ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 6ης Νοεμβρίου 2003 (1)
Υπόθεση C-209/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας
Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων – Άγρια πανίδα και χλωρίδα – Ζωτικός χώρος της ορτυγομάνας – Ζώνη ειδικής προστασίας – Σχέδιο μη συνδεόμενο με τη διαχείριση του τόπου – Εκτίμηση των επιπτώσεων στον τόπο – Διασφάλιση ότι το σχέδιο δεν παραβλάπτει την ακεραιότητα του τόπου – Δεν υφίσταται
1. Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, εγκρίνοντας το σχέδιο επεκτάσεως του γηπέδου γκολφ του δήμου Wörschach στο ομόσπονδο κράτος της Στυρίας (Αυστρία), παρά τα αρνητικά συμπεράσματα που προέκυψαν από την εκτίμηση των επιπτώσεων στον οικότοπο της ορτυγομάνας (crex crex) (2) εντός της ευρισκόμενης στον δήμο αυτό ζώνης ειδικής προστασίας (3) κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου (4) , παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου (5) , σε συνδυασμό με το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας. Η Επιτροπή ζητεί επίσης την καταδίκη της Δημοκρατίας της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.
Ι ─ Το νομικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί πτηνών προβλέπει ότι για τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα 1 προβλέπονται μέτρα ειδικής διατηρήσεως, που αφορούν τον οικότοπό τους, για να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή των ειδών αυτών στη ζώνη εξαπλώσεώς τους. Το εν λόγω άρθρο επιβάλλει στα κράτη μέλη να κατατάσσουν ως ΖΕΠ τα εδάφη τα πιο κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των ειδών αυτών.
3. Η ορτυγομάνα περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 της οδηγίας περί πτηνών, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 85/411/ΕΟΚ της Επιτροπής (6) .
4. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί πτηνών ορίζει :Τα κράτη μέλη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για να αποφύγουν στις ζώνες προστασίας που προβλέπονται στις παραγράφους 1 [...] τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων, καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του παρόντος άρθρου. Τα κράτη μέλη θα προσπαθήσουν επίσης να αποφύγουν τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων και έξω από τις ζώνες προστασίας.
5. Το άρθρο 6 της οδηγίας περί οικοτόπων προβλέπει: [...]
2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσης οδηγίας.
3. Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή μη αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατηρήσεώς του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δε θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.4. Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Τo κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε. Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας ή/και ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.
6. Κατά το άρθρο 7 της οδηγίας περί οικοτόπων [ο]ι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 6 της οδηγίας [αυτής] αντικαθιστούν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την πρώτη πρόταση της παραγράφου 4 του άρθρου 4 της οδηγίας [περί πτηνών], όσον αφορά τις ζώνες που χαρακτηρίστηκαν δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου 4 [...] της εν λόγω οδηγίας [...].
ΙΙ ─ Το ιστορικό της διαφοράς, η διαδικασία και τα επιχειρήματα των διαδίκων
7. Με απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 (7) , η Κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Στυρίας, κρίνοντας επί προσφυγής που ασκήθηκε από το Golf- und Landclubs Ennstal (λέσχη γκολφ της κοιλάδας της Enns) κατά της αποφάσεως του Bezirkshauptmannschaft Liezen (Αυστρία) της 4ης Δεκεμβρίου 1996, ενέκρινε την επέκταση του γηπέδου γκολφ της κοινότητας Wörschach με την κατασκευή δύο νέων διαδρομών σε τοποθεσία που έχει χαρακτηρισθεί ως ΖΕΠ. Η ούτως εγκριθείσα επέκταση του γηπέδου γκολφ πραγματοποιήθηκε.
8. Κατόπιν καταγγελίας, η Επιτροπή απέστειλε, στις 4 Νοεμβρίου 1999, έγγραφο οχλήσεως στη Δημοκρατία της Αυστρίας. Σε αυτό εξηγούσε ότι από τις πληροφορίες που περιλαμβάνονταν στην καταγγελία, καθώς και από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης στις οποίες στηρίχθηκε η απόφαση της 14ης Μαΐου 1999, προέκυπτε σοβαρή πιθανότητα αρνητικών συνεπειών στον υφιστάμενο πληθυσμό της ορτυγομάνας, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων, λόγω της επίμαχης επεκτάσεως. Κατά συνέπεια, η εν λόγω επέκταση θα μπορούσε να εγκριθεί μόνον υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, ήτοι αν η πραγματοποίηση του σχεδίου δικαιολογούνταν από επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος και αν συνοδευόταν από αντισταθμιστικά μέτρα που θα γνωστοποιούνταν στην Επιτροπή. Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνταν, η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη τις υποχρεώσεις της.
