ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 20ής Νοεμβρίου 2003 (1)
Υπόθεση C-167/02 P
Willy Rothley κ.λπ.
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
1. Στην παρούσα υπόθεση, ο Willy Rothley και 70 άλλα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στους οποίους στη συνέχεια θα αναφέρομαι με τον όρο «οι προσφεύγοντες») άσκησαν αναίρεση κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου (2) με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή την οποία άσκησαν δυνάμει της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, με αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως του Κοινοβουλίου της 18ης Νοεμβρίου 1999 περί τροποποιήσεως του εσωτερικού κανονισμού του, κατόπιν της Διοργανικής Συμφωνίας της 25ηςΜαΐου 1999, σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που διενεργούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (3).
2. Με την εν λόγω απόφαση (στο εξής: προσβαλλόμενη πράξη) τροποποιήθηκε ο εσωτερικός κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την προσθήκη κανόνων που αφορούν τη διενέργεια ερευνών εντός του Κοινοβουλίου από την προσφάτως ιδρυθείσα Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (επίσης γνωστή με τα γαλλικά αρχικά OLAF που χρησιμοποιούνται στη συνέχεια για τις αναφορές στην εν λόγω υπηρεσία ).
3. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφορούσε ατομικώς τους προσφεύγοντες και, επομένως, δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικώς να την προσβάλουν. Οι προσφεύγοντες ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ισχυριζόμενοι ότι ερμηνεύει εσφαλμένα το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και παραβιάζει το δικαίωμά τους για αποτελεσματική ένδικη προστασία. Επομένως, με την αίτηση αναιρέσεως ζητείται από το Δικαστήριο να αναθεωρήσει τη νομολογία του σχετικά με το πότε μια απόφαση αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα. Η παραδοσιακή θέση επί του ζητήματος αυτού διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής (4), επιβεβαιώθηκε πρόσφατα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Union de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (5).
Το νομικό πλαίσιο
4. Η OLAF ιδρύθηκε με την απόφαση 1999/35/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ (6), με σκοπό να «ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης της απάτης και των λοιπών παρανόμων δραστηριοτήτων που είναι επιζήμιες για τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων» (7). Εξουσιοδοτήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1073/1999 (8) να διενεργεί εσωτερικές διοικητικές έρευνες στα «θεσμικά όργανα και οργανισμούς που ιδρύθηκαν από τις Συνθήκες ή βάσει αυτών» με σκοπό:
«– την καταπολέμηση της απάτης, της δωροδοκίας και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,
– τον εντοπισμό, προς τούτο, σοβαρών πράξεων συνδεομένων με την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, που μπορεί να συνιστούν παράβαση των υποχρεώσεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων, η οποία μπορεί να επισύρει πειθαρχική ή, ενδεχομένως, ποινική δίωξη, ή παράλειψη των αναλόγων υποχρεώσεων των μελών των θεσμικών οργάνων και των οργάνων, των διευθυντικών στελεχών των οργανισμών ή των μελών του προσωπικού των θεσμικών οργάνων, οργάνων και οργανισμών, που δεν υπόκεινται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης […] » (9).
5. Το άρθρο 4 του κανονισμού 1073/1999 παρέχει λεπτομερέστερες οδηγίες σχετικά με τη διενέργεια των εσωτερικών ερευνών. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, οι εσωτερικές έρευνες διεξάγονται «σύμφωνα με τους κανόνες των συνθηκών και ιδίως του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων […] υπό τους όρους και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει ο παρών κανονισμός και τις αποφάσεις που λαμβάνει το κάθε θεσμικό όργανο, όργανο και οργανισμός».
6. Με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1073/1999 παρέχεται στην OLAF δικαίωμα άμεσης πρόσβασης, χωρίς προειδοποίηση, σε κάθε πληροφορία που κατέχουν τα θεσμικά όργανα, τα όργανα και οι οργανισμοί, καθώς και στις εγκαταστάσεις αυτών, δικαίωμα να ελέγχει τα λογιστικά τους στοιχεία, δικαίωμα να λαμβάνει αντίγραφα ή αποσπάσματα κάθε εγγράφου και του υποθέματος κάθε μέσου αποθήκευσης πληροφοριών που κατέχουν τα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμοί, καθώς και να ζητεί προφορικώς πληροφορίες από τα μέλη του θεσμικών οργάνων και οργάνων, από τα διευθυντικά στελέχη των οργανισμών, καθώς και από τα μέλη του προσωπικού των εν λόγω οργάνων και οργανισμών. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, τα θεσμικά όργανα, τα όργανα και οι οργανισμοί ενημερώνονται όταν οι υπάλληλοι της OLAF διενεργούν έρευνα στις εγκαταστάσεις τους ή όταν συμβουλεύονται κάποιο έγγραφο ή ζητούν πληροφορίες που έχουν στην κατοχή τους τα θεσμικά όργανα, τα όργανα και οι οργανισμοί. Στο άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού προβλέπεται ότι η έναρξη των εσωτερικών ερευνών γίνεται με απόφαση του διευθυντή της OLAF.
7. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, προκειμένου να εξασφαλίσουν συνέπεια και ομοιομορφία των μέτρων εφαρμογής που τους επέβαλε να θεσπίσουν το άρθρο 4 του κανονισμού 1073/1999, συνήψαν διοργανική συμφωνία στις 25 Μαΐου 1999 (10). Σύμφωνα με το σημείο 2 της εν λόγω συμφωνίας, καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη ανέλαβε την υποχρέωση να εκδώσει εσωτερική απόφαση, σύμφωνα με το υπόδειγμα συμφωνίας που προσαρτάτο στην συμφωνία, και να μην αποκλίνει από το υπόδειγμα αυτό παρά μόνον εφόσον αυτό καθίσταται τεχνικά αναγκαίο λόγω των οικείων ιδιαιτέρων απαιτήσεων.
8. Η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί μέτρο εφαρμογής της διοργανικής συμφωνίας στο πλαίσιο του Κοινοβουλίου. Τροποποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του Κοινοβουλίου προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή το υπόδειγμα αποφάσεως, όπως τροποποιήθηκε λόγω των ιδιαιτέρων απαιτήσεων που προσιδιάζουν στο Κοινοβούλιο, το οποίο, υπόδειγμα, κατέστη παράρτημα του εν λόγω κανονισμού.
9. Η απόφαση που προστέθηκε ως παράρτημα στον εσωτερικό κανονισμό (στο εξής: υπόδειγμα αποφάσεως) επιβάλλει μια σειρά υποχρεώσεων στα μέλη του Κοινοβουλίου. Κατά τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1 του κανονισμού 1073/1999, υποχρεούνται να συνεργάζονται πλήρως με την OLAF. Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή εκπληρούται «με την επιφύλαξη των οικείων διατάξεων των Συνθηκών για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ιδίως του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών, καθώς και των σχετικών με την εφαρμογή τους κειμένων.»
10. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, οι βουλευτές υποχρεούνται να ενημερώνουν τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου ή, εφόσον το κρίνουν σκόπιμο, απευθείας την OLAF, οσάκις περιέρχονται εις γνώση τους «στοιχεία βάσει των οποίων εικάζεται η ύπαρξη ενδεχομένων περιπτώσεων απάτης, δωροδοκίας ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας επιζήμιας για τα συμφέροντα των Κοινοτήτων ή σοβαρών περιστατικών που συνδέονται με την άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων και συνιστούν, ενδεχομένως, μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων ή του προσωπικού που δεν υπόκειται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης, η οποία μπορεί να επισύρει πειθαρχική ή, ενδεχομένως, ποινική δίωξη».
11. Στο άρθρο 4 ορίζεται ότι «[o]ι κανόνες που αφορούν την κοινοβουλευτική ασυλία και το δικαίωμα άρνησης των βουλευτών να εμφανίζονται ως μάρτυρες παραμένουν αναλλοίωτοι».
12. Στο άρθρο 5 ορίζεται ότι:
«Στην περίπτωση που αποκαλύπτεται το ενδεχόμενο προσωπικής εμπλοκής βουλευτή [...], ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ενημερώνεται ταχέως, εφόσον από την ενημέρωση αυτή δεν υπάρχει κίνδυνος να θιγεί η έρευνα. Δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξαχθούν κατά τη λήξη της έρευνας συμπεράσματα που θα αφορούν ονομαστικά βουλευτή, [...], χωρίς να έχει δοθεί στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να εκφραστεί σχετικά με όλα τα πραγματικά περιστατικά που τον αφορούν.
Στις περιπτώσεις που είναι αναγκαία για τους σκοπούς της έρευνας η αυστηρή τήρηση του απορρήτου και απαιτείται η προσφυγή σε μέσα έρευνας που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εθνικής δικαστικής αρχής, η υποχρέωση να κληθεί ο βουλευτής [...] να εκφραστεί μπορεί να αναβληθεί σε συμφωνία με τον Πρόεδρο [...]».
13. Τα άρθρα 8 έως 10 του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 8ης Απριλίου 1965, αναφέρονται στα μέλη του Κοινοβουλίου.
14. Το άρθρο 9 του εν λόγω πρωτοκόλλου προβλέπει ότι «[τ]α μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη για γνώμη ή ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους».
15. Το άρθρο 10 του πρωτοκόλλου αυτού ορίζει τα εξής:
«Κατά τη διάρκεια των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα μέλη του απολαύουν:
α) εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του κοινοβουλίου της χώρας τους,
β) εντός της επικρατείας άλλων κρατών μελών, της εξαιρέσεως από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη.
Η ασυλία τους καλύπτει επίσης όταν μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή όταν επιστρέφουν από αυτόν.
