ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 27ης Νοεμβρίου 2003(1)
Υπόθεση C-181/02 P
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Kvaerner Warnow Werft GmbH
Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Ναυπηγικές εργασίες – Αποφάσεις της Επιτροπής που εγκρίνουν τη χορήγηση ενισχύσεων – Όροι – Τήρηση ορίου “κατασκευαστικής ικανότητας” – Έννοια
1. Με δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν το 1999 και το 2000 (2) , η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζήτησε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να ανακτήσει μέρος των κρατικών ενισχύσεων που είχε καταβάλει στο ναυπηγείο Kνaerner Warnοw Werft GmbH (στο εξής: KWW). Η Επιτροπή εκτίμησε ότι, κατά την περίοδο δύο συνεχόμενων ετών, η πραγματική παραγωγή της KWW ήταν ανώτερη από το όριο της κατασκευαστικής ικανότητας που είχε οριστεί στις αποφάσεις που ενέκριναν τις ενισχύσεις, δηλ. 85 000 αντισταθμιστική ολική χωρητικότητα (cοmpensated grοss tοnnage) (στο εξής: αοχ) ετησίως.
2. Κατόπιν προσφυγής της KWW, το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ακύρωσε τις επίδικες αποφάσεις, με την αιτιολογία ότι το όριο της κατασκευαστικής ικανότητας δεν αφορούσε την πραγματική παραγωγή της KWW, αλλά την τεχνική κατασκευαστική ικανότητα των εγκαταστάσεων του ναυπηγείου (3) . Το Πρωτοδικείο έκρινε συνεπώς ότι το γεγονός ότι η KWW παράγει πλέον των 85 000 αοχ ετησίως δεν θα έπρεπε, φύσει, να οδηγήσει στην απώλεια του ευεργετήματος των ενισχύσεων, εφόσον το ναυπηγείο τηρεί τους τεχνικούς περιορισμούς που επιβάλλουν οι αποφάσεις που εγκρίνουν τις ενισχύσεις.
3. Η Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής. Εκτιμά ότι η κρίση του Πρωτοδικείου βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των αποφάσεων που εγκρίνουν τις ενισχύσεις.
I – Το νομικό πλαίσιο
4. Οι διατάξεις του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο ε΄, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε΄, ΕΚ) ορίζουν:
«Δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά:
[…]
ε) άλλες κατηγορίες ενισχύσεων που καθορίζονται από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, προτάσει της Επιτροπής.»
5. Βάσει της διατάξεως αυτής, το Συμβούλιο θέσπισε στις 21 Δεκεμβρίου 1990 την οδηγία 90/684/ΕΟΚ, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες (4) . Η οδηγία προβλέπει, σύμφωνα με ορισμένη διαδικασία, τη δυνατότητα χορηγήσεως, στις επιχειρήσεις ναυπηγικών εργασιών, κρατικών ενισχύσεων για τη λειτουργία, τις επενδύσεις, το κλείσιμο καθώς και την έρευνα και ανάπτυξη.
6. Το άρθρο 10α της οδηγίας 90/684, το οποίο προστέθηκε με την οδηγία 92/68/ΕΟΚ (5) , αφορά ειδικά τις ενισχύσεις προς ναυπηγεία που δραστηριοποιούνται στο έδαφος της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Στην παράγραφο 2, στοιχείο γ΄, ορίζει ότι η χορήγηση λειτουργικής ενίσχυσης για δραστηριότητες κατασκευής και μετατροπής πλοίων των ναυπηγείων που λειτουργούσαν στο έδαφος της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας την 1η Ιουλίου 1990 θεωρείται ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, εφόσον πάντως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δέχεται να προβεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1995 σε πραγματική και μη αναστρέψιμη μείωση του παραγωγικού δυναμικού ίση προς το 40 % του παραγωγικού δυναμικού που υπήρχε κατά την 1η Ιουλίου 1990 και ανέρχονταν σε 545 000 αοχ.
7. Οι κρίσιμες συναφώς αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 92/68 έχουν ως εξής:
«[…] η ναυπηγική βιομηχανία έχει πρωταρχική σημασία για τη διαρθρωτική ανάπτυξη των παράκτιων περιοχών της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας,
[…] η ναυπηγική βιομηχανία που λειτουργούσε στις εν λόγω περιοχές, κατά τη στιγμή της ενσωμάτωσής τους στην Κοινότητα, απαιτεί επείγουσα και ολοκληρωμένη αναδιάρθρωση προκειμένου να αποβεί ανταγωνιστική […],
[…] εξάλλου, οι απαιτήσεις του ανταγωνισμού επιβάλλουν στη ναυπηγική βιομηχανία στις εν λόγω περιοχές να συμβάλει σημαντικά στη μείωση της υπερβάλλουσας κατασκευαστικής ικανότητας, που σε διεθνές επίπεδο εξακολουθεί να παρεμποδίζει την ταχεία αποκατάσταση των φυσιολογικών συνθηκών αγοράς για τη ναυπηγική βιομηχανία.
[…]»
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
8. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (6) , το 1992 ο Treuhandanstalt, οργανισμός επιφορτισμένος με την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, πώλησε το ανατολικογερμανικό ναυπηγείο Warnοw Werft στον νορβηγικό όμιλο Kνaerner. Με τη σύμβαση πωλήσεως, την οποία κοινοποίησε στην Επιτροπή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ο αγοραστής δεσμεύθηκε να μην υπερβαίνει στο εν λόγω ναυπηγείο την κατασκευαστική ικανότητα των 85 000 αοχ ετησίως, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005. Την κατασκευαστική αυτή ικανότητα όρισε στην KWW η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10α, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 90/684, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/68 (7) .
9. Με πέντε αποφάσεις που κοινοποιήθηκαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μεταξύ 1993 και 1995 (8) , η Επιτροπή ενέκρινε, σύμφωνα με την οδηγία 90/684, ενισχύσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προς το εν λόγω ναυπηγείο, συνολικού ύψους 1 246,9 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων (DEM), υπό τον όρο να τηρείται ετησίως το όριο κατασκευαστικής ικανότητας των 85 000 αοχ.
10. Το 1997 η πραγματική παραγωγή της KWW ανήλθε σε 93 862 αοχ. Το 1998 η παραγωγή αυτή έφθασε τα 122 414 αοχ.
11. Εκτιμώντας ότι για το έτος 1998, η KWW υπερέβη το όριο κατασκευαστικής ικανότητας των 85 000 αοχ, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 1999/675. Με την απόφαση αυτή επισήμανε ότι οι ενισχύσεις ύψους 41,5 εκατομμυρίων ευρώ (83 εκατομμυρίων DEM), που είχαν χορηγηθεί στην KWW από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ήταν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και ζήτησε από το κράτος αυτό να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να αναζητήσει τις ενισχύσεις από τον αποδέκτη τους (9) .
12. Εκτιμώντας ότι για το έτος 1997 η KWW υπερέβη επίσης το όριο κατασκευαστικής ικανότητας των 85 000 αοχ, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2000/336. Με την απόφαση αυτή έκρινε ότι οι ενισχύσεις ύψους 6,3 εκατομμυρίων ευρώ (12,6 εκατομμυρίων DEM), που είχαν χορηγηθεί στην KWW από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ήταν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και ζήτησε από το κράτος αυτό να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να απαιτήσει την ανάκτηση των ενισχύσεων από τον δικαιούχο.
13. Τέλος, στις 29 Μαρτίου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2000/416/ΕΚ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από τη Γερμανία στην Kνaerner Warnοw Werft GmbH (1999), η οποία τροποποίησε την απόφαση 1999/675 (10) . Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή διαπίστωσε ότι «το 1999 η [KWW] τήρησε το όριο κατασκευαστικής ικανότητας, γεγονός το οποίο προϋποθέτει σύμφωνα με την απόφαση περί κρατικής ενισχύσεως 325/99, η οποία ανακοινώθηκε στη Γερμανία με έγγραφο της 5ης Αυγούστου 1999, τη συμβατότητα της ενισχύσεως με την κοινή αγορά» (11) . Η Επιτροπή μείωσε επομένως το ύψος των ενισχύσεων που είχαν κηρυχθεί ασυμβίβαστες με την απόφαση 1999/675 και ανακαθόρισε το ποσό αυτό σε 41,1 εκατομμύρια ευρώ (82,2 εκατομμύρια DEM).
14. Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Οκτωβρίου 1999 και στις 18 Μαΐου 2000, η KWW άσκησε δύο προσφυγές ακυρώσεως κατά των αποφάσεων ανακτήσεως.
III – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
15. Προς στήριξη των προσφυγών της η KWW επικαλέστηκε οκτώ λόγους, εκ των οποίων δύο αντλούνται από την ύπαρξη σφαλμάτων στην εφαρμογή των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ και της οδηγίας 90/684.
16. Η KWW υποστήριξε ότι η έννοια του «ορίου κατασκευαστικής ικανότητας» που χρησιμοποιείται στις εγκριτικές αποφάσεις δεν επιβάλλει ένα όριο πραγματικής παραγωγής, αλλά την τήρηση ορισμένων τεχνικής φύσεως περιορισμών σχετικά με τις εγκαταστάσεις παραγωγής. Συνεπώς, εκτιμώντας ότι η έννοια αυτή συνεπάγεται, κατόπιν ερμηνείας, ότι η παραγωγή της KWW δεν μπορεί να υπερβαίνει το όριο των 85 000 αοχ ετησίως, που ορίζεται στις εγκριτικές αποφάσεις, οι επίδικες αποφάσεις ενέχουν πραγματικά και νομικά σφάλματα.
17. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε τους λόγους ακυρώσεως με το ακόλουθο σκεπτικό:
«91 Είναι χρήσιμο να υπομνησθεί, προκαταρκτικώς, ότι η οδηγία 90/684, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/68, δεν περιλαμβάνει τον ορισμό της εννοίας της κατασκευαστικής ικανότητας και ότι, κατά συνέπεια, η Επιτροπή διαθέτει ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την ερμηνεία της εννοίας αυτής […]. Όμως, επιβάλλεται επίσης, ευθύς εξαρχής, η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα, αντί να αμφισβητεί την ερμηνεία που δίδει η Επιτροπή στο πλαίσιο του περιθωρίου της εκτιμήσεως, προσάπτει κυρίως στην Επιτροπή το γεγονός ότι έχει παραγνωρίσει, στις επίδικες αποφάσεις, την έννοια της κατασκευαστικής ικανότητας όπως είχε επιβληθεί από την ίδια με προγενέστερες των εγκριτικών αποφάσεις της. [...].
