ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 30ής Σεπτεμβρίου 2003 (1)
Υπόθεση C-147/02
K. Alabaster
κατά
Woolwich plc και Secretary of State for Social Security
[αίτηση του Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) (Ηνωμένο Βασίλειο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική πολιτική – Ισότητα αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων – Οδηγία 92/85/ΕΟΚ – Άδεια μητρότητας – Επίδομα μητρότητας υπολογιζόμενο βάσει του μισθού της εργαζομένης – Μισθολογική αύξηση που επήλθε πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας – Περιλαμβάνεται»
1. Η παρούσα υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει, ή ίσως να επανεξετάσει, τη νομολογία Gillespie (2). Η νομολογία αυτή αφορά την αρχή της ισότητας των αμοιβών ανδρών και γυναικών εργαζομένων, ειδικότερα δε, την αμοιβή των γυναικών εργαζομένων κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας.
2. Εν προκειμένω, το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) (Ηνωμένο Βασίλειο) (3) ερωτά αν το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) έχει την έννοια ότι εκ του νόμου προβλεπόμενο επίδομα μητρότητας, όταν αυτό υπολογίζεται βάσει του μέσου μισθού της εργαζομένης κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου, πρέπει να περιλαμβάνει και τις μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν μεν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, αλλά εκτός της περιόδου αναφοράς που προβλέπει η εθνική νομοθεσία.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
3. Το άρθρο 119 της Συνθήκης θέτει την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων (4), ειδικότερα, ορίζει ότι:
«Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “αμοιβή” νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.»
4. Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ (5) η αρχή της ισότητας των αμοιβών συνεπάγεται, για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία, την κατάργηση, για το σύνολο των στοιχείων και όρων αμοιβής, κάθε διακρίσεως βασιζόμενης στο φύλο.
5. Η οδηγία 76/207/ΕΟΚ (6) θέτει την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση και τους όρους εργασίας (7). Η αρχή αυτή συνεπάγεται την άρση οποιασδήποτε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση (8).
6. Το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207 ορίζει ότι η εν λόγω οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα.
7. Στις 19 Οκτωβρίου 1992, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως εξέδωσε την οδηγία 92/85/ΕΟΚ, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (9). Η οδηγία αυτή στηρίζεται στο άρθρο 118 Α της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) και έπρεπε να έχει μεταφερθεί στην εσωτερική νομοθεσία μέχρι τις 19 Οκτωβρίου 1994 (10).
8. Το άρθρο 8 της οδηγίας 92/85 αφορά την άδεια μητρότητας. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου οι εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2 να δικαιούνται άδεια μητρότητας διάρκειας 14 συναπτών εβδομάδων τουλάχιστον, που κατανέμονται πριν ή/και μετά τον τοκετό, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.
2. Η άδεια μητρότητας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεωτική άδεια μητρότητας δύο εβδομάδων τουλάχιστον, που κατανέμονται πριν ή/και μετά τον τοκετό, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.»
9. Το άρθρο 11 της οδηγίας 92/85 αφορά τα δικαιώματα που συνδέονται με τη σύμβαση εργασίας. Κατά την εν λόγω διάταξη:
«Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες εγκύους, κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας της, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπονται τα ακόλουθα:
[…]
2) στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 8, πρέπει να εξασφαλίζονται:
α) τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, εκτός από τα δικαιώματα που αναφέρονται στο κατωτέρω στοιχείο β΄·
β) η διατήρηση αμοιβής ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος στις εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2.
3) το επίδομα που αναφέρεται στο σημείο 2, στοιχείο β΄, κρίνεται κατάλληλο εφόσον εξασφαλίζει αμοιβή ισοδύναμη τουλάχιστον προς εκείνη που θα εισέπραττε η ενδιαφερόμενη εργαζομένη σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων της για λόγους συνδεδεμένους με την κατάσταση της υγείας της, εντός ενός ενδεχομένου ανωτάτου ορίου καθοριζομένου από τις εθνικές νομοθεσίες.»
Β – Η εθνική νομοθεσία
10. Οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας οι σχετικές με το κατά νόμον επίδομα μητρότητας περιλαμβάνονται στο μέρος XII του Social Security Contributions and Benefits Act 1992 (νόμου περί εισφορών και κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: νόμος).
11. Κατά το άρθρο 164 του νόμου, οι εργαζόμενες έχουν δικαίωμα να λάβουν το κατά νόμον επίδομα μητρότητας εφόσον κατά τη δέκατη τέταρτη εβδομάδα πριν από την εβδομάδα κατά την οποία προβλέπεται ο τοκετός, έχουν εργαστεί επί συνεχή περίοδο 26 εβδομάδων, τουλάχιστον, στον ίδιο εργοδότη, εφόσον ο κανονικός εβδομαδιαίος μισθός τους υπερβαίνει ένα ορισμένο όριο, εφόσον ενημέρωσαν δεόντως τον εργοδότη τους και εφόσον ο τοκετός προβλέπεται εντός προθεσμίας 11 εβδομάδων.
12. Κατά το άρθρο 165, παράγραφος 1, του νόμου, η περίοδος καταβολής του κατά νόμον επιδόματος μητρότητας ανέρχεται σε 18 εβδομάδες, κατ’ ανώτατο όριο.
13. Το άρθρο 166, παράγραφος 1, του νόμου προβλέπει δύο συντελεστές επιδόματος, τον «χαμηλό συντελεστή» και τον «υψηλό συντελεστή».
14. Κατά το άρθρο 166, παράγραφος 2, του νόμου, ο υψηλός συντελεστής ισούται είτε προς τα 9/10 του κανονικού μισθού της εργαζομένης κατά τη διάρκεια της περιόδου των οκτώ εβδομάδων που προηγήθηκαν της δέκατης τέταρτης εβδομάδας προ της προβλεπόμενης ημερομηνίας τοκετού, είτε προς τον χαμηλό συντελεστή, επιλεγομένου του υψηλότερου των δύο ποσών που προκύπτουν. Ο χαμηλός συντελεστής αντιστοιχεί προς ένα κατ’ αποκοπήν εβδομαδιαίο ποσό.
15. Κατά το άρθρο 166, παράγραφοι 1 έως 4, του νόμου, η εργαζόμενη που δικαιούται το κατά νόμον επίδομα μητρότητας με βάση τον υψηλό συντελεστή, λαμβάνει το επίδομα αυτό με βάση τον υψηλό συντελεστή επί έξι εβδομάδες, εκείνη δε που δικαιούται επίδομα με βάση τον χαμηλό συντελεστή επί δώδεκα εβδομάδες.
16. Το άρθρο 171, παράγραφος 4, του νόμου ορίζει ότι ο κανονικός μισθός της εργαζομένης είναι ο μέσος μισθός που της καταβλήθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου.
17. Οι Statutory Maternity Pay (General) Regulations 1986 (γενική κανονιστική απόφαση του 1986 περί του κατά νόμον επιδόματος μητρότητας), όπως τροποποιήθηκαν από 12ης Ιουνίου 1996 με το Statutory Instrument αριθ. 1335 του 1996 (στο εξής: κανονιστική απόφαση), διευκρινίζουν ορισμένες προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου όσον αφορά το κατά νόμον επίδομα μητρότητας.
18. Το άρθρο 21, παράγραφος 2, της κανονιστικής αποφάσεως ορίζει ότι «κρίσιμη ημερομηνία» είναι είτε η πρώτη ημέρα της δέκατης τέταρτης εβδομάδας πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού, είτε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία έλαβε χώρα ο τοκετός, επιλεγομένης της πλέον παρελθούσας ημερομηνίας.
19. Το άρθρο 21, παράγραφος 3, της κανονιστικής αποφάσεως ορίζει ότι η κρίσιμη για την εφαρμογή του άρθρου 171, παράγραφος 4, του νόμου περίοδος είναι η περίοδος μεταξύ:
«a) της ημερομηνίας της τελευταίας κανονικής καταβολής της αμοιβής πριν από την κρίσιμη ημερομηνία· και
b) της ημερομηνίας της τελευταίας κανονικής καταβολής της αμοιβής που προηγείται τουλάχιστον κατά 8 εβδομάδες της ημερομηνίας κανονικής καταβολής της αμοιβής κατά τα οριζόμενα στο στοιχείο a, περιλαμβανομένης της κατά το στοιχείο a ημερομηνίας, αλλ’ αποκλειομένης της κατά το στοιχείο b πρώτης ημερομηνίας.»
20. Το άρθρο 21, παράγραφος 7, του κανονισμού, το οποίο προστέθηκε με τον Statutory Instrument 1335 του 1996 προκειμένου να γίνει προσαρμογή προ την απόφαση Gillespie. Κατά το άρθρο αυτό:
«Εν πάση περιπτώσει, σε περίπτωση χορηγήσεως στη γυναίκα εργαζόμενη αναδρομικής μισθολογικής αυξήσεως, εκ της οποίας προκύπτει ποσό που αφορά την κρίσιμη περίοδο, ο κανονικός μισθός υπολογίζεται λαμβανομένου υπόψη αυτού του ποσού, ως εάν είχε καταβληθεί κατά την κρίσιμη περίοδο, έστω και αν καταβλήθηκε μεταγενέστερα.»
