ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 20ής Μαρτίου 2003 ( 1 )
1.
Με την απόφαση του της 26ης Σεπτεμτ βρίου 2000, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 2 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας, βάσει του κώδικα πνευματικής ιδιοκτησίας, διαδικασίες δεσμεύσεως από τις τελωνειακές αρχές επί εμπορευμάτων που έχουν νομίμως κατασκευαστεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και που προορίζονται, μετά τη διαμετακόμιση τους μέσω του γαλλικού εδάφους, για την αγορά άλλου κράτους μέλους, όπου μπορούν να διατεθούν νομίμως στο εμπόριο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης (μετά την τροποποίηση του, άρθρο 28 ΕΚ).
2.
Στην παρούσα υπόθεση το Cour de cassation (Γαλλία) ερωτά κατ' ουσίαν εάν η νομολογία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση κατά την οποία τα εμπορεύματα έχουν καταστευαστεί νομίμως σε κράτος μέλος και προορίζονται για την αγορά τρίτης χώρας, εν προκειμένω της Πολωνίας.
Ι — Το νομικό πλαίσιο
Α — Η κοινοτική νομοθεσία
3.
Εκτός από το άρθρο 28 ΕΚ, του οποίου η ερμηνεία ζητείται ρητώς από το παραπέμπον δικαστήριο, γίνεται επίσης μνεία του άρθρου 10, παράγραφος 4, της Ευρωπαϊκής συμφωνίας περί συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Πολωνίας, αφετέρου ( 3 ) (στο εξής: συμφωνία), το οποίο ορίζει τα εξής:
«Οι ποσοτικοί περιορισμοί κατά την εισαγωγή στην Πολωνία, προϊόντων καταγωγής της Κοινότητας, και τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, καταργούνται κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, με εξαίρεση όσων απαριθμούνται στο παράρτημα V, που καταργούνται σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που προβλέπεται στο εν λόγω παράρτημα.»
4.
Το άρθρο 35 της συμφωνίας προβλέπει τα εξής:
«Η παρούσα συμφωνία δεν αντιτίθεται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους [...] προστασίας της πνευματικής, βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας [...]. Ωστόσο, οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται να αποτελούν ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.»
Β — Η εθνική νομοθεσία
5.
Το άρθρο L.716-8 του κώδικα πνευματικής ιδιοκτησίας, που θεσπίστηκε με το άρθρο 11 του νόμου 94-102 της 5ης Φεβρουαρίου 1994 ( 4 ), ορίζει τα εξής:
«Η διοίκηση των τελωνείων δύναται, κατόπιν έγγραφης αιτήσεως του ιδιοκτήτη καταχωρισμένου σήματος ή του δικαιούχου αποκλειστικού δικαιώματος εξαγωγής, να δεσμεύσει στο πλαίσιο των ελέγχων της τα εμπορεύματα που αυτός ισχυρίζεται ότι φέρουν απομίμηση του καταχωρισμένου από αυτόν σήματος ή αυτού επί του οποίου ο δικαιούχος έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως.
Ο procureur de la République, ο αιτών, καθώς και ο δηλώνων ή ο κάτοχος των εμπορευμάτων ενημερώνονται αμελλητί από τις τελωνειακές αρχές για τη δέσμευση στην οποίαν αυτές προέβησαν.
Το μέτρο της δσμεύσεως αίρεται αυτοδικαίως εντός προθεσμίας δέκα εργασίμων ημερών από της γνωστοποιήσεως της δεσμεύσεως των εμπορευμάτων, εκτός εάν ο αιτών επικαλεστεί ενώπιον των τελωνειακών αρχών:
—
είτε συντηρητικά μέτρα, μετά από απόφαση του προέδρου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου·
—
είτε ότι έχει κινήσει πολιτική ή ποινική δίκη και έχει συστήσει τις απαιτούμενες εγγυήσεις για να καλύψει την ενδεχόμενη ευθύνη του σε περίπτωση που η απομίμηση δεν αποδειχθεί τελικώς. [...]»
ΙΙ — Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
6.
