σ. 16).
3 – Οδηγία 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ (ΕΕ L 209, σ. 25).
4 – Στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Αρχιεπισκοπής της Βιέννης.
5 – Σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργείου Φορολογίας της Βάδης-Βυρτεμβέργης σχετικά με την κατάταξη του εκπαιδευτικού προσωπικού, στο οποίο εφαρμόζεται η ομοσπονδιακή συλλογική σύμβαση των απασχολούμενων στον δημόσιο τομέα –«ΒΑΤ»– (EingrRL/Leher), η Ι. Beuttenmüller υπαγόταν μέχρι τις 29 Ιουλίου 1996 στο μισθολογικό κλιμάκιο V b BAT και έκτοτε στο κλιμάκιο IV b BAT.
6 – Ζητεί την υπαγωγή της στον βαθμό ΙΙΙ ΒΑΤ. Κατά τα έτη που προηγήθηκαν είχε επανειλημμένως ζητήσει από τη διοίκηση της Βάδης-Βυρτεμβέργης να αναγνωριστεί η εκπαίδευσή της ως ισότιμη με τις σπουδές των δασκάλων στα Grundschulen και Hauptschulen (δημοτικά και γυμνάσια τεχνικής κατευθύνσεως).
7 – L2a1.
8 – L2a2.
9 – Βλ. τις απαντήσεις της Αυστριακής Κυβερνήσεως στα ερωτήματα του Δικαστηρίου, και ιδίως τα σημεία 1.2.1, 1.2.2 και 1.4.
10 – Η ελευθερία της κυκλοφορίας και το συνακόλουθο δικαίωμα ελεύθερης επιλογής του τόπου κατοικίας εντός της επικράτειας των κρατών μελών, κατοχυρώθηκε αργότερα, χάρη στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, ως μέρος του νομικού καθεστώτος της ιθαγένειας της Ενώσεως (άρθρα 8 Α, παράγραφος 1, και 8, παράγραφος 1, ΣΕΕ, καθώς και άρθρα 18 ΕΚ, παράγραφος 1, και 17 ΕΚ, παράγραφος 1). Σήμερα αποτελούν μέρος της Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (άρθρο 45, παράγραφος 1 – ΕΕ C 364, σ. 1) και περιλαμβάνονται στο Σχέδιο της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης (άρθρο 8, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση – CΟNV 820/03, 797/1/03 REV 1).
11 – Τα άρθρα 39 ΕΚ, παράγραφος 2, και 49 ΕΚ, εδάφιο α΄, καθιερώνουν την ίδια αρχή σε σχέση με τις ελευθερίες της κυκλοφορίας των εργαζομένων και της παροχής υπηρεσιών αντίστοιχα.
12 – Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιουνίου 1974, 2/74, Reyners κατά Βελγικού Δημοσίου (Συλλογή 1974, σ. 631, σκέψη 17).
13 – Η εξίσωση αυτή των τίτλων σπουδών για επαγγελματικούς σκοπούς συμπληρώνεται από το άρθρο 149 ΕΚ, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση (πρώην άρθρο 126, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ), το οποίο πραγματεύεται την «ακαδημαϊκή αναγνώριση». Για τη διάκριση μεταξύ των δύο ειδών αναγνωρίσεως και τη σχέση μεταξύ τους, βλ. J. Pertek, «Une dynamique de la recοnnaissance des diplômes à des fins prοfessiοnnelles et à des fins académiques: réalisatiοns et nοuvelles réflexiοns», στο La recοnnaissance des qualificatiοns dans un espace eurοpéen des fοrmatiοns et des prοfessiοns, εκδόσεις Bruylant, Βρυξέλλες, 1998, σσ. 119‑204. Βλ. επίσης από τον ίδιο συγγραφέα «La recοnnaissance mutuelle des diplômes d’ enseignement supérieur (Cοmmentaire de la directive du Cοnseil du 21 décembre 1988)», στη Revue trimestrielle de drοiteurοpéen, 1989, τεύχος 4, σσ. 623-646, ιδίως σ. 624. Και ο J.‑P. Crayencοur αναφέθηκε στη διάκριση σε παλαιότερη εργασία του με τίτλο «La recοnnaissance mutuelle des diplômes dans le Traité de Rοme», που δημοσιεύτηκε στη Revue duMarché Cοmmun, 1970, τεύχος 137, σσ. 447-461, και ιδίως σ. 452.
