ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 11ης Δεκεμβρίου 2003(1)
Υπόθεση C-239/02
Douwe Egberts NV
κατά
1) Westrom Pharma NV
και
(αίτηση του Rechtbank van Koophandel te Hasselt για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
2) Christophe Souranis, ασκούντος εμπορία υπό την επωνυμία
«Établissements FICS»
και
Douwe Egberts NV
κατά
FICS-World BVBA
(αίτηση του Rechtbank van Koophandel te Hasselt για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
Τρόφιμα – Επισήμανση και παρουσίαση – Χρησιμοποίηση αναφορών στην υγεία, στο αδυνάτισμα, σε ιατρικές συστάσεις και βεβαιώσεις ή σε ιατρικές συμβουλές
I – Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την ερμηνεία των κοινοτικών κανόνων περί της επισημάνσεως και της διαφημίσεως των τροφίμων, ειδικότερα δε του καφέ. Κατ’ αρχάς, εν προκειμένω τίθεται το θέμα αν οι εφαρμοστέοι κοινοτικοί κανόνες περί της χρησιμοποιήσεως των υποχρεωτικώς προβλεπομένων ονομασιών πωλήσεως για ορισμένα προϊόντα καφέ απαγορεύουν τη χρησιμοποίηση και επινοηθεισών ονομασιών μαζί με αυτές τις ονομασίες πωλήσεως. Τίθεται επίσης το ζήτημα αν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία απαγορεύει τις αναφορές στο αδυνάτισμα και τις αναφορές σε ιατρικές συστάσεις στην επισήμανση και στη διαφήμιση των τροφίμων μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με το πρωτογενές και το δευτερογενές κοινοτικό δίκαιο.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Α – Κοινοτικό δίκαιο
2. Το άρθρο 28 ΕΚ απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, μεταξύ των κρατών μελών.
3. Η οδηγία 1999/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Φεβρουαρίου 1999, για τα εκχυλίσματα καφέ και τα εκχυλίσματα κιχωρίου (2) (στο εξής οδηγία 1999/4 ή οδηγία περί καφέ) ρυθμίζει την επισήμανση και την ονομασία πωλήσεως των προϊόντων αυτών.
4. Το άρθρο 2 της οδηγίας 1999/4 ορίζει τα εξής:
«Η οδηγία 79/112/ΕΟΚ εφαρμόζεται στα προϊόντα που ορίζονται στο παράρτημα, με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) οι ονομασίες που προβλέπονται στο παράρτημα προορίζονται αποκλειστικά για τα προϊόντα που περιλαμβάνονται σ’ αυτό και πρέπει να χρησιμοποιούνται στο εμπόριο για την περιγραφή τους. Οι ονομασίες αυτές συμπληρώνονται, αν χρειασθεί, με έναν από τους ακόλουθους όρους:
– “πολτός” ή “πάστα” ή “σε μορφή πολτού” ή “σε μορφή πάστας” ή
– “υγρό” ή “σε υγρή μορφή”.
[…]»
5. Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν, γα τα προϊόντα που ορίζονται στο παράρτημα, εθνικές διατάξεις που δεν προβλέπονται από την εν λόγω οδηγία.
6. Το παράρτημα της οδηγίας 1999/4 ορίζει το εκχύλισμα καφέ, το διαλυτό εκχύλισμα καφέ, τον διαλυτό καφέ ή τον στιγμιαίο καφέ ως εξής:
«Το συμπυκνωμένο προϊόν που λαμβάνεται από την εκχύλιση πεφρυγμένων (καβουρδισμένων) κόκκων καφέ, με τη χρήση μόνο νερού ως μέσου εκχυλίσεως και αποκλειομένης κάθε μεθόδου υδρολύσεως με προσθήκη οξέος ή βάσεως. Πέραν των τεχνολογικώς αναπόφευκτων αδιάλυτων ουσιών και τον αδιάλυτων ελαίων που προέρχονται από τον καφέ, το εκχύλισμα καφέ πρέπει να περιέχει μόνο τα διαλυτά και αρωματικά συστατικά του καφέ.
[…]
Το στερεό εκχύλισμα καφέ και το εκχύλισμα καφέ σε πολτό δεν πρέπει να περιέχουν άλλα στοιχεία πέραν εκείνων που προέρχονται από την εκχύλιση του καφέ. […]»
7. Η οδηγία 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (3) (στο εξής: οδηγία 2000/13 ή οδηγία περί επισημάνσεως) αποτελεί την κωδικοποίηση της φέρουσας τον ίδιο τίτλο και πλειστάκις τροποποιηθείσας οδηγίας 79/112/ΕΟΚ, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 2 της οδηγίας 1999/4.
8. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/13 προβλέπει τους εξής κανόνες όσον αφορά την επισήμανση των τροφίμων:
«Η επισήμανση και οι τρόποι σύμφωνα με τους οποίους πραγματοποιείται δεν πρέπει:
α) να είναι φύσεως τέτοιας, ώστε να οδηγεί σε πλάνη τον αγοραστή, ιδίως:
i) ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου και ιδίως τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, την σύνθεση, την ποσότητα, τη διατηρησιμότητα, την καταγωγή ή προέλευση, τον τρόπο παρασκευής ή λήψεως,
ii) με την απόδοση [σε] τρόφιμο αποτελεσμάτων ή ιδιοτήτων που δεν έχει,
iii) με τον υπαινιγμό ότι το τρόφιμο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενώ στην πραγματικότητα όλα τα παρόμοια τρόφιμα έχουν αυτά τα ίδια χαρακτηριστικά·
β) με την επιφύλαξη των κοινοτικών διατάξεων σχετικά με τα φυσικά μεταλλικά νερά και με τα τρόφιμα ειδικής διατροφής, να αποδίδει σε τρόφιμο ιδιότητες πρόληψης, αγωγής και θεραπείας οποιασδήποτε ανθρώπινης ασθένειας ή να επικαλείται τις ιδιότητες αυτές.»
9. Στη συνέχεια, το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 1, της οδηγίας 2000/13 ορίζει τα εξής:
«Η επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 17, τις ακόλουθες υποχρεωτικές ενδείξεις:
1. την ονομασία πωλήσεως·
[…]»
10. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, και παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/13 ορίζει τα εξής:
«1. Η ονομασία πώλησης ενός τροφίμου είναι η ονομασία που προβλέπεται από τις κοινοτικές διατάξεις για το τρόφιμο αυτό.
[…]
2. Η ονομασία πωλήσεως δεν είναι δυνατό να αντικατασταθεί με εμπορικό ή βιομηχανικό σήμα ή με εμπορική ονομασία.
[…]»
11. Το άρθρο 18 της οδηγίας 2000/13 ορίζει τα ακόλουθα, όσον αφορά τις μη εναρμονισθείσες βάσει της οδηγίας εθνικές διατάξεις περί επισημάνσεως και παρουσιάσεως των τροφίμων:
«1. Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να απαγορεύσουν το εμπόριο τροφίμων τα οποία ανταποκρίνονται προς τους κανόνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, με την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων που ρυθμίζουν την επισήμανση και παρουσίαση ορισμένων τροφίμων ή των τροφίμων γενικά.
2. Η παράγραφος 1 δεν θα εφαρμόζεται στις εθνικές διατάξεις που δεν εναρμονίστηκαν [για] λόγους:
– προστασίας της δημοσίας υγείας,
– καταστολής της απάτης, εφ’ όσον οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των ορισμών και κανόνων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία,
– προστασίας της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, των ενδείξεων προελεύσεως, των ονομασιών προελεύσεως και καταστολής του αθέμιτου ανταγωνισμού.»
Β – Β – Εθνικό δίκαιο
12. Οι σχετικοί με την υπό κρίση υπόθεση κανόνες του βελγικού δικαίου όσον αφορά την ονομασία πωλήσεως του καφέ περιέχονται στο βασιλικό διάταγμα της 5ης Μαρτίου 1987, περί του καφέ και των υποκαταστάτων καφέ (στο εξής: διάταγμα περί καφέ).
13. Στο άρθρο 1 του διατάγματος περί καφέ, το προϊόν «καφές» ορίζεται ως εξής:
«[…] ο προσηκόντως καθαρισμένος και καβουρδισμένος πυρήνας του κυάμου του καφεόδεντρου (είδος του γένους Coffea).»
14. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του διατάγματος περί καφέ ορίζει τα εξής:
«Κατά την εμπορία, μόνον τα τρόφιμα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 1 μπορούν και πρέπει να υποδηλώνονται με μια από τις ονομασίες που αντιστοιχεί προς τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο αυτό.»
15. Το άρθρο 2 του βασιλικού διατάγματος της 17ης Απριλίου 1980, περί της διαφημίσεως των τροφίμων, ορίζει τα εξής:
«Κατά τη διαφήμιση των τροφίμων απαγορεύεται να γίνεται χρήση:
[…]
3ο αναφορών στο αδυνάτισμα·
[…]
7ο αναφορών σε ιατρικές συστάσεις, βεβαιώσεις, παραθέσεις απόψεων ιατρών ή ιατρικές συμβουλές ή σε δηλώσεις εγκρίσεως, εξαιρουμένης της μνείας ότι ένα τρόφιμο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται αντιθέτως προς τις ιατρικές συμβουλές·[…]»
III – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
16. Η Douwe Egberts NV (στο εξής: Douwe Egberts) παράγει και εμπορεύεται καφέ στη βελγική αγορά υπό την ονομασία «Douwe Egberts». Προσφεύγει δικαστικώς κατά της εμπορίας ενός προϊόντος το οποίο άρχισε να διατίθεται στην αγορά υπό την ονομασία «DynaSvelte Koffie». Το προϊόν αυτό παρασκευάζεται από τη Westron Pharma NV (στο εξής: Westron Pharma). Μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 2001 διανεμόταν από τον Christophe Souranis, ασκούντα εμπορία υπό την επωνυμία «Établissements FICS». Κατόπιν, τη διανομή ανέλαβε η FICS-World BVBA (στο εξής: FICS-World).
17. Το προϊόν DynaSvelte Koffie περιέχει διαλυτό καφέ, φρουκτόζη και χρώμιο. Παρουσιάζεται ρητώς στην αγορά ως προϊόν που συντελεί στο αδυνάτισμα. Έτσι, στη φιάλη, στη συσκευασία και στις οδηγίες χρήσεως χρησιμοποιούνται οι εξής ενδείξεις:
– «η απόλυτη καινοτομία στον έλεγχο του βάρους»,
– «αδυνάτισμα, καλύτερος έλεγχος του σωματικού βάρους, παρεμπόδιση της υπερβολικής αποθηκεύσεως λίπους» και
– «η κατοχυρωμένη με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις Ηνωμένες Πολιτείες σύνθεση, ανακάλυψη της Dr. Ann de Wees Allen, του Glycemie Research Institute».
