ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 25ης Νοεμβρίου 2003(1)
Υπόθεση C-160/02
Friedrich Skalka
κατά
Sozialversicherungsanstalt der gewerblichen Wirtschaft
[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων – Αυστριακό επίδομα διαφοράς αποδοχών για ανεπαρκείς συντάξεις γήρατος – Χαρακτηρισμός της παροχής και νομιμότητα της προϋποθέσεως περί κατοικίας κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 – Ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά
I – Eισαγωγή
1. Με την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Oberster Gerichtshof ζητεί να διευκρινιστεί το ζήτημα πώς πρέπει να χαρακτηρισθεί ένα επίδομα διαφοράς αποδοχών κατά τον αυστριακό ομοσπονδιακό νόμο της 11ης Οκτωβρίου 1978 για την κοινωνική ασφάλιση των αυτοτελώς απασχολουμένων στο εμπόριο και τη βιομηχανία (Bundesgesetz über die Sozialversicherung der in der gewerblichen Wirtschaft selbständig Erwerbstätigen, στο εξής: GSVG) (2) στα πλαίσια του κανονισμού (EΟΚ) 1408/71 (3) . Το εν λόγω επίδομα διαφοράς αποδοχών καταβάλλεται στους συνταξιούχους συμπληρωματικά προς τη σύνταξή τους, όταν η σύνταξη είναι χαμηλότερη του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως.
2. Εάν το επίδομα αποτελούσε ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά, θα μπορούσε το ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων για τον τομέα της βιοτεχνίας (Sozialversicherungsanstalt der gewerblichen Wirtschaft), το καθού της κύριας δίκης (στο εξής: ίδρυμα κοινωνικής ασφαλίσεως), να εξαρτήσει τη χορήγησή του από την ύπαρξη κατοικίας του δικαιούχου στην ημεδαπή. Αντιθέτως, αν το επίδομα αποτελεί γενική παροχή γήρατος, θα έπρεπε να το καταβάλλει στον δικαιούχο και αν η κατοικία του βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Α – Το κοινοτικό δίκαιο
3. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71, ο κανονισμός ισχύει και για παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω γήρατος.
4. Το άρθρο 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά οι οποίες εμπίπτουν σε νομοθεσία ή καθεστώς εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 [...], όταν οι παροχές αυτές προορίζονται:
α) είτε για να καλύψουν συμπληρωματικά, αναπληρωματικά ή επικουρικά την επέλευση οιουδήποτε κινδύνου που εμπίπτει στους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στα στοιχεία α΄ έως η΄ της παραγράφου 1·
β) είτε μόνον για να εξασφαλίσουν την ειδική προστασία των μειονεκτούντων ατόμων.»
5. Για τις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά, το άρθρο 10α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 περιέχει την ακόλουθη ρύθμιση:
«Παρά τις διατάξεις του άρθρου 10 και του τίτλου III, τα άτομα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός λαμβάνουν τις ειδικές εις χρήμα παροχές χωρίς συνεισφορά της παραγράφου 2α του άρθρου 4 αποκλειστικά στο έδαφος και σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους, όπου κατοικούν, εφόσον αυτές περιλαμβάνονται στο παράρτημα IIα. Οι παροχές αυτές βαρύνουν τον φορέα του τόπου κατοικίας από τον οποίο και καταβάλλονται.»
6. Στο παράρτημα IΙα, σημείο K, στοιχείο α΄, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, το επίδομα διαφοράς παροχών κατά τον GSVG.
7. Η τρίτη και η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (EΟΚ) 1247/92 (4) , με τον οποίο προστέθηκαν τα άρθρα 4, παράγραφος 2α, και 10α στον κανονισμό 1408/71, ορίζουν τα εξής:
«Είναι επίσης αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία ορισμένες παροχές που προβλέπονται από τις εθνικές νομοθεσίες ενδέχεται να εμπίπτουν συγχρόνως τόσο στην κοινωνική ασφάλιση όσο και στην κοινωνική πρόνοια, λόγω της κατηγορίας των ατόμων στα οποία αναφέρονται, των στόχων και του τρόπου εφαρμογής τους.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε ορισμένα σημεία, οι νομοθεσίες δυνάμει των οποίων καταβάλλονται οι παροχές αυτές προσομοιάζουν στην κοινωνική πρόνοια στο μέτρο που η ένδεια αποτελεί βασικό κριτήριο για την εφαρμογή τους, και οι όροι χορήγησής τους δεν σχετίζονται με οποιαδήποτε απαίτηση σχετικά με τις περιόδους επαγγελματικής δραστηριότητας ή με τις συνεισφορές ενώ σε άλλα σημεία προσεγγίζουν στην κοινωνική ασφάλιση στο μέτρο που δεν υπάρχει διακριτική εξουσία ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι προβλεπόμενες παροχές καταβάλλονται και στο μέτρο που θέτουν τους δικαιούχους υπό σαφές νομικό καθεστώς.»
Β – Β – Το εθνικό δίκαιο
8. Το άρθρο 149, παράγραφος 1, του GSVG ρυθμίζει τις προϋποθέσεις για την καταβολή του επιδόματος διαφοράς παροχών ως εξής:
«Εάν η σύνταξη, πλέον των καθαρών εισοδημάτων του δικαιούχου συντάξεως από άλλες πηγές, και τα άλλα ποσά που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 51[ 5 –Το άρθρο 151 του GSVG αναφέρεται σε ορισμένες αξιώσεις διατροφής καθώς και το εισόδημα του/της συζύγου που ζει στην ίδια εστία.] δεν αγγίζουν το ύψος της ισχύουσας γι’ αυτόν βάσεως (άρθρο 150), ο δικαιούχος συντάξεως έχει, εφόσον έχει τη συνήθη διαμονή του στην ημεδαπή, αξίωση λήψεως επιδόματος διαφοράς αποδοχών, βάσει των διατάξεων του παρόντος τμήματος.»
