ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 28ης Οκτωβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-225/02
Rosa García Blanco
κατά
Instituto Nacional de Seguridad Social (INSS)
και
Tesorería General de la Seguridad Social (TGSS)
[αίτηση του Juzgado de lo Social nº 3 de Orense (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Εκ του νόμου σύνταξη γήρατος – Περίοδος ασφαλίσεως – Συνυπολογισμός των περιόδων ασφαλίσεως που διανύθηκαν στην αλλοδαπή και εντός της επικράτειας – Περίοδοι ασφαλίσεως που λαμβάνονται υπόψη μόνο για τον υπολογισμό του ύψους των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, αλλά όχι για τη θεμελίωσή τους – Συνυπολογισμός των περιόδων κατά τη διάρκεια των οποίων χορηγείται το ειδικό επίδομα ανεργίας για ανέργους άνω των 52 ετών – Αναγκαιότητα της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως»
I – Εισαγωγή
1. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, García Blanco, ελάμβανε στο παρελθόν, στην Ισπανία, ειδικό επίδομα ανεργίας. Καθ’ όλη αυτή την περίοδο, ο οργανισμός απασχολήσεως κατέβαλλε, στο όνομά της, τις εισφορές στο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος. Όταν συμπλήρωσε το 65ο έτος, η García Blanco ζήτησε την κατά νόμο σύνταξη γήρατος. Το επίμαχο σημείο στην κύρια δίκη είναι αν οι εισφορές που καταβάλλονταν στο ασφαλιστικό ταμείο για τη σύνταξη γήρατος κατά την περίοδο κατά την οποία η ασφαλισμένη ελάμβανε το ειδικό επίδομα ανεργίας πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό της περιόδου που απαιτείται προς θεμελίωση του δικαιώματος συντάξεως γήρατος και αν, κατά συνέπεια, ο ενδεχόμενος μη συνυπολογισμός τους δημιουργεί διάκριση σε βάρος των διακινούμενων εργαζομένων λόγω της ιθαγένειάς τους.
2. Στο πλαίσιο αυτό το Juzgado de lo Social n° 3 de Orense (στο εξής επίσης: το αιτούν δικαστήριο) υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (στο εξής: κανονισμός 1408/71) (2). Τα ερωτήματα αυτά ταυτίζονται με τα ερωτήματα που το ίδιο αιτούν δικαστήριο υπέβαλε προς το Δικαστήριο στην υπόθεση C-306/03 (Salgado Alonso) (3).
3. Δεδομένου ότι η García Blanco έλαβε εν τέλει, μετά την υποβολή της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, τη νόμιμη σύνταξη γήρατος, το θέμα που τίθεται εν προκειμένω είναι αν η αίτηση κατέστη εν τω μεταξύ άνευ αντικειμένου.
II – Το νομικό πλαίσιο
A – Το κοινοτικό δίκαιο
4. Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως καθορίζεται από τον κανονισμό 1408/71, του οποίου το άρθρο 1, στοιχείο ιη΄, ορίζει την έννοια «των περιόδων ασφαλίσεως» ως εξής:
«Ως περίοδοι ασφαλίσεως νοούνται οι περίοδοι εισφορών, απασχολήσεως ή μη μισθωτής δραστηριότητας που καθορίζονται ή αναγνωρίζονται ως περίοδοι ασφαλίσεως από τη νομοθεσία υπό την οποία πραγματοποιήθησαν ή θεωρούνται ότι πραγματοποιήθησαν, καθώς και κάθε εξομοιούμενη προς αυτές περίοδος, κατά το μέτρο που αναγνωρίζεται από την νομοθεσία αυτή ως ισοδύναμη προς περίοδο ασφαλίσεως.»
5. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι:
«Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.»
6. Το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής σχετικά με την εκκαθάριση των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας:
«Εάν η νομοθεσία κράτους μέλους εξαρτά την απόκτηση, τη διατήρηση, ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών, δυνάμει συστήματος που δεν είναι ειδικό σύστημα κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3, από την πραγματοποίηση περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας, ο αρμόδιος φορέας αυτού του κράτους μέλους λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους, στα πλαίσια είτε γενικού είτε ειδικού συστήματος, που εφαρμόζεται σε μισθωτούς ή μη μισθωτούς. Προς το σκοπό αυτό, ο εν λόγω φορέας λαμβάνει υπόψη τις ως άνω περιόδους, σαν να πρόκειται για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει.»