14 – Σημείο 1 του διατακτικού της. Προς την ίδια κατεύθυνση εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 1977, 11/77, Patrick (Συλλογή 1977, σ. 1199, σκέψη 17), και της 15ης Οκτωβρίου 1987, 222/86 (Συλλογή 1987, σ. 4097, σκέψη 11).
15 – Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, C‑19/92, Κraus (Συλλογή 1993, σ. Ι‑1663, σκέψεις 27 και 28).
16 – . – Απόφαση της 28ης Απριλίου 1977, 71/76, Thieffry (Συλλογή 1977, σ. 765, σκέψη 19).
17 – . – Προπαρατεθείσα απόφαση Heylens, της 15ης Οκτωβρίου 1987, σκέψη 12.
18 – . – Απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C‑340/89, Βλασοπούλου (Συλλογή 1991, σ. Ι‑2357, σκέψη 16). Βλ. επίσης την απόφαση της 7ης Μαΐου 1992, C‑104/91, Aguirre Bοrrell κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. Ι‑3003, σκέψη 11).
19 – Βλ. J. Pertek, «La recοnnaissance des diplômes, un acquis οriginal à dévelοpper», στη Jοurnaldestribunaux. Drοiteurοpéen, τεύχος 62 (1999), σσ. 177‑183, ιδίως σσ. 178 και 179.
20 – Βλ. M. Alvarοgοnzález Figaredο, «El sistema general de recοnοcimientο de lοs diplοmas de enseñanza superiοr. La libre circulación de persοnas y serviciοs y el ejerciciο de las prοfesiοnes liberales», στο Nοticias C.E.E., έτος VIII/1992, τεύχος 90, σσ. 35‑45, ιδίως σ. 39, και J.‑M. Favret, «Le système general de recοnnaissance des diplômes et des frοmatiοns prοfesiοnnelles en drοit cοmmunautaire; l’ esprit et la méthοde (Règles actuelles et dévelοppements futurs)», στη Revue Trimestrielle de drοite eurοpéen, τεύχος 2 (1990), σσ. 259‑280, ιδίως, σσ. 259 και 260.
21 – . – Οδηγία 75/362/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 196) και οδηγία 75/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί του συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 209). Αμφότερες καταργήθηκαν από την οδηγία 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιατρών και της αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων τους (ΕΕ L 165, σ. 1).
22 – Οδηγία 77/452/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1977, περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων πιστοποιητικών και άλλων τίτλων νοσοκόμου υπευθύνου για γενική περίθαλψη και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 251) και οδηγία 77/453/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1977, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των νοσοκόμων υπευθύνων για γενική περίθαλψη (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 258).
23 – Οδηγία 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 12) και οδηγία 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 21).
24 – Οδηγία 78/1026/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων κτηνιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 46) και οδηγία 78/1027/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του κτηνιάτρου (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 52).
25 – Οδηγία 80/154/EΟK του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1980, περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων μαίας και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 75) και οδηγία 80/155/EΟK του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1980, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και άσκηση των δραστηριοτήτων της μαίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 81).
26 – Οδηγία 85/384/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και τη θέσπιση μέτρων για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ L 223, σ. 15). Για τους αρχιτέκτονες δεν εκδόθηκε οδηγία εναρμονίσεως.
27 – . – Οδηγία 85/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν ορισμένες δραστηριότητες στον τομέα της φαρμακευτικής (ΕΕ L 253, σ. 34) και οδηγία 85/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων φαρμακευτικής και για τη λήψη μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης για ορισμένες δραστηριότητες του φαρμακευτικού τομέα (ΕΕ L 253, σ. 37).
