ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 10ης Φεβρουαρίου 2004(1)
Υπόθεση C-220/02
Österreichischer Gewerkschaftsbund, Gewerkschaft der Privatangestellten
κατά
Wirtschaftskammer Österreich
[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Αυστρία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Ισότητα αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών – Άδεια για την ανατροφή ανήλικου τέκνου (γονική άδεια) – Στρατιωτική θητεία – Συνεκτίμηση κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως (“Αbfertigung” )
I – Εισαγωγή
1. Με την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Oberster Gerichtshof (Αυστρία) (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) υποβάλλει πλείονα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 141 ΕΚ και του άρθρου 1 της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (2) .
2. Τα ερωτήματα αυτά αφορούν κατ’ ουσία το ζήτημα αν για τον υπολογισμό του περιεχομένου των αξιώσεων που απορρέουν από σχέση εργασίας και εξαρτώνται από τον χρόνο υπηρεσίας, ειδικότερα δε για τον υπολογισμό της καλούμενης «αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως» («Abfertigung») που καταβάλλεται λόγω της λύσεως της σχέσεως εργασίας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η χρονική περίοδος γονικής αδείας κατά τον ίδιο τρόπο που λαμβάνεται υπόψη η χρονική περίοδος στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Α – Κοινοτικό δίκαιο
3. Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 141 ΕΚ και του άρθρου 1 της οδηγίας 75/117. Το άρθρο 141, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ ορίζει:
«Άρθρο 141
1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας.
2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “αμοιβή” νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.
Η ισότητα αμοιβής, χωρίς διακρίσεις φύλου, συνεπάγεται:
α) ότι η αμοιβή που παρέχεται για όμοια εργασία που αμείβεται κατ’ αποκοπήν καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως,
β) ότι η αμοιβή που παρέχεται για εργασία που αμείβεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας.»
4. Το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117 έχει ως εξής:
«Η αρχή της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, που προβλέπεται στο άρθρο 119 της συνθήκης [νυν άρθρο 141 ΕΚ] και που καλείται στο εξής “αρχή της ισότητος των αμοιβών”, συνεπάγεται για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία, την κατάργηση για το σύνολο των στοιχείων και όρων αμοιβής κάθε διακρίσεως βασιζομένης στο φύλο.
Ιδιαίτερα, όταν χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως για τον καθορισμό των αμοιβών, το σύστημα αυτό πρέπει να βασίζεται σε κοινά κριτήρια για τους εργαζομένους άνδρες και γυναίκες και να επιβάλλεται κατά τρόπο που να αποκλείει τις διακρίσεις που βασίζονται στο φύλο.»
Β – Β – Εθνικό δίκαιο
1. Η αξίωση «αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως»
5. Κατά το αυστριακό δίκαιο, σε περίπτωση λύσεως της εργασιακής τους σχέσεως οι εργαζόμενοι έχουν αξίωση αποζημιώσεως, καλούμενης «αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως». Υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή της αποζημιώσεως αυτής υφίσταται εφόσον η σχέση εργασίας έχει διαρκέσει τουλάχιστον τρία έτη αδιαλείπτως, ενώ το ύψος της αποζημιώσεως εξαρτάται από τη χρονική διάρκεια της σχέσεως εργασίας. Η αξίωση αποζημιώσεως δεν υφίσταται σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας εκ μέρους του υπαλλήλου χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος ή σε περίπτωση που ο υπάλληλος προξενεί υπαιτίως την απόλυσή του από τον εργοδότη.
6. Οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 23 του Angestelltengesetz (3) (νόμου περί ιδιωτικών υπαλλήλων, στο εξής: AngG) έχουν ως εξής:
«1. Σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας που έχει διαρκέσει τρία έτη αδιαλείπτως, ο υπάλληλος έχει αξίωση αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως. Η αποζημίωση αυτή είναι ίση με το διπλάσιο του οφειλομένου στον υπάλληλο μισθού για τον τελευταίο μήνα της σχέσεως εργασίας και αυξάνεται μετά από υπηρεσία 5 ετών στο τριπλάσιο, μετά από υπηρεσία 10 ετών στο τετραπλάσιο, μετά από υπηρεσία 15 ετών στο εξαπλάσιο και μετά από υπηρεσία 20 ετών στο δωδεκαπλάσιο του μηνιαίου μισθού. Όλες οι χρονικές περίοδοι τις οποίες ο υπάλληλος συμπλήρωσε σε αμέσως προηγούμενες σχέσεις εργασίας ως εργάτης ή ως μαθητευόμενος στον ίδιο εργοδότη λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως· περίοδοι μιας σχέσεως μαθητείας λαμβάνονται υπόψη, εντούτοις, μόνον αν η υπηρεσιακή σχέση, περιλαμβανομένης της περιόδου μαθητείας, διήρκεσε τουλάχιστον επτά έτη αδιαλείπτως. Χρονικές περίοδοι σχέσεως μαθητείας και μόνο δεν θεμελιώνουν αξίωση για αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως.
[...]
7. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 23a, η αξίωση αποζημιώσεως δεν υφίσταται όταν ο υπάλληλος καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας, όταν λύει πρόωρα τη σύμβαση χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος ή όταν προξενεί υπαιτίως την πρόωρη απόλυσή του.»
7. Δεδομένου ότι, δυνάμει του άρθρου 23 του AngG, το ύψος της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως αποτελεί συνάρτηση της χρονικής διάρκειας της σχέσεως εργασίας, ο υπολογισμός της αποζημιώσεως αυτής μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εξαρτάται από χρονικές περιόδους κατά τις οποίες, καίτοι η εργασιακή σχέση εξακολούθησε να υφίσταται, εντούτοις δεν παρασχέθηκε εργασία. Οι κρίσιμες διατάξεις της αυστριακής νομοθεσίας δεν ρυθμίζουν κατά τρόπο ομοιόμορφο το αν και κατά πόσον μπορούν να λαμβάνονται υπόψη οι χρονικές αυτές περίοδοι.
2. Η συνεκτίμηση των χρονικών περιόδων στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας
8. Όσον αφορά τη θητεία στις αυστριακές ένοπλες δυνάμεις, τόσο η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για τους άνδρες –καλούμενη «Präsenzdienst»– όσο και η εθελοντική θητεία στρατιωτικής εκπαιδεύσεως για τις γυναίκες λαμβάνονται πλήρως υπόψη για τον σχετικό υπολογισμό. Το ίδιο ισχύει για την εναλλακτική θητεία παροχής κοινωνικών υπηρεσιών από τους αντιρρησίες συνειδήσεως («Zivieldienst»). Προϋπόθεση είναι ότι κατά τη διάρκεια της θητείας εξακολουθεί να υφίσταται μια σχέση εργασίας, ήτοι ότι ο εργαζόμενος καλείται να υπηρετήσει τη θητεία του ενόσω διαρκεί η εργασιακή του σχέση. Στην περίπτωση αυτή, η συνεκτίμηση των χρονικών περιόδων στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας κατά τον υπολογισμό της αξιώσεως αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως προκύπτει από το άρθρο 8 του Arbeitsplatz-Sicherungsgesetz (4) (νόμου περί της διασφαλίσεως της θέσεως εργασίας, στο εξής: APSG), το οποίο ορίζει:
«Καθόσον οι αξιώσεις ενός εργαζομένου εξαρτώνται από τον χρόνο υπηρεσίας, οι χρονικές περίοδοι
1) της στρατιωτικής θητείας, κατά το άρθρο 27, παράγραφος 1, Ζ, 1 έως 4, και 6 έως 8 του Wehrgesetz,
2) της στρατιωτικής θητείας υπό την ιδιότητα στρατιώτη με σύμβαση ορισμένου χρόνου, κατά το άρθρο 27, παράγραφος 1, Z 5 του Wehrgesetz, έως 12 μήνες,
3) της στρατιωτικής εκπαιδεύσεως των γυναικών και
4) της εναλλακτικής θητείας,
κατά τη διάρκεια των οποίων υφίστατο η σχέση εργασίας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της χρονικής διάρκειας της υπηρεσίας.»
3. Η συνεκτίμηση χρονικών περιόδων συνδεόμενων με την προστασία της μητρότητας
9. Κατά τη νομολογία του αιτούντος δικαστηρίου (5) πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη οι χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες απαγορεύεται στις εγκύους να εργαστούν κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων περί προστασίας της μητρότητας, ήτοι κατά κανόνα οι τελευταίες οκτώ εβδομάδες προ του τοκετού (άρθρο 3, παράγραφος 1, του Mutterschutzgesetz (6) , νόμου περί προστασίας της μητρότητας, στο εξής: MSchG), καθώς και οι οκτώ εβδομάδες μετά τον τοκετό (άρθρο 5, παράγραφος 1, του MSchG).
4. Ο αποκλεισμός, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του αυστριακού δικαίου, της αδείας ανατροφής ανήλικου τέκνου (γονικής αδείας)
10. Αντιθέτως, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του αυστριακού δικαίου, δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον σχετικό υπολογισμό οι χρονικές περίοδοι γονικής αδείας (καλούμενης «Karenzurlaub»). Πρόκειται για τη δυνατότητα των γονέων να λάβουν άδεια άνευ αποδοχών για την ανατροφή των τέκνων τους, διάρκειας τουλάχιστον τριών μηνών και το αργότερο έως τη συμπλήρωση της ηλικίας των δύο ετών του τέκνου.
11. Όσον αφορά τις γυναίκες, ο αποκλεισμός αυτός προκύπτει επί του παρόντος από το άρθρο 15f, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του ΜSchG:
«Καθόσον δεν συμφωνείται άλλως, η χρονική περίοδος της γονικής αδείας δεν λαμβάνεται υπόψη σε περίπτωση αξιώσεων της γυναίκας υπαλλήλου οι οποίες εξαρτώνται από τον χρόνο υπηρεσίας.»
12. Ως προς τους άνδρες εργαζομένους, το άρθρο 7c του Väter-Karenzgesetz (7) (νόμου περί γονικής αδείας που λαμβάνεται από τον πατέρα, στο εξής: VKG) προβλέπει τον ίδιο αποκλεισμό, παραπέμποντας στις εφαρμοζόμενες στις μητέρες διατάξεις του άρθρου 15f, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του ΜSchG:
«Ως προς την αξίωση για λοιπές αμοιβές, ιδίως για εφάπαξ αμοιβές [...] και ως προς τις αξιώσεις του εργαζομένου που εξαρτώνται από τον χρόνο υπηρεσίας, ισχύει το άρθρο 15f, παράγραφος 1, του MSchG [...].»
13. Η ρύθμιση αυτή αντικατέστησε το 2001 τον Eltern-Karenzurlaubsgesetz του 1989 (νόμο περί γονικής αδείας, στο εξής: EKUG) (8) , στον οποίο παραπέμπει αποκλειστικώς το αιτούν δικαστήριο με τη διάταξη περί παραπομπής. Εντούτοις, ο VKG εφαρμόζεται κατ’ αρχήν, δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου του 14, παράγραφος 8, μόνο στους εργαζομένους των οποίων τα τέκνα γεννήθηκαν μετά την 31η Δεκεμβρίου 2001. Επομένως, ο EKUG εξακολουθεί να εφαρμόζεται στους εργαζομένους των οποίων τα τέκνα γεννήθηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή. Το άρθρο 7c του EKUG, το οποίο, σε αντίθεση με το άρθρο 7c του VKG, δεν παραπέμπει ρητώς στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του ΜSchG, προβλέπει μεταξύ άλλων:
«Ως προς την αξίωση για λοιπές αμοιβές, ιδίως για εφάπαξ αμοιβές [...] και ως προς τις αξιώσεις του εργαζομένου που εξαρτώνται από τον χρόνο υπηρεσίας, ισχύει το άρθρο 15, παράγραφος 1, του MSchG [...].»