II – Η διαφορά της κύριας δίκης
21. Η Michelle K. Alabaster εργάστηκε ως υπάλληλος της εταιρίας Woolwich plc (στο εξής: Woolwich) από τις 7 Δεκεμβρίου 1987 έως τις 23 Αυγούστου 1996.
22. Τον Μάιο του 1995 έμεινε έγκυος.
23. Της χορηγήθηκε άδεια μητρότητας από τις 8 Ιανουαρίου 1996. Η προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού ήταν η 11 Φεβρουαρίου 1996, τελικώς, όμως, ο τοκετός έλαβε χώρα στις 2 Φεβρουαρίου 1996.
24. Η M. Alabaster εισέπραξε το κατά νόμον επίδομα μητρότητας αρχής γενομένης από την εβδομάδα της 8ης Ιανουαρίου 1996. Το επίδομα αυτό της καταβλήθηκε με βάση τον υψηλό συντελεστή, όχι μόνον κατά την εκ του νόμου προβλεπόμενη περίοδο των έξι εβδομάδων, αλλά επίσης, κατ’ εφαρμογήν της συμβάσεώς της εργασίας, κατά τη διάρκεια τεσσάρων συμπληρωματικών εβδομάδων. Στη συνέχεια, εισέπραξε το επίδομα αυτό με βάση τον χαμηλό συντελεστή κατά τη διάρκεια οκτώ εβδομάδων.
25. Στις 12 Δεκεμβρίου 1995 η M. Alabaster έλαβε μισθολογική αύξηση αναδρομικώς από 1ης Δεκεμβρίου 1995. Η αύξηση αυτή, όμως, δεν ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό του κατά νόμον επιδόματος μητρότητας επειδή η αύξηση αυτή επήλθε μετά την κρίσιμη για τον υπολογισμό του κανονικού μισθού περίοδο.
26. Πράγματι, κατά το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού, στην περίπτωση της M. Alabaster, η κρίσιμη περίοδος για τον υπολογισμό του κανονικού μισθού άρχισε την 1η Σεπτεμβρίου 1995 και έληξε την 31η Οκτωβρίου 1995.
27. Το άρθρο 21, παράγραφος 7, της κανονιστικής αποφάσεως δεν είχε εφαρμογή, καθόσον τέθηκε σε ισχύ στις 12 Ιουνίου 1996. Εν πάση περιπτώσει, η διάταξη αυτή δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωση της M. Alabaster, καθόσον η αναδρομική μισθολογική της αύξηση δεν κάλυπτε την κρίσιμη περίοδο.
28. Στις 21 Ιανουαρίου 1997, η M. Alabaster άσκησε αγωγή κατά της Woolwich ενώπιον του Employment Tribunal ισχυριζόμενη ότι η παράλειψη συνυπολογισμού της μισθολογικής της αυξήσεως κατά τον καθορισμό του ποσού του κατά νόμον επιδόματος μητρότητας που της καταβλήθηκε συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω φύλου ερχόμενη σε αντίθεση, μεταξύ άλλων, προς το άρθρο 119 της Συνθήκης.
29. Με διάταξή του της 30ής Μαΐου 1997 το Employment Tribunal προσεπικάλεσε στη δίκη τον Secretary of State for Social Security.
30. Με απόφαση της 10ης Μαρτίου 1999, το Employment Tribunal αποφάνθηκε, στηριζόμενο στην προαναφερθείσα απόφαση Gillespie, ότι η παράλειψη λήψεως υπόψη της μισθολογικής αυξήσεως της M. Alabaster κατά τον καθορισμό του ποσού του κατά νόμον επιδόματος μητρότητας αντιβαίνει προς το άρθρο 119 της Συνθήκης.
31. Η Woolwich και ο Secretary of State for Social Security προσέφυγαν, ως προς το ζήτημα αυτό, ενώπιον του Employment Appeal Tribunal (Ηνωμένο Βασίλειο), προσφυγή η οποία απορρίφθηκε στις 7 Απριλίου 2000, με βάση και πάλι την απόφαση Gillespie.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
32. Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης άσκησαν, κατόπιν αυτού, έφεση ενώπιον του Court of Appeal, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία προδικαστικά ερωτήματα:
«Στην περίπτωση που:
α) το ανάλογο των αποδοχών στοιχείο του νομίμου επιδόματος μητρότητας μιας γυναίκας υπολογίζεται με βάση τις κανονικές εβδομαδιαίες αποδοχές της επί περίοδο οκτώ εβδομάδων που λήγει τη δέκατη πέμπτη εβδομάδα πριν από την προβλεπόμενη εβδομάδα τοκετού (περίοδο αναφοράς), και
β) ο εργοδότης χορηγεί αύξηση μισθού που δεν ανατρέχει αναδρομικά στην περίοδο αναφοράς, σε κάποιο χρονικό σημείο μετά το τέλος της περιόδου αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του αναλόγου των κερδών στοιχείου του νομίμου επιδόματος μητρότητας της γυναίκας και πριν το τέλος της άδειας μητρότητας:
1) Έχουν το άρθρο 141 της Συνθήκης ΕΚ και η απόφαση Gillespie την έννοια ότι η γυναίκα μπορεί να αξιώσει να ληφθεί υπόψη η εν λόγω αύξηση για τον υπολογισμό ή τον εκ νέου υπολογισμό του αναλόγου των αποδοχών στοιχείου του νομίμου επιδόματος μητρότητας που λαμβάνει;
2) Επηρεάζεται η απάντηση στο πρώτο ερώτημα από το αν η αύξηση μισθού αρχίζει να ισχύει: i) πριν από την έναρξη της άδειας μητρότητας της γυναίκας, ii) πριν από το τέλος της περιόδου του αναλόγου των αποδοχών τμήματος του επιδόματος μητρότητας που λαμβάνει, ή iii) κάποια άλλη ημερομηνία και ενδεχομένως ποια;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
i) Πώς πρέπει να ληφθεί υπόψη η αύξηση μισθού για τον υπολογισμό ή τον νέο υπολογισμό των κανονικών εβδομαδιαίων αποδοχών κατά την περίοδο αναφοράς;
ii) Πρέπει να μεταβληθεί η περίοδος αναφοράς;
iii) Ασκούν ενδεχομένως επιρροή άλλοι παράγοντες που εμφανίζονται εντός της περιόδου την οποία αφορά η αύξηση μισθού, όπως ο αριθμός των ωρών επιτελεσθείσας εργασίας και ο λόγος της αυξήσεως του μισθού;
iv) Έχει αυτό ως συνέπεια ότι οσάκις πρόκειται για μείωση του μισθού μετά τη λήξη της περιόδου αναφοράς αλλά πριν τη λήξη της άδειας μητρότητας της γυναίκας, το νόμιμο επίδομα μητρότητας που λαμβάνει αυτή πρέπει να υπολογιστεί ή να υπολογιστεί εκ νέου ώστε να λάβει υπόψη τη μείωση του μισθού και αν πρέπει κατά ποιο τρόπο;»
IV – Επί του πρώτου ερωτήματος
33. Το πρώτο ερώτημα αφορά την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης και της αποφάσεως Gillespie.
34. Το Court of Appeal ερωτά, ενόψει αυτών των στοιχείων, αν εκ του νόμου προβλεπόμενο επίδομα μητρότητας, το οποίο υπολογίζεται βάσει του μέσου μισθού της εργαζομένης κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου, πρέπει να περιλαμβάνει τις μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, αλλά εκτός της περιόδου αναφοράς που προβλέπει η εθνική νομοθεσία.
35. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από την ερμηνεία της αποφάσεως Gillespie. Αρχικώς, λοιπόν, θα εξετάσω τη σημασία αυτής της αποφάσεως (κατωτέρω, σημείο Α). Εντούτοις, θα αναλύσω και τις δυσκολίες που θέτει η απόφαση Gillespie (κατωτέρω, σημείο Β) καθώς και την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου (κατωτέρω, σημείο Γ). Το ερώτημα που ανακύπτει εκ των δύο αυτών στοιχείων είναι αν το δικαίωμα της εργαζομένης να περιληφθεί η μισθολογική της αύξηση στο επίδομα μητρότητας που δικαιούται απορρέει, μάλλον, από την οδηγία 92/85 παρά από την αρχή της ισότητας μεταχειρίσεως (κατωτέρω, σημείο Δ).
Α – Επί της σημασίας της αποφάσεως Gillespie
36. Στην υπόθεση Gillespie, τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς ήταν παρεμφερή προς αυτά της παρούσας υπόθεσης.
