ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 4ης Μαρτίου 2004 (1)
Υπόθεση C-145/02
Land Nordrhein-Westfalen
κατά
Denkavit Futtermittel GmbH
[αίτηση του Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)]
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος – Οδηγία 70/524/ΕΟΚ – Πρόσθετες ύλες– Βιταμίνη D σε συμπληρωματικές ζωοτροφές για χοίρους»
I – Εισαγωγή
1. Με διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 2002, το Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα με τα οποία ερωτά κατ’ ουσία αν προσκρούουν στα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ ή στην οδηγία 70/524/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1970, περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 84/587/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Νοεμβρίου 1984 (στο εξής: οδηγία) (2), η θέσπιση και η εφαρμογή των εθνικών μέτρων που απαγορεύουν την εμπορία στην εθνική επικράτεια συμπληρωματικών ζωοτροφών που έχουν παραχθεί νόμιμα σε άλλο κράτος μέλος, λόγω της περιεκτικότητάς τους σε βιταμίνη D.
II – Νομικό πλαίσιο
A – Η οδηγία
2. Η έκδοση της οδηγίας οφείλεται στο γεγονός ότι, «στο μέτρο που τα κράτη μέλη έχουν ήδη [εθνικές] διατάξεις που αφορούν τις πρόσθετες ύλες στις ζωοτροφές, [οι διατάξεις αυτές] διαφέρουν επί ουσιωδών αρχών» και, «εκ του γεγονότος αυτού, έχουν άμεση επίπτωση στη δημιουργία και λειτουργία της κοινής αγοράς και ως εκ τούτου πρέπει να εναρμονισθούν» (τέταρτη αιτιολογική σκέψη).
3. Ενόψει επομένως του σκοπού αυτού, η οδηγία δίνει καταρχάς στο άρθρο 2 τους ακόλουθους ορισμούς:
«[…]
δ) Πλήρεις ζωοτροφές: μείγματα ζωοτροφών, τα οποία, λόγω της συνθέσεώς τους, είναι επαρκή να καλύψουν το ημερήσιο σιτηρέσιο·
ε) Συμπληρωματικές ζωοτροφές: μείγματα ζωοτροφών που περιέχουν σε υψηλά ποσοστά ορισμένες ουσίες και τα οποία, λόγω της συνθέσεώς τους, εξασφαλίζουν στα ζώα το ημερήσιο σιτηρέσιο μόνο αν χορηγούνται σε συνδυασμό με άλλες ζωοτροφές·
[…]
η) Προμείγματα: τα μείγματα πρόσθετων υλών ή τα μείγματα μιας ή περισσοτέρων πρόσθετων υλών με ουσίες που αποτελούν έκδοχα, που προορίζονται για την παρασκευή ζωοτροφών.»
4. Για την παρούσα υπόθεση η κρίσιμη διάταξη της οδηγίας είναι το άρθρο 12, το οποίο υποδιαιρείται σε τρεις παραγράφους. Η παράγραφος 1 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι οι συμπληρωματικές ζωοτροφές δεν δύνανται να περιέχουν, λαμβανομένης υπόψη της προβλεπόμενης για τη χρησιμοποίησή τους αραιώσεως, πρόσθετες ύλες, που απαριθμούνται στην παρούσα οδηγία, ανώτερες εκείνων που καθορίζονται για τις πλήρεις ζωοτροφές.»
5. Η παράγραφος 2 προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι οι περιεκτικότητες των συμπληρωματικών ζωοτροφών σε αντιβιοτικά, κοκκιδιοστατικά και λοιπές φαρμακευτικές ουσίες, αντιοξειδωτικά, σε βιταμίνες D ή σε αυξητικούς παράγοντες, μπορούν να υπερβαίνουν τις καθοριζόμενες μέγιστες περιεκτικότητες για τις πλήρεις ζωοτροφές στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) αν πρόκειται για συμπληρωματικές ζωοτροφές τις οποίες έχει επιτρέψει ένα κράτος μέλος να τεθούν στη διάθεση όλων εκείνων που τις χρησιμοποιούν υπό την προϋπόθεση ότι η περιεκτικότητά τους σε […] βιταμίνες D […] δεν υπερβαίνει το πενταπλάσιο της καθοριζόμενης μέγιστης περιεκτικότητας·
β) αν πρόκειται για συμπληρωματικές ζωοτροφές που προορίζονται για ορισμένα είδη ζώων και τις οποίες ένα κράτος μέλος μπορεί να επιτρέψει να τεθούν, στην επικράτειά του, στη διάθεση όλων εκείνων που τις χρησιμοποιούν λόγω του ιδιάζοντος συστήματος διατροφής και υπό τον όρο ότι η περιεκτικότητά τους δεν υπερβαίνει:
– […]
– […]
– για τις βιταμίνες D, 200 000 διεθνείς μονάδες ανά kg (3).
Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι, αν στην παρασκευή συμπληρωματικών ζωοτροφών γίνεται χρήση της δυνατότητας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, δεν μπορεί συγχρόνως να γίνει χρήση της δυνατότητας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄.»
6. Η παράγραφος 3 ορίζει τα εξής:
«Σε περίπτωση προσφυγής στην παράγραφο 2 τα κράτη μέλη ορίζουν ότι η ζωοτροφή πρέπει να παρουσιάζει ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά σύστασης (π.χ. σε πρωτεΐνες ή σε ανόργανες ουσίες) που εξασφαλίζουν ότι ουσιαστικά αποκλείεται υπέρβαση των καθοριζόμενων περιεκτικοτήτων των πλήρων ζωοτροφών σε πρόσθετες ύλες ή μεταβολή του προορισμού της ζωοτροφής προς άλλα είδη ζώων.»
