ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 6ης Μαΐου 2004 (1)
Υπόθεση C-183/02 P
Daewoo Electronics Manufacturing España SA
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Υπόθεση C-186/02 P
Ramondín SA και Ramondín Cápsulas SA
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Υπόθεση C-187/02 P
Territorio Histórico de Álava – Diputación Foral de Álava
κατά
Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Υπόθεση C-188/02 P
Territorio Histórico de Álava – Diputación Foral de Álava
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Φορολογικά μέτρα – Επιλεκτικός χαρακτήρας – Κατάχρηση διακριτικής ευχέρειας – Αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης»
I – Εισαγωγή
1. Η Comunidad Autónoma del País Vasco (στο εξής: Χώρα των Βάσκων) και η Territorio Histórico de Álava, αυτοδιοικούμενος οργανισμός δημοσίου δικαίου ο οποίος εδρεύει στη Χώρα των Βάσκων και έχει δικές του νομοθετικές εξουσίες στον τομέα του φορολογικού δικαίου (στο εξής: Álava), χορήγησαν ενισχύσεις κατά τη δεκαετία του ’90, μέσω επιδοτήσεων και φοροαπαλλαγών, για τη δημιουργία δυο εργοστασίων στην Álava.
2. Αφενός, η Daewoo Electronics Manufacturing España SA (Demesa) ανήγειρε στην Álava εργοστάσιο κατασκευής ψυγείων. Αφετέρου, εγκαταστάθηκε στην Álava η Ramondín SA, ήτοι η Ramondín Cápsulas SA (2) μαζί με το εργοστάσιό της για την κατασκευή καψυλλίων για την κάλυψη πωμάτων φιαλών οίνου και αφρώδους οίνου.
3. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η Επιτροπή χαρακτήρισε τα μέτρα ενισχύσεως ως παράνομες κρατικές ενισχύσεις και ζήτησε την επιστροφή τους (3). Το Πρωτοδικείο ακύρωσε εν μέρει την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τις φοροαπαλλαγές υπέρ της Demesa με την από 6 Μαρτίου 2002 απόφασή του (4). Με άλλη απόφασή του που δημοσιεύθηκε την ίδια ημέρα (5) το Πρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με τα μέτρα υπέρ της Ramondín.
4. Με τις υπό κρίση τέσσερις αιτήσεις αναιρέσεως, οι επιχειρήσεις που έλαβαν τις ενισχύσεις και η Álava στρέφονται κατά των πρωτόδικων αποφάσεων καθό μέτρο οι αποφάσεις αυτές δεν ακύρωσαν τις αποφάσεις της Επιτροπής. Αντικείμενο και των τεσσάρων διαδικασιών είναι η εκτίμηση της εγκριθείσας από την Álava εκπτώσεως κατά 45 % του φόρου επί των ποσών που επενδύθηκαν για την κατασκευή των εργοστασιακών εγκαταστάσεων. Επιπλέον, αντικείμενο των υποθέσεων C-186/02 P και C-188/02 P, οι οποίες αφορούν τη Ramondín, είναι η νομιμότητα του περιορισμού της βάσεως υπολογισμού του φόρου υπέρ των νεοσύστατων εταιριών.
5. Μολονότι δεν έχει διαταχθεί μέχρι τούδε η συνεκδίκαση των υποθέσεων αυτών που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου, ωστόσο επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού οι αιτήσεις αναιρέσεως στο πλαίσιο των ίδιων προτάσεων, δεδομένου ότι αντικείμενο όλων των υποθέσεων είναι σε μεγάλο βαθμό τα ίδια νομικά ζητήματα. Κατ’ ουσίαν, πρόκειται κυρίως για το αν η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο ορθώς χαρακτήρισαν τις χορηγηθείσες από την Álava φοροαπαλλαγές ως κρατικές ενισχύσεις, για το αν η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση της διακριτικής της ευχέρειας και για το αν παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
II – Οι επίμαχες φοροαπαλλαγές
6. Το Πρωτοδικείο παραθέτει στη σκέψη 8 της αποφάσεως Demesa και στη σκέψη 4 της αποφάσεως Ramondín την ισχύουσα στην Álava ρύθμιση σχετικά με την έκπτωση κατά 45 % του φόρου επί του ποσού των επενδύσεων ως εξής:
«Η έκτη συμπληρωματική διάταξη του Norma Foral 22/1994, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, περί εκτελέσεως του προϋπολογισμού του Territorio Histórico de Álava για το έτος 1995 [Boletín Oficial del Territorio Histórico de Álava (στο εξής: BOTHA), αριθ. 5, της 13ης Ιανουαρίου 1995] προβλέπει τα εξής:
“Οι πραγματοποιούμενες μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και 31ης Δεκεμβρίου 1995 νέες επενδύσεις σε ενσώματα πάγια στοιχεία του ενεργητικού, που υπερβαίνουν τις 2,5 δισεκατομμύρια ισπανικές πεσέτες (ESP), κατόπιν εγκρίσεως της Diputación Foral de Álava, τυγχάνουν εκπτώσεως φόρου ύψους 45 % επί του ποσού της επενδύσεως που καθορίζει η Diputación Foral de Álava, η οποία ισχύει επί του τελικού ποσού του καταβλητέου φόρου.
Η μη χορηγούμενη έκπτωση λόγω ανεπάρκειας του φόρου θα μπορεί να υπολογισθεί κατά τα εννέα έτη που ακολουθούν το έτος κατά το οποίο δόθηκε η έγκριση της Diputación Foral de Álava.
Η έγκριση αυτή της Diputación Foral de Álava καθορίζει τους εκάστοτε ισχύοντες περιορισμούς και προθεσμίες.
Τα παρεχόμενα δυνάμει της παρούσας διατάξεως πλεονεκτήματα είναι ασυμβίβαστα με κάθε άλλο φορολογικό πλεονέκτημα το οποίο παρέχεται λόγω των ιδίων επενδύσεων.
Η Diputación Foral de Álava αποφασίζει, επίσης, σχετικά με τη διάρκεια της επενδυτικής διεργασίας η οποία ενδέχεται να περιλαμβάνει επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την προπαρασκευαστική φάση του σχεδίου το οποίο αφορούν οι επενδύσεις”.»
7. Περαιτέρω, το άρθρο 26 του Norma Foral 24/1996, της 5ης Ιουλίου 1996 (BOTHA αριθ. 90 της 9ης Αυγούστου 1996), προβλέπει υπό ορισμένες προϋποθέσεις τη σταδιακή, επί πλείονα έτη ισχύουσα μείωση της φορολογική βάσεως (6).
III – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία στις υποθέσεις C-183/02 P και C-187/02 P (Demesa)
Α – Τα πραγματικά περιστατικά, η διοικητική διαδικασία και η απόφαση της Επιτροπής
8. Τα πραγματικά περιστατικά και η διοικητική διαδικασία μέχρις εκδόσεως αποφάσεως από την Επιτροπή μπορούν να συνοψιστούν –καθό μέτρο είναι κρίσιμα για την τύχη των αιτήσεων αναιρέσεων– ως εξής (7).
9. Στις 13 Μαρτίου 1996, οι βασκικές αρχές και η Daewoo Electronics Co. Ltd, μητρική εταιρία της Demesa, υπέγραψαν συμφωνία συνεργασίας βάσει της οποίας η Daewoo Electronics ανέλαβε την υποχρέωση να ιδρύσει εργοστάσιο κατασκευής ψυγείων στη Χώρα των Βάσκων. Σε αντιστάθμισμα, οι βασκικές αρχές ανέλαβαν την υποχρέωση να στηρίξουν το σχέδιο αυτό μέσω μιας σειράς επιδοτήσεων. Το σχέδιο προέβλεπε επενδύσεις ύψους 11 835 600 000 ESP (περίπου 71 000 000 ευρώ) και τη δημιουργία 745 θέσεων εργασίας. Η Demesa άρχισε την κατασκευή του εργοστασίου τον Νοέμβριο του 1996.
10. Πέραν των επιδοτήσεων που χορήγησε η Χώρα των Βάσκων, οι οποίες δεν ασκούν επιρροή στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, η Álava χορήγησε στην Demesa με την απόφαση 737/1997 της 21ης Οκτωβρίου 1997 έκπτωση φόρου ύψους 45 % επί του ποσού των επενδύσεων δυνάμει του Norma Foral 22/1994.
11. Κατόπιν των καταγγελιών που έλαβε η Επιτροπή τον Ιούνιο 1996 από πολλές ενώσεις κατασκευαστών λευκών ηλεκτρικών οικιακών συσκευών, η Επιτροπή κίνησε διοικητική διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 1999 με την έκδοση της αποφάσεως 1999/718/ΕΚ (8).
12. Με το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, της ανωτέρω αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η χορήγηση εκπτώσεως φόρου ύψους 45 % αποτελεί κρατική ενίσχυση η οποία είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της αποφάσεως της Επιτροπής, η Ισπανία υποχρεώθηκε να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να ανακτήσει από την αποδέκτρια επιχείρηση τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν μέσω της εκπτώσεως του φόρου.
Β – Η απόφαση του Πρωτοδικείου
13. Με τις σκέψεις 144 έως 170 της αποφάσεως Demesa το Πρωτοδικείο απέρριψε τους λόγους προσφυγής που στρέφονταν κατά των ανωτέρω διατάξεων της αποφάσεως της Επιτροπής. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή ορθώς χαρακτήρισε το μέτρο ως επιλεκτικό, δεδομένου ότι οι διοικητικές αρχές της Álava διαθέτουν περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στο πλαίσιο της αποφάσεως για τη χορήγηση της εκπτώσεως φόρου και δεδομένου ότι η απόφαση αυτή ευνοεί μόνο μεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες μπορούσαν να πραγματοποιήσουν επενδύσεις ύψους τουλάχιστον 2,5 δισεκατομμυρίων ESP. Επίσης, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι το μέτρο είναι δικαιολογημένο λόγω της φύσεως και της δομής του φορολογικού συστήματος.
14. Με τις σκέψεις 233 έως 239 το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι οι αποδέκτριες επιχειρήσεις δεν μπορούν να επικαλεστούν λυσιτελώς την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σε σχέση με την έκπτωση του φόρου.
Γ – Οι αιτήσεις αναιρέσεως και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
15. Τόσο η Demesa (υπόθεση C-183/02 P) όσο και η Álava (υπόθεση C-187/02 P) άσκησαν στις 16 Μαΐου 2002 αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Με διάταξη της 23ης Οκτωβρίου 2003, το Δικαστήριο επέτρεψε στη Χώρα των Βάσκων να παρέμβει υπέρ της Álava στην υπόθεση C-187/02 P. Στις υποθέσεις C-183/02 P και C-187/02 P οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
1. να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2002 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων T-127/99, T-129/99 και T-148/99,
2. να αποφανθεί επί της διαφοράς βάσει των επιχειρημάτων που διατύπωσαν οι αναιρεσείουσες πρωτοδίκως και, μεταξύ άλλων, να ακυρώσει τα άρθρα 1, στοιχείο δ΄, και 2, της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 1994,
3. επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο και
4. να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
16. Η Χώρα των Βάσκων ζητεί από το Δικαστήριο στην υπόθεση C-187/02 P:
1. να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2002 καθό μέτρο η απόφαση αυτή διαπιστώνει ότι η έκπτωση φόρου ύψους 45 % επί του ποσού των επενδύσεων, που χορηγήθηκε δυνάμει του Norma Foral 22/1994 της Álava, αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 και
2. να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
17. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο στις υποθέσεις C-183/02 P και C-187/02 P:
1. να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως και
2. να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
18. Η Demesa στήριξε αρχικά την αίτησή της αναιρέσεως σε τρεις λόγους, ήτοι 1) στον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της εκπτώσεως φόρου ως κρατικής ενισχύσεως, 2) στον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της εκπτώσεως φόρου ως νέας ενισχύσεως και 3) στην εσφαλμένη άρνηση της εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Με έγγραφο της 20ής Φεβρουαρίου 2004 η Demesa παραιτήθηκε από τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
19. Και η Álava προέβαλε αρχικώς με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως τα νομικά σφάλματα που προέβαλε η Demesa, ακολούθως όμως παραιτήθηκε εν μέρει από τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και πλήρως από τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως με το από 20 Φεβρουαρίου 2004 έγγραφό της. Επιπλέον, η Álava στηρίζει την αίτησή της αναιρέσεως στην έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως του Πρωτοδικείου σε σχέση με τον έλεγχο της προβληθείσας καταχρήσεως διακριτικής ευχέρειας από την Επιτροπή.