18. Η Douwe Egberts, στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Rechtbank van Koophandel te Hasselt, ισχυρίζεται ότι οι ενδείξεις αυτές συνιστούν παράβαση διαφόρων εθνικών νομοθετικών διατάξεων που αφορούν τη διαφήμιση και την επισήμανση αυτού του είδους των προϊόντων. Ως εκ τούτου, η Westron Pharma και η FICS-World παρέβησαν τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί χρηστών εμπορικών ηθών. Επομένως, η Douwe Egberts ζητεί, μεταξύ άλλων, να παύσει η χρησιμοποίηση των προαναφερθεισών ενδείξεων και να αποσυρθούν τα προϊόντα που φέρουν τις ενδείξεις αυτές.
19. Το εθνικό δικαστήριο, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την απάντηση σε ορισμένα ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία και το κύρος της οδηγίας 1999/4 και με την ερμηνεία της οδηγίας 2000/13 και του άρθρου 28 ΕΚ, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«A.1) Έχει το άρθρο 2 της οδηγίας 1999/4/ΕΚ, για τα εκχυλίσματα καφέ και τα εκχυλίσματα κιχωρίου, την έννοια ότι για τα απαριθμούμενα στο παράρτημα της οδηγίας αυτής προϊόντα μπορούν να χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς και μόνον οι απαριθμούμενες στο παράρτημα αυτό ονομασίες πωλήσεως, χωρίς να είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και άλλες ονομασίες μαζί με τις εν λόγω (π.χ. σε επινοηθείσα ή σε εμπορική ονομασία), ή έχει το άρθρο 2 την έννοια ότι μόνο για τα απαριθμούμενα στο παράρτημα της οδηγίας προϊόντα μπορούν να χρησιμοποιούνται οι απαριθμούμενες στο παράρτημα αυτό ονομασίες πωλήσεως, αλλά μαζί με τις εν λόγω ονομασίες πωλήσεως για τα προϊόντα αυτά μπορούν να χρησιμοποιούνται και άλλες ονομασίες (π.χ. σε επινοηθείσα ή σε εμπορική ονομασία);
Α.2) Αν το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κρίνει ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 1999/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Φεβρουαρίου 1999, για τα εκχυλίσματα καφέ και τα εκχυλίσματα κιχωρίου, έχει την έννοια ότι για τα απαριθμούμενα στο παράρτημα της οδηγίας αυτής προϊόντα μπορούν να χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς και μόνον οι απαριθμούμενες στο παράρτημα αυτό ονομασίες πωλήσεως, χωρίς να είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και άλλες ονομασίες μαζί με τις εν λόγω (π.χ. σε επινοηθείσα ή σε εμπορική ονομασία), μήπως τούτο συνεπάγεται ότι η οδηγία αυτή αντιβαίνει προς το άρθρο 28 της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ιδίως διότι η οδηγία αυτή, με την εφαρμογή της προαναφερθείσας ερμηνείας, όσον αφορά προϊόντα τα οποία ανταποκρίνονται στον ορισμό των εκχυλισμάτων καφέ που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας:
– απαγορεύει τη χρήση άλλων ονομασιών πλην των ονομασιών “εκχύλισμα καφέ” ή “στιγμιαίος καφές”, όπως η ονομασία “καφές”·
– κατά συνέπεια, επιφυλάσσει τη χρήση της ονομασίας “καφές” για μία μόνο μορφή “καφέ”, δηλαδή για τα σπέρματα καφέ·
– και επομένως προστατεύει τεχνητά την αγορά καφέ από ανταγωνιστικά προϊόντα, τα οποία συνίστανται σε άλλες μορφές καφέ εκτός των σπερμάτων καφέ, όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα εκχυλίσματα καφέ και ο στιγμιαίος καφές;
Β.1) Έχει το άρθρο 18, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ πρώτον την έννοια ότι οι μη εναρμονισμένες εθνικές διατάξεις σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων, οι οποίες απαγορεύουν ορισμένες ενδείξεις όπως είναι οι ‘αναφορές στο αδυνάτισμα’ και οι ‘αναφορές σε ιατρικές συστάσεις, βεβαιώσεις, παραθέσεις απόψεων ιατρών και ιατρικές συμβουλές ή σε δηλώσεις εγκρίσεως’ στην επισήμανση και/ή παρουσίαση και/ή διαφήμιση των τροφίμων, ενώ η οδηγία δεν απαγορεύει τις ενδείξεις αυτές, συνιστούν παράβαση της εν λόγω οδηγίας, λαμβανομένου υπόψη του ότι η όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής ορίζει ότι η καταλληλότερη επισήμανση είναι αυτή που δημιουργεί τα λιγότερα εμπόδια στην ελευθερία των συναλλαγών, και δεύτερον την έννοια ότι, επομένως, αυτές οι εθνικές διατάξεις δεν πρέπει να εφαρμόζονται;
Β.2) Έχει το άρθρο 18, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ την έννοια ότι ως ‘προστασία της δημοσίας υγείας’ πρέπει να νοούνται οι μη εναρμονισμένες εθνικές διατάξεις σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων, οι οποίες απαγορεύουν ορισμένες ενδείξεις όπως είναι οι ‘αναφορές στο αδυνάτισμα’ και οι ‘αναφορές σε ιατρικές συστάσεις, βεβαιώσεις, παραθέσεις απόψεων ιατρών και ιατρικές συμβουλές ή σε δηλώσεις εγκρίσεως’;
C) Έχει το άρθρο 28 της Συνθήκης ΕΚ την έννοια ότι εθνικές διατάξεις σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων, οι οποίες δεν έχουν εναρμονισθεί σε κοινοτικό επίπεδο και οι οποίες αποκλίνουν από την οδηγία 2000/13/ΕΟΚ, καθόσον απαγορεύουν ορισμένες ενδείξεις στην επισήμανση και/ή παρουσίαση και/ή διαφήμιση των τροφίμων, όπως είναι οι ‘αναφορές στο αδυνάτισμα’ και οι ‘αναφορές σε ιατρικές συστάσεις, βεβαιώσεις, παραθέσεις απόψεων ιατρών και ιατρικές συμβουλές ή σε δηλώσεις εγκρίσεως’ πρέπει να θεωρούνται μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος και/ή ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, καθόσον οι εν λόγω εθνικές διατάξεις:
– αφενός, επιβάλλουν ένα επιπλέον βάρος στην εισαγωγή τροφίμων προκειμένου αυτά να καταστούν σύμφωνα προς την εθνική νομοθεσία και, κατά συνέπεια, εμποδίζουν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο
και,
– αφετέρου, δεν έχουν εφαρμογή σε όλους τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος, υπό την έννοια ότι υπάρχουν καθόλα παρεμφερή προϊόντα (π.χ. καλλυντικά προϊόντα), ως προς τα οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές, ούτε έχει εφαρμογή άλλη παρεμφερής διάταξη, και επομένως αυτές οι διατάξεις δεν πρέπει να εφαρμόζονται από το εθνικό δικαστήριο;»
20. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Βελγική Κυβέρνηση, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Οι διάδικοι αυτοί και οι παρεμβαίνοντες ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 6ης Νοεμβρίου 2003.
IV – Το πρώτο ερώτημα (ερώτημα Α.1)
21. Το πρώτο ερώτημα του προέδρου του Rechtbank van Koophandel te Hasselt αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/4, περί των υποχρεωτικώς χρησιμοποιουμένων ονομασιών πωλήσεως για τα εκχυλίσᄐατα καφέ και τα εκχυλίσματα κιχωρίου.
22. Όπως παρατήρησαν πλείονες παρεμβαίνοντες, το ερώτημα αυτό λαμβάνει ως αφετηρία ότι το επίμαχο προϊόν, ήτοι το «DynaSvelte Koffie», όντως εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 1999/4. Επί του σημείου αυτού, το εθνικό δικαστήριο δεν αποφαίνεται ρητώς με τη διάταξη περί παραπομπής. Εξ αυτού δεν μπορεί να συναχθεί αν το εθνικό δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ουσίας ότι το «DynaSvelte Koffie» πρέπει να θεωρείται εκχύλισμα καφέ ή κιχωρίου, υπό την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 1999/4.
23. Ειδικότερα, η Επιτροπή επισήμανε με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι το προϊόν αυτό ίσως μπορεί να θεωρηθεί ως τρόφιμο προοριζόμενο για ειδική διατροφή. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν αποκλείεται να έχουν εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση οι κοινοτικοί κανόνες περί τροφίμων προοριζομένων για ειδική διατροφή (4) και πιο συγκεκριμένα οι κανόνες περί προϊόντων αδυνατίσματος (5) .
24. Επίσης η Βελγική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο και, μάλλον εμμέσως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επισήμαναν το γεγονός ότι, λαμβανομένου υπόψη του σύνθετου χαρακτήρα του «DynaSvelte Koffie», το προϊόν αυτό (προφανώς) δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό του «εκχυλίσματος καφέ» και, επομένως, (πιθανώς) δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί καφέ. Η διαπίστωση αυτή συνεπάγεται ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για το προϊόν αυτό καμία από τις ονομασίες που επιφυλάσσει η οδηγία 1994/4 για τα εκχυλίσματα καφέ και για τα εκχυλίσματα κιχωρίου.
25. Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ του εθνικού δικαστηρίου και του Δικαστηρίου, στο πρώτο απόκειται ο χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης και ως εκ τούτου ο προσδιορισμός των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, καθώς και η κρίση περί της λυσιτελείας των υποβαλλομένων στο Δικαστήριο ερωτημάτων. Κατά παγία νομολογία, το Δικαστήριο οφείλει κατ’ αρχήν να απαντά πάντοτε στα ερωτήματα που του υποβάλλει ένα εθνικό δικαστήριο. Δεν είναι δυνατόν να αρνηθεί απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (6) .
26. Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υπάρχει λόγος να κηρυχθεί απαράδεκτο το πρώτο ερώτημα. Από το γεγονός ότι το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε ερώτημα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 1999/4 πρέπει να συναχθεί, παρά τις αμφιβολίες που εξέφρασαν ορισμένοι παρεμβαίνοντες ως προς τη φύση του προϊόντος «DynaSvelte Koffie», ότι το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι το εν λόγω προϊόν όντως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να ληφθεί ως βάση ένα τεκμήριο λυσιτέλειας των υποβληθέντων ερωτημάτων (7) . Επομένως, πρέπει να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, όπως επισήμανε και η Επιτροπή, με αφετηρία το ότι το «DynaSvelte Koffie» πρέπει να θεωρηθεί τρόφιμο συνήθους καταναλώσεως, με συνέπεια ότι όντως αυτό εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογή της οδηγίας 1999/4.
27. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να μάθει ποια έννοια πρέπει να δοθεί στη λέξη «uitsluitend» του ολλανδικού κειμένου του άρθρου 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/4 («αποκλειστικά», κατά το ελληνικό κείμενο της οδηγίας αυτής). Σημαίνει η λέξη αυτή ότι οι ονομασίες πωλήσεως που απαριθμούνται στο παράρτημα μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για τα προϊόντα που περιλαμβάνονται σ’ αυτό, με άλλα λόγια ότι η χρήση των ονομασιών πωλήσεως επιφυλάσσεται στα προϊόντα που έχουν τα χαρακτηριστικά τα οποία περιγράφονται στο παράρτημα της οδηγίας; Ή μήπως σημαίνει ότι τα προϊόντα αυτά μπορούν να υποδηλώνονται αποκλειστικά με αυτές τις ονομασίες πωλήσεως; Σε περίπτωση που η πρώτη ερμηνεία είναι η ορθή, τότε μαζί με τις υποχρεωτικές ονομασίες μπορούν να χρησιμοποιούνται και άλλες ενδείξεις, όπως εμπορικές και επινοηθείσες ονομασίες.
28. Οι περισσότεροι από τους διαδίκους (8) που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις φρονούν ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί απάντηση σύμφωνη με την πρώτη ερμηνεία. Συμφωνούν ότι το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/4 έχει την έννοια ότι μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο υπό τις επιφυλασσόμενες για τα εκχυλίσματα καφέ και τα εκχυλίσματα κιχωρίου ονομασίες πωλήσεως αποκλειστικώς τα προϊόντα που έχουν τα χαρακτηριστικά τα οποία περιγράφονται στο παράρτημα της οδηγίας και ότι τούτο δεν αποκλείει τη χρήση και άλλων ονομασιών, όπως οι επινοηθείσες και οι εμπορικές ονομασίες. Η Douwe Egberts προσθέτει ότι τούτο έχει ως προϋπόθεση ότι οι άλλες χρησιμοποιούμενες ονομασίες δεν πρέπει να μπορούν να θεωρηθούν ως ονομασίες πωλήσεως από το κοινό προς το οποίο απευθύνεται το προϊόν και ως εκ τούτου δεν πρέπει να είναι παραπλανητικές. Η Επιτροπή διατυπώνει την απάντησή της αναφερόμενη στο περιεχόμενο της υποχρεώσεως των κρατών μελών να μεταφέρουν την οδηγία στο εσωτερικό τους δίκαιο: το άρθρο 2 της οδηγίας 1999/4 δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να απαγορεύουν τη χρήση και άλλων ονομασιών πλην των υποχρεωτικών ονομασιών πωλήσεως, κατά την εμπορία ενός προϊόντος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
29. Αυτή η ερμηνεία είναι και κατά τη δική μου γνώμη ορθή, για τους λόγους που θα εκθέσω κατωτέρω. Πάντως, κατόπιν μιας τέτοιας ομοφωνίας ως προς την απάντηση προς αυτό το σχετικό με την ερμηνεία ερώτημα, ιδίως μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, θα ήθελα να επισημάνω ότι το σημείο ως προς το οποίο διαφωνούν είναι αν η ονομασία «DynaSvelte Koffie» πρέπει να θεωρηθεί ως ονομασία πωλήσεως, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι η λέξη «Koffie» («καφές») μπορεί να χρησιμοποιείται στην ονομασία αυτή. Όπως παρατήρησα ανωτέρω, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να αποφανθεί επί ενός τέτοιου ζητήματος ουσίας.
30. Ότι το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/4 μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει τη χρησιμοποίηση και άλλων ονομασιών μαζί με την υποχρεωτικώς προβλεπόμενη από την οδηγία ονομασία πωλήσεως μπορεί να συναχθεί από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, από τη θέση της στο σύστημα των κοινοτικών κανόνων περί της επισημάνσεως των τροφίμων και από τη λειτουργία των κανόνων αυτών περί της επισημάνσεως των τροφίμων.
31. Ήδη από την εξέταση της θέσεως της λέξεως «αποκλειστικά» στο νοηματικό πλαίσιο του άρθρου 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/4 προκύπτει σαφώς ότι η διάταξη αυτή αφορά την αποκλειστική χρησιμοποίηση των επιμάχων ονομασιών πωλήσεως για τα προϊόντα τα οποία ορίζονται στο παράρτημα. Εάν η εν λόγω διάταξη είχε ως σκοπό να προβλέψει ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για τα προϊόντα αυτά άλλες ονομασίες πλην των προβλεπομένων ονομασιών πωλήσεως, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί άλλη διατύπωση, στην οποία η λέξη «αποκλειστικά» θα βρισκόταν σε αμεσότερη σχέση με τη λέξη «ονομασίες». Στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω διάταξη θα έπρεπε, επί παραδείγματι, να έχει ως εξής: «για τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα προορίζονται αποκλειστικά οι προβλεπόμενες σ’ αυτό ονομασίες […]». Αυτή η διαφορά στη διατύπωση καθιστά κατά τη γνώμη μου απολύτως σαφές ότι το άρθρο 2, στοᄍχείο α΄, της οδηγίας 1999/4 δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τον αμέσως ανωτέρω τρόπο.
32. Τούτο επιβεβαιώνεται επίσης από την εξέταση του κειμένου της διατάξεως αυτής στις άλλες γλώσσες. Οι περισσότερες από αυτές, οι οποίες χρησιμοποιούν διαφορετική διατύπωση από αυτήν του ολλανδικού κειμένου, αναφέρουν ότι οι επίμαχες ονομασίες πωλήσεως «επιφυλάσσονται» στα οριζόμενα στο παράρτημα προϊόντα. Ως παραδείγματα αναφέρω το γαλλικό και το (παρατεθέν και από την FICS) γερμανικό κείμενο, τα οποία ορίζουν, αντιστοίχως, τα εξής: «les dénominations prévues à l’annexe sont réservées aux produits qui y figurent» και «die im Anhang vorgesehenen Verkehrsbezeichnungen […] den dort aufgeführten Erzeugnissen vorbehalten [sind]». Ακόμη κατηγορηματικότερο είναι το αγγλικό κείμενο: «the product names listed in the Annex shall apply only to the products referred to therein». Από τα κείμενα στις γλώσσες αυτές προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι δεν σκοπείται να μπορούν τα οριζόμενα στο παράρτημα προϊόντα να διατίθενται στο εμπόριο αποκλειστικά υπό τις επίσης προβλεπόμενες στο παράρτημα ονομασίες.
33. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται επίσης αν το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 1999/4 θεωρηθεί εντός του νομοθετικού πλαισίου των κανόνων περί της επισημάνσεως των τροφίμων. Η οδηγία 1999/4 αποτελεί ειδική οδηγία σε σχέση με την οδηγία 2000/13 περί επισημάνσεως. Η οδηγία αυτή επιβεβαιώνει ότι η οδηγία περί επισημάνσεως έχει εφαρμογή στα εκχυλίσματα καφέ και κιχωρίου και ως εκ τούτου διευκρινίζει ορισμένες διατάξεις της όσον αφορά τα προϊόντα αυτά. Ως lex specialis, η οδηγία περί καφέ πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της οδηγίας περί επισημάνσεως.
34. Η υποχρέωση αναγραφής της ονομασίας πωλήσεως στην επισήμανση ενός τροφίμου προβλέπεται στο άρθρο 3, σημείο 1, της οδηγίας 2000/13. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, η επισήμανση πρέπει υποχρεωτικώς να περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία, μεταξύ των οποίων η ονομασία πωλήσεως. Παρά την κάπως ασαφή διατύπωση του ολλανδικού κειμένου της διατάξεως αυτής, («moeten […] uitsluitend de volgende gegevens worden vermeld», από το κείμενό της σε άλλες γλώσσες προκύπτει («the following particulars alone shall be compulsory»· «comporte […] les seules mentions obligatoires suivantes»· «enthält […] nur folgende zwingende Aangaben») ότι αυτή σκοπεί στον καθορισμό των ενδείξεων που πρέπει υποχρεωτικώς να επιβάλλουν τα κράτη μέλη, αλλά όχι στον αποκλεισμό της αναγραφής άλλων ενδείξεων στην επισήμανση. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επίσης υποστήριξαν ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/13 έχει την έννοια αυτή. Τούτο, εφαρμοζόμενο κατ’ αναλογίαν στην οδηγία 1999/4, συνεπάγεται ότι το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής ωσαύτως δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι έχει ως σκοπό να απαγορεύει την αναγραφή άλλων ονομασιών μαζί με τις προβλεπόμενες ονομασίες πωλήσεως για τα εκχυλίσματα καφέ και κιχωρίου.
35. Η ερμηνεία αυτή των γενικών και ειδικών διατάξεων όσον αφορά τις ονομασίες πωλήσεως που μπορούν να χρησιμοποιούνται ενισχύεται περαιτέρω από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/13, βάσει του οποίου η ονομασία πωλήσεως δεν είναι δυνατό να αντικατασταθεί με εμπορικό ή βιομηχανικό σήμα ή με εμπορική ονομασία. Η διάταξη αυτή συνεπάγεται βεβαίως ότι τέτοιες ενδείξεις επιτρέπονται μαζί με την προβλεπόμενη ονομασία πωλήσεως.
36. Τέλος, από τη λειτουργία των υποχρεωτικών ονομασιών πωλήσεως μπορεί να συναχθεί ότι δεν είναι ασυμβίβαστη προς τη λειτουργία αυτή η χρήση και άλλων ονομασιών κατά την παρουσίαση του τροφίμου. Η υποχρεωτική ονομασία πωλήσεως έχει ως σκοπό να παρέχει στον καταναλωτή εγγύηση περί του ότι ένα προϊόν, το οποίο διατίθεται στην αγορά υπ’ αυτή την ονομασία πωλήσεως, έχει ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία προσιδιάζουν σ’ αυτό το είδος προϊόντος. Έτσι, μπορεί το εν λόγω προϊόν να διακρίνεται από άλλα προϊόντα με άλλα γενικά χαρακτηριστικά. Αν θεωρηθεί ότι η υποχρεωτική αναγραφή της οικείας ονομασίας πωλήσεως αποκλείει τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως άλλων ενδείξεων, τούτο υπερακοντίζει τον σκοπό της διατάξεως και στερεί από τους εμπόρους τη δυνατότητα να διακρίνουν κατ’ άλλο τρόπο τα προϊόντα τους, στο πλαίσιο της εμπορίας, από τα προϊόντα του ίδιου είδους.
