ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 21ης Οκτωβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-141/02 P
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
max.mobil Telekommunikation Service GmbH
«Αίτηση αναιρέσεως – Άρθρο 86, παράγραφος 3, ΕΚ – Άρνηση να δοθεί συνέχεια σε καταγγελία – Παραδεκτό – Φύση και έκταση του δικαστικού ελέγχου»
1. Εδώ και μερικά χρόνια έχουν πολλαπλασιαστεί οι προσφυγές των ιδιωτών κατά των αποφάσεων περί απορρίψεως καταγγελιών που υποβάλλονται στην Επιτροπή για θέματα ανταγωνισμού. Μέχρι σήμερα το Δικαστήριο φάνηκε διατεθειμένο να τις δεχθεί. Αρχικώς αποδέχθηκε το παραδεκτό των προσφυγών που ασκούν οι καταγγέλλοντες κατά των εκδιδομένων στο πλαίσιο της εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ αποφάσεων (2) και, ακολούθως, επέκτεινε τη νομολογία αυτή στους τρίτους ενδιαφερόμενους στο πλαίσιο του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων (3) και του ελέγχου των συγκεντρώσεων (4). Φαινομενικά μόνον ένας τομέας διέφυγε της εν λόγω επεκτάσεως της νομολογίας: ο τομέας του προβλεπόμενου στο άρθρο 86 ΕΚ ελέγχου των δημοσίων επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων που απολαύουν ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων. Στον τομέα αυτό, το Δικαστήριο αρκέστηκε να δηλώσει, με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1997, Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής (5), ότι «δεν μπορεί a priori να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υφίστανται εξαιρετικές καταστάσεις στις οποίες ένας ιδιώτης ή, κατά περίπτωση, μια ένωση συσταθείσα για την προάσπιση των συλλογικών συμφερόντων μιας κατηγορίας πολιτών έχει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση στο πλαίσιο της αποστολής εποπτείας που της αναθέτει το άρθρο 90, παράγραφοι 1 και 3» (6).
2. Με την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2002, max.mobil κατά Επιτροπής (7) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), το Πρωτοδικείο αποπειράθηκε να διαφύγει των ορίων αυτής της πρακτικής, καθιερώνοντας την αρχή του παραδεκτού των προσφυγών που ασκούν οι καταγγέλλοντες κατά των αποφάσεων της Επιτροπής να μη δώσει συνέχεια στη δυνάμει του άρθρου 86 ΕΚ καταγγελία. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του συμβατού της απόπειρας αυτής με τη Συνθήκη ΕΚ και τη νομολογία του.
I – Πλαίσιο της αναιρέσεως
3. Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι βάση της διαφοράς είναι η απόφαση της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 1998 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), να μη δώσει συνέχεια σε καταγγελία που σκοπό είχε να διαπιστωθεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας είχε παραβεί τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 82 ΕΚ και 86, παράγραφος 1, ΕΚ.
4. Τη χρονική στιγμή υποβολής της καταγγελίας αυτής, τρεις επιχειρήσεις κατείχαν από κοινού την αυστριακή αγορά του δικτύου GSM. Η Mobilkom Austria AG (στο εξής: Mobilkom) ήταν η πρώτη επιχείρηση που δραστηριοποιήθηκε στην αγορά αυτή. Η εν λόγω επιχείρηση διέθετε νόμιμο μονοπώλιο στο τομέα της κινητής τηλεφωνίας μέχρι την εμφάνιση της max.mobil Telekommunikation Service GmbH (στο εξής: max.mobil) στην αγορά αυτή. Επί του παρόντος έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, αλλά εξακολουθεί να ανήκει κατά ένα μέρος στο αυστριακό Δημόσιο. Η εταιρία max.mobil, αφού απέκτησε αντιπροσωπεία GSM τον Ιανουάριο του 1996, εμφανίστηκε στην αγορά τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Ακολούθως, κατόπιν κατακυρώσεως διαγωνισμού στον οποίο μετέσχε τον Αύγουστο του 1997, εισήλθε στην αγορά μια νέα επιχείρηση, η Connect Austria GmbH. Η καταγγελία της max.mobil τον Οκτώβριο του 1997 στρεφόταν κυρίως, αφενός, κατά της απουσίας διαφοροποιήσεως μεταξύ των ποσών των τελών που ζητούνταν από τη max.mobil και τη Mobilkom και, αφετέρου, των πλεονεκτημάτων και της στήριξης που έτυχε η τελευταία από τις αυστριακές αρχές.
5. Η Επιτροπή γνωστοποίησε τις προθέσεις της στην καταγγείλασα με έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1998 (στο εξής: προσβαλλόμενη πράξη), με το οποίο διευκρίνιζε μεταξύ άλλων ότι, «όσον αφορά [το γεγονός ότι στη Mobilkom δεν επιβλήθηκε τέλος ανώτερο από αυτό που κατέβαλε η max.mobil], η Επιτροπή φρονεί, αντιθέτως, ότι δεν αποδείξατε επαρκώς την ύπαρξη κρατικού μέτρου που οδήγησε τη Mobilkom σε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της. Κατά την ακολουθούμενη έως τώρα πρακτική, η Επιτροπή ασκεί προσφυγή λόγω παραβάσεως σε παρόμοιες υποθέσεις μόνον όταν ένα κράτος μέλος επιβάλλει υψηλότερο τέλος σε νεοεισαχθείσα στην αγορά επιχείρηση απ’ ό,τι σε επιχείρηση ασκούσα ήδη δραστηριότητα (βλ. την απόφαση της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1995, που αφορά τους όρους που έχουν επιβληθεί στον δεύτερο φορέα εκμετάλλευσης ραδιοτηλεφωνίας GSM στην Ιταλία, ΕΕ L 280, της 23ης Νοεμβρίου 1995)».
6. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 22 Φεβρουαρίου 1999, η max.mobil άσκησε προσφυγή για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως στο μέτρο που συνιστά άρνηση να δοθεί συνέχεια στην καταγγελία της. Στην εν λόγω αιτίαση η Επιτροπή αντέταξε ισχυρισμούς σχετικούς με το απαράδεκτο και, επικουρικώς, με το αβάσιμο της προσφυγής.
7. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο αποφάσισε να απορρίψει την προσφυγή επί της ουσίας. Στη λύση αυτή κατέληξε όμως κατόπιν σταδιακής συλλογιστικής. Το Πρωτοδικείο κρίνει, κατ’ αρχάς, αναγκαίο να εξετάσει την προσφυγή υπό το φως γενικών προκαταρκτικών παρατηρήσεων. Προς τούτο αναφέρει ότι η υποχρέωση επιμελούς και αμερολήπτου εξετάσεως της καταγγελίας «αντικατοπτρίζεται» στο δικαίωμα χρηστής διοικήσεως που αναγνωρίζει το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που διακηρύχθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (8).
8. Κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η υποχρέωση αυτή έχει διπλή βάση. Απορρέει, αφενός, από τη νομολογία του Πρωτοδικείου σχετικά με τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ και τα άρθρα 87 ΕΚ και 88 ΕΚ. Το Πρωτοδικείο φρονεί ότι η νομολογία αυτή πρέπει να εφαρμόζεται και όσον αφορά το άρθρο 86, παράγραφος 3, ΕΚ. Η επέκταση αυτή της νομολογίας στηρίζεται στο γεγονός ότι η διάταξη αυτή της Συνθήκης εφαρμόζεται πάντοτε, δυνάμει της παραγράφου της 1, σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις της Συνθήκης, μεταξύ των οποίων καταλέγονται οι διατάξεις περί ανταγωνισμού, που αναγνωρίζουν ρητώς στους καταγγέλλοντες δικονομικά δικαιώματα. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα τελούσε πράγματι σε κατάσταση παρόμοια με αυτή του άρθρου 3 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (9), που της παρέχει τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στην Επιτροπή. Δεύτερον, η ως άνω υποχρέωση απορρέει από τη γενική υποχρέωση εποπτείας που βαρύνει την Επιτροπή. Αυτή επιβάλλεται ασφαλώς σε όλους τους τομείς του κοινοτικού δικαίου που αποβλέπουν στην εγκαθίδρυση καθεστώτος ανόθευτου ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, στο οποίο συμβάλλει ιδιαιτέρως το άρθρο 86 ΕΚ.
9. Συναφώς, το Πρωτοδικείο διευκρινίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει παραλληλισμός μεταξύ της διαδικασίας του άρθρου 86 ΕΚ και της διαδικασίας του άρθρου 226 ΕΚ. Συγκεκριμένα, ενώ δυνάμει του άρθρου 226 η Επιτροπή «δύναται» να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους, δεν αμφισβητείται ότι, κατά το άρθρο 86, παράγραφος 3, ΕΚ, η Επιτροπή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα «εφόσον είναι ανάγκη». Συνεπώς, η Επιτροπή δεν διαθέτει ως προς αυτό «πλήρη διακριτική ευχέρεια».
10. Κατά το Πρωτοδικείο, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεσμεύεται από υποχρέωση επιμελούς και αμερόληπτης εξετάσεως δεν συνεπάγεται ότι στερείται της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που της αναγνωρίζει η νομολογία τόσο ως προς την επιλογή του τρόπου δράσεως όσο και ως προς τα κατάλληλα μέσα για την εκτέλεσή της. Εντούτοις, η ελευθερία αυτή δεν είναι απεριόριστη: η Επιτροπή υπόκειται, αφενός, στην υποχρέωση επιμελούς και αμερόληπτης εξετάσεως των ατομικών καταγγελιών και, αφετέρου, σε δικαστικό έλεγχο ως προς την τήρηση της υποχρεώσεως αυτής. Από την ανάλυση αυτή το Πρωτοδικείο αντλεί δύο συνέπειες. Συνάγει, κατ’ αρχάς, ότι οι καταγγέλλοντες πρέπει να διαθέτουν ένδικο βοήθημα για την προστασία των νομίμων συμφερόντων τους. Ως εκ τούτου, ο ρόλος του κοινοτικού δικαστή περιορίζεται στο να εξακριβώσει αν η αιτιολογία είναι εκ πρώτης όψεως συνεπής, αν υφίστανται τα πραγματικά περιστατικά που ελήφθησαν υπόψη και αν υφίσταται πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών.
11. Υπό το φως των στοιχείων που προεκτέθηκαν εξέτασε το Πρωτοδικείο τους λόγους της προσφυγής. Όσον αφορά το παραδεκτό, αναπτύσσει το σκεπτικό του σε δύο παράλληλα πεδία. Κυρίως φρονεί ότι, αντιθέτως προς τη λύση που επιλέχθηκε σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, πρέπει να γίνει δεκτή η ύπαρξη αποφάσεων περί απορρίψεως των καταγγελιών στο πλαίσιο του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ. Εν προκειμένω, θεωρεί δεδομένο ότι η προσβαλλόμενη πράξη μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιου είδους απόφαση. Επομένως, ως αποδέκτης της προσβαλλόμενης πράξεως, η προσφεύγουσα νομιμοποιούνταν, κυρίως, να ασκήσει προσφυγή κατά της Επιτροπής. Ακόμη και αν υποτεθεί ωστόσο ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν έχει τη φύση αποφάσεως απευθυνόμενης στον καταγγέλλοντα, το Πρωτοδικείο εκτιμά, επικουρικώς, ότι η προσβαλλόμενη πράξη αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα. Συναφώς, εκθέτει έξι εκτιμήσεις σχετικές με την κατάρτιση της πράξεως και την κατάσταση υπό την οποία τελούσε η προσφεύγουσα.
12. Επί της ουσίας, το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι ο έλεγχός του πρέπει να περιοριστεί στην εξακρίβωση του αν η Επιτροπή τήρησε την υποχρέωση επιμελούς και αμερολήπτου εξετάσεως των καταγγελιών. Συναφώς, η εξέταση του περιεχομένου της προσβαλλομένης πράξεως μαρτυρεί ότι ελήφθησαν ορθώς υπόψη τα συναφή στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως. Η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε ουσιαστική πλάνη ως προς τα πραγματικά περιστατικά ούτε σε πρόδηλη πλάνη ως προς τη νομική εκτίμηση των περιστατικών αυτών. Επιπλέον, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατόπιν συναντήσεων μεταξύ της Επιτροπής και της προσφεύγουσας δείχνει ότι η προσφεύγουσα ήταν σε θέση να κατανοήσει την αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη ως προς τις απαιτήσεις του άρθρου 253 ΕΚ. Κατά συνέπεια απορρίπτει την προσφυγή.
13. Η παρούσα αναίρεση της Επιτροπής στρέφεται κατά μέρος της ως άνω αποφάσεως. Δεν αμφισβητεί την ανάλυση του Πρωτοδικείου επί της ουσίας. Ζητεί την ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μόνον κατά το μέρος που κηρύσσει την προσφυγή παραδεκτή. Προς τούτο προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως. Πρώτον, αμφισβητεί την ύπαρξη δικαιώματος εξετάσεως των καταγγελιών από το οποίο να απορρέει το δικαίωμα του καταγγέλλοντος να ασκήσει προσφυγή σε περίπτωση απορρίψεως της καταγγελίας του. Δεύτερον, η Επιτροπή δεν αναγνωρίζει ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά απόφαση απευθυνόμενη στην προσφεύγουσα. Τρίτον, θεωρεί ότι ουδόλως προκύπτει ότι η προσφεύγουσα έχει την ιδιότητα του προσώπου που το αφορά ατομικά η εν λόγω πράξη. Με το σύνολο αυτών των λόγων αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το περιεχόμενο της προπαρατεθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, η οποία οριοθετεί την πρόσβαση των ιδιωτών στον κοινοτικό δικαστή για τα θέματα αυτά. Με το υπόμνημα απαντήσεώς της, η max.mobil ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και ασκεί, περαιτέρω, αντίθετη αναίρεση, με την οποία ζητεί την ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά το μέρος που απέρριψε την προσφυγή της επί της ουσίας. Με διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 2002, επετράπη στη Γαλλική Δημοκρατία να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.
14. Όταν εξετάζεται υπόθεση που εγείρει περίπλοκα νομικά ζητήματα, θεωρώ σκόπιμο να εξετάζονται, εκ των προτέρων, τα γενικά ζητήματα που ανακύπτουν (IΙI). Η εξέταση αυτή διαφωτίζει τον τρόπο αντιμετωπίσεως των διαφόρων λόγων αναιρέσεως που προβάλλονται με την αναίρεση και με την αντίθετη αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (IV). Ωστόσο, προτού προβώ στην ανάλυση αυτή, πρέπει να εξεταστεί ζήτημα σχετικό με το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως (ΙI).
II – Παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως
15. Η αναιρεσίβλητη υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι η Επιτροπή νίκησε εξ ολοκλήρου πρωτοδίκως. Επικαλείται συναφώς το άρθρο 56, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου (στο εξής: Οργανισμός), το οποίο ορίζει ότι η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί από τον εν όλω ή εν μέρει ηττηθέντα διάδικο. Επομένως, είναι σημαντικό να εξεταστεί αν το γεγονός ότι η προσφυγή απορρίφθηκε επί της ουσίας, σύμφωνα με τα αιτήματα που προέβαλε πρωτοδίκως η Επιτροπή, μπορεί να την εμποδίσει να ασκήσει αναίρεση για τη μερική ακύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως.
16. Το ζήτημα αυτό δεν ανακύπτει το πρώτον με την παρούσα αναίρεση. Στην υπόθεση Γαλλία κατά Comafrica κ.λπ. (10), το Δικαστήριο δέχθηκε αναίρεση στρεφόμενη κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου, κατά το μέρος που με αυτή είχε απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου ενός των διαδίκων, μολονότι απέρριψε την προσφυγή ως αβάσιμη σύμφωνα με τα αιτήματα του διαδίκου αυτού. Εντούτοις, κατά την άποψη της αναιρεσίβλητης, η απόφαση αυτή δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή. Αφορά «περίπτωση εξαιρετική και σπάνια», υπό την έννοια ότι ο επίδικος στην υπόθεση εκείνη κανονισμός συνίστατο σε πλέγμα ατομικών αποφάσεων. Ο λόγος γενέσεως της νομολογίας αυτής έγκειται στην επιθυμία προλήψεως ενδεχόμενου πολλαπλασιασμού των προσφυγών κατά της Επιτροπής. Αντιθέτως, κατά την αναιρεσείουσα, η λύση που προέκρινε το Δικαστήριο με την εν λόγω απόφαση τυγχάνει κατά μείζονα λόγο εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν είναι απλώς ένας τρίτος σε σχέση με τη δίκη, όπως ήταν ενδεχομένως η Γαλλική Δημοκρατία στην υπόθεση Γαλλία κατά Comafrica κ.λπ., αλλά παρεμβαίνουσα.
17. Προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα αυτό πρέπει να υπομνησθεί ότι ο Οργανισμός διακρίνει σαφώς δύο κατηγορίες προσώπων που μπορούν παραδεκτώς να ασκήσουν αναίρεση. Κατά το άρθρο 56, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού, αναίρεση μπορεί να ασκηθεί «από τον εν όλω ή εν μέρει ηττηθέντα διάδικο. Οι παρεμβαίνοντες, εξαιρέσει των κρατών μελών και των οργάνων των Κοινοτήτων, δεν μπορούν πάντως να ασκήσουν αναίρεση, εκτός εάν η απόφαση του Πρωτοδικείου τους θίγει απ’ ευθείας». Ενώ οι συνήθεις παρεμβαίνοντες πρέπει να έχουν συμφέρον για την άσκηση αναιρέσεως, δεν αμφισβητείται επομένως ότι τα «όργανα της Κοινότητας δεν υποχρεούνται να θεμελιώνουν έννομο συμφέρον για να μπορούν ν’ ασκήσουν αναίρεση κατ’ αποφάσεως του Πρωτοδικείου» (11). Συνεπώς, τα θεσμικά όργανα δεν υπέχουν υποχρέωση να αποδείξουν ότι η αναίρεση μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να τους παράσχει όφελος (12).
18. Η max.mobil ισχυρίζεται, πάντως, ότι, εφόσον το Πρωτοδικείο είναι ελεύθερο να αποφανθεί επί του παραδεκτού, το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει απαράδεκτη οποιαδήποτε αναίρεση στρέφεται αποκλειστικά και μόνον κατά το τμήμα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου που αφορά το παραδεκτό της πρωτόδικης προσφυγής. Στηρίζεται, συναφώς, στην απόφαση Συμβούλιο κατά Boehringer (13).
19. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο δεν απέρριψε την αναίρεση για τον λόγο ότι στρεφόταν κατά αποφάσεως σχετικής με το παραδεκτό. Την απέρριψε για τον λόγο ότι δεν υφίστατο απόφαση δυνάμενη να προσβληθεί. Έκρινε ότι το Πρωτοδικείο μπορούσε, υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης υποθέσεως, να κρίνει, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, ότι δεν χρειαζόταν να αποφανθεί επί ενστάσεως απαραδέκτου προταθείσας πρωτοδίκως. Επομένως, στην περίπτωση εκείνη, δεν επρόκειτο για βλαπτική απόφαση δυνάμενη να προσβληθεί υπό την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού. Το γεγονός ότι τα θεσμικά όργανα τελούν σε πλεονεκτική θέση στο πλαίσιο της αναιρέσεως δεν σημαίνει ότι απαλλάσσονται κάθε υποχρεώσεως. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, για να ασκήσουν αναίρεση τα θεσμικά όργανα, πρέπει να υπάρχει απόφαση δυνάμενη να προσβληθεί υπό την έννοια του άρθρου 56, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού.
20. Στον κανόνα αυτό στηρίζεται και η λύση που προέκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση Επιτροπή και Γαλλία κατά TF1 (14), στην οποία σκοπεύει επίσης να στηριχθεί η max.mobil. Στην υπόθεση αυτή, η προσφυγή λόγω παραλείψεως είχε καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω της τοποθετήσεως της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης. Συνεπώς, ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι δεν χρειαζόταν να εξεταστεί το παραδεκτό της προσφυγής και ότι οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως στρεφόμενος κατά αποφάσεως επί του παραδεκτού ήταν αλυσιτελής, δεδομένου ότι δεν υφίστατο τέτοια απόφαση.
21. Από τα ανωτέρω, ωστόσο, πρέπει να συναχθεί ότι, όταν αναγνωρίζεται η ύπαρξη αποφάσεως, ο Οργανισμός παρέχει στον προνομιούχο αναιρεσείοντα τη δυνατότητα να ασκήσει αναίρεση αποκλειστικά και μόνο προς το συμφέρον του δικαίου; Κατά την άποψή μου, δύο λόγοι έρχονται σε αντίθεση με ένα τέτοιο συμπέρασμα, ο ένας πρακτικής και ο άλλος νομικής φύσεως. Στην πράξη, είναι ασφαλώς προς το συμφέρον της χρηστής διοικήσεως ο προσδιορισμός αυστηρών ορίων ως προς τη δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεων. Η απαίτηση αυτή επιβάλλεται περαιτέρω στο ισχύον πλαίσιο στο οποίο η λειτουργία του Δικαστηρίου ως αναιρετικού δικαστηρίου έχει επεκταθεί σημαντικά, λόγω της μεταβιβάσεως των αρμοδιοτήτων που προβλέπει η Συνθήκη, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Νίκαιας. Μια άλλη αμιγώς νομική σκέψη ενισχύει την άποψη αυτή. Αντικείμενο του άρθρου 56, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού είναι να διευκολύνει την άσκηση αναιρέσεως για ορισμένους από τους αναιρεσείοντες. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει υπέρ αυτών εξαίρεση από τις προϋποθέσεις ασκήσεως της αναιρέσεως. Πέραν όμως της εξαιρέσεως αυτής, οι ως άνω αναιρεσείοντες εξακολουθούν να υπόκεινται στο σύνηθες πλαίσιο της αναιρέσεως. Μια αίτηση αναιρέσεως είναι μεν, λόγω της φύσεώς της, αποκομμένη από τα πραγματικά περιστατικά, εξακολουθεί όμως να συνδέεται με απόφαση επί συγκεκριμένης υποθέσεως. Αληθεύει μεν ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αυτού του ένδικου βοηθήματος, το Δικαστήριο αποφαίνεται μόνον επί νομικών ζητημάτων, τα ζητήματα αυτά ωστόσο πρέπει να έχουν εξεταστεί από τον δικαστή της ουσίας για την επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς. Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί στην περίπτωση αυτή επί γενικών και αφηρημένων ζητημάτων ή να δώσει «μάθημα δικαίου». Έτσι εξηγείται, μεταξύ άλλων, ο κανόνας του απαραδέκτου μιας αναιρέσεως που στρέφεται κατά φερόμενης ως εσφαλμένης νομικής αιτιολογίας, εφόσον αποδεικνύεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη αιτιολογία δεν έχει άμεση σχέση με τη λύση που προέκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (15). Παρόμοιος κανόνας απορρέει και από την ίδια τη φύση του αναιρετικού ελέγχου, ο οποίος συνίσταται στον έλεγχο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου σε συγκεκριμένη υπόθεση. Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους αναιρεσείοντες. Κατά συνέπεια, το σύστημα των εξαιρέσεων που προβλέπει ο Οργανισμός υπέρ ορισμένων εξ αυτών πρέπει να διαρθρώνεται κατά τρόπο ώστε να διευκολύνεται η εκ μέρους τους άσκηση αναιρέσεως, χωρίς ωστόσο η διάρθρωση αυτή να έχει ως αποτέλεσμα την αλλοίωση του αντικειμενικού σκοπού αυτού του ενδίκου βοηθήματος.
22. Συναφώς, προτείνω να θεωρηθεί ότι, έναντι αυτής της κατηγορίας των προνομιούχων βάσει του Οργανισμού αναιρεσειόντων, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως εκτιμάται όχι μόνο σε σχέση με το διατακτικό αλλά και σε σχέση με τα νομικά συμπεράσματα που άντλησε ο πρωτοβάθμιος δικαστής με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Παρόλο που το διατακτικό της αποφάσεως ενδέχεται να ικανοποιεί πλήρως τα αιτήματά τους, πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα προσβολής των ενδιάμεσων συμπερασμάτων του Πρωτοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις. Αφενός πρέπει να διαπιστώνεται αν τα προσβαλλόμενα συμπεράσματα αποτελούν πράγματι προϊόν αμφισβητήσεως που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της εν λόγω διαφοράς και, αφετέρου, αν συνδέονται με τη λύση που έδωσε το Πρωτοδικείο με το διατακτικό της αποφάσεώς του (16).
23. Αν γίνει δεκτή η ανάλυση αυτή, δεν χρειάζεται να εξεταστούν, όπως προτείνει η max.mobil (17), οι συνέπειες που ενδέχεται να έχει το επίδικο τμήμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως για άλλες μεταγενέστερες υποθέσεις. Συνεπώς, όπως επίσης προκύπτει από πάγια νομολογία, δεν μπορεί παραδεκτώς να ασκηθεί αναίρεση κατά νομικής αιτιολογίας αποκομμένης από οποιαδήποτε αιτίαση ή που δεν ασκεί επιρροή στο διατακτικό της αποφάσεως. Η λύση αυτή διευρύνει ενδεχομένως τους λόγους της αναιρέσεως υπέρ ορισμένων από τους αναιρεσείοντες, αποκλείει ωστόσο οποιαδήποτε άσκηση αναιρέσεως αποκλειστικά προς το συμφέρον του δικαίου.
24. Εν προκειμένω φαίνεται ότι το τμήμα της αποφάσεως του Πρωτοδικείου με το οποίο κηρύσσεται η προσφυγή παραδεκτή έρχεται σε αντίθεση με την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή κατά την πρωτόδικη δίκη. Επομένως πληρούται η πρώτη προϋπόθεση ως προς την ύπαρξη αμφισβητήσεως. Επιπλέον, είναι προφανές ότι το Πρωτοδικείο θεώρησε το προσβαλλόμενο συμπέρασμα ως αναγκαίο στάδιο για την επίλυση της επίδικης διαφοράς. Μολονότι δεν περιλαμβάνεται στο διατακτικό της διαφοράς, το συμπέρασμα ως προς το παραδεκτό αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της λύσεως που προέκρινε το Πρωτοδικείο στην εν λόγω διαφορά. Ως εκ τούτου πληρούται και η προϋπόθεση της συνδέσεως του τμήματος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με τη λύση που προκρίθηκε. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η παρούσα αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
III – Προκαταρκτικά ζητήματα
25. Δύο ζητήματα εξακολουθούν να τίθενται στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως. Αφορούν, αφενός, τη θέση του άρθρου 86 ΕΚ, καθώς και των διαδικασιών ελέγχου που προβλέπει το εν λόγω άρθρο στο πλαίσιο του γενικού συστήματος της Συνθήκης και, αφετέρου, τη νομική φύση της προσβαλλόμενης πράξεως. Τα δύο αυτά ζητήματα αφορούν πτυχές του προβλήματος προσβάσεως των καταγγελλόντων στον κοινοτικό δικαστή σε περίπτωση αρνήσεως της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ.
26. Επισημαίνω αμέσως ότι, κατά την άποψή μου, η εξουσία που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 86 ΕΚ είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα τα συμφέροντα των ιδιωτών. Εντούτοις, δεν μπορεί να συναχθεί ότι για καθένα από τα συμφέροντα αυτά μπορεί να αναγνωριστεί δυνατότητα προσβολής της εκδιδομένης από την Επιτροπή πράξεως. Πρέπει επίσης να επαληθευθεί ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες από τη Συνθήκης προϋποθέσεις του παραδεκτού.
Α – Η θέση του προβλεπόμενου από το άρθρο 86, παράγραφος 3, ΕΚ ελέγχου στο γενικό σύστημα της Συνθήκης
27. Σε αντίθεση προς τους λοιπούς κλάδους του δικαίου του ανταγωνισμού, το ζήτημα του ελέγχου των συμπεριφορών των επιχειρήσεων που διατηρούν ιδιαίτερους δεσμούς με το κράτος δεν οδήγησε στη θέσπιση κανονιστικής ρυθμίσεως εφαρμογής. Ένα τέτοιο κανονιστικό κενό ευνοεί την κατ’ αναλογία εφαρμογή άλλων ρυθμίσεων. Υφίστανται επομένως δύο τρόποι θεώρησης του ελέγχου αυτού: είτε ως ειδικής μορφής προσφυγής λόγω παραβάσεως είτε ως παρεπόμενης διαδικασίας ελέγχου πρακτικών αντίθετων προς τον ανταγωνισμό.
