ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 15ης Ιανουαρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-216/02
Österreichischer Zuchtverband für Ponys, Kleinpferde und Spezialrassen
κατά
Burgenländische Landesregierung
[αίτηση του Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Απόφαση 92/353/EΟΚ – Διακοινοτικό εμπόριο ιπποειδών – Άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄ – Διαδικασία εγκρίσεως ή αναγνωρίσεως οργανώσεων και ενώσεων που τηρούν ή συντάσσουν γενεαλογικά βιβλία για τα καταχωρισμένα ιπποειδή – Δικαιώματα ήδη υπάρχουσας οργανώσεως ή ενώσεως»
1. Το Verwaltungsgerichtshof, αυστριακό διοικητικό δικαστήριο, υπέβαλε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 234 EΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της αποφάσεως της Επιτροπής 92/353/EΟΚ, της 11ης Ιουνίου 1992, για τον καθορισμό των κριτηρίων έγκρισης ή αναγνώρισης των οργανώσεων και ενώσεων που τηρούν ή συντάσσουν γενεαλογικά βιβλία για τα καταχωρισμένα ιπποειδή (2), και ειδικότερα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως.
Το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί, κατ’ ουσίαν, να πληροφορηθεί αν η προπαρατεθείσα διάταξη παρέχει σε οργάνωση γενεαλογίας των ιπποειδών που έχει αναγνωρισθεί επισήμως εντός κράτους μέλους, το δικαίωμα να απαιτήσει από τις αρμόδιες αρχές να αρνηθούν την έγκριση σε άλλη οργάνωση, εφόσον θα ήταν δυνατόν να θέσει σε κίνδυνο τη διατήρηση της φυλής ή να διαταράξει τη λειτουργία της ή το πρόγραμμα βελτιώσεως ή διαλογής που εφαρμόζει. Ερωτά, επιπλέον, αν το γεγονός ότι η διαδικασία εγκρίσεως νέας οργανώσεως προβλέπει, για την ήδη υπάρχουσα οργάνωση, απλώς το δικαίωμα ακροάσεως, όχι όμως και ένδικο βοήθημα κατά της αποφάσεως περί αναγνωρίσεως συνάδει προς το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως.
I – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
2. Η Österreichischer Zuchtverband für Ponys, Kleinpferde und Spezialrassen, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, είναι αναγνωρισμένη στο ομόσπονδο κράτος Burgenland οργάνωση εκτροφής πόνυ των νήσων Shetland από τις 14 Αυγούστου 1997, σύμφωνα με τον νόμο του ομόσπονδου κράτους του Burgenland περί κτηνοτροφίας, της 2ας Μαρτίου 1995 (Burgenländisches Tierzuchtgesetz).
3. Το 1997, η Österreichischer Shetlandponyzuchtverband ζήτησε από τις αρμόδιες αρχές του ομόσπονδου κράτους να την αναγνωρίσουν ως οργάνωση εκτροφής αλόγων πόνυ των νήσων Shetland.
Η Österreichischer Zuchtverband für Ponys, Kleinpferde und Spezialrassen άσκησε το δικαίωμα ακροάσεως κατά το διοικητικό στάδιο της διαδικασίας και αντιτάχθηκε στη χορήγηση εγκρίσεως, στηριζόμενη στο γεγονός ότι αυτή θα έθετε σε κίνδυνο της διατήρηση της φυλής και θα διατάρασσε τη λειτουργία της ως ήδη υπάρχουσας οργανώσεως καθώς και το πρόγραμμά της βελτιώσεως, προσθέτοντας ότι, σε αντιδιαστολή προς την αντίπαλη οργάνωση, τηρούσε τις αρχές του γενεαλογικού βιβλίου καταγωγής.
4. Με απόφαση των διοικητικών αρχών του ομόσπονδου κράτους του Burgenland της 30ής Απριλίου 2001, η Österreichischer Shetlandponyzuchtverband αναγνωρίσθηκε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9 του προπαρατεθέντος νόμου, ως οργάνωση εκτροφής αλόγων της φυλής πόνυ των νήσων Shetland βάσει συγκεκριμένου προγράμματος διάρκειας δέκα ετών. Η Österreichischer Zuchtverband für Ponys, Kleinpferde und Spezialrassen άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof.
5. Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, οι καθών αρχές ισχυρίζονται ότι η Österreichischer Zuchtverband für Ponys, Kleinpferde und Spezialrassen δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof κατά της αποφάσεως περί αναγνωρίσεως της Österreichischer Shetlandponyzuchtverband ως οργανώσεως εκτροφής, στο μέτρο που δεν έχει την ιδιότητα μετέχοντος στη διαδικασία εγκρίσεως και, κατά συνέπεια, δεν έχει αγώγιμες αξιώσεις.
II – Η εθνική νομοθεσία
6. Η αναγνώριση των οργανώσεων αυτών ρυθμίζεται στο άρθρο 9 του νόμου περί κτηνοτροφίας. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους προβαίνει σε αναγνώριση μόνον εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις.