37. Η Gillespie και δεκαέξι άλλες εργαζόμενες είχαν λάβει άδεια μητρότητας κατά το έτος 1988. Τον Νοέμβριο του 1988 έλαβαν μισθολογικές αυξήσεις αναδρομικώς από 1ης Απριλίου 1988. Οι αυξήσεις αυτές, όμως, δεν περιελήφθησαν στο επίδομα μητρότητας, λόγω του τρόπου υπολογισμού που προέβλεπαν οι σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας.
38. Το Court of Appeal in Northern Ireland, το οποίο επελήφθη της διαφοράς, υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα. Ουσιαστικώς, ερωτούσε αν η αρχή της ισότητας των αμοιβών επιβάλλει τη διατήρηση της πλήρους αμοιβής των εναγουσών κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας ή αν, ενδεχομένως, θα έπρεπε να επωφεληθούν της μισθολογικής αυξήσεως που επήλθε πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας.
39. Το Δικαστήριο απάντησε στα ερωτήματα αυτά ως ακολούθως:
«12 Από τον ορισμό του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 119 προκύπτει ότι η έννοια της αμοιβής που χρησιμοποιείται στις προαναφερθείσες διατάξεις περιλαμβάνει όλα τα οφέλη που καταβάλλονται άμεσα ή έμμεσα από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του. Η νομική φύση των εν λόγω οφελών δεν ενδιαφέρει για την εφαρμογή του άρθρου 119 εφόσον τα οφέλη αυτά παρέχονται λόγω της εργασίας […].
13 Στα ιδιαίτερα οφέλη της αμοιβής περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα οφέλη που καταβάλλει ο εργοδότης δυνάμει νομοθετικών διατάξεων και που λόγω της υπάρξεως έμμισθης εργασιακής σχέσεως έχουν ως αντικείμενο να εξασφαλίζουν μια πηγή εισοδημάτων για τους εργαζόμενους, ακόμη και αν αυτοί δεν ασκούν, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προβλέπει ο νομοθέτης, καμία δραστηριότητα προβλεπόμενη από τη σύμβαση εργασίας […].
14 Στηριζομένη επί της εργασιακής σχέσεως, η παροχή την οποία καταβάλλει ο εργοδότης, δυνάμει νομοθετικών διατάξεων ή λόγω συλλογικών συμβάσεων, σε γυναίκα εργαζόμενη κατά την άδεια μητρότητας αποτελεί, κατά συνέπεια, αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 75/117.
15 Συνεπώς, το άρθρο 119 της Συνθήκης και το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117 αντιτίθενται σε κανονιστική ρύθμιση η οποία επιτρέπει την καταβολή διαφορετικής αμοιβής στους εργαζομένους άνδρες και στις εργαζόμενες γυναίκες ενώ εκτελούν την ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας.
16 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, δυσμενής διάκριση συνίσταται στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων σε παρεμφερείς καταστάσεις ή στην εφαρμογή του ίδιου κανόνα σε διαφορετικές καταστάσεις […].
17 Εν προκειμένω, οι γυναίκες που τυγχάνουν αδείας μητρότητας την οποία προβλέπει η εθνική νομοθεσία τελούν σε ιδιάζουσα κατάσταση επιβάλλουσα την παροχή σ’ αυτές ειδικής προστασίας, η οποία δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί ούτε με αυτήν του άνδρα ούτε με αυτή της γυναίκας που όντως βρίσκεται.
18 Στο ερώτημα αν το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει την υποχρέωση διατηρήσεως της πλήρους αμοιβής των γυναικών εργαζομένων κατά την άδεια μητρότητας ή επιβάλλει συγκεκριμένα κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της παροχής που οφείλεται κατά την άδεια μητρότητας, υπενθυμίζεται […] ότι η οδηγία 92/85 […] προβλέπει διάφορα μέτρα για την προστασία, μεταξύ άλλων, της ασφάλειας και της υγείας της εργαζόμενης, ειδικά, πριν και μετά τον τοκετό. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται, ιδίως όσον αφορά τα δικαιώματα που συνδέονται με τη σύμβαση εργασίας, […] και η διατήρηση της αμοιβής και/ή του ευεργετήματος μιας προσήκουσας παροχής […].
19 Παρ’ όλ’ αυτά, επειδή η οδηγία αυτή δεν είχε εφαρμογή ratione temporis στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, εναπέκειτο στον εθνικό νομοθέτη να καθορίσει το ύψος της καταβαλλομένης κατά την άδεια μητρότητας παροχής […].
20 Λαμβανομένης υπόψη της δυνατότητας αυτής, συνάγεται ότι, κατά τον χρόνο των περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, ούτε το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117 επέβαλλαν τη διατήρηση της πλήρους αμοιβής των γυναικών εργαζομένων κατά την άδεια μητρότητας. Οι διατάξεις αυτές δεν έθεταν περαιτέρω συγκεκριμένα κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των οφειλομένων κατά την περίοδο αυτή παροχών. […]
21 Όσον αφορά το αν σε γυναίκα εργαζομένη που τελεί σε άδεια μητρότητας πρέπει να χορηγηθεί η αύξηση μισθού η οποία επέρχεται πριν ή κατά την περίοδο αυτή, στο ερώτημα αυτό προσήκει καταφατική απάντηση.
22 Εφόσον η καταβληθείσα κατά την άδεια μητρότητας παροχή αντιστοιχεί σε εβδομαδιαίο μισθό ο οποίος υπολογίζεται βάσει του μέσου μισθού που έλαβε η γυναίκα εργαζομένη σε δεδομένη στιγμή όταν όντως βρισκόταν στη θέση εργασίας της και ο οποίος της καταβλήθηκε αδιαλείπτως κάθε εβδομάδα όπως σε κάθε άλλο εργαζόμενο, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων απαιτεί η γυναίκα εργαζόμενη, η οποία εξακολουθεί να συνδέεται με τον εργοδότη της διά της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσεως κατά την άδεια μητρότητας, απολαύει, ακόμη και αναδρομικά, της αυξήσεως του πλήρους μισθού που επήλθε μεταξύ της ενάρξεως της περιόδου που καλύπτεται από τον μισθό αναφοράς και του τέλους της αδείας μητρότητας όπως κάθε άλλος εργαζόμενος. Πράγματι, ο αποκλεισμός της γυναίκας εργαζομένης από την αύξηση αυτή κατά την άδεια μητρότητας συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος της λόγω της ιδιότητάς της ως εργαζομένης καθόσον, εάν δεν ήταν έγκυος, η γυναίκα θα είχε λάβει την αύξηση του μισθού.
[…]»
40. Το Δικαστήριο, δηλαδή, αποφάνθηκε ότι η αρχή της ισότητας των αμοιβών, που διατυπώνεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης, δεν επιβάλλει την υποχρέωση διατηρήσεως της πλήρους αμοιβής των γυναικών εργαζομένων κατά την άδεια εγκυμοσύνης ούτε καθορίζει συγκεκριμένα κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους του επιδόματος μητρότητας των γυναικών εργαζομένων. Αντιθέτως, αποφάνθηκε ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη για το επίδομα μητρότητας οι μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν μεταξύ της ενάρξεως της κρίσιμης περιόδου και του τέλους της άδειας μητρότητας.
41. Εν προκειμένω, οι μετέχοντες στη διαδικασία διαφωνούν ως προς τη σημασία της αποφάσεως Gillespie.
42. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, η απόφαση αυτή πρέπει να περιοριστεί στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, δηλαδή στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η μισθολογική αύξηση καλύπτει αναδρομικώς την κρίσιμη περίοδο.
43. Πράγματι, το Ηνωμένο Βασίλειο υπογραμμίζει ότι, στην υπόθεση Gillespie, οι μισθολογικές αυξήσεις, ασχέτως αν η σχετική απόφαση ελήφθη πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας των προσφευγουσών, κάλυπτε αναδρομικώς την κρίσιμη περίοδο. Επομένως, στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο διαπίστωσε απλώς ότι μια τέτοιου είδους μισθολογική αύξηση πρέπει να περιληφθεί στο ποσό του επιδόματος μητρότητας. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν διατύπωσε την αρχή ότι οποιαδήποτε μισθολογική αύξηση, επελθούσα πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, πέραν όμως της κρίσιμης περιόδου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο του επιδόματος μητρότητας. Το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί ότι, αν ερμηνευθεί υπ’ αυτή την έννοια η απόφαση Gillespie, θα δημιουργούσε σημαντική ανασφάλεια δικαίου και πολλά πρακτικά προβλήματα.
44. Η M. Alabaster δεν συμφωνεί με την ερμηνεία αυτή της αποφάσεως Gillespie. Παρατηρεί ότι από κανένα στοιχείο αυτής της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι οι μισθολογικές αυξήσεις κάλυπταν αναδρομικώς την κρίσιμη περίοδο. Εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζει ότι το γράμμα της αποφάσεως Gillespie είναι σαφές: η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε μισθολογική αύξηση επήλθε πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, έστω και αν η αύξηση αυτή δεν καλύπτει την κρίσιμη περίοδο. Η M. Alabaster προσθέτει ότι οι πρακτικής φύσεως δυσχέρειες που επικαλέστηκε το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα αυτό.