5. Η συνεκτίμηση, κατά το μελλοντικό στάδιο εξελίξεως του δικαίου, της γονικής αδείας
14. Το αυστριακό σύστημα της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως μετατράπηκε το 2002, με τον Betriebliches Mitarbeitervorsorgegesetz (9) (νόμο περί του συστήματος προνοίας για το προσωπικό των επιχειρήσεων, στο εξής: BMVG), σε ένα χρηματοδοτούμενο μέσω εισφορών σύστημα ασφαλίσεως (καλούμενο «νέο σύστημα αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως»). Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού την καταβολή των αποζημιώσεων λόγω αποχωρήσεως αναλαμβάνει ένα ταμείο προνοίας των εργαζομένων. Η γονική άδεια θα λαμβάνεται πλέον υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως, ενώ την καταβολή των εισφορών αναλαμβάνει, αντί του εργοδότη, ένα ταμείο εξισορροπήσεως των οικογενειακών βαρών (10) . Εντούτοις, κατ’ εφαρμογήν μεταβατικών διατάξεων (11) , το ανωτέρω περιγραφέν καθεστώς, το οποίο προβλέπει ότι η γονική άδεια δεν λαμβάνεται υπόψη, εξακολουθεί να διέπει τις σχέσεις εργασίας των οποίων το συμβατικώς προβλεπόμενο σημείο ενάρξεως τοποθετείται προ της 31ης Δεκεμβρίου 2002.
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
15. Διάδικοι στην κύρια δίκη είναι η Österreichischer Gewerkschaftsbund, Gewerkschaft der Privatangestellten (αυστριακή συνομοσπονδία συνδικάτων, συνδικαλιστική οργάνωση των ιδιωτικών υπαλλήλων, στο εξής: αιτούσα) και το Wirtschaftskammer Österreich (αυστριακό οικονομικό επιμελητήριο, στο εξής: καθού) στο πλαίσιο διαφοράς του άρθρου 54, παράγραφος 2, του Arbeits- und Sozialgerichtsgesetz (12) (νόμου για τα εκδικάζοντα εργατικές και κοινωνικοασφαλιστικές υποθέσεις διοικητικά δικαστήρια, στο εξής: ASGG). Δυνάμει της διατάξεως αυτής, οι εργοδοτικές ή εργατικές συνδικαλιστικές ενώσεις που έχουν ικανότητα συνάψεως συλλογικών συμβάσεων εργασίας μπορούν, στο πλαίσιο της δραστηριότητάς τους, να ζητούν από το Oberster Gerichtshof τη διαπίστωση της υπάρξεως ή μη δικαιωμάτων ή εννόμων σχέσεων, ακόμη και ανεξαρτήτως από συγκεκριμένες πραγματικές καταστάσεις. Η αίτηση αυτή πρέπει να έχει ως αντικείμενο ζήτημα ουσιαστικού δικαίου στον τομέα των εργατικών διαφορών, το οποίο έχει σημασία για τουλάχιστον τρεις εργοδότες ή εργαζομένους. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής το αιτούν δικαστήριο πρέπει να θεωρείται ως δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ (13) .
16. Τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η αιτούσα είναι, σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 4, του ASGG, δεσμευτικά για το αιτούν δικαστήριο. Σύμφωνα με αυτά, κατά μέσον όρο 57 030 γυναίκες και 1 014 άνδρες κάνουν ετησίως στην Αυστρία χρήση της δυνατότητας λήψεως γονικής αδείας. Αυτό σημαίνει ότι από τους λαμβάνοντες γονική άδεια το 98,253% είναι γυναίκες και το 1,747 % είναι άνδρες. Λόγω ελλείψεως επαρκών κέντρων υποδοχής και φροντίδας για παιδιά έως τριών ετών, πολλές γυναίκες εργαζόμενες δεν έχουν άλλη επιλογή από το να φροντίζουν οι ίδιες τα τέκνα τους λαμβάνοντας γονική άδεια. Όσον αφορά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας, στις περισσότερες περιπτώσεις ισχύει η νομοθετική ρύθμιση, ήτοι οι χρονικές περίοδοι γονικής αδείας δεν υπολογίζονται. Μόνον ένας μικρός αριθμός συλλογικών συμβάσεων περιλαμβάνει ευνοϊκότερη ρύθμιση προβλέπουσα τη συνεκτίμηση της γονικής αδείας.
17. Όσον αφορά τη στρατιωτική θητεία, το πολύ 100 γυναίκες έλαβαν κατά το έτος 2002 εθελοντική στρατιωτική εκπαίδευση στην Αυστρία. Αντιθέτως, τα τελευταία τέσσερα έτη υπηρέτησαν την οκτάμηνη υποχρεωτική στρατιωτική θητεία τους 122 905 άνδρες, εκ των οποίων 110 067 (περίπου 90 %) υπηρέτησαν συνεχώς επί οκτώ μήνες, ενώ οι υπόλοιποι συνδύασαν τη βασική θητεία με μεταγενέστερες χρονικές περιόδους στρατιωτικών ασκήσεων. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω (14) , η νομοθεσία προβλέπει ότι η στρατιωτική και η εναλλακτική θητεία λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.
18. Στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης η αιτούσα υποστήριξε ότι η ισχύουσα αυστριακή νομοθεσία περιάγει τους εργαζομένους που λαμβάνουν γονική άδεια σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους εργαζομένους που υπηρετούν στρατιωτική ή εναλλακτική θητεία. Η δυσμενής αυτή μεταχείριση αφορά πολύ περισσότερο τις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες και δεν είναι δικαιολογημένη.
19. Κατά συνέπεια, η αιτούσα ζητεί από το αιτούν δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η άδεια που λαμβάνουν οι μητέρες για την ανατροφή των τέκνων τους (γονική άδεια για τις μητέρες) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας κατά τον ίδιο τρόπο που λαμβάνεται υπόψη η στρατιωτική ή η εναλλακτική θητεία, ήτοι για χρονική περίοδο έως οκτώ μήνες.
IV – Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
20. Με διάταξη της 22ας Μαΐου 2002, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει ο όρος “αμοιβή” του άρθρου 141 ΕΚ και του άρθρου 1 της οδηγίας 75/117 [...] την έννοια ότι καλύπτει επίσης γενικώς ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις, όπως αυτή του άρθρου 8 του [APSG], σύμφωνα με τις οποίες, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι χρονικές περίοδοι εργασίας σε καθοριζόμενους από τις ανωτέρω ρυθμίσεις τομείς εκπληρώσεως δημοσίων καθηκόντων, κατά τη διάρκεια των οποίων κατά κανόνα δεν είναι δυνατή η συμπλήρωση χρονικών περιόδων ιδιωτικής απασχολήσεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τις αξιώσεις εργατικού δικαίου το περιεχόμενο των οποίων υπολογίζεται βάσει της χρονικής διάρκειας των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου;
2) Έχει το άρθρο 141 ΕΚ, καθώς και το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117 [...] την έννοια ότι,
υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας των αμοιβών,
στο πλαίσιο συστήματος αμοιβών το οποίο αναγνωρίζει στους εργαζομένους, κατ’ ουσία λόγω της εκ μέρους τους επιδείξεως πίστεως προς την επιχείρηση κατά το παρελθόν, όσον αφορά τη μεταβατική περίοδο αναζητήσεως νέας εργασίας, σε περίπτωση οριστικής λύσεως της σχέσεως εργασίας την οποία δεν προκάλεσε ο εργαζόμενος άνευ σπουδαίου λόγου ή η οποία δεν προκλήθηκε από αυτόν υπαιτίως, εφάπαξ αποζημίωση υπολογιζόμενη κλιμακωτά ανάλογα με τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας, όπου οι επί μέρους χρονικές περίοδοι που συμπληρώθηκαν στο πλαίσιο της υπηρεσιακής σχέσεως έχουν απολύτως αυτόνομο χαρακτήρα και επιτρέπεται να αποκλείονται οι περίοδοι αδείας άνευ αποδοχών, όταν η εν λόγω άδεια άνευ αποδοχών λαμβάνεται για λόγους συμφέροντος του εργαζομένου και κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, οι λόγοι δε αυτοί δεν αποτελούν σπουδαίο λόγο ο οποίος θα έδινε το δικαίωμα στον εργαζόμενο να προβεί ο ίδιος σε λύση της σχέσεως εργασίας διατηρουμένης της εφάπαξ αποζημιώσεως,
η κατηγορία των καλυπτομένων από το άρθρο 8 του APSG εργαζομένων ανδρών/γυναικών (κατηγορία Α)
μπορεί να συγκριθεί
με την κατηγορία των εργαζομένων γυναικών, οι οποίες, επικαλούμενες τις ρυθμίσεις του άρθρου 15 του Mutterschutzgesetz αποφασίζουν, μετά τη λήξη της κανονικώς δεκαέξι εβδομάδες διαρκούσας “αδείας λόγω μητρότητας” να λάβουν για τη φροντίδα του τέκνου τους γονική άδεια (“άδεια για την ανατροφή ανήλικου τέκνου”) άνευ αποδοχών έως –κατ’ ανώτατο όριο– τη συμπλήρωση της ηλικίας των δύο ετών του τέκνου (κατηγορία Β);
3) Έχουν το άρθρο 141 ΕΚ και το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ την έννοια ότι οι διαφορές μεταξύ των διαλαμβανόμενων στο δεύτερο ερώτημα κατηγοριών εργαζομένων ανδρών/γυναικών, οι οποίες κυρίως έγκεινται στο ότι στην κατηγορία Α των “υπηρετούντων τη στρατιωτική θητεία”
1. υπάρχει κατά κανόνα υποχρέωση “αναλήψεως υπηρεσίας” ή, εν πάση περιπτώσει, αν η ανάληψη υπηρεσίας είναι εθελοντική,
2. η ανάληψη υπηρεσίας είναι δυνατή μόνον καθόσον αυτή είναι προς το δημόσιο συμφέρον και
3. η παροχή εργασίας στο πλαίσιο υπηρεσιακής σχέσεως που διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο –ή ακόμη και διαφορετικής σχέσεως– κανονικά δεν είναι δυνατή,
ενώ στην περίπτωση της κατηγορίας Β, ήτοι των εργαζομένων ανδρών/γυναικών που βρίσκονται σε “γονική άδεια”
1. απόκειται μόνο στους εργαζόμενους να επιλέξουν αν αυτοί επιθυμούν στο πλαίσιο ορισμένης σχέσεως εργασίας να λάβουν γονική άδεια άνευ αποδοχών για τη φροντίδα του τέκνου τους και
2. να εξακολουθήσουν, κατά τη διάρκεια της εν λόγω γονικής αδείας, στον χρόνο που τους απομένει από τη φροντίδα του τέκνου, να απασχολούνται σε περιορισμένο βαθμό στο πλαίσιο ιδιωτικής υπηρεσιακής σχέσεως,
αρκούν ως αντικειμενική δικαιολογία για τον διαφορετικό υπολογισμό των εν λόγω χρονικών περιόδων για αξιώσεις που εξαρτώνται από τον χρόνο υπηρεσίας;»
21. Η αιτούσα, το καθού, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
V – Επί του πρώτου ερωτήματος
22. Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν ο όρος «αμοιβή» του άρθρου 141 ΕΚ και του άρθρου 1 της οδηγίας 75/117 περιλαμβάνει την οφειλόμενη σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως, όταν για τον υπολογισμό τους λαμβάνονται υπόψη χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν ήταν γενικώς σε θέση να παράσχει εργασία λόγω άλλων εκ του νόμου επιβαλλόμενων υποχρεώσεων, όπως η υποχρέωση εκπληρώσεως στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας. Πράγματι, μόνον εφόσον συνυπολογίζονται χρονικές περίοδοι αυτού του είδους μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ της γονικής αδείας και της στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας στο πλαίσιο του άρθρου 141 ΕΚ και του άρθρου 1 της οδηγίας 75/117.
