ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 3ης Ιουλίου 2003 (1)
Υπόθεση C-234/02 P
Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, υποστηριζόμενος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,
κατά
Frank Lamberts
«Αίτηση αναιρέσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη – Εξέταση από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή καταγγελίας σχετικής με εσωτερικό διαγωνισμό»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση αναιρέσεως που υποβλήθηκε από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 10ης Απριλίου 2002 στην υπόθεση Lamberts κατά Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (2). Στην απόφαση εκείνη, το Πρωτοδικείο κήρυξε παραδεκτή αγωγή αποζημιώσεως που ένας πολίτης είχε ασκήσει σχετικά με πράξεις του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο κήρυξε αβάσιμη την αγωγή.
2. Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου κατά το μέρος που κήρυξε παραδεκτή την αγωγή. Ο ενδιαφερόμενος πολίτης, ο F. Lamberts, ζητεί από το Δικαστήριο να επικυρώσει την απόφαση κατά το μέρος που αφορά το παραδεκτό και, επιπλέον, ζητεί να κηρυχθεί βάσιμη η αγωγή που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου.
3. Για να εκτιμηθεί το παραδεκτό της αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, είναι αναγκαίο να εξεταστούν εκ του σύνεγγυς το καθεστώς και οι αρμοδιότητες του Διαμεσολαβητή που κατά το άρθρο 195 ΕΚ ορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστεί και ο τρόπος ελέγχου των πράξεών του.
II – Το νομικό πλαίσιο
4. Κατά το άρθρο 21, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, κάθε πολίτης της Ενώσεως δύναται να απευθυνθεί στον Διαμεσολαβητή, όργανο το οποίο θεσμοθετήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 195 ΕΚ. Το άρθρο 195 ΕΚ ορίζει:
«1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ορίζει διαμεσολαβητή, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος να παραλαμβάνει τις καταγγελίες όλων των πολιτών της Ένωσης ή των φυσικών ή νομικών προσώπων που κατοικούν ή έχουν την καταστατική τους έδρα σε κράτος μέλος, σχετικά με περιπτώσεις κακής διοίκησης στα πλαίσια της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών, με εξαίρεση το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων.
Στα πλαίσια των καθηκόντων του, ο διαμεσολαβητής διεξάγει τις έρευνες που κρίνει δικαιολογημένες είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει των καταγγελιών που του έχουν υποβληθεί απευθείας ή μέσω μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκτός εάν για τα καταγγελλόμενα γεγονότα έχει ή είχε κινηθεί δικαστική διαδικασία. Εάν ο διαμεσολαβητής διαπιστώσει περίπτωση κακής διοίκησης, υποβάλλει το θέμα στο οικείο όργανο, το οποίο διαθέτει προθεσμία τριών μηνών για να εκθέσει τη γνώμη του στο διαμεσολαβητή. Ο διαμεσολαβητής διαβιβάζει εν συνεχεία έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και προς το οικείο όργανο.
Ο καταγγέλλων ενημερώνεται για το αποτέλεσμα των ερευνών αυτών. Ο διαμεσολαβητής συντάσσει ετήσια έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών του.
2. […] Το Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει το διαμεσολαβητή από τα καθήκοντά του αιτήσει του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εάν παύσει να πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του ή εάν διαπράξει βαρύ παράπτωμα.
3. Ο διαμεσολαβητής ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη ανεξαρτησία. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δεν ζητά ούτε δέχεται υποδείξεις από κανένα οργανισμό. Ο διαμεσολαβητής δεν μπορεί, κατά τη διάρκεια των καθηκόντων του, να ασκεί καμία άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, αμειβόμενη ή μη.
[…]»
5. Στις 9 Μαρτίου 1994 το Κοινοβούλιο εξέδωσε, βάσει του άρθρου 195, παράγραφος 4, ΕΚ, την απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους ασκήσεως των καθηκόντων του (3).
6. Κατά το άρθρο 14 της αποφάσεως 94/262, ο Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να θεσπίζει διατάξεις για την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής. Στις 16 Οκτωβρίου 1997 θέσπισε τις διατάξεις αυτές, οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1998. Το κείμενο των διατάξεων αυτών είναι διαθέσιμο σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ενώσεως στον δικτυακό τόπο του Διαμεσολαβητή (4).
7. Το περιεχόμενο των διατάξεων της αποφάσεως 94/262 και των εκτελεστικών διατάξεων που έχουν σημασία για την παρούσα υπόθεση περιγράφεται εν εκτάσει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου (σκέψεις 6 έως 15).
8. Η δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου κινήθηκε βάσει του άρθρου 235 ΕΚ, το οποίο ορίζει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει τις διαφορές αποζημιώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ. Η τελευταία διάταξη ορίζει ότι, «στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Κοινότητα υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους».
III – Το πραγματικό πλαίσιο
9. Λαβή για την παρούσα διαφορά έδωσε η συμμετοχή του F. Lamberts σε εσωτερικό διαγωνισμό της Επιτροπής για τη μονιμοποίηση εκτάκτων υπαλλήλων της κατηγορίας Α. Ο F. Lamberts απέτυχε στην προφορική δοκιμασία. Αποδίδει την αποτυχία αυτή στο γεγονός ότι κατά την προφορική δοκιμασία βρισκόταν υπό την επήρεια φαρμάκων τα οποία μπόρεσαν να δημιουργήσουν κατάσταση κοπώσεως και να μειώσουν την ικανότητα συγκεντρώσεως. Η αγωγή με τα φάρμακα αυτά συνταγογραφήθηκε κατόπιν ατυχήματος το οποίο έλαβε χώρα μερικές εβδομάδες πριν από την προφορική δοκιμασία. Ο F. Lamberts δεν ζήτησε αναβολή της προφορικής του δοκιμασίας, λόγω μιας ρήτρας στην πρόσκληση συμμετοχής στην προφορική δοκιμασία, ρήτρας η οποία εν ολίγοις όριζε ότι δεν είναι δυνατή αλλαγή του χρόνου της εξετάσεως.
10. Στη συνέχεια, ο F. Lamberts απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Ο τελευταίος εξέτασε την καταγγελία, αλλά τούτο δεν είχε ως αποτέλεσμα να ικανοποιηθεί ο F. Lamberts. Η πρόταση του F. Lamberts για την εξεύρεση συναινετικής λύσεως απορρίφθηκε από την Επιτροπή. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε επικριτικά σχόλια όσον αφορά γενικά τη διοικητική πρακτική της Επιτροπής.
11. Στο εξής, η Επιτροπή, για λόγους χρηστής διοικήσεως, προσθέτει στις προσκλήσεις συμμετοχής σε προφορική εξέταση μια ειδική ρήτρα με την οποία οι υποψήφιοι πληροφορούνται ότι η ημερομηνία που αναγράφεται μπορεί να αλλάξει σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο Διαμεσολαβητής συνήγαγε, όσον αφορά τον F. Lamberts, ότι η νέα αυτή πρακτική δεν έχει καμία συνέπεια για διαδικασίες του παρελθόντος.
12. Για λεπτομερέστερη περιγραφή του πραγματικού πλαισίου θα παραπέμψω στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου.
IV – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
13. Το Πρωτοδικείο εξέτασε πρώτα το παραδεκτό της αγωγής (σκέψεις 48 έως 60 της αποφάσεως). Παρέθεσε τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, βάσει του άρθρου 235 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 288 ΕΚ, δύναται να ασκηθεί κατά οποιουδήποτε οργάνου της Κοινότητας αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης για πράξεις του οργάνου αυτού κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Το Πρωτοδικείο συνήγαγε ότι η αγωγή είναι παραδεκτή.
14. Το Πρωτοδικείο εξέθεσε ακόμη ότι ο έλεγχος που ο κοινοτικός δικαστής ασκεί επί του Διαμεσολαβητή είναι περιορισμένος, δεδομένου ότι εν προκειμένω ο Διαμεσολαβητής έχει ευρύτατη διακριτική ευχέρεια. Επίσης, δεν δύναται να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο πολίτης να έχει υποστεί ζημία από πρόδηλο πταίσμα του Διαμεσολαβητή. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι το άρθρο 235 ΕΚ δημιούργησε στην κοινοτική έννομη τάξη ένα αυτοτελές μέσο δικαστικής προστασίας.
15. Η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη (σκέψεις 61 έως 89 της αποφάσεως), δεδομένου ότι ο F. Lamberts δεν απέδειξε ότι ο Διαμεσολαβητής υπέπεσε σε υπηρεσιακά πταίσματα κατά την εξέταση της καταγγελίας του. Το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό κατόπιν της κρίσεώς του επί πέντε επιχειρημάτων που είχε προβάλει ο F. Lamberts.
16. Πρώτον, ο F. Lamberts είχε ισχυριστεί ότι ο Διαμεσολαβητής έπρεπε να του υποδείξει τη δυνατότητα να ασκήσει ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής. Ωστόσο, κατά το Πρωτοδικείο, στον πολίτη απόκειται να επιλέξει το καλύτερο γι’ αυτόν μέσο δικαστικής προστασίας. Τούτο ισχύει ασφαλώς για ένα μέλος του προσωπικού των Κοινοτήτων. Το πρόσωπο αυτό θεωρείται ότι γνωρίζει τα της ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ο Διαμεσολαβητής δύναται να συμβουλεύσει τον πολίτη επί του σημείου αυτού, πλην όμως στο κοινοτικό δίκαιο δεν υπάρχει καμία διάταξη που να υποχρεώνει σχετικά τον Διαμεσολαβητή.
17. Δεύτερον, ο F. Lamberts είχε προσάψει στον Διαμεσολαβητή ότι δεν επέδειξε αμεροληψία και αντικειμενικότητα κατά την εξέταση της καταγγελίας του, καθόσον έλαβε υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής ενώ το αγγλικό κείμενο της γνώμης αυτής, μια και η αγγλική γλώσσα ήταν εκείνη στην οποία είχε συνταγεί η καταγγελία, κατατέθηκε μετά την προθεσμία που είχε τάξει ο Διαμεσολαβητής. Επιπλέον, το αγγλικό κείμενο διαφέρει από το γαλλικό κείμενο που κατατέθηκε αργότερα. Το Πρωτοδικείο παρατήρησε συναφώς ότι η προθεσμία εντός της οποίας ένα κοινοτικό όργανο αποστέλλει μια γνώμη στον Διαμεσολαβητή δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστική προθεσμία. Περαιτέρω, οι γλωσσικές αποδόσεις δεν διαφέρουν στα σημεία που έχουν σημασία για την έρευνα του Διαμεσολαβητή.
18. Τρίτον, ο F. Lamberts είχε παραπονεθεί για την καθυστέρηση με την οποία ο Διαμεσολαβητής ολοκλήρωσε την εξέταση της καταγγελίας του. Έτσι, παρήλθαν πάνω από δέκα μήνες μεταξύ της γνώμης της Επιτροπής και της αποφάσεως του Διαμεσολαβητή και η εξέταση της καταγγελίας διήρκεσε περί τους δεκαέξι μήνες μετά την υποβολή της καταγγελίας. Το Πρωτοδικείο εξέθεσε ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις δεν τάσσουν συγκεκριμένη προθεσμία για την εξέταση των καταγγελιών από τον Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής οφείλει να τηρήσει μια προθεσμία που υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως μπορεί να θεωρηθεί εύλογη. Παρά ταύτα, εν προκειμένω πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο Διαμεσολαβητής δεν έχει μόνον την υποχρέωση να φροντίσει για το ατομικό συμφέρον του καταγγέλλοντος, αλλά και το καθήκον, χάριν του γενικού συμφέροντος, να διαπιστώσει τις περιπτώσεις κακοδιοικήσεως και να προσπαθήσει να τις εξαλείψει.