7. Το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής:
«Όταν οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για την απόκτηση δικαιώματος παροχών, πληρούνται μόνο μετά την εφαρμογή του άρθρου 45 ή/και του άρθρου 40 παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α) ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, εάν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως ή/και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο εργαζόμενος (μισθωτός ή μη μισθωτός) είχαν πραγματοποιηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται κατά την ημερομηνία της εκκαθαρίσεως της παροχής. Αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στο παρόν στοιχείο α΄·
β) ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της παροχής, βάσει του θεωρητικού ποσού που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, κατ’ αναλογία της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου, υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, εν σχέσει προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών στις οποίες έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος.»
8. Το άρθρο 48 του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής σχετικά με τις περιόδους ασφαλίσεως ή κατοικίας που είναι κατώτερες του έτους:
«1. Παρά το άρθρο 46 παράγραφος 2, ο φορέας κράτους μέλους δεν υποχρεούται να χορηγεί παροχές δυνάμει χρονικών περιόδων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει και οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη στιγμή της επέλευσης του κινδύνου, σε περίπτωση που:
– η διάρκεια των εν λόγω χρονικών περιόδων είναι μικρότερη του έτους
και
– αν ληφθούν υπόψη οι περίοδοι αυτές και μόνο, δεν αποκτάται δικαίωμα παροχών δυνάμει των διατάξεων αυτής της νομοθεσίας.
2. Ο αρμόδιος φορέας καθενός από τα άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνει υπόψη τις περιόδους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για την εφαρμογή του άρθρου 46 παράγραφος 2, με εξαίρεση το στοιχείο β΄.
3. Στην περίπτωση που η εφαρμογή της παραγράφου 1 θα είχε ως αποτέλεσμα να απαλλαγούν από τις υποχρεώσεις τους όλοι οι φορείς των ενδιαφερομένων κρατών, οι παροχές χορηγούνται αποκλειστικά κατά τη νομοθεσία του τελευταίου από τα κράτη αυτά, οι προϋποθέσεις της οποίας πληρούνται, σαν να είχαν πραγματοποιηθεί όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως και κατοικίας, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν και ελήφθησαν υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφοι 1 έως 4, υπό τη νομοθεσία του κράτους αυτού».
Β – Το εθνικό δίκαιο
9. Το άρθρο 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του ισχύοντος γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως (Texto Refundido de la Ley General de la Seguridad Social (4), στο εξής: TRLGSS) εξαρτά τη γένεση του δικαιώματος για σύνταξη γήρατος από την προϋπόθεση ότι ο ασφαλισμένος συμπλήρωσε δύο ελάχιστες περιόδους ασφαλίσεως, δηλαδή:
– μία γενική περίοδο καταβολής εισφορών τουλάχιστον δεκαπέντε ετών
και
– μία ειδική διετή περίοδο καταβολής εισφορών κατά τα τελευταία δεκαπέντε έτη που προηγούνται του γενεσιουργού γεγονότος.
10. Το άρθρο 215, παράγραφος 1, σημείο 3, του TRLGSS προβλέπει, υπέρ των ανέργων άνω των 52 ετών που δεν έχουν ακόμη φθάσει στη νόμιμη ηλικία συντάξεως γήρατος, μια ειδική μορφή επιδόματος ανεργίας (subsidio por desempleo, στο εξής: ειδικό επίδομα ανεργίας). Για να μπορέσει να λάβει αυτό το επίδομα ο ασφαλισμένος πρέπει να αποδείξει τουλάχιστον έξι χρόνια ασφαλίσεως στο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως κατά της ανεργίας και να πληροί επιπλέον όλες τις προϋποθέσεις που θα του επέτρεπαν να λάβει εκ του νόμου σύνταξη γήρατος, πλην της προϋποθέσεως της ηλικίας.
11. Κατά το άρθρο 218, παράγραφος 2, του TRLGSS, ο οργανισμός διαχειρίσεως του συστήματος ασφαλίσεως κατά της ανεργίας (Organismo Gestor del Seguro de Desempleo) οφείλει, πέραν του ειδικού επιδόματος ανεργίας που καταβάλλει στον ασφαλισμένο κάθε ημερολογιακό μήνα για όσο χρόνο το δικαιούται, να καταβάλλει, για λογαριασμό του ασφαλισμένου, τις εισφορές στο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως.