Α – Α – Περίληψη των κατατεθεισών ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεων
23. Η αιτούσα υποστηρίζει ότι αυξήσεις της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως όπως η προκύπτουσα από το άρθρο 8 του APSG πρέπει, όπως και η ίδια η αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως, να θεωρούνται ως αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ και του άρθρου 1 της οδηγίας 75/117.
24. Το καθού υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι σοβαρά επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι η υποχρέωση παροχής που εκ λόγων δημοσίου συμφέροντος υπέχουν οι εργοδότες του ιδιωτικού τομέα δεν εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής. Το καθού ισχυρίζεται ότι η συνεκτίμηση των χρονικών περιόδων στρατιωτικής θητείας κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως αποτελεί ευεργέτημα χορηγούμενο εκ του νόμου για συγκεκριμένους λόγους κοινωνικής πολιτικής.
25. Παραπέμποντας στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Gruber (15) , η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή περιορίζονται στον ισχυρισμό ότι η «αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως» εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής του άρθρου 141 ΕΚ.
Β – Β – Εκτίμηση
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
26. Οι έννοιες της αμοιβής, όπως χρησιμοποιούνται στο άρθρο 141 ΕΚ και στο άρθρο 1 της οδηγίας 75/117, έχουν το ίδιο περιεχόμενο. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η οδηγία αποσκοπεί ουσιαστικά στη διευκόλυνση της εφαρμογής της αρχής του άρθρου 141 ΕΚ περί ισότητας των αμοιβών και ουδόλως επηρεάζει το περιεχόμενο και την έκταση της εν λόγω αρχής, όπως αυτή ορίζεται με τη εν λόγω διάταξη (16) .
27. Για τους σκοπούς των δύο αυτών διατάξεων, ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, テε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας (άρθρο 141, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ). Όταν για τον καθορισμό των αμοιβών χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως, το σύστημα αυτό πρέπει να βασίζεται σε κοινά κριτήρια για τους εργαζομένους άνδρες και γυναίκες και να επιβάλλεται κατά τρόπο που να αποκλείει τις διακρίσεις λόγω φύλου (άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/117).
28. Όσον αφορά την αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως που οφείλεται κατά την αυστριακή νομοθεσία, δυνάμει του άρθρου 23 του AngG, σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Gruber (17) ότι η παροχή αυτή συνιστά, κατ’ αρχήν, αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ. Η απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο πάγιας νομολογίας κατά την οποία οι αποζημιώσεις που χορηγούνται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της λήξεως της σχέσεως εργασίας αποτελούν μορφή ετεροχρονισμένης αμοιβής, την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος λόγω της εργασίας του και η οποία καταβάλλεται σ’ αυτόν κατά τη λήξη της σχέσεως εργασίας, διευκολύνει την προσαρμογή του στις νέες συνθήκες λόγω της απώλειας της θέσεώς του εργασίας και του εξασφαλίζει πηγή εισοδήματος κατά την περίοδο αναζητήσεως νέας εργασίας (18) .
2. Το νομικό ζήτημα
29. Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το αν η αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως συνιστά αμοιβή όταν για τον υπολογισμό της λαμβάνονται υπόψη χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν είναι γενικώς σε θέση να παράσχει ιδιωτική εργασία, αλλά παρέχει υπηρεσία δημοσίου συμφέροντος, ήτοι υπηρετεί στρατιωτική ή εναλλακτική θητεία.
30. Η έννοια της αμοιβής του άρθρου 141 ΕΚ και του άρθρου 1 της οδηγίας 75/117 συνιστά αυτοτελή νομική έννοια του κοινοτικού δικαίου, στην οποία το Δικαστήριο δίδει ανέκαθεν ευρεία ερμηνεία.
31. Ειδικότερα, εκ του νόμου οφειλόμενες παροχές είναι δυνατό να συνδέονται εμμέσως με τη σχέση εργασίας και, επομένως, να εμπίπτουν στην έννοια της αμοιβής. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το γεγονός και μόνον ότι οι παροχές καταβάλλονται κατ’ εφαρμογή ισχυουσών νομικών διατάξεων δεν αφαιρεί από τις παροχές αυτές τον χαρακτήρα αμοιβής. Δεν ασκεί επιρροή αν η αξίωση απορρέει από άλλη πηγή δικαίου πέραν της συμβάσεως εργασίας, όπως π.χ. από νόμο ο οποίος στηρίζεται αποκλειστικώς στην ύπαρξη σχέσεως εργασίας (19) . Αρκεί η παροχή να χορηγείται από τον εργοδότη λόγω της υφιστάμενης σχέσεως εργασίας (20) .
32. Επομένως, με την απόφαση Gruber (21) το Δικαστήριο ευλόγως υπήγαγε την κατά την αυστριακή νομοθεσία αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως στην έννοια της αμοιβής. Εν προκειμένω, δεν ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά την έννοια της αποφάσεως Gruber ή να αποστεί από αυτή. Αντιθέτως, πρόκειται για διαφορετικό ζήτημα, με το οποίο δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Gruber, ήτοι για τη συνεκτίμηση χρονικών περιόδων κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν είναι γενικώς σε θέση να παράσχει εργασία λόγω άλλων, εκ του νόμου επιβαλλόμενων υποχρεώσεων, όπως η υποχρέωση εκπληρώσεως στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας.
3. Εκτίμηση
33. Όπως επανειλημμένως έκρινε το Δικαστήριο, το ζήτημα αν και κατά πόσον μια καταβαλλόμενη από τον εργοδότη παροχή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ εξαρτάται αποκλειστικώς από το αντλούμενο από τη διάταξη αυτή κριτήριο της θέσεως εργασίας (22) . Επομένως, εν προκειμένω ανακύπτει το ερώτημα αν η καταβολή στην Αυστρία της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως χωρεί τουλάχιστον εμμέσως λόγω της υφιστάμενης σχέσεως εργασίας (23) , στο μέτρο που λαμβάνονται υπόψη χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν είναι γενικώς σε θέση να παράσχει εργασία λόγω άλλων, εκ του νόμου επιβαλλόμενων υποχρεώσεων.
34. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, επιβάλλεται να ληφθεί ως αφετηρία η παραδοχή ότι στο πλαίσιο συμβάσεως εργασίας υφίσταται μια σχέση αμοιβαιότητας (αμφοτεροβαρής σχέση) μεταξύ παροχής και αντιπαροχής. Η χορηγούμενη από τον εργοδότη στον εργαζόμενο αποζημίωση μπορεί να θεωρηθεί ως αμοιβή μόνον εφόσον συνιστά –μεταξύ άλλων– αντιπαροχή για παρασχεθείσες υπηρεσίες ή κίνητρο για μελλοντικές υπηρεσίες του εργαζομένου. Η σύνδεση με τη σχέση εργασίας πρέπει να μπορεί να συναχθεί τουλάχιστον από το ότι η χορήγηση της παροχής αυτής στον εργαζόμενο γίνεται προς το, οποιασδήποτε φύσεως, συμφέρον της επιχειρήσεως.
α) Η υπάρχουσα νομολογία
35. Μέχρι σήμερα το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί μόνον ακροθιγώς με ερωτήματα όπως το εν προκειμένω υποβληθέν, το οποίο αφορά τη συνεκτίμηση, για τον υπολογισμό παροχών, των χρονικών περιόδων κατά τις οποίες δεν παρασχέθηκε εργασία κατ’ εφαρμογή νομοθετικών διατάξεων.
36. Στην υπόθεση Bötel, παραδείγματος χάριν, ένα μέλος της επιτροπής εργαζομένων μιας επιχειρήσεως δεν ασκούσε, όπως είχε τη δυνατότητα εκ του νόμου, τη συμφωνηθείσα με τη σύμβαση εργασίας δραστηριότητα κατά τη διάρκεια προγράμματος εκπαιδευτικών μαθημάτων (24) . Η υπόθεση Rinner-Kühn αφορούσε την εξακολούθηση καταβολής της αμοιβής σε περίπτωση ασθενείας (25) . Αντικείμενο της υποθέσεως Gillespie κ.λπ. ήταν η αμοιβή των γυναικών εργαζομένων κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας (26) .
37. Είναι μεν αληθές ότι, με τις τρεις αυτές αποφάσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι ενέπιπταν στην έννοια της αμοιβής αποζημιώσεις (27) πυ καταβλήθηκαν για χρονικές περιόδους κατά τις οποίες οι γυναίκες εργαζόμενοι δεν παρείχαν εργασία δυνάμει νομοθετικών διατάξεων. Εντούτοις, παρά την εκ του νόμου απαλλαγή από την υποχρέωση παροχής εργασίας, η χρηματική παροχή που έπρεπε να χορηγηθεί στις γυναίκες εργαζομένους συνδεόταν στενά, και στα τρία παραδείγματα, με τη σχέση εργασίας.
38. Ειδικότερα, τα μέλη επιτροπής εργαζομένων επιχειρήσεως έχουν κατ’ ανάγκη την ιδιότητα του εργαζομένου της επιχειρήσεως και είναι επιφορτισμένα με τη μέριμνα των συμφερόντων του προσωπικού, συμβάλλοντας στη διασφάλιση αρμονικών σχέσεων εργασίας εντός της επιχειρήσεως και προς το γενικό συμφέρον αυτής (28) . Η εξακολούθηση καταβολής της αμοιβής σε περίπτωση ασθενείας επίσης συνδέεται, εν τέλει, με το συμφέρον της επιχειρήσεως, καθόσον διευκολύνει την αποκατάσταση της ικανότητας του εργαζομένου προς εργασία. Όσον αφορά την άδεια μητρότητας, ήτοι τη χρονική περίοδο εφαρμογής των εκ του νόμου απαγορεύσεων παροχής εργασίας αμέσως πριν και μετά τον τοκετό, αυτή αποσκοπεί στην προστασία της υγείας της εγκύου και, επομένως, και στην περίπτωση αυτή στη διατήρηση της ικανότητάς της προς εργασία (29) .
39. Στις τρεις αυτές περιπτώσεις, η συνεκτίμηση χρονικών περιόδων κατά τις οποίες δεν παρασχέθηκε εργασία αποσκοπεί, εν τέλει, στην επίτευξη σκοπών που προκύπτουν από το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΕΚ, τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (30) , τον Κοινοτικό Χάρτη των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων (31) και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (32) : αφενός, του δικαιώματος ενημερώσεως και ακροάσεως των εργαζομένων εντός της επιχειρήσεως και, αφετέρου, το δικαίωμα εργασίας υπό συνθήκες σεβασμού της υγείας, της ασφάλειας και της αξιοπρέπειας. Κατά συνέπεια, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υφίσταται σαφής σύνδεση με τη σχέση εργασίας και πρόδηλο συμφέρον της επιχειρήσεως προς καταβολή της παροχής.