9. Με την απάντησή της στις 12 Ιανουαρίου 2000, η Αυστριακή Κυβέρνηση τόνισε ότι η απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 θέτει ορισμένους όρους ικανούς να αποτρέψουν τις επιβλαβείς για τον πληθυσμό της ορτυγομάνας συνέπειες της επίμαχης επεκτάσεως (8) .
10. Με έγγραφο της 27ης Ιουλίου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη. Με αυτήν υποστήριξε ότι, σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη από τον κ. Gepp το 1998 και η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως εκτίμηση των επιπτώσεων της επίδικης επεκτάσεως στην οικεία τοποθεσία, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων, η εν λόγω επέκταση δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο διαταράξεων του πληθυσμού της ορτυγομάνας. Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα των όρων που προβλέπονται στην απόφαση της 14ης Μαΐου 1999. Συγκεκριμένα, ο πραγματογνώμονας δεν συνιστούσε την επιβολή πολύπλοκων όρων, οι οποίοι μόνον εν μέρει θα μείωναν τις επιβλαβείς συνέπειες της επίδικης επεκτάσεως και θεωρούσε την επέκταση αυτή ασύμβατη με τη διατήρηση του πληθυσμού της ορτυγομάνας.
11. Με την αιτιολογημένη της γνώμη, η Επιτροπή αναφέρθηκε και σε μια νέα μελέτη την οποία εκπόνησε ο κ. Schäffer, σύμφωνα με την οποία, βάσει των γνώσεων στο παρόν στάδιο της επιστήμης για τη συμπεριφορά της ορτυγομάνας, οι επιφάνειες που καλύπτονται από την επίδικη επέκταση βρίσκονται καθ' ολοκληρίαν στο τμήμα του λιβαδιού που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από αυτό το είδος πτηνού. Επομένως, η δομή των οικοτόπων της ορτυγομάνας θα καταστρεφόταν.
12. Με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή έταξε στη Δημοκρατία της Αυστρίας προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της γνώμης, προκειμένου να συμμορφωθεί προς αυτή.
13. Με επιστολή της 6ης Δεκεμβρίου 2000, η Αυστριακή Κυβέρνηση επισήμανε ότι, κατά την κρίση της, η επίδικη επέκταση δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσει σημαντικά τον οικείο τόπο κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων.
14. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Ιουνίου 2002, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
15. Με απόφαση της 27ης Ιουνίου 2002, το Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία) ακύρωσε την απόφαση της 14ης Μαΐου 1999. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας κατέληξε, κατ' αρχήν, ότι η προσφυγή έπρεπε να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου και, επικουρικώς, ως αβάσιμη.
16. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή επέμεινε στα αιτήματα που περιλαμβάνονταν στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο. Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας επανέλαβε τα διατυπωθέντα με το υπόμνημα αντικρούσεως αιτήματά της.
ΙΙΙ ─ Τα επιχειρήματα των διαδίκων
17. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ακύρωση από το Verwaltungsgerichtshof της αποφάσεως της 14ης Μαΐου 1999 δεν στερεί την παρούσα προσφυγή από το αντικείμενό της. Αφενός, υποστηρίζει ότι η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται κατά τη λήξη της προθεσμίας που έχει ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη και ότι η ακύρωση της αποφάσεως της 14ης Μαΐου 1999 έλαβε χώρα μετά την ημερομηνία αυτή. Αφετέρου, ισχυρίζεται ότι η Κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Στυρίας οφείλει να λάβει νέα απόφαση επί της εφέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως του Bezirkshauptmannschaft από τον έχοντα την εκμετάλλευση του γηπέδου του γκολφ και ότι δεν είναι δυνατό να προεξοφληθεί με βεβαιότητα ότι η νέα αυτή απόφαση θα δημιουργήσει μια κατάσταση συμβατή με την οδηγία περί οικοτόπων.
18. Επί της ουσίας, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ένα σχέδιο είναι ικανό να επηρεάσει κατά τρόπο σημαντικό μια ΖΕΠ, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων, όταν η ζώνη αυτή μετά την πραγματοποίηση του εν λόγω σχεδίου δεν θα δύναται πλέον να εκπληρώσει τη λειτουργία της παρά μόνον κατά τρόπο σαφώς περιορισμένο ως προς έναν ή περισσότερους από τους στόχους της διατηρήσεως ή της προστασίας. Επιπλέον, σύμφωνα με την Επιτροπή, η πιθανότητα απλώς να επηρεαστεί κατά τρόπο σημαντικό η οικεία ΖΕΠ αρκεί προκειμένου να μη χορηγηθεί η άδεια για την πραγματοποίηση του εν λόγω σχεδίου.