45. Η Επιτροπή συμφωνεί προς την ανάλυση της M. Alabaster. Διευκρινίζει ότι, αν ένα κράτος μέλος επιλέξει σύστημα κατά το οποίο το επίδομα μητρότητας στηρίζεται στον μισθό της εργαζομένης, το σύστημα αυτό πρέπει να είναι σύμφωνο προς το άρθρο 119 της Συνθήκης. Τούτο συνεπάγεται, κατά την απόφαση Gillespie, ότι το επίδομα μητρότητας πρέπει να περιλαμβάνει τις μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας της εργαζομένης.
46. Η δική μου άποψη είναι ότι η απόφαση Gillespie είναι σαφής. Πιστεύω ότι με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο διατύπωσε την αρχή κατά την οποία ένα κατά νόμον επίδομα μητρότητας, όταν αυτό υπολογίζεται βάσει του μισθού που εισέπραξε η εργαζόμενη κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου, πρέπει να περιλαμβάνει όλες τις μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν μεταξύ της ενάρξεως της κρίσιμης περιόδου και του τέλους της άδειας μητρότητας.
47. Πράγματι, όπως υπογράμμισε η M. Alabaster, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι στην υπόθεση Gillespie οι μισθολογικές αυξήσεις κάλυπταν αναδρομικώς την κρίσιμη περίοδο.
48. Η απόφαση Gillespie περιορίζεται να υπογραμμίσει ότι «κατά τη διάρκεια του 1988, στις εκκαλούσες της κύριας δίκης χορηγήθηκε άδεια μητρότητας» (11) και ότι «τον Νοέμβριο του 1998, οι διαπραγματεύσεις […] κατέληξαν σε αναδρομικές αυξήσεις μισθών που ίσχυσαν από την 1η Απριλίου1988» (12), καθώς και ότι «η αύξηση αυτή δεν χορηγήθηκε στις εκκαλούσες της κύριας δίκης» (13).
49. Επιπροσθέτως, από ορισμένα στοιχεία της αποφάσεως Gillespie θα μπορούσε να συναχθεί ότι οι επίμαχες μισθολογικές αυξήσεις ίσχυαν αναδρομικώς από μιας ημερομηνίας κείμενης εκτός της κρίσιμης περιόδου.
50. Πράγματι, στη σκέψη 6 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι μισθολογικές αυξήσεις των προσφευγουσών δεν περιελήφθησαν στο επίδομα μητρότητας για τους εξής λόγους:
«[..] από την απόφαση του Industrial Tribunal, στην οποία αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα, προκύπτει ότι η καταβλητέα κατά την άδεια μητρότητας παροχή σε χρήμα καθορίζεται βάσει του μέσου εβδομαδιαίου μισθού υπολογιζομένου [….] από τους δύο τελευταίους μισθούς (στο εξής: μισθοί αναφοράς) που έλαβαν οι ενδιαφερόμενες για τους δύο μήνες που προηγούνται της εβδομάδας αναφοράς. Η εβδομάδα αυτή καθορίζεται ως η δέκατη πέμπτη εβδομάδα πριν από την έναρξη της προβλεπόμενης εβδομάδας τοκετού. Καμιά αύξηση των μισθών αναφοράς δεν προβλεπόταν σε περίπτωση μετέπειτα μισθολογικής αυξήσεως» (14).
51. Από την τελευταία αυτή φράση διαφαίνεται ότι μάλλον ο λόγος για τον οποίο οι προσφεύγουσες δεν έλαβαν τη μισθολογική αύξηση είναι ότι αυτή επήλθε εκτός της περιόδου αναφοράς της καθοριζομένης βάσει της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας.
52. Επομένως, δεν αποδείχθηκε, κατά την άποψή μου, ότι οι μισθολογικές αυξήσεις των προσφευγουσών της υποθέσεως Gillespie κάλυπταν αναδρομικώς την κρίσιμη περίοδο.
53. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί, με βάση το γράμμα της αποφάσεως Gillespie, να περιοριστεί η εκτίμηση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή και μόνον.
54. Πράγματι, οι σκέψεις 21 και 22 της αποφάσεως Gillespie έχουν συνταχθεί κατά τρόπο σαφή και γενικό. Στη σκέψη 21 τονίζεται ότι «όσον αφορά το αν σε γυναίκα εργαζομένη που τελεί σε άδεια μητρότητας πρέπει να χορηγηθεί η αύξηση μισθού η οποία επέρχεται πριν ή κατά την περίοδο αυτή, στο ερώτημα αυτό προσήκει καταφατική απάντηση». Ομοίως, στη σκέψη 22 υπογραμμίζει ότι «η γυναίκα εργαζόμενη […] απολαύει [..] της αυξήσεως του μισθού που επήλθε μεταξύ της ενάρξεως της περιόδου που καλύπτεται από τον μισθό αναφοράς και του τέλους της αδείας μητρότητας [..]». Τέλος, στο διατακτικό της αποφάσεως Gillespie τονίζεται, κατά τρόπο σαφή και γενικό, ότι:
«[…] στο μέτρο που ο υπολογισμός των παροχών αυτών [μητρότητας] στηρίζεται σε μισθό ο οποίος καταβλήθηκε στην γυναίκα εργαζόμενη πριν από την έναρξη της αδείας μητρότητας, το ύψος των παροχών αυτών θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει, από την έναρξη της ισχύος τους, τις αυξήσεις μισθού οι οποίες επήλθαν μεταξύ της ενάρξεως της περιόδου που καλύπτεται από τους μισθούς αναφοράς και του τέλους της αδείας μητρότητας.»
55. Επομένως, από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι η αρχή που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Gillespie πρέπει να περιοριστεί σε εκείνες μόνον τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μισθολογική αύξηση κάλυπτε αναδρομικώς την κρίσιμη περίοδο.
56. Βάσει των ανωτέρω, πρέπει, κατά συνέπεια, να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Το Δικαστήριο μπορεί να υπογραμμίσει ότι, δυνάμει της αποφάσεως Gillespie, ένα εκ του νόμου επίδομα μητρότητας, το οποίο υπολογίζεται βάσει του μέσου μισθού που έλαβε η εργαζομένη κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου, πρέπει να περιλαμβάνει τις μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, αλλά εκτός της κρίσιμης περιόδου που προβλέπει η εθνική νομοθεσία.
57. Εντούτοις, συμφωνώ με το Ηνωμένο Βασίλειο ότι η απόφαση Gillespie δημιουργεί ορισμένες δυσχέρειες. Ενόψει αυτών των δυσχερειών και της εξελίξεως της νομολογίας, προτείνω στο Δικαστήριο να μην επιβεβαιώσει την απόφαση Gillespie. Πράγματι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το δικαίωμα της εργαζομένης να επωφεληθεί της μισθολογικής της αυξήσεως στηρίζεται στην οδηγία 92/85.
Β – Επί των δυσχερειών που δημιουργεί η απόφαση Gillespie
58. Δεν αμφισβητείται ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει να μην υφίσταται η εργαζομένη οποιαδήποτε δυσμενή μεταχείριση λόγω της εγκυμοσύνης της ή της άδειας μητρότητας (15). Τούτο σημαίνει ότι η εργαζομένη η οποία εξακολουθεί να συνδέεται με τον εργοδότη της διά συμβάσεως εργασίας κατά την άδεια μητρότητας, πρέπει να εξακολουθεί να επωφελείται του συνόλου των όρων εργασίας που ισχύουν τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες εργαζομένους (16).
59. Στην απόφαση Gillespie (17), το Δικαστήριο συνήγαγε από την αρχή αυτή το συμπέρασμα ότι γυναίκα ευρισκόμενη σε άδεια μητρότητας πρέπει να έχει τη δυνατότητα, όπως οποιοσδήποτε άλλος εργαζόμενος ο οποίος παραμένει στη θέση εργασίας του, να επωφελείται αμέσως της μισθολογικής της αυξήσεως, έστω και αν αυτή ανάγεται σε ημερομηνία εκτός της κρίσιμης περιόδου, ήτοι σε ημερομηνία κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας. Τούτο επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη η μισθολογική αύξηση κατά τον καθορισμό του ποσού της αμοιβής ή του επιδόματος που καταβάλλεται στην εργαζομένη κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας.
60. Εντούτοις, η ιδιομορφία της αποφάσεως Gillespie έγκειται στο γεγονός ότι το Δικαστήριο εφάρμοσε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επί της εργαζομένης της ευρισκόμενης σε άδεια μητρότητας, ειδικότερα δε, επί της αμοιβής που η εργαζομένη αυτή λαμβάνει κατά τη διάρκεια αυτής της αδείας.
61. Κατά τη γνώμη μου, η εφαρμογή της αρχής της ισότητας μεταχειρίσεως στην ειδική αυτή περίπτωση δημιουργεί δύο ειδών δυσχέρειες.