37. Συνεπώς, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 1999/4 περί των εκχυλισμάτων καφέ και των εκχυλισμάτων κιχωρίου έχει την έννοια ότι μόνο για τα απαριθμούμενα στο παράρτημα της οδηγίας αυτής προϊόντα μπορούν να χρησιμοποιούνται οι απαριθμούμενες στο παράρτημα αυτό ονομασίες πωλήσεως και επομένως είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και άλλες ονομασίες μαζί με τις εν λόγω για τα προϊόντα αυτά (π.χ. επινοηθείσα ή εμπορική ονομασία), υπό την προϋπόθεση δεν μπορεί να υπάρξει σύγχυση μεταξύ των ονομασιών αυτών και της προβλεπομένης ονομασίας πωλήσεως.
V – Το δεύτερο ερώτημα (ερώτημα Α.2)
38. Το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου υποβλήθηκε για την περίπτωση κατά την οποία στο πρώτο ερώτημα δοθεί η απάντηση ότι τα εμπίπτοντα στην οδηγία 1999/4 προϊόντα μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο αποκλειστικά με τις προβλεπόμενες στην οδηγία ονομασίες πωλήσεως. Δεδομένου ότι στο ερώτημα αυτό δεν δόθηκε τέτοια απάντηση, δεν χρειάζεται να εξετασθεί το δεύτερο ερώτημα.
VI – Προκαταρκτική παρατήρηση επί των λοιπών προδικαστικών ερωτημάτων
39. Από τη διάταξη περί παραπομπής του εθνικού δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εφαρμογή των επιμάχων εθνικών διατάξεων περί της διαφημίσεως των τροφίμων, οι ενδείξεις επί της συσκευασίας (επισημάνσεως) θεωρούνται επίσης διαφημιστικά μηνύματα. Κατά συνέπεια, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα δεν γίνεται διάκριση των εθνικών διατάξεων αναλόγως του κατά πόσον έχουν εφαρμογή στην επισήμανση των τροφίμων, αφενός, και στη διαφήμιση των τροφίμων, αφετέρου. Συναφώς, θα ήθελα να επισημάνω ότι η οδηγία 2000/13 λαμβάνει ως αφετηρία τη διάκριση μεταξύ επισημάνσεως και διαφημίσεως (9) και ότι οι κανόνες δικαίου που έχουν εφαρμογή στα θέματα αυτά δεν ταυτίζονται ακριβώς (10) .
40. Όσον αφορά την επισήμανση των τροφίμων, η οδηγία 2000/13 προβλέπει πλήρη εναρμόνιση. Τούτο σημαίνει ότι οι εθνικές διατάξεις που αφορούν το θέμα αυτό πρέπει να εκτιμώνται αποκλειστικά από πλευράς της οδηγίας, είτε ως εναρμονισμένα μέτρα, οπότε πρέπει να εκτιμάται αν συνιστούν ορθή μεταφορά των αντιστοίχων διατάξεων της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, είτε ως μη εναρμονισμένα μέτρα, οπότε πρέπει να εξετάζεται εάν αυτά μπορούν να δικαιολογηθούν από έναν από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 18, παράγραφος 2, της οδηγίας περί επισημάνσεως. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση SARPP, τα όρια της αρμοδιότητας των κρατών μελών να θεσπίζουν εθνικές διατάξεις αφορώσες την επισήμανση των τροφίμων καθορίζονται από την ίδια την οδηγία. Κατά συνέπεια, τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ δεν έχουν πλέον καμία λειτουργία εντός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας (11) .
41. Αντιθέτως, ως προς τη διαφήμιση, η οδηγία 2000/13 προβλέπει περιορισμένη εναρμόνιση. Τούτο προκύπτει ήδη από τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας στο άρθρο της 1, παράγραφος 1, όπου ορίζεται ότι η οδηγία αυτή αφορά την επισήμανση των τροφίμων που προορίζονται να παραδοθούν ως έχουν στον τελικό καταναλωτή, καθώς και «ορισμένα ζητήματα» σχετικά με την παρουσίαση και τη διαφήμισή τους. Το ποια είναι τα ζητήματα αυτά προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, το οποίο ορίζει ότι η απαγόρευση παραπλανητικών ενδείξεων που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, έχει εφαρμογή στην παρουσίαση και στη διαφήμιση των τροφίμων. Κατά τα λοιπά, η οδηγία δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένους κανόνες ως προς την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων. Ειδικότερα, το Δικαστήριο, με την απόφαση SARPP (12) έκρινε ρητώς ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/112 (νυν άρθρο 18, παράγραφος 2, της οδηγίας 200/13) δεν έχει εφαρμογή στη διαφήμιση. Τούτο συνεπάγεται ότι η οδηγία περί διαφημίσεως έχει μόνον περιορισμένη εφαρμογή επί των εθνικών κανόνων περί της διαφημίσεως των τροφίμων και ότι οι κανόνες αυτοί, κατά το μέτρο που δεν συνιστούν εφαρμογή του άρθρου 2 της οδηγίας, πρέπει να εκτιμώνται βάσει του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου που περιέχουν τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
42. Κανένας από τους διαδίκους οι οποίοι κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις δεν επισήμανε τη διαφορά αυτή. Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή, αντιθέτως, ισχυρίστηκε ότι, δεδομένου ότι η οδηγία 2000/31 προβλέπει εξαντλητική εναρμόνιση, τόσο το θέμα της επισημάνσεως όσο και το θέμα της διαφημίσεως πρέπει να κρίνονται βάσει της οδηγίας και ότι παρέλκει η απάντηση στο τελευταίο προδικαστικό ερώτημα, που αφορά το άρθρο 28 ΕΚ. Προς τούτο, παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Sterbenz και Haug (13) . Ωστόσο, επισημαίνει ότι η υπόθεση εκείνη αφορούσε αποκλειστικά μια εθνική κανονιστική ρύθμιση περί της επισημάνσεως και ότι οι συναφείς σκέψεις (14) αφορούσαν το άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/112 το οποίο, όπως επισημάνθηκε, δεν έχει εφαρμογή στη διαφήμιση.
43. Λαμβανομένου υπόψη ότι η επισήμανση και η διαφήμιση των τροφίμων υπάγονται, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία, σε διαφορετικά καθεστώτα, στα λοιπά ερωτήματα πρέπει επομένως να δοθεί χωριστή απάντηση ως προς τα δύο αυτά θέματα, εννοείται δε ότι το πέμπτο ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ είναι αλυσιτελές όσον αφορά την επισήμανση.
VII – Το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα
Η επισήμανση
44. Το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα συνδέονται στενά μεταξύ τους και πρέπει επομένως να εξετασθούν από κοινού όσον αφορά την επισήμανση. Τα ερωτήματα αυτά σκοπούν στη διευκρίνιση του αν εθνικές διατάξεις οι οποίες απαγορεύουν να περιλαμβάνονται στην επισήμανση ενός προϊόντος αναφορές στο αδυνάτισμα και αναφορές σε ιατρικές συστάσεις, ως μη εναρμονισθείσες διατάξεις, συμβιβάζονται προς το άρθρο 18 της οδηγίας 2000/13.
45. Το αιτούν δικαστήριο λαμβάνει ως αφετηρία το ότι τα επίμαχα εθνικά μέτρα όντως πρέπει να θεωρηθούν ως μη εναρμονισθέντα μέτρα, υπό την έννοια του άρθρου 18. Θεώρησε επίσης ότι η απαγόρευση αναφοράς στο αδυνάτισμα και η απαγόρευση αναφοράς σε ιατρικές συστάσεις και βεβαιώσεις δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των ενδείξεων που εμπίπτουν στα άρθρα 3 έως και 14 της οδηγίας 2000/13.
46. Θεωρώ σωστή τη διαπίστωση αυτή. Ενισχύεται επίσης από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Επιτροπή κατά Αυστρίας και Sterbenz και Haug. Στις υποθέσεις εκείνες, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ενώ η οδηγία περί επισημάνσεως απαγορεύει οποιαδήποτε ένδειξη έχουσα σχέση με ασθένειες, ανεξαρτήτως του αν μπορεί να παραπλανήσει ή όχι τον καταναλωτή, απαγορεύει τις ενδείξεις οι οποίες δεν αναφέρονται σε ασθένειες, αλλά μάλλον στην υγεία, μόνον εφόσον αυτές είναι παραπλανητικές. Συνεπώς, τα τρόφιμα των οποίων η επισήμανση περιέχει μη παραπλανητικές ενδείξεις σχετικές με την υγεία θεωρούνται ως ανταποκρινόμενα στους κανόνες της οδηγίας 2000/13 και τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν την εμπορία αυτών επικαλούμενα λόγους σχετιζόμενους με ενδεχόμενες παρατυπίες της εν λόγω επισημάνσεως. (15)
47. Μη εναρμονισθείσες διατάξεις στον τομέα της επισημάνσεως, οι οποίες παρεμποδίζουν την εμπορία προϊόντων πληρούντων τις επιταγές της οδηγίας 2000/13, μπορούν, όπως προεκτέθηκε στο σημείο 40, να έχουν εφαρμογή μόνον εφόσον δικαιολογούνται από έναν από τους λόγους που προβλέπονται περιοριστικώς (16) στο άρθρο 18, παράγραφος 2, της οδηγίας. Δεδομένου ότι το άρθρο 18, παράγραφος 2, μπορεί να θεωρηθεί ως εξειδίκευση εξαιρέσεων από την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών στον τομέα της επισημάνσεως των τροφίμων τις οποίες προέβλεψε το άρθρο 30 ΕΚ και τις οποίες διατύπωσε κατά τα λοιπά η νομολογία, το άρθρο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των διατάξεων της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών και της συναφούς νομολογίας (17) . Τούτο σημαίνει ότι οι οικείες μη εναρμονισθείσες διατάξεις πρέπει όχι μόνο να δικαιολογούνται από έναν ή περισσότερους από τους λόγους που προβλέπει το άρθρο 18, παράγραφος 2, αλλά επιπλέον να είναι κατάλληλες για την προστασία των οικείων συμφερόντων και δεν πρέπει να εμποδίζουν το εμπόριο των οικείων προϊόντων πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του σκοπού αυτού (18) .
48. Οι επίδικες εθνικές διατάξεις προβλέπουν, καθόσον έχει σημασία εν προκειμένω, απόλυτη απαγόρευση των αναφορών στο αδυνάτισμα και των αναφορών σε ιατρικές συστάσεις, βεβαιώσεις, παραθέσεις απόψεων ιατρών και ιατρικές συμβουλές στο πλαίσιο της διαφημίσεως των τροφίμων (όπου περιλαμβάνονται και οι ενδείξεις επί της συσκευασίας). Κατά το μέτρο αυτό, οι εν λόγω διατάξεις διαφέρουν ως προς δύο σημεία από τις εθνικές διατάξεις τις οποίες αφορούσαν οι πλειστάκις προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Αυστρίας και Sterbenz και Haug. Ενώ οι υποθέσεις εκείνες αφορούσαν μια γενική απαγόρευση των σχετικών με την υγεία ενδείξεων επί των τροφίμων, εκτός αν είχε προηγουμένως χορηγηθεί άδεια από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι επίδικες εν προκειμένω διατάξεις είναι μεν πιο περιορισμένης και ειδικότερης φύσεως, συγχρόνως όμως είναι ευρύτερες, διότι δεν προβλέπουν τη δυνατότητα απαλλαγής ή εξαιρέσεως από την απαγόρευση.