β) Η περίπτωση της μη παροχής εργασίας λόγω άλλων, επιβαλλόμενων εκ του νόμου, υποχρεώσεων
40. Αντιθέτως, η κατάσταση είναι διαφορετική όταν ο εργαζόμενος δεν δύναται να παράσχει ιδιωτική εργασία λόγω άλλων, εκ του νόμου επιβαλλόμενων υποχρεώσεων, όπως η εκπλήρωση στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας: κατά τη χρονική περίοδο αναστολής της σχέσεώς του εργασίας, ο εργαζόμενος δεν μένει χωρίς απασχόληση, αλλά αντιθέτως απασχολείται από άλλον εργοδότη, ο οποίος του παρέχει κατά κανόνα επίσης αποζημίωση και κοινωνική ασφάλιση. Η δραστηριότητα του εργαζομένου κατά τη χρονική αυτή περίοδο ουδόλως συνδέεται με την ευρισκόμενη πλέον σε αναστολή σχέση εργασίας με τον προηγούμενο εργοδότη του. Ασκείται αποκλειστικώς για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ουδέν όφελος υφίσταται για την επιχείρηση από την οποία ο εργαζόμενος, κατά κάποιο τρόπο, «ξεριζώνεται» κατά τη χρονική αυτή περίοδο· αντιθέτως, στις περισσότερες περιπτώσεις τούτο συνεπάγεται πρόσθετο οργανωτικό κόστος για την επιχείρηση.
41. Η αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως στερείται της κλασικής διπλής λειτουργίας της στο μέτρο που για τον υπολογισμό της λαμβάνονται υπόψη χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν ήταν σε θέση να παράσχει εργασία λόγω εκ του νόμου επιβαλλόμενων υποχρεώσεων. Πράγματι, η αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως λειτουργεί κατά κανόνα, αφενός, ως ανταμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και την αφοσίωση στην επιχείρηση και, αφετέρου, ως προσωρινή αποζημίωση ενόψει της αναζητήσεως νέας θέσεως εργασίας. Αντιθέτως, το στοιχείο της «ανταμοιβής» καθίσταται αμελητέας σημασίας όταν ο εργαζόμενος δεν ήταν σε θέση να παράσχει εργασία στην επιχείρηση λόγω άλλων, εκ του νόμου επιβαλλόμενων υποχρεώσεων· στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος παρείχε υπηρεσίες για λόγους δημοσίου συμφέροντος και όχι προς το συμφέρον της επιχειρήσεως. Συνεπώς, κατά τη χρονική αυτή περίοδο η αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως δεν έχει χαρακτήρα «ετεροχρονισμένης αμοιβής» κατά την έννοια της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου (33) .
42. Στην περίπτωση που ο εθνικός νομοθέτης προβλέπει για λόγους κοινωνικής πολιτικής τη συνεκτίμηση χρονικών περιόδων δημόσιας υπηρεσίας κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως, τότε τα βάρη που αντιστοιχούν στο κοινωνικό σύνολο μετατίθενται σε μια συγκεκριμένη ομάδα, εν προκειμένω αυτή των εργοδοτών. Η ρύθμιση αυτή σκοπό έχει την αποφυγή δημιουργίας οικονομικών μειονεκτημάτων για τον εργαζόμενο που κατά τη διάρκεια της σχέσεώς του εργασίας καλείται από το κράτος να υπηρετήσει στρατιωτική ή εναλλακτική θητεία και, επομένως, να προσφέρει υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο, σε σχέση με τους εργαζομένους οι οποίοι εξακολουθούν να εργάζονται στην επιχείρηση κατά τη χρονική αυτή περίοδο και αποκτούν μεγαλύτερες αξιώσεις αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως.
43. Στην περίπτωση αυτή, η μόνη σύνδεση με τη σχέση εργασίας έγκειται στην υποχρέωση του εργοδότη έναντι του κράτους, ήτοι στην εκ του νόμου υποχρέωσή του (34) να λαμβάνει υπόψη τις χρονικές περιόδους στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως και να καταβάλλει στον αποχωρούντα εργαζόμενο χρηματική παροχή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη βάσει του πραγματικού χρόνου απασχολήσεώς του στην επιχείρηση. Περαιτέρω σύνδεση με τη σχέση εργασίας δεν υφίσταται, ιδίως από απόψεως συμφέροντος, οποιασδήποτε φύσεως, της επιχειρήσεως προς καταβολή της μεγαλύτερης αυτής χρηματικής παροχής.
γ) Πρόταση
44. Στην περίπτωση που η μόνη σύνδεση με τη σχέση εργασίας είναι η εκ μέρους του νομοθέτη επιβολή υποχρεώσεως στον εργοδότη, το προβλεπόμενο στα άρθρα 141 ΕΚ και 1 της οδηγίας 75/117 κριτήριο της θέσεως εργασίας δεν πληρούται. Στο μέτρο που για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως λαμβάνονται υπόψη χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν είναι γενικώς σε θέση να παράσχει εργασία λόγω εκ του νόμου επιβαλλόμενων υποχρεώσεων έναντι άλλου εργοδότη, όπως η υποχρέωση εκπληρώσεως στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας, η αποζημίωση αυτή δεν καταβάλλεται ούτε άμεσα ούτε έμμεσα λόγω της θέσεως εργασίας, όπως επιβάλλει το άρθρο 141 ΕΚ. Αντιθέτως, στην περίπτωση αυτή ο εθνικός νομοθέτης μεταθέτει βάρη του κοινωνικού συνόλου στον εργοδότη.
45. Συνεπώς, στην έννοια της αμοιβής πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι δεν περιλαμβάνει χρηματική παροχή όπως η αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως που οφείλεται στην Αυστρία σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας, στο μέτρο που για τον υπολογισμό της λαμβάνονται υπόψη χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν είναι γενικώς σε θέση να παράσχει εργασία λόγω εκ του νόμου επιβαλλόμενων υποχρεώσεων έναντι άλλου εργοδότη, όπως η υποχρέωση εκπληρώσεως στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας (35) .
VI – Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
46. Με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 141 ΕΚ και το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117 απαγορεύουν ως εισάγουσα έμμεση δυσμενή διάκριση εθνική νομοθετική ρύθμιση, όπως ο αυστριακός MSchg, βάσει της οποίας οι χρονικές περίοδοι γονικής αδείας δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως που καταβάλλεται σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.
47. Αν στην έννοια της αμοιβής δοθεί η ανωτέρω προτεινόμενη ερμηνεία (36) , τότε παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο και τρίτο ερώτημα, δεδομένου ότι το ζήτημα δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ και του άρθρου 1 της οδηγίας 75/117. Εντούτοις, για λόγους πληρότητας θα εξετάσω στη συνέχεια τα νομικά ζητήματα που εγείρουν το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
Α – Α – Περίληψη των κατατεθεισών ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεων
1. Η Αυστριακή Κυβέρνηση
48. Όσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 7c του VKG, η Αυστριακή Κυβέρνηση αποκλείει την ύπαρξη έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως, δεδομένου ότι οι χρονικές περίοδοι γονικής αδείας δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως ούτε για τους άνδρες ούτε για τις γυναίκες.
49. Επιπλέον, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ των εργαζομένων που λαμβάνουν γονική άδεια και εκείνων που υπηρετούν στρατιωτική ή εναλλακτική θητεία. Κατά συνέπεια, η διαφοροποίηση κατά τη συνεκτίμηση των χρονικών περιόδων γονικής αδείας για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως στηρίζεται σε αντικειμενικούς λόγους και δεν οφείλεται σε παράγοντες σχετικούς με το φύλο των εργαζομένων.
50. Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, η λήψη γονικής αδείας δυνάμει του ΜSchG και του VKG απόκειται αποκλειστικώς στη βούληση των εργαζομένων, στους οποίους παρέχεται δυνατότητα ελεύθερης επιλογής. Οι εργαζόμενοι δεν υποχρεούνται εκ του νόμου να λάβουν γονική άδεια. Το δικαίωμα γονικής αδείας αποσκοπεί απλώς στην ενίσχυση της νομικής καταστάσεως του εργαζομένου έναντι του εργοδότη.
51. Η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η σχέση αμοιβαιότητας στην οποία στηρίζεται η σύμβαση εργασίας (αμφοτεροβαρής χαρακτήρας των υποχρεώσεων στο πλαίσιο του εργατικού δικαίου) συνεπάγεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, τον μη υπολογισμό των χρονικών περιόδων κατά τις οποίες η σχέση εργασίας αναστέλλεται βάσει της ελεύθερης βουλήσεως του εργαζομένου και δεν παρέχεται εργασία.
52. Αντιθέτως, κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, η διάταξη του άρθρου 8 του APSG, η οποία εφαρμόζεται στους εργαζομένους που υπηρετούν στρατιωτική ή εναλλακτική θητεία, αποτελεί δικαιολογημένη παρέκκλιση από την ιδέα της αμοιβαιότητας. Η ρυθμιζόμενη σε επίπεδο συντάγματος υποχρέωση στρατιωτικής θητείας συνιστά νομική υποχρέωση γενικού συμφέροντος, την οποία ο εργαζόμενος οφείλει να εκπληρώσει (37) . Η έννομη τάξη ορίζει ότι ο ιδιώτης δεν μπορεί να διαφύγει την υποχρέωση αυτή και προβλέπει, προκειμένου να εξασφαλισθεί η εκπλήρωσή της, την ταυτόχρονη αναστολή της συμβάσεως εργασίας. Δεδομένου ότι ο εργαζόμενος δεν έχει συναφώς περιθώριο επιλογής, θα ήταν άδικο να μη λαμβάνονται υπόψη οι χρονικές αυτές περίοδοι κατά τον υπολογισμό της αξιώσεως αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως. Η μερική επέκταση της ρυθμίσεως αυτής στους υπηρετούντες εθελοντική στρατιωτική θητεία δεν συνιστά ουσιώδη παρέκκλιση από την αρχή αυτή. Κατά την άποψη αυτή, το στοιχείο της εθελοντικής εκπληρώσεως θητείας στις ένοπλες δυνάμεις σχετίζεται επίσης με υπέρτερα στρατιωτικά συμφέροντα και, επομένως, με το δημόσιο συμφέρον.
53. Η Αυστριακή Κυβέρνηση επισημαίνει ότι παρόμοιες νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες έχουν δεσμευτική ισχύ και εφαρμόζονται απευθείας, χωρίς δυνατότητα επιλογής εκ μέρους των εργαζομένων, ισχύουν ως προς τις απαγορεύσεις εργασίας των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 1, του ΜSchG, ήτοι για τις οκτώ εβδομάδες που προηγούνται και έπονται του τοκετού, άλλα όχι ως προς τη γονική άδεια.
2. Η Επιτροπή
54. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (38) , το εθνικό δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία. Σ’ αυτό, εν τέλει, εναπόκειται να κρίνει αν και σε ποιο βαθμό μια νομοθετική διάταξη που εφαρμόζεται μεν ανεξαρτήτως του φύλου του εργαζομένου, πλήττει όμως στην πράξη περισσότερο τις γυναίκες παρά τους άνδρες, δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Πάντως, δεδομένου ότι το Δικαστήριο καλείται να δώσει χρήσιμες απαντήσεις στο εθνικό δικαστήριο, είναι αρμόδιο να παράσχει στοιχεία που θα επιτρέψουν στο εθνικό δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του.
55. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η μη συνεκτίμηση των χρονικών περιόδων γονικής αδείας κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 15f του ΜSchG, περιάγει σε μειονεκτική θέση την κατηγορία των εργαζομένων που λαμβάνουν γονική άδεια σε σχέση με τους εργαζομένους που δεν κάνουν χρήση του δικαιώματος αυτού. Από τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι από τη μη συνεκτίμηση της γονικής αδείας θίγονται κυρίως εργαζόμενες γυναίκες. Τούτο συνηγορεί υπέρ της παραδοχής περί υπάρξεως έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως, εκτός εάν η άνιση αυτή μεταχείριση δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους που δεν συνδέονται με οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου.
