ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 6ης Μαΐου 2004 (1)
Υπόθεση C-113/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών
1. Με την παρούσα προσφυγή που ασκήθηκε βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το σύστημα των Κάτω Χωρών που διέπει τις μεταφορές αποβλήτων είναι για δύο λόγους ασύμβατο με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (2) (στο εξής: κανονισμός) και με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (3), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (4), και όπως προσαρμόστηκε με την απόφαση 96/350/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1996 (5) (στο εξής: οδηγία).
2. Πρώτον, η Επιτροπή διατείνεται ότι τα κριτήρια που οι Κάτω Χώρες εφαρμόζουν για να αποφασίσουν πότε θα εναντιωθούν σε μεταφορά αποβλήτων προοριζομένων για αξιοποίηση δεν στοιχούν με τα κριτήρια που καθιέρωσε το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού.
3. Δεύτερον, η Επιτροπή προβάλλει ότι τα κριτήρια που οι Κάτω Χώρες εφαρμόζουν για να καθορίσουν αν η καύση ενός αποβλήτου αποτελεί εργασία διαθέσεως ή αξιοποιήσεως είναι ασύμβατα με τα κριτήρια που καθιέρωσε το άρθρο 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, της οδηγίας. Μετά την υποβολή από τους διαδίκους παρατηρήσεων στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε σε μια άλλη υπόθεση ότι τα κριτήρια που στηρίζονται στη θερμογόνο αξία και στη σύνθεση του αποβλήτου όντως συνιστούν παράβαση της οδηγίας (6).
Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
4. Ο κανονισμός σκοπό έχει να καθιερώσει ένα εναρμονισμένο σύστημα διαδικαστικών κανόνων με το οποίο θα μπορέσουν να περιοριστούν οι μεταφορές αποβλήτων έτσι ώστε να προστατευθεί το περιβάλλον. Ο τίτλος ΙΙ του κανονισμού επιγράφεται «Μεταφορά αποβλήτων μεταξύ των κρατών μελών». Τα κεφάλαια Α και Β του τίτλου ΙΙ ορίζουν τις διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται για τη μεταφορά αποβλήτων, αντιστοίχως, προς διάθεση και αξιοποίηση. Ο κανονισμός υιοθετεί τους ορισμούς της «διαθέσεως» και της «αξιοποιήσεως» που χρησιμοποιούνται στην οδηγία (7), οι οποίοι παρατίθενται πιο κάτω.
5. Οι μεταφορές των πιο επικίνδυνων ειδών αποβλήτων που προορίζονται για αξιοποίηση (8) υπόκεινται στην ακόλουθη διαδικασία. Όταν ο παραγωγός ή ο κάτοχος του αποβλήτου σκοπεύει να μεταφέρει ένα τέτοιο απόβλητο από ένα κράτος μέλος σε άλλο, πρέπει να ανακοινώσει τη μεταφορά αυτή στην αρμόδια αρχή του κράτους προορισμού και να αποστείλει αντίγραφο της ανακοινώσεως στην αρμόδια αρχή του κράτους αποστολής και στον παραλήπτη (9).
6. Τα κράτη μέλη αποστολής και προορισμού έχουν δικαίωμα να εναντιωθούν στη μεταφορά. Η εναντίωσή τους πρέπει να στηρίζεται στο άρθρο 7, παράγραφος 4. Το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, παραθέτει πέντε λόγους για τους οποίους οι αρμόδιες αρχές των πιο πάνω κρατών μελών δύνανται να προβάλλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις. Η πέμπτη περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, ορίζει ότι «[οι] αρμόδιες αρχές προορισμού και αποστολής δύνανται να προβάλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις για τη σχεδιαζόμενη μεταφορά […] εάν ο λόγος αξιοποιήσιμων προς μη αξιοποιήσιμα απόβλητα, η εκτιμώμενη αξία των υλικών που θα αξιοποιηθούν εν τέλει ή το κόστος της αξιοποίησης και το κόστος της διάθεσης του μη αξιοποιηθέντος μέρους δεν δικαιολογούν την αξιοποίηση από οικονομική και περιβαλλοντική άποψη».