19. Εν συνεχεία, η Επιτροπή διατείνεται ότι από την πραγματογνωμοσύνη που διεξήγαγε ο κ. Gepp προκύπτει ότι η επίμαχη επέκταση του γηπέδου γκολφ θα προκαλέσει την απώλεια ενός τμήματος των τόπων διατροφής και αναπαύσεως της ορτυγομάνας, καθώς επίσης τον διαμελισμό και την καταστροφή της ζώνης διαβιώσεώς της. Προκύπτει ακόμη από την πραγματογνωμοσύνη ότι οι όροι που τέθηκαν με την απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 δεν θα ήταν καθαυτοί σε θέση να αποτρέψουν τις διαταράξεις αυτές. Ο μη λειτουργικός χαρακτήρας των όρων αυτών επιβεβαιώθηκε και από μια άλλη πραγματογνωμοσύνη της 26ης Ιουνίου 1999, η οποία διεξήχθη από τον κ. Lentner. Τέλος, την ίδια κρίση επί των όρων υιοθέτησε και η απόφαση του Verwaltungsgerichtshof με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση της 14ης Μαΐου 1999.
20. Η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται, κυρίως, ότι η εν λόγω απόφαση του Verwaltungsgerichtshof έχει αναδρομικό αποτέλεσμα, ώστε η απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 λογίζεται ως ουδέποτε υπάρξασα. Συνεπώς, η παρούσα διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως καθίσταται άνευ αντικειμένου από τη στιγμή που αφορά συγκεκριμένα την απόφαση αυτή. Επιπλέον, σε εκτέλεση της αποφάσεως του Verwaltungsgerichtshof, το παιχνίδι θα απαγορεύεται στις δύο καινούριες επίδικες διαδρομές. Όσο για τη νέα απόφαση που πρέπει να ληφθεί επί της εφέσεως που ασκήθηκε από τον έχοντα την εκμετάλλευση του γηπέδου, θα είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο και η παρούσα διαδικασία δεν δύναται να έχει προληπτικό χαρακτήρα κατ' αποφάσεως που δεν έχει ακόμη ληφθεί.
21. Επί της ουσίας, η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έχουν ικανοποιηθεί οι απαιτήσεις του άρθρου 6 της οδηγίας περί οικοτόπων. Τονίζει ότι, κατόπιν εκτιμήσεως των επιπτώσεων του επίδικου σχεδίου, διατάχθηκαν με την απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 μέτρα τα οποία εξαλείφουν κάθε σημαντική απειλή κατά του πληθυσμού της ορτυγομάνας. Ο ισχυρισμός αυτός ενισχύεται από τις παρατηρήσεις του κ. Gepp της 15ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την πραγματογνωμοσύνη που διεξήγαγε το 1998. Σύμφωνα με την Αυστριακή Κυβέρνηση, από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτει ότι η Επιτροπή ερμήνευσε την εν λόγω πραγματογνωμοσύνη κατά τρόπο άκρως απαισιόδοξο. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι τα μέτρα που προβλέπονται στην απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 έχουν όντως τεθεί σε εφαρμογή, όπως καταδεικνύουν οι έλεγχοι στους οποίους προέβη κατά το έτος 2002.
IV ─ Εκτίμηση
Α ─ Επί του παραδεκτού της προσφυγής
22. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το παραδεκτό της παρούσας προσφυγής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
23. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως κράτους μέλους πρέπει να εκτιμάται με κριτήριο την κατάσταση που επικρατούσε στο οικείο κράτος μέλος κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και τυχόν μεταβολές που επέρχονται μεταγενέστερα δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (9) . Επίσης, κατά πάγια νομολογία, το αντικείμενο μιας προσφυγής καθορίζεται με την αιτιολογημένη γνώμη και, ακόμη και αν η παράβαση έπαυσε μετά την παρέλευση της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, εξακολουθεί να υπάρχει έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της δίκης, το οποίο, όπως πολύ συχνά συμβαίνει στην πράξη, μπορεί να συνίσταται ιδίως στη θεμελίωση ενδεχόμενης ευθύνης του κράτους μέλους έναντι των αντλούντων δικαιώματα από την εν λόγω παράβαση, όπως άλλων κρατών μελών, της Κοινότητας ή και ιδιωτών (10) . Τέλος, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο ασκήσεως των αρμοδιοτήτων που αντλεί από το άρθρο 226 ΕΚ, δεν οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη συγκεκριμένου εννόμου συμφέροντος προκειμένου να ενεργήσει (11) . Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, στην Επιτροπή και μόνον εναπόκειται η εκτίμηση της δυνατότητας ασκήσεως και συνεχίσεως της εκδικάσεως παρόμοιας προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του τελευταίου να αποφανθεί σχετικά με την άσκηση της εξουσίας αυτής από την Επιτροπή (12) .