92 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο οφείλει κατά τον έλεγχό του, όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση, σχετικά με την ύπαρξη ή ανυπαρξία προδήλου πλάνης εκτιμήσεως στις επίδικες αποφάσεις, να λάβει υπόψη τον κανόνα κατά τον οποίο τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να σέβονται το απαραβίαστο των πράξεων που έχουν θεσπίσει, και τούτο προκειμένου να προστατεύεται η ασφάλεια δικαίου των υποκειμένων δικαίου που επηρεάζονται από τις πράξεις αυτές [...]. Όντως, δεν είναι δυνατό να επιβάλει η Επιτροπή μια κύρωση, δηλαδή την επιστροφή ενισχύσεων από τον δικαιούχο τους, ο οποίος έχει τηρήσει τους σχετικούς όρους, όπως αυτοί είχαν επιβληθεί από την Επιτροπή στις εγκριτικές αποφάσεις.
93 Επομένως, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι εγκριτικές αποφάσεις και στη συνέχεια να αναλυθούν αυτές οι εγκριτικές αποφάσεις, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η Επιτροπή εφάρμοσε στις επίδικες αποφάσεις μια ερμηνεία του όρου του περιορισμού κατασκευαστικής ικανότητας διαφορετική και περισσότερο περιοριστική από αυτήν που είχε ακολουθηθεί στις εγκριτικές αποφάσεις.
94 Καθόσον αφορά, καταρχάς, το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι εγκριτικές αποφάσεις, πρέπει να σημειωθεί ότι στόχος της μειώσεως της κατασκευαστικής ικανότητας που καθορίζεται με το άρθρο 10α, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 90/684 (“η Γερμανική Κυβέρνηση δέχεται να προβεί [...] σε πραγματική και μη αναστρέψιμη μείωση της κατασκευαστικής ικανότητας ίση προς το 40 % της κατασκευαστικής ικανότητας που υπήρχε κατά την 1η Ιουλίου 1990, ύψους 545 000 [αοχ]”), στην οποία εντάσσεται το όριο κατασκευαστικής ικανότητας των 85 000 αοχ ετησίως, που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα […], είναι, διά της μειώσεως της πλέον του δέοντος κατασκευαστικής ικανότητας, να αποκατασταθεί η κανονική κατάσταση της αγοράς στον τομέα των ναυπηγικών κατασκευών και η ανταγωνιστικότητα των ναυπηγείων της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
95 Πράγματι, το Συμβούλιο, για να αιτιολογήσει την προσθήκη του νέου άρθρου 10α στην οδηγία 90/684, ανέφερε, στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/68, ότι οι “απαιτήσεις του ανταγωνισμού επιβάλλουν στη ναυπηγική βιομηχανία στις εν λόγω περιοχές [της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας] τη μείωση της υπερβάλλουσας κατασκευαστικής ικανότητας, που, σε διεθνές επίπεδο, εξακολουθεί να παρεμποδίζει την ταχεία αποκατάσταση των φυσιολογικών συνθηκών αγοράς για τη ναυπηγική βιομηχανία”.
96 Το γράμμα της οδηγίας 90/684 είναι επίσης αποκαλυπτικό του στόχου που συνίστατο στην εξάλειψη της υπέρ το δέον δομικής κατασκευαστικής ικανότητας των ναυπηγείων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, και τούτο προκειμένου να καταστούν αυτά περισσότερο αποτελεσματικά και ανταγωνιστικά. Ο στόχος αυτός συνάγεται, μεταξύ άλλων, από το προπαρατεθέν άρθρο 6 της οδηγίας 90/684 [...], καθώς και από την 3η, 6η, 8η και 9η αιτιολογική σκέψη της ίδιας οδηγίας. Σύμφωνα με την 3η αιτιολογική σκέψη, “παρά το γεγονός ότι από το 1989 και μετά σημειώθηκε σημαντική πρόοδος στην παγκόσμια αγορά ναυπηγικών εργασιών, δεν έχει αποκατασταθεί ακόμη ικανοποιητική ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης και […] η βελτίωση των τιμών που έχει υπάρξει εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής σε συνάρτηση με το ευρύτερο πλαίσιο, ούτως ώστε να αποκαταστήσει κανονικές συνθήκες αγοράς στον τομέα αυτόν [...]”. Κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη, μια “[συμφωνία μεταξύ των σημαντικότερων στον παγκόσμιο στίβο εθνών στον τομέα των ναυπηγικών κατασκευών] πρέπει να εξασφαλίσει τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των ναυπηγείων σε παγκόσμια κλίμακα μέσω ισορροπημένης και δίκαιης εξάλειψης όλων των εμποδίων που επηρεάζουν αρνητικά τις ομαλές συνθήκες ανταγωνισμού [...]”. Σύμφωνα με την όγδοη αιτιολογική σκέψη, “η ύπαρξη μιας ανταγωνιστικής ναυπηγικής βιομηχανίας έχει ζωτική σημασία για την Κοινότητα [...]”. Τέλος, κατά την ένατη αιτιολογική σκέψη, “πρέπει να συνεχισθεί η εφαρμογή μιας αυστηρής και επιλεκτικής πολιτικής ενισχύσεων, ούτως ώστε να υποστηριχθούν οι τάσεις που επικρατούν σήμερα στην παραγωγή προς την κατεύθυνση της κατασκευής περισσότερο τεχνολογικά προηγμένων σκαφών και να εξασφαλισθεί η επικράτηση δίκαιων και ομοιόμορφων όρων ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού”.
97 Στη συνέχεια, διαπιστώνεται ότι η μείωση της πλεονασματικής κατασκευαστικής ικανότητας, μέσω της θεσπίσεως ενός ορίου κατασκευαστικής ικανότητας, διασφαλίζεται, κατ’ ουσίαν, με τον καθορισμό τεχνικής φύσεως περιορισμών, καλούμενων κοινώς “τεχνικοί στενωποί”. Τούτο σαφώς προκύπτει από τις εγκριτικές αποφάσεις (βλ., ανωτέρω, σκέψη 5).
98 Καταρχάς, στο έγγραφό της, της 3ης Μαρτίου 1993, στο οποίο περιλαμβάνεται η πρώτη εγκριτική απόφαση, η Επιτροπή ανέφερε ότι μολονότι ο διαταχθείς από την Επιτροπή έλεγχος ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων κατέδειξε ότι η κατασκευαστική ικανότητα [του ναυπηγείου Warnοw Werft] στον τομέα των κατασκευών ουδόλως θα υπερβεί τις 85 000 αοχ, δηλαδή την ποσόστωση που χορηγήθηκε στο ναυπηγείο από τη Γερμανική Κυβέρνηση επί των 327 000 συνολικώς αοχ που είχαν χορηγηθεί στα ανατολικογερμανικά ναυπηγεία, ενδείκνυται επίβλεψη κατά τη διάρκεια του προγράμματος επενδύσεων, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι κατασκευαστικές ικανότητες πράγματι θα μειωθούν. Η μείωση αυτή εξαρτάται από το ότι οι επενδύσεις θα πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τα σχέδια και τα πργράμματα που υπεβλήθησαν στην εταιρία συμβούλων. Η Kνaerner επιβεβαίωσε ότι το ναυπηγείο θα έπρεπε να υποβληθεί στους ακόλουθους περιορισμούς:
– Το νέο υπόστεγο τεμαχισμού του χάλυβος δεν θα μεταβληθεί, και τούτο υπό την επιφύλαξη νέου μηχανήματος επεξεργασίας της εξωτερικής διαμορφώσεως των σκαφών (mechanical edge preparatiοn machine) του τύπου μηχανή εκγλυφάνσεως (φρεζαρίσματος).
– Ο αριθμός θέσεων εργασίας στην αλυσίδα συναρμολογήσεως των επιπέδων τεμαχίων μεγάλου μεγέθους και στην αλυσίδα συναρμολογήσεως για τα διπύθμενα σκάφη πρέπει, σύμφωνα με τα σχέδια που αναφέρονται στην έκθεση της εταιρίας συμβουλών EECE:0001A, να καθοριστεί σε οκτώ και έξι αντιστοίχως.
– Αυτές οι αλυσίδες συναρμολογήσεως δεν μπορούν να επιμηκυνθούν παρά μόνο εφόσον η αντίστοιχη επιφάνεια αφαιρεθεί από το υπόστεγο για τις μεγάλες μονάδες των 600 τόνων (superunitshοp). Το αντίθετο μπορεί επίσης να είναι αληθές: με άλλα λόγια ακόμα και σε περίπτωση μειώσεως της κατασκευαστικής ικανότητας της αλυσίδας συναρμολογήσεως των επιπέδων τεμαχίων μεγάλου μεγέθους ή των διπύθμενων σκαφών και, επομένως, της σχετικής επιφάνειας, η επιφάνεια του υπόστεγου για τις μεγάλες μονάδες θα μπορούσε να αυξηθεί υπό τις ίδιες αναλογίες.
– Οι θέσεις εργασίας στην αλυσίδα συναρμολογήσεων των εξελασμένων στοιχείων (curνed panel line, εξελασμένα τμήματα) πρέπει να περιορισθούν στις έξι, όπως προτείνεται στα σχέδια της εκθέσεως EECI:0001A της εταιρίας συμβούλων.
– Ο αριθμός των θέσεων εργασίας στην αλυσίδα συναρμολογήσεως για τα επίπεδα τεμάχια μικρού μεγέθους (small panel line) πρέπει να καθοριστεί το πολύ σε τρεις, όπως υποδεικνύει η έκθεση EECI:0001A της εταιρίας παροχής συμβουλών.
– Πάνω στην αποβάθρα μπορεί να στηθεί ένας μόνο γερανός, ικανότητας 600 τόνων. Οι γερανοί αποβάθρας (που προβλέπονται να είναι δύο) είναι του τύπου jib με ανυψωτική ικανότητα 50 τόνων).
99 Από το κείμενο αυτό προκύπτει ότι ο επιδιωκόμενος στόχος, δηλαδή η πραγματική μείωση της κατασκευαστικής ικανότητας, πρέπει κατ’ ουσίαν να πραγματοποιηθεί μέσω της τηρήσεως μιας σειράς τεχνικής φύσεως περιορισμών αφορώντων τις εγκαταστάσεις παραγωγής του ναυπηγείου.