19. Τέταρτον, ο F. Lamberts είχε ισχυριστεί ότι ο Διαμεσολαβητής έχει υποχρέωση να αναζητήσει συναινετική λύση και να ικανοποιήσει τον καταγγέλλοντα. Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι ο Διαμεσολαβητής έχει εν προκειμένω ευρύτατη διακριτική ευχέρεια. Κατά συνέπεια, εξωσυμβατική ευθύνη του Διαμεσολαβητή δύναται να στοιχειοθετηθεί μόνον όταν πρόκειται για κατάφωρη και πρόδηλη παράβαση των υποχρεώσεων που ο Διαμεσολαβητής έχει στο πλαίσιο αυτό. Κατ’ αρχήν, ο Διαμεσολαβητής δεν δύναται να περιοριστεί να διαβιβάσει στον πολίτη τη γνώμη του σχετικού κοινοτικού οργάνου. Πάντως, εν προκειμένω ο Διαμεσολαβητής εξέτασε το βάσιμο της απόψεως της Επιτροπής και χωρίς να υποπέσει σε πταίσμα συνήγαγε ότι δεν είναι δυνατή συναινετική λύση που να ικανοποιεί τον F. Lamberts.
20. Πέμπτον, ο F. Lamberts είχε προβάλει ότι ο Διαμεσολαβητής, με το να διατυπώσει με την απόφασή του επικριτικά σχόλια, παρέβη το άρθρο 7 των εκτελεστικών διατάξεων. Κατά τις διατάξεις αυτές, ο Διαμεσολαβητής δύναται να διατυπώσει επικριτικά σχόλια μόνον όταν η περίπτωση κακοδιοικήσεως δεν έχει γενικές συνέπειες. Το Πρωτοδικείο εξέθεσε εν προκειμένω ότι τυχόν παράβαση της διατάξεως αυτής δεν μπορούσε να θίξει τον F. Lamberts. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή δεν έχει ως σκοπό την προστασία του ατομικού του συμφέροντος.
V – Η αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
21. Με δικόγραφο της 21ης Ιουνίου 2002, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Ιουνίου 2002, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής υπέβαλε την παρούσα αίτηση αναιρέσεως. Ο Διαμεσολαβητής ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου κατά το μέρος που κηρύχθηκε παραδεκτή η αγωγή αποζημιώσεως·
– να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή αυτή.
22. Με δικόγραφο της 29ης Αυγούστου 2002, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Σεπτεμβρίου 2002, ο F. Lamberts κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως. Με το υπόμνημά του, ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου κατά το μέρος που η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη και στη συνέχεια:
– κυρίως:
– να υποχρεώσει τον Διαμεσολαβητή να του καταβάλει το ποσό των 2 468 787 ευρώ ως αποζημίωση για υλική ζημία καθώς και το ποσό των 124 000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πλέον νομίμων τόκων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση·
– να καταδικάσει τον Διαμεσολαβητή στα δικαστικά έξοδα·
– επικουρικώς:
– να υποχρεώσει τον Διαμεσολαβητή να του καταβάλει το ποσό των 1 234 934 ευρώ ως αποζημίωση για υλική ζημία και το ποσό των 124 000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πλέον νομίμων τόκων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση,
– να καταδικάσει τον Διαμεσολαβητή στα δικαστικά έξοδα.
23. Στις 30 Αυγούστου 2002 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε να παρέμβει υπέρ του Διαμεσολαβητή. Με διάταξη της 30ής Οκτωβρίου 2002, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δέχθηκε την αίτηση αυτή.
24. Μετά την κατάθεση υπομνημάτων από όλους τους διαδίκους, στις 13 Μαΐου 2003 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην παρούσα υπόθεση.
VI – Οι λόγοι αναιρέσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων
Α – Επί του παραδεκτού
25. Ο Διαμεσολαβητής ισχυρίζεται με την αίτησή του αναιρέσεως ότι τόσο η κρίση του Πρωτοδικείου να κηρύξει παραδεκτή την αγωγή όσο και η αιτιολογία της κρίσεως αυτής αντίκεινται στη ρύθμιση που διέπει την άσκηση των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή.
26. Πρώτον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντίκειται στο συνταγματικό πλαίσιο που η Συνθήκη ΕΚ καθιέρωσε σχετικά με την ευθύνη του Διαμεσολαβητή.
27. Το Πρωτοδικείο υπέβαλε σε έλεγχο νομιμότητας τη διαδικασία έρευνας που κίνησε ο Διαμεσολαβητής και την απόφαση του Διαμεσολαβητή να περατώσει τη διαδικασία αυτή. Έτσι, το Πρωτοδικείο παρέβλεψε τα όρια του νομικού ελέγχου των πράξεων του Διαμεσολαβητή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, επρόκειτο για υπόθεση όπου ο F. Lamberts αμφισβητούσε τον τρόπο αντιμετωπίσεως της καταγγελίας του από τον Διαμεσολαβητή και τα πορίσματα του τελευταίου. Ο έλεγχος της νομιμότητας της διαδικασίας έρευνας, των πορισμάτων και των προθεσμιών είναι έργο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και όχι του κοινοτικού δικαστή.
28. Επιπλέον, το άρθρο 195, παράγραφος 2, ΕΚ και το άρθρο 8 της αποφάσεως 94/262 προβλέπουν μια ειδική διαδικασία για την περίπτωση που ο Διαμεσολαβητής υποπέσει σε σοβαρά σφάλματα που μπορούν να δημιουργήσουν αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητά του να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Στην περίπτωση αυτή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο να απαλλάξει τον Διαμεσολαβητή από τα καθήκοντά του.
29. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο παρέβλεψε τη διάκριση μεταξύ, αφενός, αγωγής αποζημιώσεως και, αφετέρου, προσφυγής ακυρώσεως ή προσφυγής κατά παραλείψεως.
30. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι είναι δυνατόν για έναν πολίτη να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά του Διαμεσολαβητή λόγω των πράξεων του τελευταίου. Μια τέτοια αγωγή δεν μπορεί να αφορά τη διαδικασία έρευνας αυτή καθ’ εαυτήν, αλλά π.χ. την παράβαση μιας συγκεκριμένης υποχρεώσεως που έχει ο Διαμεσολαβητής. Ως παράδειγμα, ο Διαμεσολαβητής αναφέρει τη μη τήρηση της εμπιστευτικότητας εγγράφων ή πληροφοριακών στοιχείων.
31. Κατά τον Διαμεσολαβητή, δεν υπάρχει κοινή συνταγματική παράδοση να υποβάλλονται σε δικαστικό έλεγχο οι έρευνες και οι αποφάσεις του Διαμεσολαβητή. Αντιθέτως, στα σκανδιναβικά κράτη μέλη, από όπου κατάγεται ο θεσμός του Διαμεσολαβητή, ένας τέτοιος έλεγχος αποκλείεται για συνταγματικούς λόγους. Ούτε τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών οδηγούν σε άλλο συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, οι καταγγέλλοντες έχουν πάντοτε το δικαίωμα να κινήσουν δίκη κατά κοινοτικού οργάνου ή οργανισμού. Επομένως, δεν χρειάζεται πρώτα να απευθυνθούν στον Διαμεσολαβητή και μετά να προσφύγουν στον κοινοτικό δικαστή κατά των πορισμάτων του Διαμεσολαβητή.
32. Κατά τη νομολογία του Πρωτοδικείου, οι έρευνες και τα πορίσματα του Διαμεσολαβητή δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο καθόσον δεν μπορούν να ασκηθούν προσφυγές ακυρώσεως ή κατά παραλείψεως. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο, προβαίνοντας στο πλαίσιο της ενώπιόν του δίκης σε λεπτομερή ανάλυση των πιο πάνω ερευνών και πορισμάτων, κατέστησε δυνατό τον δικαστικό αυτόν έλεγχο, υπό το κάλυμμα αγωγής αποζημιώσεως. Το Πρωτοδικείο προέβη σε μια τέτοια ανάλυση, παρά το γεγονός ότι αναγνώρισε ότι ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να είναι περιορισμένος.
33. Τρίτον, ο Διαμεσολαβητής ισχυρίζεται ότι η αγωγή αποζημιώσεως, μολονότι ασκήθηκε κατ’ αυτού, σκοπό έχει την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τη συμπεριφορά της Επιτροπής. Ωστόσο, η έρευνα του Διαμεσολαβητή δεν έχει σκοπό να προστατεύσει τα ατομικά συμφέροντα των πολιτών που ζημιώθηκαν από πταίσμα των κοινοτικών οργάνων.
34. Ο F. Lamberts θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε επί του παραδεκτού. Προβάλλει επ’ αυτού τα ακόλουθα επιχειρήματα.
35. Πρώτον, αμφισβητεί τον ισχυρισμό του Διαμεσολαβητή ότι η αγωγή του είχε ως αντικείμενο τη ζημία που υπέστη από τη συμπεριφορά της Επιτροπής. Επρόκειτο για πταίσματα του Διαμεσολαβητή κατά την εξέταση της καταγγελίας του. Το Πρωτοδικείο κατάλαβε σωστά την πτυχή αυτή.
36. Δεύτερον, ο αποκλεισμός της δυνατότητας ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως κατά του Διαμεσολαβητή πρέπει να θεωρηθεί αρνησιδικία. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι σε ένα όργανο έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες σημαίνει ότι το όργανο αυτό έχει αναλάβει την ευθύνη για την περίπτωση που διαπράξει σφάλματα κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή παραλείψει να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο F. Lamberts ισχυρίστηκε και ότι ο Διαμεσολαβητής πρέπει να θεωρηθεί εκπρόσωπος του καταγγέλλοντος πολίτη. Ο πολίτης αυτός πρέπει να έχει ένα μέσο δικαστικής προστασίας για την περίπτωση που ο εκπρόσωπος αποτύχει στην εκτέλεση των καθηκόντων του.
37. Ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων του Διαμεσολαβητή εγγυάται τόσο τη νομιμότητα του συστήματος όσο και την ασφάλεια δικαίου, ακόμη και αν η Συνθήκη ήδη προβλέπει έλεγχο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο F. Lamberts επικαλείται ένα έγγραφο, της 17ης Δεκεμβρίου 1999, του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με το οποίο του ανακοινώθηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν δύναται να παρέμβει σε εσωτερική διαδικασία του Διαμεσολαβητή. Επίσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει την εξουσία να διατάξει να αποκατασταθεί η ζημία που προκλήθηκε από πταίσμα του Διαμεσολαβητή.
38. Στο υπόμνημά του απαντήσεως, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί το έγγραφο του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου νέο αποδεικτικό στοιχείο το οποίο είναι ανεπίτρεπτο στην αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
39. Τέλος, ο F. Lamberts ισχυρίζεται ότι το παραδεκτό δεν δύναται να κριθεί χωρίς συγχρόνως να εξεταστεί η ουσία της υποθέσεως.
40. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει κατ’ αρχάς τον ρόλο του Διαμεσολαβητή κατά την αντιμετώπιση μιας καταγγελίας. Όταν έχει υποβληθεί καταγγελία λόγω κακοδιοικήσεως, ο Διαμεσολαβητής απευθύνεται στο σχετικό κοινοτικό όργανο. Ο ενδιαφερόμενος πολίτης έχει μόνον έμμεσο όφελος από την ενέργεια αυτή του Διαμεσολαβητή, λόγω του αντίκτυπου που μπορούν να έχουν τα διαβήματα του Διαμεσολαβητή προς το σχετικό κοινοτικό όργανο.