24. Εν προκειμένω, η απόφαση της 14ης Μαΐου 1999, την οποία αφορά η παρούσα διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους, ακυρώθηκε μόλις στις 27 Ιουνίου 2002. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση εξακολουθούσε να ισχύει κατά τη λήξη της προθεσμίας των δύο μηνών που τάχθηκε από την Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της 27ης Ιουλίου 2000. Επιπλέον, η επίδικη επέκταση όντως πραγματοποιήθηκε. Συνεπώς, λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας νομολογίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο, κατά το αυστριακό δίκαιο, η ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως έχει αναδρομικό αποτέλεσμα, ώστε να λογίζεται αυτή ως ουδέποτε υπάρξασα, δεδομένου ότι η ημερομηνία την οποία οφείλει να λάβει υπόψη το Δικαστήριο για την εκτίμηση της υπάρξεως της προσαπτόμενης στη Δημοκρατία της Αυστρίας παραβάσεως είναι η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας η οποία τάχθηκε σ' αυτό το κράτος μέλος με την αιτιολογημένη γνώμη. Άλλως ειπείν, ο αναδρομικός χαρακτήρας της ακυρώσεως της αποφάσεως της 14ης Μαΐου 1999 δεν επιφέρει την εξαφάνιση του αντικειμένου της παρούσας προσφυγής, διότι η ακύρωση επήλθε σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο της λήξεως της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
25. Όσον αφορά τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή προκειμένου να δικαιολογήσει τη συνέχιση της εκδικάσεως της παρούσας προσφυγής, έχω παρατηρήσει ότι υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα εκτιμήσεώς της και το Δικαστήριο δεν οφείλει να επαληθεύσει την ορθότητά τους.
26. Κατόπιν των ανωτέρω στοιχείων, η παρούσα προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
Β ─ Επί της ουσίας
27. Η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι τα εδάφη πάνω στα οποία πραγματοποιήθηκε η επίδικη επέκταση αποτελούν τμήμα τοποθεσίας που έχει χαρακτηρισθεί ως ΖΕΠ, κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας περί πτηνών, και ότι, κατά συνέπεια, η επέκταση αυτή υπόκειται στους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας περί οικοτόπων.
28. Το περιεχόμενο αυτών των όρων δεν αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής. Από τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας περί οικοτόπων, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 της ίδιας οδηγίας, προκύπτει ότι κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάσει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησεως αυτού. Στην περίπτωση που η εκτίμηση των επιπτώσεων του σχεδίου στον οικείο τόπο οδηγεί σε αρνητικά συμπεράσματα, η πραγματοποίηση του εν λόγω σχεδίου μπορεί να εγκριθεί μόνον αν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, κατά τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων. Αν η πραγματοποίηση του σχεδίου δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε παρόμοιους λόγους, οι αρμόδιες εθνικές αρχές δύνανται να δώσουν έγκριση για την υλοποίησή του μόνον αφού βεβαιωθούν, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική εκτίμηση, ότι δεν θα βλάψει την ακεραιότητα της οικείας ζώνης.
29. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη επέκταση του γηπέδου γκολφ δεν θεωρήθηκε από τις αυστριακές αρχές ως σχέδιο του οποίου η πραγματοποίηση θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων. Οι αρμόδιες αρχές δεν προέβαλαν κανένα επιχείρημα σχετικό με την ύπαρξη τέτοιου συμφέροντος και δεν εκπληρώθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων, σχετικά με την υιοθέτηση αντισταθμιστικών μέτρων και τη γνωστοποίησή τους στην Επιτροπή.
30. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, η πραγματοποίηση της εν λόγω επεκτάσεως του γηπέδου γκολφ μπορούσε να εγκριθεί εγκύρως από τις αυστριακές αρχές μόνον εάν, ενόψει της εκτιμήσεως των επιπτώσεων στον οικείο τόπο, οι αρχές αυτές βεβαιώνονταν ότι η πραγματοποίηση του σχεδίου δεν θα έβλαπτε την ακεραιότητα του συγκεκριμένου τόπου. Άλλως ειπείν, εάν, λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση των επιπτώσεων της επίδικης επεκτάσεως, υπήρχε μια έστω μη αμελητέα πιθανότητα η επέκταση αυτή να αντιβαίνει στους στόχους διατηρήσεως ενός είδους που προστατεύεται από την οδηγία περί πτηνών, οι αυστριακές αρχές όφειλαν να μην εγκρίνουν το σχέδιο.