62. Πρώτον, ανακύπτει, κατά τη γνώμη μου, μία αντίφαση μεταξύ της αρχής που διατυπώνεται με την απόφαση Gillespie (18) και των σκέψεων 16 έως 20 της αυτής αποφάσεως.
63. Πράγματι, στις σκέψεις 16 έως 20 της αποφάσεως Gillespie, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή επί γυναικών ευρισκομένων σε άδεια μητρότητας. Ο λόγος αυτού του αποκλεισμού είναι ότι η απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 119 της Συνθήκης προϋποθέτει την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων. Κατά το Δικαστήριο, όμως, οι γυναίκες που τυγχάνουν αδείας μητρότητας τελούν σε ιδιάζουσα κατάσταση επιβάλλουσα την παροχή σε αυτές ειδικής προστασίας, η οποία δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με οποιαδήποτε άλλη κατάσταση. Το Δικαστήριο καταλήγει ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης δεν επιβάλλει διατήρηση της πλήρους αμοιβής των γυναικών εργαζομένων κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας ούτε θέτει κάποιο κριτήριο βάσει του οποίου θα μπορούσε να προσδιοριστεί το ποσό του επιδόματος μητρότητας.
64. Με την ίδια, όμως, απόφαση το Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 21 και 22, ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει επίδομα μητρότητας υπολογιζόμενο βάσει του μισθού της εργαζομένης να λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε μισθολογική αύξηση επήλθε πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας. Ο λόγος αυτής της απαιτήσεως είναι ότι, άλλως, η εργαζόμενη θα αποτελούσε αντικείμενο δυσμενούς διακρίσεως λόγω της εγκυμοσύνης της ή της άδειας μητρότητας.
65. Πράγματι, οι δύο αυτές αρχές εμφανίζονται ως σχετικά αντιφατικές. Δεν γίνεται εύκολα κατανοητό πως η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία δεν εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας και η οποία, κατά συνέπεια, δεν συνιστά κριτήριο για τον υπολογισμό του επιδόματος μητρότητας, μπορεί, παραλλήλως, να επιβάλλει την υποχρέωση λήψεως υπόψη ορισμένων μισθολογικών αυξήσεων κατά τον υπολογισμό αυτού του επιδόματος μητρότητας. Δυσκόλως, δηλαδή, γίνεται κατανοητό πώς η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία δεν εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, μπορεί να επηρεάζει το ύψος του ποσού του καταβαλλομένου στην εργαζομένη επιδόματος κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας.
66. Τελικώς, η απόφαση Gillespie βρίσκεται στο μέσο μεταξύ δύο αντιλήψεων οι οποίες θα έπρεπε να εφαρμοστούν μέχρι των τελικών συνεπειών τους. Κατά την πρώτη, αποκλείεται η εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων κατά την άδεια μητρότητας. Σε μια τέτοια περίπτωση, όμως, η αρχή αυτή δεν μπορεί να επιβάλει την υποχρέωση συνυπολογισμού της μισθολογικής αυξήσεως στο επίδομα μητρότητας. Κατά τη δεύτερη, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων έχει εφαρμογή στην περίπτωση εργαζομένης η οποία βρίσκεται σε άδεια μητρότητας. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, το άρθρο 119 της Συνθήκης επιβάλλει να λαμβάνει η εργαζομένη ολόκληρο τον μισθό της κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας.
67. Δεύτερον, η διατυπωθείσα με την απόφαση Gillespie αρχή μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να έχει ορισμένες αρνητικές συνέπειες για τις εργαζόμενες.
68. Όπως υπογράμμισαν το Court of Appeal (19) και το Ηνωμένο Βασίλειο (20), η εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων επί εργαζομένης σε άδεια μητρότητας θα μπορούσε να περιορίσει την προστασία της οποίας απολαύει κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
69. Πράγματι, κατά την απόφαση Gillespie, η εργαζόμενη σε άδεια μητρότητας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τρόπο διαφορετικό από εργαζόμενο ο οποίος παραμένει στη θέση εργασίας του (21). Όπως προανέφερα, τούτο σημαίνει ότι αν η εργαζόμενη λάβει μισθολογική αύξηση πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, η αύξηση αυτή πρέπει αμέσως να επηρεάσει το ποσό του επιδόματος μητρότητας που λαμβάνει.
70. Εντούτοις, η ορθή εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων θα επέβαλλε να λαμβάνονται, επίσης, υπόψη τα αρνητικά στοιχεία που προκύπτουν κατά την άδεια μητρότητας. Ειδικότερα, αν επήρχετο μισθολογική μείωση ή απώλεια πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, θα έπρεπε, κατά την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η μισθολογική αυτή μείωση ή απώλεια να επηρεάσει το ποσό του επιδόματος μητρότητας. Άλλως, θα συνέτρεχε περίπτωση διαφοροποιημένης εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, αναλόγως των περιπτώσεων, πράγμα ασυμβίβαστο με τις απαιτήσεις της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
71. Συνεπώς, η εφαρμογή της αρχής που διατυπώθηκε με την απόφαση Gillespie θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια μείωση του ποσού του επιδόματος που καταβάλλεται στις εργαζόμενες κατά την άδεια μητρότητας.
72. Μια τέτοια συνέπεια θα ήταν απευκταία για τον πρόσθετο λόγο ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο σκοπός της κρίσιμης περιόδου είναι ακριβώς η προστασία των γυναικών εργαζομένων από τυχόν αρνητικά στοιχεία που θα ανέκυπταν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας. Όπως, πράγματι, προκύπτει από τις παρατηρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, η πρόβλεψη μιας τέτοιας περιόδου έγινε προκειμένου ο μέσος μισθός της εργαζομένης να υπολογιστεί σε ένα στάδιο της εγκυμοσύνης (μεταξύ του τετάρτου και του έκτου μήνα) κατά το οποίο, κατά κανόνα, δεν ανακύπτουν για την εγκυμονούσα σοβαρά προβλήματα υγείας.
73. Εφόσον, όμως, παρατηρεί το Ηνωμένο Βασίλειο, η απόφαση Gillespie επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία που προκύπτουν πριν από την άδεια μητρότητας, η κρίσιμη περίοδος μετατίθεται προς το τέλος της εγκυμοσύνης, δηλαδή σε ένα στάδιο αυτής κατά το οποίο, βάσει των στατιστικών, οι γυναίκες έχουν μικρότερη δυνατότητα να εργαστούν κανονικά.
74. Κατά συνέπεια, δεν αποκλείεται η απόφαση Gillespie να έχει ως αποτέλεσμα περιορισμό του ποσού του επιδόματος που καταβάλλεται στις εργαζόμενες κατά την άδεια μητρότητας (22).
Γ – Επί της εξελίξεως της νομολογίας του Δικαστηρίου
75. Εξάλλου, η διατυπωθείσα στην απόφαση Gillespie αρχή φαίνεται ότι δεν περιλαμβάνεται πλέον στην τρέχουσα νομολογία περί προστασίας των δικαιωμάτων των σχετικών με την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα.
76. Πράγματι, από την τρέχουσα νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει την αρχή της ισότητας των αμοιβών και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποκλειστικά εκτός της περιόδου της άδειας μητρότητας.
77. Ειδικότερα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων αποκλείει την άρνηση προσλήψεως γυναίκας εργαζομένης λόγω της εγκυμοσύνης της (23), την απόλυση εργαζομένης για τον ίδιο λόγο (24), την απόλυση εργαζομένης λόγω απουσιών για λόγους ασθενείας συνδεόμενης με την εγκυμοσύνη (25), την άρνηση εργοδότη να επανεντάξει στη θέση της εργαζόμενη με το αιτιολογικό ότι παρέλειψε να τον ενημερώσει σχετικά με την εγκυμοσύνη της πριν από τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας (26), ή τη μη παροχή στην εργαζομένη του δικαιώματος να βαθμολογηθεί, με το αιτιολογικό ότι απουσίαζε από την επιχείρηση κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας (27).
78. Το Δικαστήριο έκρινε, επίσης, ότι η αρχή της ισότητας των αμοιβών δεν επιτρέπει σε εργοδότη να μειώσει το ποσό του δώρου των Χριστουγέννων, λαμβάνοντας υπόψη την απουσία της εργαζομένης κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας (28). Το Δικαστήριο έκρινε, επίσης, ότι η ίδια αρχή επιβάλλει τη διατήρηση ανέπαφου του μισθού εργαζομένης η οποία, πριν από την άδεια μητρότητας, βρίσκεται σε αδυναμία εργασίας λόγω εγκυμοσύνης, όταν αντίστοιχο δικαίωμα αναγνωρίζεται στους άνδρες εργαζόμενους σε περίπτωση ανικανότητας προς εργασία (29).
79. Σαφώς, λοιπόν, προκύπτει ότι τα διάφορα αυτά περιστατικά –η πρόσληψη, η απόλυση, η επανένταξη, η βαθμολογία, η καταβολή δώρου, η απουσία λόγω ασθενείας– ανάγονται σε χρόνο πριν από την περίοδο που καλύπτει η άδεια μητρότητας.