Η εταιρία ισπανικού δικαίου Rioglass SA (στο εξής: Rioglass) κατασκευάζει και διαθέτει στο εμπόριο υαλοπίνακες και ανεμο-θώρακες αυτοκινήτων προοριζόμενους για όλες τις μάρκες αυτοκινήτων. Από τον φάκελο προκύπτει ότι έχει οριστεί προμηθεύτρια των κατασκευαστών αυτοκινήτων Peugeot, Citroen και Renault, από την εταιρία Sogédac ως μεσάζουσα και κεντρική πρακτορεύουσα εταιρία των προμηθειών των εν λόγω κατασκευαστών.
7.
Η Rioglass πώλησε τον Νοέμβριο του 1997 στην εταιρία Jann, με έδρα στην Πολωνία, σειρά υαλοπινάκων και ανεμοθωράκων, νομίμως παραχθέντων στην Ισπανία, προοριζόμενων για αυτοκίνητα διαφόρων μαρκών. Η Rioglass ανέθεσε τη μεταφορά των εμπορευμάτων της στην εταιρία ισπανικού δικαίου Transremar SL (στο εξής: Transremar). Τα προϊόντα εξάγονταν από την Ισπανία προς την Πολωνία δυνάμει ενός κοινοτικού τίτλου διαμετακομίσεως EX Τ2, υπογεγραμμένου στις 24 Νοεμβρίου 1997, απολαύοντας έτσι του καθεστώτος αναστολής που επιτρέπει την κυκλοφορία τους μεταξύ του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας και της Πολωνίας με απαλλαγή από τα δικαιώματα εισαγωγής, από επιβολή φόρου ή από μέτρα εμπορικής πολιτικής. Σε ορισμένους υαλοπίνακες και ανεμοθώρακες, που έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για τα μοντέλα Peugeot, Citroen ή Renault, δίπλα στο σήμα του κατασκευαστή, αναγραφόταν ο λογότυπος ή το σήμα των Γάλλων κατασκευαστών.
8.
Στις 25 Νοεμβρίου 1997, οι γαλλικές τελωνειακές υπηρεσίες πραγματοποίησαν κοντά στο Bordeaux έλεγχο σε φορτηγό της Transremar, μετά τον οποίο οι τελωνειακοί υπάλληλοι συνέταξαν έκθεση δεσμεύσεως και στη συνέχεια, στις 27 Νοεμβρίου 1997, έκθεση κατασχέσεως των εμπορευμάτων, λόγω υπονοιών για απομίμηση σήματος.
9.
Η Rioglass και η Transremar υπέβαλαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας την άρση της δεσμεύσεως και της κατασχέσεως. Το δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις των αιτουσών, οι οποίες άσκησαν έφεση. Η έφεση τους έγινε δεκτή από το cour d'appel του Bordeaux, το οποίο έκρινε με την απόφαση του της 22ας Νοεμβρίου 1999 ότι τόσο η δέσμευση του φορτηγού όσο και αυτή των ανεμοθωράκων και υαλοπινάκων αποτελούσαν παράνομες πράξεις της διοικήσεως και διέταξε την administration des douanes et droits indirects (στο εξής: administration des douanes) να επιστρέψει τα εμπορεύματα, έγγραφα και εγγυήσεις.
10.
Η administration des douanes προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Cour de cassation. Το τελευταίο, αναφερόμενο στην προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, έκρινε ότι για την επίλυση της ενώπιον του διαφοράς ήταν αναγκαία η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να προσδιοριστεί εάν η λύση που έδωσε η απόφαση αυτή είχε εφαρμογή και στην επίδικη υπόθεση.
11.
Κατόπιν αυτού, το Cour de cassation αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 30 της Συνθήκης, νυν άρθρο 28 ΕΚ, την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή, βάσει του κώδικα πνευματικής ιδιοκτησίας, διαδικασιών δεσμεύσεως, από τις τελωνειακές αρχές, εμπορευμάτων που έχουν νομίμως καταστευαστεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και προορίζονται, μετά τη διαμετακόμιση τους μέσω του γαλλικού εδάφους, για την αγορά τρίτων χωρών, εν προκειμένω της Πολωνίας;»
ΙΙΙ — Ανάλυση
12.
Η Γαλλική Κυβέρνηση είναι η μόνη, μεταξύ των διαφόρων παρεμβαινόντων, η οποία φρονεί ότι τα επίδικα μέτρα δεσμεύσεως συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο.
13.