7. Κατά τα στοιχεία που παρέσχε το εθνικό δικαστήριο, επιρροή ασκούν εν προκειμένω οι παράγραφοι 3 και 5 του άρθρου 9. Οι διατάξεις αυτές ορίζουν τα εξής:
«3. Κατά τη διαδικασία αναγνωρίσεως επιβάλλεται να γίνει ακρόαση των οργανώσεων κτηνοτρόφων των οποίων το γεωγραφικό και πραγματικό πεδίο δραστηριότητας καλύπτεται εν όλω ή εν μέρει από το άρθρο 2, εδάφιο 5, στοιχείο a.
[...]
5. Σε περίπτωση που υφίσταται ήδη μία ή περισσότερες αναγνωρισμένες οργανώσεις κτηνοτρόφων μίας συγκεκριμένης φυλής, η Landesregierung υποχρεούται να αρνηθεί την αναγνώριση μίας νέας οργανώσεως, όταν τούτο συνεπάγεται διακύβευση της διατηρήσεως της φυλής ή διαταραχή στη λειτουργία του προγράμματος διαλογής μίας υπάρχουσας οργανώσεως.»
8. Το Verwaltungsgerichtshof αναγνωρίζει ότι ουδέποτε εκλήθη να εφαρμόσει το άρθρο 9, παράγραφος 3, του νόμου, αλλά κατά την παγία νομολογία που συνήγαγε από την ερμηνεία άλλων νομικών κειμένων, η διάταξη που παρέχει μόνον το δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο μιας διοικητικής διαδικασίας δεν απονέμει στον ενδιαφερόμενο την ιδιότητα πλήρους μέρους· επομένως, αυτός δεν μπορεί να απαιτήσει από τις διοικητικές αρχές να εκδώσουν απόφαση προς συγκεκριμένη κατεύθυνση και δεν μπορεί να προσβάλει δικαστικά την εκδοθείσα απόφαση (3).
Κατά το αυστριακό δίκαιο, η προσφυγή που άσκησε η Österreichischer Zuchtverband für Ponys, Kleinpferde und Spezialrassen θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς να εξετασθεί το ζήτημα αν η αναγνώριση της Österreichischer Shetlandponyzuchtverband ως οργανώσεως εκτροφής θέτει σε κίνδυνο της διατήρηση της φυλής ή το πρόγραμμα εκτροφής της προσφεύγουσας.
9. Για να οριοθετήσει το νομικό πλαίσιο των ερωτημάτων που του υποβλήθηκαν, το Δικαστήριο υπέβαλε πολλές ερωτήσεις στους διαδίκους, στην Αυστριακή Κυβέρνηση και σε όσους παρενέβησαν κατά την έγγραφη διαδικασία.
10. Τους ζητήθηκε, κατ’ αρχάς, να διευκρινίσουν αν η έννοια «κτηνοτρόφοι», του άρθρου 9 του νόμου περί κτηνοτροφίας, αντιστοιχεί ακριβώς στον όρο «οργάνωση ή ένωση που τηρεί ή συντάσσει γενεαλογικά βιβλία», υπό την έννοια του άρθρου 2 της αποφάσεως 92/353 και αν, για να αναγνωρισθεί μια οργάνωση ή ένωση εκτροφέων ιπποειδών από τις δημόσιες αρχές, πρέπει να τηρεί ή να συντάσσει γενεαλογικό βιβλίο ή τμήμα γενεαλογικού βιβλίου για κάθε φυλή.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Αυστριακή Κυβέρνηση έδωσαν καταφατική απάντηση στα δύο σκέλη της ερωτήσεως.
11. Τους ζητήθηκε, στη συνέχεια, να διευκρινίσουν αν, στην περίπτωση κατά την οποία υφίστανται εντός κράτους μέλους πλείονες οργανώσεις ή ενώσεις που έχουν εγκριθεί ή αναγνωρισθεί επισήμως για την ίδια φυλή ιπποειδών, κάθε οργάνωση μπορεί να τηρεί ή να συντάσσει ανεξάρτητα γενεαλογικό βιβλίο της φυλής αυτής, υπό την επιφύλαξη απλώς της τηρήσεως των αρχών που έχει θεσπίσει η οργάνωση ή η ένωση που τηρεί το γενεαλογικό βιβλίο καταγωγής.
Κατά την προσφεύγουσα, η αυστριακή νομοθεσία εφαρμογής της οδηγίας 90/427 δεν μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, κατά το οποίο οι οργανώσεις κτηνοτρόφων που ζητούν αναγνώριση πρέπει να τηρούν τις αρχές που έχει θεσπίσει η οργάνωση η οποία τηρεί το γενεαλογικό βιβλίο καταγωγής της φυλής (4). Ομοίως, η διάταξη αυτή δεν περιλαμβάνει μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της αποφάσεως 92/353. Επιβεβαίωσε, επομένως, ότι η οργάνωση της οποίας την αναγνώριση προτίθεται να προσβάλει δεν τηρεί τους κανόνες που εκτίθενται στο βιβλίο αυτό και καταχωρίζει τα ζώα βάσει διαφορετικών κριτηρίων.
Η Österreichischer Shetlandponyzuchtverband παραδέχθηκε ότι όλες οι οργανώσεις ή ενώσεις υπό την έννοια του άρθρου 2 της αποφάσεως 92/353 είναι υποχρεωμένες να τηρούν γενεαλογικό βιβλίο κατά τρόπο ανεξάρτητο για κάθε φυλή. Η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή προσέθεσαν ότι οι οργανώσεις αυτές οφείλουν να τηρούν τις αρχές που καθιέρωσε η οργάνωση που τηρεί το γενεαλογικό βιβλίο καταγωγής της φυλής.