IV – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία στις υποθέσεις C-186/02 P και C-188/02 P (Ramondín)
Α – Τα πραγματικά περιστατικά, η διοικητική διαδικασία και η απόφαση της Επιτροπής (9)
20. Το 1997 η Ramondín αποφάσισε να μεταφέρει τις εργοστασιακές εγκαταστάσεις της κατασκευής καψυλλίων για την κάλυψη πωμάτων φιαλών από το Logroño (Comunidad Autónoma de La Rioja, στο εξής: La Rioja) στη Laguardia που βρίσκεται στην Álava. Με την υπ’ αριθ. 738/1997 απόφασή της η Álava χορήγησε στη Ramondín έκπτωση φόρου ύψους 45 % επί του ποσού που επενδύθηκε για τη μετεγκατάσταση στην Álava. Επιπλέον, η Ramondín, ως νεοσύστατη επιχείρηση, έτυχε μειώσεως της φορολογικής βάσεως.
21. Κατόπιν καταγγελίας της La Rioja γι’ αυτά τα μέτρα ενισχύσεως, η Επιτροπή κίνησε διοικητική διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1999 με την έκδοση της αποφάσεως 2000/795/ΕΚ (10).
22. Με το άρθρο 2, στοιχεία α΄ και β΄, της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή αποφάνθηκε ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στη Ramondín υπό τη μορφή της μειώσεως της φορολογικής βάσεως και –εν μέρει– της φορολογικής εκπτώσεως ύψους 45 % επί του ποσού της επενδύσεως αποτελούν ενισχύσεις οι οποίες δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής, η Ισπανία υποχρεώθηκε να αναζητήσει τις ενισχύσεις.
Β – Η απόφαση του Πρωτοδικείου
23. Το Πρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές της Ramondín και της Álava. Στις σκέψεις 23 έως 65 της αποφάσεώς του καθώς και στο προπαρατεθέν χωρίο από την απόφαση Demesa το Πρωτοδικείο εκθέτει ότι ορθώς η Επιτροπή χαρακτήρισε την έκπτωση φόρου ως μέτρο επιλεκτικού χαρακτήρα, το οποίο δεν δικαιολογείται από τη φύση και τη δομή του φορολογικού συστήματος.
24. Ακολούθως, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο προσφυγής ότι η Επιτροπή ενήργησε κατάχρηση διακριτικής ευχέρειας, προβαίνοντας στην έρευνα του μέτρου στο πλαίσιο της εποπτείας των ενισχύσεων, αντί να προτείνει μέτρα εναρμονίσεως βάσει των άρθρων 96 ΕΚ και 97 ΕΚ (σκέψεις 84 και 85 της αποφάσεως).
Γ – Οι αιτήσεις αναιρέσεως και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
25. Η Ramondín (υπόθεση C-186/02 P) και η Álava (C-188/02 P) άσκησαν στις 15 και 16 Μαΐου 2000 δύο αιτήσεις αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Με διάταξη της 6ης Μαρτίου 2003 το Δικαστήριο επέτρεψε στη La Rioja να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής στις υποθέσεις C-186/02 P και C-188/02 P. Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο στις υποθέσεις C-186/02 P και C-188/02 P:
1. να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2002 που εκδόθηκε επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων T-92/00 και T-103/00,
2. να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1999 καθό μέτρο η απόφαση αυτή χαρακτηρίζει ως ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά τις φοροαπαλλαγές υπέρ της Ramondín SA και της Ramondín Cápsulas SA τις οποίες προβλέπουν οι Normas Forales 22/1994 και 24/1996 και καθό μέτρο η Ισπανία υποχρεώνεται να προβεί στην αναζήτησή τους, και
3. να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
26. Η Επιτροπή, όπως και η La Rioja, ζητεί από το Δικαστήριο στις υποθέσεις C-186/02 P και C-188/02 P:
1. να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως και
2. να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
27. Με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 2004 η Ramondín παραιτήθηκε και πάλι των τριών εκ των αρχικώς τεσσάρων προβληθέντων λόγων αναιρέσεως. Η Ramondín εμμένει στην αιτίασή της ότι η Επιτροπή ενήργησε, όπως υποστηρίζει, κατά κατάχρηση της διακριτικής της ευχέρειας, προωθώντας στην πραγματικότητα, στο πλαίσιο της εποπτείας των ενισχύσεων, την εναρμόνιση του φορολογικού δικαίου.
28. Κατόπιν της ανακοινωθείσας με έγγραφο της 20ής Φεβρουαρίου 2004 μερικής παραιτήσεώς της από τους λόγους αναιρέσεως, η Álava στηρίζει την αίτησή της αναιρέσεως στην υπόθεση C-188/02 P στους ίδιους λόγους με αυτούς τους οποίους προβάλλει και στο πλαίσιο της υποθέσεως C-187/02 P.
V – Νομική εκτίμηση
Α – Επί της παραβάσεως του άρθρου 87 ΕΚ
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
29. Στις δύο διαδικασίες C-187/02 P και C-188/02 P προβάλλεται με τα ίδια κάθε φορά επιχειρήματα η άποψη ότι η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο υπέπεσαν σε πλάνη περί το δίκαιο, χαρακτηρίζοντας την έκπτωση του φόρου και –στο πλαίσιο της υποθέσεως C-188/02– τη μείωση της φορολογικής βάσεως ως κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
30. Συναφώς, οι αναιρεσείουσες στράφηκαν αρχικώς κατά των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου σχετικά με τον επιλεκτικό χαρακτήρα των μέτρων και με τη δικαιολόγησή τους βάσει της φύσεως και της δομής του φορολογικού συστήματος.
31. Με ομόφωνη δήλωσή τους, οι αναιρεσείουσες παραιτούνται εν μέρει του λόγου αναιρέσεως. Ο λόγος της μερικής αυτής παραιτήσεως έγκειται στο γεγονός ότι η Επιτροπή μετά την έκδοση των δύο επίμαχων εν προκειμένω αποφάσεων εξέδωσε δύο ακόμη αποφάσεις στις οποίες χαρακτήρισε τις ρυθμίσεις σχετικά με την έκπτωση του φόρου (11) καθώς και τη μείωση της φορολογικής βάσεως (12) ως κρατικές ενισχύσεις. Κατά των ανωτέρω αποφάσεων εκκρεμούν ενώπιον του Πρωτοδικείου τέσσερις προσφυγές (που ασκήθηκαν μεταξύ άλλων και από την Álava) (13). Σκοπός αυτής της μερικής παραιτήσεως είναι να μην εξετάσει το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας που αφορά συγκεκριμένες επιμέρους ενισχύσεις, αν το καθεστώς των ενισχύσεων παραβιάζει το άρθρο 87 ΕΚ. Αντιθέτως, οι αναιρεσείουσες επιθυμούν να αποφανθεί πρώτα το Πρωτοδικείο επί των επίμαχων φορολογικών διατάξεων στο πλαίσιο των διαδικασιών που έχουν ως αντικείμενο αυτές ακριβώς τις ρυθμίσεις.