Φρονεί, συναφώς, ότι εσφαλμένως το παραπέμπον δικαστήριο αναφέρεται στο άρθρο 28 ΕΚ. Πράγματι, κατά την άποψη της, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της επίδικης υποθέσεως, διότι αυτά αφορούν εμπορεύματα προοριζόμενα για τρίτη χώρα. Δεν πρέπει, επομένως, να γίνεται αναφορά στο άρθρο αυτό, το πεδίο εφαρμογής του οποίου περιορίζεται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Ως εκ τούτου, η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση.
14.
Δεδομένου ότι τα δεσμευμένα προϊόντα προορίζονταν για την Πολωνία, έχει εφαρμογή η συμφωνία συνδέσεως με τη χώρα αυτή, και ειδικότερα τα άρθρα της 10, παράγραφος 4, και 35.
15.
Η Γαλλική Κυβέρνηση παραθέτει συναφώς τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 5 ), από την οποία προκύπτει ότι η ταυτότητα μεταξύ ενός άρθρου της Συνθήκης και ενός άρθρου συμφωνίας συνδέσεως δεν σημαίνει ότι οι δύο αυτές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται κατά τον ίδιο τρόπο. Μία τέτοια συμφωνία δεν έχει τον ίδιο σκοπό με τη Συνθήκη, γεγονός που θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία των κειμένων αυτών.
16.
Αντιθέτως, η Rioglass και η Transremar, αφενός, και η Επιτροπή και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, αφετέρου, δεν κάνουν καμιά αναφορά στην εν λόγω συμφωνία. Φρονούν ότι στη διαφορά της κύριας δίκης πρέπει να τύχουν εφαρμογής τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ και ότι, συνεπώς, η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας υπαγορεύει τη λύση στην υπό κρίση υπόθεση.
17.
Οι δύο πρώτες επικαλούνται επίσης την οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων ( 6 ).
18.
Τέλος, όλοι οι παρεμβαίνοντες αναφέρονται στον κανονισμό ΕΚ 3295/94 ( 7 ). Η Γαλλική Κυβέρνηση βλέπει σ' αυτόν τη δικαιολόγηση της πράξεως των τελωνείων που οδήγησε στην κύρια δίκη, ενώ η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή αμφισβητούν την επιρροή του στην υπόθεση.
19.
Από την ανωτέρω περιγραφή προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται ότι υπήρξε παρεμπόδιση στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Πράγματι, η σχετική εθνική νομοθεσία επιτρέπει στις τελωνειακές αρχές να δεσμεύουν τα επίδικα αντικείμενα για διάστημα δέκα ημερών. Η δέσμευση αυτή είναι δυνατόν να ακολουθείται από κατάσχεση, την οποία διατάσσει αρμόδιο εθνικό δικαιοδοτικό όργανο.
20.
Αντιθέτως, και δεδομένου ότι οι απόψεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου διίστανται σχετικά με την ταυτότητα της διατάξεως υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να εξεταστεί ένα τέτοιο εμπόδιο, πρέπει να διαπιστωθεί κατ' αρχάς εάν το άρθρο 28 ΕΚ, που αποτελεί το αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος του οποίου έχει επιληφθεί το Δικαστήριο, έχει πράγματι εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης.
21.
Η Γαλλική Κυβέρνηση, η μόνη που προτείνει αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό, βασίζεται, όπως είδαμε, στο γεγονός ότι τα επίδικα εμπορεύματα στην παρούσα υπόθεση προορίζονται για την αγορά τρίτης χώρας, γεγονός που αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 28 ΕΚ, δοθέντος ότι είναι εφαρμοστέο μόνον επί των εθνικών μέτρων που είναι δυνατόν να παρεμποδίσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
22.
Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι το γεγονός ότι ένα μέτρο, όπως το επίδικο, παρεμποδίζει την κυκλοφορία των εμπορευμάτων που προορίζονται για τρίτη χώρα, δεν σημαίνει καθόλου ότι το ίδιο μέτρο δεν συνιστά εξίσου εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω εμπορευμάτων εντός της εσωτερικής αγοράς. Δεν πρόκειται, επομένως, όπως στην απόφαση Bouhelier κ.λπ. ( 8 ), που παραθέτειη Γαλλική Κυβέρνηση, για εφαρμογή της Συνθήκης στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες, αλλά για διαπίστωση του αν επηρεάζονται οι σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών.
23.