28. Κατά την πρώτη άποψη, την οποία σταθερά υποστηρίζει η Επιτροπή (18), ο έλεγχος στον τομέα αυτό στηρίζεται κυρίως στον διάλογο μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους. Συνεπώς, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική εξουσία που αποκλείει το δικαίωμα των ιδιωτών να απαιτούν την εκ μέρους της τοποθέτηση προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δεν αναγνωρίζεται στους καταγγέλλοντες ατομικό δικαίωμα, καθότι, σε ένα τέτοιο σύστημα, το αντικείμενο της παρεμβάσεως της Επιτροπής είναι αποκλειστική υπόθεση των κρατικών και κοινοτικών αρχών. Στην αντίληψη αυτή αντιτάσσεται η θέση που υποστηρίζει εν προκειμένω η max.mobil, κατά την οποία ο έλεγχος που ασκείται δυνάμει του άρθρου 86 ΕΚ πρέπει να συνδέεται με το δίκαιο του ανταγωνισμού. Το γεγονός ότι η διάταξη αυτή εντάχθηκε στο κεφάλαιο που θέτει του ισχύοντες στις επιχειρήσεις κανόνες του ανταγωνισμού μαρτυρεί τη σαφή βούληση των συντακτών της Συνθήκης. Συνεπώς, ο έλεγχος αυτός έχει μια ουσιαστική αντικειμενική συνιστώσα, καθότι, όπως έχει κρίνει το Πρωτοδικείο, «σκοπεί στην προστασία των επιχειρηματιών κατά των μέτρων με τα οποία κράτος μέλος μπορεί να αναιρεί τις θεμελιώδεις οικονομικές ελευθερίες που θεσπίζονται με τη Συνθήκη» (19). Επομένως, η εξουσία εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή στον τομέα αυτό περιορίζεται από σειρά αντικειμενικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους ιδιώτες (20).
29. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο εκφράστηκε σαφώς υπέρ της τελευταίας αυτής θέσεως. Το Δικαστήριο, με τη νομολογία του, έχει υιοθετήσει λιγότερο ξεκάθαρη θέση. Με την απόφαση Κάτω Χώρες κ.λπ. κατά Επιτροπής (21), το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δηλώσει ότι μια τέτοια εξουσία μπορεί να είναι αναγκαία για να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εκπληρώσει την αποστολή που της αναθέτουν τα άρθρα 81 ΕΚ έως 88 ΕΚ, ήτοι τη μέριμνα για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί την προσέγγιση μεταξύ, αφενός, των εξουσιών που ασκεί η Επιτροπή έναντι των κρατών μελών μέσω των αποφάσεων που εκδίδει δυνάμει του άρθρου 86 ΕΚ και, αφετέρου, εκείνων που της απονέμει το άρθρο 88 ΕΚ (22). Πάντως, σε άλλες περιπτώσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι ο έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων «δεν είναι παρά μια παραλλαγή της προσφυγής λόγω παραβάσεως» (23).
30. Κατά την άποψή μου, πρέπει να γίνει διάκριση, στην οποία προβαίνει και το Πρωτοδικείο, μεταξύ του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ και του άρθρου 226 ΕΚ. Εσφαλμένα ωστόσο το Πρωτοδικείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνδέει τη διάκριση αυτή με την ένταση της διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής. Η ελευθερία που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή δεν μπορεί να προβάλλεται ανάλογα με το αν «μπορεί» να δράσει ή αν έχει τη δυνατότητα να δράσει «εφόσον είναι αναγκαίο». Η αναγκαιότητα διακρίσεως μεταξύ των δύο αυτών διαδικασιών, επιβάλλεται μάλλον λόγω της θεμελιώδους διαφοράς όσον αφορά τη σύλληψη και τη φύση των ελέγχων που προβλέπει η Συνθήκη (24).
31. Όπως το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπενθυμίσει, η προβλεπόμενη στο άρθρο 226 ΕΚ διοικητική διαδικασία έχει ως μοναδικό σκοπό «να παράσχει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να συμμορφωθεί οικειοθελώς προς τις επιταγές της Συνθήκης» (25). Η Επιτροπή παρεμβαίνει μόνο για να διευκρινίσει τη διαφορετική ερμηνεία των υποχρεώσεων που υπέχει ένα κράτος δυνάμει της Συνθήκης. Εντούτοις, «δεν έχει την εξουσία να προσδιορίζει κατά τρόπο οριστικό τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός κράτους μέλους ή να του παρέχει εγγυήσεις σχετικά με το συμβιβαστό μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς με το κοινοτικό δίκαιο» (26). Δεν έχει τη δυνατότητα να διαπιστώνει την παράβαση και να υποχρεώνει το κράτος να εξαλείψει την παράβαση (27). Συνεπώς, δεν είναι παραδεκτή η προσφυγή ιδιώτη κατά της αρνήσεως ή παραλείψεως της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως κατά κράτους μέλους (28). Αφενός, η πρόσβαση στη διαδικασία αυτή εξακολουθεί να είναι «κλειστή για τους ιδιώτες» (29). Αφετέρου, σκοπός της διαδικασίας αυτής δεν είναι να λαμβάνονται αποφάσεις που να γεννούν δικαιώματα για τους ιδιώτες (30). Επομένως, είναι σαφές ότι οι διαδικασίες για τη διαπίστωση παραβάσεως δεν γεννούν ουδεμία άμεση έννομη σχέση με τους ιδιώτες (31).
32. Εντελώς διαφορετικής φύσεως είναι οι εξουσίες της Επιτροπής στο πλαίσιο του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ. Από τη νομολογία προκύπτει ότι «η εποπτική εξουσία που ανατίθεται στην Επιτροπή περιλαμβάνει τη στηριζόμενη στο άρθρο 90, παράγραφος 3, δυνατότητα διευκρινίσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη» (32). Η έκταση αυτή της εξουσίας εποπτείας εξαρτάται από το περιεχόμενο των κανόνων των οποίων η τήρηση πρέπει να εξασφαλιστεί (33). Όταν μάλιστα ασκείται σε συνδυασμό με τους κανόνες του ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις, εύλογα αναγνωρίζονται στην Επιτροπή εξουσίες ανάλογες με αυτές που έχει στο πλαίσιο του ελέγχου των εν λόγω κανόνων. Αυτές όμως παρέχουν στην Επιτροπή άμεσες εξουσίες ελέγχου έναντι των επιχειρηματιών εντός της κοινής αγοράς, οι οποίες οδηγούν στη λήψη υποχρεωτικών βλαπτικών αποφάσεων.
33. Με την απόφαση Κάτω Χώρες κ.λπ. κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι, για να μη στερηθεί κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας η αρμοδιότητα που αντλεί η Επιτροπή από το άρθρο 86, παράγραφος 3, έπρεπε «να της αναγνωριστεί [η εξουσία] να διαπιστώνει ότι ορισμένο κρατικό μέτρο είναι ασυμβίβαστο προς τους κανόνες της Συνθήκης και να επισημαίνει τα μέτρα που το κράτος αποδέκτης πρέπει να θεσπίσει για να συμμορφωθεί προς τις απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεις» (34). Με την επόμενη σκέψη το Δικαστήριο προσέθεσε ότι «η αναγνώριση στην Επιτροπή τέτοιας εξουσίας αποδεικνύεται επίσης απαραίτητη για να μπορεί να εκπληρώνει την αποστολή που της αναθέτουν τα άρθρα 85 έως 93 της Συνθήκης να μεριμνά για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού […]». Εφαρμοζόμενο σε συνδυασμό με τους κανόνες του ανταγωνισμού, το άρθρο 86 ΕΚ έχει ως αντικείμενο να διασφαλίσει την απουσία νοθεύσεως του ανταγωνισμού μεταξύ ιδιωτικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων ελεγχόμενων ή ευνοούμενων από το Δημόσιο σε συγκεκριμένο τομέα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ελέγχονται, βάσει των κανόνων της Συνθήκης, ορισμένα κρατικά μέτρα ικανά να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στην κοινή αγορά (35).
34. Επομένως, αν αναζητηθεί αναλογία με άλλη προβλεπόμενη στις συνθήκες διαδικασία, αυτή απαντά μάλλον στο άρθρο 88 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το οποίο παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να επιβάλλει άμεσα υποχρεώσεις και κυρώσεις στα κράτη μέλη, παρά στο άρθρο 226 ΕΚ (36). Δεν αμφισβητείται πάντως ότι, στο πλαίσιο αυτό, οι ενδιαφερόμενοι ιδιώτες μπορούσαν να προσφύγουν στο Δικαστήριο λόγω της αρνήσεως της Επιτροπής να υποχρεώσει το Δημόσιο να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του (37).
35. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι εξουσίες που αναγνωρίζονται στην Επιτροπή στο πλαίσιο του άρθρου 226 ΕΚ και του άρθρου 86 ΕΚ έχουν διαφορετικούς στόχους και διέπονται από διαφορετικές ρυθμίσεις. Ναι μεν η νομολογία του Δικαστηρίου ουδόλως επιβάλλει στην Επιτροπή, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποχρέωση να ενεργήσει (38), απαιτεί ωστόσο, όταν αυτή έχει, όπως στην περίπτωση του ανταγωνισμού, ευθεία εξουσία λήψεως αποφάσεων με συνέπειες για την αγορά, να αναγνωρίζεται η έννομη προστασία των θιγόμενων ατομικών συμφερόντων. Αυτού του είδους η προστασία μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένη ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των οικείων τομέων και των θεσπιζομένων ρυθμίσεων. Πρέπει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνεται υπόψη η ποιότητα των συμφερόντων που θίγονται από τις αποφάσεις της Επιτροπής (39). Πάντως, σε όλους τους τομείς στους οποίους η Επιτροπή διαθέτει τέτοια εξουσία, πρέπει να αναγνωρίζεται στα πρόσωπα που έχουν ένα δικαίωμα ή τα συμφέροντα των οποίων θίγονται ιδιαιτέρως από τη λαμβανόμενη απόφαση η δυνατότητα να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη για να προβάλουν αυτό το δικαίωμα ή αυτά τα συμφέροντα (40).
Β – Το νομικό πλαίσιο της προσβαλλομένης πράξεως
36. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν η προσβαλλόμενη πράξη έχει τη φύση πράξεως δυνάμενης να προσβληθεί υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, είναι σημαντικό να οριοθετηθεί επακριβώς το περιεχόμενο και η έκτασή της.
37. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο εξετάζει την προσβαλλόμενη πράξη κυρίως ως ατομική απόφαση περί απορρίψεως καταγγελίας, παρόμοια με τις αποφάσεις περί θέσεως στο αρχείο των καταγγελιών που εκδίδονται στο πλαίσιο των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ. Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή, το επίδικο έγγραφο πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη που δεν έχει χαρακτήρα αποφάσεως. Πρόκειται για πράξη αμιγώς εσωτερική, με την οποία εκφράζεται η επιθυμία της σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Από το γεγονός ότι η πράξη κοινοποιήθηκε στον καταγγέλλοντα προς ενημέρωσή του δεν προκύπτει ότι πρέπει να χαρακτηριστεί ως απόφαση παράγουσα δεσμευτικές έννομες συνέπειες. Η Γαλλική Κυβέρνηση συμμερίζεται την ανάλυση που εξέθεσε επικουρικώς το Πρωτοδικείο και εκτιμά ότι πράξη που εκδίδεται στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως απόφαση απευθυνόμενη στο οικείο κράτος μέλος και όχι σε ιδιώτη. Συναφώς στηρίζεται σε σύγκριση αντλούμενη από το σύστημα του άρθρου 88 ΕΚ και στο γράμμα του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ, κατά το οποίο οι κατάλληλες αποφάσεις απευθύνονται «στα κράτη μέλη».
38. Κανένας από τους χαρακτηρισμούς αυτούς δεν με πείθει πλήρως. Πρώτον, η σύγκριση στην οποία στηρίζεται το Πρωτοδικείο είναι επικριτέα. Η απόφαση περί θέσεως στο αρχείο της καταγγελίας, όπως προκύπτει από τη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, συνιστά απάντηση σε αίτηση που διατυπώνεται δυνάμει των κανονισμών εφαρμογής των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ. Με αυτή περατώνεται διαδικασία με την οποία παρέχονται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που επικαλούνται νόμιμο συμφέρον ορισμένες δικονομικές εγγυήσεις σχετικές με το δικαίωμα καταθέσεως καταγγελίας και υποβολής παρατηρήσεων. Λαμβάνοντας υπόψη αυτές ακριβώς τις εγγυήσεις, οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 3 του κανονισμού 17 (41) και 6 του κανονισμού (ΕΚ) 2842/98 (42), αναγνωρίζει το Δικαστήριο στους καταγγέλλοντες το δικαίωμα να λαμβάνουν απόφαση περί απορρίψεως της καταγγελίας. Βάσει αυτού έκρινε το Δικαστήριο, με την απόφαση Guérin automobiles κατά Επιτροπής (43) ότι, κατόπιν της διαδικασίας αυτής, «η Επιτροπή οφείλει είτε να κινήσει διαδικασία κατά του προσώπου εκείνου που αποτελεί αντικείμενο της καταγγελίας [...] είτε να λάβει οριστική απόφαση περί απορρίψεως της καταγγελίας, δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή». Ασφαλώς, η απόφαση αυτή δεν προβλέπεται ρητώς στο κείμενο των Συνθηκών. Η ύπαρξή της δικαιολογείται, ωστόσο, από την ιδιότητα που αναγνωρίζεται από νομικής απόψεως στον καταγγέλλοντα στο πλαίσιο του προβλεπόμενου στο άρθρο 85 ΕΚ ελέγχου.
39. Παρόμοια ιδιότητα δεν υφίσταται στο πλαίσιο του άρθρου 86 ΕΚ. Ναι μεν αληθεύει, όπως δηλώνει το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ιδιότητα της καταγγέλλουσας παράβαση του άρθρου 86 ΕΚ είναι «παρόμοια» με του άρθρου 3 του κανονισμού 17, δεν είναι ωστόσο όμοια. Ασφαλώς, δεν αποκλείεται η κατάθεση καταγγελίας στον τομέα αυτό. Εντούτοις, δεν προστατεύεται νομικώς. Έχει αποδειχθεί πάντως ότι η κατάθεση καταγγελίας που δεν προστατεύεται νομικώς, αλλά είναι απλώς αποδεκτή εν τοις πράγμασι, δεν γεννά ιδιαίτερα δικαιώματα για τον καταγγέλλοντα (44). Εν προκειμένω, η καταγγέλλουσα δεν διέθετε κανένα επίσημο τίτλο για την κατάθεση αιτήσεως και τη συμμετοχή στη διαδικασία εξετάσεως της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, η καταγγελία της δεν δημιούργησε καμία ιδιαίτερη έννομη σχέση με την Επιτροπή. Η πράξη της Επιτροπής δεν συνδέεται, από νομικής απόψεως, με αίτηση προς την οποία αποτελεί νομότυπη απάντηση. Ακόμη και αν, στην πράξη, η προσβαλλόμενη πράξη πηγάζει από την υποβολή καταγγελίας, η καταγγελία αυτή δεν συνιστά από νομικής απόψεως την πράξη ενάρξεως διαδικασίας εξετάσεως εκ μέρους της Επιτροπής και ο συντάκτης της δεν είναι ο επίσημος αποδέκτης της πράξεως που εκδίδεται κατά το πέρας της διενεργούμενης εξετάσεως. Επομένως, για να αποδειχθεί η νομική φύση της πράξεως αυτής δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η μορφή της. Μολονότι απευθύνεται στην αναιρεσείουσα, η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστά ατομική απόφαση περί θέσεως καταγγελίας στο αρχείο.