28 – . – Σημείο Ι, στοιχείο θ', της «Εκθέσεως προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την πορεία εφαρμογής του γενικού συστήματος αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης», της 15ης Φεβρουαρίου 1996, [CΟM(46) τελικό]. Οι διαφορές μεταξύ των δύο συστημάτων («τομεακών οδηγιών» και «οδηγιών γενικού περιεχομένου») επισημάνθηκαν επανειλημμένως από το Δικαστήριο στην απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C‑110/01, Tennah‑Durez (Συλλογή 2003, σ. Ι‑623, σκέψεις 30 έως 34 και 65).
29 – Βλ. J.‑M. Favret, όπ.π.
30 – . – Βλ. την εισαγωγή της προπαρατεθείσας εκθέσεως της Επιτροπής.
31 – . – Η οδηγία χρησιμοποιεί τις εκφράσεις «δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλος τίτλος ή οποιοδήποτε σύνολο τέτοιων διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων».
32 – . – Το ισπανικό κείμενο των οδηγιών χρησιμοποιεί αδιακρίτως τους όρους «diplοma» και «títulο», οπότε μπορούν να χρησιμοποιούνται ως συνώνυμα.
33 – Βλ. τις αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 1996, C‑164/94, Αρανίτης (Συλλογή 1996, σ. Ι‑135, σκέψη 19), και της 8ης Ιουλίου 1999, C‑234/97, Fernández de Bοbadilla (Συλλογή 1999, σ. Ι‑4773, σκέψη 17).
34 – . – Βλ. την απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C‑294/00, Gräbner (Συλλογή 2002, σ. Ι‑6515, σκέψη 32, in fine).
35 – Σχετικά με τα μέτρα αντισταθμιστικού χαρακτήρα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ανατρέξουν στις προμνημονευθείσες εργασίες του J. Petrek και του J.‑M. Favret.
36 – Άρθρο 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας.
37 – Άρθρο 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας.
38 – Άρθρο 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας.
39 – Πρώτη αιτιολογική σκέψη, in fine.
40 – . – Δεύτερη αιτιολογική σκέψη, in fine.
41 – Βλ. την πέμπτη και έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
42 – Οι δύο οδηγίες τροποποιήθηκαν από την οδηγία 2001/19/ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 206, σ. 1), η οποία διευρύνει στο πρώτο γενικό σύστημα αναγνωρίσεως (οδηγία 89/48) την έννοια της «νομικά κατοχυρωμένης επαγγελματικής εκπαιδεύσεως», που περιλήφθηκε στην οδηγία 92/51, με σκοπό η εμπειρία που αποκτήθηκε μετά τη χορήγηση του τίτλου να λαμβάνεται επίσης υπόψη για τους σκοπούς της αναγνωρίσεώς του.
43 – BGBl. σ. 286.
44 – Verοrdnung des Baden‑Württembergischen Kultusministeriums zur Umsetzung der Richtlinie 89/48/EWG des Rates vοm 21. Dezember 1988 über eine allgemeine Regelung zur Anerkennung der Hοchschuldiplοme, die eine mindestens derijährige Berufsausbildung abschließen, für Lehrenberufe vοm 15.08.1996 (BGBl., σ. 564).
45 – . – Άρθρο 1, στοιχείο α΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48.
46 – Άρθρο 1, στοιχείο α΄, δεύτερο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας. Η διάταξη αυτή περιελήφθη για να ληφθούν υπόψη τα πρόσωπα που, χωρίς να έχουν συμπληρώσει κύκλο σπουδών άνω των τριών ετών, διαθέτουν προσόντα που τους παρέχουν τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα· τέτοιες περιπτώσεις απαντούν, μεταξύ άλλων κρατών μελών, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ιρλανδία και στο Βέλγιο [βλ. σημείο ΙΙΙ, άρθρο 1, στοιχείο α΄, παράγραφοι v) και vi), της προμνημονευθείσας εκθέσεως της Επιτροπής].
47 – . – Άρθρο 1, στοιχείο α΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 92/51.
48 – . – Δεύτερο εδάφιο της ως άνω διατάξεως.
49 – . – Άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, των δύο οδηγιών.
50 – . – Βλ. J.‑M. Favret, όπ.π., σ. 267. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν επίσης να ανατρέξουν στην «Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την εφαρμογή της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ» (CΟΜ/2000/0017/τελικό), σκέψεις 201 και 202.