12. Τέλος, οι μετέχοντες στη διαδικασία ερωτήθηκαν ως προς το ζήτημα αν, στην περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερες οργανώσεις κτηνοτρόφων έχουν το ίδιο πραγματικό και γεωγραφικό πεδίο δραστηριότητας, ανταγωνίζονται για να επιτύχουν τη συμμετοχή των κτηνοτρόφων στα προγράμματα βελτιώσεως, διαλογής ή διατηρήσεως της φυλής που εφαρμόζουν αντιστοίχως και αν οι δραστηριότητες των εν λόγω αναγνωρισμένων οργανώσεων κτηνοτρόφων τυγχάνουν υποστηρίξεως κατά την εθνική ή την κοινοτική νομοθεσία.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης απάντησε καταφατικά στο πρώτο σκέλος της ερωτήσεως και εξέφρασε την ανησυχία της όσον αφορά το πρόβλημα που προκύπτει από την αναγνώριση πλειόνων ενώσεων εκτροφέων φυλής με ελάχιστο πληθυσμό όπως αυτή των πόνυ του Shetland, γεγονός που επιβάλλει την κατανομή των αρσενικών και θηλυκών που προορίζονται για την αναπαραγωγή και αυξάνει τους κινδύνους αιμομιξίας. Προκειμένου για τη δυνατότητα λήψεως ενισχύσεων, διευκρίνισε ότι υπάρχουν γενικές δράσεις υπέρ της γεωργίας τις οποίες μπορούν να επικαλεστούν όλα τα νομικά πρόσωπα.
Η Österreichischer Shetlandponyzuchtverband ισχυρίστηκε ότι μπορεί να υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των οργανώσεων κτηνοτρόφων των οποίων ο τομέας δραστηριοτήτων περιορίζεται σε ομόσπονδο κράτος και προσέθεσε ότι μπορούν να τύχουν ορισμένης κατηγορίας υποστηρικτικών μέτρων.
Η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή επιβεβαίωσαν ότι μπορεί να υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ οργανώσεων. Προκειμένου περί των υποστηρικτικών μέτρων, η Αυστριακή Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι δεν ελήφθησαν. Όσον αφορά την Επιτροπή, διευκρίνισε ότι, σύμφωνα με το σημείο 15 των κατευθυντηρίων γραμμών της Κοινότητας σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό τομέα (5), ενέκρινε η ίδια τη χορήγηση ενισχύσεων στον τομέα αυτόν, συμπεριλαμβανομένων των ενισχύσεων για τα ιπποειδή, με σκοπό να ευνοήσει τη διατήρηση και τη βελτίωση της γενετικής ποιότητας των κοινοτικών ζώων. Οι ενισχύσεις αυτές συνίστανται σε εισφορές που μπορούν να καλύψουν μέχρι το 100 % των διοικητικών δαπανών που συνδέονται με τη σύνταξη και την τήρηση των γενεαλογικών βιβλίων και μέχρι το 40 % των επενδύσεων που πραγματοποιούνται σε κέντρα αναπαραγωγής ζώων ενόψει της εισαγωγής τεχνικών ή νέων πρακτικών στον τομέα της κτηνοτροφίας.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
13. Πριν αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης, το Verwaltungsgerichtshof ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:
«1) Θεσπίζει το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 92/353/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1992, για τον καθορισμό των κριτηρίων έγκρισης ή αναγνώρισης των οργανώσεων και ενώσεων που τηρούν ή συντάσσουν γενεαλογικά βιβλία για τα καταχωρισμένα ιπποειδή [...], δικαίωμα για υπάρχουσα οργάνωση (ένωση) κτηνοτρόφων να αξιώσει την άρνηση της αναγνωρίσεως μίας άλλης οργανώσεως (ενώσεως) κτηνοτρόφων από την αρμόδια αρχή, όταν η αναγνώριση της άλλης οργανώσεως (ενώσεως) διακυβεύει τη διατήρηση της φυλής ή τη βελτίωσή της ή προκαλεί διαταραχές στη λειτουργία του προγράμματος διαλογής μίας υπάρχουσας οργανώσεως ή ενώσεως;
2) Αντίκειται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της παρατεθείσας στο πρώτο ερώτημα αποφάσεως της Επιτροπής η εφαρμογή εθνικής νομοθετικής ρυθμίσεως, η οποία
α) θεσπίζει για μία υπάρχουσα οργάνωση ή ένωση κτηνοτρόφων, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγνωρίσεως μίας άλλης οργανώσεως (ενώσεως) εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, απλώς δικαίωμα ακροάσεως, αλλά όχι αξίωση αρνήσεως της αναγνωρίσεως της άλλης οργανώσεως (ενώσεως) λόγω διακυβεύσεως της διατηρήσεως της φυλής ή προκλήσεως διαταραχών στη λειτουργία του προγράμματος βελτιώσεως της φυλής ή διαλογής μίας υπάρχουσας οργανώσεως ή ενώσεως και
β) δεν θεσπίζει για μία υπάρχουσα οργάνωση ή ένωση δικαίωμα να προσβάλει ενώπιον δικαστηρίου (του Verwaltungsgerichtshof) την, παρά την αρνητική γνωμοδότηση, επελθούσα αναγνώριση από τη διοικητική αρχή;»
IV – Η κοινοτική νομοθεσία
14. Στις 26 Ιουνίου 1990, το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία 90/427/ΕΟΚ σχετικά με τους όρους ζωοτεχνικού και γενεαλογικού χαρακτήρα που διέπουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο ιπποειδών (6). Είχε, πράγματι, την πρόθεση να θεσπίσει τους κανόνες της διαθέσεώς τους στο εμπόριο, προκειμένου να εξασφαλίσει την ορθολογική ανάπτυξη της εκτροφής και να αυξήσει την παραγωγικότητα στον τομέα αυτόν.