40. Πρέπει να θεωρηθεί πειστικότερη η άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί απόφαση απευθυνόμενη στο οικείο κράτος; Η εν λόγω Κυβέρνηση μπορεί να επικαλεστεί την τοποθέτηση του Δικαστηρίου για το εν λόγω ζήτημα στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Συγκεκριμένα, με την απόφασή του Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (45), το Δικαστήριο έκρινε ότι, στο μέτρο που ούτε η Συνθήκη ούτε η κοινοτική νομοθεσία έχουν καθορίσει το διαδικαστικό καθεστώς των καταγγελιών περί υπάρξεως κρατικών ενισχύσεων, οι αποφάσεις που εκδίδει η Επιτροπή στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων έχουν ως αποδέκτες τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι, εφόσον ισχύουν οι ίδιοι όροι και στον τομέα του άρθρου 86 ΕΚ, επιβάλλεται αναλογικά παρόμοιο συμπέρασμα. Εντούτοις, κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα λαμβανόταν υπόψη η ιδιαιτερότητα του άρθρου 88 ΕΚ και οι ειδικοί όροι εφαρμογής του.
41. Συγκεκριμένα, οι πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 88 ΕΚ ανταποκρίνονται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως ή διαρκούς εξετάσεως των μέτρων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη. Σε αντίθεση με την αρμοδιότητα που κατέχει δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ, η Επιτροπή έχει στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων αποκλειστική αρμοδιότητα την οποία ασκεί σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη. Ακόμη και όταν αποφαίνεται επί παράνομης μη κοινοποιηθείσας ενισχύσεως, η Επιτροπή εντάσσει την εκ μέρους της εξέταση της ενισχύσεως στο πλαίσιο διαλόγου με το οικείο κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή πληροφορήθηκε την ενίσχυση δεν ισοδυναμεί με την από νομικής απόψεως έναρξη της διαδικασίας για την έκδοση αποφάσεως ως προς την επιστροφή ή το συμβατό της ενισχύσεως· η απόφαση αυτή θεωρείται πάντοτε ως απάντηση στις πληροφορίες και στις παρατηρήσεις που υποβάλει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, ο κανονισμός για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ, που εξέδωσε το Συμβούλιο στις 22 Μαρτίου 1999 (46), καθιερώνει την αρχή ότι όλες οι αποφάσεις σε θέματα κρατικών ενισχύσεων απευθύνονται στο οικείο κράτος μέλος.
42. Πάντως, το σύστημα του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ δεν υπόκειται στις ιδιαίτερες προϋποθέσεις του άρθρου 88 ΕΚ. Στο πλαίσιο του άρθρου 86 ΕΚ, οι πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή ουδόλως εντάσσονται στο πλαίσιο αποκλειστικού διαλόγου με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να γίνει δεκτό ότι μια πράξη της Επιτροπής που αφορά κρατικό μέτρο απευθύνεται κατ’ ανάγκη στο κράτος που έλαβε το μέτρο αυτό.
43. Πράγματι, μοναδικό αντικείμενο της επίδικης στην υπόθεση αυτή πράξεως είναι να προσδιορίσει μια συγκεκριμένη κατάσταση ως προς τους κανόνες του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το άρθρο 82 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 86 ΕΚ, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην εν λόγω κατάσταση. Με την επίδικη πράξη συνδέει αντικειμενικά μια συγκεκριμένη κατάσταση με ορισμένους κανόνες της Συνθήκης και αντλεί τις συνέπειες στο πλαίσιο του ρόλου της ως θεματοφύλακα των διατάξεων της Συνθήκης. Μια τέτοια πράξη δεν έχει αφ’ εαυτής κανέναν συγκεκριμένο αποδέκτη. Η προσβαλλόμενη πράξη όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται σε αίτηση υποβληθείσα από καταγγέλλοντα που θα είχε δικαίωμα να λάβει παρόμοια απάντηση, αλλά ούτε και υποχρεώνει το οικείο κράτος μέλος να ακολουθήσει συγκεκριμένη συμπεριφορά. Το γεγονός ότι θεσπίζεται βάσει των στοιχείων που αναφέρονται στην καταγγελία και ότι αφορά τα μέτρα που έλαβε συγκεκριμένο κράτος ουδόλως μεταβάλλουν τη φύση της, που είναι να εκθέσει μια αντικειμενική κατάσταση δικαίου σχετική με την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της Συνθήκης. Εξάλλου, η πράξη αυτή είναι ικανή να παραγάγει έννομες συνέπειες για το κράτος και τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες.
44. Για να καθοριστεί η από δικονομικής απόψεως θέση μιας κοινοτικής πράξεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειές της και όχι το αντικείμενό της. Συγκεκριμένα, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι συνιστούν πράξεις κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ όλα τα μέτρα που λαμβάνουν τα θεσμικά όργανα και τα οποία παράγουν έννομα αποτελέσματα (47). Το ίδιο ισχύει, μεταξύ άλλων, αν η εν λόγω πράξη έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίσει ή να οδηγήσει στη θέσπιση κανόνων ή συμπεριφορών που τροποποιούν σημαντικά την έννομη κατάσταση συγκεκριμένων ατόμων. Το Πρωτοδικείο έχει κρίνει συναφώς ότι η δήλωση ενός μέλους της Επιτροπής με την οποία διαπίστωνε ότι ορισμένη πράξη συγκεντρώσεως δεν είχε κοινοτική διάσταση, μολονότι δεν αφορούσε κανέναν ονομαστικώς προσδιοριζόμενο αποδέκτη, άγγιζε ταυτόχρονα τα κράτη μέλη, η αρμοδιότητα των οποίων για την εν λόγω πράξη είχε αποδειχθεί, τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην πράξη συγκεντρώσεως, οι οποίες κατ’ αυτόν τον τρόπο είχαν απαλλαγεί από την υποχρέωση κοινοποιήσεως της εν λόγω πράξεως, και την ίδια την Επιτροπή η συμπεριφορά της οποίας υπαγορευόταν στο εξής από τη δήλωση αυτή (48).
45. Εν προκειμένω θεωρώ αναμφισβήτητο ότι η προσβαλλόμενη πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα για το οικείο κράτος, το οποίο έχει εξασφαλίσει ότι η Επιτροπή δεν πρόκειται να κινήσει εναντίον του διαδικασία ελέγχου για κάποιο από τα σημεία που περιέχονται στην καταγγελία. Επιπλέον, η επιχείρηση την οποία αφορά το κρατικό μέτρο καθώς και οι τρίτοι που επηρεάζονται από το μέτρο αυτό δεν λαμβάνουν απόφαση της Επιτροπής σχετική με τη συμβατότητα του μέτρου αυτού με τους κανόνες της Συνθήκης. Εφόσον μια τέτοια απόφαση είναι ικανή να παραγάγει έννομα αποτελέσματα για τους ιδιώτες αυτούς στην οικεία αγορά, το ίδιο ισχύει για την άρνηση λήψεως μιας τέτοιας αποφάσεως. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά πράγματι απόφαση κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως.
46. Από την ως άνω ανάλυση προκύπτουν σαφώς δύο σημεία. Αφενός, σε αντίθεση προς ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο, η ενεργητική νομιμοποίηση της προσφεύγουσας δεν απορρέει από το γεγονός ότι ήταν αποδέκτρια της προσβαλλομένης πράξεως. Αφετέρου, όμως, μπορεί να προβληθεί η ανάγκη προστασίας των ατομικών συμφερόντων που θίγονται από την προσβαλλόμενη πράξη (49). Επομένως, απομένει να εξεταστεί αν, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά να ενεργήσει, ως τρίτος σε σχέση με τη διαδικασία και με την εκδοθείσα πράξη, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
IV – Εκτίμηση των λόγων αναιρέσεως
47. Οι λόγοι αναιρέσεως αφορούν την κρίση του Πρωτοδικείου ως προς το παραδεκτό της προσφυγής. Το βασικό πρόβλημα έγκειται στην ύπαρξη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της προσφεύγουσας.
48. Η θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως προϋποθέτει την ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού μεταξύ του προσφεύγοντος και της προσβαλλομένης πράξεως. Κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, ο προσφεύγων πρέπει να αποδεικνύει ότι η προσβαλλόμενη πράξη τον αφορά άμεσα και ατομικά. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο συνάγει από το γεγονός ότι η κατάσταση του προσφεύγοντος επηρεάζεται άμεσα από την προσβαλλόμενη πράξη το δικαίωμά του να την προσβάλει ενώπιον του κοινοτικού δικαστή. Θεωρώ πάντως ότι, κρίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Πρωτοδικείο εισάγει μια προσέγγιση ξένη προς το δικονομικό σύστημα της Συνθήκης. Το εν λόγω σύστημα αναγνωρίζει ενεργητική νομιμοποίηση μόνο στον προσφεύγοντα που παρουσιάζει ξεχωριστές ιδιότητες που τον εξατομικεύουν κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη. Μολονότι στο πλαίσιο του σχετικού με τον ανταγωνισμό δικονομικού συστήματος ο κοινοτικός δικαστής είναι ευέλικτος ως προς την εκτίμηση αυτής της προϋποθέσεως του παραδεκτού, δεν δέχεται τη μη εφαρμογή της (50).
49. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση περί μη κινήσεως της διαδικασίας λόγω παραβάσεως έναντι του οικείου κράτους μέλους επηρεάζει άμεσα την κατάσταση των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην αυστριακή αγορά κινητής τηλεφωνίας, μεταξύ των οποίων και η προσφεύγουσα. Εντούτοις, δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη πράξη την αφορά ατομικά.
50. Αυτό που η νομολογία του Δικαστηρίου νοεί συγκεκριμένα ως ατομικό συμφέρον προς ενέργεια είναι ξεχωριστές ιδιότητες ή μία πραγματική κατάσταση που να εξατομικεύει τον προσφεύγοντα κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη της οικείας πράξεως (51). Κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι υφίσταται τέτοιου είδους συμφέρον, αφενός, λόγω της υποχρεώσεως της Επιτροπής να εξετάσει την καταγγελία της προσφεύγουσας και να απαντήσει επισήμως και, αφετέρου, λόγω σειράς εκτιμήσεων σχετικών με την πραγματική της κατάσταση.
51. Η Επιτροπή προέβαλε δύο αντιρρήσεις κατά της αναλύσεως αυτής. Σε γενικές γραμμές υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται, στον τομέα αυτό, δικαίωμα στην εξέταση των καταγγελιών που να παρέχει στον καταγγέλλοντα ενεργητική νομιμοποίηση. Ειδικότερα, δεν έχει αποδειχθεί ότι ο ιδιώτης τελεί σε πραγματική κατάσταση που να τον εξατομικεύει επαρκώς κατά νόμο.
Α – Το δικαίωμα του καταγγέλλοντος να εξεταστεί η καταγγελία του
52. Με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι το δικαίωμα αυτό μπορεί να συναχθεί από την υποχρέωση επιμελούς και αμερολήπτου εξετάσεως των καταγγελιών την οποία υπέχει η Επιτροπή. Το δικαίωμα όμως του καταγγέλλοντος να εξεταστεί η καταγγελία του γεννά στο πρόσωπό του έννομα συμφέροντα άξια δικαστικής προστασίας. Από αυτά προκύπτει δικαίωμα προσβολής της αποφάσεως της Επιτροπής να ενεργήσει ή να μην ενεργήσει.
53. Αληθεύει ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι δικαίωμα που αναγνωρίζεται κατά τη διαδικασία εκδόσεως της πράξεως παρέχει στον δικαιούχο του δικαιώματος αυτού τις ιδιαίτερες ιδιότητες που τον νομιμοποιούν ενεργητικώς κατά της πράξεως αυτής (52). Επομένως, το ζήτημα είναι αν υφίσταται τέτοιου είδους δικαίωμα στο πλαίσιο του άρθρου 86 ΕΚ.
54. Δεδομένου ότι χρειάστηκε να αποφανθεί επ’ αυτού, το Δικαστήριο δεν αρκέστηκε στην ύπαρξη αόριστων δικονομικών δικαιωμάτων για να αναγνωρίσει δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας. Απαιτεί γενικώς τα προβαλλόμενα προς στήριξη της προσφυγής δικαιώματα να είναι επαρκώς «συγκεκριμένα» (53). Αυτό ισχύει όταν τα ατομικά δικαιώματα απορρέουν από κανονισμό (54) ή όταν ενδέχεται να απορρέουν άμεσα από διατάξεις της Συνθήκης (55). Αυτή είναι ιδιαιτέρως της αποφάσεως Metro κατά Επιτροπής, που παρέθεσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο στηρίζεται στην αρχή της χρηστής διοικήσεως της δικαιοσύνης για να δηλώσει ότι τα νόμιμα συμφέροντα που αναγνωρίζει κοινοτικός κανονισμός υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων δεν ασκούνται αποτελεσματικά αν δεν προστατεύονται δικαστικώς (56). Τα «νόμιμα συμφέροντα» όμως για τα οποία γίνεται λόγος στην περίπτωση αυτή είναι τα συμφέροντα των προσώπων που δικαιούνται να υποβάλουν καταγγελία δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 17 και στα οποία αναγνωρίζεται ένα σύνολο δικονομικών δικαιωμάτων. Από το άρθρο 86 ΕΚ όμως δεν απορρέει προστασία τέτοιου είδους συμφερόντων και αναγνώριση στους δικαιούχους τους δικαιωμάτων ισοδύναμων με αυτά που χορηγούνται στο πλαίσιο των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ (57). Επομένως, μόνον καταχρηστικά θα μπορούσε να υποστηριχθεί, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο, ότι η νομολογία αυτή εφαρμόζεται υπό τις ίδιες συνθήκες στο πλαίσιο του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ.