100 Με το ίδιο πνεύμα είναι συντεταγμένο και το έγγραφο της Επιτροπής της 17ης Ιανουαρίου 1994, στο οποίο περιλαμβάνεται η δεύτερη εγκριτική απόφαση. Στο έγγραφο αυτό η Επιτροπή εκθέτει ότι “[ο] περιορισμός της κατασκευαστικής ικανότητας εξαρτάται από τις επενδύσεις που θα πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τα σχέδια και προγράμματα που έχουν υποβληθεί στον σύμβουλο, ιδίως όσον αφορά τη μη υπέρβαση των πωλήσεων χάλυβος κατ’ ανώτατο όριο 73 000 αοχ, καθώς και σύμφωνα με τους περιορισμούς που προβλέπονται στην έκθεση του συμβούλου”. Το γεγονός ότι το όριο κατασκευαστικής ικανότητας των 85 000 αοχ ετησίως στηριζόταν σ’ ένα σύνολο συγκεκριμένων τεχνικής φύσεως περιορισμών ενισχύεται από τη διασαφήνιση, στο ίδιο έγγραφο, σύμφωνα με την οποία, “σε περίπτωση μη τηρήσεως των ορίων κατασκευαστικής ικανότητας, η Επιτροπή θα αναγκαστεί να απαιτήσει την επιστροφή του συνόλου της ενισχύσεως”, και ιδίως από τη χρησιμοποίηση στη φράση αυτή του πληθυντικού (“όρια”).
101 Στην αλληλουχία αυτή, πρέπει να προστεθεί ότι, αν η Επιτροπή είχε πράγματι θελήσει να επιβάλει στην προσφεύγουσα, κατά τον χρόνο της εγκρίσεως των ενισχύσεων, ένα ανώτατο ετήσιο όριο πραγματικής παραγωγής, θα της αρκούσε η διατύπωση “όριο παραγωγής” ή θα διασαφήνιζε ότι το όριο κατασκευαστικής ικανότητας παρέπεμπε, εν προκειμένω, στη μέγιστη δυνατή παραγωγή υπό βέλτιστες συνθήκες. Ελλείψει τέτοιων διευκρινίσεων, δεν μπορεί να προσάπτεται στην προσφεύγουσα ότι παραβίασε το όριο κατασκευαστικής ικανότητας των 85 000 αοχ ετησίως, και τούτο εφόσον δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η προσφεύγουσα τήρησε, καθ’ όλη την εξετασθείσα περίοδο, το σύνολο των τεχνικής φύσεως περιορισμών .
102 Όμως, διευκρίνιση, όπως η ανωτέρω μνημονευθείσα, δεν παρατηρείται στις εγκριτικές αποφάσεις. Ερμηνεία, ιδίως, του ορίου κατασκευαστικής ικανότητας που εκφράζεται σε αοχ ως ενός ορίου στην πραγματική παραγωγή δεν συνάγεται από τις ακόλουθες φράσεις, που περιλαμβάνονται, αντιστοίχως, στα έγγραφα της 20ής Φεβρουαρίου 1995, 18ης Οκτωβρίου 1995 και 11ης Δεκεμβρίου 1995 (αντιστοίχως τρίτη, τέταρτη και πέμπτη εγκριτική απόφαση): “Επί πλέον, η πρώτη ελεγκτική έκθεση επί της παραγωγής που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή, καταδεικνύει ότι πρέπει επίσης να ελεγχθεί η τήρηση των ορίων κατασκευαστικής ικανότητας κατά τον σχεδιασμό της παραγωγής και της ίδιας της παραγωγής”· “ενόψει των δύο ελεγκτικών εκθέσεων επί της παραγωγής που έχουν μέχρι τώρα διαβιβασθεί στην Επιτροπή, είναι πρόδηλο ότι εξακολουθεί να είναι αναγκαία η επίβλεψη για τη διασφάλιση της τηρήσεως των ορίων της μέγιστης δυνατής κατασκευαστικής ικανότητας που έχει εγκριθεί στο πλαίσιο της προγραμματισμένης παραγωγής ως της πραγματικής παραγωγής”· “σύμφωνα με τις ελεγκτικές εκθέσεις επί της παραγωγής που έχουν διαβιβασθεί στην Επιτροπή μέχρι σήμερα, εξακολουθεί να είναι αναγκαία η επίβλεψη προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση των ορίων της μέγιστης δυνατής κατασκευαστικής ικανότητας στο πλαίσιο της πραγματικής παραγωγής ως της προγραμματισμένης παραγωγής”. Οι φράσεις αυτές απλώς σημαίνουν ότι η προσφεύγουσα οφείλει, κατά τις φάσεις του σχεδιασμού και της πραγματικής παραγωγής, να τηρεί τα τεχνικά όρια κατασκευαστικής ικανότητας. Σε περίπτωση όπου, π.χ., η προσφεύγουσα λαμβάνει δύο παραγγελίες που την υποχρεώνουν να παραγάγει περισσότερες από 85 000 αοχ εντός ενός και μόνο έτους, έχει την ευχέρεια να δεχθεί και να εκτελέσει τις εν λόγω παραγγελίες εντός αυτού του έτους, εφόσον τούτο της είναι δυνατόν με βάση τα τεχνικά όρια κατασκευαστικής ικανότητας που έχουν επιβληθεί (όπως αυτά απαριθμούνται στην ανωτέρω σκέψη 98, και είναι σχετικά, ιδίως, με τον αριθμό θέσεων που έχουν επιτραπεί στην αλυσίδα συναρμολογήσεως των εξελασμένων στοιχείων και με την παρουσία ενός μόνον γερανού ικανότητας 600 τόνων υπεράνω της αποβάθρας).
103 Εξάλλου, στα ίδια επίσης έγγραφα, από ορισμένες φράσεις σαφώς καταφαίνεται ότι η τήρηση του ορίου κατασκευαστικής ικανότητας των 85 000 αοχ ετησίως εξομοιούται προς την τήρηση των τεχνικής φύσεως περιορισμών των εγκαταστάσεων. Έτσι, στο έγγραφο της 20ής Φεβρουαρίου 1995 (τρίτη εγκριτική απόφαση), η Επιτροπή διευκρινίζει ότι “κατά την υλοποίηση του σχεδίου επενδύσεων, ενδείκνυται η επίβλεψη της τηρήσεως των περιορισμών της κατασκευαστικής ικανότητας που ισχύει στη ναυπηγική βιομηχανία. Η τήρηση αυτή διασφαλίζεται μόνον εφόσον ακολουθείται επακριβώς το σχέδιο που έχει υποβληθεί στην εταιρία συμβουλών· τούτο ισχύει ιδίως όσον αφορά τη μεγίστη επιτρεπόμενη διάθεση των 73 000 τόνων χάλυβος, την εγκατάσταση συναρμολογήσεως διπύθμενων σκαφών και των δύο εγκαταστάσεων κατασκευής επιπέδων τεμαχίων. Η Γερμανική Κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι το ναυπηγείο θα τηρούσε το όριο κατασκευαστικής ικανότητας”. Στα έγγραφά της, της 18ης Οκτωβρίου 1995 και της 11ης Δεκεμβρίου 1995 (τέταρτη και πέμπτη εγκριτική απόφαση), η Επιτροπή παρατηρεί, με όμοια σχεδόν διατύπωση, ότι η εγκατάσταση συναρμολογήσεως διπύθμενων σκαφών και η εγκατάσταση κατασκευής επιπέδων τεμαχίων μεγάλου μεγέθους περιορίζουν τη μεταποιητική ικανότητα χάλυβος του ναυπηγείου μειώνοντας εξ αυτού και μόνον του γεγονότος την κατασκευαστική ικανότητα αυτού του ναυπηγείου στις 85 000 αοχ ετησίως. Στα δύο αυτά έγγραφα, η Επιτροπή προσθέτει ότι κατά τη διάρκεια αυτού του περιορισμού της κατασκευαστικής ικανότητας, είναι απαραίτητο να μην τροποποιηθεί η διάταξη των εγκαταστάσεων του ναυπηγείου και να ανταποκρίνονται οι (προαιρετικοί εξοπλισμοί) που δεν έχουν εισέτι εγκατασταθεί στις προδιαγραφές, τις οποίες το ναυπηγείο έχει υποβάλει για διατύπωση γνώμης στον τεχνικό σύμβουλο.
104 Επομένως, από τις οδηγίες 90/684 και 92/68 καθώς και από τις εγκριτικές αποφάσεις συνάγεται λογικώς ότι, σύμφωνα με τη διοικητική πρακτική της Επιτροπής, όπως αυτή προκύπτει από μια άλλη προβαλλόμενη από την προσφεύγουσα απόφαση (απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 1996, Τ‑266/94, Skibsværftsfοreningen κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ‑1399, σκέψη 177), το όριο κατασκευαστικής ικανότητας που είχε οριστεί σ’ αυτές τις εγκριτικές αποφάσεις αντιστοιχούσε στην πραγματοποιήσιμη παραγωγή υπό κανονικές συνθήκες, ενόψει των διαθεσίμων εγκαταστάσεων. Συνεπώς, η προσφεύγουσα όφειλε, κατά την αποδοχή και την εκτέλεση παραγγελιών κατασκευής πλοίων, να τηρεί τους τεχνικούς περιορισμούς αυτών των εγκαταστάσεων, περιορισμούς που είχαν υπολογισθεί και καθορισθεί κατά τρόπο ώστε, υπό καλές κανονικές συνθήκες, δεν θα παρήγε πλέον των 85 000 αοχ ετησίως. Ωστόσο, οι εγκριτικές αποφάσεις δεν απαγόρευαν στην προσφεύγουσα να παράγει, υπό εξαιρετικώς καλές συνθήκες, όπως αυτές που μπορούσαν να προκύψουν από την αποδοχή παραγγελιών δυναμένων να τύχουν εκτελέσεως ταχύτερης της συνήθους, άνω των 85 000 αοχ ετησίως, αλλά περιορίζονταν στο να επιβάλουν την τήρηση των προμνημονευθέντων, ιδίως στις εγκριτικές αποφάσεις, τεχνικής φύσεως περιορισμών, όπως αυτών κατά τους οποίους οι θέσεις εργασίας στην αλυσίδα συναρμολογήσεως των εξελασμένων στοιχείων πρέπει να περιοριστούν στις έξι και οι θέσεις στην αλυσίδα συναρμολογήσεως για τα επίπεδα τεμάχια μικρού μεγέθους πρέπει να περιοριστούν στις τρεις.