7. Επιβάλλεται επίσης να αναφερθεί το άρθρο 19 της οδηγίας, κατά το οποίο «τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε […] οι ζωοτροφές που ανταποκρίνονται στις διατάξεις της οδηγίας αυτής να υπόκεινται μόνο στους περιορισμούς εμπορίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.»
Β – Η γερμανική νομοθεσία
8. Η οδηγία μεταφέρθηκε στη γερμανική νομοθεσία με τον Futtermittelgesetz (νόμο για τις ζωοτροφές, στο εξής: FMG) και την Futtermittelverordnung (κανονιστική απόφαση για τις ζωοτροφές, στο εξής: FMV).
9. Το άρθρο 14 του FMG, όπως δημοσιεύθηκε στις 25 Αυγούστου 2000, απαγορεύει την εισαγωγή ζωοτροφών που δεν είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες στον σχετικό τομέα γερμανικές διατάξεις.
10. Από την άποψη αυτή ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 17a της FMV, όπως διαμορφώθηκε στις 23 Νοεμβρίου 2000. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού ορίζει ότι η περιεκτικότητα των σύνθετων ζωοτροφών σε πρόσθετες ύλες δεν μπορεί να υπερβαίνει τις ανώτατες τιμές που προβλέπουν οι σχετικοί κοινοτικοί κανονισμοί. Η ανώτατη αυτή τιμή είναι, όσον αφορά τη βιταμίνη D, 2 000 UI/kg.
11. Στη συνέχεια, η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού προβλέπει ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3, επιτρέπεται υπέρβαση των ανώτατων τιμών πρόσθετων υλών στις συμπληρωματικές ζωοτροφές, όταν, σε περίπτωση αναμίξεώς τους με άλλες ζωοτροφές σύμφωνα με τον προορισμό τους, τηρούνται οι ανώτατες τιμές για τις πρόσθετες ύλες. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι η εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας.
12. Η παράγραφος 3 προβλέπει πέντε παρεκκλίσεις από την παράγραφο 2. Στην προκειμένη υπόθεση ενδιαφέρον παρουσιάζουν η πρώτη και η πέμπτη παρέκκλιση.
13. Σύμφωνα με την πρώτη παρέκκλιση (πρώτο εδάφιο), η βιταμίνη D στις συμπληρωματικές ζωοτροφές για την πρόληψη της τυφλοηπατίτιδας ή της κοκκιδίασης μπορεί να φθάσει μέχρι το πενταπλάσιο των προβλεπόμενων τιμών. Με αυτή τη διάταξη μεταφέρεται στο γερμανικό δίκαιο το στοιχείο α΄ του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 12 της οδηγίας.
14. Σύμφωνα με την πέμπτη παρέκκλιση (δεύτερο εδάφιο, στοιχείο d), η βιταμίνη D στις συμπληρωματικές ζωοτροφές μπορεί να φθάσει 200 000 UI/kg για όλα τα είδη και όλες τις κατηγορίες ζώων, αν πρόκειται για τη συμπληρωματική χορήγηση βιταμινών για μικρό χρονικό διάστημα. Με αυτή τη διάταξη μεταφέρεται στο γερμανικό δίκαιο το στοιχείο β΄ του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 12 της οδηγίας.
III – Πραγματικά περιστατικά
15. Η γερμανική εταιρία Denkavit Futtermittel GmbH (στο εξής: Denkavit) παράγει στις Κάτω Χώρες, μέσω μιας εταιρίας του ίδιου ομίλου, το προϊόν «Denkavit Kern Ferkel 125» (στο εξής: επίμαχο προϊόν), το οποίο εισάγει στη συνέχεια στη Γερμανία η ίδια η Denkavit. Πρόκειται για συμπλήρωμα διατροφής των χοίρων, το οποίο περιέχει 16 000 UI/kg βιταμίνης D και χορηγείται μόνο κατόπιν αναμίξεώς του με απλές ζωοτροφές σε αναλογία 1 προς 7.
16. Καθόσον προκύπτει από τη διάταξη παραπομπής, το προϊόν αυτό είναι σύμφωνο με την εφαρμοστέα ολλανδική νομοθεσία. Ειδικότερα, σύμφωνα με την απάντηση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως σε συγκεκριμένη ερώτηση του Δικαστηρίου, η άδεια για το επίμαχο προϊόν στηρίζεται στην ολλανδική διάταξη με την οποία μεταφέρθηκε στο ολλανδικό δίκαιο το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας.
17. Αντίθετα, όπως συνάγεται από τη διάταξη παραπομπής, το επίμαχο προϊόν δεν είναι σύμφωνο με τη γερμανική ρύθμιση, και συγκεκριμένα με το άρθρο 17a, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της FMV. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ερμηνεία που της προσδίδουν τα γερμανικά δικαστήρια, ότι η τιμή της βιταμίνης D δεν μπορεί να υπερβαίνει το πενταπλάσιο της ανώτατης τιμής, που ισούται με 2 000 UI/kg, δηλαδή τις 10 000 UI/kg.
18. Βάσει της ανωτέρω νομοθεσίας, οι αρμόδιες γερμανικές αρχές (η Περιφερειακή Υπηρεσία Τροφίμων και Θήρας της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας) απαγόρευσαν στην Denkavit να εισαγάγει στη Γερμανία το επίμαχο προϊόν, λόγω ακριβώς της υπερβολικής του περιεκτικότητας σε βιταμίνη D. Οι αρχές αυτές εξέφρασαν την άποψη ότι, κατά το άρθρο 17a, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της FMV, οι συμπληρωματικές ζωοτροφές για χοίρους επιτρέπεται να περιέχουν 10 000 UI/kg βιταμίνης D κατ’ ανώτατο όριο. Το επίμαχο προϊόν περιέχει 16 000, δηλαδή 6 000 περισσότερο, και επομένως απαγορεύεται βάσει του FMG.