32. Οι αναιρεσείουσες διευκρινίζουν ότι εμμένουν στον προβληθέντα λόγο αναιρέσεως μόνον καθό μέτρο στρέφεται κατά της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 87 ΕΚ, και δη σε προγενέστερο στάδιο και όχι κατά τον νομικό χαρακτηρισμό των μέτρων ως ενισχύσεων. Κατά την άποψή τους, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν τα μέτρα, ως φορολογικές ρυθμίσεις που επιδιώκουν σκοπούς βιομηχανικής πολιτικής, εμπίπτουν πράγματι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 ΕΚ.
33. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε μεν ότι τούτο δεν αναιρεί τον χαρακτήρα των μέτρων ως ενισχύσεων. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο εξέτασε το επιχείρημα αυτό υπό εσφαλμένο πρίσμα, ήτοι στο πλαίσιο του πραγματικού του άρθρου 87 ΕΚ. Προηγουμένως έπρεπε να εξετάσει το ζήτημα αν η νομοθεσία περί ενισχύσεων πράγματι μπορούσε να εφαρμοστεί επ’ αυτού του είδους των φορολογικών ρυθμίσεων πριν από τη δημοσίευση των συμπερασμάτων του Συμβουλίου Ecofin της 1ης Δεκεμβρίου 1997 (14) και της ανακοινώσεως της Επιτροπής της 10ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων για τις κρατικές ενισχύσεις επί των μέτρων στον τομέα της απευθείας φορολογήσεως των επιχειρήσεων (15).
34. Η Επιτροπή και η La Rioja υποστηρίζουν με τα υπομνήματά τους επί της μερικής παραιτήσεως των αναιρεσειουσών από τους λόγους αναιρέσεως ότι οι αναιρεσείουσες απλώς αναδιατύπωσαν τα αρχικά επιχειρήματά τους. Τονίζουν ότι δεν είναι απαραίτητο να αποφανθεί πρώτα το Πρωτοδικείο επί του νομικού χαρακτηρισμού του καθεστώτος των ενισχύσεων. Κατά την άποψή τους, σκοπός των αναιρεσειουσών ήταν η παρέλκυση, για όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, της εκδόσεως αποφάσεως επί της ουσίας. Υποστηρίζουν ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς προκειμένου να καταστεί δυνατόν η εκτίμησή του να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο των διαδικασιών ενώπιον του Πρωτοδικείου οι οποίες έχουν ανασταλεί μέχρις εκδόσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου επί των υπό κρίση υποθέσεων.
2. Εκτίμηση
35. Οι αναπτύξεις των αναιρεσειουσών σχετικά με τη μερική παραίτησή τους από τους λόγους αναιρέσεως κάθε άλλο παρά σαφείς είναι –τούτο ισχύει ιδίως για τις συμπληρωματικές διευκρινίσεις του εκπροσώπου της Álava κατά τις επ’ ακροατηρίου συζητήσεις. Ωστόσο, είναι φανερό ότι οι αναιρεσείουσες δεν βάλλουν πλέον κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι η έκπτωση του φόρου και η μείωση της φορολογικής βάσεως αποτελούν επιλεκτικά μέτρα και ότι, ως εκ τούτου, αποτελούν μέτρα υπέρ συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ τα οποία δεν δικαιολογούνται από τη φύση ή τη δομή του φορολογικού συστήματος.
36. Ο εκπρόσωπος της Álava αναφέρθηκε μεν κατά τις επ’ ακροατηρίου συζητήσεις σε χωρίο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως το οποίο συνδέεται με τις αναπτύξεις σχετικά με τον επιλεκτικό χαρακτήρα του μέτρου. Εκεί τονίζεται ότι η ελάχιστη επένδυση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της εκπτώσεως του φόρου, αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο το οποίο αποτελεί έκφραση μιας συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό τίθεται σε μια τελείως νέα συνάφεια με τη δήλωση περί μερικής παραιτήσεως. Το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιείται πλέον προκειμένου να αποδείξει ότι οι φορολογικές ρυθμίσεις, οι οποίες επιδιώκουν σκοπούς οικονομικής πολιτικής, εξαρχής δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 ΕΚ.
37. Έκφραση της βουλήσεως των αναιρεσειουσών να μη θέσουν πλέον στο πλαίσιο των παρουσών διαδικασιών το ζήτημα της επιλεκτικότητας των ρυθμίσεων για τις ενισχύσεις αποτελεί και το γεγονός ότι επικαλούνται τον λογικά πρότερο χαρακτήρα του ελέγχου του καθεστώτος των ενισχύσεων βάσει του άρθρου 87 ΕΚ από το Πρωτοδικείο στο πλαίσιο των διαδικασιών που έχουν αυτό ακριβώς το αντικείμενο.
38. Το Δικαστήριο δεσμεύεται από τη βούληση αυτή των διαδίκων και δεν μπορεί πλέον στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων να εξετάσει αν ορθώς οι αποφάσεις της Επιτροπής και του Πρωτοδικείου χαρακτήρισαν τα μέτρα ως επιλεκτικά.
39. Από άποψη οικονομίας της διαδικασίας είναι λυπηρό το γεγονός ότι το νομικό αυτό ζήτημα, το οποίο αποτελεί προκριματικό ζήτημα για πολλές εκκρεμείς ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, δεν επιλύεται οριστικά από τώρα. Ωστόσο, το δικονομικό δίκαιο δεν αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στο Δικαστήριο ως προς την αποδοχή της παραιτήσεως από λόγο αναιρέσεως. Αντιθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 118, σε συνδυασμό με το άρθρο 78 του κανονισμού διαδικασίας, η (ολική) παραίτηση από λόγο αναιρέσεως επιφέρει αυτομάτως τη διαγραφή της υποθέσεως. Εξ αυτού προκύπτει, κατά αναλογική εφαρμογή επί της μερικής παραιτήσεως, ότι το Δικαστήριο επίσης δεν μπορεί να αποφανθεί πλέον επί της ουσίας εφόσον έχει χωρήσει παραίτηση των διαδίκων. Τούτο αποτελεί σε τελευταία ανάλυση έκφραση της αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικείμενου της δίκης από τους διαδίκους.