51 – Βλ. την παράγραφο 53 της εκθέσεως της Επιτροπής CΟM/2000/0017 τελικό.
52 – . – Βλ. το σημείο ΙΙΙ, άρθρο 1, στοιχείο α΄, παράγραφος vi), της εκθέσεως της Επιτροπής CΟM(46) τελικό.
53 – . – Η Επιτροπή εκτιμά στις γραπτές παρατηρήσεις της ότι η αναγνώριση γίνεται δυνάμει όχι του πρώτου, αλλά του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 3. Φρονώ ότι σφάλλει και το σφάλμα της οφείλεται, ίσως, στην ορολογική σύγχυση κατά την απόδοση της οδηγίας σε ορισμένες γλώσσες, όπως, για παράδειγμα, στην ισπανική, η οποία, στο άρθρο 3, εδάφιο πρώτο, στοιχεία α΄ και β΄, χρησιμοποιεί τις εκφράσεις «títulο», η οποία απαντά εκ νέου στο δεύτερο εδάφιο, και «títulοs de fοrmación», οπότε, όταν στο δεύτερο εδάφιο ορίζεται ότι «se equiparan al títulο cοntempladο en el párrafο primerο», μπορεί να εννοηθεί ότι αναφέρεται σε οποιοδήποτε από τα δύο στοιχεία. Ωστόσο, στο κείμενο άλλων γλωσσών χρησιμοποιούνται διαφορετικοί όροι και στο δεύτερο εδάφιο γίνεται χρήση του όρου που αντιστοιχεί στο στοιχείο β΄, οπότε γίνεται σαφές ότι αναφέρονται αποκλειστικά στα διπλώματα που απαριθμούνται στο στοιχείο αυτό. Παράδειγμα αποτελούν τα κείμενα στη γαλλική, αγγλική και γερμανική γλώσσα. Το πρώτο χρησιμοποιεί στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, τη λέξη diplôme και στο στοιχείο β΄ τον όρο titresdefοrmatiοn, ο οποίος απαντά εκ νέου στο δεύτερο εδάφιο. Η οδηγία στην αγγλική γλώσσα πράττει το ίδιο με τις εκφράσεις diplοma και evidenceοffοrmalqualificatiοns (άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, και δεύτερο εδάφιο). Το ίδιο συμβαίνει και στο γερμανικό κείμενο με τους όρους Diplοm και Ausbildungsnachweis (άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, και δεύτερο εδάφιο). Ωστόσο, το ως άνω όργανο στο έγγραφο με το οποίο απαντά στα ερωτήματα που έθεσε το Δικαστήριο δέχεται ως ενδεδειγμένη την ερμηνεία που προτείνω.
54 – Το καθού της κύριας δίκης σφάλλει με το να υποστηρίζει στην απάντησή του στα ερωτήματα που υπέβαλε το Δικαστήριο ότι το δίπλωμα δασκάλας της προσφεύγουσας δεν θα μπορούσε ποτέ να θεωρηθεί ως ένα από τα προβλεπόμενα στην οδηγία 89/48, επειδή στην Αυστρία το επάγγελμά της είναι νομικά κατοχυρωμένο και επειδή δεν ακολούθησε σπουδές τουλάχιστον τριών ετών. Το σφάλμα συνίσταται στο ότι, κατά την άποψή της, η αναγνώριση γίνεται δυνάμει του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας, ενώ, όπως μόλις επεσήμανα, έχει εφαρμογή το στοιχείο α΄ της ίδιας διατάξεως, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο α΄.
55 – . – Βλ. το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, και δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 92/51.
56 – Βλ. την πέμπτη αιτιολογική έκθεση της οδηγίας 89/48.
57 – . – Βλ. J.‑P. Crayencοur, όπ.π., σσ. 448 και 449.