Στις αιτιολογικές σκέψεις τονίσθηκε ότι οι διαφορές στον τομέα της καταχωρίσεως συνιστούν εμπόδιο στο διακοινοτικό εμπόριο του οποίου η απελευθέρωση προϋποθέτει μεταγενέστερη εναρμόνιση, ιδίως στον τομέα αυτόν (7).
15. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, επιβάλλει στην Επιτροπή να θεσπίσει, σύμφωνα με την παράγραφο 1:
«α) τα κριτήρια εγκρίσεως ή αναγνωρίσεως των οργανώσεων και ενώσεων που τηρούν ή συντάσσουν γενεαλογικά βιβλία·
[…]»
16. Στις 11 Ιουνίου 1992, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 92/353, προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή, μεταξύ άλλων, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της προπαρατεθείσας οδηγίας. Το άρθρο 2 της αποφάσεως ορίζει τα εξής:
«1. Οι αρχές του ενδιαφερομένου κράτους μέλους πρέπει να εγκρίνουν ή αναγνωρίζουν επίσημα κάθε οργάνωση ή ένωση που τηρεί ή συντάσσει γενεαλογικά βιβλία, εάν ανταποκρίνεται στους όρους που προβλέπονται στο παράρτημα.
2. Ωστόσο, σ’ ένα κράτος μέλος όπου υπάρχουν, για μια φυλή, μία ή περισσότερες εγκεκριμένες ή επίσημα αναγνωρισμένες οργανώσεις ή ενώσεις, οι αρχές του ενδιαφερομένου κράτους μέλους έχουν τη δυνατότητα να μην αναγνωρίσουν μια νέα οργάνωση ή ένωση:
α) όταν η τελευταία θέτει σε κίνδυνο τη διατήρηση της φυλής ή προκαλεί διαταραχές στη λειτουργία του προγράμματος βελτίωσης ή διαλογής μιας ήδη υπάρχουσας οργάνωσης ή ένωσης,
ή
β) εάν τα ιπποειδή αυτής της φυλής μπορούν να εγγραφούν ή καταχωριστούν σ’ ένα ειδικό τμήμα ενός γενεαλογικού βιβλίου που τηρείται από οργάνωση ή ένωση η οποία τηρεί, ιδίως για το τμήμα αυτό, τις αρχές που καθορίζονται στο σημείο 3, στοιχείο β, του παραρτήματος από την οργάνωση ή την ένωση που τηρεί το γενεαλογικό βιβλίο καταγωγής της εν λόγω φυλής.
3. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τις επίσημες εγκρίσεις ή αναγνωρίσεις που παρέχουν καθώς και εκείνες που δεν έχουν γίνει αποδεκτές.
4. Όταν δεν γίνεται αποδεκτή για μια οργάνωση ή ένωση σ’ ένα κράτος μέλος μια επίσημη έγκριση ή επίσημη αναγνώριση, πρέπει να γνωστοποιούνται γραπτώς οι λόγοι της απόρριψης στην ένωση ή την οργάνωση.»
V – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
17. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Österreichischer Zuchtverband für Ponys, Kleinpferde und Spezialrassen, που είναι η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
Ο εκπρόσωπος της Österreichischer Zuchtverband für Ponys, Kleinpferde und Spezialrassen και ο εκπρόσωπος της Επιτροπής παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Δεκεμβρίου 2003 για να αναπτύξουν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους.
VI – Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
18. Το αυστριακό δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί, κατ’ αρχάς, εάν, όταν μια νέα οργάνωση ζητεί την επίσημη αναγνώρισή της, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 92/353 παρέχει σε οργάνωση που τηρεί γενεαλογικά βιβλία για καταχωρισμένα ιπποειδή το δικαίωμα να απαιτήσει από τις αρμόδιες αρχές να αρνηθούν την αναγνώριση αυτή εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που προβλέπει η ως άνω διάταξη.