19. Κατόπιν αυτού, η Denkavit άσκησε το 1993 προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου (Verwaltungsgericht). Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι είχε το δικαίωμα, βάσει των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, να εισάγει στη Γερμανία και να εμπορεύεται στη χώρα αυτή το επίμαχο προϊόν, το οποίο περιέχει 16 000 UI/kg βιταμίνης D και προορίζεται να χρησιμοποιείται κατόπιν της αναμίξεώς του με άλλες ζωοτροφές σε αναλογία 1 προς 7.
20. Κατόπιν της απορρίψεως της προσφυγής από το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, η Denkavit άσκησε έφεση ενώπιον του Oberverwaltungsgericht Nordrhein-Westfalen, το οποίο δέχτηκε τα αιτήματα της προσφεύγουσας. Κατόπιν αυτού, το Land Nordrhein-Westfalen (ομόσπονδο κράτος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας) άσκησε αναίρεση ενώπιον του ανώτατου γερμανικού διοικητικού δικαστηρίου, του Bundesverwaltungsgericht.
21. Το τελευταίο αυτό δικαστήριο έκρινε ότι ορισμένες πλευρές του ζητήματος αφορούν το κοινοτικό δίκαιο, οπότε ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
«1) Πρέπει η εξέταση των εθνικών διατάξεων περί ζωοτροφών, οι οποίες απαγορεύουν την εισαγωγή ζωοτροφών που έχουν παρασκευαστεί νομίμως σε άλλο κράτος μέλος λόγω του ότι η περιεκτικότητά τους σε βιταμίνη D3 δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του κράτους εισαγωγής, να γίνεται απευθείας με γνώμονα τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ;
2) Έχει το άρθρο 19 της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ, περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων, την έννοια ότι επιτρέπει την επιβολή απαγορεύσεως της εισαγωγής συμπληρωματικής ζωοτροφής που έχει παρασκευαστεί νομίμως σε άλλο κράτος μέλος λόγω του ότι η περιεκτικότητά της σε βιταμίνη D3 υπερβαίνει την επιτρεπόμενη στο κράτος εισαγωγής;
3) Εξαρτάται η απάντηση στο ερώτημα 2 από το αν η διαφορά μεταξύ της ρυθμίσεως του κράτους μέλους παραγωγής και της ρυθμίσεως του κράτους μέλους εισαγωγής οφείλεται σε διαφορετική αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχει στον εθνικό νομοθέτη το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, της οδηγίας 70/524;»
IV – Η άποψή μου επί της υποθέσεως
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
22. Με τα προδικαστικά ερωτήματα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσία αν προσκρούουν στην οδηγία (δεύτερο και τρίτο ερώτημα) ή στα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ (πρώτο ερώτημα) τα μέτρα των κρατών μελών που απαγορεύουν την εμπορία συμπληρωματικής ζωοτροφής που διατίθεται στο εμπόριο, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας, εντός άλλου κράτους μέλους για τον λόγο ότι η περιεκτικότητά της σε βιταμίνη D υπερβαίνει την περιεκτικότητα που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
23. Στην πραγματικότητα όμως, όπως θα δούμε άλλωστε στη συνέχεια, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα καθίσταται αναγκαία μόνο αν αποκλειστεί το ενδεχόμενο να απαγορεύει η ίδια η οδηγία το επίμαχο γερμανικό μέτρο. Για να επιλυθεί όμως το ζήτημα αυτό, πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 12 της οδηγίας, το οποίο αποτελεί, άμεσα ή έμμεσα, το αντικείμενο των δύο άλλων ερωτημάτων. Επομένως, ενδείκνυται η αντιστροφή της σειράς εξετάσεως και άρα είναι σκόπιμο να εξεταστούν καταρχάς τα δύο αυτά ερωτήματα και στη συνέχεια μόνο, αν είναι απαραίτητο, το πρώτο.
Β – Επί του δεύτερου ερωτήματος
24. Με το ερώτημα αυτό, το ζήτημα της νομιμότητας της γερμανικής ρυθμίσεως τίθεται συγκεκριμένα σε σχέση με το άρθρο 19 της οδηγίας.
25. Όπως αναφέρθηκε ήδη, το άρθρο αυτό ορίζει ότι «οι ζωοτροφές που ανταποκρίνονται στις διατάξεις της οδηγίας αυτής […] υπόκεινται μόνο στους περιορισμούς εμπορίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία». Εν προκειμένω οι κρίσιμοι περιορισμοί είναι οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 12 της οδηγίας. Κατά συνέπεια, πρέπει να ερμηνευθεί η έκταση εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
26. Το εγχείρημα δεν είναι άλλωστε ευχερές, διότι η διατύπωση του άρθρου 12 δεν είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη, πράγμα που καθιστά την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως περίπλοκη, αφενός ως προς τις κατ’ ιδίαν παραγράφους της και αφετέρου και πρωτίστως ως προς τη σχέση μεταξύ των παραγράφων αυτών. Τα σημεία αυτά ακριβώς αφορούν οι διαφωνίες των ενδιαφερόμενων μερών, τα οποία προτείνουν διαμετρικά αντίθετες ερμηνείες.
27. Πριν όμως διατυπώσω την άποψή μου, πρέπει να εξετάσω αναλυτικότερα την έκταση εφαρμογής και το περιεχόμενο του άρθρου 12, καθώς και τη σχέση μεταξύ των παραγράφων του.