12. Τα έννομα αποτελέσματα των εισφορών αυτών που καταβάλλονται στο όνομα των δικαιούχων του ειδικού επιδόματος ανεργίας περιορίζονται πάντως από την 28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS ως εξής (5):
«Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 218 [του TRLGSS], οι εισφορές που καταβάλλονται από τον οργανισμό διαχειρίσεως για σύνταξη γήρατος λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του βασικού ποσού της συντάξεως γήρατος και του εφαρμοστέου σε αυτό συντελεστή. Το κύρος και οι έννομες συνέπειες των εισφορών αυτών δεν είναι δυνατό σε καμία περίπτωση να προβληθούν για να αποδείξουν τον ελάχιστο χρόνο εισφορών που απαιτείται από το άρθρο 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, [του TRLGSS], τον οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 215, παράγραφος 1, σημείο 3, ο ασφαλισμένος πρέπει να αποδείξει όταν ζητεί το ειδικό επίδομα [ανεργίας] που προβλέπεται για τους [άνεργους] άνω των 52 ετών.»
13. Κατά την πρακτική της διοικήσεως, πάντως, οι εισφορές που καταβάλλονται από τον Εθνικό Οργανισμό Απασχολήσεως (Instituto Nacional de Empleo, στο εξής: INEM) στο όνομα των δικαιούχων του ειδικού επιδόματος ανεργίας λαμβάνονται υπόψη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, σύμφωνα με μια κοινή εγκύκλιο του Instituto Nacional de Seguridad Social (στο εξής: INSS) και του INEM του έτους 1999 (6).
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
Το ιστορικό
14. Η Rosa García Blanco γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1935 και αποβίωσε στις 14 Μαΐου 2002 (7). Μεταξύ 1966 και 1984, εργάσθηκε στη Γερμανία, όπου κατέβαλε εισφορές στο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος για χρονικό διάστημα 209 μηνών (δηλαδή για περισσότερο από δεκαεπτά χρόνια).
15. Από την 1η Ιουνίου 1984 μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 1984, η García Blanco έλαβε στην Ισπανία, βάσει διμερούς γερμανο-ισπανικής συμφωνίας, παροχές στηριζόμενες στο σύστημα εισφορών δυνάμει της εκ του νόμου ασφαλίσεως κατά της ανεργίας, τις οποίες της κατέβαλε ο INEM. Καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, ο INEM κατέβαλε επίσης στο όνομά της τις εισφορές σε όλους τους κλάδους του ισπανικού εκ του νόμου συστήματος ασφαλίσεως (και ιδίως στην εκ του νόμου ασφάλιση συντάξεως γήρατος), το διάστημα δε αυτό αντιστοιχεί σε περίοδο ασφαλίσεως 185 ημερών (δηλαδή περίπου έξι μηνών).
16. Από το 1989, η García Blanco έλαβε το ειδικό επίδομα ανεργίας που προβλέπεται υπέρ των ανέργων που είναι άνω των 52 ετών. Βάσει αυτού, ο INEM κατέβαλε για λογαριασμό της εισφορές στο ισπανικό εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως σύμφωνα με το άρθρο 218, παράγραφος 2, του TRLGSS, για διάστημα 4 080 ημερών (δηλαδή πλέον των ένδεκα ετών).
17. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η García Blanco, μετά τον θάνατο της μητέρας της με την οποία συμβίωνε, έλαβε, από 1ης Δεκεμβρίου 1989, επίδομα επιζώντος.
Αίτηση για εκ του νόμου σύνταξη γήρατος
18. Όταν συμπλήρωσε την ηλικία των 65 ετών, το έτος 2000, η García Blanco ζήτησε από την ισπανική κοινωνική ασφάλιση την εκ του νόμου σύνταξη γήρατος. Με απόφαση της 27ης Απριλίου 2001, ο αρμόδιος ισπανικός φορέας, ο INSS, απέρριψε την αίτηση αυτή για τον λόγο ότι δεν είχε συμπληρώσει την ελάχιστη περίοδο εισφορών που απαιτείται για τη χορήγηση της συντάξεως αυτής. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την 28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS, η περίοδος των 4 080 ημερών, κατά την οποία ο INEM κατέβαλλε εισφορές στο όνομα της García Blanco ως δικαιούχου του ειδικού επιδόματος ανεργίας, δεν λαμβάνεται υπόψη. Όσον αφορά την υπόλοιπη περίοδο των 185 ημερών, κατά την οποία καταβλήθηκαν επίσης εισφορές στο όνομά της, ενώ ελάμβανε στην Ισπανία επίδομα ανεργίας βάσει του εκ του νόμου συστήματος ασφαλίσεως κατά της ανεργίας, δεν ήταν δυνατόν ούτε αυτή να ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, για τον λόγο ότι η διάρκεια της περιόδου αυτής ήταν κατώτερη του έτους.