Α – Οι παρατηρήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία
19. Η Österreichischer Zuchtverband für Ponys, Kleinpferde und Spezialrassen ζητεί από το Δικαστήριο να δώσει καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Υποστηρίζει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄, της αποφάσεως 92/353 είναι σαφές, ακριβές και άνευ επιφυλάξεων και ότι μπορεί, κατά συνέπεια, να αναπτύξει άμεσο αποτέλεσμα έναντι των ιδιωτών. Κατά την προσφεύγουσα, η φράση «έχουν τη δυνατότητα» που αφορά τα κράτη μέλη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, εάν υφίσταται λόγος αρνήσεως της αναγνωρίσεως, η ήδη υπάρχουσα οργάνωση έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τις εθνικές αρχές να αρνηθούν την έγκριση της νέας οργανώσεως. Η παροχή στα κράτη μέλη, ως προφανώς συμβαίνει, περιθωρίου εκτιμήσεως στον τομέα της αναγνωρίσεως χωρίς την ταυτόχρονη χορήγηση στις ήδη υπάρχουσες οργανώσεις νομικά προστατευομένου δικαιώματος που να παρέχει τη δυνατότητα προσβολής της εγκρίσεως δεν θα είχε κανένα νόημα.
20. Η Αυστριακή Κυβέρνηση φρονεί ότι ο σκοπός του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 92/353 είναι να εξασφαλίσει ότι οι εθνικές αρχές, που ενεργούν με πλήρη ανεξαρτησία, εξετάζουν τις αιτήσεις αναγνωρίσεως που προέρχονται από οργανώσεις κτηνοτρόφων βάσει αντικειμενικών και προκαθορισμένων κριτηρίων και όχι, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, για να προστατεύσει τα συμφέροντα των ανταγωνιστών. Στο μέτρο που ο κοινοτικός αυτός κανόνας μεταφέρθηκε ορθά στο αυστριακό δίκαιο με τον νόμο περί κτηνοτροφίας, συγκεκριμένα με το άρθρο 9, παράγραφος 5, αυτού, παρέλκει η έρευνα του αμέσου αποτελέσματός του. Εν πάση περιπτώσει, οι διατάξεις αυτές δεν είναι άνευ επιφυλάξεων και αρκούντως σαφείς και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να προβληθούν από τους ιδιώτες στα πλαίσια δίκης.
21. Από την πλευρά της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2, στοιχεία α΄ και β΄, της αποφάσεως 92/353, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών απαλλάσσονται από την υποχρέωση που υπέχουν από την παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής να αναγνωρίσουν κάθε νέα οργάνωση ή ένωση. Η απόφαση τους παρέχει, κατά συνέπεια, τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθούν την έγκριση, χωρίς να τους επιβάλλει την υποχρέωση να το πράξουν. Δεν παρέχει, επομένως, στις υφιστάμενες οργανώσεις το δικαίωμα να προσβάλουν νέα απόφαση περί εγκρίσεως.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή εξέθεσε ότι η οδηγία 90/427 και η απόφαση 92/353 εκδόθηκαν προκειμένου να ευνοηθεί η δημιουργία ενώσεων και οργανώσεων, αναγνωρισμένων από τις εθνικές αρχές, επιφορτισμένων να τηρούν το γενεαλογικό βιβλίο των φυλών ιπποειδών, τηρουμένων των αρχών που καθιέρωσε η οργάνωση η οποία τηρεί το γενεαλογικό βιβλίο καταγωγής της φυλής, για να τεθεί τέρμα στις διαφορές που υφίστανται στον τομέα της καταχωρίσεως.
Β – Εξέταση του ερωτήματος
22. Συμφωνώ με την άποψη της Αυστριακής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής και φρονώ ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο εν λόγω προδικαστικό ερώτημα.
23. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 90/427, οι οργανώσεις και ενώσεις κτηνοτρόφων διαδραματίζουν λίαν σημαντικό ρόλο στην επίτευξη του σκοπού που αυτή επιδιώκει. Διευκρινίζεται ότι η επίτευξη ικανοποιητικών αποτελεσμάτων στον τομέα της εκτροφής ίππων εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τη χρησιμοποίηση ιπποειδών καταχωρισμένων στα γενεαλογικά βιβλία τα οποία τηρούν επίσημες υπηρεσίες ή επίσημα εγκεκριμένες οργανώσεις ή ενώσεις. Αυτό ισχύει σε τέτοιο βαθμό ώστε το Συμβούλιο επιφόρτισε την Επιτροπή να καθορίσει τα κριτήρια εγκρίσεως της εν λόγω κατηγορίας οργανώσεων ή ενώσεων, και να τους επιβάλει, ως βασική προϋπόθεση, την τήρηση των αρχών που θέσπισε η οργάνωση ή η ένωση που διαχειρίζεται το γενεαλογικό βιβλίο καταγωγής της φυλής.
24. Η Επιτροπή εκπλήρωσε την αποστολή αυτή εκδίδοντας την απόφαση 92/353, της οποίας το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, πρέπει να ερμηνευθεί κατόπιν του σχετικού ερωτήματος του Verwaltungsgerichtshof.
25. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής προβλέπει, ως γενικό κανόνα, ότι οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους χορηγούν την επίσημη έγκριση ή αναγνώριση σε κάθε οργάνωση ή ένωση η οποία τηρεί ή συντάσσει γενεαλογικά βιβλία, έχει την έδρα της στην εθνική επικράτεια και υποβάλλει τη σχετική αίτηση, αρκεί να πληροί τις προϋποθέσεις του παραρτήματος.
26. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, προβλέπει, εν τούτοις, παρέκκλιση από την ευρεία αυτή υποχρέωση, στο μέτρο που παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να απαλλαγούν από την εν λόγω υποχρέωση όταν το απαιτεί το καθήκον διαφυλάξεως του δημοσίου συμφέροντος. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, εφόσον υπάρχουν μία ή περισσότερες εγκεκριμένες ή επίσημα αναγνωρισμένες ενώσεις ή οργανώσεις στην εθνική επικράτεια, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αρνηθούν την έγκριση νέας ενώσεως ή οργανώσεως σε δύο περιπτώσεις, δηλαδή όταν αυτή θέτει σε κίνδυνο τη διατήρηση της φυλής ή όταν μπορεί να προκαλέσει διαταραχές στη λειτουργία ή στο πρόγραμμα βελτιώσεως ή διαλογής μιας ήδη υπάρχουσας οργανώσεως ή ενώσεως.
Όπως τόνισα στο τμήμα των προτάσεων αυτών που αφορά τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, ο Αυστριακός νομοθέτης επέλεξε να περιορίσει τα περιθώρια εκτιμήσεως των εθνικών αρχών, στο μέτρο που το άρθρο 9, παράγραφος 5, του νόμου περί κτηνοτροφίας τις υποχρεώνει να αρνηθούν την αναγνώριση νέας οργανώσεως εφόσον συντρέχει μία από τις δύο ανωτέρω περιπτώσεις.
27. Ορισμένα δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών απορρέουν από το γράμμα του άρθρου 2 της αποφάσεως 92/353, του οποίου αποδέκτες είναι τα κράτη μέλη. Σημειώνω, εν τούτοις, ότι οι ωφελούμενοι από τη διάταξη είναι αποκλειστικά οι νέες ενώσεις που τηρούν ή συντάσσουν τα γενεαλογικά βιβλία, οι οποίες, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις, έχουν δικαίωμα στην επίσημη αναγνώριση και μπορούν, σε περίπτωση αρνήσεως, να απαιτήσουν γραπτή κοινοποίηση η οποία περιλαμβάνει τους λόγους απορρίψεως της αιτήσεώς τους.
28. Υπολείπεται να εξετασθεί αν το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 92/353 παρέχει δικαιώματα στις ήδη υπάρχουσες ενώσεις, όπως υποστηρίζει η Österreichischer Zuchtverband für Ponys, Kleinpferde und Spezialrassen.
29. Όσον αφορά τον κίνδυνο που θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει η νέα ένωση για τη διατήρηση της φυλής, οι εθνικές αρχές που έχουν αναλάβει την εξέταση του ενδεχομένου αυτού είναι σε θέση να εκτιμήσουν καλύτερα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τα διακυβευόμενα δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα, αν υφίσταται ο κίνδυνος αυτός.
30. Όσον αφορά το ζήτημα αν διαταράσσεται η λειτουργία ήδη υπάρχουσας οργανώσεως ή διατρέχει κίνδυνο το πρόγραμμα βελτιώσεως ή επιλογής που εφαρμόζει, φρονώ ότι η διάταξη επιβάλλει στις εθνικές αρχές να ακούσουν τις ήδη υπάρχουσες οργανώσεις πριν εκδώσουν οριστική απόφαση επί των νέων αιτήσεων εγκρίσεως (8).
31. Πάντως, ο ανωτέρω τύπος της διαδικασίας δεν σημαίνει ότι η αρνητική γνώμη που διατυπώνει ήδη υπάρχουσα οργάνωση είναι δεσμευτική για τις αρμόδιες αρχές και ότι, κατά συνέπεια, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Αφενός η ερμηνεία αυτή δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από το γράμμα της διατάξεως ή τον σκοπό που αυτή επιδιώκει.
Αφετέρου, η αποδοχή της συνέπειας αυτής ισοδυναμεί με την παροχή εξαιρετικών εξουσιών σε ιδιωτικές ενώσεις, απλώς και μόνον λόγω του ότι έλαβαν προηγουμένως την έγκριση. Πρέπει να ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η διάταξη του κοινοτικού δικαίου έχει την έννοια ότι, εάν συντρέχει μία από τις προβλεπόμενες περιπτώσεις, εξουσιοδοτεί αλλά δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αρνηθούν την έγκριση σε μία οργάνωση, έστω και αν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις. Επιπλέον, οι οργανώσεις υπόκεινται σε συνεχή έλεγχο, στο μέτρο που χάνουν την επίσημη αναγνώριση εάν παύσουν να πληρούν, επί μονίμου βάσεως, τις προϋποθέσεις τις οποίες πληρούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο για να λάβουν την έγκριση.
32. Λαμβανομένων υπόψη των λόγων που μόλις εξέθεσα, φρονώ ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 92/353 δεν παρέχει σε οργάνωση που τηρεί γενεαλογικά βιβλία για τα καταχωρισμένα ιπποειδή το δικαίωμα να απαιτήσει από τις αρμόδιες αρχές να εκδώσουν αρνητική απόφαση, όταν μια άλλη οργάνωση ζητεί επίσημη έγκριση.