55. Ελλείψει γραπτής διατάξεως που να απονέμει δικονομικά δικαιώματα στους καταγγέλλοντες στο πλαίσιο του ελέγχου δημόσιων ή παρόμοιων επιχειρήσεων, το Πρωτοδικείο στηρίζεται σε μια γενική υποχρέωση επιμελούς και αμερόληπτης εξετάσεως, η οποία καθιερώνεται από τη νομολογία και δικαιολογείται από τη γενική υποχρέωση εποπτείας που υπέχει η Επιτροπή. Από το σύνολο της αναλύσεως του Πρωτοδικείου προκύπτει σαφώς ότι σκοπεύει να καταστήσει τις υποχρεώσεις αυτές γενικούς και ανώτερους κανόνες του κοινοτικού δικαίου ικανούς να πλαισιώσουν την εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής και να στηρίξουν το δικαίωμα των καταγγελλόντων να ασκήσουν προσφυγή.
56. Φρονώ ότι κάτι τέτοιο θα ήταν καταδικασμένο σε αποτυχία. Κατά την άποψή μου, παρόμοιες υποχρεώσεις δεν είναι ικανές να στηρίξουν ατομικό δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής. Όσον αφορά τη γενική υποχρέωση εποπτείας που αντλείται από το άρθρο 211 ΕΚ, είναι βέβαιο ότι δεν έχει τη συνοχή που απαιτείται για να θεμελιωθεί η ύπαρξη δικαιωμάτων υπέρ της προσφεύγουσας. Από αυτή τη γενική υποχρέωση και μόνον, είναι αδύνατο να συναχθεί η ύπαρξη ειδικού δικαιώματος υπέρ των καταγγελλόντων στο πλαίσιο του άρθρου 86 ΕΚ. Όσον αφορά την υποχρέωση επιμελούς και αμερόληπτης εξετάσεως, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή υπέχει τέτοια υποχρέωση (58), δεν θεωρώ εντούτοις ότι ασκεί αυτή επιρροή στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού της προσφυγής. Τέτοιου είδους υποχρέωση έχει αντικειμενικό περιεχόμενο. Η επιμελής και δίκαιη εξέταση που απαιτείται δεν πραγματοποιείται ανάλογα με το πρόσωπο που έχει καταθέσει μια καταγγελία, αλλά, κατ’ αρχάς, ανάλογα με εκτιμήσεις σχετικές με το συμφέρον χρηστής διοικήσεως και ορθής εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης (59). Υπ’ αυτή την έννοια, η υποχρέωση αυτή δεν συγκρίνεται με τα δικαιώματα που μπορούν να χορηγηθούν σε όσους ενδιαφέρονται να παρέμβουν άμεσα στη διαδικασία εκδόσεως πράξεων που τους αφορούν, όπως το δικαίωμα ακροάσεως ή το δικαίωμα προσβάσεως στη δικογραφία. Συνεπώς, σε αντίθεση με τα δικαιώματα αυτά, η εν λόγω υποχρέωση δεν επιφέρει τη γένεση αντικειμενικού δικαιώματος για την έκδοση αποφάσεως περί απορρίψεως της καταγγελίας και, κατ’ επέκταση, δικαιώματος προσφυγής κατά παρόμοιας αποφάσεως (60).
57. Επομένως, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε ότι η υποχρέωση και μόνον επιμελούς και αμερολήπτου εξετάσεως ήταν ικανή να θεμελιώσει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής για τους καταγγέλλοντες στο πλαίσιο του άρθρου 86 ΕΚ. Στο πλαίσιο του συστήματος της Συνθήκης είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι η ύπαρξη υποχρεώσεως της Επιτροπής ανοίγει δρόμο έννομης προστασίας υπέρ των ιδιωτών. Η ενεργητική νομιμοποίηση πρέπει να θεμελιώνεται βάσει της αναλύσεως της ιδιαίτερης καταστάσεως του ενδιαφερομένου προσώπου, ανεξαρτήτως των συνεπειών που μπορεί να έχει μια τέτοια εκτίμηση επί του δικαιώματος ασκήσεως ένδικης προσφυγής στην πράξη (61). Επομένως, είναι μάταια η προσπάθεια καταστρατηγήσεως του συστήματος αυτού, όπως επιχειρεί να πράξει το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 56 και 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στηριζόμενο στην αρχή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης ή στο θεμελιώδες δικαίωμα αποτελεσματικής ασκήσεως προσφυγής.
Β – Όσον αφορά την ιδιαίτερη κατάσταση της προσφεύγουσας
58. Η Επιτροπή αμφισβητεί την επικουρική ανάλυση του Πρωτοδικείου ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσβαλλόμενη πράξη αφορούσε την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά.
59. Πρέπει κατ’ αρχάς να σημειωθεί ότι, με την ανάλυσή του, το Πρωτοδικείο δεν λαμβάνει υπόψη του τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο δεν στηρίζεται στη νομολογία σύμφωνα με την οποία μόνο «σε εξαιρετικές καταστάσεις» ένας ιδιώτης έχει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση βάσει του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ (62). Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει ρητή ανάλυση της «εξαιρετικής καταστάσεως» στην οποία βρισκόταν η προσφεύγουσα.
60. Συναφώς, η καθής ματαίως επικαλείται την απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουνίου 1999, TF1 κατά Επιτροπής (63). Δεν αληθεύει ότι, με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο άντλησε άμεσα από το άρθρο 86, παράγραφος 3, ΕΚ προστατευτικό καθεστώς για τους καταγγέλλοντες όμοιο προς εκείνο που αναγνωρίζεται στο πλαίσιο των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ. Ναι μεν στην περίπτωση αυτή το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι το άρθρο 86, παράγραφος 3, ΕΚ αποβλέπει στην προστασία των επιχειρηματιών, φρόντισε ωστόσο να εξαρτήσει την εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής της προσφεύγουσας από την εξέταση της εξαιρετικής καταστάσεως στην οποία μπορούσε να βρίσκεται αυτή, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση Bundesverband des Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής (64).
61. Ωστόσο, εξακολουθεί να τίθεται το ζήτημα αν το πλαίσιο που οριοθετεί κατ’ αυτόν τον τρόπο η νομολογία του Δικαστηρίου είναι πράγματι το κατάλληλο για να εξεταστεί η πρόσβαση των καταγγελλόντων στον κοινοτικό δικαστή κατά την εφαρμογή του άρθρου 86 ΕΚ.
62. Υπενθυμίζω ότι, κατά την προπαρατεθείσα απόφαση Bundesverband des Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, «δεν μπορεί a priori να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υφίστανται εξαιρετικές καταστάσεις στις οποίες ένας ιδιώτης ή, κατά περίπτωση, μια ένωση συσταθείσα για την προάσπιση των συλλογικών συμφερόντων μιας κατηγορίας πολιτών έχει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση στο πλαίσιο της αποστολής εποπτείας που της αναθέτει το άρθρο 90, παράγραφοι 1 και 3» (65). Ποιες είναι οι καταστάσεις αυτές; Το Δικαστήριο δεν θεώρησε χρήσιμο να τις προσδιορίσει με την απόφασή του.
63. Κατά την άποψή μου δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, με τη φράση αυτή, το Δικαστήριο θέλησε να απαλλάξει τον προσφεύγοντα από την ανάγκη να αποδείξει την ύπαρξη άμεσου και ατομικού συμφέροντος για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Η πρόθεση του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς από το συγκείμενο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω φράση. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, κατ’ αρχάς, ότι από την απόφαση Κάτω Χώρες κ.λπ. κατά Επιτροπής προκύπτει ότι ένας ιδιώτης μπορεί, ενδεχομένως, να έχει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (66). Στην υπόθεση εκείνη, ο ιδιώτης ήταν δημόσια επιχείρηση που είχε επωφεληθεί του κρατικού μέτρου που είχε αμφισβητήσει η Επιτροπή. Στην περίπτωση αυτή, το παραδεκτό της προσφυγής ουδόλως αμφισβητούνταν, καθότι ο άμεσος και ατομικός δεσμός μεταξύ της προσφεύγουσας και της προσβαλλομένης πράξεως ήταν προφανής. Η περίπτωση της αποφάσεως Bundesverband des Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής είναι τελείως διαφορετική. Στην υπόθεση εκείνη είχε ασκηθεί προσφυγή από επαγγελματική ένωση του γερμανικού δικαίου κατά της αποφάσεως της Επιτροπής να μη δώσει συνέχεια στην καταγγελία της, με την οποία είχε στραφεί κατά του γερμανικού νόμου που ρύθμιζε το επάγγελμα του φορολογικού συμβούλου. Δεν υπήρχε προφανής δεσμός μεταξύ της προσφεύγουσας και της προσβαλλομένης πράξεως. Στην περίπτωση αυτή, μόνον εξαιρετικές περιστάσεις μπορούν να δικαιολογήσουν την άσκηση προσφυγής κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να δώσει συνέχεια στην καταγγελία.
64. Θεωρώ επομένως ότι οι εξαιρετικές καταστάσεις που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο απορρέουν απλώς από τη δυσκολία προσδιορισμού, σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, της ιδιότητας του ατόμου που το αφορά ατομικά μια πράξη. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, στον τομέα αυτό, οι τρίτοι ενδιαφερόμενοι από την εκδοθείσα πράξη δεν μπορούν να προβάλουν προστατευόμενα δικαιώματα προς στήριξη της προσφυγής τους. Ελλείψει τέτοιων δικαιωμάτων, δύσκολα προκύπτει από μια πραγματική κατάσταση ατομικό συμφέρον ενεργητικής νομιμοποιήσεως. Δεν αμφισβητείται, μεταξύ άλλων, ότι μια απλή σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του προσφεύγοντος και του δικαιούχου του προσβαλλόμενου κρατικού μέτρου δεν θεμελιώνει αφ’ εαυτής τέτοια ιδιότητα (67). Για τον λόγο αυτό πρέπει να προσδιορίζονται περαιτέρω «ειδικές περιστάσεις» (68) ή «ιδιαίτερη κατάσταση» (69) που να χαρακτηρίζει τον προσφεύγοντα έναντι του οικείου μέτρου σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο.
65. Το συμπέρασμα αυτό συνάδει προς εκείνο του γενικού εισαγγελέα Mischo στην υπόθεση Επιτροπή και Γαλλία κατά TF1 (70). Επιβάλλεται, μάλιστα, αφότου το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (71), ότι η προϋπόθεση σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση ενός ατόμου δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να μη ληφθεί υπόψη, διότι άλλως ο κοινοτικός δικαστής θα υπερέβαινε τις αρμοδιότητες που του έχουν ανατεθεί.
66. Απομένει να εξεταστεί το κριτήριο στο οποίο θεμελιώνεται το ατομικό συμφέρον ενέργειας υπό τέτοιου είδους συνθήκες. Από τη νομολογία προκύπτει ότι μια πράξη αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα όταν ο συντάκτης της προσβαλλομένης πράξεως έλαβε υπόψη του την ειδική κατάσταση του προσφεύγοντος κατά την έκδοσή της (72). Αυτό πρέπει να είναι, κατά την άποψή μου, το αποφασιστικό κριτήριο.
67. Συναφώς, το Πρωτοδικείο εκθέτει, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διάφορα στοιχεία που δεν είναι όλα εξίσου πειστικά (73). Υπενθυμίζει, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά αντίδραση σε καταγγελία του προσφεύγοντος και ότι η Επιτροπή είχε πραγματοποιήσει σειρά συναντήσεων με την προσφεύγουσα. Στο μέτρο όμως που η προσφεύγουσα δεν διέθετε τυπικά προστατευόμενα δικονομικά δικαιώματα, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν αποφασιστικά. Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει, επιπλέον, ότι ένα σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων της προσφεύγουσας τελεί σε ανταγωνισμό με σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων του δικαιούχου του κρατικού μέτρου για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη. Μια ανταγωνιστική σχέση όμως δεν αρκεί. Αυτό που είναι καθοριστικό στην υπόθεση αυτή, προκειμένου να θεμελιωθεί η ενεργητική νομιμοποίηση της προσφεύγουσας, είναι ότι η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της στο γεγονός ότι τα ποσά των τελών που επιβλήθηκαν στη Mobilkom και στη max.mobil είναι όμοια. Επομένως, η απόφαση αυτή ελήφθη βάσει συγκρίσεως μεταξύ του ποσού που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα και του ποσού που επιβλήθηκε στον δημόσιο φορέα. Πρόκειται, επομένως, πράγματι για εξαιρετική κατάσταση, καθότι, στην περίπτωση αυτή, η εκδοθείσα από την Επιτροπή πράξη στηρίζεται, σε μεγάλο μέρος, στο γεγονός ότι ελήφθη υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση της προσφεύγουσας (74). Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι σαφές ότι η max.mobil δεν είναι ένας συνήθης ανταγωνιστής. Η προσβαλλόμενη πράξη την αφορά ατομικά.
68. Πρέπει να ληφθεί υπόψη η επιφύλαξη που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, κατά την οποία, εν πάση περιπτώσει, ένας ιδιώτης δεν μπορεί, με μια τέτοια προσφυγή, να επιβάλει εμμέσως στο κράτος μέλος την έκδοση νομοθετικής πράξεως γενικού περιεχομένου; Όπως ορθώς υπενθυμίζει το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το επίδικο στην υπό κρίση υπόθεση μέτρο διαφέρει από το επίδικο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα στρέφεται κατά των κρατικών μέτρων που καθιερώνουν την επιβολή τελών έναντι των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Επομένως, η επιφύλαξη αυτή δεν ισχύει εν προκειμένω.
69. Επιπλέον εκτιμώ ότι, ναι μεν μπορεί νομίμως να λαμβάνεται υπόψη η φύση των συμφερόντων που ενδέχεται να θιγούν, στο πλαίσιο της προστασίας που εξασφαλίζεται στους ιδιώτες (75), ουδόλως όμως δικαιολογείται η αμφισβήτηση της υπάρξεως της προστασίας αυτής. Συναφώς, μόνον η φύση της προσβαλλόμενης κοινοτικής πράξεως ασκεί επιρροή. Η φύση του κρατικού μέτρου για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι άλλως θα στερούνταν αποτελεσματικότητας οι προβλεπόμενοι από τη Συνθήκη έλεγχοι.
Γ – Μερικό συμπέρασμα
70. Κατόπιν της προεκτεθείσας αναλύσεως, το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου ότι «η ενεργητική νομιμοποίηση της προσφεύγουσας απορρέει από το γεγονός ότι είναι αποδέκτης της προσβαλλομένης πράξεως με την οποία η Επιτροπή αποφάσισε να μη λάβει μέτρα κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ, όσον αφορά το ύψος των αδειών εκμεταλλεύσεως για την κινητή τηλεφωνία» είναι εσφαλμένο. Στο μέτρο που το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι το συμπέρασμα αυτό αρκεί για να θεμελιωθεί το παραδεκτό της προσφυγής, υποπίπτει σε πλάνη περί το δίκαιο.