56. Ως προς το ζήτημα της αντικειμενικής δικαιολογήσεως, η Επιτροπή παραπέμπει κατ’ αρχάς στη νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία το γεγονός και μόνον ότι η νομοθετική διάταξη πλήττει σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό γυναικών εργαζομένων απ’ ό,τι ανδρών εργαζομένων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση του άρθρου 141 ΕΚ (39) . Επιπλέον, επισημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των πρόσφορων μέτρων για την επίτευξη των σκοπών τους κοινωνικής πολιτικής και πολιτικής απασχολήσεως (40) .
57. Εντούτοις, τούτο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί κενή περιεχομένου η εφαρμογή μιας θεμελιώδους αρχής του κοινοτικού δικαίου όπως η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ των εργαζομένων ανδρών και των εργαζομένων γυναικών· ισχυρισμοί γενικής φύσεως δεν αρκούν προς δικαιολόγηση άνισης μεταχειρίσεως (41) . Στην Αυστριακή Κυβέρνηση εναπόκειται να υποστηρίξει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι η μη συνεκτίμηση των χρονικών περιόδων γονικής αδείας, σύμφωνα με το άρθρο 15f του ΜSchG, κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως του άρθρου 23 του AngG δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες που δεν συνδέονται με οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου. Από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει αν οι αυστριακές αρχές προέβαλαν τέτοιους λόγους ή όχι.
58. Η Επιτροπή αμφισβητεί την ύπαρξη σκοπού κοινωνικής πολιτικής που χρήζει προστασίας και δικαιολογεί αντικειμενικώς τη διαπιστωθείσα και αφορώσα κυρίως τις γυναίκες εργαζομένους άνιση μεταχείριση.
59. Από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Roks κ.λπ. (42) προκύπτει ότι λόγοι αναγόμενοι στον κρατικό προϋπολογισμό δεν μπορούν να δικαιολογούν διάκριση σε βάρος ενός από τα δύο φύλα. Συναφώς, είναι άνευ σημασίας αν το ίδιο το κράτος μέλος αναλαμβάνει το βάρος ή αν το μεταθέτει στον εργοδότη. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις πρόκειται για λόγους αμιγώς δημοσιονομικού χαρακτήρα, τους οποίους το Δικαστήριο δεν δέχεται ως δικαιολογητικούς λόγους.
60. Κατά την Επιτροπή, πρέπει περαιτέρω να ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του αιτούντος δικαστηρίου, είναι δυνατό να συνυπολογίζονται χρονικές περίοδοι μη πραγματικής εργασίας, όπως οι χρονικές περίοδοι ανικανότητας προς εργασία, κανονικής αδείας ή προστασίας της μητρότητας. Κατά του ισχυρισμού αυτού δεν μπορεί να προβληθεί ότι πρόκειται για χρονικές περιόδους που συνδέονται με τη συγκεκριμένη σχέση εργασίας. Η χρονική περίοδος γονικής αδείας εντάσσεται επίσης εντός ισχύουσας σχέσεως εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας απλώς αναστέλλεται η εκπλήρωση των κυρίων υποχρεώσεων.
61. Όσον αφορά την απόφαση Gruber (43) , η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι σκέψεις του Δικαστηρίου δεν μπορούν να εφαρμοσθούν άνευ ετέρου σε πραγματικά περιστατικά όπως αυτά της υπό κρίση υποθέσεως. Στην υπόθεση Gruber, η γυναίκα εργαζόμενη είχε ενημερώσει τον εργοδότη προ της λήξεως της γονικής αδείας ότι δεν θα επέστρεφε στη θέση εργασίας της. Εν προκειμένω, αντιθέτως, πρόκειται για απόλυση εκ μέρους του εργοδότη ή για παραίτηση του εργαζομένου για σπουδαίο λόγο, ήτοι για λήξη της σχέσεως εργασίας η οποία σε αμφότερες τις περιπτώσεις ανάγεται αποκλειστικώς στον εργοδότη.
62. Τέλος, η Επιτροπή έχει αμφιβολίες ως προς το αν η ιδιότητα του γονέα συνδέεται πράγματι μόνο με το ιδιωτικό συμφέρον ή αν πρόκειται για ιδιότητα υπέρτερης κοινωνικής σημασίας. Συναφώς, η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση Hill και Stapleton (44) , με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι η προστασία της γυναίκας στην οικογενειακή και στην επαγγελματική ζωή αποτελεί, όπως και εκείνη του άνδρα, αρχή που αναγνωρίζεται από τις έννομες τάξεις των κρατών μελών και από το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, ότι είναι ανάγκη να προσαρμοσθούν οι συνθήκες εργασίας στις οικογενειακές υποχρεώσεις.
63. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται κάποιος αντικειμενικός παράγοντας, μη συνδεόμενος με διάκριση λόγω φύλου, ο οποίος να δικαιολογεί την απορρέουσα από το άρθρο 15f του ΜSchG άνιση μεταχείριση σε βάρος των γυναικών εργαζομένων.
3. Η αιτούσα
64. Η αιτούσα αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει άμεση δυσμενής διάκριση, δεδομένου ότι οι χρονικές περίοδοι γονικής αδείας δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως ούτε για τους άνδρες ούτε για τις γυναίκες. Εντούτοις, υποστηρίζει ότι η μη συνεκτίμηση της γονικής αδείας, για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως, κατά τον ίδιο τρόπο με τη θητεία στις ένοπλες δυνάμεις συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση σε βάρος των γυναικών εργαζομένων.
65. Κατά την αιτούσα, η ρύθμιση των ισχυόντων στην Αυστρία άρθρων 15f, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του ΜSchG και 7c του VKG περιάγει σε μειονεκτική θέση τους εργαζομένους που λαμβάνουν γονική αδεία σε σχέση με εκείνους που εξακολουθούν να παρέχουν εργασία και να συμπληρώνουν χρονικές περιόδους που συνεκτιμώνται κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως ή με εκείνους των οποίων η στρατιωτική θητεία συνεκτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 8 του APSG. Από το γεγονός ότι η γονική άδεια λαμβάνεται σε ποσοστό 98,253 % από γυναίκες και ότι η στρατιωτική θητεία πραγματοποιείται σε ποσοστό 99,5 % από άνδρες η αιτούσα συνάγει ότι η δυσμενής αντιμετώπιση της γονικής αδείας κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως αφορά κυρίως τις γυναίκες, ενώ από τη συνεκτίμηση των χρονικών περιόδων στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας ωφελούνται κυρίως οι άνδρες εργαζόμενοι.
66. Η αιτούσα υπογραμμίζει τη σημασία που αποδίδεται στη φροντίδα των παιδιών από την κοινωνία και τη νομολογία του Δικαστηρίου και απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η λήψη γονικής αδείας αποτελεί ελεύθερη απόφαση, ενώ η εκπλήρωση στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας υποχρέωση δημοσίου συμφέροντος. Η αιτούσα υποστηρίζει ότι η απόφαση για την εξακολούθηση της φροντίδας του παιδιού διά της λήψεως γονικής αδείας, μετά τη λήξη της αδείας μητρότητας, δεν είναι πραγματικά ελεύθερη. Αντιθέτως, λόγω ελλείψεως κέντρων υποδοχής και φροντίδας για παιδιά έως δύο ετών, οι γυναίκες αναγκάζονται στην πράξη να λάβουν γονική άδεια. Επιπλέον, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τον νόμο σε σχέση με τη φροντίδα των παιδιών· οι σχετικές παραλείψεις τιμωρούνται από την ποινική νομοθεσία (45) . Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, από απόψεως εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, δεν ασκεί επιρροή αν μια ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου υποχρέωση συνεπάγεται ότι ένας εργαζόμενος δεν παρέχει εργασία κατά τη διάρκεια ορισμένης χρονικής περιόδου.
67. Η αιτούσα επισημαίνει ορισμένες πτυχές της στρατιωτικής θητείας οι οποίες, κατά την άποψή της, συνδέονται περισσότερο με το ιδιωτικό παρά με το δημόσιο συμφέρον, όπως, λόγου χάρη, η κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου δυνατότητα αναβολής ή αναστολής της εκπληρώσεως της θητείας.
68. Κατά την αιτούσα, η γονική άδεια και η στρατιωτική ή εναλλακτική θητεία μπορούν να συγκριθούν επίσης από την άποψη ότι μια παράλληλη επαγγελματική δραστηριότητα περιορισμένης εκτάσεως είναι θεωρητικώς δυνατή, αλλά σπανίως εφαρμόζεται στην πράξη.
69. Η αιτούσα υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται αντικειμενικός δικαιολογητικός λόγος για την άνιση αυτή μεταχείριση. Ειδικότερα, ο κίνδυνος υπερβολικής επιβαρύνσεως του εργοδότη δεν ανακύπτει μόνο στην περίπτωση της γονικής αδείας. Ο αυστριακός νομοθέτης επίσης τόνισε, εν τω μεταξύ, ότι η άνιση μεταχείριση μεταξύ των υπηρετούντων στρατιωτική θητεία και των γονέων που λαμβάνουν γονική άδεια δεν δικαιολογείται από απόψεως κοινωνικής πολιτικής (46) , εντούτοις αποφάσισε τον τερματισμό της μόνο για το μέλλον και όχι για το παρελθόν (47) .
4. Το καθού
70. Το καθού τονίζει ότι δεν τίθεται ζήτημα συγκρίσεως μεταξύ της κατηγορίας των προσώπων που λαμβάνουν γονική άδεια και της κατηγορίας των προσώπων που υπηρετούν στρατιωτική θητεία. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι η λήψη γονικής αδείας γίνεται προς το συμφέρον του εργαζομένου, ενώ η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας συνιστά υποχρέωση δημοσίου συμφέροντος. Δεδομένου ότι είναι διαφορετικός ο σκοπός των ρυθμίσεων που αφορούν τις δύο κατηγορίες προσώπων, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα συγκρίσεώς τους (48) .
71. Το καθού προσθέτει ότι η υποχρέωση εκπληρώσεως στρατιωτικής θητείας αφορά αποκλειστικώς τους άνδρες, γεγονός που τους θέτει σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τις γυναίκες εργαζομένους. Από την απόφαση Schnorbus (49) προκύπτει ότι οι ευνοϊκές ρυθμίσεις που αποσκοπούν στην αντιστάθμιση του χρόνου που αφιερώνεται για την εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους.
Β – Β – Εκτίμηση
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
72. Στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να συγκρίνει δύο κατηγορίες προσώπων, ήτοι των υπηρετούντων στρατιωτική ή εναλλακτική θητεία, αφενός, και των ευρισκόμενων σε γονική άδεια εργαζομένων, αφετέρου (50) , και να αποφανθεί επί των μεταξύ τους διαφορών, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι το εθνικό δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία. Κατά πάγια νομολογία, σ’ αυτό εναπόκειται, εν τέλει, να κρίνει αν και σε ποιο βαθμό μια ουδέτερα διατυπωμένη νομοθετική διάταξη που πλήττει στην πράξη σημαντικά υψηλότερο ποσοστό εργαζομένων ορισμένου φύλου δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, μη συνδεόμενους προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου (51) .
73. Πάντως, το Δικαστήριο, καλούμενο να δώσει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμες απαντήσεις, είναι αρμόδιο να παράσχει, με βάση τη δικογραφία της κύριας δίκης και τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που του υποβλήθηκαν, στοιχεία που θα επιτρέψουν στο εθνικό δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του (52) .