41. Το Κοινοβούλιο συμφωνεί με τον Διαμεσολαβητή ότι το Πρωτοδικείο δεν τήρησε τη διάκριση μεταξύ αγωγής αποζημιώσεως και προσφυγής ακυρώσεως ή κατά παραλείψεως. Κατά την εξέταση του παραδεκτού, το Πρωτοδικείο προέβη σε ερμηνεία που απέχει πολύ από το γράμμα και το πνεύμα της σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως. Το Κοινοβούλιο επικαλείται ιδίως τις σκέψεις 57 και 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
42. Η ερμηνεία αυτή δύναται να θίξει τη θέση που ο Διαμεσολαβητής έχει στη Συνθήκη, καθώς και την ισορροπία μεταξύ των κοινοτικών οργάνων. Ειδικότερα:
– Ο Διαμεσολαβητής ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη ανεξαρτησία. Εν προκειμένω, η Συνθήκη διακρίνει μεταξύ δικαστικού και μη δικαστικού ελέγχου. Ο τρόπος που εν προκειμένω το Πρωτοδικείο άσκησε τον έλεγχό του επικαλύπτει τον έλεγχο του Κοινοβουλίου.
– Ο έλεγχος νομιμότητας που ασκήθηκε από το Πρωτοδικείο συνεπάγεται ότι καθίσταται κενός περιεχομένου ο έλεγχος που ασκείται από το Κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο εξετάζει το σύνολο των ενεργειών του Διαμεσολαβητή με γνώμονα τη Συνθήκη ΕΚ. Το σημείο κορυφώσεως του ελέγχου αυτού είναι το ότι μόνον το Κοινοβούλιο δύναται να ζητήσει να απαλλαγεί ο Διαμεσολαβητής από τα καθήκοντά του. Διττός έλεγχος –πολιτικός και νομικός– δεν προβλέπεται από τη Συνθήκη.
43. Το Κοινοβούλιο αναγνωρίζει ότι ένας πολίτης δύναται να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά του Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, μια τέτοια αγωγή πρέπει να έχει σχέση με τις υποχρεώσεις που ο Διαμεσολαβητής έχει βάσει της κοινοτικής ρυθμίσεως. Η συμπεριφορά του Διαμεσολαβητή πρέπει να έχει προκαλέσει ζημία.
44. Κατά το Κοινοβούλιο, είναι ανεπαρκής η αιτιολογία που το Πρωτοδικείο παρέθεσε σχετικά με τις αρχές που ισχύουν για τις αγωγές αποζημιώσεως. Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε το αυτοτελές των αγωγών αυτών, αλλά εξέτασε τη νομιμότητα της συμπεριφοράς του Διαμεσολαβητή χωρίς να συναγάγει τις εντεύθεν συνέπειες. Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο Διαμεσολαβητής δεν έχει αρμοδιότητες που δεσμεύουν τα κοινοτικά όργανα όσον αφορά τη ζημία που υπέστη ο F. Lamberts. Η συμπεριφορά του Διαμεσολαβητή δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη. Η μόνη συμπεριφορά που μπορεί να στοιχειοθετήσει ευθύνη είναι η συμπεριφορά της Επιτροπής. Αγωγή αποζημιώσεως δεν μπορεί να στηριχθεί στην έλλειψη νομιμότητας πράξεως ενός κοινοτικού οργάνου –εν προκειμένω του Διαμεσολαβητή– όταν η πράξη αυτή δεν έχει έννομα αποτελέσματα.
Β – Επί της ουσίας
45. Ο F. Lamberts στηρίζει την ανταίτησή του αναιρέσεως στον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το κοινοτικό δίκαιο. Πρώτον, διατείνεται ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων. Δεύτερον, προβάλλει ότι παραβιάστηκαν τόσο η κοινοτική ρύθμιση σχετικά με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του Διαμεσολαβητή όσο και γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των κοινοτικών υπαλλήλων και η υποχρέωση στηρίξεως μιας διοικητικής αποφάσεως σε αποδεκτή αιτιολογία.
46. Η αιτίασή του είναι ότι ο Διαμεσολαβητής δεν εκτέλεσε την αποστολή που του έχει ανατεθεί, καθόσον
– δεν συμβούλευσε εγκαίρως τον F. Lamberts να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του κοινοτικού δικαστή·
– δεν προσπάθησε να εξεύρει συναινετική λύση.
47. Περαιτέρω, ο F. Lamberts ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι ο Διαμεσολαβητής, με την αίτησή του αναιρέσεως, αναγνωρίζει ότι προκλήθηκε ζημία από τη συμπεριφορά της Επιτροπής, πράγμα που έπρεπε να τον κάνει να επιδείξει μεγαλύτερη προσοχή κατά την εξέταση της καταγγελίας.
48. Ειδικότερα, ο F. Lamberts προβάλλει ακόμη ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σημαντικά σφάλματα εκτιμήσεως. Έτσι, κακώς εκθέτει το Πρωτοδικείο ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να δώσει στον F. Lamberts τη δυνατότητα να εμφανιστεί για δεύτερη φορά σε προφορικές εξετάσεις, ενώ ο F. Lamberts ουδέποτε ζήτησε κάτι τέτοιο. Επίσης, κακώς το Πρωτοδικείο προσάπτει στον F. Lamberts ότι υπέδειξε εναλλακτικές λύσεις μόνον κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του Πρωτοδικείου. Κατά συνέπεια, είναι εσφαλμένο το συμπέρασμα που το Πρωτοδικείο συνήγαγε στη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι ούτε ο Διαμεσολαβητής ούτε η Επιτροπή μπορούσαν να διαμορφώσουν άποψη σχετικά με τις λύσεις αυτές.
49. Στο υπόμνημά του απαντήσεως, ο Διαμεσολαβητής αντιτάσσει ένα δικονομικό επιχείρημα στους ισχυρισμούς του F. Lamberts. Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Ωστόσο, ο F. Lamberts αμφισβητεί μόνο τις πραγματικές διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου. Επιπλέον, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή. Ωστόσο, εν προκειμένω, απλώς επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα που ήδη προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιλαμβανομένων των ρητώς απορριφθέντων από το Πρωτοδικείο επιχειρημάτων που στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά.
50. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμφωνεί με την επιχειρηματολογία του Διαμεσολαβητή.
VII – Το καθεστώς και οι αρμοδιότητες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή
Α – Εισαγωγή
51. Στο σημείο αυτό των προτάσεών μου, θα σκιαγραφήσω το καθεστώς και τις αρμοδιότητες του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή. Διακρίνω τις ακόλουθες πτυχές:
– Πρέπει ο Διαμεσολαβητής να εξομοιωθεί με δικαστήριο ή είναι ένα όργανο με ορισμένες διοικητικές αρμοδιότητες;
– Η εξέταση των καταγγελιών από τον Διαμεσολαβητή: έχει η διαδικασία αυτή ως κύριο σκοπό να ικανοποιηθεί ο καταγγέλλων –πράγμα που αποτελεί προέκταση του ρόλου του δικαστή– ή η διαδικασία αυτή αποβλέπει κυρίως στο γενικό συμφέρον, το οποίο έγκειται στο να μπορούν να ελέγχονται καλύτερα οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων;
– Ο έλεγχος της συμπεριφοράς του ίδιου του Διαμεσολαβητή: ναι μεν, κατά το κοινοτικό δίκαιο, ο Διαμεσολαβητής είναι γενικά υπεύθυνος έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πλην όμως σε ποιο μέτρο η γενική αυτή ευθύνη έχει σημασία για το ζήτημα αν σε επί μέρους περιπτώσεις η συμπεριφορά του Διαμεσολαβητή μπορεί να υποβληθεί σε δικαστικό έλεγχο;
52. Θεωρώ ότι η κρίση επί του καθεστώτος και των αρμοδιοτήτων του Διαμεσολαβητή είναι αναγκαία για να μπορέσει να καθοριστεί σε ποιο μέτρο ο Διαμεσολαβητής μπορεί να ελεγχθεί από τον κοινοτικό δικαστή για τα σφάλματα που διαπράττει κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Β – Τα χαρακτηριστικά των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή
53. Ο θεσμός του διαμεσολαβητή έχει μακρά παράδοση, η οποία αρχίζει με τον ορισμό ενός διαμεσολαβητή στη Σουηδία το 1809. Έκτοτε ο θεσμός του διαμεσολαβητή –ή κάποιος άλλος θεσμός με έντονη ομοιότητα με τον διαμεσολαβητή– υφίσταται σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Στην ουσία, ο διαμεσολαβητής είναι όργανο το οποίο ερευνά καταγγελίες των πολιτών κατά των δημοσίων αρχών, συντάσσει εκθέσεις και προβαίνει σε συστάσεις προς τη Διοίκηση. Η ανεξαρτησία του έναντι των διοικητικών αρχών είναι εξασφαλισμένη –και τούτο ισχύει για τον διαμεσολαβητή στη Σουηδία ήδη από τον δέκατο ένατο αιώνα– καθόσον ο διαμεσολαβητής δεν υπόκειται στην εκτελεστική εξουσία, αλλά στο κοινοβούλιο.
54. Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ δημιουργήθηκε ο θεσμός του Διαμεσολαβητή, οργάνου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το οποίο προβλέπεται στα άρθρα 21 ΕΚ και 195 ΕΚ.
55. Η θεσμοθέτηση του Διαμεσολαβητή είναι ένα από τα μέσα με τα οποία η Συνθήκη δίνει περιεχόμενο στην ιθαγένεια της Ενώσεως. Ο πολίτης της Ενώσεως έχει δικαίωμα να απευθύνεται στον Διαμεσολαβητή με καταγγελίες λόγω κακοδιοικήσεως που υποβάλλει κατά κοινοτικών οργάνων και οργανισμών. Έτσι, ο Διαμεσολαβητής διαδραματίζει ρόλο για την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη. Από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη θεσμοθέτηση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προκύπτει σαφώς ότι ο θεσμός αυτός θεωρήθηκε ως ένας από τους μηχανισμούς προστασίας των ειδικών δικαιωμάτων του Ευρωπαίου πολίτη (5).
56. Μολονότι η διαδικασία εξετάσεως από τον Διαμεσολαβητή μιας καταγγελίας έχει ως σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη, η διαδικασία αυτή δεν αποβλέπει στην παροχή έννομης προστασίας όπως αυτή παρέχεται από ένα δικαστήριο.
57. Στο σημείο αυτό, θα παραπέμψω στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια του δικαστηρίου κατά το άρθρο 234 ΕΚ. Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες, όπως τη νομική βάση του οργάνου, τον μόνιμο χαρακτήρα του, τη δεσμευτικότητα των αποφάσεών του, την έκδοση αποφάσεων μετά από διαδικασία εκατέρωθεν ακροάσεως, την εφαρμογή κανόνων δικαίου καθώς και την ανεξαρτησία του σχετικού οργάνου. Το εν λόγω όργανο πρέπει να μπορεί να αποφαίνεται στο πλαίσιο διαδικασίας προοριζόμενης να καταλήξει σε απόφαση που έχει τα χαρακτηριστικά δικαστικής αποφάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να έχει την εξουσία να εκδίδει δεσμευτικές αποφάσεις κατ’ εφαρμογήν κανόνων δικαίου (6).