7. Στο άρθρο 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας, ως «διάθεση» ορίζεται «κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙ Α», ενώ στο άρθρο 1, στοιχείο στ΄, ως «αξιοποίηση» ορίζεται «κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙ Β».
8. Η «καύση στο έδαφος» περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ Α, σημείο D 10, οπότε ορίζεται ως εργασία διαθέσεως. Αντιθέτως, η «χρήση ως καυσίμου ή άλλου μέσου παραγωγής ενέργειας» ορίζεται στο παράρτημα ΙΙ Β, σημείο R 1, ως εργασία αξιοποιήσεως.
Το εθνικό δίκαιο
9. Τον Ιούνιο του 1997, η Ολλανδική Κυβέρνηση υιοθέτησε το Meerjarenplan gevaarlijke afvalstoffen II 1997-2007 (δεύτερο πολυετές σχέδιο διαχειρίσεως επικινδύνων αποβλήτων για την περίοδο 1997-2007) (στο εξής: σχέδιο MJP-GA II) (10).
10. Το κεφάλαιο 8 του πρώτου μέρους του σχεδίου MJP-GA II δίνει οδηγίες ως προς τον τρόπο που η πέμπτη περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, πρέπει να εφαρμόζεται από την αρμόδια αρχή στις Κάτω Χώρες.
11. Το κεφάλαιο 8.3, στοιχείο a, ορίζει ότι, «όταν στο κράτος αποστολής αξιοποιείται λιγότερο από το 20 % (ως ποσοστό μάζας) της ποσότητας του αποβλήτου το οποίο προορίζεται για διασυνοριακή μεταφορά, τότε –λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης ποσότητας του αποβλήτου το οποίο στη συνέχεια θα πρέπει να διατεθεί– οι λόγοι για την προβολή αντιρρήσεως κατά τον κανονισμό θα αξιολογούνται χωριστά για κάθε αίτηση. Ουδέποτε θα έχει εφαρμογή το περιθώριο που ορίζεται σε υποσημείωση του σημείου b […]».
12. Το κεφάλαιο 8.3, στοιχείο b, ορίζει ότι, «στις άλλες περιπτώσεις, κατ’ αρχήν θα προβάλλεται αντίρρηση κατά της μεταφοράς αν το αξιοποιήσιμο στο κράτος μέλος προορισμού ποσοστό του αποβλήτου είναι μικρότερο από το αξιοποιήσιμο στο κράτος μέλος αποστολής».
13. Η υποσημείωση του κεφαλαίου 8.3, στοιχείο b, όριζε αρχικώς:
«Αν δεν είναι δυνατό να καθοριστεί ότι στο κράτος προορισμού αξιοποιείται μικρότερο ποσοστό του αποβλήτου, δύναται να εφαρμοστεί ένα περιθώριο για να περιοριστούν οι αντιδικίες. Το περιθώριο δεν μπορεί να υπερβεί το 20 %. Πάνω από το 20 %, πάντοτε θα προβάλλεται αντίρρηση. Κάθε περίπτωση θα κρίνεται βάσει της συγκεκριμένης προθέσεως για τη μεταφορά αποβλήτων.»
14. Μετά το έγγραφο οχλήσεως που η Επιτροπή απέστειλε πριν από την παρούσα δίκη, οι Κάτω Χώρες τροποποίησαν την υποσημείωση διαγράφοντας την προτελευταία περίοδο του χωρίου που παρατέθηκε αμέσως πιο πάνω.