2. Απουσία έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως
74. Εάν μια εθνική ρύθμιση προέβλεπε, κάνοντας ευθέως μνεία στο φύλο, άνιση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως, τότε θα συνέτρεχε περίπτωση άμεσης δυσμενούς διακρίσεως.
75. Όσον αφορά το πλέον πρόσφατο στάδιο εξελίξεως του αυστριακού δικαίου («νέο σύστημα αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως»), η άνευ διακρίσεων συνεκτίμηση των χρονικών περιόδων γονικής αδείας, τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες, προκύπτει από το άρθρο 7, παράγραφος 4, του ΒΜVG (53) .
76. Το προγενέστερο νομικό καθεστώς των άρθρων 15f, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του ΜSchG και 7c του VKG, το οποίο εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε μεγάλο αριθμό συμβάσεων εργασίας (54) , προβλέπει την ίδια ρύθμιση για αμφότερα τα φύλα, έστω και αν αυτή έχει το αντίστροφο περιεχόμενο: οι χρονικές περίοδοι γονικής αδείας δεν λαμβάνονται υπόψη.
77. Αμφιβολίες είναι δυνατό να υπάρξουν μόνον ως προς το άρθρο 7c του EKUG, το οποίο προηγήθηκε χρονικώς του άρθρου 7c του VKG. Η ρύθμιση αυτή, η οποία εξακολουθεί να ισχύει για ορισμένο αριθμό παλαιών υποθέσεων (55) , δεν προβλέπει για τους άνδρες εργαζομένους ρητή παραπομπή στην εφαρμοζόμενη στις μητέρες διάταξη του άρθρου 15f, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του ΜSchG, σύμφωνα με την οποία αποκλείεται η συνεκτίμηση των επίμαχων χρονικών περιόδων. Κατά συνέπεια, από το γράμμα του άρθρου 7c του EKUG προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, ότι οι άνδρες εργαζόμενοι βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τις εργαζόμενες γυναίκες, διότι ο νόμος δεν αποκλείει στην περίπτωσή τους τη συνεκτίμηση των χρονικών περιόδων γονικής αδείας κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως (56) . Εντούτοις, όπως προκύπτει από τη δικογραφία και όπως επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και οι διάδικοι της κύριας δίκης δέχονται ότι η διάταξη του άρθρου 7c του EKUG παράγει τα ίδια έννομα αποτελέσματα για τους άνδρες και για τις γυναίκες, ήτοι τον αποκλεισμό της συνεκτιμήσεως των χρονικών περιόδων γονικής αδείας κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως (57) . Μπορεί να γίνει δεκτό ότι το γράμμα του άρθρου 7c του EKUG δεν είναι κατά κύριο λόγο απόρροια συνειδητής αποφάσεως του νομοθέτη, αλλά σφάλματος κατά τη διατύπωση, του οποίου η εφαρμογή στην πράξη δεν συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις και το οποίο διορθώθηκε εν τω μεταξύ με το άρθρο 7c του VKG (58) .
78. Συνεπώς, καμία εκ των εφαρμοζόμενων στην Αυστρία νομοθετικών διατάξεων περί γονικής αδείας δεν συνεπάγεται άμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.
3. Απουσία έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως
79. Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων απαγορεύει όχι μόνον την εφαρμογή διατάξεων που εισάγουν διακρίσεις οι οποίες βασίζονται άμεσα στο φύλο, αλλά και την εφαρμογή διατάξεων οι οποίες διατηρούν σε ισχύ τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων βάσει κριτηρίων που δεν βασίζονται στο φύλο, εφόσον η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν μπορεί να εξηγηθεί από παράγοντες αντικειμενικά δικαιολογημένους και μη συνδεόμενους με οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου (59) .
80. Επομένως, προκειμένου να διαπιστωθεί αν σε δεδομένη περίπτωση υπάρχει έμμεση δυσμενής διάκριση, πρέπει να εξετασθούν δύο ζητήματα: κατ’ αρχάς, πρέπει να εξετασθεί αν πράγματι υπάρχει άνιση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, δεδομένου ότι δυσμενής διάκριση υπάρχει μόνον σε περίπτωση εφαρμογής διαφορετικών κανόνων σε παρεμφερείς καταστάσεις ή σε περίπτωση εφαρμογής του ίδιου κανόνα σε διαφορετικές καταστάσεις (60) . Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει εν συνεχεία να εξετασθεί αν η άνιση αυτή μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικώς.
81. Συναφώς, υπάρχουν δύο πιθανά σημεία εκκινήσεως: αφενός, η προτεινόμενη από το αιτούν δικαστήριο σύγκριση μεταξύ των εργαζομένων που λαμβάνουν γονική άδεια και εκείνων που υπηρετούν στρατιωτική ή εναλλακτική θητεία (61) · αφετέρου, η σύγκριση μεταξύ των εργαζομένων που λαμβάνουν γονική άδεια και εκείνων που εξακολουθούν να εργάζονται στην επιχείρηση κατά τη χρονική αυτή περίοδο.
α) Η σύγκριση μεταξύ γονικής αδείας και στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας
82. Όσον αφορά την πρώτη σύγκριση –μεταξύ, αφενός, των εργαζομένων που λαμβάνουν γονική άδεια στο πλαίσιο ευρισκόμενης σε εξέλιξη σχέσεως εργασίας και, αφετέρου, εκείνων που κατά την ίδια χρονική περίοδο υπηρετούν στρατιωτική ή εναλλακτική θητεία–, το αυστριακό δίκαιο προβλέπει την εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων στις δύο κατηγορίες προσώπων (62) . Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα αν οι εργαζόμενοι τους οποίους αφορούν οι διατάξεις αυτές βρίσκονται σε παρεμφερείς καταστάσεις (63) .
83. Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες μεταξύ των συνεπειών της γονικής αδείας και αυτών της στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας ως προς τη σχέση εργασίας. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η σχέση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και οι κύριες υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν αναστέλλονται: ο εργαζόμενος δεν παρέχει εργασία και ο εργοδότης δεν καταβάλλει αμοιβή.
84. Εντούτοις, υπάρχουν σαφείς διαφορές ως προς τους λόγους αναστολής της σχέσεως εργασίας και το περιθώριο επιλογής που διατηρεί συναφώς ο εργαζόμενος. Η εκπλήρωση της θητείας στις ένοπλες δυνάμεις και της εναλλακτικής θητείας συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον, καθώς και με την ιδιότητα του πολίτη· στο πλαίσιο αυτό, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν λόγοι σχετικοί με το δημόσιο συμφέρον και ιδίως λόγοι στρατιωτικής φύσεως. Αντιθέτως, ο εργαζόμενος είναι ελεύθερος να αποφασίσει αν θα λάβει ή όχι γονική άδεια: ο νόμος απαγορεύει στους γονείς να παραμελούν τα ανήλικα τέκνα τους, αλλά δεν τους επιβάλλει να λαμβάνουν γονική άδεια για τη φροντίδα τους.
85. Βεβαίως, πρέπει να επισημανθεί ότι και άλλοι παράγοντες διαδραματίζουν ορισμένο ρόλο σε αμφότερες τις περιπτώσεις. Η εθελοντική υπηρεσία και η συνεκτίμηση ιδιωτικών συμφερόντων δεν είναι στοιχεία εντελώς ξένα προς τη στρατιωτική ή εναλλακτική θητεία, παρά τον καταρχήν υποχρεωτικό χαρακτήρα που αυτές έχουν. Παραδείγματος χάριν, η θητεία των γυναικών στις αυστριακές ένοπλες δυνάμεις (καλούμενη «θητεία στρατιωτικής εκπαιδεύσεως») είναι εθελοντική. Για τους άνδρες, επίσης, υφίστανται δυνατότητες αναβολής ή αναστολής κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου. Αντιστρόφως, η καταρχήν ελεύθερη απόφαση περί λήψεως γονικής αδείας είναι δυνατό να επηρεασθεί στην πράξη από εξωτερικούς παράγοντες, όπως η προβληθείσα από την αιτούσα έλλειψη κέντρων υποδοχής και φροντίδας για παιδιά στην Αυστρία.
86. Εντούτοις, καθοριστικής σημασίας είναι το γεγονός ότι η απόφαση περί λήψεως γονικής αδείας αποτελεί κατά κύριο λόγο ζήτημα οργανώσεως της ιδιωτικής ζωής του εργαζομένου (64) , ενώ, στην περίπτωση της στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας, οι ιδιωτικής φύσεως παράμετροι υποχωρούν σχεδόν ολοκληρωτικά ενώπιον του δημοσίου συμφέροντος και δεν επηρεάζουν αυτήν καθ’ εαυτήν τη στρατιωτική υποχρέωση. Επομένως, η γονική άδεια, αφενός, και η στρατιωτική ή εναλλακτική θητεία, αφετέρου, δεν αποτελούν παρεμφερείς καταστάσεις. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει λόγος για άνιση μεταχείριση των δύο αυτών κατηγοριών προσώπων.
87. Στην περίπτωση που γίνει δεκτό –αντιθέτως προς την ανωτέρω προτεινόμενη θέση– ότι η γονική άδεια και η στρατιωτική ή εναλλακτική θητεία αποτελούν παρεμφερείς καταστάσεις και ότι, επομένως, υπάρχει άνιση μεταχείριση, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν η άνιση αυτή μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους αντικειμενικούς και μη συνδεόμενους με οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου. Στην περίπτωση αυτή εναπόκειται στην Αυστριακή Κυβέρνηση να προβάλει τους δικαιολογητικούς αυτούς λόγους ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου (65) . Στο πλαίσιο αυτό θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία.
88. Η απλή παραπομπή στην ιδέα της αμοιβαιότητας στην οποία στηρίζεται η σχέση εργασίας (αμφοτεροβαρής χαρακτήρας) δεν αρκεί, διότι, τόσο στην περίπτωση της γονικής αδείας όσο και σ’ αυτή της στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας, οι κύριες υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας αναστέλλονται, ήτοι σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν παρέχεται εργασία και, αντιστοίχως, δεν καταβάλλεται αμοιβή.
89. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μια δυσμενής διάκριση λόγω φύλου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την οικονομική ζημία που θα υφίστατο ο εργοδότης σε περίπτωση ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων των δύο φύλων (66) .
90. Βεβαίως, όπως ορθώς επισήμανε το καθού, μια εθνική ρύθμιση μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός και μόνον ότι συμβάλλει στην αντιστάθμιση χρονικής καθυστερήσεως που προκύπτει από την εκπλήρωση της υποχρεώσεως στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας (67) . Αντιστρόφως, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί τη μέχρι ορισμένου σημείου αντιστάθμιση των επαγγελματικών μειονεκτημάτων που μπορούν να προκύψουν για τους γονείς λόγω της απουσίας τους από την εργασία (68) .
91. Η συγκεκριμένη εφαρμογή των σκέψεων αυτών στη διαφορά της κύριας δίκης εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο.
β) Η σύγκριση μεταξύ των εργαζομένων που λαμβάνουν γονική άδεια και εκείνων που κατά τη χρονική αυτή περίοδο εργάζονται στην επιχείρηση
92. Όσον αφορά τη δεύτερη σύγκριση, η οποία αφορά, αφενός, τους εργαζομένους που λαμβάνουν γονική άδεια και, αφετέρου, εκείνους που εξακολουθούν να εργάζονται στην επιχείρηση, το αυστριακό δίκαιο επίσης προβλέπει την εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων στις δύο κατηγορίες προσώπων (69) .