58. Ο θεσμός του Διαμεσολαβητή έχει τα περισσότερα από τα πιο πάνω χαρακτηριστικά που έχει απαριθμήσει το Δικαστήριο. Ο θεσμός αυτός έχει ως νομικό έρεισμα το άρθρο 195 ΕΚ, έχει μόνιμο χαρακτήρα και το ανεξάρτητο καθεστώς του προβλέπεται από το άρθρο 195, παράγραφος 3, ΕΚ.
59. Ωστόσο, η διαδικασία εξετάσεως καταγγελιών από τον Διαμεσολαβητή έχει λίγα κοινά σημεία με τα απαριθμηθέντα χαρακτηριστικά μιας δικαστικής διαδικασίας. Η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό ελευθερίας του Διαμεσολαβητή σχετικά με τον τρόπο που θα εξετάσει την καταγγελία. Ναι μεν προβλέπεται ότι ο καταγγέλλων και το κοινοτικό όργανο κατά του οποίου υποβλήθηκε η καταγγελία θα αναμειχθούν κατά την εξέταση της καταγγελίας, πλην όμως τούτο δεν αρκεί για να υπάρξει εν προκειμένω πλήρης διαδικασία εκατέρωθεν ακροάσεως. Στο σημείο αυτό, θα παραπέμψω στο άρθρο 6 των εκτελεστικών διατάξεων, το οποίο δεν δίνει στον Διαμεσολαβητή κάποιο ρόλο μεταξύ των μερών, αλλά προβλέπει μόνον συνεργασία του Διαμεσολαβητή με το όργανο κατά του οποίου υποβλήθηκε η καταγγελία. Πάντως, το πιο αποφασιστικό σημείο είναι ότι ο Διαμεσολαβητής δεν έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις που δεσμεύουν τα μέρη. Εν προκειμένω, δεν λύεται μια διαφορά. Κατά συνέπεια, η διαδικασία δεν έχει τέτοιον σκοπό, αλλά –όπως ο ίδιος ο Διαμεσολαβητής αναφέρει με την έκθεσή του για το 1995– έχει ως σκοπό να αποφευχθεί μια διαφορά.
60. Λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως δεσμευτικής εξουσίας, είναι λογικό ότι η Συνθήκη δεν προέβλεψε δικαίωμα προσφυγής στον κοινοτικό δικαστή κατά αποφάσεων του Διαμεσολαβητή που ελήφθησαν στο πλαίσιο διαδικασίας εξετάσεως μιας καταγγελίας.
61. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο Διαμεσολαβητής δεν έχει τα χαρακτηριστικά δικαστηρίου. Θα προσθέσω ότι έργο του Διαμεσολαβητή είναι να διατυπώσει κατόπιν καταγγελίας επικριτικά σχόλια, τα οποία δεν έχουν σκοπό να ικανοποιήσουν τον καταγγέλλοντα, αλλά να υπηρετήσουν το γενικό συμφέρον.
62. Θα σημειώσω ακόμη ότι ο Διαμεσολαβητής δύναται να προβεί σε έρευνα με δική του πρωτοβουλία. Και από την ύπαρξη της εξουσίας αυτής προκύπτει ότι ο Διαμεσολαβητής πρέπει να θεωρηθεί διοικητικό όργανο και όχι όργανο που μπορεί να εξομοιωθεί με δικαστή. Εν προκειμένω, θα παρατηρήσω ότι η εξουσία αυτή συμπληρώνει την εξουσία εξετάσεως καταγγελιών και δεν αποτελεί ένα δεύτερο κύριο καθήκον. Τούτο προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη θεσμοθέτηση του οργάνου αυτού (7), από την αντίληψη του ίδιου του Διαμεσολαβητή ότι η εξέταση καταγγελιών είναι το κύριο καθήκον του (8), καθώς και από την πρακτική που ακολουθεί ο Διαμεσολαβητής. Έτσι, η τελευταία διαθέσιμη ετήσια έκθεση (η έκθεση για το 2001) αναφέρει ότι ο Διαμεσολαβητής εξέτασε διακόσιες τέσσερις καταγγελίες και μόνον τέσσερις φορές προέβη σε έρευνα με δική του πρωτοβουλία. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, η με δική του πρωτοβουλία έρευνα οφειλόταν σε προηγούμενες καταγγελίες οι οποίες δημιούργησαν την υπόνοια ότι υπάρχει γενικότερο πρόβλημα.
63. Εν ολίγοις, ο Διαμεσολαβητής δεν παρέχει κατά κυριολεξία έννομη προστασία. Ο Διαμεσολαβητής πρέπει να θεωρηθεί διοικητικό όργανο που έχει καθήκον –κυρίως βάσει καταγγελιών– να εντοπίζει, χάριν του γενικού συμφέροντος, περιπτώσεις κακοδιοικήσεως από τα κοινοτικά όργανα και να συμβάλλει στην εξάλειψη των περιπτώσεων αυτών. Με το καθήκον αυτό στοιχεί το γεγονός ότι ο Διαμεσολαβητής ορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και κάθε χρόνο πρέπει να υποβάλλει στο Κοινοβούλιο έκθεση σχετικά με τις έρευνές του.
Γ – Η διαδικασία εξετάσεως καταγγελιών θεωρούμενη εκ του σύνεγγυς
64. Όπως ελέχθη, ο πολίτης δεν τυγχάνει έννομης προστασίας ανάλογης με εκείνη την οποία του παρέχει ένας δικαστής. Ο Διαμεσολαβητής έχει προ πάντων ερευνητικές εξουσίες και μπορεί να προσπαθήσει να βρει λύσεις. Δύναται να περατώσει την έρευνά του με αιτιολογημένη απόφαση, η οποία όμως ποτέ δεν μπορεί να περιέχει κάτι παραπάνω από «επικριτικά σχόλια» ή «συστάσεις».
65. Επομένως, η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή δεν αντικαθιστά την έννομη προστασία που παρέχει ένας δικαστής. Εν προκειμένω, θα σημειώσω ότι το άρθρο 195 ΕΚ ορίζει ότι ο Διαμεσολαβητής δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει πραγματικά περιστατικά που αποτελούν ή απετέλεσαν το αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας. Η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή έχει προ πάντων ως σκοπό να δώσει στον πολίτη τη δυνατότητα να ικανοποιηθεί σε περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατόν να προσφύγει στη δικαιοσύνη ή η προσφυγή αυτή δεν έχει νόημα. Κατά συνέπεια, η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή αποτελεί συμπλήρωμα της κατά κυριολεξία έννομης προστασίας.
66. Όλα αυτά δεν εμποδίζουν το να παράσχει το κοινοτικό δίκαιο ορισμένα διαδικαστικά δικαιώματα στον καταγγέλλοντα. Κατ’ αρχάς, αυτό τούτο το άρθρο 21 ΕΚ δίνει στον Ευρωπαίο πολίτη το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία, και μάλιστα ο τελευταίος έχει δικαίωμα να λάβει απάντηση στη γλώσσα στην οποία συνέταξε την καταγγελία. Τα διαδικαστικά δικαιώματα του καταγγέλλοντος διευκρινίζονται περαιτέρω στις εκτελεστικές διατάξεις. Αν –όπως εν προκειμένω– έχει διεξαχθεί έρευνα, ο καταγγέλλων έχει το δικαίωμα να του ανακοινωθεί η γνώμη που το σχετικό όργανο διατύπωσε στον Διαμεσολαβητή καθώς και το δικαίωμα να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τη γνώμη αυτή. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει σε μια απόφαση, η οποία –αυτό είναι το μοναδικό δικαίωμα που ο καταγγέλλων έχει στο στάδιο αυτό– διαβιβάζεται στον καταγγέλλοντα.
67. Τούτο με φέρνει στο περιεχόμενο της αποφάσεως του Διαμεσολαβητή στην περίπτωση που αυτός διαπιστώσει κακοδιοίκηση από κοινοτικό όργανο. Στην αρχή, υπάρχει η δυνατότητα (άρθρο 6 των εκτελεστικών διατάξεων) να αναζητήσει συναινετική λύση μεταξύ του καταγγέλλοντος και του κοινοτικού οργάνου. Η αναζήτηση αυτή εντάσσεται στο προαναφερθέν καθήκον του Διαμεσολαβητή να αποφύγει να φθάσει η υπόθεση στη δικαιοσύνη. Έτσι, η διαδικασία έχει κυρίως τον χαρακτήρα «συμφιλιώσεως». Μόνον αν προκύψει ότι δεν είναι δυνατή συναινετική λύση, τίθενται στη διάθεση του Διαμεσολαβητή άλλα μέσα, δηλαδή η δυνατότητα διατυπώσεως επικριτικών σχολίων ή καταρτίσεως σχεδίου συστάσεων. Το κοινοτικό όργανο δύναται να διατυπώσει παρατηρήσεις επί του σχεδίου συστάσεων και μετά ο Διαμεσολαβητής δύναται να αποστείλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκθεση με συστάσεις. Το κοινοτικό όργανο δεν είναι υποχρεωμένο να δώσει συνέχεια σε επικριτικά σχόλια ή συστάσεις.
68. Στην παρούσα υπόθεση διαδραματίζει ρόλο και το ότι ο F. Lamberts προσάπτει στον Διαμεσολαβητή ότι δεν του υπέδειξε να προσφύγει στο Πρωτοδικείο, με αποτέλεσμα να παρέλθει η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής. Το κοινοτικό δίκαιο, με το άρθρο 2, παράγραφος 5, της αποφάσεως 94/262, παρέχει στον Διαμεσολαβητή την εξουσία να συμβουλεύσει τον καταγγέλλοντα να απευθυνθεί σε άλλο κοινοτικό όργανο. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν έχει ένα ρητώς διατυπωμένο στο κοινοτικό δίκαιο δικαίωμα να του υποδειχθεί πού να απευθυνθεί.
69. Τίθεται τώρα το ερώτημα –και αυτό αφορά η αγωγή του F. Lamberts– αν σε ορισμένες περιστάσεις ο Διαμεσολαβητής είναι υποχρεωμένος να ασκήσει τις εξουσίες του να βρει συναινετική λύση και να υποδείξει στον καταγγέλλοντα πού να απευθυνθεί. Δύναται το γεγονός ότι δεν άσκησε τις εξουσίες αυτές να θεωρηθεί πταίσμα έναντι του καταγγέλλοντος;
Δ – Ο έλεγχος επί του Διαμεσολαβητή
70. Το άρθρο 195, παράγραφος 3, ΕΚ καθιερώνει την ανεξαρτησία του Διαμεσολαβητή. Η ουσία της ανεξαρτησίας του βρίσκεται στη δεύτερη περίοδο της διατάξεως αυτής, η οποία περίοδος απαγορεύει στον Διαμεσολαβητή να ζητεί ή να δέχεται, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, υποδείξεις από οποιονδήποτε οργανισμό. Θα ήταν αντίθετο προς τις πιο πάνω εγγυήσεις το να υπόκειται ο Διαμεσολαβητής σε έλεγχο κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
71. Θεωρώ εσφαλμένο τον ισχυρισμό του ίδιου του Διαμεσολαβητή και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι έργο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι ο έλεγχος του τρόπου ασκήσεως των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή. Το άρθρο 195 Κ δεν προβλέπει τέτοιον έλεγχο. Μόνο σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να ζητήσει από το Δικαστήριο να απαλλάξει τον Διαμεσολαβητή από τα καθήκοντά του. Ωστόσο, εδώ δεν πρόκειται για έλεγχο του τρόπου ασκήσεως των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή κατά την εξέταση μιας επί μέρους καταγγελίας. Λαμβάνω ως αφετηρία ότι μόνο μια αρνητική κρίση του συνολικού έργου του Διαμεσολαβητή δύναται να οδηγήσει στην απαλλαγή από τα καθήκοντά του.