28. Αρχίζοντας με την παράγραφο 1, θα ήθελα να τονίσω καταρχάς ότι η παράγραφος αυτή, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με την επόμενη, χαρακτηρίζεται από επαρκή σαφήνεια και άλλωστε οι ενδιαφερόμενοι συμφωνούν ως προς τη σημασία της. Ουσιαστικά η διάταξη αυτή καθορίζει την επιτρεπόμενη ανώτατη τιμή των πρόσθετων υλών στις συμπληρωματικές ζωοτροφές, καθόσον προβλέπει ότι «οι συμπληρωματικές ζωοτροφές δεν δύνανται να περιέχουν, λαμβανομένης υπόψη της προβλεπόμενης για τη χρησιμοποίησή τους αραιώσεως, πρόσθετες ύλες […] ανώτερες εκείνων που καθορίζονται για τις πλήρεις ζωοτροφές». Η τιμή αυτή για τη βιταμίνη D είναι, όπως αναφέρθηκε ήδη, 2 000 UI/kg.
29. Τα ενδιαφερόμενα μέρη συμφωνούν επίσης ότι η τιμή που καθορίζεται με την υπό εξέταση παράγραφο αφορά τις αραιωμένες συμπληρωματικές ζωοτροφές. Τούτο προκύπτει σαφώς από τη φράση «λαμβανομένης υπόψη της προβλεπόμενης για τη χρησιμοποίησή τους αραιώσεως».
30. Συνεπώς η περιεκτικότητα των συμπληρωματικών ζωοτροφών σε βιταμίνη D πρέπει να είναι τέτοια ώστε, κατόπιν της αραιώσεως των ζωοτροφών αυτών με άλλες ζωοτροφές κατά τις προβλεπόμενες αναλογίες, η περιεκτικότητα της πλήρους ζωοτροφής να μην υπερβαίνει τις 2 000 UI/kg.
31. Επομένως, από την άποψη της παραγράφου 1 έχει κρίσιμη σημασία όχι η ίδια η περιεκτικότητα σε πρόσθετες ουσίες, αλλά η αναλογία για την αραίωση –τη σημασία της διακρίσεως αυτής θα δούμε αμέσως παρακάτω. Για παράδειγμα, ένα προϊόν σαν το επίμαχο εν προκειμένω, το οποίο περιέχει σε καθαρή κατάσταση (δηλαδή χωρίς να έχει αραιωθεί) 16 000 UI/kg και πρέπει στη συνέχεια να αναμιχθεί με άλλες ζωοτροφές σε αναλογία 1 προς 7, θα εμφανίζει μετά την αραίωση περιεκτικότητα σε βιταμίνη ίση με 2 000 UI/kg (4) και επομένως θα είναι σύμφωνο με το άρθρο 12, παράγραφος 1.
32. Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, ας εξετάσουμε την παράγραφο 2 του άρθρου 12, για την ερμηνεία της οποίας όμως τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν εκφράσει διαμετρικά αντίθετες απόψεις.
33. Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη «να ορίζουν ότι οι περιεκτικότητες των συμπληρωματικών ζωοτροφών […] σε βιταμίνες D […] μπορούν να υπερβαίνουν τις καθοριζόμενες μέγιστες περιεκτικότητες για τις πλήρεις ζωοτροφές […]».
34. Προς τούτο το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2, στοιχεία α΄ και β΄, παρέχει στα κράτη μέλη δύο δυνατότητες. Πρώτον (στοιχείο α΄), τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι οι τιμές βιταμίνης D στις συμπληρωματικές ζωοτροφές που είναι στη διάθεση όλων που εκείνων που τις χρησιμοποιούν μπορούν να υπερβαίνουν τις τιμές που προβλέπονται για τις πλήρεις ζωοτροφές (δηλαδή 2 000 UI/kg), υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπερβαίνουν το πενταπλάσιο της καθοριζόμενης μέγιστης τιμής (δηλαδή 2 000 x 5 = 10 000 UI/kg).
35. Δεύτερον (στοιχείο β΄), τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι οι συμπληρωματικές ζωοτροφές που προορίζονται για ορισμένα είδη ζώων και τις οποίες ένα κράτος μέλος μπορεί να επιτρέψει να τεθούν, στην επικράτειά του, στη διάθεση όλων εκείνων που τις χρησιμοποιούν λόγω του ιδιάζοντος συστήματος διατροφής μπορούν να έχουν περιεκτικότητα σε βιταμίνη D που να υπερβαίνει τα καθορισμένα όρια, υπό τον όρο ότι δεν θα υπερβαίνει τις 200 000 UI/kg (5).
36. Σχετικά με τη ρύθμιση αυτή τα ενδιαφερόμενα μέρη συμφωνούν μόνο ως προς το ότι η παράγραφος 2, αντίθετα με την παράγραφο 1, αφορά τις συμπληρωματικές ζωοτροφές σε καθαρή μορφή (δηλαδή χωρίς αραίωση). Συμφωνώ και εγώ. Πέρα δηλαδή από το γεγονός ότι στην παράγραφο 2 δεν περιλαμβάνεται η φράση «λαμβανομένης υπόψη της αραιώσεως», η οποία απαντά στην παράγραφο 1, είναι πασιφανές ότι οι τιμές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 (π.χ. 200 000 UI/kg) έχουν έννοια μόνο αν αφορούν τις συμπληρωματικές ζωοτροφές υπό καθαρή μορφή.
37. Κατά τα λοιπά τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως ανέφερα ήδη, διαφωνούν πλήρως, και ειδικότερα ως προς τη σχέση μεταξύ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 του ανωτέρω άρθρου.
38. Η Denkavit και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ένα προϊόν που έχει επιτραπεί από ένα κράτος μέλος βάσει της παραγράφου 1 δεν μπορεί να απαγορευθεί από άλλο κράτος μέλος βάσει της παραγράφου 2, διότι η παράγραφος αυτή δεν αποσκοπεί στον περιορισμό της κατηγορίας των εμπορεύσιμων συμπληρωματικών ζωοτροφών, αλλά στη διεύρυνσή της. Κατά συνέπεια, ένα προϊόν που έχει επιτραπεί από ένα κράτος μέλος βάσει της παραγράφου 1 μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα εντός της ενιαίας εσωτερικής αγοράς, τα δε άλλα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν την εμπορία του εντός της επικράτειάς τους βάσει της παραγράφου 2.
39. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει αντίθετα ότι η παράγραφος 2 παρέχει σε κάθε κράτος μέλος την ευχέρεια να παρεκκλίνει από την παράγραφο 1 και να προβλέπει αυστηρότερες προϋποθέσεις για την εμπορία ζωοτροφών που περιέχουν ορισμένες πρόσθετες ύλες. Κατά την άποψή της δηλαδή, η παράγραφος 2 συνιστά «ειδικό» κανόνα σε σχέση με την παράγραφο 1 και επομένως εφαρμόζεται κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 βάσει της αρχής «lex specialis derogat generali». Κατά συνέπεια, οι τιμές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ισχύουν ως περαιτέρω προϋποθέσεις, πέρα από τις τιμές που προβλέπει η παράγραφος 1, για την κυκλοφορία των εν λόγω ζωοτροφών.
40. Κατά τη γνώμη μου, η άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως είναι λιγότερο πειστική από την άποψη που υποστηρίζουν η Επιτροπή και η Denkavit και παρακάτω θα προσπαθήσω να εκθέσω τους διαφόρους λόγους για τους οποίους έχω καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό.
41. Πρώτον, από κανένα στοιχείο της παραγράφου 2 δεν συνάγεται ότι σκοπός της διατάξεως αυτής είναι η θέσπιση παρεκκλίσεως από τον γενικό κανόνα της παραγράφου 1. Θα μπορούσα μάλιστα να επισημάνω ότι η διάταξη αυτή δεν περιέχει, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές, την παρένθετη φράση «κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1», ενώ ο Γερμανός νομοθέτης αισθάνθηκε υποχρεωμένος να προσθέσει στη διάταξη για τη μεταφορά της παραγράφου 2 στο εσωτερικό δίκαιο δύο μάλιστα παρένθετες φράσεις, προκειμένου να καταστήσει σαφές ότι πρόκειται για παρέκκλιση από τη διάταξη περί μεταφοράς της παραγράφου 1, και μάλιστα για διάταξη που θέτει αυστηρότερες προϋποθέσεις (6).
42. Πέρα από αυτό όμως, το κρίσιμο κατ’ εμέ στοιχείο είναι ότι από την προσεκτική ανάγνωση του άρθρου 12 προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής των δύο πρώτων παραγράφων του άρθρου αυτού είναι διαφορετικό, διότι μόνο η παράγραφος 1 κάνει λόγο για τις συμπληρωματικές ζωοτροφές «λαμβανομένης υπόψη της προβλεπόμενης για τη χρησιμοποίησή τους αραιώσεως» (7), ενώ στην παράγραφο 2 δεν απαντά καμία παρόμοια αναφορά.
43. Με άλλα λόγια, ενώ η παράγραφος 1 έχει εφαρμογή στις συμπληρωματικές ζωοτροφές που περιέχουν οποιαδήποτε πρόσθετη ουσία για την οποία προβλέπεται κατά κανόνα η αραίωση, η παράγραφος 2 έχει εφαρμογή στις συμπληρωματικές ζωοτροφές που περιέχουν πρόσθετες ουσίες για τις οποίες δεν προβλέπεται αυτή η κατά κανόνα αραίωση.
44. Αυτό εξάλλου επιβεβαιώνεται και από την παράγραφο 3 του άρθρου 12, κατά την οποία «σε περίπτωση προσφυγής στην παράγραφο 2» τα εγγενή χαρακτηριστικά του προϊόντος και η σύνθεσή του πρέπει να εξασφαλίζουν ότι στην πλήρη ζωοτροφή θα αποκλείεται η υπέρβαση των ανώτατων τιμών. Είναι σαφές ότι η πρόνοια αυτή, που ενδέχεται να είναι περιττή ή τουλάχιστον υπερβολική στην περίπτωση των συμπληρωματικών ζωοτροφών για τις οποίες προβλέπεται ρητά ο κανόνας της αραιώσεως, ο οποίος εγγυάται καθαυτός την επίτευξη της ενδεδειγμένης συγκεντρώσεως, είναι αντίθετα αναγκαία οσάκις δεν προβλέπεται τέτοια αραίωση.
45. Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε μεταξύ των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12 δεν υπάρχει καμία σχέση γενικού κανόνα προς ειδικό ή έστω σχέση κανόνα προς εξαίρεση, για τον λόγο και μόνο ότι οι περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της μιας διαφέρουν από τις περιπτώσεις που αφορά η άλλη.
46. Θα πρέπει να προσθέσω ότι το συμπέρασμα αυτό συνάδει περισσότερο με τους σκοπούς της οδηγίας ως προς την ελευθέρωση και τον συντονισμό των αγορών, οι οποίοι παρατίθενται στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη της. Αν γινόταν δεκτή η λύση που προτείνει η Γερμανική Κυβέρνηση, ότι δηλαδή οι εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, μπορούν να επιβάλλουν επιπλέον προϋποθέσεις, πέρα από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1, ακόμη και για τα προϊόντα για τα οποία προβλέπεται αραίωση, θα διακυβευόταν σοβαρά η επίτευξη των σκοπών αυτών. Συγκεκριμένα, θα γινόταν τελικά δεκτό ότι κάθε εθνικός νομοθέτης μπορεί, χάρη στην ευρεία ευχέρεια που του παρέχει η παράγραφος 2, να προσθέτει στα ανώτατα όρια που προβλέπονται κατά την παράγραφο 1 πρόσθετα αυτοτελή ανώτατα όρια, διαφορετικά από αυτά που προβλέπουν τα άλλα κράτη μέλη. Τούτο θα ισοδυναμούσε με ματαίωση της δυνατότητας επιτεύξεως των σκοπών εναρμονίσεως που επιδιώκει συναφώς η οδηγία.