93. Το γεγονός καᄍ μόνον ότι η μη συνεκτίμηση των χρονικών περιόδων γονικής αδείας, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 15f, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του ΜSchG και του άρθρου 7c του VKG, πλήττει σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό γυναικών εργαζομένων απ’ ό,τι ανδρών εργαζομένων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση του άρθρου 141 ΕΚ (70) . Αντιθέτως, πρέπει εκ νέου να τεθεί το ερώτημα αν οι εργαζόμενοι τους οποίους αφορούν οι διατάξεις αυτές – αφενός, εκείνοι που λαμβάνουν γονική άδεια και, αφετέρου, εκείνοι που εξακολουθούν να εργάζονται στην επιχείρηση– βρίσκονται σε παρεμφερείς καταστάσεις (71) .
94. Είναι αληθές ότι στο κοινοτικό δίκαιο είναι πρόδηλη η μέριμνα να καταστούν συμβατές η οικογενειακή και η επαγγελματικής ζωή. Ο θεσμός της γονικής αδείας συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού αυτού (72) . Η νομολογία του Δικαστηρίου διέπεται ομοίως από τον σκοπό προσαρμογής των συνθηκών εργασίας στις οικογενειακές υποχρεώσεις (73) .
95. Εντούτοις, από τον σκοπό του συμβιβασμού της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής δεν προκύπτει κατ’ ανάγκην ότι ο ευρισκόμενος σε γονική άδεια εργαζόμενος πρέπει να εξομοιώνεται από όλες τις απόψεις προς έναν ευρισκόμενο σε ενεργό σχέση εργασίας εργαζόμενο. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι χαρακτηριστικό της γονικής αδείας είναι η αναστολή της συμβάσεως εργασίας και, συνακόλουθα, των αντίστοιχων υποχρεώσεων του εργοδότη και του εργαζομένου. Ο εργαζόμενος που ασκεί το εκ του νόμου παρεχόμενο δικαίωμα λήψεως γονικής αδείας βρίσκεται σε ιδιαίτερη κατάσταση, η οποία δεν μπορεί να εξομοιωθεί κατ’ ανάγκην με εκείνη ενός άνδρα ή μιας γυναίκας που βρίσκεται σε ενεργό σχέση εργασίας (74) .
96. Κατά συνέπεια, η διαφορά αυτή μεταξύ των καταστάσεων ευλόγως εκφράζεται μέσω του διαφορετικού υπολογισμού των αποζημιώσεων που εξαρτώνται από τον χρόνο εργασίας. Με την απόφαση Lewen, το Δικαστήριο δέχθηκε, αφενός, ότι οι χρονικές περίοδοι γονικής αδείας δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό ενός δώρου Χριστουγέννων που αποσκοπεί στην ανταμοιβή πράγματι παρασχεθείσας εργασίας και, αφετέρου, ότι το δώρο αυτό πρέπει να μειωθεί αναλόγως (75) . Εάν η νομολογία αυτή μεταφερθεί στην εν προκειμένω επίμαχη περίπτωση μιας αποζημιώσεως που, εκ της φύσεώς της, συνιστά ετεροχρονισμένη αμοιβή καταβαλλόμενη για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και την αφοσίωση στην επιχείρηση, τότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι επίσης δυνατό να μη λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της οι χρονικές περίοδοι γονικής αδείας κατά τις οποίες αναστέλλεται η σχέση εργασίας.
4. Συμπέρασμα
97. Συνεπώς, φρονώ ότι το άρθρο 141 ΕΚ και το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117 δεν απαγορεύουν εθνική νομοθεσία όπως ο αυστριακός MSchG, δυνάμει της οποίας οι χρονικές περίοδοι γονικής αδείας δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό χρηματικών παροχών όπως η αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως που καταβάλλεται σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.
98. Πράγματι, ακόμη και αν –αντιθέτως προς την άποψη που υποστήριξα στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος– ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της αμοιβής, κατά την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ και του άρθρου 1 της οδηγίας 75/117, χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν ήταν γενικώς σε θέση να παράσχει εργασία λόγω άλλων, εκ του νόμου επιβαλλόμενων υποχρεώσεων έναντι άλλου εργοδότη, όπως η υποχρέωση εκπληρώσεως στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας, δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση δυσμενής διάκριση, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για παρεμφερείς καταστάσεις.
VII – Πρόταση
99. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω να δοθεί από το Δικαστήριο η εξής απάντηση στα υποβληθέντα από το Oberster Gerichtshof προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Ο όρος “αμοιβή”, κατά την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ και του άρθρου 1 της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, δεν περιλαμβάνει χρηματική παροχή όπως η αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως που οφείλεται στην Αυστρία σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας, στο μέτρο που για τον υπολογισμό της λαμβάνονται υπόψη χρονικές περίοδοι κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν είναι γενικώς σε θέση να παράσχει εργασία λόγω εκ του νόμου επιβαλλόμενων υποχρεώσεων έναντι άλλου εργοδότη, όπως η υποχρέωση εκπληρώσεως στρατιωτικής ή εναλλακτικής θητείας.
2) Το άρθρο 141 ΕΚ και το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117 δεν απαγορεύουν εθνική νομοθεσία όπως ο αυστριακός Mutterschutzgesetz, δυνάμει της οποίας οι χρονικές περίοδοι γονικής αδείας δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό χρηματικών παροχών όπως η αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως που καταβάλλεται σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42.
3 – Bundesgesetz vom 12. Mai 1921 über den Dienstvertrag der Privatangestellten (Angestelltengesetz), BGBl. 292/1921, όπως τροποποιημένος δημοσιεύθηκε στο BGBl. I 100/2002.
4 – Bundesgesetz über die Sicherung des Arbeitsplatzes für zum Präsenz- oder Ausbildungsdienst einberufene oder zum Zivildienst zugewiesene Arbeitnehmer (Arbeitsplatz-Sicherungsgesetz 1991 – APSG), BGBl. 683/1991, όπως τροποποιημένος δημοσιεύθηκε στο BGBl. I 30/1998).
5 – Βλ. την απόφαση του Oberster Gerichtshof στην υπόθεση 9 ObA 199/00f.
6 – Mutterschutzgesetz 1979, BGBl. 221/1979, όπως τροποποιημένος δημοσιεύθηκε στο BGBl. I 100/2002.
7 – BGBl. I 103/2001.
8 – BGBl. 651/1989. Το 2001, ο EKUG έλαβε τον τίτλο «Bundesgesetz, mit dem Karenz für Väter geschaffen wird – Väter-Karenzgesetz (VKG)» και τροποποιήθηκε μερικώς με τον δημοσιευθέντα στο BGBl. I 103/2001 ομοσπονδιακό νόμο.
9 – Bundesgesetz über die betriebliche Mitarbeitervorsorge (Betriebliches Mitarbeitervorsorgegesetz – BMVG), BGBl. I 100/2002.
10 – Άρθρο 7 του BMVG. Μέχρι τούδε, η πρώτη κατά τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας γονική άδεια λαμβανόταν μεν υπόψη για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας, την εξακολούθηση καταβολής της αμοιβής σε περίπτωση ασθενείας (σε περίπτωση ατυχήματος) και τον υπολογισμό της ετήσιας κανονικής αδείας, εντούτοις με ανώτατο όριο δέκα μηνών συνολικά (άρθρο 15, παράγραφος 1, τέταρτη περίοδος, του ΜSchG).
11 – Άρθρο 1, παράγραφος 46, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 47, του BMVG.
12 – Bundesgesetz vom 7. März 1985 über die Arbeits- und Sozialgerichtsbarkeit (Arbeits- und Sozialgerichtsgesetz), BGBl. 104/1985, όπως τροποποιημένος δημοσιεύθηκε στο BGBl. 624/1994.
13 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Νοεμβρίου 2000, C-195/98, Österreichischer Gewerkschaftsbund (Συλλογή 2000, σ. Ι-10497, σκέψεις 21 έως 32).
14 – Βλ. σημείο 8 των προτάσεών μου.
15 – Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου, C-249/97 (Συλλογή 1999, σ. Ι-5295).
16 – Αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1981, 96/80, Jenkins (Συλλογή 1981, σ. 911, σκέψη 22)· της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889, σκέψη 11)· της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-399/92, C-409/92, C-425/92, C-34/93, C-50/93 και C-78/93, Helmig κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-5727, σκέψη 19)· της 30ής Μαρτίου 2000, C-236/98, JämO (Συλλογή 2000, σ. Ι-2189, σκέψη 37), και της 26ης Ιουνίου 2001, C-381/99, Brunnhofer (Συλλογή 2001, σ. Ι-4961, σκέψη 29)· βλ., επίσης, αποφάσεις της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne II (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψεις 53 έως 55), και της 11ης Μαρτίου 1981, 69/80, Worringham (Συλλογή 1981, σ. 767, σκέψη 21).
17 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 (σκέψη 22).
18 – Βλ., ιδίως, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Barber (σκέψεις 12 έως 14), καθώς και αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska (Συλλογή 1990, σ. Ι-2591, σκέψεις 9 έως 11)· της 17ης Φεβρουαρίου 1993, C-173/91, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1993, σ. Ι-673, σκέψεις 15 έως 17), και της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-167/97, Seymour-Smith και Perez (Συλλογή 1999, σ. Ι-623, σκέψη 25).
19 – Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-342/93, Gillespie κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-475, σκέψεις 3, 13, 14)· βλ., επίσης, προαναφερθείσες στην υποσημείωση 16 αποφάσεις Defrenne II (σκέψη 40) και Barber (σκέψεις 17 έως 20).
20 – Αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-333/97, Lewen (Συλλογή 1999, σ. Ι-7243, σκέψη 20)· της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-218/98, Abdoulaye κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. Ι-5723, σκέψη 12)· της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 12/81, Garland (Συλλογή 1982, σ. 359, σκέψη 10), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Gillespie κ.λπ., σκέψη 12).
21 – Βλ. υποσημείωση 15.
22 – Αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2003, C-4/02 και C-5/02, Schönheit και Becker (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 56)· της 25ης Μαΐου 2000, C-50/99, Podesta (Συλλογή 2000, σ. Ι-4039, σκέψη 26), και της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C-7/93, Beune (Συλλογή 1994, σ. Ι-4471, σκέψη 43).
23 – Βλ. τη διατύπωση του άρθρου 141, παράγραφος 2, ΕΚ· την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Barber (σκέψη 12), την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Seymour-Smith και Perez (σκέψη 23), καθώς και την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Garland (σκέψη 5).
24 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Ιουνίου 1992, C-360/90, Bötel (Συλλογή 1992, σ. Ι-3589, σκέψεις 3, 4, 14 και 15), κατά την έννοια της οποίας έκρινε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 6ης Φεβρουαρίου 1996, C-457/93, Lewark (Συλλογή 1996, σ. Ι-243, σκέψεις 21 και 22), και της 7ης Μαρτίου 1996, C-278/93, Freers και Speckmann (Συλλογή 1996, σ. Ι-1165, σκέψεις 18 και 19).
25 – Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88 (Συλλογή 1989, σ. 2743, σκέψεις 3 και 7).
26 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Gillespie κ.λπ., σκέψεις 3, 13 και 14. Βλ., επίσης, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Lewen (σκέψη 41) και απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-411/96, Boyle κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. Ι-6401, σκέψη 38). Εντούτοις, με τις προτάσεις του της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, στην υπόθεση C-147/02, Alabaster (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 75 έως 88), ο γενικός εισαγγελέας Ph. Léger προτείνει στο Δικαστήριο να αποστεί από την απόφαση Gillespie κ.λπ. και προκρίνει για τον τομέα της αδείας μητρότητας την αποκελιστική εφαρμογή της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (ΕΕ L 348, σ. 1).