71. Εντούτοις, η ούτως διαπραχθείσα πλάνη δεν είναι ικανή να επιφέρει την ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς το σημείο αυτό, εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι η προσβαλλόμενη πράξη αφορά την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Κατά την άποψή μου, αυτό ισχύει, στον οικείο τομέα, όταν η κατάσταση της προσφεύγουσας διακρίνεται ιδιαιτέρως σε σχέση με αυτή των ενδεχόμενων τρίτων που τους αφορά επίσης η προσβαλλόμενη πράξη. Εν προκειμένω, η ανάλυση του Πρωτοδικείου έδειξε ότι η προσβαλλόμενη πράξη είχε θεσπιστεί σε άμεση σχέση με την κατάσταση της προσφεύγουσας. Βάσει αυτού η προσφεύγουσα μπορούσε παραδεκτώς να ζητήσει την ακύρωσή της. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καταλήγοντας ότι η προσφυγή ήταν παραδεκτή και ότι τα αιτήματα της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
V – Εκτίμηση των λόγων της αντίθετης αναιρέσεως
72. Με την αντίθετη αναίρεσή της, η αναιρεσίβλητη αμφισβητεί το σκεπτικό της προσφυγής επί της ουσίας. Επικαλείται τρεις λόγους που αντλούνται από πλάνη ως προς τα πραγματικά περιστατικά και ως προς το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Πρωτοδικείο.
73. Προκειμένου να εκτιμηθούν ορθώς οι λόγοι της υπό κρίση αναιρέσεως, πρέπει προηγουμένως να επανέλθουμε στο ζήτημα της φύσεως του ελέγχου που ασκεί ο κοινοτικός δικαστής στον τομέα αυτό. Συγκεκριμένα, η περιγραφή του πλαισίου του δικαστικού ελέγχου που επιχειρεί το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 58, 59 και 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μαρτυρεί ορισμένη σύγχυση ως προς τον τρόπο ασκήσεως του ελέγχου εν προκειμένω.
Α – Η φύση του δικαστικού ελέγχου
74. Προκειμένου να αποφεύγεται οποιαδήποτε σύγχυση, θεωρώ ότι πρέπει να γίνει σαφής διάκριση δύο ζητημάτων: αφενός, του ζητήματος της εκτάσεως του δικαιοδοτικού ελέγχου και, αφετέρου, του ζητήματος των μέσων και των κριτηρίων του ελέγχου αυτού.
1. Έκταση του ελέγχου
75. Όπως εκτιμά το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο του ελέγχου που ασκείται επί πράξεως εκδοθείσας δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ, «ο ρόλος του κοινοτικού δικαστή είναι περιορισμένος» (76), «περιορίζεται στο πεδίο εφαρμογής του και ποικίλλει σε ένταση. Συγκεκριμένα, το αν συνέβησαν πράγματι τα πραγματικά περιστατικά που ελήφθησαν υπόψη για την έκδοση της πράξεως υπόκειται σε πλήρη δικαστικό έλεγχο, ενώ η εκ πρώτης όψεως εκτίμηση των περιστατικών αυτών και, κατά μείζονα λόγο, η εκτίμηση της ανάγκης επεμβάσεως εμπίπτει σε περιορισμένο έλεγχο του Πρωτοδικείου» (77).
76. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι μερικώς μόνον ακριβείς.
77. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι η άσκηση των εξουσιών που αναγνωρίζονται στην Επιτροπή κατ’ εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού ενέχει περίπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις (78). Συνεπώς, ο δικαστής πρέπει να σέβεται το γεγονός αυτό περιορίζοντας τον έλεγχό του σε τέτοιου είδους εκτιμήσεις (79). Επιπλέον, ο έλεγχος αυτός είναι έλεγχος πλήρους νομιμότητας, υπό την έννοια ότι καλύπτει το σύνολο των πλημμελειών που νομοτύπως ελέγχει ο δικαστής στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστικός έλεγχος αφορά το αν τα πραγματικά περιστατικά που ελήφθησαν υπόψη για την αμφισβητούμενη επιλογή ήσαν ακριβή, αν τηρήθηκαν οι κανόνες τύπου και διαδικασίας, αν υφίσταται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ή κατάχρηση εξουσίας (80).
78. Κατά συνέπεια, είναι ανακριβής η διαπίστωση ότι ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται στο πεδίο εφαρμογής του. Αφενός, ο περιορισμός δεν αφορά την έκταση αλλά την ένταση του ελέγχου. Ο δικαστής περιορίζεται στην εκτίμηση του αν συντρέχουν πρόδηλες παραβιάσεις της Συνθήκης ή οποιουδήποτε άλλου κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της. Επιδιώκει την αποκάλυψη προδήλων σφαλμάτων όσον αφορά την τήρηση του ισχύοντος δικαίου και τον νομικό χαρακτηρισμό των σχετικών πραγματικών περιστατικών. Αφετέρου, λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας εκτιμήσεως της Επιτροπής στο πλαίσιο αυτό, δεν εναπόκειται στον δικαστή να ελέγξει την «ανάγκη παρεμβάσεως». Η εκτίμηση της συνάφειας ενός μέτρου που ανήκει στη διακριτική ευχέρεια ενός οργάνου δεν εμπίπτει στα όρια ενός απλού ελέγχου νομιμότητας, ανεξαρτήτως της εντάσεώς του. Απόκειται μόνο στην εκτίμηση των πολιτικών ή διοικητικών αρχών στις οποίες αναθέτει η Συνθήκη την ευθύνη της εκδόσεως των κοινοτικών πράξεων (81).
79. Αν υφίσταται πράγματι ιδιαιτερότητα του δικαιοδοτικού ελέγχου των πράξεων που εκδίδει η Επιτροπή δυνάμει της διακριτικής της ευχέρειας, αυτή πρέπει μάλλον να τοποθετηθεί σε άλλο επίπεδο. Η εν λόγω ιδιαιτερότητα έγκειται στη φύση των κανόνων που χρησιμοποιούνται ως βάση για την άσκηση του ελέγχου αυτού, ήτοι των πηγών βάσει των οποίων εκτιμάται η νομιμότητα των εκδιδομένων πράξεων (82).
2. Κριτήρια του ελέγχου
80. Σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή διαθέτει διακριτική εξουσία προκειμένου να εκπληρώσει τα καθήκοντά της ως διοικητική αρχή της Κοινότητας, ο κοινοτικός δικαστής εμπλούτισε τον έλεγχό του με νέα μέσα. Ο εμπλουτισμός αυτός καθιερώθηκε από το Δικαστήριο, για πρώτη φορά, με την απόφασή του, της 21ης Νοεμβρίου 1991, Technische Universität München (83). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι, στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας που σχετίζεται με περίπλοκες εκτιμήσεις, «η τήρηση των εγγυήσεων με τις οποίες η κοινοτική έννομη τάξη περιβάλλει τη διεξαγωγή των διοικητικών διαδικασιών έχει εξαιρετική σημασία. Μεταξύ των εγγυήσεων περιλαμβάνονται, κυρίως, η υποχρέωση για το αρμόδιο όργανο να εξετάσει με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία της οικείας υποθέσεως [...] καθώς και το δικαίωμα [του ενδιαφερομένου] να δει την απόφαση επαρκώς αιτιολογημένη» (84). Παρόμοιες εγγυήσεις επεκτάθηκαν στο σύνολο των διαδικασιών εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού. Εξάλλου, αυτή είναι η πηγή του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στο οποίο παραπέμπει, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο (85).
81. Στη νομολογία οι εγγυήσεις αυτές γίνονται αντιληπτές ως μέσο, αφενός, για την πλαισίωση της ασκήσεως της διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής και, αφετέρου, για την προστασία των τρίτων των οποίων τα συμφέροντα θίγονται αλλά οι οποίοι στερούνται δικονομικής προστασίας ισοδύναμης με εκείνη που αναγνωρίζεται στους αποδέκτες των εκδιδομένων αποφάσεων. Συναφώς, η Επιτροπή εσφαλμένα υποστηρίζει ότι οι εγγυήσεις αυτές δεν αποτελούν επιστέγασμα των δικονομικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διαχωρίζει συνήθως την εφαρμογή των εγγυήσεων αυτών από εκείνη των δικονομικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους ιδιώτες (86).
82. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο βασίμως μπορούσε να ελέγξει την εφαρμογή τους εφόσον η Επιτροπή αρνείται να δώσει συνέχεια σε καταγγελία στο πλαίσιο του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ. Αντιθέτως, δεν μπορούσε βασίμως να συμπεράνει ότι ο έλεγχος έπρεπε να περιορίζεται ιδίως στο «να εξακριβώσει αν [...] η προσβαλλόμενη πράξη έχει εκ πρώτης όψεως συνεπή αιτιολογία, η οποία λαμβάνει υπόψη τα πρόσφορα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως» (87).
83. Η εκτίμηση αυτή δεν είναι σύμφωνη με τα κριτήρια ελέγχου που ορίζει η νομολογία του Δικαστηρίου. Δύο προσεγγίσεις επηρεάζουν την ανάλυση του Πρωτοδικείου επ’ αυτού. Πρώτον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν λαμβάνει υπόψη ότι, οσάκις η Επιτροπή ασκεί την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει κατά την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού, η «εκ πρώτης όψεως συνεπής αιτιολογία» δεν αρκεί. Εν προκειμένω, πρέπει αναμφιβόλως να ληφθεί υπόψη η φύση της προσβαλλομένης πράξεως. Εν πάση περιπτώσει, όμως, από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ αιτιολογία «πρέπει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του κοινοτικού οργάνου που εκδίδει την πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του» (88). Επομένως, ένας απλός έλεγχος της λογικής του συλλογισμού δεν αρκεί· πρέπει περαιτέρω να επαληθευτεί ότι ο συντάκτης της πράξεως εξέθεσε επαρκώς τις περιστάσεις και τους λόγους στους οποίους στηρίζει την εκτίμησή του.
84. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο φαίνεται να τοποθετεί την ανάγκη συνυπολογισμού των πρόσφορων στοιχείων της δικογραφίας, που στηρίζεται στην υποχρέωση επιμελούς και αμερολήπτου εξετάσεως, στο πλαίσιο του ελέγχου της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και μόνο. Δεν αμφισβητείται όμως ότι οι δύο αυτές υποχρεώσεις ανήκουν σε δύο διαφορετικές τάξεις νομικών ισχυρισμών. Η υποχρέωση επαρκούς αιτιολογήσεως επιβάλλεται όσον φορά την εξέταση των τυπικών κανόνων που διέπουν την προσβαλλόμενη πράξη. Η υποχρέωση αυτή συνίσταται στην έκθεση, στο κείμενο της πράξεως, των λόγων που οδήγησαν στην έκδοσή της. Αντιθέτως, η υποχρέωση αμερολήπτου εξετάσεως της καταγγελίας εντάσσεται στο πλαίσιο της αναλύσεως της νομιμότητας της ουσίας της προσβαλλόμενης πράξεως. Για να είναι έγκυρη η ελεγχόμενη πράξη, δεν αρκεί ένα προδήλως ορθός νομικός χαρακτηρισμός, αλλά πρέπει να εξετάζονται επιμελώς όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που ενδέχεται να δικαιολογούν την πράξη αυτή.
85. Συνεπώς, δεν μπορούν να «συνεξεταστούν», όπως αναφέρει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, «ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και ο αντλούμενος από την πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά την ύπαρξη παραβάσεως των άρθρων [82 ΕΚ και 86 ΕΚ]». Τέτοιου είδους προσέγγιση ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση μεταξύ της εκτιμήσεως των αιτιολογικών σκέψεων και της εκτιμήσεως της αιτιολογίας της προσβαλλομένης πράξεως. Επομένως, όπως ήδη άφησε να διαφανεί το Δικαστήριο στην υπόθεση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, το Πρωτοδικείο αγνοεί το πλαίσιο του ελέγχου του μη προβαίνοντας, έστω και τυπικά, «στην αναγκαία διάκριση μεταξύ της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και του νόμω βασίμου της αποφάσεως» (89).
86. Επίσης πρέπει να εξεταστεί αν το Πρωτοδικείο, διαπιστώνοντας ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν έπασχε λόγω των πλημμελειών που προβάλλονται με καθέναν από τους δύο αυτούς λόγους αναιρέσεως θεωρούμενους χωριστά, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
Β – Η άσκηση του δικαιοδοτικού ελέγχου
87. Η αναιρεσίβλητη προβάλλει τρεις αιτιάσεις ως προς την ανάλυση που έλαβε υπόψη του το Πρωτοδικείο επί της ουσίας.
1. Η πλάνη ως προς τα πραγματικά περιστατικά
88. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του σειρά στοιχείων ως προς τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων αποδεικνύεται ότι τα ποσά των τελών που κατέβαλαν οι max.mobil και η Mobilkom δεν είναι, στην πραγματικότητα, όμοια.
89. Πρέπει να υπομνησθεί ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, να αποφαίνεται επί της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου ως προς τα πραγματικά περιστατικά, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως πρόδηλης παραμορφώσεως των εν λόγω στoιχείων από το δικαστήριο αυτό (90). Εν προκειμένω, εντούτοις, ουδόλως αποδεικνύεται η ύπαρξη παραμορφώσεως. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι τα ποσά των τελών που καταβάλλουν οι οικείες επιχειρήσεις είναι από τυπικής απόψεως όμοια. Επομένως, εκτιμώντας ότι η προσβαλλόμενη πράξη στηρίζεται στα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, η υπόσταση των οποίων δεν αμφισβητείται, το Πρωτοδικείο δεν προέβη σε καμία ανακρίβεια. Συνεπώς, αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
90. Με τη συλλογιστική της που αποβλέπει στο να γίνει δεκτή η ύπαρξη διαφοράς μεταξύ των τελών που καταβάλλουν οι οικείες επιχειρήσεις, λόγω της εκπτώσεως και της αναστολής πληρωμής που χορηγήθηκαν στη Mobilkom, η αναιρεσίβλητη στρέφεται στην πραγματικότητα κατά της πλάνης στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Πρωτοδικείο ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των σχετικών πραγματικών περιστατικών. Επομένως, το ζήτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.