31. Εν προκειμένω, οι διάδικοι συμφωνούν ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που κατάρτισε ο κ. Gepp το 1998 και η οποία περιελήφθη αυτούσια στην απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 πρέπει να θεωρηθεί ως εκτίμηση των επιπτώσεων της επίδικης επεκτάσεως στον οικείο τόπο, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων. Επομένως, με αφετηρία το περιεχόμενο αυτής της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να κριθεί το αν η Δημοκρατία της Αυστρίας, εγκρίνοντας την επίδικη επέκταση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας περί οικοτόπων, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή.
32. Από αυτή την έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι υπάρχει ένας πληθυσμός ορτυγομανών εντός της ΖΕΠ όπου επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η επίδικη επέκταση. Σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη, η ορτυγομάνα έχει ανάγκη από χώρους παρθένους και αρκετά εκτεταμένους (13) προκειμένου να ζήσει και να αναπαραχθεί, το δε τμήμα της εν λόγω ΖΕΠ που προσιδιάζει στον φυσικό της χώρο είναι σχετικά μικρό (14) . Επίσης, καθίσταται φανερό ότι ο αποφασιστικός παράγων για τη συγκρότηση ενός πληθυσμού από τα πτηνά αυτά είναι η ύπαρξη λιβαδιών με ψηλό χορτάρι που να συνδέονται μεταξύ τους και που να μη διακόπτονται από οδούς επικοινωνίας, ούτε να επηρεάζονται από άλλες διαταράξεις (15) .
33. Όσον αφορά τα πιθανά αποτελέσματα της επίδικης επεκτάσεως στον πληθυσμό της ορτυγομάνας που βρίσκεται στην οικεία τοποθεσία, ο πραγματογνώμονας κατέδειξε ότι η επέκταση αυτή θα προκαλέσει την απώλεια ενός τμήματος των ζωνών διατροφής και αναπαύσεως του εν λόγω πτηνού, την καταστροφή των συσχετισμών ισορροπίας με τον διαμελισμό των διαφόρων ζωνών που χρησιμοποιεί η ορτυγομάνα, καθώς και την εξάλειψη και διατάραξη της δομής του οικοτόπου (16) . Επίσης, κατονόμασε ως παράγοντα διαταράξεως τον θόρυβο που θα δημιουργείται από τις εργασίες συντηρήσεως των διαδρομών, καθώς και από τα άτομα που θα πηγαίνουν να αναζητήσουν τις μπάλες του γκολφ έξω από τα όρια των εν λόγω διαδρομών, ιδιαιτέρως αν συνοδεύονται και από σκυλιά που δεν συγκρατούνται με λουρί. Ο πραγματογνώμονας τόνισε ότι οι διαταράξεις που προκαλούνται από το πέρασμα πάνω σε ένα μονοπάτι μπορεί να αρκούν ώστε να αναγκαστεί ο πληθυσμός της ορτυγομάνας να εγκαταλείψει οριστικά την τοποθεσία (17) .
34. Εν συνεχεία, ο πραγματογνώμονας απάντησε στο ερώτημα σχετικά με το ποιοι όροι θα έπρεπε να επιβληθούν, προκειμένου να πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η οδηγία περί οικοτόπων. Εξέτασε χωριστά για κάθε διατάραξη που θα μπορούσε να ανακύψει τα μέτρα που θα μπορούσαν να την αποτρέψουν. Από την εξέταση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παρόμοια μέτρα θα είχαν μερικό μόνον αποτέλεσμα, θα ήταν δυσχερής η εφαρμογή τους και, μακροπρόθεσμα, η αποτελεσματικότητά τους ήταν αμφίβολη (18) . Συνέστησε εναλλακτικές λύσεις, όπως παραδείγματος χάρη, την κατασκευή των δύο νέων διαδρομών σε άλλο σημείο (19) .
35. Τέλος, ο πραγματογνώμονας έκρινε ότι τα αποτελέσματα της κατασκευής των δύο επίμαχων διαδρομών επί του πληθυσμού της ορτυγομάνας ήταν στο σύνολό τους ικανά να θέσουν σε κίνδυνο τη συνέχιση της υπάρξεως του πληθυσμού αυτού. Σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα, ο πληθυσμός αυτός, ο μοναδικός του είδους που είναι σε θέση να αναπαραχθεί στις κεντρικές Άλπεις, θα βρεθεί αντιμέτωπος, λόγω της επίδικης επεκτάσεως, με τους ακόλουθους τρεις κινδύνους: πρώτον, τη συρρίκνωση του φυσικού του χώρου· δεύτερον, την καταστροφή και διατάραξη της δομής του οικοτόπου του και, τρίτον, τον θόρυβο που θα προκαλούν η κοπή του γρασιδιού και οι παίκτες, ακόμη και σε απόσταση 200 μέτρων από τις διαδρομές (20) .