15. Το κεφάλαιο 18 του δεύτερου μέρους του σχεδίου MJP-GA II αφορά τη διαφορά μεταξύ της καύσεως ως εργασίας αξιοποιήσεως, όπου το απόβλητο χρησιμοποιείται κυρίως ως καύσιμο, και της καύσεως ως μεθόδου διαθέσεως. Διευκρινίζει ότι η καύση επικινδύνων αποβλήτων θεωρείται εργασία αξιοποιήσεως μόνον αν η θερμογόνος αξία του αποβλήτου είναι μεγαλύτερη των 11 500 Kj/kg όταν πρόκειται για απόβλητο με περιεκτικότητα χλωρίου κατώτερη του 1 % ή μεγαλύτερη των 15 000 Kj/kg όταν πρόκειται για απόβλητο με περιεκτικότητα χλωρίου ανώτερη του 1 %.
Η προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους
16. Μετά από διάφορες καταγγελίες ως προς το ότι οι Κάτω Χώρες προέβαλλαν αδικαιολόγητες αντιρρήσεις για την εξαγωγή επικινδύνων αποβλήτων, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 28 Απριλίου 1999, έγγραφο οχλήσεως στις Κάτω Χώρες, με το οποίο εξέθεσε ότι για τρεις λόγους θεωρεί ότι το σχέδιο MJP GA-II συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
17. Σε απάντηση προς το έγγραφο οχλήσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση τροποποίησε, όπως περιγράφηκε πιο πάνω (11), την υποσημείωση του κεφαλαίου 8.3, στοιχείο b, του σχεδίου MJP GA-II, αλλά δεν προέβη σε άλλες αλλαγές.
18. Η Επιτροπή δεν έμεινε ικανοποιημένη με την απάντηση αυτή και, την 1η Αυγούστου 2000, απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στην Ολλανδική Κυβέρνηση. Οι Κάτω Χώρες απάντησαν στις 8 Νοεμβρίου 2000, αρνούμενες οποιαδήποτε παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
19. Στις 21 Μαρτίου 2002, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι οι Κάτω Χώρες δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις που έχουν από το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού, από τα άρθρα 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, και 7, παράγραφος 1, της οδηγίας και από το άρθρο 82 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 86 ΕΚ.
20. Κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης, η Επιτροπή παραιτήθηκε από την τρίτη αιτίαση την οποία διατύπωσε με την προσφυγή της και με την οποία προέβαλε παράβαση των άρθρων 82 ΕΚ και 86 ΕΚ.
21. Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή δεν ανέπτυξε κανένα επιχείρημα προς στήριξη του ισχυρισμού της περί παραβάσεως του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας.
22. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να εξεταστεί μόνον αν το σχέδιο MJP-GA II αντίκειται στο άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού ή συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, της οδηγίας. Θα έλθω πρώτα στο τελευταίο ζήτημα, το οποίο εξετάστηκε πρόσφατα από το Δικαστήριο.
Το συμβατό του σχεδίου MJP-GA II με το άρθρο 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, της οδηγίας
23. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι είναι ασύμβατη με την οδηγία η διάκριση που γίνεται στο κεφάλαιο 18 του δεύτερου μέρους του σχεδίου MJP-GA II μεταξύ διαθέσεως και αξιοποιήσεως επικινδύνων αποβλήτων με την καύση τους.
24. Μετά την υποβολή των παρατηρήσεων των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας (12).
25. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, ναι μεν τα κράτη μέλη, αφενός, μπορούν να εναντιωθούν σε μια μεταφορά για τον λόγο ότι τα σχετικά απόβλητα κακώς χαρακτηρίστηκαν ως απόβλητα που προορίζονται για αξιοποίηση και όχι ως απόβλητα που προορίζονται για διάθεση και, αφετέρου, μπορούν να θέσουν κριτήρια για τη διάκριση μεταξύ εργασιών αξιοποιήσεως και εργασιών διαθέσεως, πλην όμως τα κριτήρια αυτά πρέπει να συνάδουν με τη διάκριση στην οποία προέβη η οδηγία (13).