40. Συμπληρωματικώς και μόνον πρέπει να λεχθεί ότι η διαδικαστική αυτή μεταβολή δεν προκαλεί καθυστέρηση στην εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου των ενισχύσεων, όπως αφήνει να εννοηθεί η Επιτροπή. Εφόσον δεν γίνει δεκτός κάποιος άλλος λόγος αναιρέσεως, οι αποφάσεις της Επιτροπής που αποτελούν αντικείμενο των παρουσών διαδικασιών καθίστανται απρόσβλητες με την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στον βαθμό που δεν έχουν ακυρωθεί από το Πρωτοδικείο. Στην περίπτωση αυτή, οι ενισχύσεις που αποτελούν αντικείμενο των αποφάσεων της Επιτροπής πρέπει οριστικώς να επιστραφούν έστω και αν, στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών ενώπιον του Πρωτοδικείου, γίνει δεκτό ότι οι εφαρμοσθείσες φορολογικές ρυθμίσεις δεν αποτελούσαν στην πραγματικότητα ενισχύσεις (16). Δεδομένου ότι η άσκηση προσφυγής ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, όλες οι αποφάσεις, με τις οποίες η Επιτροπή επιτάσσει την επιστροφή μιας ενισχύσεως, είναι ούτως ή άλλως αμέσως εκτελεστές ανεξαρτήτως της ασκήσεως προσφυγής εφόσον δεν έχει διαταχθεί η αναστολή εκτελέσεως με δικαστική απόφαση.
41. Απομένει να διευκρινιστεί αν το σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως, στο οποίο εξακολουθούν να εμμένουν οι αναιρεσείουσες με τη δήλωσή τους περί μερικής παραιτήσεως, αποτελούσε πράγματι αντικείμενο της διαδικασίας ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου ή αν πρόκειται για νέο ισχυρισμό απαραδέκτως προβαλλόμενο.
42. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, οι εξουσίες του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας περιορίζονται στην εκτίμηση του σκεπτικού της αποφάσεως σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν πρωτοδίκως (17). Αν επιτρεπόταν στους διαδίκους να προβάλουν το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμούς άμυνας και επιθέσεως που δεν είχαν προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, τούτο θα σήμαινε ότι οι διάδικοι αυτοί θα μπορούσαν να υποβάλουν στην κρίση του Δικαστηρίου διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από αυτό που είχε η διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο.
43. Οι αναιρεσείουσες προέβαλαν μεν πρωτοδίκως ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις αποτελούν διατάξεις του φορολογικού δικαίου οι οποίες αποτελούν έκφραση της οικονομικής πολιτικής. Περαιτέρω, στήριξαν τις προσφυγές τους στο γεγονός ότι εν πάση περιπτώσει τα μέτρα δικαιολογούνται από τη φύση και τη δομή του φορολογικού συστήματος.
44. Το Πρωτοδικείο εξετάζει σε αμφότερες τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις του τις εκτιμήσεις στο πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής που αποτελούν τη βάση των ρυθμίσεων της Álava. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο αξιολογεί τους σκοπούς αυτούς –σύμφωνα με την επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών– στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της επιλεκτικότητας των ρυθμίσεων (σκέψη 51 της αποφάσεως Ramondín), ήτοι της δικαιολογήσεώς τους από τη φύση ή τη δομή του φορολογικού συστήματος (σκέψεις 167 και 168 της αποφάσεως Demesa).
45. Ωστόσο, ουδέποτε οι αναιρεσείουσες προέβαλαν πρωτοδίκως ότι οι φορολογικές ρυθμίσεις δεν εμπίπτουν καθ’ εαυτές στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου των ενισχύσεων. Και η άποψη ότι το άρθρο 87 ΕΚ εφαρμόζεται σε φορολογικές διατάξεις το πρώτον μετά τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 1997 και μετά τη δημοσίευση της προαναφερθείσας ανακοινώσεως της Επιτροπής δεν προβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, αλλά το πρώτον με τις δηλώσεις των αναιρεσειουσών με τις οποίες παραιτήθηκαν από ορισμένους λόγους αναιρέσεως.
46. Με τις δηλώσεις τους περί παραιτήσεως οι αναιρεσείουσες δεν περιορίζουν την αίτησή τους αναιρέσεως σε ορισμένα ήδη προβληθέντα σημεία του λόγου αναιρέσεως που αφορά την παράβαση του άρθρου 87 ΕΚ. Αντιθέτως, προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου έναν νέον ισχυρισμό.
47. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως που αφορά την παράβαση του άρθρου 87 ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με τις δηλώσεις περί παραιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
48. Επικουρικώς και μόνον πρέπει να λεχθεί ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως, έστω και αν ήταν παραδεκτός, δεν θα γινόταν δεκτός επί της ουσίας.
49. Κατά πάγια νομολογία, η έννοια των κρατικών ενισχύσεων περιλαμβάνει όχι μόνον τις θετικές παροχές, όπως είναι οι επιδοτήσεις, αλλά και μέτρα τα οποία υπό διάφορες μορφές μειώνουν τις επιβαρύνσεις που υπό κανονικές συνθήκες βαρύνουν μια επιχείρηση (18).
50. Αυτού του είδους οι κρατικές διευκολύνσεις δεν εξαιρούνται ευθύς εξ αρχής από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί ενισχύσεων εκ του λόγου και μόνον ότι εμπίπτουν στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής (19) ή της φορολογικής νομοθεσίας. Ειδικότερα στην απόφαση Banco Exterior de España (20), η οποία δημοσιεύθηκε το 1994, ήτοι πριν από τη χορήγηση των φοροαπαλλαγών στην Demesa και τη Ramondín, το Δικαστήριο ουδεμία αμφιβολία κατέλειπε ως προς το ότι φορολογικές ρυθμίσεις μπορούν να αποτελούν κρατικές ενισχύσεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι
«μέτρο με το οποίο οι δημόσιες αρχές παρέχουν σε ορισμένες επιχειρήσεις φορολογική απαλλαγή, το οποίο, μολονότι δεν συνεπάγεται μεταβίβαση κρατικών πόρων, θέτει τους δικαιούχους σε ευνοϊκότερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με τους υπολοίπους φορολογουμένους, συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ [νυν άρθρου 87 ΕΚ]».
51. Για την εφαρμογή του άρθρου 87 ΕΚ επί εθνικών φορολογικών νόμων δεν χρειαζόταν καμία άλλη πράξη του Συμβουλίου ή της Επιτροπής. Το γεγονός ότι η Επιτροπή ενδεχομένως άρχισε το πρώτον σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο να ερευνά συστηματικά τις φορολογικές διατάξεις για τυχόν παραβάσεις του άρθρου 87 ΕΚ δεν αποκλείει το να κρίνονται και οι πριν από το χρονικό αυτό σημείο χορηγηθείσες φοροαπαλλαγές βάσει των διατάξεων περί ενισχύσεων (21).