36. Όσον αφορά τους όρους που θα επέτρεπαν τη μείωση αυτών των διαταράξεων, ο πραγματογνώμονας υπογράμμισε ότι είναι πολύπλοκοι, ότι είναι δύσκολο να ελεγχθούν, ότι θα είχαν μερικό μόνον αποτέλεσμα και ότι σε καμία περίπτωση ο κίνδυνος που θα προέκυπτε για τον πληθυσμό της ορτυγομάνας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αμελητέος (21) .
37. Στην ερώτηση κατά πόσο το σχέδιο είναι πραγματοποιήσιμο από οικολογικής απόψεως, ο κ. Gepp απάντησε ότι αυτό εξαρτάται, εν τέλει, από την εκτίμηση του κατά πόσο κρίνεται αναγκαία η προστασία της ορτυγομάνας. Προσέθεσε ότι, κατά τη γνώμη του ως πραγματογνώμονα της Επιτροπής, η αναγκαιότητα προστασίας της ορτυγομάνας ενείχε κοινοτικό συμφέρον (22) .
38. Κατόπιν των παραπάνω στοιχείων, δεν ευσταθεί η επιχειρηματολογία της Αυστριακής Κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του κ. Gepp ερμηνεύτηκε κατά τρόπο άκρως απαισιόδοξο από την Επιτροπή διότι, αφενός, οι προαναφερθείσες διαταράξεις δεν αποτελούσαν παρά απλά ενδεχόμενα και, αφετέρου, ο πραγματογνώμονας ουδέποτε άφησε να εννοηθεί ότι θα ήταν a priori αναποτελεσματικά τα μέτρα όπως αυτά που προβλέπει η απόφαση της 14ης Μαΐου 1999.
39. Πράγματι, όσον αφορά το πρώτο σκέλος της επιχειρηματολογίας της Αυστριακής Κυβέρνησης, αρκεί μια αναδρομή στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που υιοθετήθηκε από την απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 για να διαπιστωθεί ότι ο πραγματογνώμονας δεν ανέδειξε τον κίνδυνο σημαντικών διαταράξεων του πληθυσμού της ορτυγομάνας ως μία ιδιαιτέρως αβέβαιη πιθανότητα αλλά, αντιθέτως, ως ένα μη αμελητέο κίνδυνο. Επιπλέον, αυτή η εκτίμηση επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι αρχές του ομόσπονδου κράτους της Στυρίας έκριναν αναγκαίο να θέσουν με την απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 ορισμένους όρους προκειμένου, ακριβώς, να αποφευχθεί ο κίνδυνος να συμβούν στην πραγματικότητα οι διαταράξεις. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, δεν αμφισβητείται ότι η εκτίμηση των επιπτώσεων του επίμαχου σχεδίου κατέδειξε ότι το σχέδιο αυτό ενείχε ένα μη αμελητέο κίνδυνο να διαταραχθεί σημαντικά ο πληθυσμός της ορτυγομάνας.
40. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της επιχειρηματολογίας της Αυστριακής Κυβέρνησης, έχω επισημάνει ότι, όταν ένα σχέδιο, κατόπιν της εκτιμήσεως των επιπτώσεών του, κριθεί ικανό να επηρεάσει κατά σημαντικό τρόπο την οικεία ΖΕΠ, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εγκρίνουν εγκύρως την πραγματοποίησή του μόνον εάν προηγουμένως βεβαιωθούν ότι δεν θα βλάψει την ακεραιότητα της εν λόγω ζώνης. Εν προκειμένω, στις αυστριακές αρχές εναπόκειται να αποδείξουν ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως της 14ης Μαΐου 1999, μπορούσαν να βεβαιώσουν ότι τα προβλεπόμενα στην εν λόγω απόφαση μέτρα ήταν σε θέση να εξαλείψουν τον κίνδυνο δημιουργίας σημαντικών διαταράξεων του πληθυσμού της ορτυγομάνας, ο οποίος στοιχειοθετήθηκε με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του κ. Gepp. Όμως, οι αυστριακές αρχές δεν απέδειξαν τα ανωτέρω. Όπως επισήμανα, μολονότι ο κ.Gepp δεν απέκλεισε κατηγορηματικά ότι μέτρα όπως τα προβλεπόμενα με την απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 θα μπορούσαν να εξαλείψουν ορισμένες από τις επιβλαβείς συνέπειες της επίδικης επεκτάσεως, εντούτοις εξέφρασε ρητές επιφυλάξεις σχετικά με την αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων στην πράξη και υπογράμμισε ότι θα είχαν μερικό μόνον αποτέλεσμα. Πρέπει ακόμη να υπογραμμιστεί ότι συνέστησε την πραγματοποίηση της εν λόγω επεκτάσεως σε κάποιο άλλο σημείο. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι αυστριακές αρχές δεν μπορούσαν, κατόπιν αυτής της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, να βεβαιώσουν ότι τα εν λόγω μέτρα μπορούσαν να εγγυηθούν τη διατήρηση της ακεραιότητας του τόπου σε περίπτωση πραγματοποιήσεως της επίδικης επεκτάσεως.