80. Αντιθέτως, όταν η γυναίκα βρίσκεται σε άδεια μητρότητας, το Δικαστήριο δεν εφαρμόζει πλέον την αρχή της ισότητας των αμοιβών και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Αντιθέτως, εξετάζει μάλλον την επίμαχη κατάσταση με βάση αποκλειστικώς τις διατάξεις της οδηγίας 92/85.
81. Στην απόφαση Boyle κ.λπ. (30), για παράδειγμα, η διαφορά αφορούσε ρήτρα της συμβάσεως εργασίας η οποία παρείχε στις εργαζόμενες τη δυνατότητα να λαμβάνουν, κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, αμοιβή υψηλότερη από εκείνη που προέβλεπε η εθνική νομοθεσία, υπό την προϋπόθεση ότι οι εργαζόμενες αναλαμβάνουν την υποχρέωση να επιστρέψουν στην εργασία τους μετά τον τοκετό τουλάχιστον για ένα μήνα. Άλλως, οι εργαζόμενες όφειλαν να επιστρέψουν τη διαφορά μεταξύ της αμοιβής που τους καταβλήθηκε και του προβλεπόμενου εκ του νόμου ποσού. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης δεν αποκλείει την εφαρμογή μιας τέτοιας ρήτρας, με το σκεπτικό ότι:
«[…] η έγκυος, λεχώνα ή γαλουχούσα εργαζόμενη βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευαίσθητη κατάσταση που απαιτεί μεν να της χορηγείται δικαίωμα αδείας μητρότητας, αλλά δεν μπορεί να εξομοιώνεται, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της αδείας αυτής, ούτε με την κατάσταση του άνδρα ούτε με την κατάσταση της γυναίκας που τελεί σε αναρρωτική άδεια» (31).
82. Συνεπώς, το Δικαστήριο εξέτασε την επίμαχη ρήτρα με βάση αποκλειστικώς τις διατάξεις της οδηγίας 92/85 (32).
83. Ομοίως, στην απόφαση Høj Pedersen κ.λπ., προαναφερθείσα, η διαφορά αφορούσε εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία προέβλεπε ότι εγκυμονούσα η οποία περιέρχεται σε ανικανότητα προς εργασία λόγω παθολογικής καταστάσεως συνδεόμενης με την εγκυμοσύνη της, δεν έχει δικαίωμα καταβολής ολόκληρου του μισθού της κατά τη διάρκεια της ανικανότητάς της προς εργασία. Εντούτοις, άνδρας εργαζόμενος ευρισκόμενος σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία συνεχίζει να λαμβάνει ολόκληρο τον μισθό του. Προς δικαιολόγηση αυτής της διαφορετικής μεταχείρισης, οι εναγόμενοι της κύριας δίκης υποστήριξαν ότι το άρθρο 11 της οδηγίας 92/85 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θέτουν ανώτατο όριο στις παροχές που καταβάλλονται στις γυναίκες εργαζόμενες σε περίπτωση εγκυμοσύνης (33).
84. Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα αυτό με το αιτιολογικό ότι το άρθρο 11 της οδηγίας 92/85 εφαρμόζεται μόνο επί των αμοιβών και παροχών που καταβάλλονται στις εργαζόμενες κατά την άδεια μητρότητας (34). Επομένως, εφόσον η διαφορά αυτή αφορούσε ανικανότητα προς εργασία η οποία επήλθε πριν την άδεια μητρότητας, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης επέβαλλε τη συνέχιση καταβολής ολόκληρου του μισθού σε περίπτωση ανικανότητας προς εργασία της γυναίκας εργαζόμενης (35).
85. Τέλος, στην προαναφερθείσα απόφαση Lewen (36), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δώρο Χριστουγέννων το οποίο οικειοθελώς καταβάλλεται από τον εργοδότη ως κίνητρο για τη μελλοντική παροχή εργασίας, δεν μπορεί να αποτελέσει αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 92/85, καθόσον το δώρο αυτό δεν αποσκοπεί στη διασφάλιση, υπέρ της γυναίκας εργαζόμενης, του κατάλληλου εισοδηματικού επιπέδου κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας.
86. Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι, μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 92/85, το Δικαστήριο προβαίνει σε διάκριση μεταξύ δύο συγκεκριμένων περιόδων: μιας πρώτης περιόδου, η οποία καλύπτει την εγκυμοσύνη μέχρι την έναρξη της άδειας μητρότητας και μιας δεύτερης περιόδου η οποία καλύπτει την άδεια μητρότητας. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το άρθρο 119 της Συνθήκης και την αρχή της ισότητας μεταχειρίσεως μόνον επί της πρώτης περιόδου. Αντιθέτως, όταν η γυναίκα βρίσκεται σε άδεια μητρότητας, η κατάστασή της εξετάζεται αποκλειστικώς με βάση τις διατάξεις της οδηγίας 92/85. Αυτό σημαίνει ότι, αν η εργαζόμενη τύχει δυσμενούς μεταχειρίσεως κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, η μεταχείριση αυτή θα κριθεί ως απαγορευόμενη μόνον εφόσον αντίκειται στις διατάξεις της οδηγίας 92/85 (37).
87. Ενόψει αυτών των στοιχείων, φρονώ ότι η αρχή που διατυπώθηκε με την απόφαση Gillespie, έχει πλέον τεθεί εκτός του πλαισίου της σύγχρονης νομολογίας. Όπως προανέφερα, στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο εφάρμοσε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επί της δεύτερης εκ των δύο ανωτέρω περιόδων, ειδικότερα δε, επί της αμοιβής της εργαζόμενης κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας.
88. Έχοντας υπόψη τις δυσχέρειες που διατυπώθηκαν ανωτέρω και την εξέλιξη της νομολογίας, προτείνω στο Δικαστήριο να μην επιβεβαιώσει την αρχή που διατυπώθηκε με την απόφαση Gillespie. Πιστεύω ότι, στο εξής, το δικαίωμα της εργαζομένης να επωφελείται από τη μισθολογική της αύξηση πρέπει να στηρίζεται στην οδηγία 92/85.
Δ – Επί του ερείσματος του παρεχομένου στις εργαζόμενες δικαιώματος
89. Ως γνωστόν, η οδηγία 92/85 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 118 Α της Συνθήκης, προκειμένου να παρασχεθεί ειδική προστασία στις εργαζόμενες κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας. Ο κοινοτικός νομοθέτης έκρινε ότι οι εγκυμονούσες, λεχώνες και γαλουχούσες εργαζόμενες συγκροτούν, από πολλές απόψεις, ομάδα ειδικών κινδύνων και ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα όσον αφορά την υγεία και την ασφάλειά τους (38). Θέσπισε, κατά συνέπεια, σειρά κανόνων προστασίας, όπως η απαγόρευση απολύσεως των εργαζομένων γυναικών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της άδειας μητρότητας ή η άδεια απουσίας από την εργασία για ιατρικές εξετάσεις πριν από τον τοκετό.
90. Μεταξύ των μέτρων αυτών η οδηγία 92/85 προβλέπει ότι στις εργαζόμενες χορηγείται άδεια μητρότητας τουλάχιστον δεκατεσσάρων συνεχών εβδομάδων, εκ των οποίων οι δύο εβδομάδες χορηγούνται υποχρεωτικά. Εξάλλου, το άρθρο 11, σημείο 2, της οδηγίας 92/85 προβλέπει ότι, κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, πρέπει να διασφαλίζονται τα ακόλουθα στοιχεία:
«α) τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας […], εκτός από τα δικαιώματα που αναφέρονται στο κατωτέρω στοιχείο β΄·
β) η διατήρηση αμοιβής ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος στις εργαζόμενες […]».
91. Κατά τη γνώμη μου, το ανωτέρω σημείο α΄ θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει τις μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας. Πράγματι, η δυνατότητα του εργαζομένου να επωφελείται πάραυτα από μισθολογική αύξηση που του χορηγείται μπορεί να θεωρηθεί ως «δικαίωμα σχετιζόμενο με τη σύμβαση εργασίας» του ενδιαφερομένου (39).
92. Μια υπ’ αυτή την έννοια ερμηνεία θα απάλειφε τις δυσχέρειες στις οποίες αναφέρθηκα ανωτέρω.
93. Αφενός, μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν σύμφωνη προς την αρχή κατά την οποία οι εργαζόμενες που έχουν λάβει άδεια μητρότητας βρίσκονται σε ειδική κατάσταση, η οποία επιβάλλει ειδική προστασία, αλλά η οποία δεν μπορεί να συγκριθεί με οποιαδήποτε άλλη κατάσταση (40). Πράγματι, η προτεινόμενη ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα την εφαρμογή επί της ευρισκομένης σε άδεια μητρότητας εργαζομένης των μέτρων που ελήφθησαν προς διασφάλιση της προστασίας της. Εξάλλου, παρέχει τη δυνατότητα διασφαλίσεως υπέρ της εργαζόμενης ότι η μισθολογική της αύξηση θα συνυπολογιστεί στο επίδομα μητρότητας, χωρίς να χρειάζεται σύγκριση της καταστάσεώς της με την κατάσταση μιας εργαζόμενης η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται στη θέση εργασίας της (41).