49. Το εθνικό δικαστήριο έκρινε, σύμφωνα με το τέταρτο ερώτημά του, ότι μόνον το συμφέρον της προστασίας της δημόσιας υγείας μπορεί να ληφθεί υπόψη ως δικαιολογητικός λόγος για τις επίδικες εθνικές διατάξεις.
50. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της απαγορεύσεως αναγραφής των επιμάχων ενδείξεων στην επισήμανση ή στη συσκευασία των τροφίμων, πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί η αρχή η οποία αποτελεί τη βάση της οδηγίας περί επισημάνσεως, δηλαδή ότι ο καταναλωτής, σύμφωνα με μια θετική διατύπωση, πρέπει να ενημερώνεται με ακρίβεια για τα διάφορα χαρακτηριστικά ενός τροφίμου και, σύμφωνα με μια αρνητική διατύπωση, δεν πρέπει να παραπλανάται ως προς τα χαρακτηριστικά αυτά λόγω των χρησιμοποιουμένων ενδείξεων. Η αρχή αυτή εξυπηρετεί τόσο τα οικονομικά συμφέροντα του καταναλωτή όσο και τα σχετικά με την υγεία του.
51. Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη αυτού του βασικού σημείου, τίθεται το ζήτημα αν η απαγόρευση αναφοράς στο αδυνάτισμα και σε ιατρικές συστάσεις και βεβαιώσεις είναι αναγκαία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τέτοιες αναφορές πρέπει, κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, προφανώς ως εκ της φύσεώς τους, να θεωρούνται πάντοτε παραπλανητικές και η κατανάλωση προϊόντων τα οποία φέρουν τέτοιου είδους ενδείξεις μπορεί να αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
52. Θεωρώ πρόδηλο ότι μια τόσο αυστηρή άποψη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Άλλωστε, αν ένα προϊόν συντελεί όντως και επιστημονικώς αποδεδειγμένα στο αδυνάτισμα, δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αναγραφή της ιδιότητας αυτής στην επισήμανση ή στη συσκευασία είναι παραπλανητική. Αντιθέτως, τούτο αποτελεί κατ’ εξοχήν ουσιώδη πληροφορία για τον καταναλωτή, η οποίᄆ μπορεί να τον ωθήσει στην αγορά και στην κατανάλωση ενός προϊόντος ή να τον αποτρέψει από αυτήν. Σε περίπτωση που δεν δίδεται η πληροφορία αυτή, είναι μάλιστα δυνατό, όπως ισχυρίζεται και η FICS, να ανακύψουν κίνδυνοι για την υγεία, αν ένας καταναλωτής εν αγνοία του χρησιμοποιεί υπερβολικά ένα προϊόν αδυνατίσματος.
53. Μια τέτοια εκτίμηση ισχύει και όσον αφορά τις ιατρικές συστάσεις και βεβαιώσεις. Δεν πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο ότι οι ενδείξεις αυτές είναι επιστημονικώς θεμελιωμένες και ότι, και πάλι, εφόσον δεν είναι παραπλανητικές, μπορούν να αποτελούν ουσιώδεις πληροφορίες για τον καταναλωτή όσον αφορά το αν θα αγοράσει το οικείο προϊόν ή όχι. Εξάλλου, οι ενδείξεις αυτές είναι μάλλον μόνο δευτερεύουσες και ενισχυτικές σε σχέση με δηλώσεις που αφορούν τα χαρακτηριστικά του προϊόντος καθαυτό. Δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς τέτοιες αυτοτελείς ενδείξεις μπορούν να δημιουργούν κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
54. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του παραπλανητικού ή μη χαρακτήρα των πληροφοριών για το προϊόν, χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς την τεκμαιρομένη προσδοκία του μέσου καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και συνετός (19) . Τούτο προϋποθέτει ότι ένας καταναλωτής, πριν από την (πρώτη) αγορά ενός προϊόντος, λαμβάνει πάντοτε γνώση των πληροφοριών που αναγράφονται στην ετικέτα και ότι, περαιτέρω, είναι σε θέση να αξιολογήσει ορθώς τις πληροφορίες αυτές. Νομίζω ότι ένας καταναλωτής προστατεύεται πλήρως όταν προστατεύεται από τις παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τα προϊόντα και δεν χρειάζεται να προστατεύεται από πληροφορίες των οποίων τη χρησιμότητα σε σχέση με την αγορά και τη χρήση ενός προϊόντος μπορεί να αξιολογήσει ο ίδιος.
55. Συνεπώς, μια απόλυτη απαγόρευση των προαναφερθεισών ενδείξεων υπερακοντίζει προδήλως τον σκοπό της, διότι αφορά και τις ενδείξεις οι οποίες αποδεδειγμένα δεν είναι παραπλανητικής φύσεως. Κατά το μέτρο αυτό, ένας τέτοιος κανόνας δεν είναι αναγκαίος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της αποτροπής των κινδύνων για τη δημόσια υγεία (20) .
56. Περαιτέρω, μια τέτοια απαγόρευση είναι δυσανάλογη προς την επίτευξη του σκοπού αυτού, δεδομένου ότι αρκούν προς τούτο μέτρα τα οποία έχουν λιγότερο περιοριστικό αποτέλεσμα επί του εμπορίου. Συγκεκριμένα, πρέπει προς τούτο να χρησιμοποιηθεί μια απαγόρευση των παραπλανητικών ενδείξεων όσον αφορά τις δυνατότητες των προϊόντων να συντελούν στο αδυνάτισμα και των παραπλανητικών αναφορών σε ιατρικές συστάσεις και βεβαιώσεις (21) . Αυτό το είδος μέτρου παρέχει στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν σε κατ’ ιδίαν περιπτώσεις κατά των παραβάσεων, οσάκις οι χρησιμοποιούμενες ενδείξεις όντως μπορούν να συνεπάγονται κινδύνους για τη δημόσια υγεία, χωρίς να εμποδίζουν την εμπορία προϊόντων που δεν προκαλούν τέτοιους κινδύνους. Η προσέγγιση αυτή δεν αποκλείει ότι μπορεί να διατίθενται (πρόσκαιρα) στο εμπόριο προϊόντα τα οποία συνοδεύονται από παραπλανητικές πληροφορίες όσον αφορά τα αποτελέσματα σε σχέση με το αδυνάτισμα. Φαίνεται όμως απίθανο να μπορεί η κατανάλωση τέτοιων προϊόντων, τα οποία δεν συντελούν στο αδυνάτισμα όπως δηλώνεται, να προκαλέσει κίνδυνο για την υγεία.
57. Η Douwe Egberts προέβαλε επίσης τον ισχυρισμό ότι η απαγόρευση αναφορών στο αδυνάτισμα χρησιμεύει για την πρόληψη της προκλήσεως ανορεξίας. Κατ’ αυτήν, η απαγόρευση αναφοράς σε ιατρικές συστάσεις βασίζεται στη σκέψη ότι μπορεί εξ αυτού να συναχθεί ότι το οικείο προϊόν έχει φαρμακευτικές ιδιότητες, ακόμη και αν τούτο δεν ισχύει. Αυτές οι απόψεις προφανώς έχουν ως αφετηρία την αντίληψη ότι ο καταναλωτής είναι ανώριμος και στερείται κριτικής ικανότητας, η οποία είναι εκ διαμέτρου αντίθετη προς την εκτεθείσα στο σημείο 54 αντίληψη ως προς τον καταναλωτή, την οποία το Δικαστήριο χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς. Αν υπάρχει ανάγκη καταπολεμήσεως της ακραίας συμπεριφοράς όσον αφορά το αδυνάτισμα, είναι μάλλον σκοπιμότερο να καταπολεμηθεί το φαινόμενο καθαυτό. Η απαγόρευση προϊόντων τα οποία θεμιτώς παρουσιάζονται ως προϊόντα αδυνατίσματος δεν αποτελεί κατάλληλο μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού και περιορίζει το εμπόριο των προϊόντων αυτών περισσότερο απ’ ό,τι είναι αναγκαίο προς τούτο. Επιπλέον, κατ’ επέκταση της λογικής στην οποία βασίζεται ο συλλογισμός της Douwe Egberts, η καταπολέμηση της παχυσαρκίας θα μπορούσε να δικαιολογήσει μια γενική απαγόρευση της διαφημίσεως των τροφίμων εν γένει.
58. Έτσι, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια μη εναρμονισμένη εθνική διάταξη περί της επισημάνσεως των τροφίμων, υπό την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/13, η οποία απαγορεύει ορισμένες ενδείξεις, όπως είναι οι «αναφορές στο αδυνάτισμα» και οι «αναφορές σε ιατρικές συστάσεις, βεβαιώσεις, παραθέσεις απόψεων ιατρών και ιατρικές συμβουλές ή σε δηλώσεις εγκρίσεως», δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/13.
Η διαφήμιση
59. Πριν δοθεί απάντηση στο τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ερώτημα όσον αφορά το συμβιβαστό των εθνικών διατάξεων που περιέχουν απαγόρευση των αναφορών στο αδυνάτισμα και των αναφορών σε ιατρικές συστάσεις και βεβαιώσεις στα διαφημιστικά μηνύματα, πρέπει κατ’ αρχάς να εξετασθούν οι εφαρμοστέοι κανόνες της οδηγίας περί επισημάνσεως.
60. Στο σημείο 41 επισήμανα την περιορισμένη έκταση της εναρμονίσεως που επιτεύχθηκε με την οδηγία 2000/13 όσον αφορά τη διαφήμιση. Οι σχετικές διατάξεις έχουν, σύμφωνα με το προοίμιο της οδηγίας 2000/13 (22) , παραπληρωματικό χαρακτήρα, καθόσον έχουν ως σκοπό να διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή της απαγορεύσεως των παραπλανητικών ενδείξεων στην επισήμανση.
61. Τα επίδικα εθνικά μέτρα, ωστόσο, βαίνουν πέραν των απαγορευτικών διατάξεων της οδηγίας περί επισημάνσεως όσον αφορά τη διαφήμιση. Πράγματι, οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν ορισμένα διαφημιστικά μηνύματα, ανεξαρτήτως του αν αυτά είναι παραπλανητικά ή όχι. Τούτο συνεπάγεται ότι οι εν λόγω διατάξεις πρέπει, σύμφωνα με το σύστημα που καθιερώνει η οδηγία, να εξετασθούν από πλευράς των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
62. Πριν προβώ στην εξέταση αυτή, πρέπει να αναλυθεί η άποψη της Douwe Egberts ότι, λόγω του ότι όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης συγκεντρώθηκαν στο Βέλγιο, δεν υπάρχει το απαιτούμενο για την εφαρμογή των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ στοιχείο αλλοδαπότητας. Με άλλα λόγια, τίθεται το ζήτημα αν εν προκειμένω πρόκειται περί αμιγώς εσωτερικής καταστάσεως επί της οποίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές.