72. Επιπλέον –αλλά τούτο δεν είναι έλεγχος του τρόπου ασκήσεως των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή– το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δύναται να μην ανανεώσει τη θητεία του Διαμεσολαβητή και μετά τη λήξη της θητείας του τελευταίου δύναται να ορίσει νέο Διαμεσολαβητή. Ούτε η υποχρέωση του Διαμεσολαβητή να υποβάλλει εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει σχέση με έλεγχο. Η εν λόγω υποχρέωση υποβολής εκθέσεων είναι εντελώς διαφορετικής φύσεως. Σκοπό έχει να δώσει στο Κοινοβούλιο τη δυνατότητα να εκφέρει μια πολιτική κρίση σχετικά με τη λειτουργία των κοινοτικών οργάνων, και ενίοτε σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοικήσεως από τα όργανα αυτά. Υπάρχει και άλλος λόγος για τον οποίο δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι ασκείται έλεγχος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: ο Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να ερευνά περιπτώσεις κακοδιοικήσεως και από αυτό τούτο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
73. Τελικά, όλα αυτά σημαίνουν ότι ο ισχυρισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι ο έλεγχος από το Πρωτοδικείο θα οδηγούσε σε επικάλυψη του ελέγχου δεν ευσταθεί, απλούστατα διότι το ίδιο το Κοινοβούλιο δεν ασκεί έλεγχο.
74. Ούτε το Δικαστήριο ελέγχει τον τρόπο ασκήσεως των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή, εκτός αν πρόκειται για την προαναφερθείσα διαδικασία απαλλαγής του Διαμεσολαβητή από τα καθήκοντά του.
75. Εν ολίγοις, ο Διαμεσολαβητής ασκεί τα καθήκοντά του με ανεξαρτησία και χωρίς έλεγχο. Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει ότι οι έννομες συνέπειες μιας συγκεκριμένης πράξεως του Διαμεσολαβητή δεν μπορούν να υποβληθούν στον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή. Εδώ δεν πρόκειται για έλεγχο του τρόπου ασκήσεως των καθηκόντων του, αλλά για έννομη προστασία του υποκειμένου δικαίου του οποίου τα συμφέροντα θίχτηκαν άμεσα από την πράξη του Διαμεσολαβητή.
76. Η Συνθήκη δεν προβλέπει προσφυγή κατά αποφάσεων του Διαμεσολαβητή. Συγκεκριμένα, ο Διαμεσολαβητής δεν κατονομάζεται στο άρθρο 230 ΕΚ ούτε σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της Συνθήκης ή του παραγώγου δικαίου (9) η οποία καθορίζει τις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου.
77. Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα αν έτσι γίνεται σεβαστή η αναγνωρισμένη από το Δικαστήριο αρχή ότι οι ιδιώτες πρέπει να μπορούν να επικαλεστούν ενώπιον των δικαστηρίων τα δικαιώματα που στηρίζουν στην κοινοτική έννομη τάξη. Συγκεκριμένα, το δικαίωμα να παρέχεται αποτελεσματική έννομη προστασία είναι κατά το Δικαστήριο μία από τις αρχές του δικαίου που απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών. Το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται και από τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (10).
78. Όπως εξέθεσα πιο πάνω (βλ. το σημείο 65 των προτάσεών μου), το κοινοτικό δίκαιο παρέχει στον πολίτη ορισμένα δικαιώματα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή. Δεν αποκλείω ότι το δικαίωμα να παρέχεται αποτελεσματική έννομη προστασία συνεπάγεται ότι ο θιγόμενος πολίτης έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεως του Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό δεν τίθεται εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, ο F. Lamberts δεν άσκησε προσφυγή, αλλά αγωγή αποζημιώσεως.
79. Η έλλειψη –ρητώς προβλεπομένης από το κοινοτικό δίκαιο– δυνατότητας ασκήσεως προσφυγής κατά των αποφάσεων του Διαμεσολαβητή δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι οι πράξεις του Διαμεσολαβητή δεν μπορούν να προκαλέσουν ζημία που κατά το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να αποκατασταθεί. Αντιθέτως, ακριβώς λόγω της ελλείψεως δυνατότητας ασκήσεως προσφυγής, ο θιγόμενος πολίτης χρειάζεται μια εναλλακτική λύση.
80. Το ζήτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της αγωγής, είναι αν μπορεί να επιδικασθεί αποζημίωση μέσω της διαδικασίας αποζημιώσεως κατά το άρθρο 235 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 288 ΕΚ.
Ε – Η ευθύνη του Διαμεσολαβητή
81. Στις προτάσεις του στην υπόθεση Köbler (11), ο γενικός εισαγγελέας P. Léger προέβη σε λεπτομερή ανάλυση της ευθύνης των κρατών για ζημία που προκλήθηκε σε πολίτες.
82. Ορισμένα σημεία της αναλύσεως αυτής –με τα οποία είμαι σύμφωνος– έχουν σημασία για την παρούσα υπόθεση. Πρόκειται για:
α) το δικαίωμα αποζημιώσεως ως θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου (12)·
β) το ενιαίο του κράτους (13)·
γ) τη σημασία που η ανεξαρτησία ενός οργάνου έχει για την ευθύνη.
83. Όσον αφορά το σημείο α΄: όπως ο γενικός εισαγγελέας εξήγησε παραπέμποντας στην απόφαση Brasserie du Pêcheur και Factortame (14), το δικαίωμα αποζημιώσεως έχει αναγνωριστεί ως θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου, η οποία αποτελεί αναγκαία προέκταση της αρχής της αποτελεσματικής έννομης προστασίας και της προσβάσεως στη δικαιοσύνη.
84. Όσον αφορά το σημείο β΄: όταν πρόκειται για ευθύνη του κράτους, το κράτος, όπως προκύπτει από το διεθνές δίκαιο, θεωρείται ενιαίο. Δεν έχει σημασία αν η ζημία πρέπει να καταλογιστεί στη νομοθετική, στη δικαστική ή στην εκτελεστική εξουσία.
85. Όσον αφορά το σημείο γ΄: και η συμπεριφορά ενός οργάνου το οποίο είναι ανεξάρτητο από την εκτελεστική εξουσία μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος. Τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα που συνδέονται με την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας – ή, εν προκειμένω, του Διαμεσολαβητή– είναι απορριπτέα. Στη συνέχεια, για να κριθεί αν πρόκειται για κατάφωρη παράβαση του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να ληφθεί υπόψη η συγκεκριμένη λειτουργία την οποία επιτελεί το ανεξάρτητο όργανο.
86. Η ανάλυση αυτή, η οποία έγινε σχετικά με την ευθύνη ενός εθνικού δικαστηρίου, ισχύει και για την ευθύνη των οργάνων της ίδιας της Κοινότητας. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγω ότι σε περίπτωση παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου δεν έχει σημασία αν η ζημία που απορρέει από την παράβαση αυτή προκλήθηκε από πράξη κοινοτικού ή εθνικού οργάνου. Όπως προκύπτει από την απόφαση Belgaderm και Goupil κατά Επιτροπής (15), οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης κράτους μέλους λόγω της ζημίας που προκλήθηκε σε ιδιώτες συνεπεία παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου δεν δύνανται, κατ’ αρχήν, να διαφέρουν από τις προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης της Κοινότητας σε ανάλογες καταστάσεις.
87. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, δύναται να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της Κοινότητας για τη συμπεριφορά του Διαμεσολαβητή. Για να κριθεί αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση στοιχειοθετείται η ευθύνη αυτή, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη λειτουργία που επιτελεί ο Διαμεσολαβητής. Ο τελευταίος ασκεί τα καθήκοντά του με ανεξαρτησία, δεν υπόκειται σε έλεγχο και έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια σχετικά με την αντιμετώπιση των καταγγελιών που του έχουν υποβληθεί.
88. Στην ανάλυσή του στην υπόθεση Köbler, ο γενικός εισαγγελέας P. Léger θεωρεί το συγγνωστό του σφάλματος καθοριστικό κριτήριο για το ζήτημα αν στοιχειοθετείται ευθύνη (16). Το συγγνωστό εξαρτάται από τη σαφήνεια και ακρίβεια του παραβιασθέντος κανόνα δικαίου και από την ύπαρξη σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου και το στάδιο εξελίξεώς της.
89. Συμμερίζομαι και την ανάλυση αυτή, αν και μου φαίνεται ότι είναι καλύτερο να γίνει λόγος για πράξεις που μπορούν να προσαφθούν και όχι για πράξεις που (δεν) μπορούν να συγχωρηθούν. Αν ο παραβιασθείς κανόνας δικαίου είναι σαφής και ακριβής, δύναται να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Διαμεσολαβητή. Εν προκειμένω –όπως θα εκθέσω λεπτομερέστερα στο σημείο 129 των προτάσεών μου και μετά– πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνον το κείμενο, αλλά και ο σκοπός του παραβιασθέντος κανόνα δικαίου.
VIII – Έκταση της δικαστικής εκτιμήσεως στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως
90. Το άρθρο 225 ΕΚ περιορίζει την αίτηση αναιρέσεως σε νομικά ζητήματα. Επιπλέον, ο Κανονισμός της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου θέτει μερικούς περιορισμούς στα επιχειρήματα που μπορούν να προβάλουν οι διάδικοι. Έτσι, το άρθρο 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού αυτού ορίζει ότι δεν μπορεί να μεταβληθεί το αντικείμενο της δίκης ενώπιον του Πρωτοδικείου και το άρθρο 116, παράγραφος 1, ορίζει ότι δεν επιτρέπονται νέα αιτήματα.
91. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι «η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό» (17).
92. Από το χωρίο που μόλις παρατέθηκε ο Διαμεσολαβητής και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνάγουν ότι δεν πρέπει να δοθεί συνέχεια στην αίτηση του F. Lamberts να αναιρεθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου.
93. Δεν συμφωνώ με τον ισχυρισμό αυτόν. Κατ’ αρχάς, θα σημειώσω ότι το χωρίο αυτό έχει ερμηνευθεί διαφορετικά από το Δικαστήριο. Στην απόφαση ARAP κ.λπ. κατά Επιτροπής (18), το Δικαστήριο έκρινε τα εξής: «εφόσον ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζητήσεως κατά την εξέταση αιτήσεως αναιρέσεως […]. Πράγματι, αν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει, κατά τον τρόπο αυτό, την αίτησή του αναιρέσεως σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου, η διαδικασία της αναιρέσεως θα στερούνταν μέρος του νοήματός της.» Όπως το Δικαστήριο εξέθεσε στη συνέχεια, η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται ακριβώς κατά της θέσεως που το Πρωτοδικείο έλαβε επί των διαφόρων νομικών ζητημάτων που τέθηκαν ενώπιόν του.
94. Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρει επακριβώς τις πτυχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που επικρίνονται και τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που τη στηρίζουν. Τούτο με φέρνει στην παρούσα διαδικασία. Ο F. Lamberts προσπαθεί να αποδείξει ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το κοινοτικό δίκαιο και στρέφεται ειδικά κατά συγκεκριμένων σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
95. Η κυριότερη αιτίαση του F. Lamberts αφορά τον τρόπο που ο Διαμεσολαβητής άσκησε τα καθήκοντά του (19). Ο F. Lamberts ισχυρίζεται ότι ο Διαμεσολαβητής, μη υποδεικνύοντας στον F. Lamberts να προσφύγει στον κοινοτικό δικαστή και μη προσπαθώντας να βρει συναινετική λύση, δεν εκτέλεσε την αποστολή που του έχει ανατεθεί. Έτσι, στην ουσία ο F. Lamberts ζητεί να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του περιεχομένου των καθηκόντων και των εξουσιών που το κοινοτικό δίκαιο έχει αναθέσει στον Διαμεσολαβητή. Διατυπωμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι ένα νομικό ζήτημα το οποίο αφορά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, θεωρώ παραδεκτή την αιτίαση αυτή.
96. Κατά την εκτίμηση του ζητήματος αυτού, το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει και το ζήτημα που ο F. Lamberts έθεσε ως προς το αν ο Διαμεσολαβητής πρέπει να ασκεί με μεγαλύτερη προσοχή τα καθήκοντά του όταν ο καταγγέλλων έχει υποστεί ζημία.
97. Τα πράγματα έχουν διαφορετικά όσον αφορά τα σφάλματα εκτιμήσεως που ο F. Lamberts προσάπτει στο Πρωτοδικείο (βλ. το σημείο 48 των προτάσεών μου). Εδώ πρόκειται για εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που έλαβαν χώρα κατά τη διαδικασία εξετάσεως της καταγγελίας από τον Διαμεσολαβητή. Στην ουσία, ο F. Lamberts ζητεί εδώ νέα έρευνα των πραγματικών περιστατικών, πράγμα που εξέρχεται του πλαισίου της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη την αιτίαση περί σφαλμάτων εκτιμήσεως.
98. Ο Διαμεσολαβητής και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη το από 17 Δεκεμβρίου 1999 έγγραφο του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (20).
99. Κατά το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, δεν επιτρέπονται νέα αιτήματα. Περαιτέρω, με την αίτηση αναιρέσεως δεν μπορούν να προβληθούν αιτιάσεις που δεν προβλήθηκαν πρωτοδίκως. Πρέπει πάντοτε να εξετάζεται αν ένας διάδικος έμεινε εντός του πλαισίου της αιτιάσεως (ή του ισχυρισμού) που είχε προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου ή αν ήγειρε ένα εντελώς νέο ζήτημα (21).
100. Θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για νέο αίτημα. Ο F. Lamberts ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι ο Διαμεσολαβητής υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητήθηκε από τον ίδιο τον Διαμεσολαβητή με την αίτηση αναιρέσεως, μεταξύ άλλων με το επιχείρημα ότι ο έλεγχος αποτελεί εξουσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τώρα, ο F. Lamberts προσκομίζει το έγγραφο για να στηρίξει τον παλαιότερο ισχυρισμό του. Το έγγραφο δείχνει ότι ο έλεγχος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει τον ίδιο χαρακτήρα με τον δικαστικό έλεγχο. Εν ολίγοις, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη το έγγραφο της 17ης Δεκεμβρίου 1999.
IX – Εκτίμηση του παραδεκτού της αγωγής
Α – Ο χαρακτήρας της διαδικασίας αποζημιώσεως και η ευθύνη του Διαμεσολαβητή
101. Ο Διαμεσολαβητής επικαλείται πρώτα τη συνταγματική βάση της Συνθήκης και ισχυρίζεται ότι ο δικαστικός έλεγχος των πράξεων του Διαμεσολαβητή είναι περιορισμένος. Κατά τον Διαμεσολαβητή, ο έλεγχος της νομιμότητας της διαδικασίας έρευνας είναι έργο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και όχι του κοινοτικού δικαστή. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβάλλει ανάλογα επιχειρήματα.
102. Όπως εξέθεσα πιο πάνω (σημείο 73), θεωρώ τον ισχυρισμό αυτόν εκ βάθρων εσφαλμένο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν ελέγχει τον τρόπο ασκήσεως των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή σε επί μέρους περιπτώσεις. Έτσι, η εξουσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν έχει σημασία για τον έλεγχο από τον κοινοτικό δικαστή.
103. Τούτο με φέρνει στη διαδικασία αποζημιώσεως που προβλέπεται από τη Συνθήκη. Το άρθρο 288 ΕΚ θέτει έναν γενικό κανόνα για την αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται από όργανα της Κοινότητας ή από μέλη του προσωπικού τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει τις σχετικές διαφορές (άρθρο 235 ΕΚ). Η εν λόγω αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δεν υπόκειται σε περιορισμούς.
104. Το άρθρο 235 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 288 ΕΚ αποτελεί έκφραση των γενικών αρχών του δικαίου που αποτελούν το βάθρο της θεωρίας περί αδίκων πράξεων και της συνακόλουθης υποχρεώσεως αποζημιώσεως. Στην ουσία, στις κοινωνικές σχέσεις κάθε ένας, κατ’ αρχήν, υφίσταται τις συνέπειες της ζημίας που έχει υποστεί. Αντιθέτως, αν η ζημία είναι καταλογιστέα σε παράνομη συμπεριφορά άλλου, τότε μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του άλλου και υπό ορισμένες προϋποθέσεις ο άλλος μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση. Η πιο πάνω υποχρέωση αποζημιώσεως όταν πρόκειται για παράνομη πράξη ισχύει τόσο για μια δημόσια αρχή όσο και για έναν ιδιώτη.
105. Η διαδικασία αποζημιώσεως κατά το άρθρο 235 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 288 ΕΚ αποβλέπει στην αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από (παράνομες πράξεις στις οποίες προέβησαν) όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τα μέλη του προσωπικού τους. Όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, «[η] έννοια αυτή καλύπτει επίσης, ενόψει του εισαγομένου με τη Συνθήκη συστήματος εξωσυμβατικής ευθύνης, όλους τους λοιπούς κοινοτικούς οργανισμούς που ιδρύονται με τη Συνθήκη και προορίζονται να συμβάλλουν στην πραγμάτωση των στόχων της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, οι πράξεις στις οποίες προβαίνουν οι οργανισμοί αυτοί κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που τους απονέμει το κοινοτικό δίκαιο καταλογίζονται στην Κοινότητα, σύμφωνα με τις κοινές στα κράτη μέλη γενικές αρχές του δικαίου, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ» (22).
106. Θα υπενθυμίσω επίσης ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδικάζει αγωγές αποζημιώσεως κατά της Κοινότητας είναι αποκλειστική. Τα εθνικά δικαστήρια είναι αναρμόδια (23).
107. Επιπλέον, η διαδικασία αποζημιώσεως κατά το άρθρο 235 ΕΚ έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθόσον δεν υφίσταται δυνατότητα προσφυγής κατά των αποφάσεων του Διαμεσολαβητή. Η αγωγή αποζημιώσεως είναι το μοναδικό μέσο με το οποίο ένας πολίτης τον οποίο έβλαψε μια πράξη του Διαμεσολαβητή δύναται να καταστήσει ενεργό το δικαίωμά του για πραγματική έννομη προστασία (24).
108. Από τη σκοπιά του πολίτη, τούτο σημαίνει ότι, αν η ζημία αυτή φαίνεται να είναι συνέπεια πράξεως ή παραλείψεως κοινοτικού οργάνου, τότε θα πρέπει ο πολίτης αυτός να μπορεί να επικαλεστεί την ευθύνη του οργάνου αυτού. Θα πρέπει να διαθέτει ένα μέσο δικαστικής προστασίας για να μπορέσει με άμεσο και απλό τρόπο να ενεργοποιήσει την ευθύνη αυτή. Αυτός είναι ο σκοπός του άρθρου 235 ΕΚ. Για τον πολίτη δεν έχει σημασία ποιο όργανο τον ζημίωσε ούτε στο πλαίσιο ποιου καθήκοντος ενός οργάνου προκλήθηκε η ζημία σε αυτόν.
109. Στο πλαίσιο αυτό, δεν κατανοώ τις πολύ συγκρατημένες αντιλήψεις που εν προκειμένω ο Διαμεσολαβητής και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν σχετικά με την ευθύνη του Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής θεσμοθετήθηκε ακριβώς για να δοθεί στον πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ένα μέσο να εναντιώνεται σε περιπτώσεις κακοδιοικήσεως από κοινοτικά όργανα. Με άλλα λόγια, ο Διαμεσολαβητής υπάρχει για τον Ευρωπαίο πολίτη που αισθάνεται ότι έχει θιγεί από πράξη ή παράλειψη κοινοτικού οργάνου.
110. Θεωρώ ότι θα ήταν αντίθετο προς την ουσία του θεσμού του Διαμεσολαβητή το να μείνει ο Ευρωπαίος πολίτης χωρίς μέσο δικαστικής προστασίας σε περίπτωση κακοδιοικήσεως από τον ίδιο τον Διαμεσολαβητή. Φυσικά, το ίδιο ισχύει όταν η πράξη ή παράλειψη του Διαμεσολαβητή υπήρξε ζημιογόνος. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι θα στοιχούσε με την αποστολή του Διαμεσολαβητή το να συνηγορήσει ο ίδιος υπέρ μιας όσο το δυνατόν ευρύτερης ευθύνης. Το ίδιο ισχύει για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το οποίο εκλέγεται από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
111. Εν ολίγοις, κατά το άρθρο 235 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 288 ΕΚ δύναται να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Διαμεσολαβητή για πράξεις του. Ουδείς περιορισμός προκύπτει από το κοινοτικό δίκαιο.
112. Φυσικά, κατά την εκτίμηση του παρανόμου της πράξεως του Διαμεσολαβητή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη λειτουργία που πρέπει να επιτελέσει ο Διαμεσολαβητής.
Β – Οι προϋποθέσεις της ευθύνης, και ειδικότερα η νομιμότητα των πράξεων των δημοσίων αρχών
113. Ο Διαμεσολαβητής και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ισχυρίζονται ότι κακώς χρησιμοποιήθηκε η διαδικασία αποζημιώσεως για να τεθεί ζήτημα νομιμότητας της πράξεως ή της παραλείψεως του Διαμεσολαβητή.
114. Ο ισχυρισμός αυτός με φέρνει στις προϋποθέσεις που το Δικαστήριο θέτει για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης των δημοσίων αρχών, όπου δεν διακρίνει αν πρόκειται για συμπεριφορά κοινοτικού ή εθνικού οργάνου (βλ. το σημείο 84 των προτάσεών μου). Κατά πάγια νομολογία, στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας και υφίσταται δικαίωμα αποζημιώσεως όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, δηλαδή όταν το παράνομο της συμπεριφοράς που προσάπτεται σε όργανο της Κοινότητας είναι συνέπεια κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου, ο παραβιασθείς κανόνας δικαίου σκοπό έχει να απονείμει δικαιώματα σε ιδιώτες, η ζημία είναι πραγματική και υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
115. Εντεύθεν προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη μιας δημοσίας αρχής είναι αναπόφευκτο να εκτιμηθεί η νομιμότητα της ζημιογόνου πράξεως. Συγκεκριμένα, το παράνομο της πράξεως είναι ένα από τα συστατικά στοιχεία της υποχρεώσεως αποζημιώσεως. Εν προκειμένω, δεν θα εξετάσω το ενδεχόμενο να στοιχειοθετηθεί ευθύνη για νόμιμη πράξη της Κοινότητας. Ο κοινοτικός νομοθέτης ουδέποτε προέβλεψε ευθύνη για νόμιμη πράξη. Πάντως, το Δικαστήριο δεν αποκλείει εντελώς τέτοια ευθύνη, έστω και αν έχει κρίνει ότι αυτή μπορεί να στοιχειοθετηθεί μόνον υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις (25). Η θεωρία περί ευθύνης για νόμιμη διοικητική πράξη δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση και, λαμβανομένων υπόψη των προϋποθέσεων που το Δικαστήριο θέτει σχετικά με την ευθύνη αυτή, δεν θα μπορούσε να βοηθήσει εν προκειμένω.