Β – Κατάχρηση διακριτικής ευχέρειας
1. Το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως
52. Η Ramondín στηρίζει την αίτησή της αναιρέσεως (υπόθεση C-186/02 P) στο γεγονός ότι το Πρωτοδικείο κακώς απέρριψε τον λόγο προσφυγής περί καταχρήσεως διακριτικής ευχέρειας. Η Álava προβάλλει αυτόν τον λόγο αναιρέσεως τόσο στο πλαίσιο της υποθέσεως C-187/02 P όσο και στο πλαίσιο της υποθέσεως C-188/02 P και παραπονείται επίσης, στη συνάφεια αυτή, για την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας των αποφάσεων του Πρωτοδικείου.
53. Επιβάλλεται κατ’ αρχάς η διαπίστωση ότι η Álava δεν προέβαλε τις αιτιάσεις αυτές στο πλαίσιο της υποθέσεως Τ-127/99 και ότι, ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείου δεν προέβη στην εξέτασή τους με την απόφασή του Demesa. Επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται στην υπόθεση C-187/02 P πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος για τους λόγους που εκτίθενται στο σημείο 42.
54. Στην υπόθεση Τ-92/00 η Álava προέβαλε κατά του ισχυρισμού της Επιτροπής τον αντίστοιχο λόγο προσφυγής το πρώτον με το δικόγραφο της προσφυγής. Ωστόσο, η Ramondín στήριξε ευθύς εξ αρχής την προσφυγή της (υπόθεση Τ-103/00) στην κατάχρηση διακριτικής ευχέρειας, το δε Πρωτοδικείο εξέτασε αυτόν τον λόγο προσφυγής στην απόφασή του Ramondín μετά την ένωση των δύο υποθέσεων για την έκδοση κοινής αποφάσεως. Επομένως, η Álava μπορεί με την αίτησή της αναιρέσεως στην υπόθεση C-188/02 P, η οποία στρέφεται κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων T-92/00 και T-103/00, να προσβάλει τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου ως προς αυτόν τον λόγο προσφυγής, χωρίς με τον τρόπο αυτό να διευρύνεται το αντικείμενο της διαφοράς σε σχέση με αυτό της πρωτοβάθμιας διαδικασίας.
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
55. Στις υποθέσεις C-186/02 P και C-188/02 P, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν ενδιαφέρεται στην πραγματικότητα για την εξάλειψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων. Αντιθέτως, σκοπός της είναι η εναρμόνιση των διαφορετικών εθνικών φορολογικών συστημάτων. Ωστόσο, η κρίσιμη για τη φορολογική εναρμόνιση νομική βάση των άρθρων 96 ΕΚ και 97 ΕΚ προϋποθέτει πράξη του Συμβουλίου, για την έκδοση της οποίας το Συμβούλιο δεν είναι προφανώς πρόθυμο. Κατά τις αναιρεσείουσες, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε με τη σκέψη 85 της αποφάσεως Ramondín ότι οι προσφεύγοντες δεν προσκόμισαν στοιχεία σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή επιδιώκει στην πραγματικότητα με την απόφασή της παράνομο σκοπό. Το Πρωτοδικείο εξέτασε τελείως επιφανειακά τους λόγους που προέβαλε η Álava σχετικά με την κατάχρηση διακριτικής ευχέρειας.
56. Η Επιτροπή υποστηρίζει, υποστηριζόμενη από τη La Rioja, ότι οι αναιρεσείουσες δεν προσκόμισαν αντικειμενικά στοιχεία σχετικά με το ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε τις εξουσίες της για αλλότριους σκοπούς από αυτούς τους οποίους ανέφερε. Η άποψή τους στηρίζεται σε καθαρές εικασίες. Επίσης, από τα ανωτέρω στοιχεία δεν προκύπτει το κατά πόσον σκοπός της αποφάσεως της Επιτροπής ήταν η εναρμόνιση των φορολογικών συστημάτων.
3. Εκτίμηση
57. Όπως ορθώς διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 84 της αποφάσεως Ramondín, μια απόφαση θεωρείται εκδοθείσα κατά κατάχρηση διακριτικής ευχέρειας μόνον οσάκις εμφανίζεται, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι εκδόθηκε για σκοπούς διαφορετικούς από τους επικληθέντες (22).
58. Οι αναιρεσείουσες ουδόλως στρέφονται κατά της ανωτέρω εκτιμήσεως. Ωστόσο, φρονούν ότι προσκόμισαν –αντίθετα προς τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου– πράγματι τις ανάλογες ενδείξεις. Εντούτοις, το αν πρωτοδίκως προσκομίστηκαν ενδείξεις σχετικές με την ύπαρξη καταχρήσεως διακριτικής ευχέρειας αποτελεί ζήτημα που ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, για τον έλεγχο των οποίων δεν είναι αρμόδιο το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 225 ΕΚ και το άρθρο 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου (23). Επομένως, αυτό το σκέλος του λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
59. Επιπλέον, η Álava προβάλλει ότι η απόφαση Ramondín πάσχει έλλειψη αιτιολογίας. Κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο εξέτασε επιφανειακά και μόνον τους λόγους τους οποίους, μεταξύ άλλων, επικαλέστηκε η Επιτροπή με την απόφασή της 93/337/ΕΟΚ της 10ης Μαΐου 1993 (στο εξής: απόφαση 93/337) (24) και στο πλαίσιο της διαδικασίας που αφορούσε τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-400/97, C-401/97 και C-402/97 (25).
60. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του επιχειρήματος αυτού στη σκέψη 87 της αποφάσεως Ramondín. Το Πρωτοδικείο δεν ήταν υποχρεωμένο να παραθέσει αναλυτικότερη αιτιολογία, δεδομένου ότι τα κίνητρα της Επιτροπής, τα οποία επικαλείται η Álava, δεν αφορούν άμεσα την έκδοση της επίμαχης εν προκειμένω αποφάσεως. Αντιθέτως, η απόφαση 93/337 αφορούσε μια βασκική φορολογική ρύθμιση μέσω της οποίας χορηγούνταν ενισχύσεις. Αυτή τη ρύθμιση αφορούσε και η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-400/97, C-401/97 και C-402/97.
61. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως που αφορά την εσφαλμένη εκτίμηση του ισχυρισμού περί καταχρήσεως διακριτικής ευχέρειας πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Γ – Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
62. Στην υπόθεση C-183/02 P, η Demesa υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως απέρριψε τον λόγο προσφυγής που αφορούσε την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η Demesa προβάλλει ότι γνωρίζει μεν την πάγια νομολογία σύμφωνα με την οποία ο λήπτης μιας ενισχύσεως δεν μπορεί να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του οσάκις η ενίσχυση δεν έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 88 ΕΚ. Ωστόσο, εν προκειμένω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, κατά την άποψή της, το γεγονός ότι ο χαρακτηρισμός της εκπτώσεως του φόρου ως κρατικής ενισχύσεως δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί ούτε από τον πλέον επιμελή επιχειρηματία. Τούτο καταφαίνεται, αφενός, και από το πόσο εριζόμενο είναι το ζήτημα της επιλεκτικότητας του μέτρου. Αφετέρου, η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της 93/337 ως προς τη βασκική ρύθμιση για την παροχή ενισχύσεων (26) πρωτίστως στην ύπαρξη παραβιάσεως της αρχής της ελεύθερης εγκαταστάσεως και όχι σε ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 87 ΕΚ. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή παρέμεινε αδρανής στη συνέχεια, μολονότι είχε λάβει γνώση των επίμαχων φορολογικών ρυθμίσεων.
63. Η Επιτροπή αντιτείνει ότι είχε δώσει πολλά στοιχεία σχετικά με το ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις έπρεπε να χαρακτηριστούν ως επιλεκτικά μέτρα. Έτσι, η Επιτροπή χαρακτήρισε με την απόφασή της 93/337 παρεμφερείς ρυθμίσεις ως παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Η υποτιθέμενη αδράνεια της Επιτροπής είναι άνευ σημασίας στις περιπτώσεις που πρόκειται για μη γνωστοποιηθείσες ενισχύσεις.
64. Όπως ορθώς διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, η εμπιστοσύνη του λήπτη μιας ενισχύσεως ως προς τη νομιμότητά της δεν δικαιολογείται παρά μόνον αν η ενίσχυση χορηγήθηκε βάσει της διαδικασίας του άρθρου 88 ΕΚ (27).
65. Σκοπός της προβλεπόμενης στο άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως των ενισχύσεων είναι ακριβώς η άρση οποιωνδήποτε επιφυλάξεων σχετικά με τον χαρακτήρα του μέτρου ως ενισχύσεως. Στην περίπτωση που το κράτος μέλος δεν εκπληρώσει αυτή την υποχρέωση γνωστοποιήσεως, ο λήπτης της ενισχύσεως δεν μπορεί να επικαλεστεί την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, βάσει μιας εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 87 ΕΚ, προκειμένου να αποκρούσει την αναζήτηση της παράνομης ενισχύσεως.
66. Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη μπορεί να υπάρξει το πολύ στην περίπτωση που ο λήπτης της ενισχύσεως μπορούσε να θεωρήσει βάσει συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών ή δηλώσεων της Επιτροπής ότι το πλεονέκτημα που του χορηγούν κρατικές αρχές δεν αποτελεί ενίσχυση (28).
67. Οι διαπιστώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή με την απόφαση 93/337 δεν συνιστούν τέτοιου είδους περιστάσεις. Και τούτο διότι, αφενός, η απόφαση της Επιτροπής δεν αναφερόταν άμεσα στις θεσπισθείσες από την Álava ρυθμίσεις. Αφετέρου, η Επιτροπή κατέληξε με την απόφασή της στο συμπέρασμα ότι οι βασκικές διατάξεις περιέχουν ρυθμίσεις σχετικά με κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο με την σκέψη 237 της αποφάσεως Demesa.
68. Τέλος, ούτε η υποτιθέμενη αδράνεια της Επιτροπής αποτελεί στοιχείο για τη δημιουργία δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Συναφώς, αρκεί να λεχθεί ότι οι επίμαχες εν προκειμένω ρυθμίσεις εισήχθησαν το πρώτον με τον Norma Foral 22/1994 της 20ής Δεκεμβρίου 1994 (που δημοσιεύθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1995). Η ερειδόμενη επί των ρυθμίσεων αυτών απόφαση της Álava σχετικά με τη χορήγηση εκπτώσεως φόρου στην Demesa εκδόθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1997. Η Επιτροπή εξέδωσε την επίμαχη απόφασή της στις 24 Φεβρουαρίου 1999. Η Demesa δεν εξήγησε σε ποια από τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα η Επιτροπή, μολονότι είχε λάβει γνώση των ενισχύσεων, παρέμεινε αδρανής για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα.
69. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως που αφορά την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρέπει να απορριφθεί.
VI – Δικαστικά έξοδα
70. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες ηττήθηκαν ως προς τους λόγους τους αναιρέσεως, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα.
71. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο επίσης εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 118, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι και οι λοιποί παρεμβαίνοντες πέραν του κράτους μέλους ή του κοινοτικού οργάνου θα φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Βάσει της ανωτέρω διατάξεως, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδά τους η Χώρα των Βάσκων στην υπόθεση C-187/02 P και η La Rioja στις υποθέσεις C-186/02 P και C-188/02 P.
VII – Πρόταση
72. Τέλος, προτείνω να αποφανθεί το Δικαστήριο ως εξής επί των αιτήσεων αναιρέσεως:
«Στην υπόθεση C-183/02 P (Demesa κατά Επιτροπής)
1) Να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Να καταδικάσει την Daewoo Electronics Manufacturing España SA στα δικαστικά έξοδα.
Στην υπόθεση C-186/02 P (Ramondín SA κ.λπ. κατά Επιτροπής)
1) Να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Να καταδικάσει τη Ramondín SA και τη Ramondín Cápsulas SΑ στα δικαστικά έξοδα.
3) Να φέρει η Comunidad Autónoma de La Rioja τα δικαστικά έξοδά της.
Στην υπόθεση C-187/02 P (Territorio Histórico de Álava – Diputación Foral de Álava κατά Επιτροπής)
1) Να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Να καταδικάσει το Territorio Histórico de Álava – Diputación Foral de Álava στα δικαστικά έξοδα.
3) Να φέρει η Comunidad Autónoma del País Vasco τα δικαστικά έξοδά της.
Στην υπόθεση C-188/02 P (Territorio Histórico de Álava – Diputación Foral de Álava κατά Επιτροπής)
1) Να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Να καταδικάσει το Territorio Histórico de Álava – Diputación Foral de Álava στα δικαστικά έξοδα.