Επίκληση της ασυλίας δεν δύναται να γίνει στην περίπτωση αυτοφώρου εγκλήματος και ούτε δύναται να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να άρει την ασυλία ενός από τα μέλη του.»
Η προσβαλλόμενη απόφαση
16. Στις 21 Ιανουαρίου 2000, οι αναιρεσείοντες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Κατέθεσαν επίσης αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 242 ΕΚ. Με διάταξη της 2ας Μαΐου 2000 (11), o Πρόεδρος του Πρωτοδικείου διέταξε την αναστολή εκτελέσεως μιας σειράς διατάξεων της προσβαλλομένης πράξεως έναντι των αιτούντων μέχρι την έκδοση της οριστικής αποφάσεως του Πρωτοδικείου επί της κυρίας δίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφορούσε ατομικά τους προσφεύγοντες, όπως απαιτεί η τέταρτη παράγραφος του άρθρου 230 ΕΚ.
17. Έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη πράξη, παρά το ότι έχει τη μορφή της αποφάσεως, αποτελεί μέτρο γενικής ισχύος (12), το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι θα μπορούσε, παρά ταύτα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αφορά ατομικά τους προσφεύγοντες (13).
18. Καταρχάς, το Πρωτοδικείο εξέτασε κατά πόσον οι προσφεύγοντες θίγονταν από την προσβαλλόμενη πράξη λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών τους ή περιστάσεων που τους διαφοροποιούσαν από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, σύμφωνα με τα κριτήρια που διατυπώθηκαν στην απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής (14). Αποφάνθηκε ότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο. Η πράξη ίσχυε για τους προσφεύγοντες λόγω της ιδιότητάς τους ως μελών του Κοινοβουλίου, δηλαδή ως υπαγομένων σε μια κατηγορία που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτει συγκεκριμένα πρόσωπα για τον λόγο και μόνον ότι κατά την έκδοση της πράξεως ήταν γνωστός ο αριθμός και η ταυτότητα των υπαγομένων στην εν λόγω κατηγορία προσώπων. Ούτε υπήρχε λόγος να υποτεθεί ότι οι προσφεύγοντες αποτελούσαν κλειστή υποομάδα εντός του Κοινοβουλίου (15).
19. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο εξέτασε αν οι προσφεύγοντες νομιμοποιούνταν να προσβάλουν την πράξη συνεπεία της υπάρξεως υπέρτερου κανόνα δικαίου που επέβαλλε στο Κοινοβούλιο να λάβει υπόψη του την ιδιαίτερη κατάστασή τους. Κατά την άποψη του Πρωτοδικείου, το Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών δεν συνιστά τέτοιο κανόνα. Αναφέρεται στα μέλη του Κοινοβουλίου μόνο κατά γενικό τρόπο και δεν περιέχει καμία διάταξη που να διέπει ρητώς τις εσωτερικές έρευνες στο Κοινοβούλιο. Επιπλέον, από τις διατάξεις της προσβαλλόμενης πράξης καταδεικνύεται ότι το Κοινοβούλιο απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ασυλία των μελών του (16).
20. Τρίτον, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε στα λοιπά ένδικα βοηθήματα που έχουν στη διάθεσή τους οι προσφεύγοντες. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να προβεί η OLAF, στο πλαίσιο έρευνας, σε πράξη προσβάλλουσα την ασυλία της οποίας απολαύουν τα μέλη του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, κάθε μέλος που βρίσκεται αντιμέτωπο με τέτοια πράξη διαθέτει τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στη Συνθήκη. Εν πάση περιπτώσει, η ύπαρξη τέτοιου ενδεχομένου δεν μπορεί να αλλοιώσει τις προϋποθέσεις ενεργητικής νομιμοποιήσεως που θέτει η τέταρτη παράγραφος του άρθρου 230 ΕΚ (17).
21. Τέλος, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, σε αντίθεση με την περίπτωση που αφορούσε η υπόθεση Les Verts κατά Κοινοβουλίου (18), το απαράδεκτο της εξεταζομένης προσφυγής δεν συνεπάγεται ανισότητα όσον αφορά την ένδικη προστασία μεταξύ των προσφευγόντων και των λοιπών μελών του Κοινοβουλίου (19).
22. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι οι προσφεύγοντες στερούνταν ενεργητικής νομιμοποιήσεως βάσει της τετάρτης παραγράφου του άρθρου 230 ΕΚ και απέρριψε την προσφυγή τους ως απαράδεκτη.
Η αίτηση αναιρέσεως
23. Οι αναιρεσείοντες ζητούν από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και είτε να ακυρώσει το προσβαλλόμενο μέτρο αυτό καθαυτό είτε να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο. Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Πρωτοδικείο να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η Ολλανδική Κυβέρνηση άσκησαν παρέμβαση υπέρ του Κοινοβουλίου.
24. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν δύο λόγους αναιρέσεως: ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση της τετάρτης παραγράφου του άρθρου 230 ΕΚ και ότι συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματός τους για αποτελεσματική έννομη προστασία, όπως αυτό κατοχυρώνεται με βάση τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
Πρώτος λόγος: η τέταρτη παράγραφος του άρθρου 230 ΕΚ
25. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τέσσερα επιχειρήματα προς θεμελίωση του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
26. Πρώτον, υποστηρίζουν ότι τα μέλη του Κοινοβουλίου νομιμοποιούνται άνευ ετέρου να προσβάλλουν πράξεις του εν λόγω οργάνου επαγόμενες έννομα αποτελέσματα τα οποία ευρίσκονται εκτός του πεδίου της εσωτερικής του οργανώσεως και τα οποία επηρεάζουν άμεσα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών του.
27. Προς υποστήριξη της θέσεως αυτής επικαλούνται τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 25ης Νοεμβρίου 1999 στην υπόθεση Martinez και de Gaulle κατά Κοινοβουλίου, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση αναστολής εκτελέσεως αποφάσεως του Κοινοβουλίου η οποία είχε προσβληθεί από ορισμένα μέλη του (20).
28. Κατά τους αναιρεσείοντες, ο εκδίδων την εν λόγω διάταξη Πρόεδρος ήταν διατεθειμένος να αναγνωρίσει ότι υπήρχαν «σοβαρές ενδείξεις» περί του παραδεκτού της κύριας προσφυγής, χωρίς να ερευνήσει εις βάθος κατά πόσον η προσβαλλόμενη πράξη αφορούσε ατομικά τους προσφεύγοντες, αφού πρώτα διαπίστωσε ότι η επίμαχη απόφαση ενδέχετο να παραγάγει έννομα αποτελέσματα εξερχόμενα του πεδίου της εσωτερικής οργάνωσης της λειτουργίας του Κοινοβουλίου.
29. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται επομένως ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε δεχόμενο ότι το δικαίωμά τους να προσβάλουν την επίδικη πράξη εξηρτάτο από το αν η εν λόγω πράξη τους αφορούσε ατομικά.
30. Κατά τη γνώμη μου, η προϋπόθεση του αν η προσβαλλόμενη πράξη αφορά τον προσφεύγοντα δεν μπορεί να παρακαμφθεί, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Στην τέταρτη παράγραφο του άρθρου 230 ΕΚ τίθεται ως τηρητέα προκειμένου να μπορούν ιδιώτες να προσβάλουν μια κοινοτική πράξη πλην αποφάσεως της οποίας είναι οι ίδιοι αποδέκτες. Επομένως, οποιοδήποτε επιχείρημα που αφορά όχι την ερμηνεία, αλλά το εφαρμοστέο του εν λόγω κανόνα, είναι απορριπτέο.
31. Εξάλλου, η θέση των αναιρεσειόντων δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να βρει έρεισμα ούτε στη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Martinez και de Gaulle κατά Κοινοβουλίου. Ο Πρόεδρος αναφέρθηκε ειδικώς στην προϋπόθεση του ατομικού χαρακτήρα της πράξεως. Το γεγονός ότι δεν εξέτασε διεξοδικά αν η προσβαλλόμενη πράξη αφορούσε ατομικά τους προσφεύγοντες στην ενώπιόν του διαδικασία μπορεί να αποδοθεί στον χαρακτήρα των προσωρινών μέτρων.
32. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου κανένας σοβαρός λόγος είτε να θεωρηθεί ότι δεν χρειάζεται να πληρούται η προϋπόθεση του ατομικού χαρακτήρα της πράξεως είτε να θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται υπό τις συνθήκες που περιγράφουν οι αναιρεσείοντες. Η τιθέμενη στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 230 ΕΚ προϋπόθεση ότι ελέγχονται δικαστικώς μόνον οι πράξεις εκείνες του Κοινοβουλίου που σκοπό έχουν να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων προσδιορίζει ποιες πράξεις υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο και όχι ποια πρόσωπα μπορούν να προσφύγουν δικαστικώς. Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, το αποτέλεσμα της προϋποθέσεως αυτής είναι η εξασφάλιση υπέρ του Κοινοβουλίου μιας σφαίρας αυτονομίας ιδίως όσον αφορά την οργάνωση της εσωτερικής λειτουργίας του και όχι η καταστρατήγηση του ελέγχου του παραδεκτού από απόψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως που καθιερώνεται στην τέταρτη παράγραφο του άρθρου 230 ΕΚ.
33. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο ορθώς επέμεινε στο ότι οι προσφεύγοντες όφειλαν να αποδείξουν ότι η προσβαλλόμενη πράξη τους αφορούσε ατομικά.
34. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ένα δεύτερο επιχείρημα με το υπόμνημά τους απαντήσεως. Επιχειρούν να στηριχθούν στην απόφαση του Πρωτοδικείου επί της υποθέσεως Martinezκ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (21) όπου, υπό συνθήκες που κατά τους προσφεύγοντες ταυτίζονται κατ’ ουσίαν με αυτές τις παρούσας υποθέσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι επληρούτο η προϋπόθεση που επιβάλλει η προσβαλλόμενη πράξη να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα.
35. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, η παρούσα υπόθεση διαφέρει σαφώς από την υπόθεση Martinez κ.λ.π. κατά Κοινοβουλίου. Η τελευταία ανέκυψε όταν διάφορα ανεξάρτητα μέλη του Κοινοβουλίου προσπάθησαν να συγκροτήσουν πολιτική ομάδα (γνωστή ως ομάδα TDI [Groupe Technique des Députés Indépendants]) προκειμένου να μπορέσουν να επωφεληθούν των διαφόρων διαδικαστικών πλεονεκτημάτων που παρέχει σε τέτοιες ομάδες ο Εσωτερικός Kανονισμός του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, μετά από αντιρρήσεις που διατύπωσαν οι πρόεδροι άλλων πολιτικών ομάδων, η επιτροπή συνταγματικών υποθέσεων του Κοινοβουλίου ερμήνευσε την έννοια της πολιτικής ομάδας στο πλαίσιο του Εσωτερικού Κανονισμού του Κοινοβουλίου κατά τρόπο αποκλείοντα την κατηγορία αυτής στην ομάδα TDI, η ερμηνεία δε αυτή επικυρώθηκε από την ολομέλεια του Κοινοβουλίου.
36. Διάφορα μέλη του Κοινοβουλίου και ένα πολιτικό κόμμα ενταγμένο στην ομάδα TDI άσκησαν προσφυγή δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ κατά αποφάσεως του Κοινοβουλίου. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εν λόγω απόφαση τους αφορούσε ατομικά, καθότι συνιστούσε συγχρόνως μέτρο γενικής εφαρμογής και ατομικό προσδιορισμό του καθεστώτος της ομάδας TDI (22).
37. Στην παρούσα υπόθεση, όπως ορθώς υποστηρίζει το Κοινοβούλιο, η προσβαλλόμενη πράξη δεν εμφαίνει ισοδύναμο ατομικό προσδιορισμό που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι αφορά ατομικά τους προσφεύγοντες. Επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει καμία αναλογία όπως αυτή που άντλησε το Πρωτοδικείο στην απόφαση επί της υποθέσεως Martinez κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου.
38. Τρίτον, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε διαπιστώνοντας ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν τους αφορούσε ατομικά σύμφωνα με την παραδοσιακή ερμηνεία της εννοίας αυτής στην κοινοτική νομολογία.
39. Κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, τα μέλη του Κοινοβουλίου απαρτίζουν έναν κλειστό κύκλο προσώπων των οποίων ο αριθμός και η ταυτότητα ήταν γνωστή και ορισμένη κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως. Επομένως, η εν λόγω πράξη αφορά όλους τους βουλευτές ατομικά και οποιοσδήποτε από αυτούς μπορεί να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωσή της.
40. Δεν θα συμφωνήσω με το επιχείρημα αυτό.
41. Είναι σαφές ότι, κανονικά, σύμφωνα με την παραδοσιακή ερμηνεία που δόθηκε με την απόφαση Plaumann κατά Κοινοβουλίου (23), μία πράξη δεν αφορά άμεσα συγκεκριμένο πρόσωπο όταν το επηρεάζει μόνον ως μέλος μιας ομάδας, της οποίας η σύνθεση δεν είναι προσδιορισμένη κατά μόνιμο τρόπο κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως, όσο μικρός κι αν είναι ο αριθμός και εύκολα προσδιορίσιμη η ταυτότητα των μελών της. Στην υπόθεση Plaumann κατά Κοινοβουλίου (24) , το επίμαχο μέτρο αφορούσε τον προσφεύγοντα «σε σχέση με εμπορική δραστηριότητα η οποία μπορεί να ασκείται από οποιοδήποτε πρόσωπο σε οποιοδήποτε χρόνο» και, κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της ενεργητικής νομιμοποιήσεως.
42. Μολονότι η σύνθεση του Κοινοβουλίου διαφέρει από την σύνθεση ομάδων που επιδίδονται σε διάφορες εμπορικές δραστηριότητες, καθότι καθορίζεται και μεταβάλλεται σύμφωνα με συγκεκριμένο σύστημα κανόνων και διαδικασιών, δεν μπορεί, παρά ταύτα, να θεωρηθεί ότι είναι καθορισμένη κατά οριστικό τρόπο. Κατά συνέπεια, μια πράξη όπως η προσβαλλόμενη, η οποία έχει γενική και δυνάμει εφαρμογή στα μέλη του Κοινοβουλίου, είναι δυνατόν να αφορά τόσο τα μέλλοντα όσο και τα παρόντα μέλη του και ως τοιαύτη δεν αφορά ατομικώς κανένα από αυτά.