94. Αφετέρου, πιστεύω ότι προσφυγή στην οδηγία 92/85 παρέχει τη δυνατότητα του μη συνυπολογισμού, στο επίδομα μητρότητας, των αρνητικών στοιχείων που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας (42).
95. Πράγματι, υπενθυμίζω ότι σκοπός της οδηγίας 92/85 είναι η διασφάλιση μιας ειδικής προστασίας στις εργαζόμενες κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας. Επιπροσθέτως, το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/85 διαπνέεται από την αντίληψη ότι η εφαρμογή της οδηγίας αυτής δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του επιπέδου προστασίας των εγκύων, λεχώνων ή θηλαζουσών εργαζομένων. Τα δύο αυτά στοιχεία θεμελιώνουν την άποψη ότι, κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, δεν επιτρέπεται να υποστεί η εργαζόμενη τις συνέπειες μιας μειώσεως η απώλειας μισθού ή οποία επήλθε κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας.
96. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει το γράμμα του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85. Πράγματι, η δυνατότητα άμεσης ωφέλειας από μισθολογική αύξηση η οποία επήλθε πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας μπορεί να θεωρηθεί «δικαίωμα» συνδεόμενο με τη σύμβαση εργασίας, ενώ δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η υποχρέωση μετακυλίσεως μιας μειώσεως ή απώλειας μισθού επί του ποσού του επιδόματος μητρότητας συνιστά «δικαίωμα». Δηλαδή, η έννοια των «δικαιωμάτων συνδεομένων με τη σύμβαση εργασίας» επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη οι μισθολογικές αυξήσεις πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας της εργαζομένης, όχι όμως και οι μειώσεις ή απώλειες μισθού που επέρχονται κατά τη διάρκεια της αυτής περιόδου. Οι μειώσεις ή απώλειες μισθού λαμβάνονται υπόψη μετά το πέρας της άδειας μητρότητας της εργαζομένης.
97. Τέλος, η προτεινόμενη ερμηνεία εντάσσεται στο πλαίσιο της παρούσας νομολογίας στον τομέα της προστασίας των δικαιωμάτων που συνδέονται με την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα (43). Κατ’ αυτήν, πράγματι, εφαρμόζονται αποκλειστικώς οι διατάξεις της οδηγίας 92/85 στις εργαζόμενες τις ευρισκόμενες σε άδεια μητρότητας και, ειδικότερα, επί της αμοιβής που οι εργαζόμενες αυτές λαμβάνουν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
98. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι στο εξής το δικαίωμα των γυναικών εργαζομένων μπορεί να στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85.
99. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα να δώσει την απάντηση ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης και η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν επιβάλλουν στο κατά νόμον επίδομα μητρότητας, το οποίο υπολογίζεται βάσει του μέσου μισθού που έλαβε η εργαζόμενη κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου, να περιλαμβάνονται οι μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, εκτός, όμως, της περιόδου αναφοράς. Αντιθέτως, η υποχρέωση ενσωματώσεως αυτών των αυξήσεων στο ποσό του επιδόματος μητρότητας απορρέει από το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85.
V – Επί του δευτέρου ερωτήματος
100. Με το δεύτερο ερώτημά του, το Court of Appeal ερωτά αν το γεγονός ότι η μισθολογική αύξηση άρχεται από ημερομηνίας προγενέστερης της ενάρξεως της άδειας μητρότητας, ή προγενέστερη της λήξεως της περιόδου καταβολής του τμήματος του επιδόματος μητρότητας που συνδέεται με τον μισθό της εργαζόμενης ή, ενδεχομένως, σε μια άλλη ημερομηνία, επηρεάζει την απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
101. Οι σκέψεις που διατυπώθηκαν κατά την εξέταση του πρώτου ερωτήματος επιτρέπουν απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου. Πράγματι, είναι σαφές ότι ανεξαρτήτως της νομικής βάσεως, στο κατά νόμον επίδομα μητρότητας που συνδέεται με τον μισθό της εργαζομένης πρέπει να συνυπολογίζεται οποιαδήποτε μισθολογική αύξηση επέρχεται μεταξύ της ενάρξεως της κρίσιμης περιόδου και της λήξεως της άδειας μητρότητας.
VI – Επί του τρίτου ερωτήματος
102. Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα περιλαμβάνει τέσσερα σκέλη, τα οποία θα εξετάσω διαδοχικώς.
103. Τα δύο πρώτα σκέλη αφορούν τον τρόπο εφαρμογής της αρχής που διατυπώθηκε με την απόφαση Gillespie. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά πώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αύξηση μισθού κατά τον υπολογισμό του κανονικού μισθού της εργαζομένης κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου. Ερωτά, επίσης, αν πρέπει να τροποποιηθεί η κρίσιμη περίοδος που προβλέπει η εθνική νομοθεσία.
104. Είναι προφανές ότι τα ερωτήματα αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους εργαζομένους στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μετά την έκδοση της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να προβούν σε υπολογισμό, ή επαναϋπολογισμό, των επιδομάτων μητρότητας όλων των γυναικών εργαζομένων οι οποίες έλαβαν μισθολογική αύξηση πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας. Λόγω του μεγάλου αριθμού των περιπτώσεων και των πιθανών δυσχερειών, το αιτούν δικαστήριο, όπως η εναγόμενη της κύριας δίκης (44), ζητεί να διευκρινιστούν οι σχετικές λεπτομέρειες.
105. Εντούτοις, πιστεύω ότι τα ζητήματα αυτά πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο της τηρήσεως της αρχής της δικονομικής αυτονομίας (45). Πράγματι, ελλείψει σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, εναπόκειται στην έννομη τάξη του κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί, περιλαμβανομένων των μέτρων άμεσης εφαρμογής.
106. Τα δύο τελευταία σκέλη αφορούν τις τυχόν συνέπειες της αποφάσεως Gillespie στην περίπτωση που κριθεί ότι η απόφαση αυτή επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη, κατά τον υπολογισμό του κατά νόμον επιδόματος μητρότητας, οι μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, εκτός όμως, της κρίσιμης περιόδου. Το Court of Appeal ερωτά αν, στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 119 της Συνθήκης επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη άλλα στοιχεία που επήλθαν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, ειδικότερα δε, η απώλεια ή μείωση μισθού.
107. Όπως προανέφερα, το ερώτημα αυτό –καίτοι είναι υποθετικού χαρακτήρα στην παρούσα υπόθεση– είναι ιδιαιτέρως εύστοχο. Πράγματι, η λογική εφαρμογή της αρχής που διατυπώθηκε με την απόφαση Gillespie θα επέβαλε να ενσωματώνονται στο κατά νόμον επίδομα μητρότητας όχι μόνον οι μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, αλλά, επίσης, οι μειώσεις και οι απώλειες μισθού που επήλθαν κατά τη διάρκεια της αυτής περιόδου (46). Εντούτοις, όπως προανέφερα, η προσφυγή στην οδηγία 92/85 αποτρέπει ορισμένες από τις συνέπειες αυτές (47).
VII – Πρόταση
108. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division):
«1) Το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) και η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων έχουν την έννοια ότι κατά νόμον επίδομα μητρότητας, το οποίο υπολογίζεται βάσει του μέσου μισθού που έλαβε η εργαζόμενη κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου, δεν απαιτείται να περιλαμβάνει τις μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, εκτός όμως της περιόδου αναφοράς που προβλέπει η εθνική νομοθεσία.
2) Αντιθέτως, το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), επιβάλλει το κατά νόμον επίδομα μητρότητας, το οποίο υπολογίζεται βάσει του μέσου μισθού που έλαβε η εργαζόμενη κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου, να περιλαμβάνει τις μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας της εργαζομένης.
3) Ελλείψει σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, απόκειται σε κάθε κράτος μέλος να καθορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο θα συνυπολογίζονται οι κατά το ανωτέρω σημείο 2 μισθολογικές 5αυξήσεις στο ποσό του κατά νόμον επιδόματος μητρότητας της εργαζομένης.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C‑342/93, Gillespie κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι‑475, στο εξής: απόφαση Gillespie).
3 – Στο εξής: Court of Appeal.
4 – Καλούμενη «αρχή της ισότητας των αμοιβών».
5 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42).
6 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (EE ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
7 – Άλλως καλούμενη «αρχή της ίσης μεταχειρίσεως» ή «αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων».
8 – Άρθρο 2, παράγραφος 1.
9 – ΕΕ L 348, σ. 1.
10 – Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 1, αυτής.
11 – Σκέψη 3.
12 – Σκέψη 5.