19. Επειδή δεν ικανοποιήθηκε με την απορριπτική αυτή απόφαση, η García Blanco άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προσφυγή κατά του INSS και του Tesorería General de la Seguridad Social (στο εξής: TGSS). Προς στήριξη της προσφυγής της, προέβαλε, κατ’ ουσίαν, ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη υπέρ αυτής όχι μόνον η αρχική περίοδος των 185 ημερών που είχε συμπληρώσει στην Ισπανία, αλλά και ολόκληρη η περίοδος κατά την οποία ο INEM κατέβαλλε στο όνομά της εισφορές στο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος κατά το χρονικό διάστημα που ελάμβανε το ειδικό επίδομα ανεργίας, οπότε να είναι σε θέση να επικαλεσθεί στην Ισπανία συνολικά 4 265 ημέρες εισφορών (που αντιστοιχούν σε περισσότερο από ένδεκα έτη και οκτώ μήνες).
Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
20. Με διάταξη της 30ής Μαρτίου 2002, το Juzgado de lo Social n° 3 de Orense αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1) Προσκρούει στα άρθρα 12 και 39 έως 42 ΕΚ (πρώην άρθρα 6 και 48 έως 52 της Συνθήκης ΕΚ) καθώς και στο άρθρο 45 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, διάταξη του εθνικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι εισφορές λόγω γήρατος που ο οργανισμός διαχειρίσεως του συστήματος ασφαλίσεως κατά της ανεργίας κατέβαλε υπέρ εργαζομένου για περίοδο κατά την οποία ο τελευταίος εισέπραττε επιδόματα κοινωνικής προνοίας λόγω ανεργίας δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της συμπληρώσεως των διαφόρων απαιτουμένων περιόδων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και για τη γένεση του δικαιώματος λήψεως παροχών γήρατος, οσάκις συμβαίνει, λόγω της παρατεταμένης καταστάσεως ανεργίας που επιδιώκει να αντισταθμίσει, ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος αδυνατεί κατ’ ουσία να επικαλεστεί άλλες εισφορές λόγω γήρατος πλην εκείνων που έχουν νομίμως καταστεί απαιτητές, κατά τρόπον ώστε μόνον οι εργαζόμενοι που έκαναν χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας να θίγονται από τον ως άνω εθνικό κανόνα και χωρίς να είναι εφικτή η γένεση δικαιώματος λήψεως εθνικής συντάξεως γήρατος παρόλον ότι, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 45 του προαναφερθέντος κανονισμού, θα έπρεπε να λογίζονται ως συμπληρωθείσες οι ανωτέρω απαιτούμενες περίοδοι;
2) Προσκρούουν στα άρθρα 12 και 39 έως 42 ΕΚ (πρώην άρθρα 6 και 48 έως 52 της Συνθήκης ΕΚ) καθώς και στο άρθρο 48, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, διατάξεις του εθνικού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες οι εισφορές λόγω γήρατος που ο οργανισμός διαχειρίσεως του συστήματος ασφαλίσεως κατά της ανεργίας κατέβαλε υπέρ εργαζομένου για περίοδο, κατά την οποία ο τελευταίος εισέπραττε επιδόματα κοινωνικής προνοίας λόγω ανεργίας, δεν λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση ότι η συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία κράτους μέλους δεν φθάνει το έτος οσάκις, συνεπεία της παρατεταμένης καταστάσεως ανεργίας που επιδιώκει να αντισταθμίσει, συνεπάγεται για τον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο ουσιαστική αδυναμία προσμετρήσεως άλλων εισφορών λόγω γήρατος πλην των απαιτητών και καταβεβλημένων κατά τη διάρκεια της ανεργίας, κατά τρόπον ώστε μόνον οι εργαζόμενοι που έκαναν χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας να θίγονται από τον ως άνω εθνικό κανόνα και χωρίς να είναι εφικτή η γένεση δικαιώματος λήψεως εθνικής συντάξεως γήρατος παρόλον ότι, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 48, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού, δεν μπορεί να απαλλάσσεται ο εθνικός οργανισμός διαχειρίσεως από την υποχρέωση χορηγήσεως εθνικών παροχών;
Η διαδικασία μετά την υποβολή της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
21. Με έγγραφο της 8ης Απριλίου 2003, το INSS ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι, με απόφαση της 3ης Απριλίου 2003, της χορηγήθηκε η εκ του νόμου σύνταξη γήρατος που ζήτησε η García Blanco, η οποία εν τω μεταξύ αποβίωσε. Με την απόφαση αυτή κλήθηκε, εξάλλου, η García Blanco να επιλέξει μεταξύ της συντάξεως γήρατος και του επιδόματος επιζώντος που της είχε χορηγηθεί στο παρελθόν (8), διότι αυτά δεν ήταν δυνατό να χορηγηθούν σωρευτικά, δηλαδή δεν μπορούσαν να καταβάλλονται ταυτόχρονα. Η θυγατέρα της, Dolores García Blanco, που υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της ασφαλισμένης, επέλεξε πάραυτα τη σύνταξη επιζώντος.