116. Εν ολίγοις, αν ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορούσε να εξετάσει τη νομιμότητα μιας πράξεως ενός κοινοτικού οργάνου, τότε η διαδικασία του άρθρου 235 ΕΚ θα έχανε κάθε σημασία. Επιπλέον –το τονίζω ακόμη μία φορά– ακριβώς λόγω του ότι ρητώς δεν προβλέπεται κανένα μέσο δικαστικής προστασίας, για τον θιγέντα πολίτη έχει σημασία να μπορέσει να εξεταστεί στο πλαίσιο διαδικασίας του άρθρου 235 ΕΚ η νομιμότητα μιας πράξεως του Διαμεσολαβητή. Ο πολίτης όντως έχει ένα αναγνωρισμένο από το κοινοτικό δίκαιο δικαίωμα πραγματικής έννομης προστασίας.
117. Κατά συνέπεια, δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του Διαμεσολαβητή και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 58 της αποφάσεώς του, η διαδικασία του άρθρου 235 ΕΚ αποτελεί ένα αυτοτελές μέσο δικαστικής προστασίας. Το Πρωτοδικείο παραπέμπει εν προκειμένω στη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, όπου ορίζεται ότι η διαδικασία αυτή δύναται να αφορά κάθε ζημία που απορρέει από πράξη, ανεξαρτήτως του αν είναι νομικώς δεσμευτική, ή συμπεριφορά καταλογιστέα σε κοινοτικό όργανο ή οργανισμό. Εν ολίγοις, η διαδικασία του άρθρου 235 ΕΚ δεν περιορίζεται σε ορισμένο είδος ζημίας.
118. Κατόπιν αυτού, πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός του Κοινοβουλίου ότι υποχρέωση αποζημιώσεως μπορούν να δημιουργήσουν μόνον οι πράξεις της Κοινότητας που παράγουν έννομα αποτελέσματα.
119. Ο κοινοτικός δικαστής δεν χρειάζεται να είναι επιφυλακτικός κατά την εκτίμησή του. Εν προκειμένω, η επιφύλαξη κατά την εκτίμηση έχει σχέση με ένα άλλο ζήτημα. Όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο, ο Διαμεσολαβητής έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Ο δικαστής πρέπει να είναι επιφυλακτικός μόνον όταν εξετάζει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας. Δεν μπορεί να υποκαταστήσει το διοικητικό όργανο. Εδώ είναι που υπάρχει η απαίτηση να πρόκειται για κατάφωρη παράβαση. Το Δικαστήριο θεωρεί καθοριστικό κριτήριο το αν υπήρξε πρόδηλη και σοβαρή υπέρβαση, από το κοινοτικό όργανο, των ορίων εντός των οποίων το όργανο αυτό πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια. Αντιθέτως, όταν το πιο πάνω όργανο έχει πολύ περιορισμένη ή εντελώς ανύπαρκτη διακριτική ευχέρεια, μια απλή παράβαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να είναι αρκετή για να διαπιστωθεί ότι υπάρχει κατάφωρη παράβαση (26).
120. Στην περίπτωση που ένα διοικητικό όργανο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, ο κοινοτικός δικαστής πρέπει να εξετάσει αν το διοικητικό όργανο υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε ενήργησε παράνομα. Αν έχει γίνει υπέρβαση των ορίων αυτών, θα πρόκειται για κατάφωρη παράβαση.
Γ – Η αιτία της ζημίας
121. Το τρίτο ζήτημα που εγείρει ο Διαμεσολαβητής αφορά στην ουσία την αιτία της ζημίας. Η ζημία προκλήθηκε από πράξη της Επιτροπής και η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή δεν έχει ως σκοπό την εξάλειψη της ζημίας αυτής. Ως εκ τούτου, κατά τον Διαμεσολαβητή η αγωγή δεν είναι παραδεκτή. Ο F. Lamberts το αμφισβητεί, ισχυριζόμενος ότι τέτοια σφάλματα του Διαμεσολαβητή είναι ζημιογόνα.
122. Δέχομαι τον ισχυρισμό του Διαμεσολαβητή κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για πράξη της Επιτροπής. Ναι μεν το άρθρο 235 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 288 ΕΚ προβλέπει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αυτής καθ’ εαυτήν, πλην όμως τούτο δεν σημαίνει ότι ένα όργανο μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για ζημία που προκλήθηκε από πράξη άλλου οργάνου ή οργανισμού. Η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να στρέφεται κατά του οργάνου ή οργανισμού που προκάλεσε τη ζημία.
123. Πάντως, η αγωγή αφορά ζημία που είναι συνέπεια των προβαλλομένων από τον F. Lamberts υπηρεσιακών πταισμάτων του Διαμεσολαβητή. Ο F. Lamberts ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημία λόγω του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίστηκε από τον Διαμεσολαβητή η καταγγελία του και στηρίζει τον ισχυρισμό αυτόν με επιχειρήματα. Δεν στρέφεται κατά της προγενέστερης αποφάσεως της Επιτροπής.
124. Βάσει του κατ’ αυτόν τον τρόπο ορισθέντος από τον F. Lamberts αντικειμένου της διαφοράς, το Πρωτοδικείο ορθώς κήρυξε παραδεκτή την αγωγή. Η αγωγή αφορούσε πράξη του ίδιου του Διαμεσολαβητή. Το ερώτημα αν η πράξη του Διαμεσολαβητή όντως προκάλεσε την προβαλλόμενη ζημία πρέπει να λάβει απάντηση κατά την επί της ουσίας εξέταση της υποθέσεως και δεν έχει σχέση με το παραδεκτό της αγωγής.
Δ – Συμπέρασμα
125. Κατόπιν των ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ορθώς το Πρωτοδικείο κήρυξε παραδεκτή την αγωγή. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε ο Διαμεσολαβητής πρέπει να απορριφθεί.
X – Εκτίμηση επί της ουσίας
Α – Εισαγωγή
126. Όπως προελέχθη, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας και το δικαίωμα αποζημιώσεως προϋποθέτουν τη συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων:
– το πταίσμα που προσάπτεται σε κοινοτικό όργανο πρέπει να απορρέει από κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου·
– ο παραβιασθείς κανόνας δικαίου πρέπει να έχει ως σκοπό την απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες·
– η ζημία πρέπει να είναι πραγματική·
– πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας.
Αμέσως πιο κάτω, θα εξετάσω μαζί το πρώτο και το δεύτερο κριτήριο, τα οποία αφορούν προ πάντων την έλλειψη νομιμότητας, και επίσης μαζί το τρίτο και το τέταρτο κριτήριο, τα οποία έχουν σχέση με τη ζημία.
127. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου δύναται να περιοριστεί στην αιτίαση του F. Lamberts η οποία αφορά τον τρόπο ασκήσεως των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή. Στο σημείο 97 των προτάσεών μου έχω ήδη συναγάγει ότι οι λοιποί ισχυρισμοί του F. Lamberts είναι απαράδεκτοι.
128. Ειδικότερα, το ζήτημα είναι:
– η δυνατότητα να υποδειχθεί στον καταγγέλλοντα να απευθυνθεί σε άλλο αρμόδιο όργανο (άρθρο 2, παράγραφος 5, της αποφάσεως 94/262 και άρθρο 2.5 των εκτελεστικών διατάξεων). Σε ποιο μέτρο μπορεί αυτή η εξουσία του Διαμεσολαβητή να θεωρηθεί υποχρέωση;
– η αναζήτηση συναινετικής λύσεως (άρθρο 6 των εκτελεστικών διατάξεων). Σε ποιο μέτρο η λέξη «αναζήτηση» συνεπάγεται υποχρέωση για τον Διαμεσολαβητή;
Β – Η υπόδειξη στον καταγγέλλοντα να απευθυνθεί σε άλλο αρμόδιο όργανο
129. Το άρθρο 2, παράγραφος 5, της αποφάσεως 94/262 και το άρθρο 2.5 των εκτελεστικών διατάξεων προβλέπουν μόνον δυνατότητα, και όχι υποχρέωση, του Διαμεσολαβητή να υποδείξει στον καταγγέλλοντα πού να απευθυνθεί. Έτσι, η υπόδειξη αυτή έχει διατυπωθεί κυρίως ως υπηρεσία του Διαμεσολαβητή προς τον καταγγέλλοντα και όχι ως νομικό καθήκον. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο Διαμεσολαβητής, αν δεν υποδείξει στον καταγγέλλοντα πού πρέπει να απευθυνθεί, μένει εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που του έχει χορηγηθεί, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για κατάφωρη παράβαση της αποφάσεως 94/262 και των εκτελεστικών διατάξεων.
130. Το γεγονός ότι ο Διαμεσολαβητής έμεινε εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που του έχει χορηγηθεί και έτσι ενήργησε σύμφωνα με το γράμμα της εφαρμοστέας κοινοτικής ρυθμίσεως δεν σημαίνει, κατ’ εμέ, ότι με αυτόν τον τρόπο ο Διαμεσολαβητής τήρησε όλες τις υποχρεώσεις που έχει από το κοινοτικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, για παράβαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να γίνει λόγος όχι μόνον όταν δεν έγιναν ενέργειες σύμφωνα με το κείμενο μιας ρυθμίσεως, αλλά και όταν η παράβαση αυτή απορρέει από μια αρχή του δικαίου.
131. Ειδικότερα, εν προκειμένω, θα παραπέμψω στην αρχή της προνοίας. Κατ’ εμέ, η υπόδειξη του οργάνου στο οποίο πρέπει να απευθυνθεί ο καταγγέλλων δεν είναι μια δυνατότητα την οποία ο Διαμεσολαβητής μπορεί να χρησιμοποιεί κατά το δοκούν. Η πρόνοια την οποία και ο Διαμεσολαβητής οφείλει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση των καθηκόντων του δύναται να απαιτήσει να χρησιμοποιηθεί η εξουσία αυτή, και ασφαλώς σε μια περίπτωση όπως η παρούσα όπου ο ενδιαφερόμενος έχει δυνατότητα προσφυγής στον κοινοτικό δικαστή η οποία υπόκειται σε προθεσμία. Ναι μεν ο καταγγέλλων στον οποίο δεν υποδείχθηκε πού να απευθυνθεί δεν έχασε τη δυνατότητα προσβάσεως στον κοινοτικό δικαστή, πλην όμως, έτσι, ο Διαμεσολαβητής δεν ενήργησε σύμφωνα με έναν από τους σκοπούς για τους οποίους θεσμοθετήθηκε. Έργο του Διαμεσολαβητή είναι να διευκολύνει όσο το δυνατόν περισσότερο, και όχι να δυσκολεύει, τον πολίτη να ικανοποιηθεί. Κατά συνέπεια, η αρχή της προνοίας συνεπάγεται ότι ο Διαμεσολαβητής δεν δύναται να μη δώσει προσοχή στην εξουσία του να υποδείξει στον καταγγέλλοντα πού πρέπει να απευθυνθεί.