47. Για να αντικρούσει πάντως την ανωτέρω άποψη, η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει μια αντίρρηση που έχει σχέση με τη λογική του συστήματος. Κατά την κυβέρνηση αυτή, αν η παράγραφος 2 επέτρεπε στα κράτη μέλη να διευρύνουν και όχι να περιορίζουν την κατηγορία των προϊόντων που μπορούν να διατίθενται στην αγορά βάσει της παραγράφου 1 και αν οι παράγραφοι 1 και 2 μπορούσαν να εφαρμόζονται ταυτόχρονα, η παράγραφος 2 δεν θα είχε ουσιαστικά νόημα, αφού όλα τα προϊόντα που θα επιτρέπονταν βάσει της παραγράφου 2 θα επιτρέπονταν ήδη βάσει της παραγράφου 1.
48. Δεν μου φαίνεται όμως ότι η αντίρρηση αυτή έχει κρίσιμη σημασία. Όπως ανέφερα ήδη (βλ. τα σημεία 41 επ.), οι δύο αυτές διατάξεις έχουν διαφορετικό αντικείμενο και διαφορετικούς σκοπούς. Πράγματι, ενδέχεται να υπάρχουν ζωοτροφές που να επιτρέπονται βάσει της παραγράφου 2, αλλά να απαγορεύονται βάσει της παραγράφου 1. Ένα τέτοιο παράδειγμα θα ήταν μια τροφή με 9 000 UI/kg για την οποία δεν θα ίσχυε κανείς κανόνας αραιώσεως. Το προϊόν αυτό, αν ανταποκρινόταν στις προϋποθέσεις της παραγράφου 3, θα επιτρεπόταν βάσει της παραγράφου 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, χωρίς όμως να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1. Τούτο αποδεικνύει ότι η παράγραφος 2 έχει αυτοτελές κανονιστικό περιεχόμενο, ακόμη και αν γίνει δεκτή η ερμηνεία που προτείνουν η Επιτροπή και η Denkavit.
49. Τέλος, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ερμηνεία που δίνει στο άρθρο 12, παράγραφος 2, είναι η μόνη που μπορεί να διασφαλίσει την προστασία της δημόσιας υγείας, πράγμα που δικαιολογεί τους ενδεχόμενους περιορισμούς των αποτελεσμάτων της ελευθερώσεως που επιδιώκουν η Συνθήκη και η οδηγία. Η κυβέρνηση αυτή υποστηρίζει ότι, αν γινόταν δεκτή η ερμηνεία που προτείνουν η Επιτροπή και η Denkavit, οι εθνικές διατάξεις που θα εκδίδονταν βάσει της παραγράφου 2 θα μπορούσαν να καταστρατηγούνται εύκολα με την εμπορία προϊόντων που θα εμφάνιζαν μεν υψηλές τιμές, αλλά θα επιτρέπονταν εντούτοις βάσει της παραγράφου 1, εφόσον προβλεπόταν η αραίωσή τους σε πολύ υψηλές αναλογίες.
50. Συναφώς η Γερμανική Κυβέρνηση αναφέρει ως παράδειγμα την περίπτωση προϊόντος με περιεκτικότητα 1 000 000 UI/kg βιταμίνης D που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί κατόπιν αραιώσεως σε αναλογία 1 προς 499. Κατά την κυβέρνηση αυτή, το προϊόν αυτό, μολονότι θα ήταν σύμφωνο προς τον κανόνα της παραγράφου 1, θα ήταν ασυμβίβαστο με τις επιτακτικές ανάγκες προστασίας της δημόσιας υγείας, δεδομένου ότι ορισμένες πρόσθετες ύλες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες και επικίνδυνες. Η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι, όσο πιο μεγάλη η συγκέντρωση της πρόσθετης ύλης, τόσο πιο απρόβλεπτες οι συνέπειες μιας εσφαλμένης δοσολογίας.
51. Η αντίρρηση αυτή δεν είναι πάντως τελείως πειστική. Πρωτίστως και γενικώς ενδείκνυται η παρατήρηση ότι στην περίπτωση αυτή οι επιτακτικές ανάγκες προστασίας της δημόσιας υγείας θα επέβαλλαν περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και η επίκλησή τους θα έπρεπε επομένως, σύμφωνα με τα γνωστά ερμηνευτικά κριτήρια που έχουν παγιωθεί νομολογιακά, να εξετάζεται με μεγάλη επιφυλακτικότητα ως λόγος αποκλίσεως από θεμελιώδη αρχή της κοινής αγοράς. Τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι οι ανησυχίες της Γερμανικής Κυβερνήσεως έχουν πολύ γενικό χαρακτήρα σε σχέση με τους κινδύνους που προβάλλει.
52. Πέρα όμως από αυτά, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, αν ο σκοπός της παραγράφου 2 είναι η αποφυγή του κινδύνου που επικαλείται η κυβέρνηση αυτή, δεν καταλαβαίνω γιατί η εν λόγω διάταξη εκφράζει τον σκοπό αυτό μόνο σε σχέση με τα αντιβιοτικά, τη βιταμίνη D και τους αυξητικούς παράγοντες (βλ. παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας). Ούτε εξάλλου η Γερμανική Κυβέρνηση παρέχει καμία εξήγηση για την περιοριστική αυτή απαρίθμηση. Ακόμη όμως και αν γινόταν δεκτή η άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, δύσκολα θα γινόταν κατανοητό, όπως ορθά τόνισε το αιτούν δικαστήριο, πώς θα ήταν πιο επικίνδυνο να επιτραπεί η εμπορία ενός προϊόντος που περιέχει 16 000 UI/kg βιταμίνης, όταν η γερμανική νομοθεσία επιτρέπει ζωοτροφές που περιέχουν ακόμη και 200 000 UI/kg (βλ. το άρθρο 17a, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο d, της FMV, με το οποίο μεταφέρθηκε στη γερμανική νομοθεσία το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, της οδηγίας).