22. Στο πλαίσιο αυτό, με έγγραφο της 10ης Απριλίου 2003, ο Γραμματέας του Δικαστηρίου κάλεσε το αιτούν δικαστήριο να διευκρινίσει αν ενέμενε στην αίτησή του περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Με έγγραφο της 11ης Απριλίου 2003, το αιτούν δικαστήριο απάντησε ότι ενέμενε στην αίτησή του, ιδίως για τον λόγο ότι η απάντηση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως της κύριας δίκης θα ήταν χρήσιμη και για άλλες εκκρεμείς ενώπιόν του υποθέσεις.
23. Με δύο έγγραφα, της 7ης Ιουλίου και της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, αντίστοιχα, ο Γραμματέας του Δικαστηρίου κάλεσε εκ νέου το αιτούν δικαστήριο να διευκρινίσει αν η διαφορά της κύριας δίκης εξακολουθούσε να εκκρεμεί ενώπιόν του. Υπογράμμισε, συναφώς, ότι το Δικαστήριο μπορούσε να επιληφθεί αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως μόνο στο πλαίσιο εκκρεμούς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου διαφοράς. Με απάντησή του, της 1ης Οκτωβρίου 2003, το αιτούν δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν είχε περαιωθεί, ότι, ειδικότερα, η προσφεύγουσα δεν είχε παραιτηθεί από την προσφυγή της και ότι τα καθού δεν είχαν τυπικά ανακαλέσει την αρχική απόφαση περί αρνήσεως χορηγήσεως της συντάξεως, απόφαση κατά της οποίας είχε ασκηθεί η προσφυγή της κύριας δίκης.
24. Η García Blanco και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου όπως και το INSS και το TGSS, που υπέβαλαν κοινές παρατηρήσεις. Η Γερμανική Κυβέρνηση υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις και η Ισπανική Κυβέρνηση παρέστη στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση για να ακουστούν οι εξηγήσεις της.
IV – Εκτίμηση
25. Η εξέλιξη της δίκης δημιουργεί αμφιβολίες για το αν είναι δυνατό να απαντήσει το Δικαστήριο στα προδικαστικά ερωτήματα που του υποβλήθηκαν.
26. Στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, απόκειται αποκλειστικώς να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει. Η άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν από εθνικό δικαστήριο επιτρέπεται μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία ή η εκτίμηση του κύρους ενός κοινοτικού κανόνα που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (9).
27. Πάντως, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει (10). Συγκεκριμένα, το πνεύμα συνεργασίας που πρέπει να πρυτανεύει κατά τη λειτουργία της προδικαστικής παραπομπής συνεπάγεται ότι, από την πλευρά του, το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την αποστολή που έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο, η οποία συνίσταται στο να συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών και όχι να διατυπώνει συμβουλευτικές γνώμες επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων (11).
A – Το αρχήθεν παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
28. Κατ’ αρχάς, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως εξηγείται ειδικότερα από το γεγονός ότι όταν η García Blanco υπέβαλε αίτηση συντάξεως δεν είχε προδήλως συμπληρώσει παρά μόνο μία από τις δύο περιόδους ασφαλίσεως που προβλέπει το άρθρο 161, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του TRLGSS: αν οι περίοδοι ασφαλίσεως των συνολικά δεκαεπτά και πλέον ετών που συμπλήρωσε στη Γερμανία και που πρέπει να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 αρκούν για τη συμπλήρωση της γενικής περιόδου ασφαλίσεως των δεκαπέντε ετών, γεγονός παραμένει ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που δόθηκαν, δεν είχε παρ’ όλ’ αυτά συμπληρώσει την ειδική διετή περίοδο καταβολής εισφορών κατά τα τελευταία δεκαπέντε έτη που προηγούνται του γεγονότος επί του οποίου θεμελιώνεται το δικαίωμα. Για να μπορέσει να αποδείξει την ειδική αυτή περίοδο ασφαλίσεως, η García Blanco έπρεπε να επικαλεσθεί τις εισφορές στο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως γήρατος τις οποίες κατέβαλε ο INEM στο όνομά της καθ’ όλο το διάστημα που αυτή ελάμβανε το ειδικό επίδομα ανεργίας. Αυτό, όμως, απαγορεύεται από την 28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS, σύμφωνα με την οποία οι εισφορές αυτές λαμβάνονται υπόψη μόνο για την προσαύξηση των δικαιωμάτων και όχι για τη θεμελίωσή τους.