Δεν αμφισβητείται ότι περί αυτού πρόκειται στην επίδικη υπόθεση, δεδομένου ότι το επίδικο εθνικό μέτρο εμποδίζει, ή τουλάχιστον δυσχεραίνει, τη διαμετακόμιση μέσω της Γαλλίας εμπορευμάτων νομίμως κατα-σκευασθέντων σε άλλο κράτος μέλος, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο στην προπα-ρατεθείσα απόφαση του Επιτροπή κατά Γαλλίας, με την οποία έκρινε ότι αυτό το είδος τελωνειακής δεσμεύσεως, «η οποία επιβραδύνει την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και μπορεί να καταλήξει στην πλήρη ακινητοποίηση τους αν το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο αποφασίσει την κατάσχεση τους, έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων» ( 9 ).
24.
Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, το εσωτερικό εμπόριο επηρεάζεται διττώς. Αφενός, η διαμετακόμιση εμπορευμάτων που προέρχονται από κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένης της δραστηριότητας της μεταφοράς, συνιστά καθαυτήν οικονομική δραστηριότητα που ανάγεται στις θεμελιώδεις ελευθερίες της Συνθήκης. Αφετέρου, οποιαδήποτε άλλη λύση θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα να θεωρούνται οι εξαγωγές προϊόντων, κατασκευασθέντων σε ένα κράτος μέλος και προοριζόμενων για τρίτη χώρα, σύμφωνες ή όχι με το κοινοτικό δίκαιο ανάλογα με τη διαδρομή που ακολουθούν τα εμπορεύματα στο εσωτερικό της Κοινότητας, γεγονός που θα επέφερε παρεκκλίσεις στη διακίνηση και θα συνιστούσε, επομένως, πρόδηλη στρέβλωση της ελεύθερης κυκλοφορίας και των όρων του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της ενιαίας αγοράς.
25.
Η διττή αυτή συνέπεια υφίσταται ασχέτως του προορισμού των διαμετακομιζόμενων εμπορευμάτων εντός ενός κράτους μέλους. Αυτό συνεπάγεται ότι τα άρθρα 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ έχουν εφαρμογή σε καταστάσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, χωρίς να παίζει ρόλο το γεγονός ότι τα δεσμευμένα προϊόντα προορίζονται για τρίτη χώρα.
26.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, σε υποθέσεις έχουσες αντικείμενο τη διαμετακόμιση μέσω κράτους μέλους με προορισμό τρίτη χώρα ( 10 ), το Δικαστήριο εφάρμοσε πάντοτε τα άρθρα 30 και 36 της συνθήκης ΕΚ (μετά την τροποποίηση τους, άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ). Οι υποθέσεις αυτές διακρίνονται από τις παρατιθέμενες από τη Γαλλική Κυβέρνηση, στις οποίες, αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει στην επίδικη υπόθεση, δεν τέθηκε πρόβλημα διαμετακομίσεως μέσω κράτους μέλους. Σε τέτοιες μόνον περιπτώσεις εξέτασε το Δικαστήριο την κατάσταση υπό το πρίσμα των υφιστάμενων συμφωνιών με το κράτος προορισμού των επίδικων εμπορευμάτων.
27.
Από τη νομολογία ( 11 ) τη σχετική με τα προβλήματα διαμετακομίσεως μέσω κράτους μέλους και με προορισμό τρίτη χώρα προκύπτει ότι «επιβάλλεται να αναγνωριστεί, ως συνέπεια της τελωνειακής ενώσεως και χάριν του αμοιβαίου συμφέροντος των κρατών μελών, η ύπαρξη μιας γενικής αρχής περί ελεύθερης διαμετακομίσεως των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας. Η αρχή αυτή άλλωστε επιβεβαιώνεται με τη μνεία της λέξεως “διαμετακόμιση” στο άρθρο 36 της Συνθήκης».
28.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η δυνατότητα δικαιολογήσεως του επίδικου περιορισμού πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των διατάξεων της Συνθήκης. Δεν χρειάζεται, επομένως, να εξεταστούν οι διατάξεις της συμφωνίας ούτε, ειδικότερα, να τεθεί το ερώτημα εάν θα έπρεπε ή όχι να ερμηνευθούν κατά την έννοια των σχετικών με την ελεύθερη κυκλοφορία διατάξεων της Συνθήκης.
29.