26. Ειδικότερα, η οδηγία διακρίνει μεταξύ «καύσεως στο έδαφος» (η οποία στο σημείο D 10 χαρακτηρίζεται ως εργασία διαθέσεως) και «χρήσεως ως καυσίμου ή άλλου μέσου παραγωγής ενέργειας» (η οποία ορίζεται στο σημείο R 1 ως εργασία αξιοποιήσεως). Το Δικαστήριο έκρινε ότι πρόκειται για τη δεύτερη κατηγορία μόνον όταν «το μεγαλύτερο μέρος του αποβλήτου πρέπει να αναλωθεί κατά την εργασία και το μεγαλύτερο μέρος της παραχθείσας ενέργειας πρέπει να ανακτηθεί και να χρησιμοποιηθεί» (14).
27. Υπό το φως της ερμηνείας την οποία έδωσε στο σημείο R 1, το Δικαστήριο συνήγαγε ότι δεν συνάδει με την οδηγία το να χρησιμοποιήσει ένα κράτος μέλος είτε τη θερμογόνο αξία του αποβλήτου είτε το ποσό των επιβλαβών ουσιών που περιέχονται στο καμένο απόβλητο ως κριτήρια του αν η καύση του αποβλήτου αποτελεί εργασία διαθέσεως ή αξιοποιήσεως (15). Τέτοια κριτήρια δεν έχουν σχέση ούτε με την αναλογία του αποβλήτου το οποίο αναλώθηκε ούτε με την αναλογία της ενέργειας που ανακτήθηκε.
28. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο ρητώς όρισε ότι ένα κριτήριο που βασίζεται στη θερμογόνο αξία του αποβλήτου είναι ασύμβατο με την οδηγία. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου καταλαμβάνει και ένα κριτήριο που βασίζεται στην περιεκτικότητα του αποβλήτου σε χλώριο πριν από την καύση του αποβλήτου. Κατά την ερμηνεία που το Δικαστήριο έδωσε στο σημείο R 1, ούτε η σύνθεση του αποβλήτου έχει σημασία, είτε μετρηθεί πριν είτε μετρηθεί μετά από την καύση.
29. Κατά συνέπεια, είναι σαφές ότι το κεφάλαιο 18 του δεύτερου μέρους του σχεδίου MJP-GA II συνιστά παράβαση του άρθρου 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, της οδηγίας σε συνδυασμό με το σημείο D 9 του παραρτήματος ΙΙ Α και το σημείο R 1 του παραρτήματος ΙΙ Β της οδηγίας.
Το συμβατό του σχεδίου MJP-GA II με το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού
30. Με την εναπομένουσα αιτίαση της προσφυγής της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι είναι ασύμβατα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού τα κριτήρια του κεφαλαίου 8 του πρώτου μέρους του σχεδίου MJP-GA II για το πότε πρέπει να διατυπώνονται αντιρρήσεις για τη μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση.
31. Η Επιτροπή προβάλλει ότι η κοινοτική ρύθμιση, όταν λαμβάνει τη μορφή κανονισμού, δεν αφήνει χώρο για εθνικά μέτρα εφαρμογής, εκτός αν ρητώς έχει προβλέψει τέτοια μέτρα. Τούτο δεν συμβαίνει με το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού.
32. Η Επιτροπή διατείνεται περαιτέρω ότι τα κριτήρια του κεφαλαίου 8 του πρώτου μέρους του σχεδίου MJP-GA II είναι ασύμβατα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού. Προβλέπουν τη συστηματική προβολή αντιρρήσεων κατά μεταφορών αποβλήτων προς αξιοποίηση όταν στο κράτος αποστολής η αξιοποιήσιμη ποσότητα του αποβλήτου υπερβαίνει το 20 % και είναι ίση ή μεγαλύτερη από την αξιοποιήσιμη ποσότητα του αποβλήτου στο κράτος προορισμού. Έτσι, εισάγουν ένα υποκειμενικό στοιχείο εκτιμήσεως, ενώ η εκτίμηση κατά την πέμπτη περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού πρέπει να βασίζεται μόνο στα αντικειμενικά χαρακτηριστικά κάθε μεταφοράς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, διαιωνίζουν την προσήλωση των Κάτω Χωρών στην αντίθετη προς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Dusseldorp (16) αρχή της αυτάρκειας όσον αφορά τα απόβλητα που προορίζονται για αξιοποίηση.