27 – Στις υποθέσεις Bötel και Rinner-Kühn η καταβολή στηριζόταν σε νομοθετική βάση, ενώ στην υπόθεση Gillespie κ.λπ. προέκυπτε από (συλλογική) σύμβαση.
28 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 24 απόφαση Bötel (σκέψη 14)· επίσης, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 24 απόφαση Lewark (σκέψη 22) και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 24 απόφαση Freers και Speckmann (σκέψη 19).
29 – Βλ., επίσης, την όγδοη και ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/85.
30 – Υπογραφείς στις 18 Οκτωβρίου 1961 στο Τορίνο (βλ., ιδίως, μέρος Ι, σημεία 2 και 3, και μέρος ΙΙ, άρθρο 3, σημείο 1, και άρθρο 6, σημείο 1).
31 – Εγκριθείς από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9 Δεκεμβρίου 1989 στο Στρασβούργο (βλ., ιδίως, σημεία 17 και 19).
32 – Η υπογραφή και η πανηγυρική διακήρυξη του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγινε στις 7 Δεκεμβρίου 2000 με την ευκαιρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Νίκαιας (ΕΕ C 364, σ. 1)· βλ., ιδίως, άρθρα 27 και 31, παράγραφος 1).
33 – Βλ. σημείο 28 των προτάσεών μου.
34 – Στην περίπτωση της Αυστρίας, η νομοθετική διάταξη είναι το άρθρο 8 του APSG (βλ. σημείο 8 των προτάσεών μου).
35 – Επιπλέον, η αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως που υπολογίζεται λαμβανομένων υπόψη των επίμαχων χρονικών περιόδων δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως όρος σχετιζόμενος με την απόλυση, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ L 269, σ. 15). Και στην περίπτωση αυτή απουσιάζει, για τους ανωτέρω προβληθέντες λόγους, η σύνδεση με τη σχέση εργασίας.
36 – Βλ. σημείο 45 των προτάσεών μου.
37 – Όσον αφορά τους αντιρρησίες συνειδήσεως, η Αυστριακή Κυβέρνηση παραπέμπει στην υποχρέωση υπηρετήσεως εναλλακτικής θητείας.
38 – Η Επιτροπή παραπέμπει στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Seymour-Smith και Perez (σκέψεις 67 και 68, και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39 – Η Επιτροπή παραπέμπει στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Seymour-Smith και Perez (σκέψη 69 και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
40 – Η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-317/93, Nolte (Συλλογή 1995, σ. Ι-4625, σκέψη 33).
41 – Η Επιτροπή παραπέμπει στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Seymour-Smith και Perez (σκέψεις 73 έως 76).
42 – Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1994, C-343/92 (Συλλογή 1994, σ. Ι-571, σκέψεις 35 και 36).
43 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15.
44 – Απόφαση της 17ης Ιουνίου 1998, C-243/95 (Συλλογή 1998, σ. Ι-3739, σκέψη 42).
45 – Η αιτούσα παραπέμπει, αφενός, στις διατάξεις αστικού δικαίου των άρθρων 137 και 144 του Allgemeines Bürgerliches Gesetzbuch (αυστριακού αστικού κώδικα) και, αφετέρου, στις ποινικές διατάξεις του άρθρου 82 του Strafgesetzbuch (αυστριακού ποινικού κώδικα). Περαιτέρω, επικαλείται τη νομοθεσία στον τομέα της προστασίας παιδιών και ανηλίκων, καθώς και τη νομολογία των αυστριακών δικαστηρίων δυνάμει της οποίας το καθήκον φροντίδας των παιδιών συνιστά προσωποπαγή νομική υποχρέωση του έχοντος τη γονική μέριμνα.
46 – Η αιτούσα παραπέμπει στις αιτιολογικές σκέψεις του arbeitsrechtliches Begleitgesetz 1992 (BGBl. 833/1992), όπου αναφέρεται: «Η άνιση μεταχείριση μεταξύ των υπηρετούντων τη στρατιωτική τους θητεία και των γονέων που βρίσκονται σε γονική άδεια δεν δικαιολογείται από απόψεως κοινωνικής πολιτικής».
47 – Η αιτούσα επικαλείται την εισαχθείσα κατά το έτος 2002 ρύθμιση του άρθρου 7 του ΒΜVG («νέο σύστημα αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως»)· όπως επισημάνθηκε ανωτέρω (σημείο 14 των προτάσεών μου), η γονική άδεια εξακολουθεί να μη λαμβάνεται υπόψη στις σχέσεις εργασίας των οποίων το συμβατικώς προβλεπόμενο σημείο ενάρξεως τοποθετείται προ της 31ης Δεκεμβρίου 2002.
48 – Προς στήριξη του ισχυρισμού του ότι δεν τίθεται ζήτημα συγκρίσεως των πραγματικών καταστάσεων, το καθού παραπέμπει στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Lewen, η οποία, κατά την άποψή του, μπορεί να τύχει εφαρμογής σトην υπό κρίση υπόθεση.
49 – Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-79/99 (Συλλογή 2000, σ. Ι-10997).
50 – Βλ. το κείμενο του δευτέρου και τρίτου ερωτήματος (σημείο 20 των προτάσεών μου), με τα οποία το αιτούν δικαστήριο διακρίνει μεταξύ μιας κατηγορίας προσώπων Α και μιας κατηγορίας Β και παραθέτει τις κύριες, κατά την άποψή του, μεταξύ τους διαφορές.
51 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Schönheit και Becker (σκέψη 82)· βλ., επίσης, απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-77/02, Steinicke (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή)· προαναφερθείσα στην υποσημείωση 25 απόφαση Rinner-Kühn (σκέψη 15), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Seymour-Smith και Perez (σκέψη 67).
52 – Απόφαση της 20ής Μαρτίου 2003, C-187/00, Kutz-Bauer (Συλλογή 2003, σ. Ι-2741, σκέψη 52)· προαναφερθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Schönheit και Becker (σκέψη 83)· προαναφερθείσα στην υποσημείωση 50 απόφαση Steinicke (σκέψη 59)· προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Seymour-Smith και Perez (σκέψη 68), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 24 απόφαση Freers και Speckmann (σκέψη 24).
53 – Βλ., συναφώς, σημείο 14 των προτάσεών μου.
54 – Ως προς τις λεπτομέρειες της μεταβατικής ρυθμίσεως, βλ. σημείο 13 των προτάσεών μου.
55 – Όπ.π.
56 – Τον ισχυρισμό αυτό προέβαλε η Επιτροπή με το σημείο 57 των γραπτών παρατηρήσεων της, καθώς και με τις προφορικές παρατηρήσεις της.
57 – Στις σελίδες 31 και 32 της διατάξεως περί παραπομπής το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει: «Όλοι οι διάδικοι συμφωνούν ότι οι υφιστάμενες ρυθμίσεις, οι οποίες δεν λαμβάνουν υπόψη το φύλο και ισχύουν για πατέρες και μητέρες [...], δεν αποτελούν άμεση διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ».
58 – Σε αντίθετη περίπτωση, το άρθρο 7c του EKUG θα έπρεπε –εφόσον τυγχάνει ακόμη εφαρμογής– να ερμηνευθεί, υπό το πρίσμα του άρθρου 141 ΕΚ, υπό την έννοια ότι προβλέπει την ίδια ρύθμιση τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες.
59 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Schönheit και Becker (σκέψη 67)· προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Seymour-Smith και Perez (σκέψη 52), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση Gruber (σκέψη 26).
60 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Gillespie κ.λπ. (σκέψη 16)· απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1995, C-279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. Ι-225, σκέψη 30). Βλ., επίσης, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Brunnhofer (σκέψη 28).
61 – Με το δεύτερο και τρίτο ερώτημά του (σημείο 20 των προτάσεών μου), το αιτούν δικαστήριο ονομάζει τις δύο αυτές ομάδες προσώπων κατηγορία Α και κατηγορία Β.
62 – Το άρθρο 8 του APSG, αφενός, και το άρθρο 15f, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του ΜSchG, καθώς και το άρθρο 7c του VKG, αφετέρου.
63 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Abdoulaye (σκέψεις 16 και 17)· απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-206/00, Mouflin (Συλλογή 2001, σ. Ι-10201, σκέψη 28), και της 31ης Μαΐου 1995, C-400/93, Royal Copenhagen (Συλλογή 1995, σ. Ι-1275)· βλ., επίσης, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση Gruber (σκέψεις 27 έως 33), όπου χρησιμοποιείται η ταυτόσημη διατύπωση «πανομοιότυπη ή ανάλογη κατάσταση».
64 – Με την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση Gruber (σκέψεις 29 έως 33) δεν δίδεται ευθεία απάντηση στο ερώτημα αυτό. Εντούτοις, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απόφαση του εργαζομένου να μην παράσχει εργασία και να αφοσιωθεί στην ανατροφή των ανήλικων τέκνων του είναι ελεύθερη και ανάγεται στη σφαίρα της ιδιωτικής του ζωής (βλ. ιδίως την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται με τη σκέψη 30 της αποφάσεως Gruber, την οποία εν τέλει ακολουθεί το Δικαστήριο).
65 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 44 απόφαση Hill και Stapleton (σκέψη 43).
66 – Βλ., ως προς την προστασία των εγκύων εργαζομένων, αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-177/88, Dekker (Συλλογή 1990, σ. Ι-3941, σκέψη 12)· της 3ης Φεβρουαρίου 2000, C-207/98, Mahlburg (Συλλογή 2000, σ. Ι-549, σκέψη 29), και της 4ης Οκτωβρίου 2001, C-109/00, Tele Danmark (Συλλογή 2001, σ. Ι-6993, σκέψη 28). Βλ., επίσης, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Schönheit και Becker (σκέψη 85)· προαναφερθείσα στην υποσημείωση 50 απόφαση Steinicke (σκέψεις 66 και 67)· προαναφερθείσα στην υποσημείωση 51 απόφαση Kutz-Bauer (σκέψεις 59 και 60), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 42 απόφαση Roks (σκέψεις 35 και 36), καθώς και την απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, C-226/98, Jørgensen (Συλλογή 2000, σ. Ι-2447, σκέψη 39).
67 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 48 απόφαση Schnorbus (σκέψη 44).
68 – Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2001, (Συλλογή 2001, σ. Ι-9383, σκέψη 41), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση κ.λπ. (σκέψεις 18, 20 και 22). Οι δύο παραπομπές αφορούν την άδεια μητρότητας. Πάντως, η απόφαση δεν αποκλείει τη συνεκτίμηση άλλων επαγγελματικών μειονεκτημάτων που μπορούν να προκύψουν από την ανάγκη φροντίδας των παιδιών, αλλά συναφώς απαιτεί μόνο να μην εισάγεται με τη ρύθμιση δυσμενής διάκριση.
69 – Το άρθρο 23 του AngG, αφενός, και το άρθρο 15f, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του ΜSchG, καθώς και το άρθρο 7c του VKG, αφετέρου.
70 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 24 απόφαση Freers και Speckmann (σκέψη 28) και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Seymour-Smith και Perez (σκέψη 69).
71 – Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 62 νομολογία.
72 – Οδηγία 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES (ΕΕ L 145, σ. 4· βλ., ιδίως, την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, καθώς και το προοίμιο, το μέρος Ι, σημείο 4, και το μέρος ΙΙ, παράγραφος 1, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαίσιο).
73 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 44 απόφαση Hill και Stapleton (σκέψη 42).
74 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Lewen (σκέψεις 37 έως 40).
75 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Lewen (σκέψεις 39 και 40)· βλ. ιδίως τη διατύπωση «[...] δώρο, έστω αναλογικά μειωμένο [...]».
Full & Egal Universal Law Academy