Θα μπορούσα, βέβαια, να υπενθυμίσω την πάγια νομολογία ( 12 ), σύμφωνα με την οποία η εφαρμογή των διατάξων της Συνθήκης αποκλείεται όταν υπάρχει κοινοτική εναρμόνιση στο οικείο ζήτημα. Στον τομέα του δικαίου των σημάτων, όμως, υπάρχουν κοινοτικοί κανόνες εναρμονίσεως και ενοποιήσεως ( 13 ).
30.
Αξίζει, πάντως, να παρατηρηθεί ότι το παραπέμπον δικαστήριο έθεσε το ερώτημά του αναφερόμενο στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας εν γένει και όχι μόνο στο δικαίωμα επί του σήματος. Από αυτό συνάγεται ότι η ύπαρξη κοινοτικών κανόνων σχετικών με αυτά δεν μπορεί να είναι καθοριστική προκειμένου να δοθεί απάντηση στο τεθέν ερώτημα. Επιπλέον, τα στοιχεία του ίδιου του φακέλου δεν περιορίζονται στο θέμα των σημάτων, δεδομένου ότι, όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή, τα γαλλικά τελωνεία επικαλέστηκαν στις εκθέσεις τους της 25ης και 27ης Νοεμβρίου 1997 και την υπόνοια απομιμήσεως σχεδίων και υποδειγμάτων.
31.
Πέραν αυτού, ούτε η οδηγία 89/104 ούτε ο κανονισμός 40/94 περιέχουν διάταξη σχετική με προληπτικά και σντηρητικά μέτρα, και ειδικότερα με δέσμευση από τις τελωνειακές αρχές, όπως αυτά της επίδικης περιπτώσεως. Όσον αφορά το δικαίωμα επί των σχεδίων και υποδειγμάτων, πρέπει να επισημανθεί ότι η οδηγία 98/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, για τη νομική προστασία σχεδίων ή υποδειγμάτων ( 14 ) δεν είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση, η οδηγία αυτή εναρμονίζει μόνο μερικώς την προστασία των σχεδίων και υποδειγμάτων, ενώ ειδικά για τα ανταλλακτικά αυτοκινήτων, όπως αυτά της επίδικης περιπτώσεως, παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο, όπως φαίνεται από το άρθρο 14 κατά το οποίο «[...] Έως ότου εγκριθούν τροποποιήσεις της παρούσας οδηγίας κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, βάσει του άρθρου 18, τα κράτη μέλη διατηρούν σε ισχύ τις υπάρχουσες νομικές διατάξεις που αφορούν τη χρήση του σχεδίου ή υποδείγματος συστατικών που χρησιμοποιούνται για την επισκευή ενός σύνθετου προϊόντος κατά τρόπον ώστε να αποκατασταθεί η αρχική του εμφάνιση, και εισάγουν αλλαγές στις εν λόγω διατάξεις μόνον εφόσον οι διατάξεις αυτές θέτουν ως στόχο την ελευθέρωση της αγοράς των εν λόγω συστατικών».
32.
Από όσα προεκτέθηκαν προκύπτει ότι στην περίπτωση μας δεν υφίσταται εναρμόνιση που θα απέκλειε την εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης.
33.
Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί εάν μέτρα όπως αυτά της διαφοράς της κύριας δίκης μπορούν να δικαιολογηθούν δυνάμει μιας από τις περιπτώσεις του άρθρου 30 ΕΚ, ήτοι της προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, θέση που υποστηρίζουν οι γαλλικές αρχές και εξετάζουν όλοι οι παρεμβαίνοντες.
34.
Πρέπει να παρατηρηθεί, κατ' αρχάς, ότι η ανάλυση εμφανίζει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτήν στην οποία προέβη το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας. Πράγματι, και στην επίδικη περίπτωση πρόκειται για τις ίδιες διαδικασίες τελωνειακής δεσμεύσεως και για το ζήτημα της ενδεχόμενης δικαιολογήσεώς τους από την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, δυνάμει του άρθρου 30 ΕΚ, το οποίο είχε επίσης τεθεί στην προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας.
35.
Είναι αλήθεια ότι, στη διαφορά της κύριας δίκης πρόκειται, κυρίως, για υπόνοια απομιμήσεως σήματος, ενώ στην προπαρα-τεθείοα απόφαση επρόκειτο για ισχυρισμό περί απομιμήσεως σχεδίων και υποδειγμάτων. Όπως θα δούμε, αυτό δεν επηρεάζει την ακολουθητέα συλλογιστική.