105 Εξάλλου, το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο έχουν διαπιστώσει ότι μολονότι είναι αληθές ότι η κατασκευαστική ικανότητα –εν προκειμένω 85 000 αοχ ετησίως– αποτελεί, ως εκ της φύσεώς της, ικανότητα για παραγωγή, αυτή η έννοια δεν είναι, παρ’ όλ’ αυτά, αυτή καθεαυτή, ταυτόσημη προς την έννοια της “πραγματικής παραγωγής” (αποφάσεις της 3ης Μαρτίου 1982, 14/81, Alpha Steel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 745, σκέψη 22, της 11ης Μαΐου 1983, 311/81 και 30/82, Klöckner-Werke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1549, σκέψη 23, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Μαΐου 1999, Τ-164/96 έως Τ-167/96, Τ-122/97 και Τ-130/97, Mοccia Irme κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-1477, σκέψη 138) ή ως προς την έννοια της “μεγίστης δυνατής παραγωγής υπό τις βέλτιστες συνθήκες” (προπαρατεθείσα απόφαση Skibsνærftsfοreningen κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 174).
106 Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι το όριο κατασκευαστικής ικανότητας πρέπει, όπως προκύπτει εν προκειμένω από το γράμμα των εγκριτικών αποφάσεων, να αφορά την “παραγωγή που μπορεί να πραγματοποιηθεί υπό κανονικές συνθήκες ενόψει των διαθεσίμων εγκαταστάσεων”, και όχι να εκφράζει τη μέγιστη πραγματική παραγωγή, η υπέρβαση της οποίας δεν είναι δυνατή ακόμα και σε περίπτωση εξαιρετικώς καλών συνθηκών. Συναφώς, δεν είναι πειστική η επιχειρηματολογία της Επιτροπής κατά την οποία το όριο κατασκευαστικής ικανότητας που έχει επιβληθεί στην προσφεύγουσα, έστω και αν έχει ως αντικείμενο την “παραγωγή που μπορεί να πραγματοποιηθεί υπό κανονικές συνθήκες ενόψει των διαθεσίμων εγκαταστάσεων”, αφορά, παρ’ όλ’ αυτά, τη μέγιστη πραγματική παραγωγή, της οποίας δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να γίνει υπέρβαση (βλ. ανωτέρω σκέψη 87). Πράγματι, εάν το όριο κατασκευαστικής ικανότητας αντικατοπτρίζει την παραγωγή που μπορεί να πραγματοποιηθεί υπό κανονικές συνθήκες, τούτο συνεπάγεται, αφεαυτού, ότι σε περιόδους βέλτιστων συνθηκών είναι δυνατή η υπέρβαση του αριθμού που το όριο αυτό υπαγορεύει. Σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η Επιτροπή, η διαπίστωση αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη με τον στόχο της οδηγίας 90/684. Όντως, ο στόχος αυτός, δηλαδή, η μείωση της πλεονασματικής κατασκευαστικής ικανότητας, επιτυγχάνεται από τον περιορισμό, από πλευράς εγκαταστάσεων, της κατασκευαστικής ικανότητας της προσφεύγουσας, περιορισμό ο οποίος διασφαλίζει ότι, υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα γίνεται υπέρβαση των 85 000 αοχ ετησίως.
107 Τέλος, πρέπει να προστεθεί ότι από διάφορα έγγραφα που κατέθεσε η προσφεύγουσα ενισχύεται η θέση ότι το επιβληθέν σ’ αυτήν όριο κατασκευαστικής ικανότητας αφορά την παραγωγή που μπορεί να πραγματοποιηθεί υπό κανονικές συνθήκες ενόψει των διαθεσίμων εγκαταστάσεων.
108 Έτσι, στο πρακτικό μιας συνεδριάσεως που πραγματοποιήθηκε την 1η Ιουνίου 1993, σχετικά με την ιδιωτικοποίηση των ναυπηγείων της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αναφέρονται τα εξής:
“The Danish, Italian and UK delegates were expressing their wοrry that the actual prοductiοn wοuld exceed the assigned capacity after the inνestments wοuld be implemented. The Cοmmissiοn was cοnfident that future prοductiοn wοuld nοt exceed the agreed capacity limits because οf the technical bοttlenecks in the inνestment plans, because οf the present and future mοnitοring οf the inνestment plans tοgether with the cοntractual capacity limits in the priνatisatiοn cοntracts, because οf the German Gονernment’s undertaking tο respect the limits and because all aid payments are cοnditiοnal οn respect οf the capacity limits” [“Οι Δανοί, Ιταλοί και Βρετανοί αντιπρόσωποι εξέφρασαν την ανησυχία τους για το ζήτημα μήπως η πραγματική παραγωγή υπερβεί την χορηγηθείσα κατασκευαστική ικανότητα όταν θα πραγματοποιούνταν οι επενδύσεις. Η Επιτροπή, επικαλούμενη τις στενωπούς τεχνικού στραγγαλισμού στα επενδυτικά σχέδια, τον τωρινό και μελλοντικό έλεγχο των εν λόγω σχεδίων σε συνδυασμό με το όριο κατασκευαστικών ικανοτήτων στις συμβάσεις ιδιωτικοποιήσεως, καθώς και την αναληφθείσα από τη Γερμανική Κυβέρνηση δέσμευση να τηρήσει τα όρια αυτά και το γεγονός ότι κάθε καταβολή ενισχύσεως εξαρτάται από την εν λόγω τήρηση, δήλωσε πεπεισμένη ότι η μελλοντική παραγωγή δεν θα υπερέβαινε τα συμφωνηθέντα ανώτατα όρια κατασκευαστικής ικανότητας”].
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτή η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ της δανικής, ιταλικής και βρετανικής αντιπροσωπείας, αφενός, και της Επιτροπής, αφετέρου, δεν θα είχε νόημα αν η κατασκευαστική ικανότητα των 85 000 αοχ ετησίως έπρεπε να νοηθεί ως ένα απόλυτο, στην πραγματική παραγωγή, όριο. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα αρκούσε στην Επιτροπή να διευκρινίσει ότι το όριο των 85 000 αοχ ετησίως αποτελεί τη μέγιστη ποσότητα πραγματικής παραγωγής και ότι, επομένως, απαγορευόταν απλούστατα στην προσφεύγουσα να παράγει περισσότερο από αυτό το ανώτατο ποσό. Αντιθέτως, από τη θέση που έλαβε η Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση αυτή εμφαίνεται ότι η εμπιστοσύνη της τελευταίας σε μια μελλοντική παραγωγή κατώτερη ή ίση προς 85 000 αοχ ετησίως στηριζόταν μόνο στην πεποίθηση ότι οι τεχνικοί περιορισμοί στις εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας έπρεπε κανονικώς να εμποδίσουν την προσφεύγουσα να παραγάγει ετησίως πέραν αυτής της χωρητικότητας.
109 Ομοίως, η έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εποπτεία της ιδιωτικοποιήσεως των ναυπηγείων στην πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, έκθεση που είναι συνημμένη στο έγγραφο της 6ης Μαΐου 1993 προς τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καταδεικνύει ότι, για την Επιτροπή, το όριο κατασκευαστικής ικανότητας αποτελούνταν από το σύνολο των επιβληθέντων τεχνικής φύσεως περιορισμών
“[...] οι σημαντικοί τεχνικοί περιορισμοί που συνεπάγονται τα σχέδια επενδύσεων διασφαλίζουν τα όρια κατασκευαστικής ικανότητας που έχουν καθοριστεί για κάθε ναυπηγείο, και τούτο μολονότι φαίνεται αναγκαίο να εξακολουθήσει να υφίσταται μια λεπτομερής εποπτεία κατά την πραγματοποίηση των επενδύσεων. Οι κύριες στενωποί τεχνικού στραγγαλισμού και οι συνθήκες που διασφαλίζουν τον περιορισμό κατασκευαστικής ικανότητας [...]”.
110 Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφεύγουσα κατά τον δέοντα τρόπον απέδειξε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως εξομοιώνοντας, στις επίδικες αποφάσεις και αντιθέτως προς ό,τι είχε πράξει στις εγκριτικές αποφάσεις, την έννοια του ορίου κατασκευαστικής ικανότητας προς το όριο πραγματικής παραγωγής. Δεδομένου ότι η Επιτροπή στήριξε τις επίδικες αποφάσεις της αποκλειστικώς στο γεγονός ότι η πραγματική παραγωγή της προσφεύγουσας υπήρξε, κατά το 1997 και, στη συνέχεια, κατά το 1998, ανώτερη των 85 000 αοχ […], τα διατακτικά μέρη των εν λόγω αποφάσεων πάσχουν εξ ολοκλήρου από την ανωτέρω διαπιστωθείσα πλάνη εκτιμήσεως.
111 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι το απλό γεγονός ότι η πραγματική παραγωγή υπερέβη τις 85 000 αοχ ετησίως αποτελεί και τη μοναδική βάση των βαλλομένων αποφάσεων. Η Επιτροπή δεν εξέτασε, ούτε καν ισχυρίστηκε, ότι οι υπερβάσεις κατά τα οικεία έτη προκύπτουν από μη τήρηση των περιοριστικών προϋποθέσεων που είχαν επιβληθεί με τις εγκριτικές αποφάσεις.»
18. Κατόπιν αυτών το Πρωτοδικείο ακύρωσε τις επίδικες αποφάσεις χωρίς να εξετάσει τους άλλους λόγους που πρόβαλλε η KWW (12) .
IV – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
19. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Μαΐου 2002, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα αναίρεση. Ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 61 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
20. Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως η Επιτροπή προβάλλει τρεις λόγους:
– παράβαση του άρθρου 10α, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 90/684,
– παράβαση των εγκριτικών αποφάσεων και
– νομική πλάνη στην αξιολόγηση της νομολογίας και των εγγράφων που παρατίθενται στις σκέψεις 105 έως 109 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
21. Κατά τη γνώμη μου, ο πρώτος και ο τρίτος αタό τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθούν για την ίδια αιτία. Θα τους εξετάσω λοιπόν από κοινού (τμήμα Α κατωτέρω) πριν αναλύσω τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως (τμήμα Β κατωτέρω).