132. Κατόπιν αυτού, έρχομαι στο ζήτημα αν το γεγονός ότι δεν επιδείχθηκε τέτοια πρόνοια αποτελεί πταίσμα έναντι του καταγγέλλοντος. Νομίζω ότι ο Διαμεσολαβητής, μην υποδεικνύοντας στον καταγγέλλοντα πού έπρεπε να απευθυνθεί, δεν υπέπεσε σε πταίσμα έναντι του καταγγέλλοντος. Όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο, ήταν επιλογή του ίδιου του καταγγέλλοντος να μην ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Με άλλα λόγια, ο καταγγέλλων είναι υπεύθυνος για τη δική του επιλογή.
133. Αν ο καταγγέλλων αποφασίσει να μην ασκήσει (εμπρόθεσμη) προσφυγή, δεν δύναται εκ των υστέρων να προσάψει τούτο στον Διαμεσολαβητή. Το Πρωτοδικείο σημείωσε εν προκειμένω και ότι ασφαλώς πρέπει να θεωρηθεί ότι ένα μέλος του προσωπικού ενός κοινοτικού οργάνου γνωρίζει τα δικαιώματά του.
134. Ως εκ περισσού, θα παρατηρήσω και τα εξής. Η επιλογή ενός πολίτη να απευθυνθεί είτε στον δικαστή είτε στον Διαμεσολαβητή δεν είναι εξ ορισμού επιλογή μεταξύ του μείζονος (του δικαστή) και του ελάσσονος (του Διαμεσολαβητή). Σε πολλές διαφορές μεταξύ μιας δημοσίας αρχής και ενός πολίτη, μια διαδικασία μεσολαβήσεως έχει μεγαλύτερο νόημα από μια δικαστική διαδικασία. Αν μια δημόσια αρχή ενήργησε ορθώς από τυπική άποψη, αλλά δεν πρόσεξε πλήρως τα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου πολίτη, η δικαστική διαδικασία δεν αποτελεί λύση για τον πολίτη. Μια τέτοια περίσταση φαίνεται να υπάρχει εν προκειμένω. Η Επιτροπή μπορεί να οργανώνει διαγωνισμούς όποτε θέλει, αρκεί να μένει εντός των ορίων του κοινοτικού δικαίου. Σε τέτοιους διαγωνισμούς θεωρείται ότι, από τυπική άποψη, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να επιτρέπει εξαιρέσεις υπέρ των ασθενούντων υποψηφίων. Παρά ταύτα, με γνώμονα την αρχή της προνοίας ενδέχεται να είναι ευχής έργον να λαμβάνονται υπόψη οι ασθένειες. Μια καταγγελία στον Διαμεσολαβητή μπορεί να οδηγήσει την Επιτροπή να αναθεωρήσει την πρακτική της. Αυτό είναι εκείνο που συνέβη εν προκειμένω, χωρίς όμως να ωφεληθεί ο ίδιος ο F. Lamberts.
Γ – Η συναινετική λύση
135. Το άρθρο 6 των εκτελεστικών διατάξεων διέπει τη συναινετική λύση. Ο Διαμεσολαβητής οφείλει να αναζητήσει συναινετική λύση. Για να βρει τέτοια λύση, πρέπει να συνεργαστεί με το όργανο σχετικά με το οποίο διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση. Η πιο πάνω αναζήτηση συναινετικής λύσεως είναι για τον καταγγέλλοντα το σημαντικότερο μέσο που διαθέτει ο Διαμεσολαβητής. Πάντως, ο Διαμεσολαβητής οφείλει μόνο να προσπαθήσει, ενώ έχει ευρύτατη εξουσία εκτιμήσεως σχετικά με το αν είναι δυνατή συναινετική λύση ή σχετικά με τις πιθανότητες επιτυχίας.
136. Η ευρεία αυτή εξουσία εκτιμήσεως είναι σύμφυτη με τον χαρακτήρα της διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή, η οποία συνίσταται κυρίως σε μεσολάβηση. Από έναν μεσολαβητή αναμένεται να προσπαθήσει, και όχι να φέρει αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα αυτό εξαρτάται από την καλή διάθεση των μερών. Επιπλέον, ένας μεσολαβητής πρέπει να μπορεί να καθορίσει ότι η μεσολάβηση δεν έχει (πλέον) νόημα.
137. Το Πρωτοδικείο έκρινε σχετικά με τη διακριτική ευχέρεια (27) ότι εξωσυμβατική ευθύνη δύναται να στοιχειοθετηθεί μόνον αν υπάρχει κατάφωρη και πρόδηλη παράβαση των υποχρεώσεων που έχει ο Διαμεσολαβητής. Νομίζω ότι τούτο είναι μια ορθή νομική εκτίμηση, στο πλαίσιο της οποίας θεωρώ ότι τέτοια παράβαση μπορεί να υπάρξει μόνον αν ο Διαμεσολαβητής αποδεδειγμένα δεν μεσολάβησε, ενώ τούτο μπορούσε να γίνει.
138. Η κρίση αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση έλαβε χώρα κατάφωρη και πρόδηλη παράβαση είναι πραγματικό ζήτημα και δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.
Δ – Εκτίμηση
139. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να ορίσει ότι η κρίση του Πρωτοδικείου ότι ο Διαμεσολαβητής δεν ενήργησε παράνομα στηρίζεται σε ορθή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δύναται να κηρύξει αβάσιμη την αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε ο F. Lamberts.
Ε – Η ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος
140. Ως εκ περισσού, θα εξετάσω την προκληθείσα ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του Διαμεσολαβητή και της ζημίας.
141. Θα αρχίσω με την προκληθείσα ζημία. Η κρίση επί του ζητήματος αν όντως προκλήθηκε ζημία στην έκταση που ισχυρίζεται ο F. Lamberts είναι πραγματικό ζήτημα που δεν μπορεί να εκτιμηθεί στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως. Εφόσον το Πρωτοδικείο στην απόφασή του δεν εξέτασε το ζήτημα της ζημίας –και δεν χρειαζόταν να το εξετάσει– θα αφήσω κατά μέρος το ζήτημα αυτό. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως δεν έχει σημασία ο ισχυρισμός του F. Lamberts (28) ότι στην πράξη ο Διαμεσολαβητής αναγνώρισε την ύπαρξη ζημίας.
142. Τούτο με φέρνει στον αιτιώδη σύνδεσμο. Η προβαλλόμενη από τον F. Lamberts ζημία απορρέει από απόφαση της Επιτροπής και όχι από τη συμπεριφορά του Διαμεσολαβητή. Ο F. Lamberts προβάλλει τη ζημία που υπέστη λόγω του ότι δεν πέτυχε στον διαγωνισμό και επομένως δεν προσελήφθη από την Επιτροπή. Δεν είναι έργο του Διαμεσολαβητή να προσβάλει αυτή την απόφαση της Επιτροπής. Με άλλα λόγια, λείπει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του Διαμεσολαβητή και της επελεύσεως της ζημίας.
143. Θα σημειώσω ακόμη ότι ο F. Lamberts, εκτός από την περιουσιακή ζημία που είναι συνέπεια της συμπεριφοράς της Επιτροπής, ζητεί και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης η οποία, κατά τη σκέψη 61 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, οφείλεται στις καταστροφικές και προσβλητικές συνέπειες των υπηρεσιακών πταισμάτων στα οποία ο Διαμεσολαβητής υπέπεσε κατά την εξέταση της καταγγελίας του F. Lamberts. Διατυπωμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ηθική βλάβη έχει αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του Διαμεσολαβητή. Όπως προκύπτει από την αγωγή του F. Lamberts, το αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης δεν έχει αυτοτελή χαρακτήρα, αλλά χρησιμεύει ως συμπλήρωμα της περιουσιακής ζημίας. Αν το Δικαστήριο, τελικά, αποφανθεί επί της ζημίας, το πιο πάνω αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως δεν θα πρέπει να κριθεί χωριστά.
XI – Πρόταση
144. Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
– να κηρύξει αβάσιμη την αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής·
– να κηρύξει αβάσιμη και την υποβληθείσα με το υπόμνημα αντικρούσεως αίτηση του F. Lamberts να αναιρεθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Απριλίου 2002 στην υπόθεση Τ-209/00, Lamberts κατά Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
2 – Τ‑209/00 (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ‑2203).
3 – ΕΕ L 113, σ. 15.
4 –
5 – Για περιγραφή, βλ. την έκθεση του Διαμεσολαβητή για το 1995, η οποία μπορεί να βρεθεί στον δικτυακό τόπο .
6 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1998, C‑134/97, Victoria Film (Συλλογή 1998, σ. Ι‑7023, σκέψεις 14 και 15), και της 14ης Ιουνίου 2001, C‑178/99, Salzmann (Συλλογή 2001, σ. I‑4421, σκέψεις 13 και 14).
7 – Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, τα σημεία I.1.1 και Ι.2.1 της προαναφερθείσας στην υποσημείωση 5 εκθέσεως του Διαμεσολαβητή για το 1995.
8 – Βλ. το σημείο Ι.4 της προαναφερθείσας στην υποσημείωση 5 εκθέσεως του Διαμεσολαβητή για το 1995.
9 – Το Δικαστήριο είναι π.χ. αρμόδιο να αποφαίνεται επί της νομιμότητας των αποφάσεων του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα) [βλ. το άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 11, σ. 1)] ή του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων [βλ. το άρθρο 32, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 2001, L 8, σ. 1)].
10 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 Ρ, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. Ι‑6677, σκέψη 39).
11 – Υπόθεση C-224/01, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι προτάσεις αναπτύχθηκαν στις 8 Απριλίου 2003.
12 – Βλ. ιδίως το σημείο 35 των προτάσεων στην προαναφερθείσα υπόθεση Köbler.
13 – Βλ. ιδίως το σημείο 44 επ. των προτάσεων στην προαναφερθείσα υπόθεση Köbler.
14 – Απόφαση της 5ης Μαρτίου 1996, C-46/93 και C-48/93 (Συλλογή 1996, σ. Ι‑1029), και ιδίως σημείο 22 επ. των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro.
15 – Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C-352/98 P (Συλλογή 2000, σ. Ι‑5291, σκέψη 41). Βλ. και την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14 απόφαση Brasserie du Pêcheur και Factortame, σκέψη 42.
16 – Σημείο 39 των προτάσεων που προαναφέρθηκαν στην υποσημείωση 11.
17 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση Belgaderm και Goupil κατά Επιτροπής, σκέψεις 34 και 35.
18 – Απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, C-321/99 P (Συλλογή 2002, σ. Ι‑4287, σκέψεις 49 και 50).
19 – Βλ. τα σημεία 45 και 46 των προτάσεών μου.
20 – Βλ. το σημείο 38 των προτάσεών μου.
21 – Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mischo στην υπόθεση Cascades κατά Επιτροπής (απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-279/98 P, Συλλογή 2000, σ. Ι‑9693, σημεία 38 έως 40 των προτάσεων).
22 – Βλ. τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου γίνεται παραπομπή στην απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Δεκεμβρίου 1992, C-370/89, SGEEM και Etroy κατά ΕΤΕπ (Συλλογή 1992, σ. Ι‑6211, σκέψεις 12 έως 16).
23 – Βλ. π.χ. την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2002, C-275/00, First και Franex (Συλλογή 2002, σ. Ι-10943, σκέψη 43).
24 – Βλ. και το σημείο 79 των προτάσεών μου.
25 – Βλ. την απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, C-237/98 Ρ, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι‑4549, σκέψεις 18 και 19).
26 – Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, σκέψεις 43 και 44.
27 – Σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
28 – Βλ. το σημείο 47 των προτάσεών μου.
Full & Egal Universal Law Academy