9. Η βάση αντιστοιχεί στο κατώτατο εισόδημα, το οποίο απαιτείται για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Το ύψος της βάσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 150 του GSVG, μεταξύ άλλων, από την κατάσταση του λήπτη, ιδίως από τον αριθμό των προσώπων που διαβιούν στην οικογενειακή εστία του, και αναπροσαρμόζεται σε συνάρτηση με την εξέλιξη των τιμών καταναλωτή. Το επίδομα διαφοράς παροχών, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, υπολογίζεται και χορηγείται αυτεπαγγέλτως κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως.
10. Σύμφωνα με το άρθρο 156, παράγραφος 1, του GSVG, το επίδομα διαφοράς αποδοχών πρέπει να καταβάλλεται από το ομόσπονδο κράτος, στο οποίο βρίσκεται η έδρα του φορέα κοινωνικής πρόνοιας, ο οποίος είναι αρμόδιος για τον λήπτη του επιδόματος διαφοράς αποδοχών. Εν τούτοις, στην πραγματικότητα, η ομοσπονδία αναλαμβάνει τις δαπάνες που συνεπάγεται η χορήγηση του επιδόματος διαφοράς αποδοχών.
III – Πραγματικά περιστατικά και προδικαστικά ερωτήματα
11. Ο προσφεύγων της διαφοράς της κύριας δίκης, ο Friedrich Skalka (στο εξής: ο προσφεύγων), είναι Αυστριακός υπήκοος. Από την 1η Μαΐου 1990 λαμβάνει από το ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων σύνταξη λόγω ανικανότητας προς εργασία. Μετά τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας, αυτή η παροχή λαμβάνει μορφή πρόωρης συντάξεως γήρατος σε περίπτωση μακροχρόνιας ασφαλίσεως.
12. Από το τέλος του 1999 ο προσφεύγων έχει τη συνήθη διαμονή του στην Tενερίφη (Ισπανία).
13. Στις 16 Δεκεμβρίου 1999 ο προσφεύγων ζήτησε από το ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων τη χορήγηση του επιδόματος διαφοράς παροχών κατά τον GSVG. Το ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων απέρριψε την αίτηση αυτή στις 12 Oκτωβρίου 2000, με το αιτιολογικό ότι ο προσφεύγων έχει τη συνήθη διαμονή του στην αλλοδαπή και ότι η επίδικη παροχή δεν είναι εξαγώγιμη.
14. Ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως. Το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκριναν ότι το επίδομα διαφοράς αποδοχών είναι ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά υπό την έννοια του άρθρου 10α του κανονισμού 1408/71, η οποία δεν μπορεί να καταβληθεί όταν ο ενδιαφερόμενος έχει τη συνήθη διαμονή του σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Αυστρίας. Παραπέμποντας στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Jauch (6) , το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι αναγκαίο να υποβληθεί αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.
15. Ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Το επιληφθέν της αιτήσεως αναιρέσεως Oberster Gerichtshof υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«Πρέπει το άρθρο 10α του κανονισμού (EΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί από τον κανονισμό (EΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, σε συνδυασμό με το παράρτημα IΙα, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το επίδομα διαφοράς αποδοχών σύμφωνα με τον από 11 Oκτωβρίου 1978 Bundesgesetz über die Sozialversicherung der in der gewerblichen Wirtschaft selbständig Erwerbstätigen (ομοσπονδιακό νόμο για την κοινωνική ασφάλιση των αυτοτελώς απασχολουμένων στο εμπόριο και στη βιομηχανία) εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του και ως εκ τούτου συνιστά ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού, οπότε, στην περίπτωση προσώπου το οποίο –όπως ο προσφεύγων– πληροί, μετά την 1η Ιουνίου 1992, τις προϋποθέσεις χορηγήσεως αυτής της παροχής, εφαρμόζεται αποκλειστικά η συντονιστική ρύθμιση που θεσπίζει το άρθρο 10α του κανονισμού;»
IV – Οι παρατηρήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία
16. Στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία παρατηρήσεις κατέθεσαν το ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων, η Αυστριακή, η Γερμανική, η Φινλανδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή.
17. Όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία καταλήγουν στην άποψη ότι μια παροχή όπως το επίδομα διαφοράς αποδοχών κατά τον GSVG συνιστά ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά υπό την έννοια των άρθρων 4, παράγραφος 2α, και 10α του κανονισμού 1408/71. Η Επιτροπή τονίζει, εν πάση περιπτώσει, ότι το άρθρο 10α του κανονισμού 1408/71 αποτελεί εξαίρεση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 10, κατά τον οποίο οι παροχές της κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει, κατ’ αρχήν, να χορηγούνται ανεξαρτήτως του αν ο τόπος κατοικίας του λήπτη βρίσκεται στην ημεδαπή. Η Φινλανδική και η Βρετανική Κυβέρνηση υπογραμμίζουν ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η προϋπόθεση περί κατοικίας που προστέθηκε με το άρθρο 10α συνάδει προς τα άρθρα 39 και 42 EΚ (7) .
Α – Α – Διευκρινίσεις ως προς την εθνική νομοθεσία
18. Η Αυστριακή Κυβέρνηση εκθέτει, κατ’ αρχάς, τις βασικές αρχές στις οποίες στηρίχθηκε ο κανόνας του GSVG. Στην Αυστρία, το ύψος της συντάξεως εξαρτάται, κατ’ αρχήν, από τη διάρκεια του χρόνου ασφαλίσεως και από το ύψος των εισφορών που καταβάλλονται κατά μέσον όρο σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αναφοράς. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια ότι η σύνταξη που μπορεί να απαιτηθεί βάσει των ανωτέρω είναι χαμηλότερη του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως. Για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να καταφύγουν οι ενδιαφερόμενοι στο γραφείο κοινωνικής μέριμνας, πράγμα που προκαλεί κοινωνική καταισχύνη, καθιερώθηκε το επίδομα διαφοράς αποδοχών, το οποίο υπολογίζεται αυτεπαγγέλτως κατά την υποβολή της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως.
Β – Β – Επί της σημασίας του παραρτήματος IIa του κανονισμού 1408/71
19. Όλοι σχεδόν οι μετέχοντες στη διαδικασία στηρίζονται στη διαπίστωση του Δικαστηρίου στην απόφαση Jauch, ότι δηλαδή η καταχώρηση μιας παροχής στο παράρτημα IIα του κανονισμού 1408/71 δεν είναι, αφ’ εαυτής, καθοριστική για την οριστική κατάταξή της στις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά (8) . Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου συμπληρώνει ότι το Δικαστήριο, εάν δεν θεωρήσει το επίδικο επίδομα ως ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά, θα πρέπει να κρίνει ανίσχυρο το παράρτημα IIα μόνον ως προς το σημείο αυτό, όχι όμως και στο σύνολό του (9) .
Γ – Γ – Ειδική παροχή
20. Σε συνδυασμό με την ερμηνεία της έννοιας της ειδικής παροχής του άρθρου 4, παράγραφος 2α, και του άρθρου 10α του κανονισμού 1408/71, οι Κυβερνήσεις των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου και –σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο– η Αυστριακή Κυβέρνηση αναλύουν την παλαιότερη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις καλούμενες μικτές παροχές (10) . Κατά το Δικαστήριο, οι παροχές αυτές ενέχουν στοιχεία τόσο παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως όσο και κρατικής μέριμνας και κοινωνικής πρόνοιας. Ως αντίδραση στην εν λόγω νομολογία, ο νομοθέτης, με τα άρθρα 4, παράγραφος 2α, και 10α, εισήγαγε ειδική ρύθμιση για τις εν λόγω μικτές παροχές στον κανονισμό 1408/71 (11) .
21. Όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία φρονούν ότι η υπό κρίση παροχή, σε αντιδιαστολή προς το επίδομα ειδικής φροντίδας, ως προς το οποίο αποφάνθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Jauch (12) , συνιστά ειδική παροχή. Στο μέτρο που το επίδομα διαφοράς αποδοχών καταβάλλεται συμπληρωματικά προς τη σύνταξη γήρατος, συνδέεται, αφενός, με παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως. Aφετέρου, η καταβολή του εξαρτάται από την ένδεια του λήπτη, πράγμα που το καθιστά παρεμφερές προς παροχή κοινωνικής πρόνοιας. Για την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έχει σημασία συναφώς ότι η ένδεια υπό την έννοια αυτή δεν προκύπτει μόνον από την οικονομική κατάσταση, αλλά και από άλλες περιστάσεις, όπως το ποσοστό αναπηρίας (13) .
22. Η Φινλανδική, η Αυστριακή, η Ολλανδική και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή προβάλλουν επιπλέον ότι ο κανόνας για το επίδομα διαφοράς αποδοχών στηρίζεται στις ιδιαίτερες συνθήκες διαβιώσεως στον τόπο της κατοικίας (14) , δηλαδή στο κατώτατο όριο διαβιώσεως στην Αυστρία.
Δ – Δ – Έλλειψη συνεισφοράς
23. Οι μετέχοντες στη διαδικασία συμφωνούν ότι το επίδομα διαφοράς αποδοχών είναι ανεξάρτητο από εισφορές, διότι η χρηματοδότηση πραγματοποιείται αποκλειστικά από τον προϋπολογισμό της Ομοσπονδίας και όχι από τις εισφορές των ασφαλισμένων.
24. Το γεᄈονός ότι κριτήριο της μη καταβολής εισφορών είναι ο τρόπος χρηματοδοτήσεως απορρέει, κατά την Αυστριακή και τη Γερμανική Κυβέρνηση, και από το ψήφισμα της διοικητικής επιτροπής της 29ης Ιουνίου 2000 «σχετικά με τα κριτήρια καταχώρησης ορισμένων παροχών ως “ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών” στο παράρτημα ΙΙ μέρος ΙΙΙ ή στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71» (15) .
25. Η Γερμανική και η Φινλανδική Κυβέρνηση τονίζουν ότι είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι η καταβολή του επιδόματος ανατέθηκε, από οργανωτικής απόψεως, στο ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων.
26. Τέλος, η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση αντικρούουν το επιχείρημα ότι το επίδομα εξαρτάται (έμμεσα) από εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως, διότι χορηγείται μόνον όταν υπάρχει αξίωση παροχής συντάξεως. Είναι χαρακτηριστικό των ειδικών παροχών ότι καταβάλλονται ως συμπλήρωμα μιας κοινωνικής παροχής. Τούτο προκύπτει σαφώς και από το γράμμα του άρθρου 10α, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 και από την παλαιότερη νομολογία του Δικαστηρίου για τις «μικτές παροχές» (16) . Η έλλειψη εισφορών πρέπει να αξιολογείται χωριστά για την κύρια παροχή και για την επικουρική παροχή.
27. Η Γερμανική Κυβέρνηση συμπληρώνει συναφώς ότι η εξαγωγιμότητα της παροχής ανταποδοτικού τύπου είναι αναγκαία, διότι ο δικαιούχος απέκτησε, διά της καταβολής εισφορών, προσδοκία δικαιώματος. Αυτό δεν ισχύει για την επικουρική παροχή, διότι αυτή δεν χορηγείται βάσει καταβεβλημένων εισφορών.
Ε – Ε – Περαιτέρω παρατηρήσεις
28. Η Αυστριακή Κυβέρνηση τονίζει τη γενική αρχή του δικαίου ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να διαμορφώνουν το σύστημά τους κοινωνικής ασφαλίσεως. Το περιθώριο δράσεως των κρατών μελών θα περιοριζόταν εάν η εξαγωγιμότητα παροχών που εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό εξηρτάτο αποκλειστικά από το κατά πόσον το εκάστοτε κράτος μέλος διαμόρφωσε την παροχή ως επικουρική ή ως ανεξάρτητη παροχή κοινωνικής πρόνοιας.
V – Νομική εκτίμηση
29. Πρέπει να εξετασθεί αν μια παροχή όπως το επίδομα διαφοράς αποδοχών που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης συνιστά ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71. Εάν υφίστατο ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά, η καταβολή της θα μπορούσε, σύμφωνα με το άρθρο 10α, παράγραφος 1, του κανονισμού, να περιοριστεί στο κράτος του τόπου κατοικίας και δεν θα χρειαζόταν να καταβληθεί στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης, του οποίου ο τόπος κατοικίας βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος.
30. Η εν λόγω ρυθμιζόμενη στο άρθρο 10α, παράγραφος 1, του κανονισμού εξαίρεση από την αρχή της εξαγωγιμότητας συνάδει με τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας (17) . Εν πάση περιπτώσει, ως διάταξη παρεκκλίσεως, το άρθρο 10α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνεύεται στενά (18) .
31. Το επίδομα διαφοράς αποδοχών αναφέρεται ρητώς στο παράρτημα IIα του κανονισμού 1408/71, σημείο K, στοιχείο α΄, ως ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά. Όπως όμως το Δικαστήριο διαπίστωσε στην απόφαση Jauch, δεν αρκεί για τον χαρακτηρισμό ως ειδικής παροχής χωρίς συνεισφορά το γεγονός ότι η επίδικη παροχή καταχωρίζεται στο παράρτημα IIα του κανονισμού· αντιθέτως, πρέπει να συντρέχουν συναφώς και τα ουσιαστικά κριτήρια (19) . Επομένως, η παροχή πρέπει πράγματι να έχει τον χαρακτήρα ειδικής παροχής και να μην εξαρτάται από την καταβολή εισφοράς.
32. Συναφώς, καθοριστική σημασία δεν μπορεί να έχει μόνον το κριτήριο της ελλείψεως εισφοράς, εφόσον ο κανονισμός 1408/71, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, αυτού, ισχύει για τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, με ή χωρίς συνεισφορά (20) .
Α – Α – Έλλειψη εισφοράς
33. Μια παροχή δεν στηρίζεται σε εισφορά όταν δεν χρηματοδοτείται από τις εισφορές των ασφαλισμένων. Το γεγονός ότι το καθοριστικό σχετικό κριτήριο είναι ο τρόπος χρηματοδοτήσεως προκύπτει από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Jauch (21) και επισημαίνεται επίσης με το ψήφισμα της διοικητικής επιτροπής που παρέθεσαν οι μετέχοντες στη διαδικασία (22) . Εν προκειμένω, το επίδομα διαφοράς αποδοχών καταβάλλεται βεβαίως από το ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων. Οι πόροι που χρησιμοποιούνται προς τούτο προέρχονται εν τούτοις αποκλειστικά από τον προϋπολογισμό της Ομοσπονδίας, όπως προκύπτει από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως καθώς και από τις παρατηρήσεις της Αυστριακής Κυβερνήσεως.
34. Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει ορισμένες αμφιβολίες όσον αφορά την ορθότητα της εν λόγω ερμηνείας της έννοιας της ελλείψεως εισφορών. Βάσει των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Alber στην υπόθεση Jauch (23) , υποστηρίζεται και η άποψη ότι το επίδομα διαφοράς αποδοχών εξαρτάται, εν πάση περιπτώσει, εμμέσως από την καταβολή εισφορών, διότι χορηγείται μόνον από κοινού με σύνταξη που χρηματοδοτείται από εισφορές.
35. Επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε την άποψη αυτή στην απόφαση Jauch. Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή είναι λιγότερο προφανής, εάν, παράλληλα προς το γερμανικό κείμενο του κανονισμού στο οποίο γίνεται λόγος μόνο για την απεξάρτηση της παροχής από εισφορές, ληφθούν υπόψη και άλλα γλωσσικά κείμενα, τα οποία καθιστούν σαφέστερο ότι η ίδια η ειδική παροχή δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από εισφορές. Τούτο προβλέπει ο αντίστοιχος όρος π.χ. στο αγγλικό κείμενο «special non-contributory benefits» και στο γαλλικό κείμενο «prestations spéciales à caractère non contributif».
36. Επιπλέον, η έννοια των ειδικών παροχών χωρίς συνεισφορά κατά τον ορισμό του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνει ακριβώς την περίπτωση της παροχής που καταβάλλεται συμπληρωματικώς ή επικουρικώς προς παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως. Η συστηματική απονομή του ανταποδοτικού χαρακτήρα σε επικουρική παροχή για τον λόγο και μόνον ότι καταβάλλεται επικουρικώς προς κύρια παροχή ανταποδοτικού χαρακτήρα θα είχε ως συνέπεια να καθιστά, στις περιπτώσεις αυτές, κενές περιεχομένου τις διατάξεις παρεκκλίσεως που θεσπίστηκαν για τις ειδικές παροχές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα. Ακόμη και αν το άρθρο 10α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικά, αποκλείεται πάντως κάθε ερμηνεία της έννοιας του μη ανταποδοτικού χαρακτήρα που –τουλάχιστον στις περιπτώσεις των επικουρικών παροχών– θα περιόριζε στο ελάχιστο το πεδίο εφαρμογής της έννοιας αυτής.
Β – Β – Ειδική παροχή
37. Η έννοια της ειδικής παροχής δεν ορίζεται διεξοδικά στις διατάξεις του κανονισμού. Από το άρθρο 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού συνάγεται, εν πάση περιπτώσει, ότι οι ειδικές παροχές πρέπει να οριοθετηθούν αρνητικά προς δύο κατευθύνσεις. Αφενός, δεν πρέπει να αποτελούν οι ίδιες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, αλλά παροχές –στις περιπτώσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄– που καταβάλλονται μόνον συμπληρωματικά, αναπληρωματικά ή επικουρικά σε σχέση με παροχές κλάδων της κοινωνικής ασφαλίσεως. Αφετέρου, δεν πρέπει να πρόκειται για καθαρές παροχές κοινωνικής πρόνοιας κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4.
38. Επομένως, οι ειδικές παροχές χαρακτηρίζονται, κατ’ αρχάς, από τη σχέση τους タρος τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, πράγμα το οποίο τις διαφοροποιεί από την κοινωνική πρόνοια. Εξάλλου, όμως, παρουσιάζουν ταυτόχρονα κάποια ομοιότητα με την κοινωνική πρόνοια. Τέτοια στοιχεία κοινωνικής πρόνοιας μπορούν ιδίως να συνίστανται στο ότι η χορήγηση της παροχής δεν εξαρτάται, όσον αφορά τον λόγο χορηγήσεως και το ύψος της, από συγκεκριμένες περιόδους απασχολήσεως ή ασφαλίσεως, αλλά από την ένδεια του λήπτη.
39. Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού (EΟΚ) 1247/92 (24) συνάγεται ότι ο νομοθέτης, κατά την προσθήκη των άρθρων 4, παράγραφος 2α, και 10α, είχε την πρόθεση να θεσπίσει ένα ειδικό καθεστώς για εθνικές νομοθεσίες, οι οποίες, κατά τη νομολογία, παρουσιάζουν στοιχεία τόσο παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως όσο και κοινωνικής πρόνοιας.
40. Πράγματι, το Δικαστήριο είχε ασχοληθεί πριν από τη θέσπιση των διατάξεων αυτών σε πλειάδα αποφάσεων με αντίστοιχες παροχές (25) . Ιδιαίτερη ομοιότητα προς το επίδομα διαφοράς αποδοχών κατά τον GSVG παρουσίαζε το επίδικο στην υπόθεση Giletti (26) γαλλικό συμπληρωματικό επίδομα που χορηγείται στους δικαιούχους συντάξεως γήρατος, επιζώντος συζύγου ή αναπηρίας για να τους εξασφαλίσει ένα ελάχιστο όριο διαβιώσεως. Κατά το Δικαστήριο, οι σχετικές γαλλικές διατάξεις είχαν διττή λειτουργία, «η οποία έγκειται, αφενός, στη διασφάλιση ενός ελαχίστου ορίου διαβιώσεως στα πρόσωπα που δεν έχουν επαρκείς πόρους και, αφετέρου, στην παροχή στους λήπτες ανεπαρκών παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως συμπληρωματικού εισοδήματος» (27) .
41. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε τα εξής: «Στο μέτρο που οι διατάξεις αυτές παρέχουν αξίωση συμπληρωματικών παροχών, με τις οποίες αυξάνει το ποσό των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε αξιολογήσεως της ατομικής ένδειας και καταστάσεως που είναι χαρακτηριστική για την κοινωνική πρόνοια, ανήκουν στο σύστημα της κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71. Το γεγονός ότι ένας και ο αυτός νόμος αφορά και παροχές οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν ως παροχές κοινωνικής πρόνοιας, ουδόλως μπορεί να μεταβάλει, όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα μιας παροχής, η οποία συνδέεται με σύνταξη γήρατος, επιζώντος συζύγου ή αναπηρίας στην οποία προστίθεται αυτομάτως, ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως.»
42. Στην απόφαση Newton το Δικαστήριο κατέληξε ότι ένα επίδομα κινητικότητας για αναπήρους πρέπει να χαρακτηρισθεί ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, στο μέτρο που χορηγείται σε πρόσωπα τα οποία λόγω προηγούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας ανήκαν στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η ίδια παροχή να πρέπει να χαρακτηρισθεί διαφορετικά για άλλες ομάδες δικαιούχων (28) .
43. Το Δικαστήριο είχε εντάξει τις εν λόγω μικτές παροχές από κοινού στα καθεστώτα για παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως με συνέπεια την εξαγωγιμότητά τους.
44. Εν πάση περιπτώσει, με την απόφαση Lenoir (29) ερμήνευσε την έννοια των οικογενειακών παροχών συσταλτικά. Το προηγούμενο νομικό καθεστώς απέκλειε τη δυνατότητα εξαγωγής και των παροχών που προορίζονταν για την κάλυψη των δαπανών που συνδέονται στενά με το κοινωνικό περιβάλλον και, κατά συνέπεια, με τον τόπο κατοικίας του ενδιαφερομένου. Την επιχειρηματολογία αυτή ανέπτυξε στην απόφαση Leclere, η οποία εκδόθηκε μετά την προσθήκη των άρθρων 4, παράγραφος 2α, και 10α του κανονισμού και σε σχέση με ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά (30) .
45. Ο κοινοτικός νομοθέτης αντέδρασε στην προπαρατεθείσα νομολογία, καθόσον εισήγαγε ρητώς στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 παροχές με διττή λειτουργία ως ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά. Ταυτοχρόνως όμως θέσπισε διαφορετική ρύθμιση των εννόμων συνεπειών. Λόγω του συνδέσμου με την κοινωνική πρόνοια απέκλεισε βεβαίως την εξαγωγιμότητα των ειδικών παροχών. Μερίμνησε όμως, με τις διατάξεις του άρθρου 10α, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1408/71, για την εξομοίωση των μελών ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως άλλου κράτους μέλους στο κράτος υποδοχής όσον αφορά τις χορηγούμενες ενδεχομένως εκεί ειδικές παροχές.
46. Κατ’ αποτέλεσμα, σημασία για το ζήτημα αν υφίσταται ειδική παροχή έχει πρωτίστως το γεγονός ότι η καταβολή της παροχής συνδέεται με παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, πράγμα που τη διαφοροποιεί από μια παροχή κοινωνικής πρόνοιας. Δεύτερον, δεν πρέπει να πρόκειται για παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, πράγμα που αποκλείεται όταν αυτή ενέχει στοιχεία κοινωνικής πρόνοιας.
47. Μια παροχή όπως το επίδομα διαφοράς αποδοχών του GSVG δεν αποτελεί καθαρή παροχή κοινωνικής πρόνοιας. Προϋπόθεση για την καταβολή της παροχής είναι πράγματι η ένταξη σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, εν προκειμένω ασφαλίσεως γήρατος των μη μισθωτών εργαζομένων, και η ύπαρξη αξιώσεως για σύνταξη γήρατος υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71.
48. Το επίδομα όμως δεν καθίσταται το ίδιο, λόγω της σχέσεως αυτής με τη σύνταξη γήρατος, παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως. Βεβαίως η συμπλήρωση της ηλικίας συντάξεως αποτελεί έμμεση προϋπόθεση για την καταβολή του επιδόματος διαφοράς αποδοχών, εφόσον μπορεί να απαιτηθεί μόνον από κοινού με την κύρια παροχή, δηλαδή τη σύνταξη γήρατος. Για τους ίδιους λόγους για τους οποίους το επίδομα δεν καθίσταται παροχή στηριζόμενη σε εισφορές παρά τον σύνδεσμό του με τη σύνταξη (31) , δεν στερείται ούτε του χαρακτήρα ειδικής παροχής. Πράγματι, αν ο χαρακτήρας της ειδικής παροχής αποκλειόταν σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η καταβολή της επίδικης παροχής έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με παροχή της κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν θα απέμεναν πλέον στην πράξη περιπτώσεις εφαρμογής των συμπληρωματικών και επικουρικών παροχών τις οποίες αφορά ρητώς το άρθρο 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71.
49. Οι μετέχοντες στη διαδικασία τόνισαν, επιπλέον, ότι το επίδομα διαφοράς αποδοχών έχει στοιχεία κοινωνικής πρόνοιας, διότι η καταβολή του εξαρτάται από την ένδεια των ληπτών.
50. Για την οριοθέτηση της κοινωνικής πρόνοιας από τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να υπομνησθεί κατ’ αρχάς ο ορισμός των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που διατυπώνεται από παγία νομολογία του Δικαστηρίου:
«[Μ]ια παροχή θεωρείται παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως εφόσον χορηγείται, χωρίς οποιαδήποτε ατομική και εισάγουσα διακρίσεις στάθμιση των ατομικών αναγκών, στους δικαιούχους βάσει μιας από τον νόμο καθοριζομένης καταστάσεως και εφόσον έχει σχέση με κάποιον από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71» 32 –Απόφαση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 25), με παραπομπή στις αποφάσεις της 27ης Mαρτίου 1985 στην υπόθεση 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψεις 12 έως 14), Newton (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13), της 16ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C‑78/91, Hughes (Συλλογή 1992, σ. I‑4839, σκέψη 15), και της 5ης Mαρτίου 1998 στην υπόθεση C‑160/96, Molenaar (Συλλογή 1998, σ. I‑843, σκέψη 20)..
51. Στην υπόθεση Hughes το Δικαστήριο εξέτασε τον ισχυρισμό ότι το επίδικο στην υπόθεση εκείνη οικογενειακό επίδομα εχορηγείτο βάσει ελέγχου των προσωπικών αναγκών και, κατά συνέπεια, πρόκειται για παροχή κοινωνικής πρόνοιας. Συναφώς το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:
«Καίτοι είναι αληθές ότι μια παροχή όπως το family credit χορηγείται ή δεν χορηγείται μόνον ενόψει της περιουσίας του αιτούντος, του εισοδήματός του, του αριθμού των συντηρουμένων απ’ αυτόν τέκνων καθώς και της ηλικίας τους, εξ αυτού δεν έπεται ότι η χορήγηση της παροχής αυτής εξαρτάται από την ατομική εκτίμηση των προσωπικών αναγκών του αιτούντος, πράγμα που χαρακτηρίζει την κοινωνική πρόνοια […] Πράγματι, εδώ πρόκειται για ᄆντικειμενικά και υπό του νόμου καθοριζόμενα κριτήρια τα οποία, εφόσον πληρούνται, παρέχουν δικαίωμα για την παροχή αυτή χωρίς η αρμόδια αρχή να μπορεί να λάβει υπόψη άλλες προσωπικές συνθήκες.»
52. Αν τεθεί το ίδιο κριτήριο για την αξιολόγηση του επιδόματος διαφοράς αποδοχών, το επίδομα θα πρέπει να χαρακτηρισθεί πράγματι ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, διότι και αυτό χορηγείται βάσει του νόμου και σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια. Ο δικαιούχος της συντάξεως έχει νομική αξίωση για το επίδομα, εάν το εισόδημά του είναι κατώτερο συγκεκριμένης ενδεικτικής τιμής, η οποία καθορίζεται εκάστοτε βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Η ενδεικτική τιμή εξαρτάται από το αν ο/η δικαιούχος της συντάξεως ζει σε ενιαία εστία με τη σύζυγο ή τον σύζυγο και από τον αριθμό των τέκνων του/της. Δεν είναι προφανές ότι το ίδρυμα κοινωνικών ασφαλίσεων μπορεί, εκτός του ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος, να προβεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση βάσει διακριτικής ευχέρειας των προσωπικών αναγκών του ενδιαφερομένου.
53. Είναι όμως αμφίβολο αν η άποψη που υιοθέτησε το Δικαστήριο στην απόφαση Hughes μπορεί να γενικευθεί. Από τον ορισμό της παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως ερμηνεύθηκε στην υπόθεση εκείνη, προκύπτει a contrario ότι παροχή κοινωνικής πρόνοιας υπάρχει μόνον όταν η χορήγηση της παροχής δεν στηρίζεται σε καθοριζόμενα από τον νόμο αντικειμενικά κριτήρια, αλλά σε ατομικό έλεγχο των προσωπικών αναγκών του ενδιαφερομένου ο οποίος καταλείπεται στη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας αρχής.
54. Για να τηρηθεί πάντως η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, σε πολλές εθνικές έννομες τάξεις οι παροχές κοινωνικής πρόνοιας χορηγούνται βάσει αντικειμενικών και καθοριζόμενων από τον νόμο κριτηρίων για την αξιολόγηση των προσωπικών αναγκών. Ομοίως, η εξασφάλιση του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως δεν θεωρείται πλέον πράξη φιλανθρωπίας εκ μέρους του κράτους. Αντιθέτως, στα σύγχρονα κοινωνικά κράτη υφίσταται σχετική νομική αξίωση, η οποία αναγνωρίζεται στο άτομο λόγω της αξίας του ως ανθρώπου.
55. Κατά συνέπεια, μια παροχή μπορεί να παρουσιάζει στοιχεία κοινωνικής πρόνοιας τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό της ως ειδικής παροχής όταν η χορήγησή της εξαρτάται από τις προσωπικές ανάγκες, οι οποίες μπορούν να προσδιοριστούν βάσει αντικειμενικών και καθοριζόμενων από τον νόμο κριτηρίων.
56. Εκτός από τον προσανατολισμό στις προσωπικές ανάγκες, καθοριστική επίσης σημασία για την προσέγγιση προς την κοινωνική πρόνοια έχει το γεγονός ότι η χορήγηση του επιδόματος διαφοράς αποδοχών δεν εξαρτάται από τον συνυπολογισμό ορισμένων περιόδων απασχολήσεως και ασφαλίσεως. Η έννομη συνέπεια του χαρακτηρισμού μιας παροχής ως ειδικής παροχής χωρίς συνεισφορά είναι ότι η παροχή χορηγείται μόνον όταν ο δικαιούχος της συντάξεως έχει κατοικία στην ημεδαπή. Όπως ορθώς επισημαίνει η Γερμανική Κυβέρνηση, η εν λόγω εξαίρεση από την απαγόρευση εξαγωγής είναι νόμιμη μόνο στο μέτρο που ο δικαιούχος δεν απέκτησε δικαιώματα προσδοκίας με τη συμπλήρωση περιόδων απασχολήσεως και ασφαλίσεως.
57. Ο περιορισμός της εξαγωγιμότητας δικαιολογείται επιπλέον όταν με την ειδική παροχή σκοπείται η εξασφάλιση για τον δικαιούχο των πόρων που είναι αναγκαίοι για τη διαβίωση εντός του κράτους μέλους το οποίο χορηγεί την παροχή (33) .
58. Μια ισχυρή ένδειξη περί του ότι το επίδομα διαφοράς αποδοχών αποσκοπεί στην εξασφάλιση του κατωτάτου ορίου διαβιώσεως λαμβανομένου υπόψη του κόστους ζωής στην Αυστρία αποτελούν οι διατάξεις περί αναπροσαρμογής της ενδεικτικής τιμής, η οποία καθορίζει το ύψος του επιδόματος διαφοράς αποδοχών. Σύμφωνα με το άρθρο 150, παράγραφος 2, του GSVG, η τιμή αυτή αυξάνεται ετησίως βάσει συντελεστή ο οποίος πρέπει να αντιστοιχεί τουλάχιστον στην άνοδο των τιμών καταναλωτή στην Αυστρία.
VI – Πρόταση
59. Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου ως εξής:
«Μια παροχή αποτελεί ειδική παροχή χωρίς συνεισφορά, υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, του κανονισμού (EΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, της οποίας η χορήγηση μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 10α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 να εξαρτηθεί από την ύπαρξη κατοικίας στην ημεδαπή, εφόσον αυτή
– περιλαμβάνεται στο παράρτημα IΙα του κανονισμού 1408/71,
– δεν χρηματοδοτείται από εισφορές σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και
– αφενός, χορηγείται συμπληρωματικώς ή επιπροσθέτως προς παροχή γήρατος υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71 και, αφετέρου, ενέχει στοιχεία κοινωνικής πρόνοιας, όπως π.χ.
– το γεγονός ότι η χορήγησή της δεν εξαρτάται, όσον αφορά την αιτία και το ύψος, από ορισμένες περιόδους απασχολήσεως και ασφαλίσεως, αλλά αποκλειστικά και μόνον από τις προσωπικές ανάγκες του δικαιούχου της συντάξεως, οι οποίες μπορούν να αξιολογηθούν και βάσει αντικειμενικών και καθοριζόμενων από τον νόμο κριτηρίων και
– το γεγονός ότι το ύψος της παροχής αποτελεί συνάρτηση των μέσων που είναι αναγκαία για τη διαβίωση στο κράτος το οποίο χορηγεί την παροχή.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – BGBl. αριθ. 560/1978.
3 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001 σ. 73), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1) – στο εξής: κανονισμός 1408/71.
4 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
5 – Το άρθρο 151 του GSVG αναφέρεται σε ορισμένες αξιώσεις διατροφής καθώς και το εισόδημα του/της συζύγου που ζει στην ίδια εστία.
6 – Απόφαση της 8ης Mαρτίου 2001 στην υπόθεση C‑215/99, Jauch (Συλλογή 2001, σ. I‑1901).
7 – Οι κυβερνήσεις αυτές παραπέμπουν στις αποφάσεις της 4ης Noεμβρίου 1997 στην υπόθεση C‑20/96, Snares (Συλλογή 1997, σ. I‑6057, σκέψεις 38 έως 52), και της 11ης Ιουνίου 1998 στην υπόθεση C‑297/96, Partridge (Συλλογή 1998, σ. I-3467, σκέψη 34) καθώς και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην προπαρατεθείσα υπόθεση Snares, σημεία 70 έως 104.
8 – Απόφαση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψεις 20 έως 22).
9 – Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παραπέμπει συναφώς στην απόφαση της 31ης Mαΐου 2001 στην υπόθεση C‑43/99, Leclere και Deaconescu (Συλλογή 2001, σ. I‑4265, σκέψη 38).
10 – Αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1972 στην υπόθεση 1/72, Frilli (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 59), της 9ης Oκτωβρίου 1974 στην υπόθεση 24/74, Biason (Συλλογή τόμος 1974, σ. 431), της 5ης Mαΐου 1983 στην υπόθεση 139/82, Piscitello (Συλλογή 1983, σ. 1427), της 24ης Φεβρουαρίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 379/85 έως 381/85 και 93/86, Giletti (Συλλογή 1987, σ. 955), της 17ης Δεκεμβρίου 1987 στην υπόθεση 147/87, Zaoui (Συλλογή 1987, σ. 5511), της 11ης Ιουνίου 1991 στην υπόθεση C‑307/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1991, σ. I‑2903), και της 22ας Aπριλίου 1993 στην υπόθεση C-65/92, Levatino (Συλλογή 1993, σ. I‑2005).
11 – Οι κυβερνήσεις παραπέμπουν συναφώς στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού (EΟΚ) 1247/92, οι οποίες παρατέθηκαν ανωτέρω, στο σημείο 7.
12 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
13 – Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παραθέτει συναφώς την απόφαση της 20ής Ιουνίου 1991 στην υπόθεση C-356/89, Newton (Συλλογή 1991, σ. I‑3017).
14 – Οι κυβερνήσεις παραπέμπουν, όσον αφορά το εν λόγω κριτήριο, στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 313/86, Lenoir (Συλλογή 1988, σ. 5391, σκέψη 16), και στην απόφαση Leclere και Deaconescu (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 32).
15 – ΕΕ 2001, C 44, σ. 13.
16 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημείο 20.
17 – Απόφαση Snares (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 49).
18 – Απόφαση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 21).
19 – Απόφαση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 21). Βλ. και τη διεξοδική θεμελίωση στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber επί της υποθέσεως αυτής, σημεία 61 έως 79.
20 – Βλ. τις προτάσεις στην υπόθεση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σημείο 83).
21 – Απόφαση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψεις 29 επ.).
22 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15.
23 – Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 19, σημείο 110.
24 – Παρατέθηκαν στο σημείο 7 των προτάσεων αυτών.
25 – Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10 νομολογία.
26 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10.
27 – Απόφαση Giletti (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 10).
28 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψεις 14 και 15.
29 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14.
30 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 32.
31 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημείο 36.
32 – Απόφαση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 25), με παραπομπή στις αποφάσεις της 27ης Mαρτίου 1985 στην υπόθεση 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψεις 12 έως 14), Newton (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13), της 16ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C‑78/91, Hughes (Συλλογή 1992, σ. I‑4839, σκέψη 15), και της 5ης Mαρτίου 1998 στην υπόθεση C‑160/96, Molenaar (Συλλογή 1998, σ. I‑843, σκέψη 20).
33 – Βλ. αποφάσεις Lenoir (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 16) και Leclere και Deaconescu (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 32).
Full & Egal Universal Law Academy