33. Όσον αφορά το ζήτημα αν οι εθνικές αρχές μπορούν να θεσπίσουν εθνικούς κανόνες εφαρμογής όπως οι επίμαχοι, η Ολλανδική Κυβέρνηση σημειώνει ότι το άρθρο 30 του κανονισμού ρητώς δίνει στα κράτη μέλη εξουσία για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα απόβλητα θα μεταφέρονται σύμφωνα με τις διατάξεις του.
34. Η Ολλανδική Κυβέρνηση αρνείται ότι τα κριτήρια που περιέχονται στο κεφάλαιο 8 του πρώτου μέρους του σχεδίου MJP-GA II χαράσσουν πολιτική συστηματικών αντιρρήσεων. Το κεφάλαιο ορίζει ρητώς ότι σε όλες τις περιπτώσεις οι μεταφορές πρέπει να εξετάζονται ατομικά. Τα διαλαμβανόμενα στο κεφάλαιο 8.3, στοιχείο b, ότι «κατ’ αρχήν» θα προβάλλονται αντιρρήσεις δείχνουν μόνον ότι αντιρρήσεις θα προβάλλονται συνήθως, αλλά όχι πάντοτε.
35. Εν πάση περιπτώσει, η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι τα κριτήρια στοιχούν με την πέμπτη περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού. Ευνοώντας τις εργασίες που έχουν μεγαλύτερο βαθμό αξιοποιήσεως, προάγουν θεμιτά τους οικονομικούς και περιβαλλοντικούς σκοπούς που αποτελούν το υπόβαθρο της διατάξεως αυτής. Έτσι, υπηρετούν τον σκοπό να ενθαρρυνθεί η αξιοποίηση των αποβλήτων, ο οποίος διατυπώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, και τον σκοπό να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 174, παράγραφος 2, ΕΚ.
36. Τέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα κριτήρια του κεφαλαίου 8 του πρώτου μέρους του σχεδίου MJP-GA II είναι ουδέτερα, καθόσον ισχύουν και για τις εισαγωγές και για τις εξαγωγές αποβλήτων προς αξιοποίηση. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να λεχθεί ότι τα κριτήρια αυτά αποτελούν περίπτωση συγκεκαλυμμένου προστατευτισμού.
37. Νομίζω ότι είναι τουλάχιστον υποστηρίξιμο ότι τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν κριτήρια τα οποία διευκρινίζουν τον τρόπο κατά τον οποίο τα κράτη αυτά θα ασκούν το στοιχείο διακριτικής εξουσίας που τους δίνει το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού.
38. Είναι αλήθεια ότι συνήθως τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίσουν εθνικά μέτρα για να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους κοινοτικοί κανονισμοί (17). Τέτοια μέτρα δεν είναι αναγκαία λόγω του άμεσου αποτελέσματος των κοινοτικών κανονισμών και συνεπάγονται τον προφανή κίνδυνο τόσο να εμφιλοχωρήσει σφάλμα κατά τη διαδικασία μεταφοράς όσο και να υπάρξει σύγχυση ως προς το κοινοτικό καθεστώς των σχετικών κανόνων.
39. Πέραν αυτού, η νομολογία του Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ότι μέτρα εφαρμογής είναι επιτρεπτά υπό ορισμένες συνθήκες, και ειδικότερα όταν ο κανονισμός ρητώς το προβλέπει (18).
40. Μπορεί να προβληθεί ότι η πέμπτη περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, όντως δίνει ένα στοιχείο διακριτικής εξουσίας στα κράτη μέλη και ότι ο καθορισμός κριτηρίων για την άσκηση της εξουσίας αυτής προάγει την ασφάλεια δικαίου, συντελεί στη συνοχή των λαμβανομένων αποφάσεων και διευκολύνει την από κοινοτικά όργανα εποπτεία της εθνικής πολιτικής. Το Δικαστήριο ρητώς έχει αναγνωρίσει ρόλο στα κριτήρια αξιολογήσεως επί μέρους καταστάσεων κατά την πέμπτη περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄ (19).