VII – Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
33. Το αυστριακό δικαστήριο ερωτά επίσης αν το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 92/353 απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής διατάξεως η οποία, στο πλαίσιο της διαδικασίας επίσημης εγκρίσεως νέας ενώσεως κτηνοτρόφων, αφενός, χορηγεί στις ήδη υπάρχουσες ενώσεις μόνον δικαίωμα ακροάσεως χωρίς να τους αναγνωρίζει το δικαίωμα να απαιτήσουν την άρνηση της αναγνωρίσεως και, αφετέρου, δεν τους επιτρέπει να την προσβάλουν δικαστικώς, ακόμη και αν αντιτάχθηκαν στη χορήγησή της στο πλαίσιο της διαδικασίας ακροάσεως.
Α – Οι παρατηρήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία
34. Η Österreichischer Zuchtverband für Ponys, Kleinpferde und Spezialrassen υποστηρίζει ότι η κοινοτική διάταξη κατισχύει του άρθρου 9, παράγραφος 3, του νόμου περί κτηνοτροφίας. Δεδομένου ότι είναι δυνατή η έγκριση νέας οργανώσεως εφόσον αυτή δεν διαταράσσει τη λειτουργία ήδη υπάρχουσας οργανώσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η συμμετοχή της τελευταίας στη διαδικασία περιλαμβάνει στηριζόμενο στο δημόσιο δίκαιο δικαίωμα να απαιτήσει έλεγχο της εκδοθείσας αποφάσεως, δικαίωμα το οποίο δεν εξαντλείται στην απλή δυνατότητα ακροάσεως. Επομένως, για την εξασφάλιση της ουσιαστικής νομικής θέσεως που απορρέει από την κοινοτική νομοθεσία, είναι αναγκαίο, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνωρίσεως νέας οργανώσεως, η ήδη υπάρχουσα οργάνωση να απολαύει όλων των προνομίων που συνδέονται με την ιδιότητα του μετέχοντος. Εν εναντία περιπτώσει, κατά τον καθορισμό των προσώπων που έχουν την ιδιότητα μετέχοντος στη διαδικασία, τα κράτη μέλη θα ήσαν ελεύθερα να καταστήσουν ανενεργό ένα δικαίωμα που απορρέει από την κοινοτική έννομη τάξη.
35. Η Αυστριακή Κυβέρνηση εκτιμά ότι οι ισχύουσες δικονομικές διατάξεις εξασφαλίζουν στους ιδιώτες την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 92/353 υποδηλώνει ότι στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών απόκειται να εκτιμήσουν αν πληρούνται τα νόμιμα κριτήρια, αλλά δεν χορηγεί στους ανταγωνιστές το δικαίωμα να αντιταχθούν στην αναγνώριση νέας ενώσεως. Μεταφέροντας τη διάταξη αυτή στο εσωτερικό δίκαιο, ο Αυστριακός νομοθέτης όχι μόνον εξασφάλισε με ιδιαίτερη προσοχή την εφαρμογή της διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, αλλά έλαβε επίσης υπόψη τα συμφέροντα των τρίτων, παρέχοντάς τους δικαίωμα ακροάσεως, του οποίου δεν γινόταν μνεία στο άρθρο 2 της αποφάσεως 92/353.
36. Η Επιτροπή φρονεί ότι τηρούνται τα δικαιώματα που παρέχει στους τρίτους η απόφαση 92/353 εφόσον, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνωρίσεως νέας ενώσεως, η ήδη υπάρχουσα οργάνωση έχει απλώς δικαίωμα ακροάσεως. Προσθέτει ότι η αρμοδιότητα που της ανέθεσε το Συμβούλιο με την οδηγία 90/427 περιορίζεται στο πλαίσιο του εξωτερικού εμπορίου και δεν αφορά τις δυνατότητες των ήδη υπαρχουσών ενώσεων να μετάσχουν στη διοικητική διαδικασία ή να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους δια της δικαστικής οδού.
B – Εξέταση του ερωτήματος
37. Επισημαίνω ότι από το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 92/353 προκύπτει ότι οι ήδη υπάρχουσες οργανώσεις έχουν τα δικαιώματα που προέβαλε το αυστριακό δικαστήριο. Η διάταξη περιορίζεται στην αναφορά των περιπτώσεων κατά τις οποίες τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν την επίσημη αναγνώριση νέας οργανώσεως. Επομένως, οι αρμόδιες αρχές κάθε χώρας εκτιμούν αν συντρέχει κάποια από τις δύο προβλεπόμενες περιπτώσεις.
38. Ο σκοπός της διατάξεως αυτής δεν επιβάλλει την αναγνώριση τέτοιων δικαιωμάτων στις ήδη υπάρχουσες οργανώσεις. Η απόφαση 92/353 διατυπώνει τα κριτήρια εγκρίσεως των ενώσεων που τηρούν γενεαλογικά βιβλία για καταχωρισμένα ιπποειδή. Επομένως, οι εν λόγω ενώσεις, δηλαδή εκείνες που επιθυμούν να λάβουν έγκριση, μπορούν να επικαλεσθούν το περιεχόμενό της.