36.
Υπενθυμίζω εν πρώτοις την ανάλυση του Δικαστηρίου στην προπαρατεθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας. Εκεί τονίστηκε ότι, αναφέροντας τη βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία ως πιθανό δικαιολογητικό λόγο ενός περιορισμού στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, το άρθρο 36 αποσκοπεί στο να συμβιβάσει τις απαιτήσεις αυτής με το δίκαιο της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, αποφεύγοντας τη διατήρηση ή την εισαγωγή τεχνητών περιχαρακώσεων στο εσωτερικό της κοινής αγοράς. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η διάταξη αυτή «θεωρεί αποδεκτές παρεκκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς μόνο στο μέτρο που οι παρεκκλίσεις αυτές δικαιολογούνται από τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο της ιδιοκτησίας αυτής (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1990, C-10/89, Hag GF, Συλλογή 1990, σ. Ι-3711, σκέψη 12, και της 22ας Σεπτεμβρίου 1998, C-61/97, FDV, Συλλογή 1988, α Ι-5171, σκέψη 13)».
37.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο ανέλυσε το περιεχόμενο του ειδικού αντικειμένου του εν λόγω δικαιώματος βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, ήτοι του δικαιώματος επί των σχεδίων και υποδειγμάτων, προκειμένου να διαπιστώσει αν η δυνατότητα του δικαιούχου να εμποδίζει τρίτους να διαμετακομίζουν, χωρίς τη συγκατάθεση του, τα εν λόγω προϊόντα μέσω του εδάφους στο οποίο ισχύει το ως άνω δικαίωμα, εμπίπτει στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος αυτού.
38.
Το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά στην ερώτηση αυτή διαχωρίζοντας τις πράξεις της πωλήσεως, της κατασκευής ή της εισαγωγής, αφενός, και της διαμετακομίσεως, αφετέρου. Πράγματι, οι πρώτες προϋποθέτουν ότι ο τρίτος κάνει χρήση της μορφής του προστατευόμενου από το δικαίωμα επί των σχεδίων και υποδειγμάτων προϊόντος. Αντιθέτως, το ειδικό αντικείμενο του εδώ εξεταζόμενου δικαιώματος είναι η διατήρηση από τον δικαιούχο του αποκλειστικού δικαιώματος να διαθέτει πρώτος στο εμπόριο προϊόν με την προστατευόμενη μορφή, γεγονός που του δημιουργεί την αξίωση αμοιβής αν συγκατατεθεί στη χρησιμοποίηση της μορφής αυτής από τρίτον.
39.
Απεναντίας, η διαμετακόμιση ουδεμία χρήση της μορφής του προστατευομένου υποδείγματος ή σχεδίου συνεπάγεται και δεν θίγει, συνεπώς, το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
40.
Το Δικαστήριο καταλήγει ότι το εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που προκαλείται από τη δέσμευση του προϊόντος στο τελωνείο εντός του κράτους μέλους διά του οποίου γίνεται η διαμετακόμιση δεν δικαιολογείται από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
41.
Η συλλογιστική αυτή μπορεί να εφαρμοστεί, τηρουμένων των αναλογιών, στην υπό κρίση υπόθεση.
42.
Πράγματι, ο περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί παρά μόνον από την προστασία του ειδικού αντικειμένου του επίδικου δικαιώματος της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, ήτοι του δικαιώματος επί του σήματος.
43.
Όπως τονίζει δικαίως η Επιτροπή, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία, με πάγια νομολογία ( 15 ), να συγκεκριμενοποιήσει το περιεχόμενο του ειδικού αντικειμένου του δικαιώματος επί του σήματος, που συνίσταται ιδίως στο να εξασφαλίζει στον δικαιούχο το αποκλειστικό δικαίωμα χρησιμοποιήσεως του σήματος για την πρώτη θέση σε κυκλοφορία ενός προϊόντος.
44.
Το ειδικό αντικείμενο προϋποθέτει, επομένως, όπως και στην περίπτωση του δικαιώματος επί των σχεδίων και υποδειγμάτων, η οποία εξετάστηκε στην προπαρα-τεθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας, αποκλειστική χρήση στο πλαίσιο της πρώτης θέσεως στην κυκλοφορία ενός προϊόντος. Η διαμετακόμιση, ωστόσο, δεν μπορεί, από την ίδια τη φύση της, να συστήσει τέτοια χρήση, ούτε, επομένως, να θίξει το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος, δεδομένο ότι περιορίζεται, όπως παρατήρησε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 16 ), στην υλική μετακίνηση των επίδικων προϊόντων και δεν προϋποθέτει διάθεση τους στο εμπόριο.