41. Ωστόσο, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι τέτοια εθνικά κριτήρια είναι επιτρεπτά κατά την πέμπτη περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, είναι σαφές ότι πρέπει να μένουν εντός των ορίων της διατάξεως αυτής. Το Δικαστήριο έχει τονίσει σε πολλές περιπτώσεις ότι η απαρίθμηση που γίνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, είναι αποκλειστική, οπότε δεν μπορεί να συμπληρωθεί από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών (20).
42. Δεν θεωρώ ότι τα κριτήρια που παραθέτει το κεφάλαιο 8 του πρώτου μέρους του σχεδίου MGP-GA II συνάδουν με την πέμπτη περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού.
43. Η διάταξη αυτή επικεντρώνεται μόνο στο ζήτημα αν, αυτή καθ’ εαυτή, η προτεινόμενη εργασία αξιοποιήσεως δικαιολογείται από οικονομική και περιβαλλοντική άποψη. Για να εκτιμηθεί τούτο, αναφέρονται τρεις παράγοντες: ο λόγος αξιοποιήσιμων προς μη αξιοποιήσιμα απόβλητα· η εκτιμώμενη αξία των υλικών που εν τέλει θα αξιοποιηθούν και το κόστος της αξιοποιήσεως συνυπολογιζομένου του κόστους της διαθέσεως του μη αξιοποιήσιμου μέρους. Δεν γίνεται σύγκριση της αποτελεσματικότητας των εργασιών αξιοποιήσεως στο κράτος προορισμού και στο κράτος αποστολής.
44. Νομίζω ότι για διάφορους λόγους τα επίμαχα εθνικά κριτήρια δεν έχουν σχέση με την αξιολόγηση την οποία αφορά η πέμπτη περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄.
45. Μολονότι, όταν αξιολογούνται οι οικονομικοί και περιβαλλοντικοί λόγοι δικαιολογήσεως μιας μεταφοράς, μπορεί να είναι θεμιτό να συγκριθεί η αποτελεσματικότητα της εργασίας αξιοποιήσεως μετά τη μεταφορά με την αποτελεσματικότητα άλλων εργασιών που μπορούν να γίνουν αλλού στην Κοινότητα, δεν νομίζω ότι με οποιονδήποτε τρόπο δικαιολογείται να συγκριθούν μόνον οι δυνατότητες επεξεργασίας αποβλήτων στα κράτη προορισμού και αποστολής.
46. Όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, με το να επικεντρώνονται στη σύγκριση της αποτελεσματικότητας των εργασιών αξιοποιήσεως στα κράτη αποστολής και προορισμού, τα κριτήρια που παραθέτει το κεφάλαιο 8 του πρώτου μέρους του σχεδίου MJP-GA II καθιστούν δυνατό να λαμβάνονται υπόψη σκέψεις εγγύτητας και αυτάρκειας. Το πιθανότερο είναι να προβάλλεται αντίρρηση για μια μεταφορά όταν το απόβλητο μπορεί να τύχει αποτελεσματικότερης επεξεργασίας στο κράτος αποστολής. Κατά συνέπεια, είναι πιθανότερο ότι το απόβλητο θα αξιοποιηθεί στη χώρα καταγωγής του, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν η εργασία αξιοποιήσεως στο κράτος προορισμού αξιολογούνταν ανεξάρτητα, και με βάση τα δικά της χαρακτηριστικά. Το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Dusseldorp (21) ότι, κατά το κοινοτικό δίκαιο, σκέψεις εγγύτητας και αυτάρκειας δεν λαμβάνονται υπόψη όταν πρόκειται για μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση.