39. Αντιθέτως, δεν γίνεται στη διάταξη μνεία των ήδη υπαρχουσών ενώσεων και οργανώσεων ως φορέων δικαιωμάτων. Αναφέρονται απλώς, εμμέσως, όταν το κείμενο αναθέτει στις αρχές που επιλαμβάνονται αιτήσεως περί εγκρίσεως να εκτιμήσουν αν η νέα οργάνωση μπορεί να διαταράξει τη λειτουργία άλλης οργανώσεως η οποία λειτουργεί ήδη ή το πρόγραμμα βελτιώσεως ή διαλογής που αυτή εφαρμόζει.
Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, η ακρόαση των ήδη υπαρχουσών οργανώσεων από τις αρμόδιες αρχές πριν από την έκδοση κάθε αποφάσεως περί εγκρίσεως, υποχρέωση που προβλέπεται, ως φαίνεται, από την αυστριακή νομοθεσία, εμφανίζεται ως μέτρο χρηστής διοικήσεως. Τούτο δεν σημαίνει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 92/353 επιβάλλει στα κράτη μέλη να παράσχουν στις ήδη υπάρχουσες ενώσεις το δικαίωμα να προσβάλουν έγκριση που χορηγήθηκε σε ανταγωνίστρια οργάνωση, παρά τις περί του αντιθέτου επιθυμίες τους ή τα συμφέροντά τους.
40. Για τους λόγους που μόλις ανέφερα, φρονώ ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 92/353 δεν εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής διατάξεως σχετικά με τη διαδικασία εγκρίσεως των νέων ενώσεων κτηνοτρόφων, η οποία χορηγεί στις ήδη υπάρχουσες ενώσεις μόνον το δικαίωμα ακροάσεως και τους αρνείται κάθε ένδικο βοήθημα κατά της εγκρίσεως που χορηγήθηκε παρά την αντίθεση που εκδήλωσαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ακροάσεως.
VIII – Πρόταση
41. Βάσει των σκέψεων που εκτέθηκαν ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Verwaltungsgerichtshof ως εξής:
«1) Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 92/353/EΟΚ της Επιτροπής, της 11ης Ιουνίου 1992, για τον καθορισμό των κριτηρίων έγκρισης ή αναγνώρισης των οργανώσεων και ενώσεων που τηρούν ή συντάσσουν γενεαλογικά βιβλία για τα καταχωρισμένα ιπποειδή δεν παρέχει σε ήδη υπάρχουσα οργάνωση κτηνοτρόφων το δικαίωμα να απαιτήσει από τις αρμόδιες αρχές να εκδώσουν αρνητική απόφαση όταν μια άλλη οργάνωση ζητεί επίσημη έγκριση.
2) Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 92/353 δεν απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής διατάξεως η οποία ρυθμίζει τη διαδικασία εγκρίσεως των νέων ενώσεων κτηνοτρόφων και παρέχει στις ήδη υπάρχουσες ενώσεις απλώς δικαίωμα ακροάσεως, ενώ δεν τους αναγνωρίζει δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά της εγκρίσεως η οποία χορηγήθηκε παρά το γεγονός ότι αντιτάχθηκαν στην έγκριση στο πλαίσιο της διαδικασίας ακροάσεως.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – EE L 192, σ. 63.
3 – Η Επιτροπή τονίζει, στις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι το αυστριακό διοικητικό δίκαιο διακρίνει τα πρόσωπα που μετέχουν μιας διαδικασίας και τα πρόσωπα που έχουν απλώς την ιδιότητα των ενδιαφερομένων. Οι μετέχοντες έχουν δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, ενώ οι ενδιαφερόμενοι είναι τα πρόσωπα που ζητούν από την αρχή να δράσει ή τα οποία αφορά η διοικητική πράξη. Αυτό που χαρακτηρίζει πρωτίστως τους μετέχοντες είναι το γεγονός ότι έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν ένδικο βοήθημα κατά της αποφάσεως των αρχών, δυνατότητα την οποία δεν διαθέτουν όσοι έχουν απλώς την ιδιότητα του ενδιαφερομένου.
4 – Κατόπιν αιτήσεως του εισηγητή δικαστή, ο δικηγόρος της προσφεύγουσας διευκρίνισε στο Δικαστήριο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η οργάνωση η οποία τηρεί το γενεαλογικό βιβλίο καταγωγής της φυλής των πόνυ των νήσων Shetland είναι εγκατεστημένη στη Σκωτία.
5 – ΕΕ 2000, C 28, σ. 2.
6 – ΕΕ L 224, σ. 55.
7 – Πέμπτη αιτιολογική σκέψη.
8 – Νομίζω ότι ισχύει το ίδιο όταν πρόκειται να εφαρμοστεί το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο, β΄, της αποφάσεως 92/353, την ερμηνεία του οποίου δεν ζήτησε το αυστριακό δικαστήριο, εν προκειμένω, εφόσον τα ιπποειδή μπορούν να καταχωριστούν σε ειδικό τμήμα γενεαλογικού βιβλίου που τηρεί άλλη οργάνωση η οποία σέβεται τις αρχές που καθιέρωσε η οργάνωση η οποία διαχειρίζεται το γενεαλογικό βιβλίο καταγωγής, διάταξη η οποία σκοπεί στην αποφυγή του αδικαιολόγητου πολλαπλασιασμού ενώσεων που επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό.
Full & Egal Universal Law Academy