2. Πλάνη περί το δίκαιο κατά τον έλεγχο του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών
91. Δεύτερον, η αναιρεσίβλητη προβάλλει λόγο αναιρέσεως που αντλείται από προδήλως εσφαλμένη νομική εκτίμηση. Το Πρωτοδικείο όφειλε να αναγνωρίσει ότι η όμοια αντιμετώπιση δύο ουσιωδώς διαφορετικών καταστάσεων, ήτοι η αντιμετώπιση της καταστάσεώς της και αυτής της Mobilkom, συνιστά απαγορευόμενη από τη Συνθήκη διάκριση.
92. Με τη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο στήριξε εξ ολοκλήρου την εκτίμησή του στα στοιχεία που παρέθεσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη πράξη, ήτοι, αφενός, στην πληρωμή όμοιου τέλους από τις δύο ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και, αφετέρου, στη συμβατότητα της εκτιμήσεως της Επιτροπής με την προηγούμενη πρακτική της. Θεώρησε τα ως άνω στοιχεία επαρκή για να κρίνει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
93. Ωστόσο, κρίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του το πλαίσιο του ελέγχου εντός του οποίου ορθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να αποφανθεί. Συγκεκριμένα, όφειλε να ελέγξει, όσον αφορά την πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, την τήρηση της υποχρεώσεως αμερολήπτου και επιμελούς εξετάσεως. Η υποχρέωση αυτή όμως συνεπάγεται προσεκτική εξέταση του συνόλου των πραγματικών και νομικών στοιχείων που υποβλήθηκαν στην εκτίμησή του από τον καταγγέλλοντα. Εν προκειμένω, οι περιστάσεις αυτές συνίσταντο, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από τις σκέψεις 30 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην ενδεχόμενη ύπαρξη χρηματοοικονομικών πλεονεκτημάτων για τη Mobilkom, στην ενδεχομένως ανώτερη αξία της αντιπροσωπείας που παραχωρήθηκε στην τελευταία, και στην ανάγκη ίσης μεταχειρίσεως των διαφόρων οικονομικών φορέων κατά την παραχώρηση αντιπροσωπειών σε τέτοιου είδους αγορές.
94. Χωρίς να είναι απαραίτητο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του αν το συμπέρασμα στο οποίο έπρεπε να καταλήξει ένας τέτοιος έλεγχος, ιδίως δε επί του ζητήματος αν η Επιτροπή είχε παραλείψει να επισημάνει πρόδηλη διάκριση στην επίδικη κατάσταση (91), προκύπτει σαφώς ότι το Πρωτοδικείο, παραλείποντας να ελέγξει αν η Επιτροπή έλαβε υπόψη της όλα τα πρόσφορα στοιχεία της δικογραφίας που αν της είχε υποβληθεί, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
3. Πλάνη περί το δίκαιο κατά τον έλεγχο της ελλείψεως αιτιολογίας
95. Τέλος, η αναιρεσίβλητη προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας ότι η προσβαλλόμενη πράξη ήταν επαρκώς αιτιολογημένη βάσει του άρθρου 253 ΕΚ.
96. Με τη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η αιτιολογία είναι επαρκής λόγω του ότι η προσφεύγουσα ήταν σε θέση να κατανοήσει τους λόγους που περιέχονται στις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης πράξεως. Αυτό συμβαίνει για τον λόγο ότι προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατόπιν σειράς συναντήσεων μεταξύ της προσφεύγουσας και της Επιτροπής και εντός γνωστού για την προσφεύγουσα πλαισίου.
97. Δεν αμφισβητείται ότι το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως είναι ικανοποιητική «πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το κείμενο της πράξεως αυτής, αλλά και το πλαίσιό της και το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα» (92). Στη νομολογία, ο συνυπολογισμός του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται μια πράξη είναι ικανός να δικαιολογήσει αποκλίσεις ως προς την απαίτηση αιτιολογήσεως, σε σχέση ιδίως με την «προηγούμενη γνώση». Συγκεκριμένα, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι η προσφεύγουσα ήταν σε θέση να γνωρίζει τους λόγους της αποφάσεως που έλαβε τελικώς η Επιτροπή, μπορεί να θεωρηθεί ότι η απαίτηση αιτιολογήσεως πληρούται έναντι αυτής (93). Παρόμοια ανάλυση πρέπει πάντως να εφαρμόζεται μόνον με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα, διότι άλλως θα εθίγετο η προστασία που οφείλεται στους ενδιαφερομένους (94). Δεν πρέπει να υφίσταται ουδεμία αμφιβολία ως προς το υποστατό της προηγούμενης γνώσης του ενδιαφερομένου. Εν πάση περιπτώσει, για να θεωρηθεί μια εκδοθείσα απόφαση επαρκώς αιτιολογημένη δεν αρκεί η παραπομπή σε προηγούμενες αποφάσεις (95) ή στην επιχειρηματολογία των παρεμβαινόντων (96). Αυτό ισχύει, κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση που η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε περίπλοκες οικονομικές καταστάσεις. Στην περίπτωση αυτή, οι ενδιαφερόμενοι έχουν νόμιμο συμφέρον να ενημερώνονται δεόντως για τους λόγους που οδήγησαν την Επιτροπή να εκδώσει την εκάστοτε πράξη (97). Παρόμοιο συμφέρον πρέπει να αναγνωριστεί όχι μόνο στους αποδέκτες της πράξεως αλλά και στα λοιπά πρόσωπα που η εν λόγω πράξη τα αφορά άμεσα και ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (98).
98. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο στηρίζεται εξ ολοκλήρου στα συμπληρωματικά υπομνήματα που υπέβαλε η προσφεύγουσα στην Επιτροπή κατά τη διαδικασία εξετάσεως της καταγγελίας. Μια τέτοιου είδους ανάλυση είναι προδήλως εσφαλμένη. Η επιβαλλόμενη με το άρθρο 253 ΕΚ υποχρέωση δεν προϋποθέτει μόνον τη γνώση του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, αλλά και τη γνώση των λόγων που οδήγησαν στην έκδοσή της. Συγκεκριμένα, ναι μεν μπορεί να ζητηθεί από τα πρόσωπα που σχετίζονται με τη διαδικασία για την έκδοση της αποφάσεως κάποια προσπάθεια ερμηνείας, δεν μπορεί όμως να τους ζητηθεί να συναγάγουν από το ιστορικό και τις αιτιολογικές σκέψεις της οικείας υποθέσεως τους λόγους εκδόσεως μιας αποφάσεως. Συνεπώς, δεν αρκεί, όπως δηλώνει το Πρωτοδικείο, να είναι η προσφεύγουσα σε θέση να κατανοήσει τους λόγους αυτούς. Πρέπει τουλάχιστον να εξασφαλιστεί ότι οι λόγοι αυτοί παρουσιάστηκαν στην προσφεύγουσα σε κάποια χρονική στιγμή της διαδικασίας εκδόσεως της αποφάσεως. Παραλείποντας να επαληθεύσει το σημείο αυτό, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
VI – Σύνοψη
99. Από το σύνολο της προεκτεθείσας αναλύσεως προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει νομικές πλημμέλειες. Οι πλημμέλειες που αφορούν το παραδεκτό της προσφυγής που ασκήθηκε πρωτοδίκως μπορούν ευκόλως να θεραπευθούν με διαφορετική αιτιολογία από την οποία προκύπτει ότι το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου σχετικά με το παραδεκτό της προσφυγής είναι βάσιμο κατά νόμο. Εντούτοις, δεν ισχύει το ίδιο για τις πλημμέλειες που αφορούν την εξέταση της προσφυγής επί της ουσίας. Δεδομένου ότι αυτές δεν θεραπεύονται, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή. Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, εάν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει.
100. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο δεν αξιολόγησε σε ποιον βαθμό η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη της το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας ούτε επαλήθευσε αν η εν λόγω πράξη ήταν επαρκώς αιτιολογημένη λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών εκδόσεώς της, η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
VII – Πρόταση
101. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Ακυρώνει την απόφαση του Πρωτοδικείου, της 30ής Ιανουαρίου 2002, max.mobil κατά Επιτροπής (T-54/99).
2) Αναπέμπει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1977, 26/76, Metro κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 567).
3 – Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1986, 169/84, Cofaz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 391).
4 – Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1998, C-68/94 και C-30/95, Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-1375). Βλ., επίσης, την πρόσφατη απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2003, C-170/02 P, Schlüsselverlag J. S. Moser κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι-9889).
5 – C-107/95 P (Συλλογή 1997, σ. I-947).
6 – Σκέψη 25 της αποφάσεως.
7 – T-54/99, Coe Clerici Logistics κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II-2123). Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι το Πρωτοδικείο αναίρεσε μερικώς τη λύση που προέκρινε με τη συγκεκριμένη απόφαση με πρόσφατη απόφαση της 17ης Ιουνίου 2003, T-52/00, Coe Clerici Logistics κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II-2123).
8 – ΕΕ C 364, σ. 1.
9 – ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
10 – Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-73/97 P (Συλλογή 1999, σ. I-185). Βλ., επίσης, υπό την ίδια έννοια, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2004, C-234/02 P, Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατά Lamberts (Συλλογή 2004, σ. Ι‑2803).
11 – Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. I-4125, σκέψη 171).
12 – Βλ., a contrario, απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-19/93 P, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-3319, σκέψη 13).
13 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2002, C-23/00 P (Συλλογή 2000, σ. I-1873).
14 – Απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, C-302/99 P και C-308/99 P (Συλλογή 2001, σ. I-5603).
15 – Βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψεις 34 και 59).
16 – Βλ., κατ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14 απόφαση Επιτροπή και Γαλλία κατά TF1, σκέψη 27.
17 – Βλ. σημείο 16 των ανά χείρας προτάσεων.
18 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, σκέψη 22.
19 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουνίου 1999, T-17/96, TF1 κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1757, σκέψη 50).
20 – Βλ., κατ’ αυτή την έννοια, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, σημείο 21.
21 – Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1992, C-48/90 και C-66/90 (Συλλογή 1992, σ. I-565).
22 – Σκέψη 29 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 21 αποφάσεως Κάτω Χώρες κ.λπ. κατά Επιτροπής.
23 – Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-307, σκέψη 23).
24 – Βλ., κατ’ αυτή την έννοια, Timmermans, C.W.A., «Judicial Protection against Member States: Articles 169 and 177 Revisited» (Δικαστική προστασία κατά των κρατών μελών: Νέα προσέγγιση των άρθρων 169 και 177), Institutional Dynamics of European Integration. Essays in Honour of Henry G. Schermers, τόμος II, Nijhoff, Dordrecht, 1994, σ. 391.
25 – Βλ. απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. I-5449, σκέψη 44).
26 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25 απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 45. Με τις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας (απόφαση της 8ης Ιουνίου 1999, C-198/97, C-422/97, Συλλογή 1999, σ. I-3257), ο γενικός εισαγγελέας αντιπαραβάλλει επιτυχώς τα όρια που τίθενται κατ’ αυτόν τον τρόπο στη δράση της Επιτροπής στο πλαίσιο του άρθρου 226 ΕΚ με τις αποφάσεις που ελήφθησαν για την τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού (σημείο 11).
27 – Βλ. απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1971, 7/71, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1049, σκέψεις 49 και 50). Βλ., γενικώς, Gray, D.C., Judicial Remedies in International Law, Clarendon Press, Oxford, 1987, ειδικότερα σ. 120 επ.
28 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, σκέψη 19. Βλ., επίσης, απόφαση της 1ης Μαρτίου 1966, 48/65, Lütticke κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 243). Δεν μπορεί ωστόσο να συναχθεί ότι οι ιδιώτες στερούνται οποιασδήποτε νομικής προστασίας. Το άρθρο 234 ΕΚ προσφέρει άλλο βοήθημα ώστε να διαπιστώνει το Δικαστήριο την εκ μέρους των κρατών μελών παράβαση των κοινοτικών τους υποχρεώσεων (απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1963, Van Gend en Loos, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 861, σκέψεις 24 και 25).
29 – Βλ. τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Gand στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Lütticke κατά Επιτροπής, σ. 46.
30 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1982, 314/81 έως 316/81 και 83/82, Waterkeyn κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 4337, σκέψη 15).
31 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διάταξη της 17ης Ιουλίου 1998, C-422/97 P, Sateba κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-4913, σκέψη 42).
32 – Απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-202/88, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-1223, σκέψη 21). Βλ. την υποσημείωση 26 ανωτέρω.
33 – Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 32 απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 21.
34 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21 απόφαση, σκέψη 28. Το Δικαστήριο αναγνώρισε για πρώτη φορά τη δεσμευτική νομική αξία των αποφάσεων που εκδίδει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ με απόφαση της 30ής Ιουνίου 1988, 226/87, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1988, σ. 3611, σκέψεις 11 και 12).
35 – Όπως υπενθυμίζει το Δικαστήριο, το άρθρο 86, παράγραφος 3, ΕΚ αφορά μόνον «τα μέτρα που θεσπίζονται από τα κράτη μέλη έναντι επιχειρήσεων με τις οποίες διατηρούν τις ειδικές σχέσεις που αναφέρονται στις διατάξεις αυτού του άρθρου. Μόνον ως προς αυτά τα μέτρα ανατίθεται στην Επιτροπή καθήκον εποπτείας, το οποίο, εν ανάγκη, μπορεί να ασκείται με την έκδοση οδηγιών και αποφάσεων απευθυνόμενων προς τα κράτη μέλη» (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 32 απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 24).
36 – Υπενθυμίζω το κείμενο της διατάξεως αυτής: «Αν η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα κράτος παρέβη υποχρέωσή του εκ της παρούσας Συνθήκης, διαπιστώνει την εν λόγω παράβαση με αιτιολογημένη απόφαση αφού παράσχει τη δυνατότητα στο κράτος αυτό να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του. Τάσσει στο εν λόγω κράτος προθεσμία για την εκτέλεση της υποχρεώσεώς του», προσθέτοντας ότι αν το κράτος δεν εκτελέσει την υποχρέωσή του εντός της προθεσμίας που ορίζει η Επιτροπή, ή σε περίπτωση προσφυγής αν η προσφυγή απορριφθεί, η Επιτροπή δύναται, μετά σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, να αναστείλει την καταβολή των ποσών τα οποία οφείλει να καταβάλει στο εν λόγω κράτος μέλος ή να εξουσιοδοτήσει τα άλλα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα κατά παρέκκλιση. Βλ., επίσης, απόφαση της 15ης Ιουλίου 1960, 20/59, Ιταλία κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1955-1965, σ. 497), με την οποία το Δικαστήριο χαρακτήριζε το άρθρο αυτό ως την «ultima ratio που καθιστά δυνατή την υπερίσχυση των κοινοτικών συμφερόντων που προβλέπονται στη Συνθήκη κατά της αδράνειας και της αντιστάσεως των κρατών μελών· πρόκειται για διαδικασία που υπερβαίνει κατά πολύ τους κανόνες που ίσχυαν μέχρι τούδε στο παραδοσιακό διεθνές δίκαιο για να διασφαλιστεί η εκτέλεση των υποχρεώσεων των κρατών μελών» (σ. 497).