47. Νομίζω ότι τα επίμαχα εθνικά κριτήρια πάσχουν και διότι εισάγουν ένα μέτρο αποτελεσματικότητας το οποίο στηρίζεται μόνο σε ένα από τα κριτήρια που παρατίθενται στην πέμπτη περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, δηλαδή στον λόγο του αξιοποιήσιμου προς το μη αξιοποιήσιμο μέρος του αποβλήτου. Όπως καθιστά σαφές η διάταξη αυτή, είναι σημαντικό και να εξετάζονται η αξία αυτού που αξιοποιείται και το κόστος της αξιοποιήσεως και της διαθέσεως του μη αξιοποιήσιμου μέρους του αποβλήτου.
48. Δεν θεωρώ ότι έχει οποιαδήποτε σημασία για την εκτίμησή μου το αν υπήρξε ο σκοπός τα κριτήρια που παραθέτει το κεφάλαιο 8 του πρώτου μέρους του σχεδίου MJP-GA II να χρησιμοποιούνται εκ συστήματος ή απλώς να δημιουργήσουν ένα τεκμήριο που να στηρίζει τις αντιρρήσεις. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, τα κριτήρια αυτά εισάγουν στην εκτίμηση της αρμόδιας ολλανδικής αρχής ένα στοιχείο που δεν περιέχεται στην πέμπτη περίπτωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄. Επίσης δίνουν ιδιαίτερη σημασία μόνο σε ένα από τα μέτρα περιβαλλοντικής και οικονομικής αποτελεσματικότητας που αφορά η διάταξη αυτή.
49. Δεν νομίζω ότι έχει σημασία ούτε το ότι τα κριτήρια λειτουργούν ουδέτερα υπό την έννοια ότι ισχύουν για τις μεταφορές αποβλήτων και προς τις Κάτω Χώρες και έξω από αυτές. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, βαίνουν πέραν των λόγων αντιρρήσεως που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 7, παράγραφος 4.
Συμπέρασμα
50. Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει:
1) να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που έχει από το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους, και από το άρθρο 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, και την απόφαση 96/350/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1996·
2) να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 30, σ. 1.
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86.
4 – ΕΕ L 78, σ. 32.
5 – ΕΕ L 135, σ. 32.
6 – Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2003, C-228/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2003, σ. Ι‑1439).
7 – Άρθρο 2, στοιχεία θ΄ και ια΄, του κανονισμού.
8 – Όπως προσδιορίζονται στα παραρτήματα III και IV του κανονισμού.
9 – Άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού.
10 – Το σχέδιο MJP-GA υιοθετήθηκε για να προλάβει την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C‑203/96, Dusseldorp (Συλλογή 1998, σ. Ι‑4075), η οποία εκδόθηκε στις 25 Ιουνίου 1998 και με την οποία το Δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων ότι οι αρχές της αυτάρκειας και εγγύτητας δεν έχουν εφαρμογή επί των μεταφορών αποβλήτων προς αξιοποίηση. Το προηγούμενο σύστημα που εφαρμοζόταν στις Κάτω Χώρες προέβλεπε ότι η εξαγωγή αποβλήτων επιτρέπεται αν στην αλλοδαπή υφίσταται ανώτερη τεχνική επεξεργασίας ή αν στις Κάτω Χώρες υφίσταται ανεπαρκής ικανότητα επεξεργασίας συγκεκριμένου είδους αποβλήτων.
11 – Στο σημείο 14 των προτάσεών μου.
12 – Υπόθεση που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 6.
13 – Σκέψεις 34 έως 36.
14 – Σκέψη 43.
15 – Σκέψη 47.
16 – Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 10.
17 – Βλ., π.χ., την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, 39/72, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 375, σκέψη 17).
18 – Βλ., π.χ., την απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1973, 34/73 Variola (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 657, σκέψη 11).
19 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 50.
20 – Βλ., π.χ., την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2002, C-6/00, ASA (Συλλογή 2002, σ. Ι‑1961, σκέψη 36).
21 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10.
Full & Egal Universal Law Academy