13 – Ένθ.αν. Πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε στις προτάσεις που είχα αναπτύξει επί της υποθέσεως Gillespie περιλαμβάνεται οποιαδήποτε ένδειξη ως προς τις ημερομηνίες που καθόριζαν τις κρίσιμες περιόδους για τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης.
14 – Η υπογράμμιση δική μου.
15 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 30ής Απριλίου 1998, C‑136/95, Thibault (Συλλογή 1998, σ. Ι‑2011, σκέψη 26).
16 – Όπ.π. (σκέψη 29).
17 – Σκέψεις 21 και 22.
18 – Επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι με την έκφραση «αρχή που διατυπώνεται με την απόφαση Gillespie» θέλω να υποδηλώσω την εκτίμηση του Δικαστηρίου κατά την οποία η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει μία κατά νόμον παροχή μητρότητας, υπολογιζόμενη βάσει του μισθού που έλαβε η εργαζόμενη κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου, να περιλαμβάνει τις μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας αυτής της εργαζομένης (βλ. απόφαση Gillespie, σκέψη 22).
19 – Βλ. απόφαση περί παραπομπής της 26ης Φεβρουαρίου 2002 (σκέψεις 16 και 17). καθώς και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχεία γ΄ και δ΄.
20 – Βλ., ιδίως, τις γραπτές παρατηρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου (σημεία 26 και 27).
21 – Βλ. απόφαση Gillespie (σκέψη 22).
22 – Το Ηνωμένο Βασίλειο επισήμανε, επίσης, μια άλλη αρνητική συνέπεια της αποφάσεως Gillespie. Υπενθύμισε ότι, δυνάμει της οδηγίας 92/85, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, όσον αφορά τα εισοδήματα των εργαζομ4ένων γυναικών κατά την άδεια μητρότητας, να επιλέγουν μεταξύ της δυνατότητας καταβολής μιας αμοιβής αναλογικής του μισθού της εργαζομένης και της καταβολής ενός επιδόματος καθοριζομένου κατ’ αποκοπήν (π.χ. 50 ευρώ την εβδομάδα). Διευκρίνισε, επίσης, ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο την υποχρέωση υπολογισμού του ποσού του επιδόματος μητρότητας υπέχει ο εργοδότης και ότι το 70 % των εργοδοτών προΐστανται μιας μικρής ή μεσαίας επιχειρήσεως. δεν έχουν δηλαδή τους απαραίτητους πόρους ώστε να προβαίνουν σε συχνούς και περίπλοκους υπολογισμούς. Ενόψει αυτών των στοιχείων, το Ηνωμένο Βασίλειο υπογράμμισε ότι η απορρέουσα από την απόφαση Gillespie αρχή συνιστά «διοικητικό εφιάλτη για τους εργοδότες», καθόσον τους υποχρεώνει να λαμβάνουν υπόψη όλες τις μισθολογικές αυξήσεις που επήλθαν πριν ή κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, ανεξαρτήτως του ποσοστού τους. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, η απόφαση Gillespie θα μπορούσε να αναγκάσει ορισμένα κράτη μέλη να εγκαταλείψουν το σύστημα της κατ’ αναλογίαν αμοιβής και να επιλέξουν το σύστημα του κατ’ αποκοπήν επιδόματος. Θεωρώ ότι ο κίνδυνος μιας τέτοιας μεταβολής είναι υπαρκτός, αν ληφθεί υπόψη η πίεση που κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο ασκούν οι εργοδότες επί των αρμοδίων αρχών. Εξάλλου, μια τέτοια μεταβολή θα είχε δυσμενείς συνέπειες για τις εργαζόμενες, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, δεδομένου ότι το σύστημα του κατ’ αποκοπήν επιδόματος είναι περισσότερο άδικο από το σύστημα της κατ’ αναλογίαν αμοιβής. Θεωρώ, πάντως, ότι δεν είναι βέβαιο ότι τα κράτη μέλη θα προβούν σε μια τέτοια μεταβολή. Πράγματι, το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 902/85 ρητώς ορίζει ότι «η παρούσα οδηγία δεν μπορεί να έχει ως στόχο [σκοπό] μείωση των επιπέδων προστασίας των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί σε κάθε κράτος μέλος την ημερομηνία της έκδοσής της». Η διάταξη αυτή, λοιπόν, θα μπορούσε να αποτρέψει τα κράτη μέλη από το να επικαλεστούν τη δυνατότητα που προβλέπει η οδηγία 92/85 προκειμένου να δικαιολογήσουν μεταβολή του συστήματος συνεπαγόμενη μείωση της προστασίας που απολαύουν οι εργαζόμενες κατά την άδεια μητρότητας εντός του οικείου κράτους μέλους.
23 – Αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 19990, C‑177/88, Dekker (Συλλογή 1990, σ. I 3491, σκέψη 14), και της 3ης Φεβρουαρίου 2000, C‑207/98, Mahlburg (Συλλογή 2000, σ. Ι‑549, σκέψη 30).
24 – Αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1990, C‑179/88, Handels- og Kontorfunktionærernes Forbund, γνωστή ως Hertz (Συλλογή 1990, σ. I‑3979, σκέψη 13), της 5ης Μαΐου 1994, C‑421/92, Habermann-Beltermann (Συλλογή 1994, σ. I‑1657, σκέψη 26), της 14ης Ιουλίου 1994, C‑32/93, Webb (Συλλογή 1994, σ. I‑3567, σκέψη 29), και της 4ης Οκτωβρίου 2001, C‑109/00, Tele Danmark (Συλλογή 2001, σ. I‑6993, σκέψη 34).
25 – Απόφαση της 30ής Ιουνίου 1998, C‑394/96, Brown (Συλλογή 1998, σ. I‑4185, σκέψη 28). Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο μετέβαλε την προγενέστερη νομολογία του, δηλαδή την απορρέουσα από τις αποφάσεις Hertz, προαναφερθείσα (σκέψη 19), και της 29ης Μαΐου 1997, C‑400/95, Larsson (Συλλογή 1997, σ. 2757, σκέψη 26).
26 – Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‑320/01, Busch (Συλλογή 2003, σ. Ι-2041, σκέψη 47).
27 – Προαναφερθείσα απόφαση Thibault (σκέψη 33).
28 – Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, C‑333/97, Lewen (Συλλογή 1999, σ. Ι‑7243, σκέψη 51).
29 – Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, C‑66/96, Høj Pedersen κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑7327, σκέψη 41).
30 – Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C‑411/96 (Συλλογή 1998, σ. I‑6401).
31 – Όπ.π. (σκέψη 40).
32 – Όπ.π. (σκέψεις 29 έως 36).
33 – Σκέψη 38.
34 – Σκέψη 39.
35 – Σκέψεις 35 και 37.
36 – Σκέψεις 22 έως 24.
37 – Βλ., επίσης, υπό την αυτή έννοια, Ghailani, D., «La protection des droits liés à la grossesse et à la maternité dans l'ordre juridique communautaire», Revue belge de sécurité sociale, 2002, σ. 367 επ. (σ. 383 και 386), καθώς και Berthou, K., και Masselot, A., «Égalité de traitement et maternité. Jurisprudence récente de la CJCE», Droit social, 1999, σ. 942 έως 947 (σ. 946).
38 – Οδηγία 92/85 (όγδοη αιτιολογική σκέψη).
39 – Αντιθέτως, είναι μάλλον δυσκολότερο να στηριχθεί το δικαίωμα της εργαζόμενης στις διατάξεις του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 92/85. Πράγματι, σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η διασφάλιση «κατάλληλου» εισοδηματικού επιπέδου στις εργαζόμενες κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας (βλ., σχετικώς, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Boyle κ.λπ., σκέψεις 33 και 34, και Lewen, σκέψεις 22 και 23). Συνεπώς, από τη στιγμή που οι αρχές ή τα υπέχοντα την υποχρέωση πρόσωπα διασφαλίζουν καταβολή αμοιβής ή παροχής το επίπεδο της οποίας κρίνεται «κατάλληλο», εφαρμόζουν ορθώς το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 92/85. Εξάλλου, η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει την υποχρέωση συνυπολογισμού των μισθολογικών αυξήσεων της εργαζομένης στην αμοιβή ή το επίδομα μητρότητας.
40 – Βλ. σημεία 62 έως 66 των προτάσεών μου.
41 – Βλ. απόφαση Gillespie (σκέψη 22).
42 – Βλ. σημεία 67 έως 74 των προτάσεών μου.
43 – Βλ. σκέψεις 75 έως 87 των προτάσεών μου.
44 – Βλ. τις γραπτές παρατηρήσεις της Woolwich (σημείο 8).
45 – Επί της αρχής αυτής, βλ., μεταξύ άλλων, τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Preston κ.λπ. (απόφαση της 16ης Μαΐου 2000, C-78/98, Συλλογή 2000, σ. Ι-3201, σκέψεις 38 επ.).
46 – Βλ. σημεία 67 έως 74 των προτάσεών μου.
47 – Βλ. σημεία 94 έως 96 των προτάσεών μου.
Full & Egal Universal Law Academy