29. Κατά τον χρόνο που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο τα προδικαστικά ερωτήματα, ήταν, επομένως, ακόμη απαραίτητο, προκειμένου να λυθεί η διαφορά της κύριας δίκης, να επιλυθεί το ζήτημα αν τα άρθρα 45 και 48 του κανονισμού 1408/71 και τα άρθρα 39 έως 42 ΕΚ απαγορεύουν εθνική διάταξη όπως η 28η πρόσθετη διάταξη του TRLGSS. Στο χρονικό εκείνο σημείο, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ήταν επομένως παραδεκτή.
Β – Αναγκαιότητα της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
30. Κατά τη διάρκεια της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας έγινε φανερό ότι επήλθαν οι δύο κατωτέρω μεταβολές στα επίδικα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης: πρώτον, η εκ του νόμου σύνταξη γήρατος που είχε ζητήσει η García Blanco της χορηγήθηκε και, δεύτερον, η θυγατέρα της, η οποία υποκαταστάθηκε στα δικαιώματά της μετά τον θάνατό της, παραιτήθηκε από τη σύνταξη αυτή –για την οποία είχε, εφεξής, αναγνωριστεί το δικαίωμά της– και αποφάσισε να εξακολουθήσει να λαμβάνει, αντ’ αυτής, ένα άλλο επίδομα, το λεγόμενο επίδομα επιζώντος, του οποίου το ποσό ήταν μεγαλύτερο.
31. Καθεμία από τις δύο αυτές μεταβολές των πραγματικών περιστατικών έχει ως αποτέλεσμα να απoλέσουν τα προδικαστικά ερωτήματα τη λυσιτέλειά τους για τους σκοπούς της αποφάσεως που θα εκδοθεί στην κύρια δίκη. Αφενός, συγκεκριμένα, η επελθούσα εν τω μεταξύ αναγνώριση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος γήρατος αποδεικνύει ότι δεν υφίσταται πλέον διαφορά μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά τη συμπλήρωση των περιόδων ασφαλίσεως. Αφετέρου, ασκώντας το δικαίωμα επιλογής υπέρ του επιδόματος επιζώντος, η προσφεύγουσα εκδήλωσε την πρόθεσή της να μη λάβει την εκ του νόμου σύνταξη γήρατος που είχε ζητήσει αρχικά.
32. Είναι φανερό επίσης ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης δεν διαφωνούν πλέον όσον αφορά ενδεχόμενες καθυστερούμενες οφειλές. Έτσι, οι καθών βεβαίωσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε παρατήρηση του εκπροσώπου της προσφεύγουσας, ότι η απόφαση χορηγήσεως στη Rosa García Blanco της εκ του νόμου συντάξεως γήρατος έχει αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία συμπλήρωσε αυτή την ηλικία των 65 ετών και δεν υφίστατο πλέον καμία διαφορά σχετικά με ενδεχόμενες καθυστερούμενες οφειλές.
33. Ακόμη και αν η αρχική διαφορά εξακολουθούσε να εκκρεμεί (τυπικά) ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, όπως αυτό δήλωσε μετ’ επιτάσεως κατ’ επανάληψη, και παρά το γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο δεν ανακάλεσε την αίτησή του εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, τα προβλήματα που ανακύπτουν από τα δύο αυτά ερωτήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου δεν είναι πλέον στο εξής παρά υποθετικής φύσεως. Το αντικείμενο της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως έχει, επομένως, εκλείψει.
34. Το αιτούν δικαστήριο έχει πάντοτε κάθε δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο με νέα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως όταν ανακύψουν τα ίδια νομικά ζητήματα σε άλλες διαφορές των οποίων θα επιληφθεί. Το να του δοθεί απάντηση σήμερα δεν θα το βοηθούσε, όμως, να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης και δεν θα του χρησίμευε παρά ως εξουσιοδοτημένη γνώμη επί θέματος του κοινοτικού δικαίου, η παροχή της οποίας δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ.