63. Είναι αφ’ εαυτού αληθές ότι η διαφορά της κύριας δίκης εμφανίζει από απόψεως πραγματικών περιστατικών σημεία συνδέσεως αποκλειστικά με το Βέλγιο. Τούτο δεν αναιρεί το ότι μια κανονιστική ρύθμιση όπως η επίδικη εν προκειμένω μπορεί να εξετασθεί από πλευράς των διατάξεων της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Όσον αφορά τέτοιες καταστάσεις, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι το άρθρο 28 ΕΚ δεν μπορεί να μην έχει εφαρμογή απλώς και μόνο διότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση που έχει υποβληθεί στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου, όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους. Τούτο έχει κρίνει το Δικαστήριο όχι μόνο σε «αμιγώς εσωτερικές» διαφορές, όπου επρόκειτο σαφώς για μέτρο εισάγον δυσμενή διάκριση (23) , αλλά και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το οικείο μέτρο εφαρμοζόταν χωρίς διάκριση στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα (24) .
64. Η εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς τη κύριας δίκης περιέχει απόλυτη απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως αναφορών στο αδυνάτισμα και σε ιατρικές συστάσεις και βεβαιώσεις κατά τη διαφήμιση τροφίμων. Μια τέτοια απαγόρευση έχει ως εκ της φύσεώς της πολύ σημαντικές συνέπειες για το εμπόριο προϊόντων τα οποία διατίθενται στην αγορά ως προϊόντα αδυνατίσματος. Συγκεκριμένα, έχει ως συνέπεια ότι οι καταναλωτές, ιδίως δε οι καταναλωτές οι οποίες έχουν ανάγκη να χρησιμοποιούν τέτοια προϊόντα, στερούνται σημαντικές πληροφορίες όσον αφορά την προσφορά των οικείων προϊόντων. Με άλλα λόγια, περιορίζονται σημαντικά οι δυνατότητες των παραγωγών αυτών των νομίμων καθαυτά προϊόντων να απευθυνθούν στο κοινό προς το οποίο προορίζονται τα εν λόγω προϊόντα. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο οσάκις πρόκειται περί νέων προϊόντων τα οποία ουδόλως είναι ακόμη γνωστά στους καταναλωτές. Κατά το μέτρο που εν προκειμένω μπορεί να πρόκειται περί προϊόντων τα οποία σε άλλα κράτη μέλη παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο νομίμως, η πρόσβαση στη βελγική αγορά δυσχεραίνεται σοβαρά με μια γενική απαγόρευση αναφοράς στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους που τα διακρίνουν από άλλα προϊόντα. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση συνεπάγεται άμεσο και πραγματικό εμπόδιο στο διακρατικό εμπόριο, και ότι δεν μπορεί να εκφύγει του ελέγχου από πλευράς των διατάξεων της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων για τον (τυχαίο) λόγο και μόνον ότι το ζήτημα του συμβιβαστού με τις διατάξεις αυτές ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς η οποία πρέπει να θεωρηθεί ως αμιγώς εσωτερική.
65. Το συμβιβαστό της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί διαφημίσεως προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων αποτέλεσε αντικείμενο πλειόνων αποφάσεων του Δικαστηρίου. Το 1980, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο περιορισμός της δυνατότητας διαφημίσεως ορισμένων προϊόντων ναι μεν δεν εξαρτά ευθέως τις εισαγωγές από προϋποθέσεις, αλλά θίγει τις δυνατότητες εμπορίας των εισαγομένων προϊόντων και, ως εκ τούτου, περιορίζει τον όγκο των εισαγωγών (25) . Η υπόθεση εκείνη αφορούσε έναν εθνικό κανόνα ο οποίος περιείχε απαγόρευση της διαφημίσεως ορισμένων οινοπνευματωδών ποτών. Στην περίπτωση εκείνη, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η κανονιστική ρύθμιση αντέβαινε στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι έθιγε προπάντων τα εισαγόμενα ποτά και δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Οι άλλες σχετικές με τη διαφήμιση εθνικές διατάξεις, τις οποίες η κάπως παλαιότερη νομολογία εξέτασε από πλευράς του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ, αφορούσαν την απαγόρευση της διανομής διαφημιστικών φυλλαδίων τα οποία περιείχαν συγκεκριμένες πληροφορίες (26) και μια απαγόρευση της διαφημίσεως (και πάλι) ορισμένων οινοπνευματωδών ποτών σε ορισμένα μέρη (27) . Σε αμφότερες αυτές τις περιπτώσεις το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι οι επίμαχες διατάξεις μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά το εμπόριο, εξυπακουομένου ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις ήταν δυνατή η δικαιολόγηση.
66. Η νομολογία περί του συμβιβαστού των εθνικών διατάξεων περί διαφημίσεως με το άρθρο 28 ΕΚ αναπτύχθηκε περαιτέρω μετά την απόφαση Keck και Mithouard (28) . Η απόφαση αυτή αποτελούσε αντίδραση στο γεγονός ότι οι δραστηριοποιούμενοι στην αγορά επιχειρηματίες επικαλούνταν το άρθρο 28 ΕΚ όλο και συχνότερα, προκειμένου να βάλουν κατά κανονιστικών διατάξεων κάθε είδους οι οποίες ρύθμιζαν ορισμένες πτυχές της συμπεριφοράς τους στον τομέα των πωλήσεων. Προκειμένου να περιορίσει την εξέλιξη αυτή, το Δικαστήριο επέφερε μια διόρθωση στη μέχρι τότε ακολουθούμενη γραμμή, κατά την οποία κάθε μέτρο το οποίο επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο θεωρείται μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, υπό την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ (29) . Από την εφαρμογή της εννοίας αυτής εξαιρέθηκε η επί προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών εφαρμογή εθνικών διατάξεων που περιορίζουν ή απαγορεύουν ορισμένες μορφές πωλήσεως, αρκεί οι διατάξεις αυτές να εφαρμόζονται σε όλους τους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και αρκεί να επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο, και νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών (30) . Εθνικές διατάξεις οι οποίες ανταποκρίνονται στον ορισμό αυτό εκφεύγουν, ως εκ της φύσεώς τους, από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ, διότι θεωρούνται ουδέτερες από πλευράς του μεταξύ κρατών μελών εμπορίου. Όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο, από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, η εφαρμογή ρυθμίσεων αυτού του είδους στην πώληση προϊόντων προελεύσεως άλλου κράτους μέλους, τα οποία ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που έχει θεσπίσει το κράτος αυτό, δεν είναι ικανή να παρεμποδίσει την πρόσβασή τους στην αγορά ούτε να τη δυσχεράνει όπως δεν δυσχεραίνει την πρόσβαση στην αγορά των εγχωρίων προϊόντων (31) .
67. Οι εθνικές διατάξεις περί διαφημίσεως θεωρούνται επίσης ότι ρυθμίζουν τέτοιου είδους μορφές πωλήσεως, υπό την έννοια της αποφάσεως Keck και Mithouard. Ως παραδείγματα μπορούν να χρησιμεύσουν η υπόθεση Hünermund (32) , η οποία αφορούσε μια απαγόρευση προς τους φαρμακοποιούς να διαφημίζουν μη φαρμακευτικά προϊόντα εκτός του χώρου πωλήσεως, και η υπόθεση Leclerc-Siplec (33) , η οποία είχε ως αντικείμενο μια απαγόρευση τηλεοπτικής διαφημίσεως για τον τομέα της διανομής. Αυτές οι κανονιστικές διατάξεις , συνεπώς, δεν χρειαζόταν να ελεγχθούν από πλευράς του άρθρου 28 ΕΚ. Αντιθέτως, το Δικαστήριο, σε δύο άλλες περιπτώσεις, στις υποθέσεις De Agostini και TV-Shop (34) και Gourmet (35) , δεν περιορίστηκε να θεωρήσει άνευ άλλου τινός εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις, οι οποίες περιείχαν, αντιστοίχως, απόλυτη απαγόρευση τηλεοπτικής διαφημίσεως απευθυνόμενης σε παιδιά κάτω των 12 ετών και απαγόρευση διαφημίσεως οινοπνευματωδών ποτών σε περιοδικά, ως διέπουσες μορφές πωλήσεως, αλλά εξέτασε αν πληρούνταν η δεύτερη προϋπόθεση που διατυπώθηκε με την απόφαση Keck και Mithouard. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε με τις αποφάσεις του επί των υποθέσεων αυτών ότι η εντός κράτους μέλους πλήρης απαγόρευση μιας μορφής προωθήσεως νομίμως πωλουμένου προϊόντος μπορεί να έχει σημαντικότερες επιπτώσεις στα προϊόντα προελεύσεως άλλων κρατών μελών (36) .
68. Στις υποθέσεις Hündermund και Leclerc-Siplec, οι επίδικες απαγορεύσεις της διαφημίσεως είχαν περιορισμένη έκταση. Στην πρώτη περίπτωση, η απαγόρευση περιοριζόταν στην εκτός των φαρμακείων διαφήμιση προϊόντων ξένων προς τον οικείο τομέα εμπορίας. Στη δεύτερη περίπτωση, η απαγόρευση αφορούσε τη χρήση της τηλεοράσεως ως μέσου για τη διαφήμιση ενός συγκεκριμένου σταδίου της εμπορίας, του σταδίου της διανομής. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εκ μέρους του εκτιμήσεως αυτών των κανονιστικών ρυθμίσεων, προσέδωσε σπουδαιότητα στο γεγονός ότι αυτές επέτρεπαν στους λοιπούς επιχειρηματίες τη δυνατότητα να διαφημίζουν ελεύθερα τα οικεία προϊόντα με άλλους τρόπους. Με άλλα λόγια, η λειτουργία της διαφημίσεως σε σχέση με τη δυνατότητα προσβάσεως στην αγορά των οικείων προϊόντων παρέμεινε άθικトη.