37 – Απόφαση της 23ης Απριλίου 1956, 7/54 και 9/54, Groupement des industries sidérurgiques luxembourgeoises κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 25).
38 – Όσον αφορά τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, βλ. απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1989, 247/87, Star Fruit κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 291, σκέψη 11)· όσον αφορά την εξουσία που κατέχει δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ, βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Οκτωβρίου 1994, T-32/93, Ladbroke Racing κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-1015, σκέψη 38).
39 – Θεωρώ ότι ούτως έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Bundesverband der Bilanzbuchhalter, ότι «οι ιδιώτες δεν μπορούν, ασκώντας προσφυγή κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να λάβει απόφαση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφοι 1 και 3, κατά κράτους μέλους, να εξαναγκάσουν εμμέσως το κράτος μέλος να εκδώσει νομοθετική πράξη γενικής ισχύος» (σκέψη 28). Συγκεκριμένα, μπορεί να γίνει δεκτό ότι, στον τομέα αυτό, ο έλεγχος του κράτους, ως οικονομικού φορέα, δεν ανταποκρίνεται στα ίδια κριτήρια με τον έλεγχο της δράσεώς του ως νομοθέτη.
40 – Επί της γενικής αρχής της έννομης προστασίας, βλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 46/87 και 227/88, Hoechst κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 2859, σκέψη 19). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην υπόθεση C-70/88, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (απόφαση της 22ας Μαΐου 1990, Συλλογή 1990, σ. Ι-2041), σημείο 6.
41 – Πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο εν λόγω κανονισμός αντικαταστάθηκε, από 1ης Μαΐου 2004, από τον κανονισμό 1/2003 (ΕΚ) του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την εφαρμογή των προβλεπόμενων στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης κανόνων του ανταγωνισμού (ΕΕ). Το προβλεπόμενο στο άρθρο 3 του κανονισμού 17 δικαίωμα καταγγελίας προβλέπεται εκ νέου, με την ίδια διατύπωση, στο άρθρο 7 του νέου κανονισμού.
42 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις ακροάσεις στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών κατ’ εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 354, σ. 18).
43 – Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1997, C-282/95 P (Συλλογή 1997, σ. I-1503, σκέψη 36).
44 – Βλ., κατ’ αναλογία με τον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Σεπτεμβρίου 1998, T-188/95, Waterleiding Maatschappij κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3713, σκέψεις 143 έως 145).
45 – Απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P (Συλλογή 1998, σ. I-1719, σκέψεις 44 και 45).
46 – Άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 (ΕΕ L 83, σ. 1).
47 – Βλ., τέλος, απόφαση της 13ης Ιουλίου 2004, C-27/04, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2004, σ. Ι‑6649, σκέψη 44). Βλ., με διαφορετική διατύπωση, απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9).
48 – Απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994, T-3/93, Air France κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II‑121, σκέψεις 43 έως 54).
49 – Βλ., συναφώς, όσον αφορά τις επιχειρήσεις που ευνοούνται από το κρατικό μέτρο για το οποίο έχει εκδοθεί απόφαση της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21 απόφαση Κάτω Χώρες κ.λπ. κατά Επιτροπής, καθώς και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 1999, T-266/97, Vlaamse Televisie Maatschappij κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-2329).
50 – Ας σημειωθεί ότι, σε περίπτωση απουσίας ενεργητικής νομιμοποιήσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, δεν αναιρείται η αποτελεσματική προστασία των επηρεαζόμενων συμφερόντων. Συγκεκριμένα, οι ενδιαφερόμενοι ιδιώτες διαθέτουν πάντοτε ενώπιον του εθνικού δικαστή ένδικο μέσο στο οποίο έχουν πρόσβαση για να προβάλλουν τα δικαιώματα που αντλούν από τους κανόνες του ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις, είτε δημόσιες είτε ιδιωτικές. Αυτό είναι το αποτέλεσμα, αφενός, του άμεσου αποτελέσματος που αναγνωρίζεται στα άρθρα 81 ΕΚ, 82 ΕΚ και 86, παράγραφος 2, ΕΚ και, αφετέρου, της υποχρεώσεως των κρατών μελών να προβλέψουν ένα σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών προκειμένου να εξασφαλίσουν τον σεβασμό του δικαιώματος για παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. Ι-6677, σκέψη 41).
51 – Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937).
52 – Πλουσιότατη η σχετική νομολογία. Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Metro κατά Επιτροπής, απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207, της 20ής Μαρτίου 1985, 264/82, Timex κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 849), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής.
53 – Βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1983, 191/82, Fediol κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2913, σκέψη 25).
54 – Βλ., π.χ, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Metro κατά Επιτροπής, σκέψη 13, και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 53 απόφαση Fediol κατά Επιτροπής, σκέψη 27.
55 – Βλ., π.χ, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 25, και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 52 απόφαση Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 28.
56 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Metro κατά Επιτροπής, σκέψη 13.
57 – Όπως υπενθύμισε το Πρωτοδικείο με την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28 απόφαση Ladbroke Racing κατά Επιτροπής, σκέψη 43.
58 – Βλ. σημείο 80 των ανά χείρας προτάσεων.
59 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Slynn στην υπόθεση 246/81, Lord Bethell κατά Επιτροπής (απόφαση της 10ης Ιουνίου 1982, Συλλογή 1982, σ. 2277), που έχουν ως εξής: «Ακόμη και αν [...] η Επιτροπή έχει ειδική υποχρέωση να εξετάσει κάθε περίπτωση που της αναφέρεται, όταν προβάλλεται εικαζόμενη παράβαση (και ίσως –sed quaere– να αναφέρει τους λόγους της μη ενέργειάς της), δεν θεωρώ ότι αυτό συνιστά καθήκον προς το πρόσωπο το οποίο επέστησε την προσοχή της Επιτροπής επί του θέματος, ούτε ότι η υποχρέωση δύναται να εκπληρωθεί με πρωτοβουλία του» (σ. 2296).
60 – Βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42 απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, σκέψεις 45 και 62.
61 – Βλ., κατ’ αυτή την έννοια, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση C-263/02 P, Επιτροπή κατά Jégo-Quéré (απόφαση της 1ης Απριλίου 2004, Συλλογή 2004, σ. Ι‑3429), σημείο 45.
62 – Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση Coe Clerici Logistics κατά Επιτροπής, η διαφορά της οποίας επιλύεται κυρίως βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου.
63 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19.
64 – Σκέψη 52 της αποφάσεως TF1 κατά Επιτροπής.
65 – Σκέψη 25 της αποφάσεως.
66 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Bundesverband des Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, σκέψη 23. Το Δικαστήριο παραπέμπει στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21 απόφαση Κάτω Χώρες κ.λπ. κατά Επιτροπής.
67 – Το σημείο αυτό απορρέει σαφώς από την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, 10/68 και 18/68, Eridiana Zuccherifici κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969, σ. 459, σκέψη 7). Σε περίπτωση παρεμφερή με την υπό εξέταση, η εκτίμηση αυτή επαναλήφθηκε με την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση Coe Clerici Logistics κατά Επιτροπής, σκέψη 90.
68 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 67 απόφαση Eridiana Zuccherifici κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 7.
69 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 16ης Μαΐου 1991, C-358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I-2501, σκέψη 17)· υπό την ίδια έννοια, απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Απριλίου 1995, T-435/93, ASPEC κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. II-1281, σκέψεις 64 έως 70).
70 – Βλ. σημείο 71 των προτάσεων στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14 απόφαση Επιτροπή και Γαλλία κατά TF1.
71 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 50 απόφαση, σκέψη 44.
72 – Η διατύπωση αυτή απορρέει σαφώς από την απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C-321/95 P, Greenpeace Council κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-1651, σκέψη 28), με την οποία το Δικαστήριο υπενθυμίζει και συνοψίζει την πάγια νομολογία του. Βλ., γενικώς, Cassia, P., L’accès des personnes physiques ou morales au juge de la légalité des actes communautaires (η πρόσβαση των φυσικών ή νομικών προσώπων στον δικαστή της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων), Dalloz, Paris, 2002, ειδικότερα σ. 567 επ.
73 – Σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
74 – Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα με την υποσημείωση 52 απόφαση Timex κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψεις 13 έως 16, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα είχε ατομικό συμφέρον λόγω του ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αντιντάμπινγκ έλαβε υπόψη του τις παρατηρήσεις της καθώς και λόγω της απορρέουσας για εκείνη καταστάσεως από το διαπιστωθέν ντάμπινγκ. Βλ., επίσης, απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 1996, T-266/94, Skibsvaerftsforeningen κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II-1399, σκέψεις 46 έως 48), με την οποία το Πρωτοδικείο δέχεται το παραδεκτό της προσφυγής για τον λόγο ότι, αφενός, οι προσφεύγουσες τελούν σε άμεσο ανταγωνισμό με την επιχείρηση που έλαβε την προβλεπόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ενίσχυση και, αφετέρου, η Επιτροπή στηρίχθηκε, κατά τη διοικητική διαδικασία, σε συγκρίσεις μεταξύ των εγκαταστάσεων των προσφευγουσών και αυτών της δικαιούχου επιχειρήσεως.
75 – Βλ. σημείο 35 των ανά χείρας προτάσεων.
76 – Σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
77 – Σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
78 – Αυτό ισχύει κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου από την έκδοση της αποφάσεως της 13ης Ιουλίου 1966, 56/64 και 58/64, Consten και Grundig κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1965, σ. 363).
79 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, 42/84, Remia κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 2545, σκέψη 34). Στο πλαίσιο του άρθρου 86 ΕΚ, βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 1997, T-106/95, FFSA κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-229, σκέψη 100).
80 – Βλ., για παράδειγμα, πρόσφατη απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C-328/99 και C-399/00, SIM 2 Multimedia κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι-4035, σκέψη 39).
81 – Βλ., μεταξύ άλλων, όσον αφορά την αντιμετώπιση των καταγγελιών στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 1979, 125/78, GEMA κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 537, σκέψη 18), καθώς και απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1992, T-24/90, Automec κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. II-2223, σκέψεις 73 έως 77).
82 – Βλ. Ritleng, D., «Le juge communautaire de la légalité et le pouvoir discrétionnaire des institutions communautaires» (Ο κοινοτικός δικαστής της νομιμότητας και η διακριτική ευχέρεια των κοινοτικών οργάνων), Actualité juridique. Droit administratif, 1999, σ. 645.
83 – C-269/90 (Συλλογή 1991, σ. I-5469).
84 – Σκέψη 14 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 83 αποφάσεως Technische Universität München.
85 – Η εξήγηση που έδωσε το Προεδρείο της Συνελεύσεως που συνέταξε τον Χάρτη παραπέμπει εξάλλου στην απόφαση αυτή. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι το σχέδιο της συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης διευκρινίζει ότι «ο Χάρτης θα ερμηνεύεται από τα δικαστήρια της Ένωσης και των κρατών μελών, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των επεξηγήσεων που καταρτίσθηκαν καθ’ υπόδειξη του Προεδρείου της Συνελεύσεως που συνέταξε το Χάρτη». Κατά συνέπεια, νομίμως μπορεί να αξιολογείται στο εξής το περιεχόμενο του άρθρου αυτού βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου.
86 – Βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Schlüsselverlag J.S. Moser κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 29, και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45 απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, σκέψεις 62 έως 64.
87 – Σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
88 – Απόφαση της 29ης Μαρτίου 2001, C-163/99, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. Ι-2613, σκέψη 38).
89 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45 απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, σκέψη 72.
90 – Βλ., ιδίως, διάταξη της 11ης Νοεμβρίου 2003, C-488/01 P, Martinez κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2003, σ. Ι‑13355, σκέψη 53).
91 – Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με πρόσφατη απόφαση της 22ας Μαΐου 2003, C-462/99, Connect Austria (Συλλογή 2003, σ. I-5197), σχετική με την αυστριακή αγορά κινητής τηλεφωνίας, το Δικαστήριο δηλώνει ότι η ύπαρξη διακρίσεως όσον αφορά τα τέλη που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις εκτιμάται σε σχέση με το αν η θέση τους στην οικεία αγορά είναι ισοδύναμη από οικονομικής απόψεως (σκέψη 116).
92 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 22ας Ιουνίου 2002, C-42/01, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-6079, σκέψη 66).
93 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1980, 1252/79, Lucchini κατά Επιτροπής (Συλλογή 1980, σ. 3753, σκέψη 14).
94 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Roemer στην υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής (απόφαση της 4ης Ιουλίου 1963, 24/62, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 909), στις οποίες διευκρινίζει: «θα ήθελα να καταρρίψω ιδίως τον ισχυρισμό ότι η αιτιολογία της αποφάσεως μπορεί να εξαρτηθεί από τις διαφορετικές δυνατότητες ενημερώσεως των αποδεκτών, επειδή είναι γνωστό από άλλες δίκες ότι αμφισβητείται σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, ποιος θίγεται και έχει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής, εκτός από εκείνον που αναφέρεται στην απόφαση. Επιπλέον δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, και στο σημείο αυτό έχει δίκαιο η προσφεύγουσα, η χρήσιμη λειτουργία της υποχρεωτικής αιτιολογίας για μια εύλογη ενίσχυση της ένδικης προστασίας, στο βαθμό που αναγκάζει τα εκτελεστικά όργανα να λογοδοτούν επιμελώς για τις προϋποθέσεις εκδόσεως της αποφάσεως κατά τη διατύπωση της αιτιολογίας της» (σ. 921).
95 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 17ης Μαρτίου 1983, 294/81, Control Data κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 911, σκέψη 15).
96 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, 323/82, Intermills κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 3809, σκέψη 38).
97 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 7ης Απριλίου 1992, C-358/90, Compagnia italiana alcool κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. 2457, σκέψεις 42 και 43), καθώς και απόφαση Technische Universität München, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 83, σκέψη 27.
98 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 1985, 296/82 και 318/82, Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 809, σκέψη 19), καθώς και Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 42, σκέψη 63, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Ιουνίου 1998, T-371/94 και T-394/94, British Airways κ.λπ. και British Midland Airways κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-2405, σκέψη 64).
Full & Egal Universal Law Academy