45.
Το συμπέρασμα αυτό ισχύει ασχέτως του τελικού προορισμού του διαμετακομιζόμενου εμπορεύματος. Πράγματι, το αν αυτό βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα δεν έχει ασκεί επιρροή στο γεγονός ότι, εξ ορισμού, η διαμετακόμιση δεν συνιστά διάθεση στην αγορά και, επομένως, δεν θίγει το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος του δικαιούχου του σήματος, ήτοι, ας το υπογραμμίσω, την πρώτη διάθεση του προϊόντος στο εμπόριο με το σήμα αυτό.
46.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που προκαλείται από τη δέσμευση στο τελωνείο προϊόντων νομίμως κατασκευασθέντων σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να αποφευχθεί η διαμετακόμιση τους δεν δικαιολογείται από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
47.
Πρέπει να παρατηρηθεί, τέλος, ότι δεν υποστηρίζεται ότι οι δεσμεύσεις αυτές είναι αναγκαίες για την εξακρίβωση της προελεύσεως ή του προορισμού των οικείων προϊόντων. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει κρίνει, στη σκέψη 48 της προπα-ρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας, ότι η δέσμευση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, δεδομένου ότι η εξακρίβωση μπορεί να γίνει επί τόπου. Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι μία δέσμευση, η οποία μπορεί να διαρκέσει μέχρι δέκα ημέρες, είναι, εν πάση περιπτώσει, δυσανάλογη σε σχέση προς τον σκοπό μιας τέτοιας εξακριβώσεως.
48.
Πρέπει να προστεθεί ότι η Γαλλική Κυβέρνηση εκθέτει ακόμη ότι η παρέμβαση των τελωνειακών υπαλλήλων πραγματοποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 3295/94, με το εξής περιεχόμενο:
«Ο παρών κανονισμός καθορίζει [...] τους όρους παρέμβασης των τελωνειακών αρχών όταν εμπορεύματα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι είναι εμπορεύματα παραποί-ησης/απομίμησης ή πειρατικά [...] αποτελούν αντικείμενο διασάφησης για να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, να εξαχθούν ή να επανεξαχθούν [...]».
49.
Ορθώς, πάντως, η Επιτροπή υπενθυμίζει τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία η διάταξη αυτή δεν αφορά τα εμπορεύματα που προέρχονται από τρίτη χώρα ( 17 ). Εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι τα επίδικα προϊόντα στη διαφορά της κύριας δίκης ήταν κοινοτικά προϊόντα, νομίμως κατασκευασθέντα σε κράτος μέλος.
50.
Το γεγονός ότι είχαν αποτελέσει αντικείμενο διασαφήσεως προς εξαγωγή δεν τους στερεί την ιδιότητα αυτή, την οποία διατηρούν καθόσον δεν έχουν εξέλθει του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους. Πράγματι, ο τελωνειακός κώδικας ( 18 ) ορίζει συναφώς ότι «με την επιφύλαξη των άρθρων 163 και 184 [σχετικά με την εσωτερική διαμετακόμιση] τα κοινοτικά εμπορεύματα χάνουν τον τελωνειακό τους χαρακτήρα, από τη στιγμή που μεταφέρονται εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας.» Επίσης, η θέση σε καθεστώς εσωτερικής διαμετακομίσεως, που επισημαίνεται από το παραπέμπον δικαστήριο, δεν οδηγεί τα εν λόγω εμπορεύματα στην απώλεια της ιδιότητας των κοινοτικών εμπορευμάτων, διότι από το άρθρο 163, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι «το καθεστώς της εσωτερικής διαμετακομίσεως επιτρέπει, υπό τους όρους που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 4, την κυκλοφορία κοινοτικών εμπορευμάτων από ένα σημείο του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας σε άλλο, με προσωρινή είσοδο στο έδαφος τρίτης χώρας, χωρίς μεταβολή του τελωνειακού του καθεστώτος[...]»
51.