Α – Α – Όσον αφορά τον πρώτο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως
22. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (13) , η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι καθόρισε εσφαλμένα το νομικό πλαίσιο των εγκριτικών αποφάσεων. Το Πρωτοδικείο θα έπρεπε, κατ’ αυτήν, να ερμηνεύσει την έννοια «όριο κατασκευαστικής ικανότητας» αποκλειστικά σε σχέση με τον ένα από τους δύο στόχους που επιδιώκει η οδηγία 90/684, δηλ. τη μείωση της πλέον του δέοντος κατασκευαστικής ικανότητας στον τομέα της ναυπηγικής βιομηχανίας. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η οδηγία 90/684 επιδιώκει πάντως έναν άλλο στόχο, που είναι η αντιστάθμιση των στρεβλώσεων στον ανταγωνισμό που είχαν προκληθεί από τις ενισχύσεις στα ανατολικογερμανικά ναυπηγεία.
23. Όμως, αντίθετα με τον πρώτο στόχο, ο δεύτερος στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με μείωση της πραγματικής παραγωγής των ναυπηγείων. Επομένως, εάν το Πρωτοδικείο είχε σταθμίσει ορθώς τους στόχους της οδηγίας 90/684, θα έπρεπε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι το όριο της κατασκευαστικής ικανότητας αφορά όχι μόνο τις τεχνικές εγκαταστάσεις των ναυπηγείων, αλλά και την πραγματική παραγωγή των εν λόγω ναυπηγείων.
24. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε διπλή νομική πλάνη (14) . Αφενός, έσφαλε κατά την ερμηνεία της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, διότι, αντίθετα με όσα έκρινε στη σκέψη 106, η νομολογία αυτή δεν επιτρέπει τη διαπίστωση ότι το όριο της κατασκευαστικής ικανότητας αφορά αποκλειστικά τις τεχνικές εγκαταστάσεις των ναυπηγείων. Αφετέρου, τα στοιχεία της δικογραφίας που παρατίθενται στις σκέψεις 107 έως 109 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι απομονωμένα από το πλαίσιό τους και δεν επιτρέπουν την εν λόγω ερμηνεία.
25. Όπως ανέφερα ήδη, φρονώ ότι οι δύο αυτοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν.
26. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία (15) , το Δικαστήριο απορρίπτει τις αιτιάσεις κατά του σκεπτικού του Πρωτοδικείου που παρατίθενται επικουρικώς ή ως εκ περισσού. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι, εφόσον το διατακτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στηρίζεται σε άλλο σκεπτικό, που παρατίθεται ως κυρίως σκεπτικό, οι αιτιάσεις αυτές δεν μπορούν να οδηγήσουν στην ακύρωση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου αλυσιτελείς.
27. Όμως, εν προκειμένω, φρονώ ότι ο πρώτος και ο τρίτος λόγος έχουν ως στόχο ακριβώς να αμφισβητήσουν την ορθότητα της αιτιολογίας που παρατίθεται ως εκ περισσού σε σχέση με αυτήν των σκέψεων 97 έως 104 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
28. Προκύπτει, πράγματι, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το Πρωτοδικείο, προκειμένου να δεχθεί τη θέση που διατύπωσε η KWW, ανέπτυξε τρεις ομάδες σκέψεων.
29. Η πρώτη ομάδα σκέψεων αναφέρεται στο νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι εγκριτικές αποφάσεις. Στις σκέψεις 94 έως 96 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ανέφερε ότι το άρθρο 10α, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄ της οδηγίας 90/684 σκόπευε στη μείωση της υπέρ το δέον κατασκευαστικής ικανότητας στον τομέα των ναυπηγικών εργασιών.
30. Η δεύτερη ομάδα σκέψεων αναφέρεται στο περιεχόμενο των εγκριτικών αποφάσεων. Με τις σκέψεις 97 έως 104 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η έννοια του «ορίου κατασκευαστικής ικανότητας», που αναφέρεται στις εγκριτικές αποφάσεις, αφορά «την παραγωγή που μπορεί να πραγματοποιηθεί υπό κανονικές συνθήκες ενόψει των διαθεσίμων εγκαταστάσεων» (16) και όχι τη μέγιστη πραγματική παραγωγή.
31. Τέλος, η τρίτη ομάδα σκέψεων αναφέρεται στη νομολογία και σε ορισμένα στοιχεία της δικογραφίας. Στις σκέψεις 105 και 106 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο, στηριζόμενο σε ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, διαπιστώνει ότι «το όριο της κατασκευαστικής ικανότητας μπορεί [...] να οδηγήσει σε “παραγωγή που μπορεί να πραγματοποιηθεί υπό κανονικές συνθήκες”» (17) . Ομοίως, στις σκέψεις 107 έως 109 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι από διάφορα έγγραφα που κατέθεσε η KWW «ενισχύεται η θέση ότι το […] όριο κατασκευαστικής ικανότητας αφορά την παραγωγή που μπορεί να πραγματοποιηθεί υπό κανονικές συνθήκες ενόψει των διαθεσίμων εγκαταστάσεων» (18) .
32. Όμως, μεταξύ των στοιχείων αυτών, μόνον η δεύτερη ομάδα σκέψεων συνιστά την κυρίως αιτιολόγηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
33. Πράγματι, στη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο «διαπίστωσε ευθύς εξαρχής ότι η προσφεύγουσα, αντί να αμφισβητεί την ερμηνεία που δίδει η Επιτροπή [στην έννοια της “κατασκευαστικής ικανότητας”, όπως αυτή αναφέρεται στην οδηγία 90/684], προσάπτει κυρίως στην Επιτροπή το γεγονός ότι έχει παραγνωρίσει, στις επίδικες αποφάσεις, την έννοια της “κατασκευαστικής ικανότητας”, όπως είχε επιβληθεί από την ίδια [...] με τις εγκριτικές αποφάσεις της». Το Πρωτοδικείο αποφάσισε λοιπόν να εκτιμήσει την νομιμότητα των επίδικων αποφάσεων υπό το πρίσμα του «κανόνα κατά τον οποίο τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να σέβονται το απαραβίαστο των πράξεων που έχουν θεσπίσει» (19) . Ο λόγος για τον οποίο το Πρωτοδικείο ακύρωσε τις αποφάσεις ανακτήσεως είναι εξάλλου ότι, κατ’ αυτό, «η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη [...] εξομοιώνοντας, στις επίδικες αποφάσεις και αντιθέτως προς ό,τι είχε πράξει στις εγκριτικές αποφάσεις, την έννοια του ορίου κατασκευαστικής ικανότητας προς το όριο πραγματικής παραγωγής» (20) .
34. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η κυρίως αιτιολόγηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως έγκειται στο γεγονός ότι η Επιτροπή στήριξε τις αποφάσεις ανακτήσεως των καταβληθέντων σε μια έννοια του «ορίου κατασκευαστικής ικανότητας» διαφορετική από αυτήν που προκύπτει από τις εγκριτικές αποφάσεις. Η αιτιολόγηση η οποία στηρίζεται στους στόχους της οδηγίας 90/684 (σκέψεις 94 έως 96 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως) όπως και η αιτιολόγηση η οποία στηρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου (σκέψεις 105 και 106 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως) και στα έγγραφα που κατέθεσε η KWW (σκέψεις 107 έως 109 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως) διατυπώνονται επομένως ως εκ περισσού σε σχέση με την αιτιολόγηση που στηρίζεται στην έννοια του «ορίου κατασκευαστικής ικανότητας», η οποία περιλαμβάνεται στις εγκριτικές αποφάσεις (σκέψεις 97 έως 104 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).
35. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελείς.
36. Οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν να οδηγήσουν στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, διότι, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι είναι βάσιμοι (δηλαδή ότι το Πρωτοδικείο πράγματι υπέπεσε σε σφάλμα κατά τον ορισμό των στόχων της οδηγίας 90/684 και κατά την ανάλυση της νομολογίας και των στοιχείων της δικογραφίας), το διατακτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (δηλαδή η ακύρωση των επίδικων αποφάσεων) στηρίζεται στο γεγονός ότι, στις αποφάσεις ανακτήσεως, η Επιτροπή εφάρμοσε την έννοια του «ορίου κατασκευαστικής ικανότητας» κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που προκύπτει από τις εγκριτικές αποφάσεις. Για να επιτευχθεί η αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να καταδείξει ότι η αιτιολόγηση που στηρίζεται στο περιεχόμενο των εγκριτικών αποφάσεων (σκέψεις 97 έως 104 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως) είναι εσφαλμένη, δηλαδή ότι η έννοια του «ορίου κατασκευαστικής ικανότητας» που αναφέρεται στις εγκριτικές αποφάσεις αποσκοπεί σε περιορισμό της πραγματικής παραγωγής της KWW.
37. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.
Β – Β – Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
38. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που επικαλείται η Επιτροπή περιέχει δύο σκέλη, τα οποία θα εξετάσω από κοινού.
39. Στο πρώτο σκέλος (21) , η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι ερμήνευσε την έννοια του «ορίου κατασκευαστικής ικανότητας» στηριζόμενο αποκλειστικά στη διατύπωση της πρώτης και της δεύτερης εγκριτικής αποφάσεως. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, αν διαβαστούν από κοινού, οι πέντε εγκριτικές αποφάσεις καθιστούν σαφές ότι η έννοια του «ορίου κατασκευαστικής ικανότητας» αφορά τόσο τον περιορισμό των τεχνικών εγκαταστάσεων όσο και τον περιορισμό της πραγματικής παραγωγής της KWW.
40. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η πρώτη και η δεύτερη εγκριτική απόφαση απαριθμούν λεπτομερώς τους τεχνικούς περιορισμούς στις εγκαταστάσεις και ότι, σε αντίθεση με τις άλλες τρεις εγκριτικές αποφάσεις, δεν συμπεριλαμβάνουν υποδείξεις για την παραγωγή.
41. Εν τούτοις, οι προσπάθειες για να τηρηθεί το όριο κατασκευαστικής ικανότητας με τη δημιουργία ορισμένων τεχνικών στενωπών δεν σημαίνει, αντίθετα με τη δημιουργία που δέχθηκε το Πρωτοδικείο, ότι η Επιτροπή περιορίστηκε στην ερμηνεία της έννοιας της κατασκευαστικής ικανότητας ως περιορισμού της τεχνικής κατασκευαστικής ικανότητας των εγκαταστάσεων.
42. Πράγματι, σε αντίθεση με άλλους τομείς, στον τομέα των ναυπηγικών εργασιών δεν υπάρχει «τεχνική στενωπός των εγκαταστάσεων ιδιόμορφου χαρακτήρα», που να επιτρέπει τη ρύθμιση της παραγωγής με απλή μείωση της κατασκευαστικής ικανότητας. Για τον λόγο αυτό, θα έπρεπε να διαταχθεί με τις εγκριτικές αποφάσεις, πέραν των τεχνικής φύσεως περιορισμών στις εγκαταστάσεις, και ο περιορισμός της πραγματικής παραγωγής.