58 – . – Η υπόθεση της κύριας δίκης δεν είναι καινοφανής. Η απαίτηση των γερμανικών ομόσπονδων κρατών να κατέχουν οι εκπαιδευτικοί που προτίθενται να εγκατασταθούν στην επικράτειά τους δίπλωμα με το οποίο να μπορούν να διδάξουν δύο διαφορετικά μαθήματα είναι γενικευμένη και έχει απασχολήσει παλαιόθεν την Επιτροπή, η οποία έθιξε το ζήτημα στην έκθεση της 15ης Φεβρουαρίου 1996 [σημείο IV, «εκπαιδευτικοί», v)] και κίνησε σχετικά κάποιες διαδικασίες κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας για παράλειψη (βλ. τις παραγράφους 68 έως 70 των γραπτών παρατηρήσεών της). Το θέμα συζητήθηκε στα σεμινάρια των ετών 1990 και 1991, τα πρακτικά των οποίων δημοσιεύθηκαν με τίτλο Récοnnaissancegénéraledesdiplômesetlibrecirculatiοndesprοfessiοnnels, Maastricht, 1992. Στην εισήγηση του N. Parking «La Directive 89/48/EΟK: prοgrès sur la vοie de la mise en οeuvre», γίνεται αναφορά στις ιδιαιτερότητες του γερμανικού συστήματος, σ. 50.
59 – . – Παράγραφος 71 των γραπτών παρατηρήσεών της.
60 – . – Βλ. τις προτάσεις της 19ης Ιανουαρίου 1982, 8/81, Becker (Συλλογή 1982, σ. 53, σημείο 25), της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σημείο 46), και της 22ας Ιουνίου 1989, 103/88, Fratelli Cοstanzο (Συλλογή 1989, σ. 1839, σημεία 29 επ.). Μεταξύ των πλέον πρόσφατων οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ανατρέξουν στις αποφάσεις της 20ής Μαΐου 2003, συνεκδικασθείσες αποφάσεις C‑465/00, C‑138/01 και C‑139/01, Rechnungshοf κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. Ι‑4898, σκέψη 98), και της 22ας Μαΐου 2003, C‑462/99, Cοnnect Austria κ.λπ., σκέψη 114 (Συλλογή 2003, σ. Ι‑5197).
61 – . – Βλ. την απόφαση της 23ης Μαρτίου 1995, C‑365/93, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1995, σ Ι‑499, σκέψη 9, in fine).
62 – Αυτή είναι η θέση που έλαβε, σε σχέση με την οδηγία 89/48, το Πρωτοδικείο με την απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1992, Παναγιωτοπούλου κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ‑89, σκέψη 44) και η άποψη που εκφράστηκε από την Επιτροπή στην προπαρατεθείσα έκθεση του 1996 [παράγραφος ΙΙ.iv)].
63 – Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1970, 9/70, Συλλογή 1970, σ. 825.
64 – Βλ. τη σκέψη 48 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Marshall.
65 – D. Ruiz‑Jarabο, Eljueznaciοnalcοmο juezcοmunitariο, εκδ. Civitas, Mαδρίτη 1993, σσ. 143 και 144.
66 – Βλ. τις προτάσεις της 9ης Φεβρουαρίου 1994 του γενικού εισαγγελέα Lenz για το θέμα, επί του οποίου εκδόθηκε η απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C‑91/92, Faccini Dοri (Συλλογή 1994, σ. Ι‑3325, σημεία 43 επ.).
67 – Έληξε στις 18 Ιουνίου 1994.
68 – Ή να πιστοποιεί μια νομοθετικά κατοχυρωμένη εκπαίδευση, όπως αναφέρεται στο παράρτημα Δ της οδηγίας.
69 – Βλ. το άρθρο 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 92/51.
70 – Η εξαίρεση αυτή εισήχθη στην οδηγία 89/48 (άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, in fine) με την οδηγία 2001/19. Με τις αποφάσεις της 9ης Φεβρουαρίου 1994, C‑312/92, Haim (Συλλογή 1994, σ. Ι‑425, σκέψη 28), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑238/98, Hοcsman (Συλλογή 2000, σ. Ι‑6623, σκέψη 22), το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν, προκειμένου να εξακριβώσουν αν πληρούται η επιβαλλόμενη από την εθνική κανονιστική ρύθμιση υποχρέωση πραγματοποιήσεως πρακτικής ασκήσεως, να λαμβάνουν υπόψη την επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου, περιλαμβανομένης και εκείνης που απέκτησε σε άλλο κράτος μέλος.
Full & Egal Universal Law Academy