43. Καίτοι το Πρωτοδικείο δεν προέβη ρητώς στον έλεγχο της συνδρομής της προϋποθέσεως του ατομικού χαρακτήρα της πράξεως, εμμένοντας αντ’ αυτού στη γενική εφαρμογή του μέτρου, αναφέρθηκε στον εν λόγω έλεγχο και κατέληξε, κατά τη γνώμη μου, στο ορθό συμπέρασμα απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των προσφευγόντων ότι η προσβαλλόμενη πράξη τους αφορούσε ατομικά ως μέλη ενός κλειστού κύκλου προσώπων που μπορούν να κατονομαστούν. Επομένως, φρονώ ότι το τρίτο επιχείρημα των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθεί.
44. Τέταρτον, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε όταν απέκλεισε το ενδεχόμενο εφαρμογής του νομολογιακού προηγουμένου (25) σύμφωνα με το οποίο μια προσφυγή ακυρώσεως είναι παραδεκτή οσάκις υπέρτερος κανόνας δικαίου επέβαλλε στον εκδώσαντα την πράξη να λάβει υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των προσφευγόντων.
45. Κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, οι αυξημένης ισχύος κανόνες του κοινοτικού δικαίου παρέχουν στα μέλη του Κοινοβουλίου διάφορα δικαιώματα τα οποία δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως. Επικαλούνται ιδίως τα δικαιώματα ανεξαρτησίας κατά την άσκηση της εντολής τους και της ασυλίας καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των βουλευτών στο πλαίσιο της συμμετοχής τους σε εξεταστικές επιτροπές του Κοινοβουλίου.
46. Δεν θεωρώ πειστικούς τους ισχυρισμούς αυτούς των αναιρεσειόντων.
47. Η νομολογία την οποία επικαλούνται δεν παρέχει σε οποιοδήποτε πρόσωπο το δικαίωμα να προσβάλει οποιοδήποτε μέτρο που μπορεί να αποδειχθεί ότι παραβιάζει υπέρτερο κανόνα δικαίου. Άλλως, ο έλεγχος της εν προκειμένω ενεργητικής νομιμοποιήσεως δεν θα μπορούσε να διαχωριστεί από την ουσία της υποθέσεως, δεδομένου ότι κάθε ένδικο βοήθημα που ασκείται κατά κοινοτικής πράξεως αφορά την αντίθεση της πράξεως αυτής με κάποιο κανόνα ή αρχή του κοινοτικού δικαίου. Μια τέτοια προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση της αυτοτέλειας της προϋποθέσεως περί ενεργητικής νομιμοποιήσεως.
48. Επομένως, απαιτείται επιπλέον να αποδειχθεί ότι ο υπέρτερος κανόνας δικαίου για τον οποίο πρόκειται επιβάλλει στον εκδίδοντα την οικεία πράξη την υποχρέωση να λάβει ειδικώς υπόψη την κατάσταση του προσφεύγοντος, κατά τρόπο που να εξατομικεύει τον προσφεύγοντα σε σχέση με την γενικότερη ομάδα ή ομάδες προσώπων που αφορά η πράξη. Αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Τα δικαιώματα που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες έχουν εφαρμογή αδιακρίτως σε όλα τα μέλη του Κοινοβουλίου ως ομάδα. Επομένως, συμφωνώ με το Πρωτοδικείο το οποίο δέχτηκε ότι τα δικαιώματα στα οποία αναφέρονται οι αναιρεσείοντες δεν μπορούν να στηρίξουν τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη πράξη τους αφορά ατομικά.
49. Εν πάση περιπτώσει, το Πρωτοδικείο δέχτηκε, επίσης ορθώς κατά τη γνώμη μου, ότι το Κοινοβούλιο έλαβε δεόντως υπόψη τα δικαιώματα των μελών του προτού εκδώσει την προσβαλλόμενη πράξη. Στο άρθρο 4 του υποδείγματος αποφάσεως επιβεβαιώνεται ότι οι κανόνες περί ασυλίας των μελών του Κοινοβουλίου και του δικαιώματός τους να αρνούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες παραμένουν αναλλοίωτοι. Περαιτέρω, το καθήκον των μελών του Κοινοβουλίου να συνεργάζονται με την OLAF, που προβλέπεται στο άρθρο 1 του υποδείγματος αποφάσεως, διευκρινίζεται ειδικώς ότι ισχύει με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων των Συνθηκών περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ιδίως του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών καθώς και των διατάξεων εφαρμογής τους. Ομοίως, ο κανονισμός που εξουσιοδοτεί την OLAF να διενεργεί εσωτερικές έρευνες υπόκεινται ρητώς στους κανόνες των Συνθηκών και ιδίως του Πρωτοκόλλου.
50. Επομένως, φρονώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: δικαίωμα για αποτελεσματική ένδικη προστασία.
51. Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσβάλλει το δικαίωμά τους για αποτελεσματική ένδικη προστασία. Ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως δέχτηκε ότι κάθε μέλος του Κοινοβουλίου του οποίου τα δικαιώματα προσβλήθηκαν στο πλαίσιο εσωτερικής έρευνας μπορεί ανά πάσα στιγμή να ασκήσει τα ένδικα βοηθήματα που του παρέχονται ως μέσα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.
52. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι οι υποχρεώσεις για συνεργασία και παροχή πληροφοριών στην OLAF τους επιβάλλονται απευθείας με την προσβαλλόμενη πράξη, χωρίς να απαιτείται οποιοδήποτε μέτρο εφαρμογής το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης ένδικης διαδικασίας. Ούτε χρειάζεται η OLAF, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, να εκδώσει οποιαδήποτε πράξη, η οποία θα μπορούσε να προσβληθεί δικαστικώς, στο πλαίσιο ασκήσεως των ανακριτικών εξουσιών της. Κατά συνέπεια, τα μέλη του Κοινοβουλίου δεν έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν έμμεσα το κύρος της προσβαλλόμενης πράξεως ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων.
53. Οι αναιρεσείοντες θεωρούν εξίσου απίθανο να υπάρχει περιθώριο να στραφούν κατά παραβιάσεως από την OLAF δικαιωμάτων των βουλευτών στο πλαίσιο εσωτερικής έρευνας με την κίνηση εκ των υστέρων διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Υποστηρίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια θα στερούνταν δικαιοδοσίας για τον έλεγχο πράξεων της OLAF.
54. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, επομένως, ότι ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί ο δικαστικός έλεγχος της προσβαλλομένης πράξεως είναι η αναγνώριση δικαιώματος ασκήσεως ευθείας προσφυγής. Επομένως, η τέταρτη παράγραφος του άρθρου 230 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας έτσι ώστε να τους επιτρέπει να προσβάλλουν την οικεία πράξη.
55. Δεν πιστεύω ότι το δικαίωμα των αναιρεσειόντων για αποτελεσματική ένδικη προστασία θα παραβιαζόταν αν δεν τους επιτρεπόταν να συνεχίσουν την παρούσα διαδικασία κατά της προσβαλλομένης πράξεως.
56. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ευθέως στα μέλη του Κοινοβουλίου η προσβαλλομένη πράξη –όπως το καθήκον τους για συνεργασία και παροχή πληροφοριών στην OLAF–, εναπόκειται σε πρώτη φάση στους βουλευτές να εκτιμήσουν αν οι συγκεκριμένες περιστάσεις γεννούν τέτοιες υποχρεώσεις, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους που απορρέουν από το αξίωμά τους. Η εκτίμηση αυτή υπόκειται σε εκ των υστέρων έλεγχο, προφανώς στο πλαίσιο πειθαρχικής εκ μέρους του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, δυσμενής απόφαση που θα ληφθεί ενδεχομένως στο πλαίσιο ενός τέτοιου ελέγχου θα μπορεί να προσβληθεί ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων.
57. Όσον αφορά τα μέτρα που λαμβάνονται από την OLAF κατά τη διάρκεια εσωτερικού ελέγχου, μολονότι είναι δύσκολο να κριθεί αφηρημένα το παραδεκτό ενδίκων βοηθημάτων στο μέλλον, θεωρώ πιθανό ότι, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο και όπως υποστήριξαν οι λοιποί διάδικοι, τα μέλη του Κοινοβουλίου που θα θεωρούσαν ότι προσβλήθηκαν τα δικαιώματά τους θα είχαν πλείονες ευκαιρίες να προσφύγουν στα δικαστήρια.
58. Η Επιτροπή απαριθμεί μια σειρά νομικών πράξεων που θα μπορούσαν να προσβληθούν με τον τρόπο αυτό: την απόφαση του διευθυντή της OLAF για διενέργεια εσωτερικού ελέγχου κατά τα προβλεπόμενα στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 5 του κανονισμού 1073/1999. Διάφορα μέτρα λαμβανόμενα από την OLAF στο πλαίσιο έρευνας, συμπεριλαμβανομένης της αποφάσεως για πρόσβαση σε συγκεκριμένο γραφείο, για κατάσχεση εγγράφων ή για αίτηση παροχής προφορικών πληροφοριών· επίσης και τη συναίνεση, ρητή ή σιωπηρή, του οργάνου για το οποίο πρόκειται.
59. Ακόμη κι αν γινόταν δεκτό ότι δεν μπορούσαν να ασκηθούν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 230 ΕΚ ένδικα βοηθήματα κατά της ίδιας της OLAF, θα μπορούσαν στην περίπτωση αυτή να ασκηθούν κατά της Επιτροπής, η οποία θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση της OLAF με την εκδοθησόμενη απόφαση, με την επιβολή, εν ανάγκη, πειθαρχικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης, σε έσχατη περίπτωση, της απολύσεως του διευθυντή.
60. Είναι αληθές ότι τα μέτρα αυτά θα έχουν σε πολλές περιπτώσεις αναδρομικό χαρακτήρα, όπως συμβαίνει συνήθως με τον δικαστικό έλεγχο. Οι αναιρεσείοντες επισημαίνουν τον κίνδυνο να θιγεί η φήμη μελών του Κοινοβουλίου συνεπεία της αναμίξεώς τους σε άστοχη εσωτερική έρευνα και να μην μπορούν να ανατραπούν πλήρως οι επιζήμιες συνέπειες με μεταγενέστερες δικαστικές αποφάσεις.
61. Φρονώ, ωστόσο, ότι η ανάγκη για διακριτική και ταχεία δράση στην προσπάθεια για τον εντοπισμό περιπτώσεων απάτης καθιστά αναπόφευκτο τον κίνδυνο αυτό. Περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η προσβαλλόμενη πράξη περιέχει διατάξεις που αποσκοπούν σε ελαχιστοποίηση του κινδύνου αυτού. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 5 του υποδείγματος αποφάσεως, προβλέπεται η υποχρέωση ταχείας ενημερώσεως των βουλευτών για την τυχόν εμπλοκή τους σε έρευνα, εφόσον από την ενημέρωση αυτή δεν υπάρχει κίνδυνος να βλαβεί η έρευνα. Το ίδιο άρθρο απαγορεύει να κατονομάζονται βουλευτές στα συμπεράσματα της OLAF χωρίς προηγούμενη ακρόασή τους, εκτός αν οι ανάγκες της έρευνας που διεξάγεται σε εθνικό επίπεδο επιβάλλουν την τήρηση απόλυτης μυστικότητας.
62. Τυχόν δυσκολίες που θα ανέκυπταν όσον αφορά το παραδεκτό ενδίκων βοηθημάτων που θα ασκούσαν μέλη του Κοινοβουλίου σε σχέση με τη διενέργεια εσωτερικής έρευνας από την OLAF θα μπορούσαν, κατά τη άποψή μου, να επιλυθούν με την τήρηση της υποχρεώσεως, που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην απόφαση Union de Pequeños Agricultores κατά Κοινοβουλίου (26) για ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.
63. Λαμβανομένων υπόψη των νομικών οδών που έχουν στη διάθεσή τους οι βουλευτές που θεωρούν ενδεχομένως ότι η OLAF προσβάλλει τα δικαιώματά τους στο πλαίσιο εσωτερικής έρευνας, η προσβαλλόμενη απόφαση αυτή καθαυτή δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ως προσβάλλουσα το δικαίωμα των αναιρεσειόντων για αποτελεσματική ένδικη προστασία.
Πρόταση
64. Επομένως, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει·
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
3) να υποχρεώσει το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τις Κάτω Χώρες, που μετέσχον στη δίκη ως παρεμβαίνοντες, να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2002, Τ‑17/00 R, Rothley κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-579, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
3 – Παράρτημα XI της ισχύουσας (15η έκδοση) (ΕΕ 2003, L 65, σ. 1, σ. 112).
4 – Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939).
5 – Απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P (Συλλογή 2002, σ. Ι-6677).
6 – Απόφαση της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 1999, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ L 136, σ. 20).
7 – Τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
8 – Κανονισμός (ΕΚ) 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (EE L 136, σ. 1).
9 – Άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1073/1999.
10 – Διοργανική συμφωνία, της 25ης Μαΐου 1999, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) ΕΕ L 136, σ. 15.
11 – Υπόθεση Τ‑17/00 R, Rothley κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2000, σ. II-2085).
12 – Σκέψεις 58 έως 62 της προσβαλλόμενης απόφασης.
13 – Σκέψη 63 της προσβαλλόμενης απόφασης.
14 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 4 ανωτέρω.
15 – Σκέψεις 65 έως 70 της προσβαλλόμενης απόφασης.
16 – Σκέψεις 71 έως 72 της προσβαλλόμενης απόφασης.
17 – Σκέψεις 73 έως 74 της προσβαλλόμενης απόφασης.
18 – Απόφαση της 23ης Απριλίου 1966, 294/83 (Συλλογή 1986, σ. 1339).
19 – Σκέψεις 75 έως 76 της προσβαλλόμενης απόφασης.
20 – Υπόθεση Τ-222/99 R (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-3397).
21 – Απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2001, T-222/99, T-327/99 και T-329/99 (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-2823).
22 – Σκέψεις 71 έως 72 της αποφάσεως Martinez κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου.
23 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 4 ανωτέρω.
24 – Σκέψη 107 της αποφάσεως.
25 – Παρατίθεται στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
26 – Σκέψη 44.
Full & Egal Universal Law Academy