41. Ούτε από την απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 προκύπτει ότι οι αυστριακές αρχές είχαν στη διάθεσή τους άλλα στοιχεία παρέχοντα την αναγκαία διαβεβαίωση.
42. Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται, αφενός, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του κ. Lentner της 26ης Ιουνίου 1999 περί της αξίας της πραγματογνωμοσύνης του κ. Gepp. Από αυτήν προκύπτει ότι από την πραγματογνωμοσύνη του κ.Gepp ή από άλλες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης ή από γνώμες άλλων ειδικών επί της ορνιθολογίας που είχαν στη διάθεσή τους οι αρμόδιες αρχές (23) ουδόλως συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα προβλεπόμενα στην απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 μέτρα επέτρεπαν την αποφυγή των αρνητικών συνεπειών επί του πληθυσμού της ορτυγομάνας και εξασφάλιζαν τη συνέχιση της υπάρξεως του πληθυσμού αυτού.
43. Η ανάλυση αυτή ενισχύεται, αφετέρου, από την απόφαση του Verwaltungsgerichtshof της 27ης Ιουλίου 2002. Σύμφωνα με αυτή, δεν είναι δυνατό να επαληθευθεί η ακρίβεια της απόψεως που εμφανώς αποτελεί τη βάση της αμφισβητούμενης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία οι προϋποθέσεις παροχής εγκρίσεως πληρούνται, τουλάχιστον από πλευράς των πρόσθετων υποχρεώσεων [...] (24) .
44. Τέλος, οι έλεγχοι που διεξήγαγαν οι αυστριακές αρχές στην οικεία ζώνη κατά το 2002, αυτοί δεν ασκούν επιρροή στην επίλυση της διαφοράς καθώς, όπως έχω επισημάνει, το αν οι αρχές αυτές μπορούσαν κατηγορηματικά να διαβεβαιώσουν ότι η επίδικη επέκταση δεν θα βλάψει την ακεραιότητα της οικείας ζώνης πρέπει να εκτιμηθεί υπό το φως των στοιχείων που διέθεταν πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 14ης Μαΐου 1999.
45. Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω στοιχείων, εκτιμώ ότι η προσφυγή που ασκήθηκε από την Επιτροπή κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας είναι βάσιμη. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί την προσφυγή και να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
V ─ Πρόταση
46. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Η Δημοκρατία της Αυστρίας, εγκρίνοντας το σχέδιο επεκτάσεως του γηπέδου γκολφ του δήμου Wörschach στο ομόσπονδο κράτος της Στυρίας (Αυστρία), παρά τα αρνητικά συμπεράσματα που προέκυψαν από την εκτίμηση των επιπτώσεων στον οικότοπο της ορτυγομάνας εντός της ευρισκόμενης στον δήμο αυτό ειδικής ζώνης προστασίας, κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των άγριων πτηνών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας.
2) Καταδικάζει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Η ορτυγομάνα είναι αποδημητικό πτηνό που διαβιοί στην Ευρώπη από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο και διαχειμάζει στην ανατολική Αφρική. Έχει βάρος από 100 έως 200 γραμμάρια και μήκος από 22 έως 25 εκατοστόμετρα. Έχει μακρύ λαιμό, ράμφος μικρό και αμβλύ και το φτέρωμά της είναι κίτρινο, γκρίζο και καφετί ( Le guide ornitho, συλλογή Les guides du naturaliste, Delachaux & Niestlé, 2001).
3 – Στο εξής: ΖΕΠ.
4 – Οδηγία της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των άγριων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202, στο εξής: οδηγία περί πτηνών).
5 – Οδηγία της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7, στο εξής: οδηγία περί οικοτόπων).
6 – Οδηγία της 25ης Ιουλίου 1985, η οποία τροποποιεί την οδηγία 79/409 (ΕΕ L 233, σ. 33).
7 – Στο εξής: απόφαση της 14ης Μαΐου 1999.