43. Στο ερώτημα γιατί δεν τέθηκε ρητά μνεία για τον περιορισμό της πραγματικής παραγωγής παρά μόνο στην τρίτη, στην τέταρτη και στην πέμπτη εγκριτική απόφαση, η Επιτροπή επιχειρεί τη διάκριση μεταξύ της λεγόμενης φάσεως «επενδύσεως» και της λεγόμενης φάσεως «παραγωγής». Η πρώτη και η δεύτερη εγκριτική απόφαση αφορούν αποκλειστικά τη φάση «επενδύσεως», δηλαδή τη φάση δημιουργίας και επέκτασης των εγκαταστάσεων των ναυπηγείων. Κατά τη διάρκεια της φάσεως αυτής, αυτό που προείχε για την Επιτροπή ήταν ο καθορισμός και η τήρηση των τεχνικής φύσεως περιορισμών. Αντιθέτως, οι άλλες εγκριτικές αποφάσεις, που ελήφθησαν το 1995, αφορούσαν κατ’ ουσίαν τη φάση της παραγωγής που άρχιζε την 1η Ιανουαρίου 1996. Είναι επομένως λογικό να τίθεται σε πρώτο πλάνο ο περιορισμός και η επίβλεψη της πραγματικής παραγωγής.
44. Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως (22) , η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η τρίτη, η τέταρτη και η πέμπτη εγκριτική απόφαση περιείχαν όλες τους τη ρήτρα επιβλέψεως, σύμφωνα με την οποία, παρά τους τεχνικούς περιορισμούς που έθεσε σε εφαρμογή η KWW, ο έλεγχος παρέμενε αναγκαίος «προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση των ορίων της μέγιστης δυνατής κατασκευαστικής ικανότητας στο πλαίσιο της προγραμματισμένης παραγωγής ως της πραγματικής παραγωγής» (23) . Η Επιτροπή εκτιμά ότι το Πρωτοδικείο παρερμήνευσε τη ρήτρα αυτή, δίδοντά της την ερμηνεία ότι οι τεχνικοί περιορισμοί έπρεπε εξίσου να τηρούνται κατά τη φάση της παραγωγής (σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως). Υποστηρίζει ότι η ερμηνεία αυτή στερεί κάθε νόημα από την επίβλεψη της παραγωγής που διέτασσαν οι εγκριτικές αποφάσεις.
45. Φρονώ, όπως και η Επιτροπή, ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των εγκριτικών αποφάσεων.
46. Είναι αληθές, όπως έκρινε και το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 97 έως 100 και 103 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι εγκριτικές αποφάσεις περιέχουν μεγάλο αριθμό υποδείξεων σχετικά με τους τεχνικούς περιορισμούς των εγκαταστάσεων της KWW.
47. Έτσι, η πρώτη εγκριτική απόφαση αναφέρει τα εξής:
«Μολονότι ο διαταχθείς από την Επιτροπή έλεγχος ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων κατέδειξε ότι η ικανότητα [της KWW] στον τομέα των κατασκευών ουδόλως θα υπερβεί τις 85 000 αοχ –δηλαδή την ποσόστωση που χορηγήθηκε στο ναυπηγείο από την Γερμανική Κυβέρνηση [...]–, ενδείκνυται επίβλεψη κατά τη διάρκεια του προγράμματος επενδύσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι κατασκευαστικές ικανότητες πράγματι θα μειωθούν. Η μείωση αυτή εξαρτάται από το ότι οι επενδύσεις θα πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τα σχέδια και τα προγράμματα που υπεβλήθησαν στην εταιρία συμβούλων. Η Kνaerner επιβεβαίωσε ότι το ναυπηγείο θα έπρεπε να υποβληθεί στους ακόλουθους περιορισμούς [σχετικά με] το νέο υπόστεγο τεμαχισμού του χάλυβος [...], τον αριθμό θέσεων εργασίας στην αλυσίδα συναρμολογήσεως των επιπέδων τεμαχίων μεγάλου μεγέθους και στην αλυσίδα συναρμολογήσεως για τα διπύθμενα σκάφη [...], με τις αλυσίδες συναρμολογήσεως [...], με τις θέσεις εργασίας στην αλυσίδα συναρμολογήσεων των εξελασμένων στοιχείων [...], με τον αριθμό των θέσεων εργασίας στην αλυσίδα συναρμολογήσεως για τα επίπεδα τεμάχια μικρού μεγέθους [...], καθώς και με την αποβάθρα επάνω στην οποία μπορεί να στηθεί ένας μόνο γερανός [...] [και με τους] γερανούς αποβάθρας [...]».
48. Παρομοίως, η δεύτερη εγκριτική απόφαση προβλέπει τα εξής:
«Μολονότι ο έλεγχος που ανατέθηκε από την Επιτροπή σε ανεξάρτητο σύμβουλο κατέδειξε ότι η κατασκευαστική ικανότητα [της KWW] ουδόλως θα υπερβεί τις 85 000 αοχ, δηλαδή την ποσόστωση που χορηγήθηκε στο ναυπηγείο από τη Γερμανική Κυβέρνηση [...], ενδείκνυται να συνεχιστεί η επίβλεψη κατά την κατανομή και την εφαρμογή του προγράμματος επενδύσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η μείωση της κατασκευαστικής ικανότητας πράγματι θα τηρηθεί. Η μείωση αυτή εξαρτάται από το εάν οι επενδύσεις θα πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τα σχέδια και τα προγράμματα που υπεβλήθησαν στην εταιρία συμβουλών, ιδίως σε ό,τι αφορά τη μη υπέρβαση των πωλήσεων χάλυβος κατ’ ανώτατο όριο 73 000 αοχ, καθώς και σύμφωνα με τους περιορισμούς που προβλέπονται στην έκθεση του συμβούλου. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποσχέθηκε ότι το ναυπηγείο θα πληρούσε τους όρους αυτούς.»
49. Παρόμοιες υποδείξεις περιλαμβάνονται στην τρίτη, στην τέταρτη και στην πέμπτη εγκριτική απόφαση.
50. Με όλες αυτές τις αποφάσεις, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η κατασκευαστική ικανότητα της KWW πρέπει να περιοριστεί σε 85 000 αοχ ετησίως και ότι ο περιορισμός αυτός πρέπει να είναι πραγματικός. Για τον σκοπό αυτό απαιτείται, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι επενδύσεις που θα πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ναυπηγείου να είναι σύμφωνες με τα σχέδια που υποβλήθηκαν στην εταιρία συμβούλων που ορίσθηκε από την Επιτροπή. Υπάρχει συνεπώς το τεκμήριο ότι τα σχέδια που υποβλήθηκαν σε αυτήν την εταιρία συμβούλων περιελάμβαναν ήδη το σύνολο των τεχνικών προδιαγραφών που έπρεπε να τηρεί η KWW.
51. Επομένως, η καταβολή των επίδικων ενισχύσεων εξαρτάτο αναμφισβήτητα από την προηγούμενη εφαρμογή από την KWW τεχνικής φύσεως περιορισμών, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 97 έως 100 και 103 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
52. Μολοντούτο, αντίθετα με όσα έκρινε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 101 και 102 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η προϋπόθεση του τεχνικού περιορισμού των εγκαταστάσεων δεν είναι η μόνη προϋπόθεση που θέτουν οι εγκριτικές αποφάσεις. Πράγματι, οι τρεις άλλες εγκριτικές αποφάσεις περιλαμβάνουν πολλά στοιχεία από τα οποία συνάγεται ότι το όριο της κατασκευαστικής ικανότητας αφορούσε επίσης την πραγματική παραγωγή της KWW.
53. Έτσι, η τρίτη εγκριτική απόφαση αναφέρει τα εξής:
«Σύμφωνα με την ανεξάρτητη μελέτη τεχνικού ελέγχου που καταρτίστηκε κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, η κατασκευαστική ικανότητα της [KWW] δεν θα υπερβεί τα 85 000 αοχ [...]. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με το σχέδιο επενδύσεων, ενδείκνυται ο έλεγχος της τήρησης του περιορισμού της κατασκευαστικής ικανότητας στις ναυπηγικές εργασίες. Η τήρηση αυτή διασφαλίζεται μόνον εφόσον ακολουθείται επακριβώς το σχέδιο που έχει υποβληθεί στην εταιρία συμβουλών. Τούτο ισχύει ιδίως όσον αφορά τη μέγιστη επιτρεπόμενη διάθεση των 73 000 τόνων χάλυβος, την εγκατάσταση συναρμολογήσεως διπύθμενων σκαφών και τις δύο εγκαταστάσεις κατασκευής επιπέδων τεμαχίων. Η Γερμανική Κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι το ναυπηγείο θα τηρούσε το όριο κατασκευαστικής ικανότητας.
[…]
Επιπλέον, η πρώτη ελεγκτική έκθεση επί της παραγωγής που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή αποδεικνύει ότι πρέπει επίσης να ελεγχθεί η τήρηση των ορίων κατασκευαστικής ικανότητας κατά το σχεδιασμό της παραγωγής και της ίδιας της παραγωγής.
[...]»
54. Κατά τη γνώμη μου, η απόφαση αυτή περιλαμβάνει δύο ομάδες στοιχείων. Στην παράγραφο 1 αυτής, η Επιτροπή υπενθυμίζει καταρχάς ότι, για να διασφαλισθεί η τήρηση του ορίου κατασκευαστικής ικανότητας, οι εργασίες πρέπει να είναι σύμφωνες με το σχέδιο επενδύσεων και ιδίως με τις τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνει. Προς τούτο, η Επιτροπή βεβαιώνει ότι θα συνεχίσει να ασκεί επίβλεψη κατά την εκτέλεση των εργασιών, έτσι ώστε να διαπιστώνει την ορθή και πραγματική εφαρμογή των τεχνικής φύσεως στενωπών.
55. Εντούτοις, μετά την υπενθύμιση αυτή, η Επιτροπή προσθέτει, στην παράγραφο 2, ότι «[ε]πιπλέον, η πρώτη ελεγκτική έκθεση επί της παραγωγής που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή, καταδεικνύει ότι πρέπει επίσης να ελεγχθεί η τήρηση των ορίων κατασκευαστικής ικανότητας κατά τον σχεδιασμό της παραγωγής και [κατά] την ίδια την παραγωγή» (24) .
56. Οι λέξεις «επιπλέον» και «επίσης» δείχνουν ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να εφαρμόσει (ή να επιβεβαιώσει) μια επίβλεψη συμπληρωματική αυτής που αφορούσε τις εργασίες και τη δημιουργία των στενωπών τεχνικής φύσεως. Σύμφωνα με το γράμμα της επίμαχης ρήτρας, αντικείμενο της συμπληρωματικής επίβλεψης είναι η παραγωγή της KWW. Εξάλλου, το γεγονός ότι η ρήτρα αυτή προστέθηκε ρητά (ή επικυρώθηκε) μετά τη διαβίβαση της «πρώτης ελεγκτικής εκθέσεως επί της παραγωγής» της KWW επιβεβαιώνει ότι η επίβλεψη της Επιτροπής θα ασκούνταν όχι πλέον στις εργασίες κατασκευής, αλλά στην ίδια την παραγωγή. Η Επιτροπή λοιπόν θέλησε να υποβάλει σε τακτικό έλεγχο την παραγωγή της KWW, γεγονός που σημαίνει, κατ’ αυτήν, ότι οι ποσότητες που παρήγαγε η KWW μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα σε σχέση με το όριο κατασκευαστικής ικανότητας.
57. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται από τις δύο άλλες εγκριτικές αποφάσεις. Έτσι, η τέταρτη εγκριτική απόφαση προβλέπει:
«Τον Αύγουστο 1995, ο ανεξάρτητος τεχνικός σύμβουλος που ορίσθηκε από την Επιτροπή για να διασφαλίσει την επίβλεψη πραγματοποίησε μία νέα αποστολή ελέγχου της προόδου των εργασιών στο ναυπηγείο, για να εξακριβώσει αν οι υλοποιηθείσες εργασίες κατασκευής αντιστοιχούσαν στο σχέδιο επενδύσεων και για να συλλέξει και άλλες τεχνικές πληροφορίες. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εργασίες [...] είχαν κατά κύριο λόγο τελειώσει και είχαν εκτελεσθεί σύμφωνα με το σχέδιο επενδύσεων. Κατ’ αυτόν, ο τομέας συναρμολογήσεως διπύθμενων σκαφών και η εγκατάσταση κατασκευής επιπέδων τεμαχίων μεγάλου μεγέθους περιορίζουν τη μεταποιητική ικανότητα χάλυβος του ναυπηγείου, μειώνοντας εξ αυτού και μόνον του γεγονότος την κατασκευαστική ικανότητα αυτού του ναυπηγείου σε 85 000 αοχ ετησίως. Κατά τη διάρκεια αυτού του περιορισμού της κατασκευαστικής ικανότητας, είναι απαραίτητο να μην τροποποιηθεί η διάταξη των εγκαταστάσεων του ναυπηγείου και να ανταποκρίνονται οι “προαιρετικοί εξοπλισμοί”, που δεν έχουν εισέτι εγκατασταθεί, στις προδιαγραφές που το ναυπηγείο έχει υποβάλει για διατύπωση γνώμης στον τεχνικό σύμβουλο. Σύμφωνα με τις δύο ελεγκτικές εκθέσεις επί της παραγωγής, που έχουν διαβιβασθεί στην Επιτροπή μέχρι σήμερα, εξακολουθεί να είναι αναγκαία η επίβλεψη προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση των ορίων της μέγιστης δυνατής κατασκευαστικής ικανότητας στο πλαίσιο τόσο της προγραμματισμένης παραγωγής όσο και της πραγματικής παραγωγής. Η Γερμανική Κυβέρνηση δεσμεύτηκε ότι το ναυπηγείο θα τηρούσε τον περιορισμό της κατασκευαστικής ικανότητας» 25 –H υπογράμμιση δική μου..
58. Η πέμπτη εγκριτική απόφαση περιλαμβάνει ταυτόσημα στοιχεία, καθώς αναφέρει:
«Τον Αύγουστο 1995, ο ανεξάρτητος τεχνικός σύμβουλος που ορίσθηκε από την Επιτροπή για να διασφαλίσει την επίβλεψη πραγματοποίησε μία νέα αποστολή ελέγχου της προόδου των εργασιών στο ναυπηγείο, για να εξακριβώσει αν οι υλοποιηθείσες εργασίες κατασκευής αντιστοιχούσαν στο σχέδιο επενδύσεων και για να συλλέξει και άλλες τεχνικές πληροφορίες. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εργασίες είχαν κατά κύριο λόγο τελειώσει και είχαν εκτελεσθεί σύμφωνα με το σχέδιο επενδύσεων. Κατ΄ αυτόν, ο τομέας συναρμολογήσεως διπύθμενων σκαφών και η εγκατάσταση κατασκευής επιπέδων τεμαχίων μεγάλου μεγέθους περιορίζουν τη μεταποιητική ικανότητα χάλυβος του ναυπηγείου, μειώνοντας εξ αυτού και μόνον του γεγονότος την κατασκευαστική ικανότητα αυτού του ναυπηγείου σε 85 000 αοχ ετησίως. Κατά τη διάρκεια αυτού του περιορισμού της κατασκευαστικής ικανότητας, είναι απαραίτητο να μην τροποποιηθεί η διάταξη των εγκαταστάσεων του ναυπηγείου [...]. Σύμφωνα με τις ελεγκτικές εκθέσεις επί της παραγωγής, που έχουν διαβιβασθεί στην Επιτροπή μέχρι σήμερα, εξακολουθεί να είναι αναγκαία η επίβλεψη προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση των ορίων της μέγιστης δυνατής κατασκευαστικής ικανότητας στο πλαίσιο τόσο της προγραμματισμένης παραγωγής όσο και της πραγματικής παραγωγής. Η Γερμανική Κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι το ναυπηγείο θα τηρούσε τον περιορισμό της κατασκευαστικής ικανότητας» 26 –H υπογράμμιση δική μου..
59. Οι αποφάσεις αυτές περιλαμβάνουν επίσης δύο ομάδες στοιχείων. Καταρχάς, η Επιτροπή εκθέτει ότι ο τεχνικός της σύμβουλος διενήργησε έλεγχο για να εξακριβώσει εάν οι εργασίες ήταν σύμφωνες με το σχέδιο επενδύσεων. Συναφώς, ο σύμβουλος διαπίστωσε ότι οι εγκαταστάσεις της KWW τηρούσαν τους τεχνικούς περιορισμούς που είχαν επιβληθεί, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της κατασκευαστικής ικανότητας παραγωγής σε 85 000 αοχ ετησίως. Παρ’ όλα αυτά, μετά τη διαπίστωση αυτή, η Επιτροπή προσθέτει ότι, σύμφωνα με τις ελεγκτικές εκθέσεις επί της παραγωγής «εξακολουθεί να είναι αναγκαία» η επίβλεψη, προκειμένου να διασφαλισθεί η τήρηση του ορίου των 85 000 αοχ στο πλαίσιο τόσο της πραγματικής παραγωγής όσο και της προγραμματισμένης παραγωγής.
60. Η φράση «εξακολουθεί να είναι αναγκαία» επιβεβαιώνει ότι η επίβλεψη της Επιτροπής αφορούσε όχι μόνο την εκτέλεση των εργασιών, αλλά και την ίδια την παραγωγή της KWW. Εξάλλου, το γεγονός ότι η διατήρηση της επιβλέψεως αποφασίστηκε «σύμφωνα με» ή «κατόπιν» των ελεγκτικών εκθέσεων επί της παραγωγής της KWW επιβεβαιώνει ότι, για την Επιτροπή, οι ποσότητες που παρήγαγε η KWW μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα σε σχέση με το όριο της κατασκευαστικής ικανότητας. Όμως, εάν οι ποσότητες που παρήγαγε η KWW μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα σε σχέση με το όριο της κατασκευαστικής ικανότητας, αυτό σημαίνει λογικά ότι το όριο της κατασκευαστικής ικανότητας εφαρμοζόταν επίσης στην πραγματική παραγωγή της KWW.
61. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, πιστεύω ότι η εκτίμηση του Πρωτοδικείου, κατά την οποία το όριο της κατασκευαστικής ικανότητας αφορούσε αποκλειστικά τους τεχνικούς περιορισμούς για τις εγκαταστάσεις της KWW (σκέψεις 101 και 102 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως), δεν συμβιβάζεται με το γράμμα των εγκριτικών αποφάσεων. Η ερμηνεία αυτή δεν φαίνεται να είναι σύμφωνη ούτε με την οικονομία αυτών των αποφάσεων.
62. Όπως υπογραμμίστηκε από την Επιτροπή (27) , η ανάλυση του Πρωτοδικείου στερεί κάθε νόημα από την επίβλεψη που διατάχθηκε με τις εγκριτικές αποφάσεις. Πράγματι, εάν θεωρηθεί ότι οι εγκριτικές αποφάσεις επιβάλλουν αποκλειστικά τεχνικό περιορισμό στις εγκαταστάσεις της KWW, δεν είναι πλέον κατανοητό γιατί η Επιτροπή επέβαλε έλεγχο στην πραγματική παραγωγή του ναυπηγείου. Όντως, ως εκ της φύσεώς τους, τα τεχνικά χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων της KWW δεν μπορούν να ποικίλλουν ανάλογα με την (προβλεπόμενη ή πραγματική) παραγωγή του ναυπηγείου. Ο μόνος λόγος για τον οποίο οι εγκριτικές αποφάσεις επιβάλλουν έλεγχο επί της παραγωγής της KWW είναι, επομένως, το ότι το όριο της κατασκευαστικής ικανότητας των 85 000 αοχ εφαρμόζεται και στην πραγματική παραγωγή του ναυπηγείου. Πιστεύω, λοιπόν, ότι η ερμηνεία του Πρωτοδικείου στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν συμβιβάζεται με τον λόγο ύπαρξης της ρήτρας επιβλέψεως και με την ίδια την οικονομία των εγκριτικών αποφάσεων.
63. Επιπλέον, φρονώ επίσης ότι η θέση της Επιτροπής είναι η μόνη σύμφωνη με τον στόχο των εγκριτικών αποφάσεων.
64. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι ο στόχος του ορίου κατασκευαστικής ικανότητας, το οποίο προβλέπουν οι εγκριτικές αποφάσεις, είναι ο περιορισμός της παραγωγής της KWW. Ο στόχος αυτός συνάγεται σαφώς από την τρίτη εγκριτική απόφαση, όπου η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι τεχνικοί περιορισμοί που τέθηκαν σε ισχύ από την KWW είναι σύμφωνοι με το σχέδιο επενδύσεων και «μειώνουν εξ αυτού και μόνον του γεγονότος την κατασκευαστική ικανότητα του ναυπηγείου αυτού σε 85 000 αοχ ετησίως». Επιπλέον, ο στόχος αυτός είναι σύμφωνος με αυτόν της οδηγίας 92/68, που αποσκοπεί στο να επιτρέψει την αναδιάρθρωση των ανατολικογερμανικών ναυπηγείων επιβάλλοντας παράλληλα στα ναυπηγεία αυτά να «συμβάλλουν σημαντικά στη μείωση της υπερβάλλουσας [κατασκευαστικής ικανότητας] στη ναυπηγική βιομηχανία» (28) . Συνεπώς, το όριο κατασκευαστικής ικανότητας που επέβαλαν οι εγκριτικές αποφάσεις στόχευε σαφώς στον περιορισμό της παραγωγής πλοίων και σκαφών από την KWW.
65. Όμως, η ερμηνεία του Πρωτοδικείου δεν επιτρέπει την επίτευξη του στόχου αυτού. Τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης διαφοράς καταδεικνύουν αντιθέτως ότι, παρά τους τεχνικούς περιορισμούς που επιβλήθηκαν στην KWW, το ναυπηγείο αυτό παρήγαγε έως και 44% επιπλέον του επιτρεπομένου ορίου κατασκευαστικής ικανότητας. Η ερμηνεία, λοιπόν, κατά την οποία οι εγκριτικές αποφάσεις επιβάλλουν μόνο τεχνικό περιορισμό των εγκαταστάσεων της KWW είναι, κατά τη γνώμη μου, αντίθετη με τον ίδιο τον στόχο του ορίου κατασκευαστικής ικανότητας.
66. Συμπερασματικά, φρονώ ότι από το γράμμα, την οικονομία και τους στόχους των εγκριτικών αποφάσεων συνάγεται ότι το όριο κατασκευαστικής ικανότητας των 85 000 αοχ αφορούσε όχι μόνο τους τεχνικούς περιορισμούς των εγκαταστάσεων της KWW, αλλά και την πραγματική παραγωγή του ναυπηγείου.
67. Επομένως, με την επίμαχη ερμηνεία, το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των εγκριτικών αποφάσεων. Προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σημείο αυτό.
V – Επί της αναπομπής της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο
68. Το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου ορίζει ότι, αν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο μπορεί είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει.
69. Στην προκειμένη περίπτωση, φρονώ ότι η υπόθεση δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση.
70. Πράγματι, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι η KWW είχε διατυπώσει ενώπιον του Πρωτοδικείου δύο διαφορετικά αιτήματα ακυρώσεως (29) . Το πρώτο αίτημα διατυπώθηκε ως κύριο και είχε ως αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων ανακτήσεως στο σύνολό τους. Προς τούτο, η KWW αμφισβητούσε την εκτίμηση της Επιτροπής ότι δεν είχε τηρήσει το όριο κατασκευαστικής ικανότητας που είχε οριστεί στις εγκριτικές αποφάσεις.
71. Το δεύτερο αίτημα διατυπώθηκε ως επικουρικό και είχε ως αντικείμενο την ακύρωση των επίμαχων αποφάσεων μόνο ως προς το ύψος των προς ανάκτηση ενισχύσεων. Η KWW υποστήριξε ότι, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι η ίδια δεν έλαβε υπόψη της το όριο κατασκευαστικής ικανότητας που όριζαν οι εγκριτικές αποφάσεις, η Επιτροπή είχε, εν πάση περιπτώσει, υποπέσει σε σφάλμα κατά τον υπολογισμό του ποσού των προς ανάκτηση ενισχύσεων, διότι υπολόγισε το ποσό αυτό επί των ενισχύσεων που εγκρίθηκαν και όχι επί των ενισχύσεων που πράγματι χορηγήθηκαν από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
72. Επομένως δεν αμφισβητείται, σε ό,τι αφορά το δεύτερο αίτημα, ότι η υπόθεση δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση (30) . Πράγματι, στο πλαίσιο του αιτήματος αυτού, η KWW είχε προτείνει προς το Πρωτοδικείο πολυάριθμα αποδεικτικά μέσα, με σκοπό να αποδείξει την ύπαρξη του επίμαχου σφάλματος. Το Πρωτοδικείο, όμως, κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε επί του κυρίου αιτήματος, δεν αποφάνθηκε επί των προταθέντων αποδεικτικών μέσων της προσφεύγουσας-αναιρεσιβαλλόμενης.
73. Υπ’ αυτές τις περιστάσεις, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο. Εναπόκειται σε αυτό το τελευταίο να εκτιμήσει αν είναι αναγκαίο να διατάξει διεξαγωγή αποδείξεων, καθώς και ποιο βάρος θα δώσει στα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Εναπόκειται επίσης στο Πρωτοδικείο να αποφανθεί για όλα τα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της παρούσας δίκης.
VI – Πρόταση
74. Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 28ης Φεβρουαρίου 2002, Τ‑227/99 και Τ‑134/00, Kνaerner Warnοw Werft GmbH κατά Επιτροπής,
2) να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο και
3) να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Αποφάσεις 1999/675/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 1999, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Γερμανίας στην εταιρία Kνaerner Warnοw Werft GmbH (ΕΕ L 274, σ. 23), και 2000/336/ΕΚ της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 2000, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Γερμανίας στην εταιρία Kνaerner Warnοw Werft GmbH (ΕΕ L 120, σ. 12) (στο εξής, αμφότερες: αποφάσεις ανακτήσεως ή οι επίδικες αποφάσεις).
3 – Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2002, Τ‑227/99 και Τ‑134/00, Kνaerner Warnοw Werft GmbH κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ‑1205, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
4 – ΕΕ L 380, σ. 27
5 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1992, που τροποποιεί την οδηγία 90/684 (ΕΕ L 219, σ. 54).
6 – Σκέψεις 4 έως 14.
7 – Στο εξής: οδηγία 90/684.
8 – Πρόκειται για τα έγγραφα SG (93) D/3421, της 3ης Μαρτίου 1993, σχετικά με την κρατική ενίσχυση με αριθμό Ν 692/D/91, SG (94) D/567, της 17ης Ιανουαρίου 1994, σχετικά με την κρατική ενίσχυση με αριθμό Ν 692/J/91, SG (95) D/1818, της 20ης Φεβρουαρίου 1995, σχετικά με την κρατική ενίσχυση με αριθμό Ν 1/D/95, SG (95) D/12821, της 18ης Οκτωβρίου 1995, σχετικά με την κρατική ενίσχυση με αριθμό Ν 637/D/95, και SG (95) D/15969, της 11ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την κρατική ενίσχυση με αριθμό Ν 797/D/95 (παραρτήματα Κ2 της προσφυγής στην υπόθεση Τ‑134/00, στο εξής συλλήβδην: εγκριτικές αποφάσεις και αντίστοιχα πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη εγκριτική απόφαση).
9 – Σημειωτέον ότι η Επιτροπή υπολόγισε το ποσό των προς ανάκτηση ενισχύσεων βάσει «του συνδυασμού μιας απλής αναλογικής προσεγγίσεως και μιας συμπληρωματικής μεθόδου που λαμβάνει υπόψη τη σοβαρή στρέβλωση του ανταγωνισμού, η οποία απορρέει από τη σημαντική υπέρβαση του ορίου της ετήσιας κατασκευαστικής ικανότητας» (σκέψη 103 των αιτιολογικών σκέψεων της απόφασης 1999/675). Η μέθοδος αυτή αμφισβητήθηκε επίσης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας (σκέψεις 71 και 72 των προτάσεων).
10 – ΕΕ L 156, σ. 39.
11 – Άρθρο 1.
12 – Εξαιρέσει του πρώτου λόγου, που αντλήθηκε από την ύπαρξη πλημμελειών ως προς τη σύνθεση της Επιτροπής (σκέψεις 61 έως 77 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως).
13 – Αίτηση αναιρέσεως (σημεία 6 έως 11).
14 – Ibidem (σημεία 35 έως 44).
15 – Βλ. ιδίως, αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1993 στην υπόθεση C-35/92 P, Κοινοβούλιο κατά Frederiksen (Συλλογή 1993, σ. I-991, σκέψεις 25 και 26), της 22ας Δεκεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-244/91 P, Pincherle κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-6965, σκέψη 31), της 2ας Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C‑326/91 P, De Compte κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-2091, σκέψη 94), της 16ης Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C-39/93 P, SFEI κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-2681, σκέψη 23), της 11ης Μαρτίου 1997 στην υπόθεση C-264/95 P, Επιτροπή κατά UIC (Συλλογή 1997, σ. I-1287, σκέψεις 48 έως 51), της 16ης Σεπτεμβρίου 1997 στην υπόθεση C-362/95 P, Blackspur DIY κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-4775, σκέψη 23), και της 8ης Μαΐου 2003 στην υπόθεση C-122/01 P, T. Port κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι‑4261, σκέψεις 16, 17 και 30 έως 33), καθώς και διατάξεις της 25ης Μαρτίου 1996 στην υπόθεση C-137/95 P, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I‑1611, σκέψεις 47 έως 49), της 12ης Δεκεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-49/96 P, Προγούλης κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-6803, σκέψη 27), και της 18ης Οκτωβρίου 2001 στην υπόθεση C‑241/00 P, Kish Glass κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-7759, σκέψη 42).
16 – Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψη 104).
17 – Ibidem (σκέψη 106).
18 – Ibidem (σκέψη 107).
19 – Ibidem (σκέψη 92).
20 – Ibidem (σκέψη 110).
21 – Αίτηση αναιρέσεως (σημεία 16 έως 24).
22 – Ibidem (σημεία 25 έως 34).
23 – Ibidem (σημείο 25).
24 – H υπογράμμιση δική μου.
25 – H υπογράμμιση δική μου.
26 – H υπογράμμιση δική μου.
27 – Αίτηση αναιρέσεως (σημείο 28).
28 – Τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/68.
29 – Βλ. δικόγραφα προσφυγών στις υποθέσεις Τ‑227/99 (σημείο 267) και Τ‑134/00 (σημείο 381).
30 – Βλ., επίσης, συναφώς, αίτηση αναιρέσεως (σημεία 48 έως 50) και υπόμνημα αντικρούσεως (αρχή του υπομνήματος, υπό τον τίτλο «Αιτήματα»).
Full & Egal Universal Law Academy