69. Η κατάσταση στις υποθέσεις De Agostini και Gourmet ήταν διαφορετική. Στην υπόθεση De Agostini, το Δικαστήριο τόνισε ότι η τηλεοπτική διαφήμιση ήταν για τον παραγωγό η μόνη μορφή αποτελεσματικής προωθήσεως η οποία της παρείχε τη δυνατότητα να διεισδύσει στη σουηδική αγορά, δοθέντος ότι δεν διέθετε άλλα διαφημιστικά μέσα για να προσεγγίσει το κοινό στο οποίο απευθυνόταν το προϊόν, δηλαδή τα παιδιά και τους γονείς τους (37) . Τούτο αποτελούσε προφανώς σημαντικό παράγοντα, μολονότι στο εθνικό δικαστήριο απέκειτο να διαπιστώσει αν όντως τούτο συνέβαινε. Στην υπόθεση Gourmet η κατάσταση ήταν παρεμφερής. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαγόρευση διαδόσεως ενός διαφημιστικού μηνύματος για οινοπνευματώδη ποτά έχει ως συνέπεια ότι δυσχεραίνεται η πρόσβαση στην αγορά των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών περισσότερο απ’ ό,τι των εγχωρίων, με τα οποία ο καταναλωτής είναι αυτομάτως περισσότερο εξοικειωμένος.
70. Με την προσέγγιση που υιοθέτησε στις δύο αυτές τελευταίες υποθέσεις, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ποια είναι η λειτουργία της διαφημίσεως για τις οικονομικές συναλλαγές και γενικότερα για την ένταξη στην αγορά. Από την οπτική γωνία της εσωτερικής αγοράς, η λειτουργία αυτή ουδόλως περιορίζεται στην παροχή πληροφοριών στον καταναλωτή και στην απόκτησή του ως πελάτη. Συγχρόνως, αποτελεί για τους παραγωγούς των κρατών μελών ένα μέσο διεισδύσεως σε άλλες αγορές, παρουσιάσεως στους καταναλωτές προϊόντων τα οποία τους ήσαν ίσως άγνωστα ή, σε μια άλλη περίπτωση, προσφοράς προς αυτούς εναλλακτικών λύσεων για προϊόντα με τα οποία είναι εξοικειωμένοι. Η διαφήμιση μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της διαφάνειας της αγοράς, στην τόνωση της λειτουργίας της και στην αποφυγή της ακαμψίας της. Μια γενική απαγόρευση της διαφημίσεως, απαγόρευση της διαφημίσεως ορισμένων προϊόντων ή απαγόρευση διαφημίσεως η οποία αφορά τα διακριτικά γνωρίσματα ενός προϊόντος έχουν κατ’ ανάγκη όλες, ως εκ της φύσεώς τους, συνέπειες για την εμπορία των προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενό τους. Συνεπώς, δεν μπορεί να λεχθεί ότι τέτοιες κανονιστικές ρυθμίσεις είναι κατά μείζονα λόγο ουδέτερες όσον αφορά το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο (38) .
71. Η αντίθεση μεταξύ των δύο ομάδων αποφάσεων καθιστά εμφανές πώς πρέπει να νοηθεί η εισαχθείσα με την απόφαση Keck και Mithouard περαιτέρω οριοθέτηση της εννοίας του μέτρου αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών μέσω της εννοίας των μορφών πωλήσεως. Εφόσον μια ορισμένη μορφή διαφημίσεως αποτελεί όντως το μοναδικό αποτελεσματικό μέσο για τη διείσδυση σε ορισμένη αγορά ή οσάκις στην εθνική αγορά υπάρχουν παγιωμένα σχήματα καταναλώσεως, η απαγόρευση της διαφημίσεως θα δυσχεραίνει πάντοτε την πρόσβαση στην αγορά των προϊόντων από άλλα κράτη μέλη σε πολύ μεγάλο βαθμό. Τούτο ισχύει κατά την κρίση μου και ως προς την απαγόρευση της διαφημίσεως νέων προϊόντων τα οποία νομίμως παράγονται και τίθενται σε κυκλοφορία εντός άλλων κρατών μελών. Για τα προϊόντα αυτά, το να αποκτήσουν φήμη είναι ουσιώδες για την κατάκτηση μιας θέσεως στην αγορά. Το γεγονός ότι μια τέτοια απαγόρευση δυσχεραίνει εξίσου την είσοδο στην αγορά των παρεμφερών νέων προϊόντων τα οποία παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός του οικείου κράτους μέλους δεν ασκεί επιρροή. Καθοριστικό είναι ότι εμποδίζεται η πρόσβαση στην αγορά του προϊόντος που προέρχεται από άλλο κράτος μέλος. Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να γίνεται διεξοδικός έλεγχος από πλευράς των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
72. Συναφώς, θα ήθελα να προσθέσω ότι ο χαρακτηρισμός μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως ως διέπουσας μορφές πωλήσεως έχει ως συνέπεια ότι η ρύθμιση αυτή τοποθετείται εκτός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ και, ως εκ τούτου, εκτός της σφαίρας του δικαστικού ελέγχου βάσει του κοινοτικού δικαίου. Για τον λόγο αυτό, ο χαρακτηρισμός ως ρυθμίσεως διέπουσας μορφές πωλήσεως πρέπει να επιφυλάσσεται στις κανονιστικές ρυθμίσεις που αφορούν τις γενικές συνθήκες διεξαγωγής του εμπορίου, οι οποίες περιορίζουν την ελευθερία των επιχειρηματιών κατά την άσκηση της δραστηριότητάς τους (39) . Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν έχει εφαρμογή επί κανονιστικών ρυθμίσεων οι οποίες αφορούν τα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή οι οποίες περιορίζουν την εμπορία προϊόντων με ορισμένα χαρακτηριστικά.
73. Εν ολίγοις, στον τομέα της διαφημίσεως, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ κανονιστικών ρυθμίσεων οι οποίες περιέχουν απόλυτες απαγορεύσεις, όπως αυτές διευκρινίζονται στο σημείο 70, και κανονιστικών ρυθμίσεων οι οποίες διέπουν τους υπό στενή έννοια μορφές των διαφημιστικών μηνυμάτων. Ως τέτοια ρύθμιση διέπουσα μορφή διαφημίσεως μπορεί επί παραδείγματι να θεωρηθεί η απαγόρευση της διαφημίσεως που ασχημαίνει το τοπίο, η απαγόρευση της διαφημίσεως σε δημόσια κτίρια ή η απαγόρευση της διαφημίσεως για συγκεκριμένα προϊόντα ή συγκεκριμένα γεγονότα. Είναι σαφές ότι αυτές οι κανονιστικές ρυθμίσεις, οι οποίες δεν απαγορεύουν απολύτως και εν γένει τη διαφήμιση στο πλαίσιο της εμπορίας προϊόντων, αλλά μόνον την εξαρτούν από όρους για συγκεκριμένους λόγους, δεν εμποδίζουν την πρόσβαση στην αγορά και την εμπορία με άλλους τρόπους. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν σκοπούν στον περιορισμό της προσβάσεως στην αγορά και έχουν λιγότερο στενή σχέση με την καθαυτό εμπορία.
74. Οι σκέψεις αυτές με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μια απόλυτη απαγόρευση της αναφοράς, στο πλαίσιο της διαφημίσεως, στο αδυνάτισμα και της αναφοράς, στο πλαίσιο της διαφημίσεως, σε ιατρικές συστάσεις και βεβαιώσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διέπουσα μορφές πωλήσεως, υπό την έννοια της αποφάσεως Keck και Mithouard, και πρέπει να ελέγχεται διεξοδικά από πλευράς των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
75. Δεδομένου ότι, στο σημείο 64 διαπίστωσα ότι μια τέτοια απαγόρευση μπορεί να έχει πραγματικό αποτέλεσμα επί των εισαγωγών εμπορευμάτων ικανών να συντελέσουν στο αδυνάτισμα, πρέπει να εξετασθεί αν η απαγόρευση μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει γενικού συμφέροντος αναγνωριζόμενου από το άρθρο 30 ΕΚ ή από τη νομολογία. Στη συνέχεια πρέπει, σύμφωνα με παγία νομολογία του Δικαστηρίου, να αποδειχθεί ότι το μέτρο αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ότι είναι κατάλληλο προς τούτο και ότι δεν κωλύει το εμπόριο πέραν του αναγκαίου μέτρου.
76. Η επίδικη κανονιστική ρύθμιση έχει εφαρμογή επί των επιμάχων διαφημιστικών μηνυμάτων ανεξαρτήτως της προελεύσεως των προϊόντων τα οποία αφορούν. Τούτο συνεπάγεται ότι, εκτός από το συμφέρον της προστασίας της δημόσιας υγείας το οποίο ανέφερε το αιτούν δικαστήριο, μπορεί να χρησιμεύσει ως δικαιολογητικός λόγος και το συμφέρον της προστασίας του καταναλωτή.
77. Λαμβανομένων υπόψη των παρανοήσεων που μπορούν να ανακύψουν όσον αφορά προϊόντα τα οποία παρουσιάζονται ως προϊόντα αδυνατίσματος καθώς και των κινδύνων για την υγεία που μπορούν να ανακύψουν λόγω της μη συνετής χρήσεως τέτοιων προϊόντων, είναι σαφώς δικαιολογημένο το να μπορεί ένα κράτος μέλος να θεσπίζει διατάξεις όσον αφορά τον τρόπο διαθέσεως στο εμπόριο των προϊόντων αυτών, περιλαμβανομένης της διαφημίσεώς τους.
78. Οι διατάξεις αυτές πρέπει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις περί αναγκαιότητας, καταλληλότητας και αναλογικότητας. Όπως διαπιστώθηκε προηγουμένως όσον αφορά τις εθνικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή στην επισήμανση, το συμφέρον του καταναλωτή, τόσο το οικονομικό όσο και το σχετικό με την υγεία του, έγκειται στην ακριβή του ενημέρωση ως προς τις ιδιότητες του προϊόντος το οποίο σκέπτεται να αγοράσει. Οι ενδείξεις στην ετικέτα και στα διαφημιστικά μηνύματα έχουν παρεμφερή λειτουργία εφόσον πρόκειται για την πληροφόρηση του καταναλωτή. Διαφέρουν όμως υπό την έννοια ότι η διαφήμιση μπορεί να προσελκύσει την προσοχή του καταναλωτή σε προϊόντα τα οποία αυτός δεν θα γνώριζε διαφορετικά. Ενώ τα διαφημιστικά μηνύματα κατά κανόνα εμφανίζονται ανεξάρτητα από το οικείο προϊόν, στην περίπτωση της επισημάνσεως οι πληροφορίες τίθενται εξ ορισμού επί του προϊόντος καθαυτό.
79. Αυτή η διαφορά ωστόσο δεν οδηγεί σε διαφορετική εκτίμηση των εθνικών διατάξεων αναλόγως του αν έχουν εφαρμογή στην επισήμανση ή στη διαφήμιση. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το συμφέρον του καταναλωτή έγκειται στη μη παραπλάνησή του. Εφόσον οι οικείες πληροφορίες είναι ορθές, πρέπει να λαμβάνεται ως αφετηρία ότι ο μέσος καταναλωτής, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (40) , θα είναι σε θέση να διαμορφώσει κρίση ως προς τα προϊόντα που εγκωμιάζει η διαφήμιση, χωρίς τούτο να θίγει τα οικονομικά ή τα σχετικά με την υγεία συμφέροντά του. Μια απόλυτη απαγόρευση της παροχής των εν λόγω πληροφοριών βαίνει λοιπόν πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων αυτών. Έτι περαιτέρω, δια της μη παροχής πληροφοριών σχετικών με τις ικανότητες ενός προϊόντος να συντελεί στο αδυνάτισμα, είναι δυνατόν να παραβλάπτονται τα συμφέροντα αυτά.