8 – Η απόφαση της 14ης Μαΐου 1999 θέτει τους ακόλουθους όρους: οι χωροταξικές εργασίες θα πραγματοποιηθούν μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου και 28ης Φεβρουαρίου (περίοδος κατά την οποία η ορτυγομάνα δεν διαβιοί εντός της οικείας ζώνης)· οι δύο καινούριες διαδρομές δεν θα χρησιμοποιηθούν παρά μόνον αφότου η βλάστηση στα νότια του γηπέδου γκολφ, στο επίπεδο του λιβαδιού για τα άλογα, θα έχει φθάσει κατά την άνοιξη το ελάχιστο ύψος των 30 με 50 εκατοστόμετρων (μετακινήσεις του πτηνού από το νότιο στο βόρειο τμήμα της ζώνης)· θα απαγορεύεται το παιχνίδι στις διαδρομές αυτές κατά τις ώρες 18:00 έως 8:00 από τον Μάιο έως τα τέλη Αυγούστου (κατά την περίοδο αυτή οι ορτυγομάνες διασχίζουν τον ουρανό κατά το δειλινό, στη διάρκεια της νύχτας και κατά την αυγή)· το γρασίδι θα κόβεται μόνον με χορτοκοπτική μηχανή, θα τοποθετηθεί ένα φράγμα από δένδρα και φυτοπλέγματα για να ελαττώνει τον θόρυβο και θα ανορθωθεί ένα αντιθορυβικό τείχος ύψους 2 μέτρων στα νότια των δύο ζωνών υλοτομίας· ο θόρυβος και η παρουσία σκύλων θα απαγορεύονται στις διαδρομές 16 και 17 και θα τοποθετηθούν ενημερωτικές πινακίδες κάθε 50 μέτρα (ηχητικές ενοχλήσεις)· οι διαδρομές ─με εξαίρεση τα αντιθορυβικά τείχη─ θα διαμορφωθούν χωρίς επιχωμάτωση και η χρήση λιπασμάτων και άλλων χημικών προϊόντων για τη συντήρηση του γρασιδιού θα αποφεύγεται (προστασία του περιβάλλοντος και των υπόγειων υδάτων), ενώ ένας υπάλληλος θα είναι υπεύθυνος για την τήρηση των κανόνων των σχετικών με τη σιγή και τις περιόδους απαγορεύσεων.
9 – Αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 1990, C-200/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1990, σ. Ι-4299, σκέψη 13), και της 30ής Μαΐου 2002, C-323/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2002, σ. Ι-4711, σκέψη 8). Βλ., για ένα παράδειγμα εφαρμογής της οδηγίας περί οικοτόπων, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2002, C-103/00, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2002, σ. Ι-1147, σκέψεις 23 έως 25).
10 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 1987, 154/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 2717, σκέψη 6)· της 18ης Ιανουαρίου 1990, C-287/87, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1990, σ. Ι-125, σκέψη 9)· της 12ης Δεκεμβρίου 1990, C-263/88, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-4611, σκέψη 9)· της 30ής Μαΐου 1991, C-59/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-2607, σκέψη 35)· της 2ας Δεκεμβρίου 1992, C-280/89, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1992, σ. Ι-6185, σκέψη 7), και της 20ής Ιουνίου 2002, C-299/01, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2002, σ. Ι-5899, σκέψη 11).
11 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, C-20/01 και C-28/01, Επιτροπή κατά Γερμανίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 29).
12 – Απόφαση της 13ης Ιουνίου 2002, C-474/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2002, σ. Ι-5293, σκέψη 25 και η παρατεθείσα νομολογία).
13 – Μία ομάδα ορτυγομανών, ήτοι ένα αρσενικό, ένα θηλυκό και ένα νεογνό έχουν ανάγκη από 3 έως 6 εκτάρια. Το θηλυκό κατά την ωοτοκία χρειάζεται μια ζώνη που δεν υπερβαίνει τα 3 εκτάρια, ενώ κατά την περίοδο που επωάζει χρειάζεται μια ζώνη που δεν υπερβαίνει το 1 εκτάριο (απόφαση της 14ης Μαΐου 1999, σ. 12).
14 – Αυτή η ζώνη δεν υπερβαίνει τα 25 εκτάρια. Σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα, επαρκεί για να συντηρήσει έναν μικρό πληθυσμό ορτυγομανών που θα περιλαμβάνει, το πολύ, 2 ή 3 αρσενικά.
15 – Απόφαση της 14ης Μαΐου 1999, σ. 12.
16 – Όπ.π., σ. 15 και 16.
17 – Όπ.π.
18 – Όπ.π., σ. 22.
19 – Όπ.π., σ. 23.
20 – Όπ.π., σ. 24 και 25.
21 – Όπ.π., σ. 25.
22 – Όπ.π.
23 – Παράρτημα 6 της προσφυγής, σ. 7.
24 – Παράρτημα Α του υπομνήματος αντικρούσεως, σ. 33.
Full & Egal Universal Law Academy