Ο κοινοτικός χαρακτήρας των επίδικων εμπορευμάτων αρκεί από μόνος του για να αποκλειστεί η εφαρμογή του κανονισμού 3295/94 στην επίδικη περίπτωση. Δεν συντρέχει, επομένως, λόγος να εξεταστεί ο ισχυρισμός της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η οποία υποστηρίζει ότι συνέτρεξαν οι όροι του άρθρου 4 του κανονισμού, σχετικά με την ύπαρξη αιτήσεως του δικαιούχου του δικαιώματος για παρέμβαση των τελωνείων, ενώ η Επιτροπή, η οποία επιπλέον αμφισβητεί την ύπαρξη στην επίδικη περίπτωση του «προφανούς» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το οποίο αποτελεί προαπαιτούμενο για τη δικαιολόγηση της δεσμεύσεως, υιοθετεί την αντίθετη άποψη και παραθέτει συναφώς την κρίση του Cour d'appel του Bordeaux, το οποίο διαπίστωσε τη μη τήρηση του άρθρου 4.
52.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι μέτρα τελωνειακής δεσμεύσεως όπως τα επίδικα στην κύρια δίκη συνιστούν περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων οι οποίοι δεν συνάδουν προς το άρθρο 28 ΕΚ και ότι δεν δικαιολογούνται από την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής βιομηχανίας κατά την έννοια του άρθρου 30 ΕΚ.
ΙV — Πρόταση
53.
Για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, προτείνεται στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα που έθεσε το Cour de cassation (Γαλλία) ως εξής:
«Το άρθρο 28 ΕΚ έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή διαδικασιών δεσμεύσεως, από τις τελωνειακές αρχές όπως οι δεσμεύσεις στην κύρια δίκη, εμπορευμάτων που έχουν νομίμως κατασκευαστεί σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και που προορίζονται, μετά τη διαμετακόμιση τους μέσω του γαλλικού εδάφους, για την αγορά τρίτων χωρών, εν προκειμένω της Πολωνίας.»
( 1 ) Γλώσοα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) C-23/99, Συλλογή 2000, α. Ι-7653.
( 3 ) ΕΕ1993, L 348, α 2.
( 4 ) JORF της 8ης Φεβρουαρίου 1994, α. 2151.
( 5 ) Αποφάσεκ της 11ης Οκτωβρίου 1979, 225/78, Bouchelier (Συλλογή 1979, σ. 3151), της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 270/80, Polydor και RSO (Συλλογή 1982, σ. 329) της 26ης Οκτωβρίου 1982, 104/81, Kupferberg (Συλλογή 1982, ο. 3641) της 1ης Ιουλίου 1993, C-312/91, Metalsa (Συλλογή 1993, ο. Ι-3751) της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, C-63/99, Gloszczuk. Συλλογή 2001, ο. Ι-6369).
( 6 ) ΕΕ 1989, L 40, σ. 1.
( 7 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, περί μέτρων απαγόρευσης της ελεύθερης κυκλοφορίας, της εξαγωγής, της επανε-ξαγωγης και της υπαγωγής υπό καθεστώς αναστολής των εμπορευμάτων παραποιησης/απομίμησης και των αναπαραχθέντων χωρίς άδεια (πειρατικών) (ΕΕ L 341, σ. 8).
( 8 ) Προπαρατεθείπα
( 9 ) Σκέψη 22.
( 10 ) Αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-367/89, Ποινική δίωξη κατά Richardt και Les accessoires scientifiques (Συλλογή 1991, σ. Ι-4621) και της 11ης Matou 1999, C-350/97, Monsees (Συλλογή 1999, σ. Ι-2921).
( 11 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Richardt και Les accessoires scientifiques, σκέψη 14.
( 12 ) Βλ, ενδεικτικά, την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984, 72/83, Campus Oil κ.λπ. (Συλλογή 1984, σ. 2727).
( 13 ) Βλ οδηγία 89/104/ΕOK του Συμβουλίου και κανονισμό (ΕΚ) 40794 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1).
( 14 ) ΕΕ L 289, σ. 28.
( 15 ) Βλ, ενδευαικά, την απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, 16/74, Winthrop (Συλλογή 1974, α 1183).
( 16 ) Σκέψεις 43 και 44.
( 17 ) Πρσπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 13.
( 18 ) Άρθρο 4, παράγραφος 8, εδάφιο 2, του κανονισμού (EOK) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (EE L 302, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy