ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
SIEGBERT ALBER
της 9ης Σεπτεμβρίου 2003 (1)
Υπόθεση C-157/02
Rieser Internationale Transporte GmbH
κατά
ASFINAG Autobahnen- und Schnellstraßen Finanzierungs- Aktiengesellschaft
(αίτηση του αυστριακού Oberster Gerichtshof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδικές εμπορευματικές μεταφορές – Διόδια – Αυτοκινητόδρομος του Brenner – Απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων – Άνιση μεταχείριση λόγω ιθαγενείας ή λόγω της προελεύσεως και του προορισμού της μεταφοράς»
I – Εισαγωγή
1. Η αίτηση του Oberster Gerichtshof της Δημοκρατίας της Αυστρίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 93/89/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με την εφαρμογή, εκ μέρους των κρατών μελών, των φόρων επί ορισμένων οχημάτων τα οποία χρησιμοποιούνται για οδική μεταφορά εμπορευμάτων, καθώς και των διοδίων και τελών χρήσης που εισπράττονται για τη χρησιμοποίηση ορισμένων έργων υποδομής (στο εξής: οδηγία 93/89) (2) και της οδηγίας 1999/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1999, περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής (στο εξής: οδηγία 1999/62) (3). Η πρώτη οδηγία ακυρώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1995 (4), με το αιτιολογικό ότι είχε εκδοθεί χωρίς νομότυπη διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ωστόσο, το Δικαστήριο διατήρησε τα αποτελέσματα της ακυρωθείσας οδηγίας μέχρι εκδόσεως νέας οδηγίας. Η οδηγία 1999/62 αντικαθιστά, όπως προκύπτει από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της, την ακυρωθείσα από το Δικαστήριο οδηγία 93/89.
2. Αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως είναι το αν και σε ποια έκταση οι –ουσιαστικά ταυτόσημες– διατάξεις των δύο οδηγιών έχουν απευθείας εφαρμογή στο πλαίσιο δικαστικής διαφοράς μεταξύ μιας αυστριακής επιχειρήσεως μεταφορών, η οποία υποστηρίζει ότι το ύψος των διοδίων και των τελών χρήσεως της συνολικής διαδρομής του αυτοκινητοδρόμου του Brenner συνιστούν δυσμενή διάκριση που αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, και της εταιρίας που εκμεταλλεύεται τους αυτοκινητοδρόμους, κατά της οποίας η αυστριακή επιχείρηση μεταφορών άσκησε αγωγή στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης ζητώντας να της επιστραφούν τα ποσά των διοδίων που κατέβαλε από 1ης Ιανουαρίου 1997 έως 31 Ιουλίου 2000.
II – Νομικό πλαίσιο
3. Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 93/89, με τον όρο «διόδια» νοείται «το εισπραττόμενο χρηματικό ποσό για την πραγματοποιούμενη από όχημα διαδρομή μεταξύ δύο σημείων εντός των έργων υποδομής που αναφέρονται στο άρθρο 7, στοιχείο δ΄, το ύψος του εν λόγω ποσού καθορίζεται με βάση τη διανυόμενη απόσταση και την κατηγορία του οχήματος», και με τον όρο «όχημα» νοείται «όχημα με κινητήρα ή συνδυασμός συζευγμένων οχημάτων που προορίζονται αποκλειστικά για οδικές εμπορευματικές μεταφορές και έχουν μέγιστο επιτρεπόμενο μικτό βάρος τουλάχιστον ίσο προς 12 τόνους».
4. Το άρθρο 7 της οδηγίας 98/89 προβλέπει:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν διόδια ή/και να εισαγάγουν τέλη χρήσης υπό τις εξής προϋποθέσεις:
[…]
β) ότι αυτά τα διόδια και τέλη χρήσης, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, και του άρθρου 9, εφαρμόζονται χωρίς να γίνονται άμεσες ή έμμεσες διακρίσεις για λόγους εθνικότητας του μεταφορέα ή προέλευσης ή προορισμού της μεταφοράς.
[…]
η) ότι το ύψος των διοδίων συναρτάται με το κόστος κατασκευής, εκμετάλλευσης και ανάπτυξης του συγκεκριμένου δικτύου υποδομής.»
5. Η οδηγία 1999/62, η οποία αντικατέστησε την ακυρωθείσα από το Δικαστήριο οδηγία 93/89, εκδόθηκε από το Συμβουλίου στις 17 Ιουνίου 1999 και σύμφωνα με το άρθρο της 13 άρχισε να ισχύει από τις 20 Ιουλίου 1999. Σύμφωνα με το άρθρο 12, η οδηγία αυτή έπρεπε να μεταφερθεί μέχρι την 1η Ιουλίου 2000. Το άρθρο 7, παράγραφοι 4 και 9, της οδηγίας 1999/62 –που έχει ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 7, στοιχεία β΄ και η΄, της οδηγίας 93/89– προβλέπει:
«4. Τα διόδια και τα τέλη χρήσης δεν επιτρέπεται να εισάγουν, άμεσα ή έμμεσα, διακρίσεις λόγω της ιθαγένειας του μεταφορέα ή της προέλευσης ή του προορισμού του οχήματος.
[…]
9. Το σταθμισμένο μέσο ύψος των διοδίων σχετίζεται με το κόστος κατασκευής, λειτουργίας και ανάπτυξης του αντίστοιχου δικτύου έργων υποδομής.
10. Με την επιφύλαξη του σταθμισμένου μέσου ύψους των διοδίων που μνημονεύεται στην παράγραφο 9, τα κράτη μέλη μπορούν να διαφοροποιούν τα διόδια ανάλογα:
α) με τη κατηγορία εκπομπών του οχήματος, υπό την επιφύλαξη ότι τα διόδια δεν είναι υψηλότερα κατά περισσότερο από 50% από τα διόδια που επιβάλλονται για ισοδύναμα οχήματα που πληρούν τις αυστηρότερες προδιαγραφές εκπομπής,
β) με την ώρα του εικοσιτετραώρου, υπό την επιφύλαξη ότι τα διόδια δεν είναι υψηλότερα κατά περισσότερο από 100 % από τα διόδια που επιβάλλονται κατά τη φθηνότερη περίοδο του εικοσιτετραώρου.
Οιαδήποτε διαφοροποίηση των διοδίων ανάλογα με την κατηγορία των εκπομπών ή την ώρα της ημέρας πρέπει να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο.»
6. Με την απόφασή του της 26ης Σεπτεμβρίου 2000 (5), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, «αυξάνοντας την 1η Ιουλίου 1995 και την 1η Φεβρουαρίου 1996 την τιμή των διοδίων της πλήρους διαδρομής του αυτοκινητοδρόμου του Brenner, διαμετακομιστικής οδού που διασχίζει την Αυστρία και χρησιμοποιείται κυρίως από οχήματα με μέγιστο επιτρεπόμενο μικτό βάρος τουλάχιστον ίσο προς δώδεκα τόνους τα οποία προορίζονται για εμπορευματικές μεταφορές και τα οποία είναι καταχωρισμένα σε άλλα κράτη μέλη», παρέβη τις υποχρεώσεις της από το άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89. Το Δικαστήριο διαπίστωσε επιπλέον ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, «μη εφαρμόζοντας τα προαναφερθέντα διόδια αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη του κόστους κατασκευής, εκμετάλλευσης και ανάπτυξης του αυτοκινητοδρόμου του Brenner», παρέβη τις υποχρεώσεις της από το άρθρο 7, στοιχείο η΄, της ίδιας οδηγίας.
III – Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
7. Η ενάγουσα της κύριας δίκης είναι μεταφορική εταιρία που εδρεύει στην Αυστρία (στο εξής: Rieser) και πραγματοποιεί διεθνείς εμπορευματικές μεταφορές με φορτηγά οχήματα με επιτρεπόμενο μικτό βάρος τουλάχιστον ίσο προς δώδεκα τόνους και με περισσότερους από τρεις άξονες και χρησιμοποιεί στο πλαίσιο της ανωτέρω δραστηριότητάς της τακτικά μεταξύ άλλων και τον αυτοκινητόδρομο του Brenner για τη χρήση του οποίου επιβάλλονται διόδια.
8. Βάσει της αποφάσεως του Δικαστηρίου που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Αυστρίας που αφορούσε διαδικασία κατά παραβάσεως της Συνθήκης (6), η Rieser απαιτεί από την εταιρία που εκμεταλλεύεται τον αυτοκινητόδρομο του Brenner, ήτοι από την Autobahnen‑ und Schnellstraßen‑ Finanzierungs‑ Aktiengesellschaft (στο εξής: ASFINAG), την εν μέρει επιστροφή των διοδίων που κατέβαλε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, όπως υποστηρίζει, κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1997 έως 31 Ιουλίου 2000 για τη χρήση της συνολικής διαδρομής του αυτοκινητοδρόμου του Brenner.
9. Στην εναγομένη ASFINAG ανατέθηκε με σύμβαση εκμεταλλεύσεως, που συνήφθη τον Ιούνιο του 1997 με τη μοναδική εταίρο της, ήτοι τη Δημοκρατία της Αυστρίας, και η οποία δέσμευε τα μέρη αναδρομικά, ήτοι από 1ης Ιανουαρίου 1997, την ευθύνη για την κατασκευή, τον σχεδιασμό και την εκμετάλλευση, τη συντήρηση και τη χρηματοδότηση των αυστριακών αυτοκινητοδρόμων και οδών ταχείας κυκλοφορίας μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο A 13 (αυτοκινητόδρομος του Brenner). Περαιτέρω, η ASFINAG εξουσιοδοτήθηκε με την ανωτέρω σύμβαση να επιβάλει επ’ ονόματί της και για ίδιο λογαριασμό διόδια και τέλη χρήσεως προκειμένου να καλύπτει με τα έσοδα αυτά τις δαπάνες της.
10. Το Oberster Gerichtshof, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αναίρεση, έχει, αφενός, ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το αν τυγχάνει απευθείας εφαρμοστέο το άρθρο 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89 και το άρθρο 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62 και, αφετέρου, θεωρεί ότι –αντίθετα με την εκτίμηση των δικαστηρίων της ουσίας– είναι επίσης αμφίβολο το κατά πόσον η προβλεπόμενη στις διατάξεις των άρθρων 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62 απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων παράγει άμεσα αποτελέσματα. Τέλος, το Oberster Gerichtshof θεωρεί ότι χρήζει διευκρινίσεως, αφενός, η σχέση μεταξύ της ακυρωθείσας οδηγίας 93/89 και των αποτελεσμάτων της και, αφετέρου, της οδηγίας 1999/62, η οποία αντικατέστησε την οδηγία 93/89 στις 17 Ιουνίου 1999, η οποία όμως έπρεπε να μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών μέχρι την 1η Ιουλίου 2000.
11. Ως εκ τούτου, το Oberster Gerichtshof υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
1) Υπέχει η εναγομένη, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την «έννοια του κράτους βάσει του λειτουργικού κριτηρίου», την υποχρέωση, κατά τη σύναψη συμβάσεων με χρήστες των οδών, να τηρεί τις απευθείας εφαρμοζόμενες («self‑executing») διατάξεις της οδηγίας 93/89/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με την εφαρμογή, εκ μέρους των κρατών μελών, των φόρων επί ορισμένων οχημάτων τα οποία χρησιμοποιούνται για οδική μεταφορά εμπορευμάτων, καθώς και των διοδίων και τελών χρήσης που εισπράττονται για τη χρησιμοποίηση ορισμένων έργων υποδομής και της οδηγίας 1999/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1999, περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής, με συνέπεια να μη δύναται η εναγομένη να απαιτήσει υψηλότερα διόδια από τα κατά τις διατάξεις αυτές επιτρεπόμενα;
2) Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική:
Είναι το άρθρο 7, στοιχεία β΄ και η΄, της οδηγίας 93/89/ΕΟΚ, καθώς και το άρθρο 7, παράγραφοι 4 και 9, της οδηγίας 1999/62/ΕΚ, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απευθείας εφαρμοστέα, ώστε αν οι οδηγίες αυτές δεν έχουν μεταφερθεί ή δεν έχουν μεταφερθεί πλήρως στο αυστριακό δίκαιο να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για τον καθορισμό συμφώνων προς τις οδηγίες διοδίων για οχήματα με περισσότερους από τρεις άξονες που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά προϊόντων καθ’ όλο το μήκος του αυστριακού αυτοκινητοδρόμου του Brenner;
1) Αν η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι καταφατική:
α) Με ποιον τρόπο και με συνυπολογισμό ποιων παραμέτρων πρέπει να υπολογίζεται το ύψος των επιτρεπομένων διοδίων για την απλή διαδρομή άνευ επιστροφής καθ’ όλο το μήκος της οδού;
β) Δύνανται και οι Αυστριακοί μεταφορείς να επικαλεστούν το γεγονός ότι λόγω του (υπερβολικού) ύψους των διοδίων για τη συνολική απόσταση, υφίστανται δυσμενή διάκριση έναντι των χρηστών των οδών οι οποίοι χρησιμοποιούν απλώς επί μέρους διαδρομές;
2) Αν η απάντηση στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα είναι καταφατική:
α) Πρέπει η απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 5ης Ιουλίου 1995, στην υπόθεση C‑21/94 (Συλλογή 1995, σ. Ι‑1827), με την οποία κρίθηκε ότι τα αποτελέσματα της ακυρωθείσας οδηγίας 93/89/ΕΟΚ της 25ης Οκτωβρίου 1993 θα διατηρούνταν έως ότου το Συμβούλιο ψηφίσει νέα σχετική ρύθμιση, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα αποτελέσματα διατηρούνται μέχρις ότου τα κράτη μέλη μεταφέρουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη τις διατάξεις της νέας οδηγίας ή μέχρις ότου παρέλθει η προθεσμία μεταφοράς στις εθνικές έννομες τάξεις;
β) Αν η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα, στοιχείο α΄, είναι αρνητική: Έχουν τα κράτη μέλη, κατά το χρονικό διάστημα από τις 17 Ιουνίου 1999 μέχρι την 1η Ιουλίου 2000, υποχρέωση να λάβουν υπόψη τη νέα οδηγία, ήτοι έχει η νέα οδηγία προκαταβολικά αποτελέσματα των οποίων επιβάλλεται η τήρηση;
IV – Επιχειρήματα των διαδίκων και νομική εκτίμηση
Α – Εισαγωγική παρατήρηση όσον αφορά την προβληθείσα από τη Rieser παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 86 ΕΚ
12. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Rieser υποστήριξε ότι η είσπραξη των υπέρμετρα υψηλών διοδίων από την ASFINAG συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως και ότι, ως εκ τούτου, η ASFINAG παρέβη το άρθρο 82 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 86 ΕΚ.
13. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κατά πάγια νομολογία προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο μπορούν να υποβάλουν μόνο τα εθνικά δικαστήρια και όχι οι διάδικοι της κύριας δίκης. Επομένως, εναπόκειται αποκλειστικά και μόνο στα εθνικά δικαστήρια να καθορίζουν τα ερωτήματα που θα υποβάλουν στο Δικαστήριο. Οι διάδικοι δεν μπορούν να μεταβάλουν το περιεχόμενο των ερωτημάτων ή να υποβάλουν περαιτέρω ερωτήματα (7).
14. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 82 και 86 ΕΚ, παρέλκει η εξέταση της προβληθείσας από τη Rieser και μόνον παραβάσεως των διατάξεων αυτών.
Β − Επί του πρώτου ερωτήματος
15. Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η Rieser μπορεί να επικαλεσθεί απευθείας τις εν λόγω διατάξεις των δύο οδηγιών έναντι ενός οργανισμού όπως είναι η ASFINAG, μολονότι η ASFINAG είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου το οποίο ωστόσο υπόκειται στον έλεγχο του κράτους.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
16. Η Rieser φρονεί ότι η ASFINAG ανήκει στη βάσει του λειτουργικού κριτηρίου δημόσια διοίκηση, δεδομένου ότι επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη μοναδική εταίρο της, ήτοι τη Δημοκρατία της Αυστρίας, της έχει δε ανατεθεί μια αποστολή την οποία ασκούσε κατά το παρελθόν το κράτος.
17. Η ASFINAG φρονεί αντιθέτως ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν έχει την υποχρέωση κατά τη σύναψη συμβάσεων να τηρεί τις απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις των οδηγιών, δεδομένου ότι ως ανώνυμη εταιρία του ιδιωτικού δικαίου εισπράττει τα διόδια επί του αυτοκινητοδρόμου του Brenner για ίδιο λογαριασμό, έχει δική της νομική προσωπικότητα, δεν ασκεί δημόσια εξουσία και τα όργανά της δεν δεσμεύονται από τις υποδείξεις των οργάνων της Δημοκρατίας της Αυστρίας.
18. Η Επιτροπή φρονεί ότι βάσει του λειτουργικού κριτηρίου η ASFINAG πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάγεται στο αυστριακό κράτος και ότι, ως εκ τούτου, είναι αποδέκτρια της οδηγίας 93/89 καθώς και της οδηγίας 1999/62. Η ASFINAG αποτελεί μεν ανώνυμη εταιρία του ιδιωτικού δικαίου η οποία συνδέεται απλώς και μόνο με συμβατικούς θεσμούς με τη Δημοκρατία της Αυστρίας και, ως εκ τούτου, τα διοικητικά όργανά της δεν δεσμεύονται από υποδείξεις, εισπράττει δε τα διόδια επ’ ονόματί της και για ίδιο λογαριασμό χωρίς να τα καταβάλει στη Δημοκρατία της Αυστρία, ωστόσο η ASFINAG δεσμεύεται από τις κρίσιμες διατάξεις των οδηγιών. Η Δημοκρατία της Αυστρίας είναι η μοναδική εταίρος της εναγομένης και δικαιούται, σύμφωνα με τη σύμβαση εκμεταλλεύσεως που συνήψε με την ASFINAG, να ελέγχει όλα τα μέτρα της ASFINAG και των θυγατρικών εταιριών της και να ζητεί ανά πάσα στιγμή πληροφορίες σχετικά με τη δραστηριότητά της. Έχει το δικαίωμα να ορίζει τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν. Η ASFINAG υποχρεούται να επεξεργάζεται ετησίως τα σχέδια συντηρήσεως του δικτύου των αυτοκινητοδρόμων και να υποβάλει τον αντίστοιχο προϋπολογισμό στο ομοσπονδιακό κράτος. Περαιτέρω, η ASFINAG υποχρεούται κατ’ έτος να υποβάλει εμπροθέσμως, προκειμένου να καταρτιστεί ο προϋπολογισμός του ομοσπονδιακού κράτους, τις απαιτούμενες εκτιμήσεις ως προς το οικονομικό ύψος του σχεδιασμού καθώς και προϋπολογισμό εξόδων για τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη συντήρηση και τη διαχείριση των ομοσπονδιακών αυτοκινητοδρόμων και των οδών ταχείας κυκλοφορίας. Τέλος, η ASFINAG δεν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ιδία βουλήσει το ύψος των εκάστοτε διοδίων. Τούτο ρυθμίζεται νομοθετικώς με ρύθμιση η οποία ορίζει ότι το ύψος των εκάστοτε τελών καθορίζεται από τον Ομοσπονδιακό Υπουργό Εθνικής Οικονομίας σε συμφωνία με τον Ομοσπονδιακό Υπουργό των Οικονομικών αναλόγως της κατηγορίας του οχήματος. Επομένως, η ASFINAG ανήκει στα υποκείμενα δικαίου στα οποία, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής τους, μπορούν να αντιταχθούν οι απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις μιας οδηγίας.
2. Νομική εκτίμηση
19. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος επιβάλλεται κατ’ αρχάς η παρατήρηση ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων που προβλέπει το άρθρο 234 ΕΚ, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου επί της συγκεκριμένης υποθέσεως (8). Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει αν –ως έχει η διατύπωση του ερωτήματος– «η εναγομένη», ήτοι η ASFINAG, έχει την υποχρέωση, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου επί των οργανισμών οι οποίοι υπάγονται στην έννοια της δημόσιας διοικήσεως βάσει του λειτουργικού κριτηρίου, να τηρεί τις απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις των οδηγιών.
20. Ωστόσο, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να ερμηνεύει τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων και να ελέγχει τα αποτελέσματα που αυτές παράγουν, μεταξύ δε άλλων και το αν οι πράξεις αυτές μπορούν να αντιταχθούν έναντι συγκεκριμένων φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων. Αντιθέτως, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί αν ένας διάδικος στο πλαίσιο δίκης που εκκρεμεί ενώπιόν του ανήκει σε κάποια από τις ως άνω οριζόμενες ομάδες (9).
21. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν οργανισμοί όπως είναι η ASFINAG –ανεξαρτήτως της νομικής προσωπικότητάς της ως νομικού προσώπου του ιδιωτικού δικαίου– μπορούν να χαρακτηρισθούν κρατικές αρχές βάσει του λειτουργικού κριτηρίου έναντι των οποίων είναι δυνατή η απευθείας επίκληση των εν λόγω διατάξεων των οδηγιών.
22. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο ερμηνεύει διασταλτικά την έννοια του κράτους, μπορεί να αντιταχθεί η ευθεία εφαρμογή μιας οδηγίας έναντι όλων των οργάνων της δημόσιας διοικήσεως συμπεριλαμβανομένων των δήμων και κοινοτήτων και των λοιπών οργανισμών της τοπικής αυτοδικοικήσεως (10). Η διασταλτική ερμηνεία της εννοίας του κράτους προϋποθέτει περαιτέρω ότι το κράτος μπορεί να είναι αποδέκτης μιας διατάξεως οδηγίας που παράγει άμεσα αποτελέσματα και στην περίπτωση που δεν ενεργεί ως φορέας δημόσιας εξουσίας, αλλά με άλλη ιδιότητα, π.χ. ως ιδιοκτήτης δημόσιας επιχειρήσεως ή ως μέτοχος που κατέχει την πλειοψηφία ή ως μοναδικός μέτοχος ιδιωτικής επιχειρήσεως.
23. Αφετηρία της διασταλτικής αυτής ερμηνείας της εννοίας του κράτους είναι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι μια οδηγία δεν μπορεί μεν, αυτή καθ’ εαυτήν, να θεμελιώσει υποχρεώσεις εις βάρος των ιδιωτών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει επίκλησή της έναντι αυτών (11), ωστόσο κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου −είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις− το εθνικό δικαστήριο που καλείται να το ερμηνεύσει, οφείλει να πράξει τούτο κατά το μέτρο του δυνατού έχοντας υπόψη του τη διατύπωση και τον σκοπό της οδηγίας, ούτως ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ) (12).
24. Στην περίπτωση που ένας ιδιώτης μπορεί, στο πλαίσιο αυτό, να επικαλεστεί έναντι του κράτους μια οδηγία, μπορεί να πράξει τούτο ανεξαρτήτως της ιδιότητας –ως εργοδότης ή ως φορέας ασκήσεως δημόσιας εξουσίας– υπό την οποία ενεργεί το κράτος. Πράγματι, και στη μία και στην άλλη περίπτωση δεν θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στο κράτος να επωφεληθεί από τη μη συμμόρφωσή του προς το κοινοτικό δίκαιο (13).
25. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι μεταξύ των φορέων έναντι των οποίων είναι δυνατή η επίκληση διατάξεων οδηγιών που μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί ή οι κρατικές επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής τους, στους οποίους έχει ανατεθεί δυνάμει πράξεως της δημοσίας αρχής η παροχή υπηρεσίας δημοσίου συμφέροντος υπό την εποπτεία της αρχής αυτής και οι οποίοι έχουν, προς τούτο, εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες (14).
26. Αυτό που εγείρει ερωτηματικά είναι το αν αυτό το (οριζόντιο) άμεσο αποτέλεσμα μιας οδηγίας είναι δυνατόν να υπάρχει και έναντι ενός νομικού προσώπου του ιδιωτικού δικαίου, το οποίο έχει συσταθεί από το κράτος που είναι και ο μόνος μέτοχος και στο οποίο –χωρίς πλήρη κρατική εποπτεία– έχει ανατεθεί η εκτέλεση καθηκόντων με δική του ευθύνη και για ίδιο λογαριασμό τα οποία προηγουμένως εκτελούνταν από το ίδιο το κράτος ως υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος.
27. Όσον αφορά την εκτίμηση του σημείου αυτού, θα ήθελα να υπενθυμίσω τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Collino κ.λπ., στις οποίες υποστήριξα ότι η κύρωση του άμεσου αποτελέσματος έναντι των κρατών μελών παράγει τα πλήρη αποτελέσματά της μόνον όταν πλήττει το κράτος πάντοτε και ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης νομικής μορφής με την οποία αυτό ενεργεί. Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία το κράτος αντικειμενικώς ίσταται όπισθεν, έμμεσα ή άμεσα, ενός οργανισμού ή μιας επιχειρήσεως, τον οποίο ή την οποία ελέγχει, δεν πρόκειται πλέον για μεμονωμένο ιδιώτη (15).
28. Με γνώμονα τα ανωτέρω, πρέπει στη συνέχεια να εκτιμηθούν, αφενός, οι άμεσες εξουσίες του κράτους όσον αφορά τη διοίκηση, τον έλεγχο και την εποπτεία μιας επιχειρήσεως του ιδιωτικού δικαίου και, αφετέρου, οι έμμεσες δυνατότητες επηρεασμού που απορρέουν από τις στενές διαρθρωτικές σχέσεις της επιχειρήσεως με τον οργανισμό δημοσίου δικαίου ο οποίος από οικονομικής απόψεως ίσταται όπισθεν της επιχειρήσεως αυτής.
29. Όσον αφορά τις έμμεσες εξουσίες του κράτους ως προς τη διοίκηση, τον έλεγχο και την εποπτεία, κρίσιμο είναι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες αρχές, το αν μια επιχείρηση ή άλλος ιδιωτικός φορέας υπόκεινται από τυπικής απόψεως στην πλήρη εποπτεία του κράτους. Οι νομοθετικώς καθοριζόμενοι σκοποί ή οι συμβατικώς παραχωρηθείσες επιμέρους κρατικές εξουσίες μπορούν επίσης να περιορίσουν, από νομικής απόψεως, σε τέτοιο βαθμό το περιθώριο χειρισμών της επιχειρήσεως, ώστε τούτο να ισοδυναμεί κατ’ αποτέλεσμα με πλήρη εποπτεία από το κράτος. Εφόσον το κράτος δικαιούται π.χ. να προβαίνει σε συνοδευτικό έλεγχο όσον αφορά το σύνολο των μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που αφορούν τον σχεδιασμό της επιχειρήσεως και των θυγατρικών της εταιριών, να θέτει στόχους και να ζητεί ανά πάσα στιγμή πληροφορίες σχετικά με τη δραστηριότητά της και τη δραστηριότητα των θυγατρικών της εταιριών, είναι προφανές ότι το περιθώριο χειρισμών που διαθέτει η επιχείρηση είναι από νομικής απόψεως ευθύς εξαρχής περιορισμένο. Τα ανωτέρω επιτείνονται και στην περίπτωση που μια επιχείρηση δεσμεύεται, στο πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας που της έχει ανατεθεί, από τους νομοθετικώς καθορισθέντες στόχους και από το αντικείμενο της εταιρικής συμβάσεως υποχρεούμενη να τηρεί τους όρους-πλαίσιο που προβλέπει η νομοθεσία και οι οποίοι περιλαμβάνουν π.χ. –όπως στην περίπτωση της ASFINAG– και τον καθορισμό του ύψους των εισπραττομένων από αυτή διοδίων και τελών χρήσεως, η δε επιχείρηση περιορίζεται απλώς στην υποβολή προτάσεων σχετικών με την περαιτέρω διαμόρφωσή τους.
30. Όσον αφορά τις έμμεσες δυνατότητες επηρεασμού, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το αν το κράτος, το οποίο ίσταται από οικονομικής απόψεως όπισθεν της επιχειρήσεως, είναι σε θέση να κατευθύνει κατά το δοκούν στο εσωτερικό της εταιρίας τον τρόπο με τον οποίο η επιχείρηση χρησιμοποιεί το περιθώριο χειρισμών που διαθέτει από νομικής απόψεως και που από τυπικής απόψεως υφίσταται στις προς τα έξω σχέσεις, όπως αυτό συμβαίνει π.χ. στην περίπτωση εταιρίας με έναν μόνον εταίρο.
31. Το σύνολο των άμεσων και έμμεσων δυνατοτήτων ελέγχου και επηρεασμού, όπως οι δυνατότητες αυτές μπορούν να ασκηθούν στην περίπτωση μιας επιχειρήσεως όπως η ASFINAG, δικαιολογούν τη θεώρησή της ως οργανισμού ανήκοντος κατ’ ουσίαν στο κράτος.
32. Τέλος, και ο προστατευτικός σκοπός της οδηγίας συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι, σε περίπτωση όπως η προκειμένη, πρέπει να θεωρηθεί ότι μια επιχείρηση του ιδιωτικού δικαίου είναι αποδέκτρια των διατάξεων που παράγουν άμεσα αποτελέσματα. Πράγματι, δεν πρέπει να αποκλείεται μόνον το ενδεχόμενο να μπορεί το κράτος να επωφεληθεί από τη μη συμμόρφωσή του προς το κοινοτικό δίκαιο (16), αλλά και το ενδεχόμενο να αποφύγει τις συνέπειες του κοινοτικού δικαίου αναθέτοντας σε ιδιωτικές εταιρίες την παροχή υπηρεσιών δημοσίου δικαίου.
33. Σκοπός των επίμαχων εν προκειμένω οδηγιών είναι η εναρμόνιση της εισπράξεως τελών για τη χρήση ορισμένων τμημάτων του οδικού δικτύου στα κράτη μέλη. Η επίτευξη του σκοπού αυτού θα διακυβευόταν αν ένα κράτος μέλος μπορούσε να αποφύγει τις συνέπειες των οδηγιών αναθέτοντας σε ιδιωτικές εταιρίες αυτόν το τομέα δραστηριοτήτων ο οποίος κατά παράδοση υπάγεται στη δημόσια διοίκηση. Επομένως, ακόμη και μια επιχείρηση του ιδιωτικού δικαίου, στην οποία −μέσω κρατικής πράξεως για την οργάνωσή της ή μέσω συμβατικής συμφωνίας− έχει ανατεθεί η άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών και η οποία πληροί τα κριτήρια του εν ευρεία εννοία κράτους τα οποία έχει αναπτύξει το Δικαστήριο, δεν μπορεί να εξαιρεθεί από το άμεσο αποτέλεσμα που παράγουν οι οδηγίες αυτές.
34. Εν κατακλείδι, πρέπει να λεχθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (17), η ASFINAG πρέπει να θεωρηθεί ως αναθέτουσα αρχή (18). Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, ως αναθέτουσες αρχές νοούνται, πέραν του κράτους, και κάθε οργανισμός δημοσίου δικαίου:
– «που δημιουργήθηκε ειδικά για να ικανοποιήσει ανάγκες γενικού συμφέροντος που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα και
– που έχει νομική προσωπικότητα και
– του οποίου, είτε η δραστηριότητα χρηματοδοτείται κατά πλειοψηφία από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου είτε η διαχείριση υπόκειται σε έλεγχο από το κράτος ή τους οργανισμούς αυτούς είτε άνω του ημίσεως του αριθμού των μελών του οργάνου διοίκησης, διεύθυνσης ή εποπτείας ορίζεται από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου».
35. Η έννοια της αναθέτουσας αρχής δεν πρέπει μεν κατ’ ανάγκη να έχει το ίδιο περιεχόμενο με τη βάσει του λειτουργικού κριτηρίου έννοια του κράτους, έναντι του οποίου οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται το άμεσο αποτέλεσμα που παράγει μια οδηγία. Ωστόσο, δεδομένου ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις πρέπει να μη δοθεί στο κράτος η δυνατότητα να αποφύγει τις υποχρεώσεις που το βαρύνουν, αναθέτοντας την εκτέλεση των δραστηριοτήτων του σε έναν από τυπικής απόψεως ανεξάρτητο οργανισμό, το γεγονός ότι η ASFINAG πληροί τις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό της ως αναθέτουσας αρχής αποτελεί ένδειξη για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
36. Ως εκ τούτου, προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι και τα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού δικαίου έχουν την υποχρέωση να τηρούν, κατά τη σύναψη συμβάσεων με χρήστες του οδικού δικτύου, τις απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις της οδηγίας 93/89 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με την εφαρμογή, εκ μέρους των κρατών μελών, των φόρων επί ορισμένων οχημάτων τα οποία χρησιμοποιούνται για οδική μεταφορά εμπορευμάτων, καθώς και των διοδίων και τελών χρήσης που εισπράττονται για τη χρησιμοποίηση ορισμένων έργων υποδομής και της οδηγίας 1999/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1999, περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής, εφόσον το κράτος έχει αναθέσει σε αυτά τα νομικά πρόσωπα την αποστολή να εισπράττουν τα διόδια για τη χρήση του δημόσιου οδικού δικτύου, ελέγχει δε αυτά τα νομικά πρόσωπα άμεσα ή έμμεσα.
Γ − Επί του δευτέρου και τρίτου ερωτήματος
37. Το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα αφορούν την ίδια ομάδα προβλημάτων, ήτοι το άμεσο αποτέλεσμα των προαναφερθεισών διατάξεων των οδηγιών 93/89 και 1999/62 σχετικά με την είσπραξη διοδίων και τελών από τα κράτη μέλη για τη χρησιμοποίηση ορισμένων έργων υποδομής. Ως εκ τούτου, τα δύο ερωτήματα επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
38. Η Rieser φρονεί ότι οι διατάξεις της οδηγίας περιέχουν τα αναγκαία κριτήρια ώστε να είναι απευθείας εφαρμοστέες και να παρέχουν στους ιδιώτες το δικαίωμα επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Τα διόδια για το σύνολο της διαδρομής ανά χιλιόμετρο ανέρχονται κατά μέσον όρο σε 3,41 ευρώ. Αντιθέτως, τα διόδια για τη χρήση συγκρίσιμων μερικών διαδρομών ανέρχονταν μόλις σε περίπου 1,25 ευρώ ανά χιλιόμετρο. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς το ύψος του ποσού που πρέπει να επιστραφεί. Ακόμη και ως αυστριακή επιχείρηση η Rieser μπορεί να επικαλεσθεί τις οδηγίες, δεδομένου ότι απαγορεύουν την όποια διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με την προέλευση και τον προορισμό.
39. Αντιθέτως, η ASFINAG φρονεί ότι το άρθρο 7, στοιχεία β΄ και η΄, της οδηγίας 93/89 καθώς και το άρθρο 7, παράγραφοι 4 και 9, της οδηγίας 1999/62 δεν τηρούν τις προϋποθέσεις προκειμένου να θεωρηθούν απευθείας εφαρμοστέες.
40. Οι διατάξεις του άρθρου 7, στοιχείο β΄ της οδηγίας 93/89 και του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62 δεν μπορούν να είναι απευθείας εφαρμοστέες, διότι το περιεχόμενό τους στερείται επαρκούς ακρίβειας. Από τις διατάξεις αυτές δεν προκύπτει με ποιον τρόπο, ήτοι μέσω της συγκρίσεως, με ποια μερική διαδρομή πρέπει να κριθεί η οποιαδήποτε δυσμενής μεταχείριση των χρηστών της συνολικής διαδρομής. Και οι ασάφειες, κατά την επιλογή από το Δικαστήριο των μερικών διαδρομών που έπρεπε να ληφθούν υπόψη για τη σύγκριση στο πλαίσιο της αποφάσεως Επιτροπή κατά Αυστρίας (19), δείχνουν ότι η απαγόρευση της διαφορετικής μεταχείρισης ανάλογα με τον τόπο προελεύσεως και προορισμού της μεταφοράς στερείται επαρκούς ακρίβειας και δεν παρέχει κάποια «ελάχιστη εγγύηση». Αν τα εθνικά δικαστήρια ήσαν υποχρεωμένα να εφαρμόσουν την οδηγία 93/89, θα έπρεπε να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια κατά τον καθορισμό των κριτηρίων επιλογής των διαδρομών που θα αποτελούσαν μέτρο συγκρίσεως καθώς και κατά τον καθορισμό του ορθού ύψους των διοδίων, εξουσία η οποία όμως ανήκει μόνο στον νομοθέτη.
41. Έστω και αν θεωρηθεί ότι το άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62 έχουν επαρκή ακρίβεια, δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση οι Αυστριακοί μεταφορείς να επικαλεσθούν τις διατάξεις αυτές, δεδομένου ότι οι μεταφορείς αυτοί δεν υφίστανται δυσμενή διάκριση λόγω της ιθαγενείας τους, οι δε οδηγίες σχετικά με το κόστος για τη χρήση της υποδομής των οδικών μεταφορών δεν ρυθμίζουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των μεταφορικών επιχειρήσεως εντός του ιδίου κράτους μέλους.
42. Ούτε η διάταξη του άρθρου 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89 παράγει άμεσο αποτέλεσμα. Η διάταξη αυτή ορίζει απλώς ότι τα διόδια πρέπει να αποτελούν συνάρτηση του κόστους κατασκευής, λειτουργίας και περαιτέρω αναπτύξεως του οικείου οδικού δικτύου, χωρίς ωστόσο να περιέχει άλλες ενδείξεις ως προς τον τρόπο υπολογισμού του κόστους αυτού και της κατανομής του στις επιμέρους κατηγορίες οχημάτων, στις επιμέρους διαδρομές και χρονικές περιόδους. Βάσει αυτής της ρυθμίσεως, η οποία θέτει απλώς ένα γενικό και αόριστο στόχο, είναι αδύνατο να καθορισθεί αριθμητικώς, έστω και κατά προσέγγιση, το επιτρεπόμενο ύψος των διοδίων. Άλλωστε, ούτε το Δικαστήριο διευκρίνισε με την απόφασή του Επιτροπή κατά Αυστρίας τη μέθοδο υπολογισμού για τις δαπάνες του οδικού δικτύου. Τέλος, υπάρχουν ασφαλώς πλείονες μέθοδοι υπολογισμού οι οποίες είναι σύμφωνες με το άρθρο 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89. Ωστόσο, δεδομένου ότι εν προκειμένω υφίσταται μεγάλο περιθώριο εκτιμήσεως, η οδηγία 93/89 δεν μπορεί να θεωρηθεί απευθείας εφαρμοστέα.
43. Οι ανωτέρω εκτιμήσεις ισχύουν κατ’ αναλογίαν και για την οδηγία 1999/62, δεδομένου ότι οι σχετικές διατάξεις της (ιδίως το άρθρο 7, παράγραφος 9) δεν έχουν υποστεί ως προς το σημείο αυτό καμία ουσιώδη τροποποίηση, αλλά αντιθέτως είναι πολύ λιγότερο σαφείς απ’ ό,τι οι ρυθμίσεις της οδηγίας 93/89. Το άρθρο 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62 στηρίζεται στο «σταθμισμένο μέσο ύψος των διοδίων» και όχι πλέον απλώς στα «διόδια», το δε άρθρο 7, παράγραφος 10, της οδηγίας 1999/62 προβλέπει ορισμένες διαφοροποιήσεις ανάλογα με την κατηγορία εκπομπών του οχήματος και την ώρα του εικοσιτετραώρου και το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 1999/62 προβλέπει τη διάθεση ενός (μη προσδιοριζομένου) ποσοστού από τα δικαιώματα χρήσεως ή από τα διόδια για την προστασία του περιβάλλοντος και για την ισόρροπη ανάπτυξη των δικτύων μεταφοράς. Τούτο καθιστά έτι δυσχερέστερο τον υπολογισμό του επιτρεπόμενου ύψους των διοδίων για ορισμένα οχήματα.
44. Σύμφωνα με τον προστατευτικό σκοπό της η οδηγία 93/89 δεν αναγνωρίζει ατομικά δικαιώματα. Ο σκοπός της, ήτοι η άρση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, δεν ματαιώνεται από τη διαφορετική διαμόρφωση των τιμολογίων για τη χρήση της πλήρους διαδρομής και των μερικών διαδρομών. Ούτε από την ίδια την οδηγία 93/89 ούτε από τη νομική θεμελίωσή της στη Συνθήκη ΕΚ προκύπτει ρυθμιστικός σκοπός ο οποίος να δικαιολογεί την ακύρωση των συμβάσεων διοδίων που συνήφθησαν μεταξύ της ιδίας και των χρηστών του αυτοκινητοδρόμου του Brenner.
45. Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, στοιχείο β΄, η ASFINAG φρονεί ότι οι Αυστριακοί μεταφορείς δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να επικαλεστούν το τυχόν άμεσο αποτέλεσμα που παράγουν οι διατάξεις των οδηγιών, δεδομένου ότι οι μεταφορείς αυτοί δεν υφίστανται δυσμενή διάκριση λόγω της ιθαγενείας τους, ο δε σκοπός των οδηγιών που αφορούν τις δαπάνες των οδικών δικτύων δεν είναι η ρύθμιση του ανταγωνισμού μεταξύ των μεταφορικών επιχειρήσεων εντός του ιδίου κράτους μέλους.
46. Η Αυστριακή Κυβέρνηση αρνείται επίσης ότι οι προβαλλόμενες διατάξεις των οδηγιών είναι απευθείας εφαρμοστέες και υποστηρίζει −όπως και η ASFINAG– ότι στο άρθρο 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89 δεν δίδονται ορισμοί για τα τρία είδη δαπανών −κατασκευή, εκμετάλλευση και ανάπτυξη− όπως δεν δίδεται ορισμός για την έννοια του «συγκεκριμένου δικτύου υποδομής». Επομένως, είναι τελείως ασαφές ποιες δαπάνες πράγματι υπάγονται σ’ αυτές τις αόριστες έννοιες και με ποιον τρόπο οι έννοιες αυτές θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό των αντίστοιχων δαπανών. Ο περιορισμός του ήδη μεγάλου περιθωρίου χειρισμών που διαθέτουν τα κράτη μέλη δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε με το να «συναρτάται» το βάσει του άρθρου 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89 υπολογιζόμενο ύψος των διοδίων για τον εκάστοτε χρήστη του αυτοκινητοδρόμου με το κόστος κατασκευής, εκμετάλλευσης και ανάπτυξης ούτε με το να μη χρειάζεται να υπάρχει ακριβής αντιστοιχία μεταξύ του ύψους των διοδίων και του κόστους κατασκευής, εκμετάλλευσης και αναπτύξεως. Επιπλέον, δεν ρυθμίζεται η κατανομή του κόστους στις επιμέρους κατηγορίες χρηστών. Τέλος, το άρθρο 7, στοιχείο η΄, δεν περιέχει κανένα στοιχείο σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού ο οποίος θα έπρεπε να εφαρμόζεται και βάσει του οποίου θα υπολογίζονταν τα διόδια για τον εκάστοτε χρήστη του οδικού δικτύου κατά τρόπο σύμφωνο με την οδηγία 93/89.
47. Οι ασάφειες αυτές υπάρχουν και στη διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή έχει ως επί το πλείστον την ίδια διατύπωση. Η νέα αυτή οδηγία έχει μάλιστα ορισμένα επιπλέον στοιχεία τα οποία αποκλείουν τον απευθείας καθορισμό του ύψους των διοδίων για τον εκάστοτε χρήστη του οδικού δικτύου. Η νέα αυτή οδηγία παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού του ύψους των διοδίων εντός ορισμένων ορίων ανάλογα με τις διάφορες κατηγορίες εκπομπών των οχημάτων ή ανάλογα με την ώρα του εικοσιτετραώρου (βλ. άρθρο 7, παράγραφος 10, στοιχεία α΄ και β΄, ΕΚ). Η διαφοροποίηση αυτή των τελών ανάλογα με την κατηγορία εκπομπών του οχήματος ή με την ώρα του εικοσιτετραώρου πρέπει σύμφωνα με τη διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 7, παράγραφος 10, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 1999/62 να είναι πρόσφορη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Ωστόσο, το άρθρο 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62 δεν περιλαμβάνει κανενός είδους ορισμό και δεν παρέχει περαιτέρω στοιχεία όσον αφορά τις δυνατότητες διαφοροποιήσεως.
48. Δεδομένου ότι από τις διατάξεις του άρθρου 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89 και του άρθρου 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62 δεν προκύπτει ένα μαθηματικό αποτέλεσμα, το ύψος των διοδίων που υπολογίζεται με τον τρόπο που προβλέπουν οι ανωτέρω διατάξεις δεν μπορεί να εκτιμηθεί ούτε βάσει της αρχής του κοινοτικού δικαίου περί απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων. Λόγω της αοριστίας του άρθρου 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89 και του άρθρου 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62, πρέπει να μη γίνει δεκτή η δυνατότητα άμεσης εφαρμογής του άρθρου 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62.
49. Υπέρ της απόψεως ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν παράγουν άμεσο αποτέλεσμα συνηγορεί επίσης το γεγονός ότι, άλλως, τα κράτη μέλη θα διέθεταν σημαντικό περιθώριο χειρισμών όσον αφορά τον καθορισμό μη εισαγόντων δυσμενείς διακρίσεις διοδίων, π.χ. όσον αφορά την επιλογή των μερικών διαδρομών που θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη προς τούτο.
50. Επικουρικώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει σε σχέση με το τρίτο ερώτημα, στοιχείο α΄, ότι το άρθρο 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89 αναφέρει απλώς τρεις παραμέτρους, τις οποίες δεν αναλύει περαιτέρω, ήτοι το κόστος κατασκευής, εκμεταλλεύσεως και αναπτύξεως του συγκεκριμένου δικτύου υποδομής, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ως κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των διοδίων. Ωστόσο, δεν παρέχονται ενδείξεις σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού του κόστους αυτού και σχετικά με το τι πράγματι περιλαμβάνουν οι τρεις αυτές παράμετροι. Το Δικαστήριο, με την απόφασή του Επιτροπή κατά Αυστρίας, επίσης δεν προέβη σε καμία εκτίμηση στηριζόμενο στον υπολογισμό του κόστους της υποδομής όσον αφορά το ύψος των διοδίων στον αυτοκινητόδρομο του Brenner το οποίο θα ήταν σύμφωνο με τη Συνθήκη.
51. Σε σχέση με το τρίτο ερώτημα, στοιχείο β΄, η Αυστριακή Κυβέρνηση −όπως και η ASFINAG– φρονεί ότι ο σκοπός των οδηγιών 93/89 και 1999/62 έγκειται, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις τους, στη ρύθμιση του ανταγωνισμού μεταξύ των μεταφορέων από τα διάφορα κράτη μέλη χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παρέχεται με τον τρόπο αυτόν αξίωση στους διάφορους χρήστες του οδικού δικτύου να χρησιμοποιούν μια συγκεκριμένη διαδρομή έναντι συγκεκριμένου ποσού. Ωστόσο, οι Αυστριακοί μεταφορείς δεν μπορούν να επικαλεσθούν τις διατάξεις περί δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας των οδηγιών 93/89 και 1999/62, δεδομένου ότι η ρύθμιση του ανταγωνισμού μεταξύ μεταφορέων του ιδίου κράτους μέλους δεν καλύπτεται από τον ρυθμιστικό σκοπό του εκάστοτε εξουσιοδοτικού κανόνα του πρωτογενούς δικαίου.
52. Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων που θέτουν το άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62 δεν χρήζει μέτρων εφαρμογής προκειμένου να είναι απευθείας εφαρμοστέα. Το Δικαστήριο χαρακτήρισε στην υπόθεση HI την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων ως απαλλαγμένη αιρέσεων και επαρκώς ακριβή (20).
53. Ο σκοπός των επίμαχων διατάξεων έγκειται στην προστασία των διαμετακομιστικών μεταφορών που πραγματοποιούνται μέσω του αυτοκινητοδρόμου του Brenner από υπέρμετρα υψηλά διόδια σε σύγκριση με αυτά που καταβάλλουν οι χρήστες των μερικών διαδρομών. Ωστόσο, όπως είναι φυσικό, οι διαμετακομιστικές μεταφορές δεν αποτελούν γεγονός που αφορά αποκλειστικά το εσωτερικό ενός κράτους. Επιπλέον, όπως προκύπτει τόσο από τη διατύπωση του άρθρου 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 όσο και από τη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62, επιβάλλεται η προστασία του συνόλου των διαμετακομιστικών μεταφορών από την άνιση μεταχείριση, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των μεταφορέων. Τούτο είναι σύμφωνο και με τη διαπίστωση του Δικαστηρίου στην απόφασή του Επιτροπή κατά Αυστρίας (21). Εφόσον η Rieser χρησιμοποιεί τη συνολική διαδρομή του αυτοκινητοδρόμου του Brenner στο πλαίσιο των διαμετακομιστικών μεταφορών της, μπορεί, ακριβώς όπως και οποιοσδήποτε άλλος αλλοδαπός ή Αυστριακός μεταφορέας, να επικαλεσθεί το άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62.
54. Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89 και το άρθρο 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62 δεν παράγουν άμεσα αποτελέσματα. Βεβαίως, τα κράτη μέλη διαθέτουν, μέσω της επιταγής ότι το ύψος των διοδίων αποτελεί συνάρτηση του κόστους συγκεκριμένων παραμέτρων, ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό του ύψους των διοδίων, ωστόσο κατά την εκπλήρωση του στόχου αυτού τα κράτη μέλη διαθέτουν ένα τόσο ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ώστε ο συγκεκριμένος τρόπος υπολογισμού δεν είναι, όπως απαιτείται, απαλλαγμένος αιρέσεων ούτε επαρκώς ακριβής προκειμένου να είναι απευθείας εφαρμοστέος. Ως εκ τούτου, παρέλκει η απάντηση στο στοιχείο α΄ του τρίτου ερωτήματος.
2. Νομική εκτίμηση
α) Εισαγωγική παρατήρηση όσον αφορά τον κύκλο των οχημάτων που εμπίπτουν στις οδηγίες
55. Στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα φορτηγά με περισσότερους από τρεις άξονες. Σύμφωνα με το άρθρο 2, τέταρτη περίπτωση, της οδηγίας 93/89 και με το άρθρο 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 1999/62, ως όχημα νοείται κατά την έννοια της οδηγίας το όχημα με κινητήρα και μέγιστο επιτρεπόμενο μικτό βάρος τουλάχιστον ίσο προς δώδεκα τόνους, ο δε αριθμός των αξόνων δεν έχει σημασία. Έστω και αν κατά κανόνα οι δύο παράμετροι αφορούν τον ίδιο κύκλο οχημάτων, η ερμηνεία που ακολουθεί αφορά μόνον τα οχήματα όπως αυτά ορίζονται στην οδηγία. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ερευνήσει αν τα χρησιμοποιούμενα από την Rieser οχήματα εμπίπτουν στον ορισμό αυτόν.
β) Η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων βάσει του άρθρου 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62
i) Η άμεση εφαρμογή
56. Κατά πάγια νομολογία, οι ιδιώτες μπορούν σε κάθε περίπτωση που οι διατάξεις μιας οδηγίας, από άποψη περιεχομένου, είναι απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς ακριβείς να τις επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων έναντι του κράτους, εφόσον το κράτος αυτό παρέλειψε να μεταφέρει εμπροθέσμως την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο ή προέβη σε πλημμελή μεταφορά της (22).
57. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε με την απόφασή του Επιτροπή κατά Αυστρίας (23) ότι δεν μεταφέρθηκαν πλήρως οι απορρέουσες από το άρθρο 7, στοιχεία β΄ και η΄, της οδηγίας 93/89 υποχρεώσεις.
58. Όσον αφορά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων του άρθρου 7, παράγραφοι 4 και 9, της οδηγίας 1999/62, δεν υπάρχει μια ανάλογη δικαστική διαπίστωση. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές έχουν κατ’ ουσίαν το ίδιο περιεχόμενο με τις προαναφερθείσες διατάξεις της προηγούμενης οδηγίας 93/89, θα έπρεπε να ισχύσει το αυτό, τουλάχιστον όσον αφορά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα μέχρι την 1η Ιουλίου 2000 (24) ημερομηνία μέχρι την οποία έπρεπε οι διατάξεις αυτές να μεταφερθούν στην αυστριακή νομοθεσία.
59. Πρέπει να ερευνηθεί αν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις προκειμένου να παράγει άμεσο αποτέλεσμα η απαγόρευση της άμεσης ή έμμεσης άνισης μεταχειρίσεως ανάλογα με τον τόπο προελεύσεως ή προορισμού της μεταφοράς που προβλέπουν τα άρθρα 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 καθώς και το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62. Εν προκειμένω, δεν ασκεί επιρροή η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων ανάλογα με την ιθαγένεια η οποία επίσης ρυθμίζεται στις διατάξεις αυτές. Το Δικαστήριο διαπίστωσε όντως με την απόφασή του Επιτροπή κατά Αυστρίας (25) ότι η διαμόρφωση του ύψους των διοδίων εισάγει δυσμενή μεταχείριση στηριζόμενη στην ιθαγένεια, αντίθετη προς το άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89. Εντούτοις, η Rieser, ως αυστριακή επιχείρηση, δεν ανήκει στη λιγότερο ευνοημένη ομάδα. Ως εκ τούτου, ο έλεγχος που ακολουθεί επικεντρώνεται στο αν η Rieser μπορεί να επικαλεσθεί απευθείας την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων ανάλογα με τον τόπο προελεύσεως και προορισμού. Προϋπόθεση προς τούτο είναι ότι η ρύθμιση αυτή είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και επαρκώς ακριβής.
60. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι σε διάφορους τομείς του κοινοτικού δικαίου το Δικαστήριο έχει θεωρήσει απευθείας εφαρμοστέες τις απαγορεύσεις των δυσμενών διακρίσεων που προβλέπονται σε οδηγίες. Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει με πάγια νομολογία ότι η απαγόρευση της (άμεσης ή έμμεσης) δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου στον τομέα της προσβάσεως στην απασχόληση και των όρων εργασίας, καθώς και στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και επαρκώς ακριβής και ότι, ως εκ τούτου, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τις απαγορεύσεις αυτές ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προς αποκλεισμό της εφαρμογής όλων των εθνικών διατάξεων που αντιβαίνουν στην απαγόρευση αυτή (26).
61. Όσον αφορά τον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο παρέχων υπηρεσίες μπορεί να επικαλεσθεί τη γενική απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων που προβλέπουν οι διατάξεις μιας οδηγίας, εφόσον από την εξέταση της διατυπώσεως των επί μέρους διατάξεων προκύπτει ότι η απαγόρευση αυτή είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και επαρκώς σαφής (27).
62. Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε προσφάτως ότι η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (28), είναι απευθείας εφαρμοστέα (29).
63. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τίποτα δεν εμποδίζει κατ’ αρχήν το να θεωρηθούν απευθείας εφαρμοστέες και οι διατάξεις των οδηγιών οι οποίες απαγορεύουν τις δυσμενείς διακρίσεις λόγω της προελεύσεως ή του προορισμού της μεταφοράς, εφόσον οι διατάξεις αυτές πληρούν τις απαιτούμενες ελάχιστες προϋποθέσεις, ήτοι είναι απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς ακριβείς.
64. Όσον αφορά την επαρκή ακρίβεια του άρθρου 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 καθώς και του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν γενικώς τη διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με την προέλευση ή τον προορισμό της μεταφοράς. Οι δήθεν δυσχέρειες για τον προσδιορισμό των διαδρομών που θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο συγκρίσεως, τις οποίες επικαλείται το αιτούν δικαστήριο, η ASFINAG και η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν αναιρούν τον σαφή χαρακτήρα της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων.
65. Η παράβαση της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων ενδέχεται να έγκειται στο γεγονός ότι εφαρμόζονται διαφορετικές ρυθμίσεις επί παρεμφερών πραγματικών περιστατικών ή ότι η ίδια ρύθμιση εφαρμόζεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Επομένως, η εφαρμογή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση τη σύγκριση των διαφορετικών πραγματικών περιστατικών και των εκάστοτε διατάξεων που ρυθμίζουν αυτά τα πραγματικά περιστατικά. Αποτελεί πρωτίστως καθήκον του εφαρμοστή του δικαίου και όχι του νομοθέτη να προβεί στη σύγκριση αυτή.
66. Βεβαίως, είναι δυνατό μια ρύθμιση να περιλαμβάνει ορισμένα κριτήρια, όπως π.χ. εν προκειμένω η ιθαγένεια ή η προέλευση και ο προορισμός, τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της συγκρίσεως. Ωστόσο, ενόψει της πολυμορφίας των καταστάσεων που ενδέχεται πράγματι να ανακύψουν, είναι αδύνατον ο νομοθέτης να ορίσει όλες τις παραμέτρους οι οποίες ενδέχεται να έχουν σημασία για τη σύγκριση. Ωστόσο, τούτο ουδόλως μεταβάλλει το σαφές περιεχόμενο της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, ήτοι ότι δεν επιτρέπεται τα όμοια να ρυθμίζονται κατά τρόπο ανόμοιο και τα ανόμοια κατά τρόπο όμοιο.
67. Στην απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας (30), το Δικαστήριο συνέκρινε το ποσό των διοδίων ανά χιλιόμετρο που διανύεται στη συνολική διαδρομή με το ποσό των διοδίων ανά χιλιόμετρο που οφείλεται για τη χρήση ορισμένων μερικών διαδρομών. Συναφώς, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μόνον εκείνες τις μερικές διαδρομές οι οποίες συνδέουν από οικονομικής απόψεως σημαντικές περιοχές, χρησιμοποιώντας έτσι ένα επιπλέον κριτήριο πέραν της προελεύσεως και του προορισμού. Πράγματι, μόνο στις επιλεγείσες από το Δικαστήριο μερικές διαδρομές παρατηρείται κίνηση φορτηγών αντίστοιχη με αυτήν που παρατηρείται στη συνολική διαδρομή. Το κριτήριο αυτό είναι σύμφωνο με το περιεχόμενο και τον σκοπό της οδηγίας, ο οποίος έγκειται στην άρση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ των μεταφορικών επιχειρήσεων (31).
68. Περαιτέρω, πρέπει να εξεταστεί αν η ανωτέρω απαγόρευση των διακρίσεων μπορεί, ενόψει των εξαιρέσεων και των επιφυλάξεων που προβλέπει σε κάθε περίπτωση το άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 («[…] με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, και του άρθρου 9 [...]»), να θεωρηθεί ως απαλλαγμένη αιρέσεων (32).
69. Και ως προς το σημείο αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Η επιφύλαξη υπέρ του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, αποτελεί μεταβατική διάταξη, η οποία περιορίζει μεν την ισχύ της οδηγίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, πλην όμως δεν εξαρτά την ανωτέρω αρχή που ισχύει στο πεδίο εφαρμογής του από καμία προϋπόθεση. Η ρύθμιση του άρθρου 9 σκοπεί απλώς να παράσχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρούν τις συνοριακές περιοχές από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας βάσει της διαδικασίας της αποφάσεως του Συμβουλίου της 21ης Μαρτίου 1962. Ωστόσο, είναι προφανές ότι σκοπός της ρυθμίσεως αυτής δεν είναι να περιορίσει το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ή να εξαρτήσει την εφαρμογή της αρχής αυτής από ορισμένες προϋποθέσεις και, ως εκ τούτου, η ρύθμιση αυτή επίσης δεν εμποδίζει την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων να είναι απευθείας εφαρμοστέα (33).
70. Επομένως, εφόσον στο πλαίσιο ενός χωριστού ελέγχου της διατάξεως πληρούνται τα κριτήρια περί του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62, τίθεται το ερώτημα αν η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων, εξεταζόμενη και σε σχέση με τη θέση της στο σύστημα των λοιπών διατάξεων της οδηγίας, μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκώς ακριβής και απαλλαγμένη αιρέσεων, προκειμένου να μπορούν οι ιδιώτες να την αντιτάσσουν κατά του κράτους (υπό ευρεία έννοια). Η ASFINAG και η Αυστριακή Κυβέρνηση αμφισβητούν την ορθότητα της απόψεως αυτής, υποστηρίζοντας ότι βάσει των δυνατοτήτων διαφοροποιήσεως και του περιθωρίου χειρισμών που παρέχουν στα κράτη μέλη το άρθρο 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89, καθώς και το άρθρο 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62 κατά τη διαμόρφωση του ύψους των διοδίων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62 δεν είναι απευθείας εφαρμοστέα.
71. Ωστόσο, η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι η παραχώρηση στα κράτη μέλη ορισμένου περιθωρίου χειρισμών και εκτιμήσεως κατά τη μεταφορά μιας οδηγίας δεν εμποδίζει την άμεση εφαρμογή της εφόσον ο σκοπός της οδηγίας καθορίζεται με επαρκή σαφήνεια. Πράγματι, ακόμη και στην περίπτωση που η διάταξη μιας οδηγίας αναγνωρίζει στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά το είδος και τα μέσα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ωστόσο η ίδια διάταξη μπορεί, χωρίς να περιέχει αιρέσεις, να καθορίζει τον προς επίτευξη σκοπό, ήτοι π.χ. την κατάργηση όλων των διατάξεων που είναι ασυμβίβαστες με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (34).
72. Αντιστοίχως, μπορεί εν προκειμένω να υποστηριχθεί ότι το γεγονός ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν σημαντικό περιθώριο χειρισμών και αποκλίσεων κατά τον καθορισμό συμφώνου προς την οδηγία ύψους διοδίων −ως προς το σημείο αυτό ομογνωμούν όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία− δεν μπορεί να στερήσει τελείως από την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων, η οποία έχει διατυπωθεί με επαρκή ακρίβεια και είναι απαλλαγμένη αιρέσεων, το άμεσο αποτέλεσμά της.
73. Από τα ανωτέρω συνάγεται επομένως ότι είναι απευθείας εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62, όσον αφορά τον σκοπό που αναφέρεται στις διατάξεις αυτές και ο οποίος πρέπει να επιτευχθεί κατά τον προσδιορισμό συμφώνου προς την οδηγία ύψους διοδίων.
ii) Μπορούν και οι αυστριακές επιχειρήσεις να επικαλεσθούν την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων; (τρίτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο β΄)
74. Σύμφωνα με τη διατύπωση της επίμαχης διατάξεως, δεν επιτρέπεται η διαφορετική μεταχείριση λόγω της ιθαγενείας του μεταφορέα ή λόγω της προελεύσεως ή του προορισμού. Ενώ το πρώτο σκέλος της διαζεύξεως –απαγόρευση της διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ιθαγενείας– αφορά προφανώς την προστασία των αλλοδαπών μεταφορικών εταιριών, από το δεύτερο σκέλος της διαζεύξεως −απαγόρευση της διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω της προελεύσεως ή του προορισμού της μεταφοράς− δεν προκύπτει τέτοιος (περιορισμένος) προστατευτικός σκοπός.
75. Ως εκ τούτου, στην απόφασή του Επιτροπή κατά Αυστρίας (35) το Δικαστήριο στήριξε τη διαπίστωσή του περί παραβιάσεως της Συνθήκης στις παραβάσεις αμφοτέρων των διαζευκτικών σκελών της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, κρίνοντας ότι το άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 δεν απαγορεύει μόνον κάθε είδους δυσμενή διάκριση λόγω της ιθαγενείας του μεταφορέα, αλλά και κάθε δυσμενή διάκριση λόγω της προελεύσεως ή του προορισμού της μεταφοράς, προκειμένου να αποτραπεί κάθε μορφής στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των μεταφορικών εταιριών των κρατών μελών (36).
76. Το Δικαστήριο θεμελίωσε την παράβαση αυτού του δευτέρου διαζευκτικού σκέλους της απαγορεύσεως, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του μεταφορέα, αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι το ύψος των οφειλομένων διοδίων είναι διαφορετικό για τα φορτηγά που πραγματοποιούν μεταφορές εμπορευμάτων ανάλογα με το αν χρησιμοποιούν τη συνολική διαδρομή του αυτοκινητοδρόμου του Brenner ή συγκεκριμένες μερικές διαδρομές, καθώς και στο γεγονός ότι τούτο αποβαίνει σε βάρος των φορτηγών που πραγματοποιούν διαμετακομιστικές μεταφορές (37).
77. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και οι αυστριακές επιχειρήσεις μεταφορών, οι οποίες χρησιμοποιούν ως διαμετακομιστική οδό τη συνολική διαδρομή του αυτοκινητοδρόμου του Brenner και, ως εκ τούτου, λόγω της προελεύσεως ή του προορισμού της μεταφοράς τίθενται σε δυσμενέστερη θέση έναντι των χρησιμοποιούντων ορισμένες μερικές διαδρομές, μπορούν να επικαλούνται το δεύτερο διαζευκτικό σκέλος της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89.
78. Αυτός ο υποκειμενικός προστατευτικός σκοπός της διατάξεως της οδηγίας ουδόλως μεταβάλλεται από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Δικαστηρίου, η πλειονότητα των φορτηγών που πραγματοποιούν διαμετακομιστικές μεταφορές δεν είναι ταξινομημένα στην Αυστρία (38) και, ως εκ τούτου, η δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγενείας συμπίπτει συχνά στην πράξη με δυσμενή διάκριση λόγω της προελεύσεως και του προορισμού.
iii) Συνέπειες που απορρέουν από την απευθείας εφαρμοστέα απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων
79. Καθ’ ο μέτρο οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τις απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις της οδηγίας, οι αντιβαίνουσες εθνικές διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή. Τούτο, δεν συνεπάγεται μόνον ότι δεν χρειάζεται πλέον να καταβάλλονται τα υπέρμετρα υψηλά διόδια. Προκειμένου να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, πρέπει επιπλέον να επιστρέφονται και τα ήδη καταβληθέντα ποσά, εφόσον υπερβαίνουν το ύψος των ποσών τα οποία έχει καταβάλει η ευνοηθείσα ομάδα, ήτοι εν προκειμένω οι χρήστες των συγκρίσιμων μερικών διαδρομών.
80. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το δικαίωμα προς επιστροφή ποσών που έχουν εισπραχθεί από κράτος μέλος κατά παράβαση των κανόνων του κοινοτικού δικαίου αποτελεί τη συνέπεια και το συμπλήρωμα των δικαιωμάτων που έχουν αναγνωρισθεί στους ιδιώτες από το κοινοτικό δίκαιο όπως αυτό ερμηνεύεται από το Δικαστήριο (39). Εξάλλου, μόνο μέσω της επιστροφής των ποσών που εισπράχθηκαν κατά παράβαση της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων μπορεί να αποκατασταθεί η εντεύθεν προκαλούμενη στρέβλωση του ανταγωνισμού (40).
81. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί με τον ίδιο τρόπο επί υποθέσεων που είχαν ως αντικείμενο την είσπραξη φόρων κατά παράβαση της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων (41). Ωστόσο, οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν κάθε φορά παραβάσεις των απαγορεύσεων των δυσμενών διακρίσεων που απέρρεαν απευθείας από τις διατάξεις της Συνθήκης. Βεβαίως, ουδείς λόγος συντρέχει να τύχει διαφορετικής αντιμετωπίσεως, ως προς τις ευρύτερες συνέπειές της, η παράβαση μιας απευθείας εφαρμοστέας απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων την οποία προβλέπει μια οδηγία. Επιπλέον, το Δικαστήριο αναγνώρισε το δικαίωμα επιστροφής και στην περίπτωση άλλου είδους παραβάσεως απευθείας εφαρμοστέων διατάξεων οδηγίας (42).
82. Αξίωση επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών υφίσταται και στην περίπτωση που τα ποσά αυτά εισπράχθηκαν από μια από τυπικής απόψεως ιδιωτική, πλην όμως τελούσα υπό κρατικό έλεγχο, επιχείρηση κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου (43). Ειδικότερα, δεν μπορεί να αντιταχθεί σε σχέση με την αξίωση αυτή ο ισχυρισμός ότι τα ποσά δεν εισπράχθηκαν στο πλαίσιο ασκήσεως δημόσιας εξουσίας ως φόροι, αλλά ως αντίτιμο βάσει συμφωνίας του ιδιωτικού δικαίου και ότι επομένως δεν ισχύει η νομολογία του Δικαστηρίου περί επιστροφής φόρων που είναι αντίθετοι προς το κοινοτικό δίκαιο (44).
83. Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, ενός φόρου, μιας επιβαρύνσεως ή ενός τέλους εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά του φόρου ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού του από το εθνικό δίκαιο (45).
84. Το ίδιο πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση που η αντιπαροχή για τη χρήση κρατικής υπηρεσίας εισπράττεται, λόγω της ιδιωτικοποιήσεως του οικείου διοικητικού τομέα, υπό τη μορφή συμβατικώς οριζομένου ανταλλάγματος, το δε αντάλλαγμα αυτό πρέπει σύμφωνα με τη λειτουργία του να χαρακτηριστεί ως τέλος (διόδια) το οποίο αντικαθιστά. Η άποψη που ανέπτυξα με την απάντησή μου επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, ήτοι ότι ένα κράτος μέλος δεν επιτρέπεται να αποφεύγει τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο μέσω της ιδιωτικοποιήσεως ή της μεταφοράς ορισμένων τομέων της δημόσιας διοικήσεως ισχύουν και για την επιστροφή των τελών.
85. Στην περίπτωση που τα κράτη μέλη, ήτοι τα νομικά πρόσωπα και οι οργανισμοί που εμπίπτουν στην έννοια του κράτους −διασταλτικά ερμηνευόμενη−, υποχρεούνται κατ’ αρχήν να επιστρέψουν τα τέλη που εισέπραξαν κατά παράβαση απευθείας εφαρμοστέου κανόνα του κοινοτικού δικαίου, τότε σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη εκάστου κράτους μέλους να ρυθμίσει, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση του κοινοτικού δικαίου, τις διαδικασίες που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, ωστόσο, οι διαδικασίες αυτές δεν πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως και να καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη (46).
86. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται επίσης ο ακριβής καθορισμός του ύψους των επιστρεπτέων ποσών, θα πρέπει όμως να λαμβάνεται υπόψη ότι σκοπός της επιστροφής των ποσών αυτών είναι η αντιστάθμιση των συνεπειών από τη δυσμενή διάκριση μεταξύ των χρηστών της συνολικής διαδρομής και των χρηστών των τριών μερικών διαδρομών (Innsbruck-Schönberg, Innsbruck-Matrei/Steinach και Matrei/Steinach-σύνορα), για τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του Επιτροπή κατά Αυστρίας (47) ότι αποτελούν συγκρίσιμα μεγέθη.
87. Τίθεται το ερώτημα με ποιον τρόπο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ενδεχόμενη μετακύλιση του κόστους σε τρίτους μέσω των υπόχρεων για την καταβολή των τελών. Η προβληματική αυτή τίθεται στην παρούσα υπόθεση διότι η Rieser επικαλείται, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, ότι οι αυξήσεις των διοδίων δεν θα έπρεπε να μετακυλιστούν στους πελάτες της, πράγμα το οποίο αμφισβητεί η ASFINAG (48).
88. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το πρόσωπο το οποίο κατέβαλε φόρους, τέλη ή φορολογικές επιβαρύνσεις που εισπράχθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να ζητήσει την επιστροφή τους στην περίπτωση που αποδεικνύεται ότι μετακύλισε τις επιβαρύνσεις αυτές σε άλλα πρόσωπα (49).
89. Πράγματι, υπό τις περιστάσεις αυτές δεν είναι ο υποκείμενος στον φόρο που φέρει την επιβάρυνση από τους αχρεωστήτως εισπραχθέντες φόρους, αλλά ο αγοραστής στον οποίον μετακυλίεται η επιβάρυνση. Επομένως, επιστροφή στον υποκείμενο στον φόρο του ποσού των φόρων , το οποίο έχει ήδη εισπράξει από τον αγοραστή, θα ισοδυναμούσε με διπλή καταβολή η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί αδικαιολόγητος πλουτισμός, χωρίς ωστόσο να αίρονται για τον αγοραστή οι συνέπειες που απορρέουν από τον παράνομο χαρακτήρα του φόρου (50).
90. Ωστόσο, το ζήτημα της μετακυλίσεως ή μη των έμμεσων φόρων αποτελεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πραγματικό ζήτημα, του οποίου η διευκρίνιση εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστή. Συγκεκριμένα, η πραγματική μετακύλιση, μερική ή ολική, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που περιβάλλουν κάθε εμπορική συναλλαγή και οι οποίοι τη διαφοροποιούν από άλλες περιπτώσεις που εντάσσονται σε άλλο πλαίσιο (51). Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε όντως μετακύλιση. Ειδικότερα, ο υποκείμενος στον φόρο δεν υποχρεούται να αποδείξει ανταποδεικτικώς το αντίθετο. Επομένως, ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί στον υποκείμενο στον φόρο την επιστροφή φόρου εισπραχθέντος κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου μόνο στην περίπτωση που αποδεικνύεται ότι ο φόρος μετακυλίστηκε καθ’ ολοκληρίαν σε άλλο πρόσωπο και εφόσον η επιστροφή του ποσού αυτού στον υποκείμενο στον φόρο θα κατέληγε στον αδικαιολόγητο πλουτισμό του (52).
91. Συμπληρωματικώς, πρέπει να τονιστεί ότι, ακόμη και η επιστροφή του ποσού της φορολογικής επιβαρύνσεως η οποία αποδεικνύεται ότι μετακυλίστηκε εν όλω ή εν μέρει στον αγοραστή, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του υποκειμένου στον φόρο. Και τούτο διότι ο υπόχρεος του φόρου ενδέχεται να έχει υποστεί ζημία από το γεγονός ότι έχει μετακυλίσει περαιτέρω τον φόρο που εισπράχθηκε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, καθώς η αύξηση της τιμής του προϊόντος, λόγω της μετακυλίσεως του φόρου, είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί ο όγκος των πωλήσεων (53).
γ) Η αρχή ότι τα διόδια πρέπει να αποτελούν συνάρτηση των δαπανών σύμφωνα με το άρθρο 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89 και του άρθρου 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62
92. Όσον αφορά το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 7, στοιχείο η΄ της οδηγίας 93/89 και του άρθρου 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62, η ASFINAG, η Δημοκρατία της Αυστρίας και η Επιτροπή συμφωνούν κατ’ ουσίαν ως προς το ότι οι διατάξεις αυτές δεν είναι απευθείας εφαρμοστέες διότι δεν είναι, όπως απαιτείται, επαρκώς ακριβείς και απαλλαγμένες αιρέσεων.
93. Συντάσσομαι με την άποψη αυτή. Πράγματι, οι διατάξεις αυτές παρέχουν απλώς στα κράτη μέλη ορισμένες παραμέτρους (κατασκευή, εκμετάλλευση και ανάπτυξη του συγκεκριμένου οδικού δικτύου ήτοι του συγκεκριμένου δικτύου κυκλοφορίας) για τον υπολογισμό του ύψους των διοδίων χωρίς να παρέχουν τον ορισμό των εννοιών αυτών ή να περιορίζουν με άλλον τρόπο το περιθώριο χειρισμών που εξακολουθούν να έχουν τα κράτη μέλη κατά τον καθορισμό των τρόπων υπολογισμού του ύψους των διοδίων. Η έλλειψη ακρίβειας της ρυθμίσεως προκύπτει μεταξύ άλλων από το γεγονός ότι αμφότερες οι διατάξεις των οδηγιών απαιτούν απλώς το ύψος των διοδίων να «συναρτάται» με το κόστος των προαναφερθεισών παραμέτρων, δεν απαιτούν όμως την αυστηρή τήρηση τους. Επομένως, το άρθρο 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89 και το άρθρο 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62 −πλην των ανωτέρω σημείων− αφήνουν στα κράτη μέλη την επιλογή του τρόπου υπολογισμού για τον καθορισμό σύμφωνου προς την οδηγία ύψους διοδίων.
δ) Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα
94. Επομένως, επί του δευτέρου και τρίτου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
– Η προβλεπόμενη στο άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και στο άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62 απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων ανάλογα με την προέλευση ή τον προορισμό της μεταφοράς είναι απευθείας εφαρμοστέα, οι δε επιχειρήσεις οι οποίες για τη χρήση της συνολικής διαδρομής με φορτηγά ανώτατου επιτρεπόμενου μικτού βάρους τουλάχιστον ίσου προς δώδεκα τόνους κατέβαλαν υψηλότερο ποσό διοδίων ανά χιλιόμετρο σε σχέση με τους χρήστες οικονομικά συγκρίσιμων μερικών διαδρομών μπορούν να επικαλεστούν την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων και να ζητήσουν την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων διοδίων.
– Και οι Αυστριακοί μεταφορείς μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62.
– Το άρθρο 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89 και το άρθρο 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62 δεν είναι απευθείας εφαρμοστέα όσον αφορά τον υπολογισμό συμφώνου προς την οδηγία ύψους διοδίων για τα φορτηγά, με ανώτατο επιτρεπόμενο μικτό βάρος τουλάχιστον ίσο προς δώδεκα τόνους, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων στη συνολική διαδρομή του αυστριακού αυτοκινητοδρόμου του Brenner.
Δ − Επί του τετάρτου ερωτήματος
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
95. Η ASFINAG τονίζει ότι το Δικαστήριο ακύρωσε μεν με την απόφασή του Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου την οδηγία 93/89, ωστόσο διατήρησε τα αποτελέσματα της ακυρωθείσας οδηγίας «έως ότου το Συμβούλιο θεσπίσει νέα οδηγία» (54).
96. Η οδηγία 1999/62 εκδόθηκε στις 17 Ιουνίου 1999 και, επομένως, σύμφωνα με τη σαφή διατύπωση της προμνησθείσας αποφάσεως, η ισχύς της οδηγίας 93/89 έληξε την ημερομηνία αυτή, η δε ρύθμιση για τα διόδια δεν αντέβαινε πλέον από τις 17 Ιουνίου 1999 στην οδηγία αυτή. Κατά την ASFINAG, η οδηγία 1999/62 μπορούσε να παράγει ήδη αποτελέσματα και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο. Για τον λόγο αυτό, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν έλαβε κανένα μέτρο κατά τη χρονική περίοδο από 17 Ιουνίου 1999 έως 1η Ιουλίου 2000 (λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας) το οποίο να αντιβαίνει στους σκοπούς της νέας οδηγίας. Συνεπώς, δεν υπήρξε χρονική περίοδος κατά την οποία να μην ισχύει κάποια ρύθμιση. Ωστόσο, η οδηγία 1999/62 δεν μπορούσε να παράγει άμεσα αποτελέσματα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της.
97. Και η Αυστριακή Κυβέρνηση παραπέμπει στην απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής και υποστηρίζει ότι, αν το Δικαστήριο ήθελε να λάβει υπόψη του ένα άλλο χρονικό σημείο σε σχέση με τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της οδηγίας 93/89, από το χρονικό σημείο της εκδόσεως της νέας οδηγίας, θα το είχε πει με σαφήνεια. Επομένως, τα αποτελέσματα της οδηγίας 93/89 η οποία ακυρώθηκε με την απόφαση Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής μπορούσαν να διατηρηθούν μόνο μέχρις εκδόσεως της νέας οδηγίας.
98. Εξάλλου, η δεσμευτική ενέργεια των οδηγιών δεν παράγεται το πρώτον με τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά τους. Η Δημοκρατία της Αυστρίας, αναγνωρίζοντας τις προκαταβολικές συνέπειες της οδηγίας 1999/62, δεν έλαβε κανένα μέτρο που να αντιβαίνει στους σκοπούς της οδηγίας αυτής.
99. Αντιθέτως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η οδηγία αυτή ήταν απευθείας εφαρμοστέα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της. Η ερμηνεία αυτή των προκαταβολικών συνεπειών μιας οδηγίας θα κατέληγε στην πράξη στην ανατροπή της βασικής αντιλήψεως περί των δύο σταδίων της οδηγίας, ήτοι της αντιλήψεως περί της αναγκαιότητας μιας κοινοτικής και μιας εσωτερικής νομοθετικής πράξεως.
100. Συναφώς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η οδηγία 1999/62, η οποία άρχισε να ισχύει από 20 Ιουλίου 1999, αντικαθιστά σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της την οδηγία 93/89. Επομένως, η παλαιά οδηγία 93/89 έπαυσε να ισχύει κατά την ανωτέρω ημερομηνία. Ωστόσο, τα κράτη μέλη υποχρεούνταν κατά το χρονικό διάστημα από 20 Ιουλίου 1999 έως 1η Ιουλίου 2000 να λαμβάνουν υπόψη τους την οδηγία 1999/62, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν έπρεπε να λάβουν μέτρα κατά την περίοδο αυτή τα οποία θα μπορούσαν να διακυβεύσουν την επίτευξη του σκοπού που έθετε η οδηγία αυτή. Τούτο προκύπτει ευθέως από τα άρθρα 10, παράγραφος 2, ΕΚ, και 249, παράγραφος 3, ΕΚ καθώς και από την ίδια την οδηγία 1999/62.
2. Νομική εκτίμηση
101. Η Rieser προβάλλει στο πλαίσιο της κύριας δίκης την αξίωση επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων διοδίων κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1997 έως 31 Ιουλίου 2000. Προϋπόθεση για την ύπαρξη των δικαιωμάτων αυτών καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα είναι η ύπαρξη ρυθμίσεως του κοινοτικού δικαίου την οποία να παραβιάζει το ύψος των διοδίων και την οποία να μπορεί να επικαλεσθεί η Rieser.
102. Βάσει των ανωτέρω, αντικείμενο και των δύο σκελών του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος είναι να διευκρινιστεί μέχρι τίνος χρονικού σημείου η οδηγία 93/89 ήταν απευθείας εφαρμοστέα υπέρ της Rieser και από ποιο χρονικό σημείο άρχισε ενδεχομένως η οδηγία 1999/62 να παράγει αντίστοιχα αποτελέσματα.
α) Επί της διατηρήσεως των συνεπειών της οδηγίας 93/89
103. Οι μετέχοντες στη διαδικασία ομογνωμούν −καθ’ ο μέτρο διατύπωσαν τις απόψεις τους επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος− ορθώς ως προς το ότι η οδηγία 93/89 έπαυσε να παράγει άμεσα αποτελέσματα από της εκδόσεως της επακολουθήσασας οδηγίας 1999/62 και όχι από της λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά της νέας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου ότι τα αποτελέσματα της οδηγίας 93/89 διατηρούνται «έως ότου το Συμβουλίο θεσπίσει νέα οδηγία» (55).
104. Η επιταγή να διατηρηθούν τα αποτελέσματα της οδηγίας 93/89 μέχρις ότου μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών η οδηγία 1999/62 είναι τελείως αδύνατη για διάφορους λόγους. Στην περίπτωση αυτή, θα ίσχυαν ταυτόχρονα δύο οδηγίες κατά τη διάρκεια της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας 1999/62. Στον βαθμό που οι δύο οδηγίες περιέχουν διαφορετικές ρυθμίσεις, δεν θα ήταν σαφές ποιες διατάξεις πρέπει να τηρούν τα κράτη μέλη κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Επιπλέον, η λήξη των αποτελεσμάτων της οδηγίας 93/89 θα εξηρτάτο από τις ενέργειες των κρατών μελών και θα επερχόταν σε διαφορετική χρονική στιγμή σε κάθε κράτος μέλος.
105. Ωστόσο, οι μετέχοντες στη διαδικασία δεν συμφωνούν ως προς τον ακριβή χρόνο της λήξεως των άμεσων αποτελεσμάτων της παλαιάς οδηγίας (έκδοση ή έναρξη της ισχύος της νέας οδηγίας). Το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία 1999/62 στις 17 Ιουνίου 1999, ωστόσο η οδηγία αυτή άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο της 13, από της δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 20 Ιουλίου 1999. Από τη διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως που αφορά τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της οδηγίας προκύπτει ότι νοείται μάλλον η ημερομηνία της εκδόσεως της νέας οδηγίας (56). Και το αιτούν δικαστήριο λαμβάνει ως βάση του την ανωτέρω ημερομηνία στο τέταρτο, στοιχείο β΄, προδικαστικό ερώτημα.
106. Το νόημα και ο σκοπός της διατηρήσεως των συνεπειών μιας καταργηθείσας νομικής πράξεως είναι να μην επιτρέψει την ύπαρξη νομικού κενού μέχρις ότου η ακυρωθείσα πράξη αντικατασταθεί από νέα νομική πράξη. Αυτό διασφαλίζεται μόνο στην περίπτωση που η καταργηθείσα νομική πράξη εξακολουθεί να ισχύει μέχρις ότου καταστεί εφικτό να αναπτύξει τις συνέπειες της η νέα νομική πράξη. Δεδομένου ότι η οδηγία 1999/62 άρχισε να παράγει συνέπειες το πρώτον από τη θέση της σε ισχύ, το διατακτικό του Δικαστηρίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η οδηγία 93/89 εξακολουθούσε να ισχύει μέχρι του χρονικού αυτού σημείου ήτοι μέχρι τη 12η βραδινή της 19ης Ιουλίου 1999 (57). Αν ως «έκδοση» της νέας νομικής πράξεως κατά την έννοια της αποφάσεως Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου εθεωρείτο η ψήφισή της από το Συμβούλιο, δεν θα υπήρχε ισχυρή ρύθμιση μεταξύ της 17ης Ιουνίου και της 20ής Ιουλίου 1999.
107. Επομένως, η Rieser μπορεί να επικαλεσθεί και για τη χρονική περίοδο μέχρι και τις 19 Ιουλίου 1999 ότι τα διόδια εισπράττονταν κατά παράβαση του άρθρου 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89.
β) Επί των συνεπειών της οδηγίας 1999/62 πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της
108. Πρέπει να εξεταστεί αν η οδηγία 1999/62 κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 20ής Ιουλίου 1999, ήτοι της ημερομηνίας κατά την οποία άρχισε να ισχύει, και της 30ής Ιουνίου 2000, ήτοι της ημερομηνίας κατά την οποία έληξε η προθεσμία για τη μεταφορά της (58) είχε παραγάγει αποτελέσματα υπέρ της Rieser.
109. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεταφέρουν την οδηγία στην εσωτερική νομοθεσία τους και επιπλέον να μην προβούν στη λήψη μέτρων τα οποία θα έθεταν σοβαρά σε κίνδυνο τον επιδιωκόμενο από την οδηγία σκοπό (59). Η αρχή που αναπτύσσεται ιδιαίτερα στην απόφαση Inter-Environnement Wallonie (60) και στηρίζεται στα άρθρα 10 και 249, παράγραφος 3, ΕΚ, ήτοι η αρχή να μη λαμβάνονται μέτρα τα οποία θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη του σκοπού μιας οδηγίας, δεν εξικνείται ωστόσο μέχρι του σημείου να υποχρεώνει την προσαρμογή της αντίθετης προς την οδηγία εθνικής νομοθεσίας πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της.
110. Πάντως, σε εξαιρετικές περιπτώσεις οι προκαταβολικές συνέπειες που παράγει μια οδηγία ενδέχεται να μην επιτρέπουν τη θέσπιση νέων εθνικών ρυθμίσεων, ήτοι στην περίπτωση που οι ρυθμίσεις αυτές αντιστρατεύονται πλήρως το πνεύμα και το γράμμα της οδηγίας και, με τον τρόπο αυτόν, θέτουν σε κίνδυνο την εμπρόθεσμη προσαρμογή της εθνικής έννομης τάξεως (61).
111. Εν προκειμένω δεν συντρέχει τέτοια εξαιρετική περίπτωση, δεδομένου ότι το επίμαχο ύψος των διοδίων, το οποίο αντέβαινε στην απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων που προβλέπει η οδηγία 1999/62, εισήχθη πριν από την έκδοση της οδηγίας 1999/62. Κατά τα λοιπά, η διαμόρφωση του ύψους των τελών δεν δυσχεραίνει την εν συνεχεία μεταφορά της οδηγίας, δεδομένου ότι για μικρό χρονικό διάστημα το ύψος των τελών θα μπορούσε να τροποποιηθεί εκ νέου. Ενδεχομένως μόνον ως προς τις κάρτες διαρκείας θα επιβαλλόταν η θέσπιση ιδιαίτερης μεταβατικής ρυθμίσεως.
112. Κατά πάγια νομολογία, οι φορείς ασκήσεως δημόσιας εξουσίας στα κράτη μέλη υποχρεούνται επί πλέον να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο −είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις− υπό το φως της οδηγίας (62). Δεδομένου ότι οι οδηγίες παράγουν συνέπειες για τους αποδέκτες τους ακόμη και πριν από την έναρξη της ισχύος τους, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία τα οποία συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι η από το άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ απορρέουσα υποχρέωση ερμηνείας του εθνικού δικαίου κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία υφίσταται και πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας (63).
113. Ωστόσο, οι διατάξεις του αυστριακού δικαίου σχετικά με το ύψος των διοδίων του αυτοκινητοδρόμου του Brenner δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για ερμηνεία αποκλείουσα την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως.
114. Ωστόσο, είναι αμφίβολο το κατά πόσον οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν μια οδηγία κατά το χρονικό διάστημα της προθεσμίας για τη μεταφορά της, στην περίπτωση που το κράτος μέλος έχει ήδη μεταφέρει την οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη του, πλην όμως η μεταφορά αυτή είναι πλημμελής.
115. Η οδηγία 93/89 έπρεπε κατ’ αρχάς να μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη. Αν θεωρηθεί ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις για το ύψος των διοδίων αποτελούν κατά την άποψη της Αυστρίας ορθή μεταφορά της οδηγίας 93/89, τότε δεν θα υπήρχε μετά την έκδοση της οδηγίας 1999/62, ανάγκη θεσπίσεως περαιτέρω ρυθμίσεων, δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις αμφοτέρων των οδηγιών συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό. Εν πάση περιπτώσει, η Αυστρία –όπως προκύπτει από τη δικογραφία– προσάρμοσε τη ρύθμιση για το ύψος των διοδίων το πρώτον κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου που εκδόθηκε επί της διαδικασίας λόγω παραβάσεως της Συνθήκης και με ισχύ από 1ης Φεβρουαρίου 2001. Η αντικατάσταση της οδηγίας 93/89 από την οδηγία 1999/62 δεν προκάλεσε καμία αντίδραση εκ μέρους του Αυστριακού νομοθέτη.
116. Ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Hansa Fleisch Ernst Mund (64) εξέτασε αναλυτικά το ζήτημα αν οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεσθούν μια απόφαση που απευθύνεται προς κράτος μέλος στην περίπτωση που η απόφαση αυτή μεταφέρθηκε ήδη πριν από τη λήξη τής προς τούτο ταχθείσας προθεσμίας, πλην όμως πλημμελώς. Μολονότι στην ανωτέρω υπόθεση επρόκειτο για απόφαση, οι εκτιμήσεις του γενικού εισαγγελέα σχετικά με το άμεσο αποτέλεσμα ισχύουν και στην περίπτωση των οδηγιών.
117. Ο γενικός εισαγγελέας καταλήγει ορθώς στο συμπέρασμα ότι η επίκληση μιας νομικής πράξεως αποκλείεται πριν από τη λήξη της προθεσμίας που έχει ταχθεί για τη μεταφορά της, διότι, άλλως, τα κράτη μέλη τα οποία επιχείρησαν εμπροθέσμως, έστω και πλημμελώς, να μεταφέρουν αυτή τη νομική πράξη στην εσωτερική νομοθεσία τους, θα ετίθεντο σε δυσμενέστερη μοίρα σε σχέση με τα κράτη μέλη τα οποία παρέμειναν πλήρως αδρανή. Επιπλέον, η θεωρία περί αμέσου αποτελέσματος στηρίζεται στην ιδέα ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεσθούν έναντι των ιδιωτών το γεγονός ότι παρέλειψαν να εκπληρώσουν μια απορρέουσα από το κοινοτικό δίκαιο υποχρέωσή τους. Η υποχρέωση εφαρμογής των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου ενεργοποιείται ωστόσο το πρώτον με τη λήξη της προθεσμίας που έχει ταχθεί για την εφαρμογή τους. Το Δικαστήριο με την απόφασή του επί της ανωτέρω υποθέσεως διαπίστωσε επίσης ότι οι ιδιώτες δεν μπορούν να επικαλεσθούν ευθέως την απόφαση ενόσω δεν έχει λήξει η προθεσμία για τη μεταφορά της (65).
118. Επομένως, η Rieser δεν μπορεί, επικαλούμενη ότι το ύψος των διοδίων παραβιάζει την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων της οδηγίας 1999/62, να ζητήσει την εν μέρει επιστροφή των διοδίων που κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα από 20 Ιουλίου 1999 έως 30 Ιουνίου 2000.
γ) Παράβαση των απευθείας εφαρμοστέων διατάξεων της Συνθήκης
119. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα αν η Rieser μπορεί να στηρίξει την αξίωση της για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, επικαλούμενη ότι η ρύθμιση για το ύψος των διοδίων παραβιάζει απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις της Συνθήκης. Βεβαίως, το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο σχετικό ερώτημα. Ωστόσο, δεδομένου ότι κατά πάγια νομολογία αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας με τα εθνικά δικαστήρια, να παρέχει στο αιτούν δικαστήριο λυσιτελείς απαντήσεις για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του (66), πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα.
120. Ενδέχεται η ρύθμιση για το ύψος των διοδίων να αντιβαίνει κατ’ αρχάς στο άρθρο 72 ΕΚ, το οποίο επιτάσσει τα κράτη μέλη να μην καθιστούν λιγότερο ευνοϊκές για τις επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών τις διατάξεις οι οποίες διέπουν τον τομέα των μεταφορών. Ωστόσο, δεδομένου ότι πρόκειται για απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων αποκλειστικά λόγω της ιθαγενείας ή της έδρας της επιχειρήσεως, η Rieser, ως ημεδαπή επιχείρηση, δεν μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή.
121. Επιπλέον, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο της παραβιάσεως της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών. Σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, ΕΚ, η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου που αναφέρεται στις μεταφορές. Λόγω του περιορισμού αυτού, ο σκοπός του άρθρου 49 ΕΚ που έγκειται στην κατάργηση των περιορισμών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου πρέπει να επιτευχθεί στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής για τις μεταφορές που καθορίζεται στα άρθρα 70 ΕΚ και 71 ΕΚ. Ακόμη και μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, τα άρθρα 49 ΕΚ και 50 ΕΚ δεν είναι απευθείας εφαρμοστέα, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (67) επί των μεταφορών (68). Εξάλλου, τούτο δεν εμποδίζει να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις αυτές λειτουργούν ως κατευθυντήριες γραμμές, καθ’ ο μέτρο το Συμβούλιο φέρει την ευθύνη να υλοποιήσει στον τομέα αυτόν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών.
122. Μέσω του κανονισμού 881/92 του Συμβουλίου, της 26ης Μαρτίου 1992, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά των οδικών εμπορευματικών μεταφορών μέσα στην Κοινότητα, οι οποίες έχουν ως σημείο αναχώρησης ή προορισμού το έδαφος κράτους μέλους ή διέρχονται από το έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών (69), εισήχθη η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στις διεθνείς εμπορευματικές μεταφορές (70). Δεδομένου ότι η Rieser χρησιμοποιούσε τη συνολική διαδρομή του αυτοκινητοδρόμου του Brenner μέχρι τα ιταλικά σύνορα, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι υπηρεσίες της αφορούσαν τις διεθνείς μεταφορές.
123. Κατά πάγια νομολογία, η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 49 ΕΚ επιβάλλει όχι μόνον την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω της ιθαγενείας του σε βάρος του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος παρέχοντος υπηρεσίες, αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού −έστω και αν αυτός εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο επί των ημεδαπών όσο και επί των αλλοδαπών παρεχόντων υπηρεσίες− εφόσον οι περιορισμοί αυτοί ενδέχεται να ανακόψουν, να παρεμποδίσουν ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες (71). Η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών αποκλείει επίσης την εφαρμογή ρυθμίσεων του εθνικού δικαίου οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερέστερη η παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών απ’ ό,τι η παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται αποκλειστικώς στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους (72).
124. Κατ’ εφαρμογήν της ανωτέρω αρχής, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μπορεί να επικαλεστεί μια επιχείρηση έναντι του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένη, εφόσον οι υπηρεσίες παρέχονται σε αποδέκτες που είναι εγκατεστημένοι εντός άλλου κράτους μέλους (73).
125. Η έκδοση των οδηγιών 93/89 και 1999/62, οι οποίες ρυθμίζουν ειδικώς τα ζητήματα που άπτονται του τομέα των διοδίων στους αυτοκινητοδρόμους, δεν εμποδίζει την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών σε σχέση με ρυθμίσεις που αφορούν τον τομέα αυτόν. Πράγματι, η οδηγία 93/89 έπαυσε να παράγει αποτελέσματα από τις 20 Ιουλίου 1999, όπως δε διαπιστώθηκε οι διατάξεις της οδηγίας 1999/62 δεν ήσαν ακόμη απευθείας εφαρμοστέες υπέρ των ιδιωτών πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της.
126. Ωστόσο, στον βαθμό που τα τέλη για τη χρήση της συνολικής διαδρομής είναι δυσανάλογα υψηλά σε σχέση με τα τέλη που καταβάλλονται για τη χρήση των επιμέρους μερικών διαδρομών, τα τέλη αυτά μπορούν να καταστήσουν μη ελκυστική, από οικονομικής απόψεως, τη χρήση της συνολικής διαδρομής. Επομένως, αποτελούν περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών σε βάρος των μεταφορικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των διαμετακομιστικών μεταφορών και δη ανεξαρτήτως του τόπου εγκαταστάσεώς τους.
127. Δεδομένου ότι η ρύθμιση για το ύψος των διοδίων με την οποία εισάγονται δυσμενείς διακρίσεις δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος ούτε από οποιουσδήποτε άλλους λόγους (74), πρέπει να θεωρηθεί ότι εν προκειμένω υφίσταται ανεπίτρεπτος περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 49 ΕΚ.
128. Μια αυστριακή επιχείρηση μεταφορών, όπως είναι η Rieser, μπορεί να επικαλεσθεί στο πλαίσιο δίκης για την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών αυτήν την −κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 20ής Ιουλίου 1999 και 30ής Ιουνίου 2000− απευθείας εφαρμοστέα διάταξη του πρωτογενούς δικαίου.
129. Όσον αφορά την τελευταία χρονική περίοδο για την οποία η Rieser ζητά την επιστροφή των καταβληθέντων διοδίων, ήτοι για την χρονική περίοδο από 1ης έως 31ης Ιουλίου 2000, ας λεχθεί για λόγους πληρότητας και μόνον −δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε σχετικό ερώτημα− ότι η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων που προβλέπει η οδηγία 1999/62 είναι απευθείας εφαρμοστέα από 1ης Ιουλίου 2000, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η προθεσμία για τη μεταφορά της.
V – Πρόταση
130. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
1) Τα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού δικαίου υπέχουν την υποχρέωση, κατά τη σύναψη συμβάσεων με χρήστες του οδικού δικτύου, να τηρούν τις απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις της οδηγίας 93/89/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με την εφαρμογή, εκ μέρους των κρατών μελών, των φόρων επί ορισμένων οχημάτων τα οποία χρησιμοποιούνται για οδική μεταφορά εμπορευμάτων, καθώς και των διοδίων και τελών χρήσης που εισπράττονται για τη χρησιμοποίηση ορισμένων έργων υποδομής, καθώς και της οδηγίας 1999/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1999, περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής, εφόσον το κράτος ανέθεσε σε αυτά τα νομικά πρόσωπα την αποστολή να εισπράττουν τα καταβαλλόμενα για τη χρήση του δημόσιου οδικού δικτύου διόδια και εφόσον το κράτος ελέγχει έμμεσα ή άμεσα αυτά τα νομικά πρόσωπα.
2) Η ρυθμιζόμενη στο άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και στο άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62 απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων λόγω του τόπου προελεύσεως ή προορισμού της μεταφοράς είναι απευθείας εφαρμοστέα, οι δε επιχειρήσεις οι οποίες για τη χρήση της συνολικής διαδρομής με φορτηγά οχήματα με ανώτατο επιτρεπόμενο μικτό βάρος τουλάχιστον ίσον προς δώδεκα τόνους κατέβαλαν υψηλότερα διόδια ανά χιλιόμετρο απ’ ό,τι οι χρήστες συγκρίσιμων από οικονομικής απόψεως μερικών διαδρόμων, μπορούν να επικαλεστούν την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων και να απαιτήσουν την επιστροφή των επιπλέον καταβληθέντων διοδίων.
3) Και οι Αυστριακοί μεταφορείς μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 7, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/89 και το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/62.
4) Το άρθρο 7, στοιχείο η΄, της οδηγίας 93/89 και το άρθρο 7, παράγραφος 9, της οδηγίας 1999/62 δεν είναι απευθείας εφαρμοστέα όσον αφορά τον καθορισμό συμφώνου προς την οδηγία ύψους διοδίων για τα φορτηγά οχήματα με ανώτατο συνολικό μικτό βάρος τουλάχιστον ίσο προς δώδεκα τόνους τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων στη συνολική διαδρομή του αυστριακού αυτοκινητοδρόμου του Brenner.
5) Η οδηγία 93/89 έπαυσε να ισχύει από της θέσεως σε ισχύ της οδηγίας 1999/62 στις 20 Ιουνίου 1999.
6) Κατά τη χρονική περίοδο από 20 Ιουλίου 1999 έως 30 Ιουνίου 2000 η οδηγία 1999/62 δεν παρήγαγε άμεσα αποτελέσματα τα οποία θα μπορούσε να επικαλεστεί μια μεταφορική επιχείρηση προκειμένου να αξιώσει τη μερική επιστροφή των διοδίων που κατέβαλε για τη χρήση του αυτοκινητοδρόμου του Brenner (συνολική διαδρομή). Ωστόσο, κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο μια μεταφορική επιχείρηση μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών οι οποίες εφαρμόζονται στις διεθνείς εμπορευματικές μεταφορές σύμφωνα με τον κανονισμό 881/92 του Συμβουλίου, της 26ης Μαρτίου 1992, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά των οδικών εμπορευματικών μεταφορών μέσα στην Κοινότητα, οι οποίες έχουν ως σημείο αναχώρησης ή προορισμού το έδαφος κράτους μέλους ή διέρχονται από το έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 279, σ. 32.
3 – EE L 187, σ. 42.
4 – Υπόθεση C‑21/94, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. Ι‑1827).
5 – Υπόθεση C‑205/98, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2000, σ. Ι‑7367).
6 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5.
7 – Αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 1965, 44/65, Singer, Συλλογή τόμος 1965‑1968, σ. 201, της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑412/96, Kainuun Liikenne Oy κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. Ι‑5141, σκέψη 23) και της 6ης Ιουλίου 2000, C‑402/98, ATB κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. Ι‑5501, σκέψη 29).
8 – Αποφάσεις της 8ης Φεβρουαρίου 1990, C‑320/88, Shipping and Forwarding Enterprise Safe (Συλλογή 1990, σ. Ι‑285, σκέψη 11), και της 11ης Μαρτίου 2003, C‑40/01, Ansul (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 45).
9 – Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1990, C‑188/89, Foster κλπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι‑3313, σκέψεις 15 επ.).
10 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1989, 103/88, Fratelli Costanzo (Συλλογή 1989, σ. Ι‑1839, σκέψη 31).
11 – Βλ. μεταξύ άλλων τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1994, C‑91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. Ι‑3325, σκέψη 20) και της 7ης Μαρτίου 1996, C‑192/94, El Corte Inglés (Συλλογή 1996, σ. Ι‑1281, σκέψη 15).
12 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση του Δικαστηρίου Faccini Dori (σκέψη 26) και την απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 1999, C‑63/97, BMW (Συλλογή 1999, σ. Ι‑905, σκέψη 22).
13 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 49).
14 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση του Δικαστηρίου Foster κ.λπ. (σκέψη 7).
15 – Προτάσεις της 18ης Ιανουαρίου 2000, C‑343/98, Collino και Chiappero (Συλλογή 2000, σ. Ι‑6659, 6661, σημείο 23). Βλ. επίσης την απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2000 επί της ανωτέρω υποθέσεως (Συλλογή 2000, σ. Ι‑6659).
16 – Βλ. συναφώς τις προπαρατεθείσες στις υποσημειώσεις 13 και 14 αποφάσεις.
17 – ΕΕ L 1995, σ. 54.
18 – Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C‑410/01, Fritsch, Chiari & Partner κατά ASFINAG (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή) και τις προτάσεις μου της 10ης Απριλίου 2003, C‑421/01, Traunfellner κατά ASFINAG (μη εισέτι δημοσιευθείσες στη Συλλογή).
19 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5.
20 – Απόφαση της 4ης Μαρτίου 1999, C‑258/97, HI (Συλλογή 1999, σ. Ι‑1405, σκέψεις 33 έως 36).
21 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 16.
22 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982, 8/81, Becker (Συλλογή 1982, σ. 53, σκέψη 25) και την απόφαση Fratelli Costanzo (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 29) καθώς και τις αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1999, C 319/97, Kortas (Συλλογή 1999, σ. Ι 3143, σκέψη 21), της 11ης Ιουλίου 2002, C 62/00, Marks & Spencer (Συλλογή 2002, σ. Ι 6325, σκέψη 25) και της 10ης Απριλίου 2003, C 276/01, Steffensen (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 38).
23 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5. Βλ. συναφώς ανωτέρω σημείο 6.
24 – Η ASFINAG τόνισε μεν ότι οι κρίσιμες εθνικές διατάξεις σχετικά με τα διόδια τροποποιήθηκαν και ότι δεν υφίσταται πλέον άνιση μεταχείριση ανάλογα με την ιθαγένεια ή ανάλογα με τον τόπο προελεύσεως ή προορισμού της μεταφοράς, όπως και η Επιτροπή επιβεβαίωσε με έγγραφο της 17ης Απριλίου 2001, ωστόσο η τροποποίηση αυτή άρχισε να ισχύει από 1ης Φεβρουαρίου 2001.
25 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 101.
26 – Βλ. απόφαση Marshall (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 52) και τις αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 71/85, Federatie Nederlandse Vakbeweging (Συλλογή 1986, σ. 3855, σκέψη 21), της 24ης Μαρτίου 1987, 286/85, McDermott και Cotter (Συλλογή 1987, σ. 1453, σκέψη 14), της 13ης Δεκεμβρίου 1989, C‑102/88, Ruzius Wilbrink (Συλλογή 1989, σ. 4311, σκέψη 19) και απόφαση Foster (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 21), καθώς και τις αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 1993, C‑154/92, Van Cant (Συλλογή 1993, σ. Ι‑3811, σκέψη 17), της 27ης Οκτωβρίου 1993, C‑337/91, Van Gemert‑Derks (Συλλογή 1993, σ. Ι‑5437, σκέψεις 31 επ.) και της 30ής Ιανουαρίου 1997, C‑139/95, Balestra (Συλλογή 1997, σ. Ι‑549, σκέψη 32).
27 – Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑76/97, Tögel (Συλλογή 1998, σ. Ι‑5357, σκέψεις 42 επ.) και απόφαση HI (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψεις 34 επ.).
28 – EE L 117, σ. 15.
29 – Απόφαση της 22ας Μαΐου 2003, C‑462/99, Connect Austria (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 114).
30 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψεις 72 έως 75.
31 – Βλ. την πρώτη αιτιολογική σκέψη τόσο της οδηγίας 93/89 όσο και της οδηγίας 1999/62.
32 – Βλ. επίσης την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Foster, σκέψεις 53 επ.
33 – Βλ. επίσης την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 απόφαση Federatie Nederlandse Vakbeweging, σκέψη 19.
34 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26 απόφαση Federatie Nederlandse Vakbeweging, σκέψεις 20 επ.· βλ. επίσης προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Becker, σκέψεις 28 επ.
35 – Βλ. υποσημείωση 5. Βλ. επίσης, συναφώς, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Saggio της 24ης Φεβρουαρίου 2000 επί της υποθέσεως C‑205/98, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2000, σ. Ι‑7369, σκέψη 47).
36 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 109.
37 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψεις 111 επ.
38 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκέψεις 107 επ.
39 – Αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 309/85 Barra (Συλλογή 1988, σ. 355, σκέψη 17), της 6ης Ιουλίου 1995, C‑62/93, BP Soupergaz (Συλλογή 1995, σ. Ι‑1883, σκέψη 40), της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C‑343/96, Dilexport (Συλλογή 1999, σ. Ι‑579, σκέψη 23), της 8ης Μαρτίου 2001, C‑397/98 και C‑410/98, Metallgesellschaft κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. Ι‑1727, σκέψη 84) και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Marks & Spencer (σκέψη 30).
40 – Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhood της 3ης Ιουνίου 2003, C‑129/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σημείο 70).
41 – Βλ., π.χ., προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση Barra· βλ. επίσης τις αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio (Συλλογή 1983, σ. 3595, σκέψη 12) και της 17ης Ιουλίου 1997, C‑242/95, GT‑Link (Συλλογή 1997, σ. Ι‑4449, σκέψη 58).
42 – Βλ. π.χ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 απόφαση BP Soupergaz.
43 – Βλ. συναφώς την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41 απόφαση GT-Link (σκέψη 59) σχετικά με την υποχρέωση επιστροφής που υπέχει μια δημόσια επιχείρηση.
44 – Βλ. συναφώς τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην παράλληλη υπόθεση C‑257/02 τα οποία επαναλαμβάνονται στη διάταξη περί παραπομπής του Oberster Gerichtshof (σ. 10).
45 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C‑197/94 και C‑252/94, Bautiaa και société française maritime (Συλλογή 1996, σ. Ι‑505, σκέψη 39) και της 4ης Οκτωβρίου 2001, C‑294/99, Αθηναϊκή Ζυθοποιία (Συλλογή 2001, σ. Ι‑6797, σκέψη 27).
46 – Αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5), της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C‑312/93, Peterbroeck (Συλλογή 1995, σ. Ι‑4599, σκέψη 12), της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑279/96, C‑280/96 και C‑281/96, Ansalo Energia (Συλλογή 1998, σ. Ι‑5025, σκέψη 16) και της 10ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑216/99 και C‑222/99, Prisco (Συλλογή 2002, σ. Ι‑6761, σκέψεις 69 επ.).
47 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψεις 72 έως 75.
48 – Βλ. σ. 9 και 13 της διατάξεως περί παραπομπής.
49 – Αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 68/79, Just (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 253), της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605), της 9ης Νοεμβρίου 1983, San Giorgio (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41, σκέψη 13), της 14ης Ιανουαρίου 1997, C‑192/95 έως C‑218/95, Comateb (Συλλογή 1997, σ. Ι‑165, σκέψη 21) και της 17ης Ιουλίου 1997, GT-Link (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41, σκέψη 58).
50 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 49 απόφαση Comateb, σκέψη 22.
51 – Ο γενικός εισαγγελέας Geelhoed εξετάζει αναλυτικά στις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 40 προτάσεις του επί της υποθέσεως C‑129/00 (σημεία 72 έως 79) τα περίπλοκα αυτά οικονομικά ζητήματα.
52 – Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 331/85, 376/85 και 378/85, Bianco και Girard (Συλλογή 1988, σ. 1099, σκέψη 17).
53 – Έτσι έκρινε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 49 υπόθεση Comateb (σκέψη 31) παραπέμποντας στο σημείο 23 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 27ης Ιουνίου 1996 επί της ίδιας υποθέσεως.
54 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 32.
55 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σημείο 2 του διατακτικού.
56 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (σημείο 2 του διατακτικού).
57 – Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ, Eυρατόμ) 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες (ΕΕ ειδ. εκδ. 01/001, σ. 131). Για νομικές πράξεις που αρχίζουν να ισχύουν, να αποκτούν ενέργεια ή να εφαρμόζονται σε ορισμένη ημερομηνία, ως έναρξή τους υπολογίζεται η έναρξη της πρώτης ώρας της ημέρας που αντιστοιχεί στην ημερομηνία αυτή. Επομένως, η οδηγία 1999/62 άρχισε να ισχύει από την 20ή Ιουλίου 1999.
58 – Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς την οδηγία πριν από την 1η Ιουλίου 2000.
59 – Αποφάσεις της 3ης Μαρτίου 1994, C‑316/93, Vaneetfeld (Συλλογή 1994, σ. Ι‑763, σκέψη 18) και της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C‑129/96, Inter-Environnement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. Ι‑7411, σκέψη 45)· βλ. επίσης την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C‑491/01, British American Tobacco κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. Ι‑11453, σκέψεις 32 επ.), καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed της 10ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑491/02, British American Tabacco κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. Ι‑11461, σημείο 43).
60 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59· βλ. επίσης την απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C‑14/02, ATRAL (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψεις 58 επ.).
61 – Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 24ης Απριλίου 1997 επί της υποθέσεως C‑129/96, Inter-Environnement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. 7413, σημεία 40 επ.). Το Δικαστήριο δέχθηκε τη συνδρομή μιας τέτοιας περιπτώσεως με την απόφασή του επί της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 60 υποθέσεως ATRAL.
62 – Αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C‑106/89, Marleasing (Συλλογή 1990, σ. Ι‑4135, σκέψη 8), της 16ης Δεκεμβρίου 1993, C‑334/92, Wagner Miret (Συλλογή 1993, σ. Ι‑6911, σκέψη 20), απόφαση Faccini Dori (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 26) και απόφαση της 27ης Ιουνίου 2000, C‑240/98 έως C‑244/98, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores (Συλλογή 2000, σ. Ι‑4941, σκέψη 30).
63 – Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 25ης Ιουνίου 1992, C‑156/91, Hansa Fleisch Ernst Mundt (Συλλογή 1992, σ. Ι‑5567, 5578, σημεία 23 και 24).
64 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 63, σημεία 19 επ.
65 – Απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1992, C‑156/91 Hansa Fleisch Ernst Mundt (Συλλογή 1992, σ. Ι‑5567, σκέψη 20).
66 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C‑334/95, Krüger (Συλλογή 1997, σ. Ι‑4517, σκέψη 22), και της 28ης Νοεμβρίου 2000, C‑88/99, Roquettes Frères (Συλλογή 2000, σ. Ι‑10465, σκέψη 18).
67 – Βλ. απόφαση της 22ας Μαΐου 1985, 13/83, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 1513, σκέψη 63)· βλ. επίσης την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 4/88, Lambregts (Συλλογή 1989, σ. 2583, σκέψη 14).
68 – Βλ. και τις δικές μου προτάσεις της 6ης Μαρτίου 2001 επί της υποθέσεως C‑70/99, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2001, σ. Ι‑4845, 4847, σκέψη 27).
69 – EE L 95, σ. 1.
70 – Βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 881/92.
71 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1998, C‑266/96, Corsica Ferries France (Συλλογή 1998, σ. Ι‑3949, σκέψη 56), της 23ης Νοεμβρίου 1999, C‑369/96 και C‑376/96, Arblade κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. Ι‑8453, σκέψη 33), της 20ής Φεβρουαρίου 2001, C‑205/99, Analir κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. Ι‑1271, σκέψη 21), και της 13ης Ιουνίου 2002, C‑430/99 και C‑431/99, Sea-Land κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. Ι‑5235, σκέψη 32).
72 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C‑381/93, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1994, σ. Ι‑5145, σκέψη 17).
73 – Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 72, σκέψη 14), απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, C‑224/97, Ciola (Συλλογή 1999, σ. Ι‑2517, σκέψη 11) και απόφαση Sea-Land (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 71, σκέψη 32).
74 – Όσον αφορά τους λόγους που δικαιολογούν μέτρα με τα οποία εισάγονται δυσμενείς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Νοεμβρίου 1995, C‑484/93, Svensson και Gustavsson (Συλλογή 1995, σ. Ι‑3955, σκέψη 15) και εσχάτως την απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2003, C‑388/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. Ι‑721, σκέψη 19).
Full & Egal Universal Law Academy