Γ – Αποτελέσματα επί της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
35. Το Δικαστήριο βρίσκεται, επομένως, ενώπιον της αρκετά σπάνιας περιπτώσεως αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως η οποία, αν και θα μπορούσε να είναι αρχήθεν παραδεκτή, κατέστη, εν πάση περιπτώσει, άνευ αντικειμένου λόγω της εν τω μεταξύ μεταβολής των πραγματικών περιστατικών.
36. Η πρώτη δυνατότητα που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο είναι να διαγράψει την υπόθεση από το πρωτόκολλο αυτεπαγγέλτως (12). Αυτό προβλέπεται από τα άρθρα 77 και 78 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου (13) για τις περιπτώσεις της εξωδικαστικής επιλύσεως της διαφοράς και της παραιτήσεως. Αν, όμως, το Δικαστήριο ήθελε να κάνει χρήση των διατάξεων αυτών εν προκειμένω ή αν, τουλάχιστον, ήθελε να στηριχθεί στην άποψη στην οποία αυτές βασίζονται, θα έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 103, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, να λάβει υπόψη του τον ειδικό χαρακτήρα της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, η οποία αποτελεί διαδικασία συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, παραίτηση, όπως αυτή των άρθρων 77 και 78 του Κανονισμού Διαδικασίας πρέπει να προέρχεται από το ίδιο το αιτούν δικαστήριο υπό την ιδιότητά του ως συντάκτη της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Στην παρούσα περίπτωση, εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο ουδέποτε δήλωσε προς το Δικαστήριο ότι ανακάλεσε την αίτησή του ή ότι λύθηκε η εκκρεμής ενώπιόν του διαφορά. Αντιθέτως, επαναλάμβανε κάθε φορά που του ετίθετο η ερώτηση ότι ενέμενε στην αίτησή του. Κατά συνέπεια, αντίθετα με τις περιπτώσεις των άρθρων 77 και 78 του Κανονισμού Διαδικασίας, η διαγραφή της υποθέσεως από το πρωτόκολλο δεν αποτελεί με κανέναν τρόπο απλή διαδικαστική συνέπεια προηγηθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου δηλώσεως.
37. Θα ήταν δυνατό, δεύτερον, να προταθεί ως λύση να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και, επομένως, το Δικαστήριο να κηρυχθεί αναρμόδιο. Η λύση αυτή δεν θα ήταν, εντούτοις, αρκούντως δίκαιη σε σχέση με το πώς διαμορφώθηκαν τα πραγματικά περιστατικά αφότου επιλήφθηκε της υποθέσεως το Δικαστήριο: τα προδικαστικά ερωτήματα δεν ήταν αρχήθεν απαράδεκτα, αλλά, αντιθέτως, κατέστησαν άνευ αντικειμένου μετά την υποβολή της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Το Δικαστήριο οφείλει να το υπογραμμίσει αυτό στην απόφαση την οποία καλείται να λάβει.
38. Υπό τις περιστάσεις αυτές, έχω την άποψη ότι πρέπει να προκριθεί μία τρίτη λύση. Το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ότι παρέλκει πλέον η απάντηση επί των προδικαστικών ερωτημάτων των οποίων επιλήφθηκε. Κατά τον ίδιο τρόπο αποφάνθηκε εξάλλου στην υπόθεση Djabali (14), η οποία εμφανώς παρουσιάζει κοινά σημεία με τα πραγματικά περιστατικά της προκείμενης υποθέσεως της κύριας δίκης. Στην υπόθεση εκείνη, ομοίως, ο αρμόδιος φορέας είχε αρνηθεί, αρχικά, να χορηγήσει στην προσφεύγουσα ειδικό επίδομα και της το χορήγησε στη συνέχεια, αφού εν τω μεταξύ η απόφασή του είχε αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής στο πλαίσιο της οποίας το επιληφθέν αιτούν δικαστήριο είχε υποβάλει αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
39. Κρίνοντας ότι παρέλκει η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, το Δικαστήριο αφήνει να εννοηθεί ότι αυτά δεν ήταν αρχήθεν απαράδεκτα, αλλά ότι το ίδιο κατέστη αναρμόδιο λόγω μεταβολής των πραγματικών περιστατικών, εξαιτίας της οποίας κωλύεται πλέον να απαντήσει.