3) Να φέρει η Comunidad Autónoma del La Rioja τα δικαστικά έξοδά της.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Η Ramondín SA, που ήταν αρχικώς εγκατεστημένη στην Comunidad Autónoma La Rioja, ίδρυσε τη Ramondín Cápsulas SA με έδρα τη Laguardia (Álava) και μεταβίβασε στην τελευταία αυτή εταιρία τις δραστηριότητές της. Στη συνέχεια αμφότεροι αυτοί οι διάδικοι θα μνημονεύονται χάριν συντομίας ως «Ramondín».
3 – Απόφαση 1999/718/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Ισπανία στην εταιρία Daewoo Electronics Manufacturing España SA (Demesa) (ΕΕ L 292, σ. 1) και απόφαση 2000/795/ΕΚ της Επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία η Ισπανία σχεδιάζει να εφαρμόσει υπέρ της Ramondín SA και Ramondín Cápsulas SA [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε (1999) 5203] (ΕΕ 2000, L 318, σ. 36).
4 – Συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-127/99, Τ-129/99 και Τ-148/99, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-1275) – στο εξής: απόφαση Demesa.
5 – Συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-92/00 και Τ-103/00, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-1385) – στο εξής: απόφαση Ramondín.
6 – Αναλυτικότερα για τη ρύθμιση αυτή βλ. τη σκέψη 6 της αποφάσεως.
7 – Βλ., συναφώς, τις αναπτύξεις στις σκέψεις 11 έως 29 της αποφάσεως Demesa (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4).
8 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
9 – Βλ., συναφώς, αναλυτικά τις σκέψεις 7 έως 13 της αποφάσεως Ramondín (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5).
10 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
11 – Απόφαση 2002/820/ΕΚ της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 2001, για το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που εφάρμοσε η Ισπανία υπέρ των επιχειρήσεων της Álava υπό μορφή εκπτώσεως φόρου 45 % επί των επενδύσεων [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C (2001) 1759] (EE L 296, σ. 1).
12 – Απόφαση 2002/892/ΕΚ της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 2001, για το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που εφάρμοσε η Ισπανία σε ορισμένες νεοσύστατες επιχειρήσεις στην Álava [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C (2001) 1760] (EE L 314, σ. 1).
13 – Υποθέσεις T-227/01 (Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής) και T-265/01 (Confederación Empresarial Vasca κατά Επιτροπής) που αφορούν την απόφαση C (2001) 1759, υποθέσεις T-230/01 (Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής) και T-267/01 (Confederación Empresarial Vasca κατά Επιτροπής) που αφορούν την υπόθεση C (2001) 1760. Πέραν αυτών εκκρεμούν και πολλές άλλες υποθέσεις οι οποίες αφορούν αντίστοιχες ρυθμίσεις άλλων ισπανικών περιφερειών. Επίσης, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 226 ΕΚ κατά της Ισπανίας λόγω μη εκτελέσεως των αποφάσεων C (2001) 1759 και C (2001) 1760 (υποθέσεις C-485/03 και C-488/03).
14 – Συμπεράσματα του Συμβουλίου Ecofin της 1ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με τη φορολογική πολιτική – Ψήφισμα του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών συνερχόμενων στα πλαίσια του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά μ’ έναν κώδικα δεοντολογίας για τη φορολογία των επιχειρήσεων – Φορολογία των αποταμιεύσεων (ΕΕ 1998, C 2, σ. 1). Βλ., μεταξύ άλλων, το στοιχείο Κ του ψηφίσματος σχετικά με τον κώδικα δεοντολογίας για τη φορολόγηση των επιχειρήσεων που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1.
15 – ΕΕ C 384, σ. 3.
16 – Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον αδυνατώ να αντιληφθώ τη σκοπιμότητα της μερικής παραιτήσεως από τους λόγους αναιρέσεως.
17 – Bλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψη 59), της 28ης Μαΐου 1998, C-7/95 P, Deere κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-3111, σκέψη 62), και της 7ης Νοεμβρίου 2002, C-24/01 P και C-25/01 P, Glencore Grain κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-10119, σκέψη 62).
18 – Αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 549), της 1ης Δεκεμβρίου 1998, C-200/97, Ecotrade (Συλλογή 1998, σ. I-7907, σκέψη 34), και της 8ης Νοεμβρίου 2001, C-143/99, Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke (Συλλογή 2001, σ. I-8365, σκέψη 38).
19 – Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 310/85, Deufil κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 901, σκέψη 8).
20 – Απόφαση της 15ης Μαρτίου 1994, C-387/92, Banco Exterior de España (Συλλογή 1994, σ. I-877, σκέψη 14). Στη συνέχεια, η ανωτέρω νομολογία επικυρώθηκε με την απόφαση της 19ης Μαΐου 1999, C-6/97, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-2981, σκέψη 16).
21 – Η Επιτροπή διατύπωσε εν πάση περιπτώσει ήδη από το 1963 σε απάντησή της σε κοινοβουλευτική επερώτηση του βουλευτή Burgbacher την άποψη ότι η απαλλαγή από τους φόρους και τους δασμούς συγκαταλέγεται μεταξύ των πιθανών ενισχύσεων (JO 1963, 125, σ. 2235 [παραπομπή στη γαλλική έκδοση της ΕΕ]).
22 – Αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1984, 69/83, Lux κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1984, σ. 2447, σκέψη 30), και της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-110/97, Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I-8763, σκέψη 137).
23 – Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-8417, σκέψη 24), και απόφαση Glencore Grain κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 65).
24 – Απόφαση 93/337/ΕΟΚ της Επιτροπής της 10ης Μαΐου 1993 όσον αφορά σύστημα φορολογικών ενισχύσεων για επενδύσεις στη Χώρα των Βάσκων (ΕΕ L 134, σ. 25).
25 – Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Saggio της 1ης Ιουλίου 1999 (διάταξη της 16ης Φεβρουαρίου 2000, Συλλογή 2000, σ. I-1073, I-1074) επί των υποθέσεων αυτών. Απόφαση του Δικαστηρίου επί της ουσίας επί των υποθέσεων αυτών δεν εκδόθηκε, δεδομένου ότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αποσύρθηκε μετά την παραίτηση της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη από την προσφυγή της.
26 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24.
27 – Αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1990, σ. I-3437, σκέψη 14), της 14ης Ιανουαρίου 1997, C-169/95, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-135, σκέψη 51), και της 20ής Μαρτίου 1997, C-24/95, Alcan Deutschland (Συλλογή 1997, σ. I-1591, σκέψη 25).
28 – Βλ. την εξαίρεση που αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως της 24ης Νοεμβρίου 1987, 223/85, RSV κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4617).
Full & Egal Universal Law Academy