53. Εξάλλου, φρονώ ότι, όσον αφορά το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας, ο κανόνας της παραγράφου 1 και ο κανόνας της παραγράφου 2 του άρθρου 12 ουσιαστικά συγκλίνουν. Συγκεκριμένα, η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού προβλέπει ότι σε περίπτωση προσφυγής στην παράγραφο 2 η ζωοτροφή πρέπει να παρουσιάζει χαρακτηριστικά σύστασης που να εξασφαλίζουν ότι ουσιαστικά αποκλείεται υπέρβαση των καθοριζόμενων περιεκτικοτήτων των πλήρων ζωοτροφών σε πρόσθετες ύλες ή μεταβολή του προορισμού της ζωοτροφής προς άλλα είδη ζώων. Από αυτό συνάγεται ότι οι ζωοτροφές που επιτρέπονται βάσει της παραγράφου 2 πρέπει ουσιαστικά να καθιστούν φυσική την αραίωση πριν από τη χρησιμοποίησή τους (8).
54. Τούτο σημαίνει σε τελική ανάλυση ότι, όπως τονίζει η Επιτροπή, η τιμή της βιταμίνης D στην πλήρη ζωοτροφή, την οποία επιβάλλουν οι συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 12 δεν διαφέρει από την επιβαλλόμενη από την παράγραφο 1. Πρόκειται απλώς για δύο διαφορετικούς τρόπους (από τους οποίους ο ένας αφορά τη ζωοτροφή κατόπιν αραιώσεως και ο άλλος τη ζωοτροφή αυτούσια) για την επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος.
55. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα επιχειρήματα της Γερμανικής Κυβερνήσεως δεν ανασκευάζουν την άποψη της Denkavit και της Επιτροπής.
56. Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να δώσει στο δεύτερο ερώτημα την απάντηση ότι οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 12 και 19 της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 84/587/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Νοεμβρίου 1984, έχουν την έννοια ότι προσκρούουν στις διατάξεις αυτές τα μέτρα των κρατών μελών που απαγορεύουν την εμπορία εντός της επικράτειάς τους μιας συμπληρωματικής ζωοτροφής που έχει παραχθεί νομίμως σε άλλο κράτος μέλος, υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, λόγω της περιεκτικότητάς της σε βιταμίνη D.
Γ – Επί του τρίτου ερωτήματος
57. Με το τρίτο ερώτημα, το Bundesverwaltungsgericht θέτει το ζήτημα αν η εκτίμηση της νομιμότητας της απαγορεύσεως εμπορίας του επίμαχου προϊόντος μπορεί να εξαρτάται από τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο τα οικεία κράτη μέλη (δηλαδή η Γερμανία και οι Κάτω Χώρες) άσκησαν τη νομοθετική ευχέρεια που παρέχει το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, της οδηγίας. Με άλλα λόγια, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ένα προϊόν που διατίθεται στο εμπόριο σε ένα κράτος μέλος βάσει μέτρων εφαρμογής αυτής της διατάξεως της οδηγίας μπορεί να απαγορευθεί από άλλο κράτος μέλος που δεν έχει κάνει χρήση ή έχει κάνει διαφορετική χρήση της νομοθετικής ευχέρειας που παρέχει η διάταξη αυτή και έχει επομένως αποφασίσει να μην επιτρέψει το εν λόγω προϊόν.
58. Νομίζω πάντως ότι το ερώτημα αυτό έχει καθαρά υποθετικό χαρακτήρα, διότι θεωρεί δεδομένο ότι το επίμαχο προϊόν διατίθεται στο εμπόριο στις Κάτω Χώρες σύμφωνα με την ολλανδική ρύθμιση που έχει θεσπιστεί βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, της οδηγίας. Η ίδια η Ολλανδική Κυβέρνηση όμως δήλωσε, απαντώντας σε συγκεκριμένη ερώτηση του Δικαστηρίου, ότι το επίμαχο προϊόν διατίθεται στο εμπόριο στις Κάτω Χώρες κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 12, η δε δήλωση αυτή δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκε από κανένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη.
59. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ επομένως, όπως ανέφερα ήδη, ότι το ερώτημα αποκτά υποθετικό χαρακτήρα και καθίσταται αλυσιτελές για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, οπότε προτείνω στο Δικαστήριο να μη δώσει καμία απάντηση (9).
Δ – Επί του πρώτου ερωτήματος
60. Τέλος, πριν αρχίσω την εξέταση του πρώτου ερωτήματος, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το αιτούν δικαστήριο θέτει με το ερώτημα αυτό το ζήτημα αν οι εφαρμοστέες διατάξεις της FMV (και συγκεκριμένα το άρθρο 17a, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο), οι οποίες απαγορεύουν το επίμαχο προϊόν λόγω της περιεκτικότητάς του σε βιταμίνη D, πρέπει ν εξεταστούν από την άποψη των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
61. Συναφώς θα ήθελα καταρχάς να τονίσω ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, όταν μια οδηγία προβλέπει μερική εναρμόνιση, οι διατάξεις των κρατών μελών που περιορίζουν την εισαγωγή εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη πρέπει να εξετάζονται επίσης από την άποψη των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ (10).
62. Στην ουσία, επομένως, το ερώτημα αυτό έχει έννοια μόνο αν γίνει δεκτό ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί όπως προτείνει η Γερμανική Κυβέρνηση, δηλαδή ότι η διάταξη αυτή παρέχει σε κάθε κράτος μέλος την ευχέρεια να επιβάλλει, παρεκκλίνοντας από την παράγραφο 1, αυστηρότερες προϋποθέσεις για την εμπορία των ζωοτροφών που περιέχουν ορισμένες πρόσθετες ύλες.
63. Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε πράγματι να γίνει δεκτό ότι η εναρμόνιση στην οποία αποσκοπεί η οδηγία δεν είναι πλήρης και αφήνει συνεπώς περιθώρια ελιγμών στα κράτη μέλη. Θα ετίθετο τότε το ζήτημα αν οι ενδεχομένως αυστηρότερες προϋποθέσεις που προβλέπει μια εθνική νομοθεσία συμβιβάζονται με τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
64. Η ερμηνεία του άρθρου 12 που προτείνω οδηγεί όμως, όπως είδαμε παραπάνω, στο αντίθετο συμπέρασμα, και συγκεκριμένα στο συμπέρασμα ότι οι αυστηρότερες διατάξεις που είναι συγκρίσιμες με την επίμαχη εν προκειμένω είναι αντίθετες προς την οδηγία. Άρα είναι περιττό να εξακριβωθεί κατά πόσον η εν λόγω διάταξη αντιβαίνει επίσης στα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ και, επομένως, δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο υπό εξέταση ερώτημα.
65. Χάριν πληρότητας και μόνο, θα ήθελα να υπενθυμίσω, εν πάση περιπτώσει, ότι το άρθρο 28 ΕΚ απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών μεταξύ κρατών μελών και κάθε μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος, δηλαδή κάθε μέτρο που μπορεί να εμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (11). Είναι όμως προφανές ότι το άρθρο 17a, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της FMV εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 28 ΕΚ, διότι προβλέπει ορισμένες προϋποθέσεις που ισχύουν για τα εμπορεύματα που έχουν παραχθεί νομίμως σε άλλο κράτος μέλος και διατίθενται νομίμως στην αγορά του κράτους αυτού και επιβάλλει συνακόλουθα περιορισμούς στην κυκλοφορία τους (12).
66. Βέβαια το άρθρο 30 ΕΚ εξαιρεί τους περιορισμούς των εισαγωγών και τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος που δικαιολογούνται, μεταξύ άλλων, από λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων, εφόσον πάντως δεν αποτελούν ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Όπως όμως εξέθεσα παραπάνω, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε με πειστικότητα ότι το άρθρο 17a, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της FMV εξυπηρετεί επιτακτικές ανάγκες προστασίας της δημόσιας υγείας (βλ. ανωτέρω τα σημεία 51 επ.).
67. Επομένως, στην υπό κρίση περίπτωση, θα εναπέκειτο ενδεχομένως στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει βάσει των στοιχείων που διαθέτει κατά πόσον οι ανάγκες αυτές (ή κάποιες άλλες) μπορούν να προβληθούν ως δικαιολογητικός λόγος για τη διάταξη αυτή και να κρίνει, αν δώσει καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, κατά πόσον η εν λόγω διάταξη είναι δυσανάλογη ή δημιουργεί διακρίσεις.
68. Όπως όμως ανέφερα ήδη, δεν πιστεύω ότι εν προκειμένω είναι αναγκαία η εκτίμηση αυτή, διότι το ζήτημα έχει ήδη λυθεί, κατά τη γνώμη μου, με βάση την οδηγία.
V – Πρόταση
69. Καταλήγω επομένως να προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Bundesverwaltungsgericht ότι οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 12 και 19 της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1970, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 84/587/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Νοεμβρίου 1984, έχουν την έννοια ότι προσκρούουν στις διατάξεις αυτές τα μέτρα των κρατών μελών που απαγορεύουν την εμπορία εντός της επικράτειάς τους μιας συμπληρωματικής ζωοτροφής που έχει παραχθεί νομίμως σε άλλο κράτος μέλος, υπό την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, λόγω της περιεκτικότητάς της σε βιταμίνη D.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 60.
3 – Στο εξής: UI/kg.
4 – Δηλαδή: 16 000 : (1+7) = 2 000.
5 – Θα ήθελα εξάλλου να επισημάνω ότι το ιταλικό κείμενο («a condizione che la percentuale non superi») κάνει λόγο για ποσοστό, ενώ στις άλλες γλώσσες γίνεται λόγος για περιεκτικότητα:βλ. για παράδειγμα το γαλλικό κείμενο «à condition que leur teneur ne dépasse pas» ή το γερμανικό «wenn [...] der Gehalt folgende Werte nicht übersteigt» («υπό τον όρο ότι η περιεκτικότητά τους δεν υπερβαίνει») (οι υπογραμμίσεις δικές μου).
6 – Βλ. τη δεύτερη και την τρίτη παράγραφο του άρθρου 17a της FMV, όπου υπάρχουν οι φράσεις «με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3» και «κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2» αντίστοιχα.
7 – Η υπογράμμιση δική μου.
8 – Τέτοια είναι π.χ. η περίπτωση των ζωοτροφών που χορηγούνται στα ζώα μόνο κατόπιν αραιώσεως ή των ζωοτροφών που φέρνουν δίψα στα ζώα, εφόσον καταναλωθούν αυτούσιες.
9 – Σε σχέση με ανάλογη περίπτωση βλ. π.χ. τη διάταξη της 23ης Μαρτίου 1995, C‑458/93, Saddik (Συλλογή 1995, σ. I-511, σκέψεις 17 και 18).
10 – Βλ. τις αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 1985, 28/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1985, σ. 3097, σκέψη 25), της 14ης Ιουνίου 1988, 29/87, Dansk Denkavit (Συλλογή 1988, σ. 2965, σκέψη 19), και της 12ης Οκτωβρίου 2000, C‑3/99, Ruwet (Συλλογή 2000, σ. I-8749, σκέψη 42).
11 – Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5).
12 – Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral (απόφαση «Cassis de Dijon», Συλλογή τόμος 1979/I, σ. 321).
Full & Egal Universal Law Academy