V – Πρόταση
40. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Juzgado de lo Social n° 3 de Orense ως εξής:
«Παρέλκει η απάντηση στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 149, σ. 2. Τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1, διορθωτικό στην ΕΕ L 200, σ. 1) προβλέπουν την κατάργηση και την αντικατάσταση του κανονισμού 1408/71. Για λόγους χρονολόγησης, ο κανονισμός 1408/71 εξακολούθησε ωστόσο να ισχύει εν προκειμένω· το ισχύον άρθρο 1, στοιχείο ιη΄, είναι αυτό που προκύπτει από τον κανονισμό (ΕΚ) 1606/98 του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ L 209, σ. 1). Όλες οι άλλες διατάξεις που παρατίθενται στις προτάσεις μου περιλαμβάνονται στον τροποποιημένο και ενημερωμένο κανονισμό 1408/71, όπως προέκυψε από τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1).
3 – Βλ. επ’ αυτού τις προτάσεις που υποβλήθηκαν την ίδια ημέρα στην υπόθεση C-306/03 (απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2005, Συλλογή 2005, σ. Ι-705, σ. Ι-707).
4 – Στο Real Decreto Legislativo 1/1994 της 20ής Ιουνίου 2000 (Boletin Oficial del Estado [BOE] 154 της 29ης Ιουνίου 2004), όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 50/1998 της 30ής Δεκεμβρίου 1998 (BOE της 30ής Δεκεμβρίου 1998· έναρξη ισχύος την 1η Ιανουαρίου 1999).
5 – Όπως προστέθηκε με την 21η πρόσθετη διάταξη του νόμου 50/1998 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4).
6 – Εγκύκλιος 3/99 της 16ης Απριλίου 1999 (Circular conjunta sobre modificación de los criterios de reconocimiento del subsidio por desempleo estableido en el articulo 215.1.3 del TRLGSS para mayores de 52 años, que afectan a trabajadores emigrantes retornados de la Unión Europea/Espacio Económico Europeo)· σύμφωνα με την τρίτη υπηρεσιακή οδηγία της εγκυκλίου αυτής, «οι εισφορές που καταβάλλονται από το INEM στο σύστημα της ασφαλίσεως συντάξεως γήρατος για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ασφαλισμένος λαμβάνει το ειδικό επίδομα ανεργίας που προβλέπεται για τους ανέργους άνω των 52 ετών […] πρέπει να ληφθούν υπόψη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1408/71, όταν ο ενδιαφερόμενος ζητεί σύνταξη που δικαιούται βάσει του ισπανικού συστήματος εισφορών».
7 – Όπως δήλωσε ο εκπρόσωπός της κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
8 – Βλ. επ’ αυτού το σημείο 17 των ανά χείρας προτάσεων.
9 – Βλ., ιδίως, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 59)· της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 38)· της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-153/00, Der Weduwe (Συλλογή 2002, σ. I-11319, σκέψη 31)· της 4ης Δεκεμβρίου 2003, C-448/01, EVN AG und Wienstrom (Συλλογή 2003, σ. Ι-14527, σκέψη 74), και της 25ης Μαρτίου 2004, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-480/00, C-481/00, C-482/00, C-484/00, C-489/00, C-490/00, C‑491/00, C‑497/00, C-498/00 και C-499/00, Ribaldi (Συλλογή 2004, σ. Ι-2943, σκέψη 72).
10 – Αποφάσεις PreussenElektra (σκέψη 39) και EVN AG und Wienstrom (σκέψη 75), αμφότερες παρατιθέμενες στην υποσημείωση 9.
11 – Απόφαση Bosman (σκέψη 60), Der Weduwe (σκέψη 32) και EVN AG und Wienstrom (σκέψη 75), και οι τρεις παρατιθέμενες στην υποσημείωση 9.
12 – Λύση που προτάθηκε από τον γενικό εισαγγελέα Jacobs στο σημείο 23 των προτάσεων που υπέβαλε στις 15 Μαΐου 1997 στην υπόθεση C-314/96, Djabali (Συλλογή 1998, σ. I-1149, I-1151).
13 – Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 19ης Ιουνίου 1991 (ΕΕ L 176, σ. 7· διορθωτικό στην ΕΕ 1992, L 383· τελευταία τροποποίηση με την απόφαση της 19ης Απριλίου 2004, ΕΕ L 132, σ. 2).
14 – Υπόθεση που παρατίθεται στην υποσημείωση 12· το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στην υπόθεση αυτή στις 12 Μαρτίου 1998.
Full & Egal Universal Law Academy