80. Καταλήγω συνεπώς στο συμπέρασμα ότι η περιεχόμενη σε εθνική κανονιστική ρύθμιση απαγόρευση, στο πλαίσιο της διαφημίσεως, αναφοράς στο αδυνάτισμα και αναφοράς σε ιατρικές συστάσεις, βεβαιώσεις, παραθέσεις απόψεων ιατρών και ιατρικές συμβουλές ή σε δηλώσεις εγκρίσεως αντιβαίνει στα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
81. Τέλος, πρέπει να εξετασθούν οι συνέπειες της διαπιστώσεως αυτής επί της υπό κρίση κανονιστικής ρυθμίσεως. Όπως έχει πλειστάκις αποφανθεί το Δικαστήριο, μια κανονιστική ρύθμιση η οποία αντιβαίνει στα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη καθόσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα (41) . Ειδικά όσον αφορά τη διαφήμιση, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση SARPP ότι, οσάκις η εθνική κανονιστική ρύθμιση περί διαφημίσεως αντιβαίνει στα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, η εφαρμογή της απαγορεύεται μόνον όσον αφορά τα εισαγόμενα, αλλά όχι όσον αφορά τα εγχώρια προϊόντα (42) . Έχω ήδη επισημάνει τη στενή σχέση μεταξύ επισημάνσεως και διαφημίσεως και το γεγονός ότι η οδηγία 2000/13 προέβλεψε ότι ορισμένοι κανόνες έχουν εφαρμογή επί της διαφημίσεως προκειμένου να αποφευχθεί η ενδεχόμενη καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν την επισήμανση μέσω διαφημιστικών μηνυμάτων. Δεδομένου ότι κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η απαγόρευση των επιμάχων ενδείξεων επί της επισημάνσεως των τροφίμων δεν συμβιβάζεται με την οδηγία περί επισημάνσεως, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να καθορίσει κατά πόσον η επίδικη κανονιστική ρύθμιση μπορεί να έχει εφαρμογή επί των διαφημιστικών μηνυμάτων στα οποία χρησιμοποιούνται πανομοιότυπες ενδείξεις ως προς εγχώρια προϊόντα.
VIII – Πρόταση
82. Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα υποβληθέντα από τον Πρόεδρο του Rechtbank van Koophandel te Hasselt ερωτήματα τις ακόλουθες απαντήσεις:
1) Το άρθρο 2 της οδηγίας 1999/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Φεβρουαρίου 1999, για τα εκχυλίσματα καφέ και τα εκχυλίσματα κιχωρίου, έχει την έννοια ότι μόνο για τα απαριθμούμενα στο παράρτημα της οδηγίας αυτής προϊόντα μπορούν να χρησιμοποιούνται οι απαριθμούμενες στο παράρτημα αυτό ονομασίες πωλήσεως και επομένως είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και άλλες ονομασίες μαζί με τις εν λόγω για τα προϊόντα αυτά (π.χ. επινοηθείσα ή εμπορική ονομασία), υπό την προϋπόθεση δεν μπορεί να υπάρξει σύγχυση μεταξύ των ονομασιών αυτών και της προβλεπομένης ονομασίας πωλήσεως.
2) Το άρθρο 18 της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων, έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων περί επισημάνσεως των τροφίμων οι οποίες απαγορεύουν ορισμένες ενδείξεις, όπως είναι οι «αναφορές στο αδυνάτισμα» και οι «αναφορές σε ιατρικές συστάσεις, βεβαιώσεις, παραθέσεις απόψεων ιατρών και ιατρικές συμβουλές ή σε δηλώσεις εγκρίσεως», στην επισήμανση και/ή παρουσίαση και/ή διαφήμιση των τροφίμων.
3) Τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ απαγορεύουν την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων περί διαφημίσεως των τροφίμων οι οποίες απαγορεύουν ορισμένες ενδείξεις, όπως είναι οι ‘αναφορές στο αδυνάτισμα’ και οι ‘αναφορές σε ιατρικές συστάσεις, βεβαιώσεις, παραθέσεις απόψεων ιατρών και ιατρικές συμβουλές ή σε δηλώσεις εγκρίσεως’ στην επισήμανση και/ή παρουσίαση και/ή διαφήμιση των τροφίμων, όσον αφορά τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη τρόφιμα. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται, λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση μεταξύ των κανόνων περί επισημάνσεως και των κανόνων περί εμπορίας, να καθορίσει κατά πόσον οι κανόνες περί διαφημίσεως μπορούν να έχουν εφαρμογή επί των αντιστοίχων ενδείξεων που αφορούν εγχώρια προϊόντα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
2 – ΕΕ L 66, σ. 26.
3 – ΕΕ L 109, σ. 29.
4 – Οδηγία 89/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1989, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (ΕΕ L 186, σ. 27).
5 – Οδηγία 96/8/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1996, σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε δίαιτες μειωμένων θερμίδων για απώλεια βάρους (ΕΕ L 55, σ. 22).
6 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C‑415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. I‑4921, σκέψεις 59 έως 61, της 13ης Ιουλίου 2000, C‑36/99, Idéal tourisme, Συλλογή 2000, σ. I‑6049, της 13ης Μαρτίου 2001, C‑379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. I‑2099, σκέψεις 38 και 39, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑137/00, Milch Marke (Συλλογή 2003, σ. Ι‑7975, σ. 37).
7 – Αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑355/97, Beck και Bergdorf (Συλλογή 1999, σ. I‑4977, σκέψεις 22 έως 24) και της 15ης Μαΐου 2003, C‑300/01, Salzmann (Συλλογή 2003, σ. Ι‑4899, σκέψη 31).
8 – Η Βελγική Κυβέρνηση και το Συμβούλιο άφησαν αναπάντητο το ερώτημα αυτό, δεδομένου ότι φρονούν ότι το επίμαχο προϊόν δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
9 – Το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2000/13 ορίζει την έννοια της «επισημάνσεως» ως εξής: οι μνείες, ενδείξεις, εμπορικά ή βιομηχανικά σήματα, εικόνες ή σύμβολα που αναφέρονται σ' ένα τρόφιμο και φέρονται σε κάθε συσκευασία, έγγραφο, πινακίδα, ετικέττα, δακτύλιο ή περιλαίμια που συνοδεύουν ή αναφέρονται στο τρόφιμο αυτό. Η έννοια της «διαφημίσεως» δεν ορίζεται στην οδηγία αυτήν.
10 – Βλ. συναφώς την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1990, C‑241/89, SARPP (Συλλογή 1990, σ. Ι‑4695, σκέψεις 15 και 16).
11 – Βλ., συναφώς, τις προτάσεις μου επί των υποθέσεων στις οποίες εκδόθηκαν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 23ης Ιανουαρίου 2003, C‑221/00, Επιτροπή κατά Αυστρίας, και C‑421/00, C‑426/00 και C‑16/01, Sterbenz και Haug (Συλλογή 2003, σ. Ι‑1007, σκέψη 39).
12 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 15.
13 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11.
14 – Σκέψεις 24 και 31 της αποφάσεως, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 11.
15 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Αυστρίας, σκέψεις 35 και 37, και Sterbenz και Haug, σκέψεις 28 και 30 (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 11). Για μια περαιτέρω ανάπτυξη επί της διαφοράς μεταξύ των ενδείξεων που αφορούν την ασθένεια, αφενός, και των ενδείξεων που αφορούν την υγεία, αφετέρου, βλ. τις προτάσεις μου επί των υποθέσεων στις οποίες εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές, σημεία 53 και 54.
16 – Απόφαση SARPP, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 14, και απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 38.
17 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1994, C‑315/92, Verband Sozialer Wettbeverb (Συλλογή 1994, σ. Ι‑315, σκέψη 12), όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 76/768 περί των καλλυντικών προϊόντων (ΕΕ L 262, σ. 169):
18 – Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 47. Βλ. επίσης απόφαση της 13ης Μαρτίου 2003, C‑229/01, Müller (Συλλογή 2003, σ. Ι‑2587, σκέψεις 31 έως 34).
19 – Βλ. αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1998, C‑210/96, Gut Springenheide και Tusky (Συλλογή 1998, σ. Ι‑4657, σκέψη 31), και της 13ης Ιανουαρίου 2000 C‑220/98, Estée Lauder (Συλλογή 2000, σ. Ι‑117, σκέψη 27).
20 – Βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1999, C‑77/97, Unilever (Συλλογή 1999, σ. Ι‑431, σκέψη 33).
21 – Unilever, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψη 35.
22 – Βλ. σημείο 14 του προοιμίου.
23 – Απόφαση της 7ης Μαΐου 1997, C‑321/94 έως C‑324/94, Pistre κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι‑2343, σκέψεις 44 και 45).
24 – Αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1998, C‑184/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1998, σ. Ι‑6197, σκέψη 17), και της 5ης Δεκεμβρίου 2000 C‑448/98, Guimont (Συλλογή 2000, σ. Ι‑10663, σκέψεις 19 έως και 22).
25 – Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980, 152/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 509, σκέψη 11). Η εκτίμηση αυτή επαναλαμβάνεται στις αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 286/81, Oosthoek (Συλλογή 1982, σ. 4575, σκέψη 15), της 7ης Μαρτίου 1990, C‑362/88, GB-INNO-BM (Συλλογή 1990, σ Ι‑667, σκέψη 7), και της 25ης Ιουλίου 1991, C‑1/90 και C‑176/90, Aragonesa de Publicidad Exterior (Συλλογή 1991, σ. Ι‑4151, σκέψη 10).
26 – Απόφαση GB-INNO-BM, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25.
27 – Απόφαση Aragonesa de Publicidad Exterior, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25.
28 – Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993, C‑267/91 και C‑268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1993, σ. Ι‑6097).
29 – Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974 σ. 411, σκέψη 5).
30 – Σκέψη 16 της αποφάσεως Keck και Mithouard, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 28.
31 – Σκέψη 17 της αποφάσεως.
32 – Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C‑292/92, Hünermund (Συλλογή 1992, σ. Ι‑6787, σκέψη 19).
33 – Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1995, C‑412/93 Leclerc-Siplec (Συλλογή 1995, σ. Ι‑179, σκέψη 22).
34 – Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1997, C‑34/95, C‑35/95 και C‑36/95, De Agostini και TV-Shop (Συλλογή 1997, σ. Ι‑3843).
35 – Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001, C‑405/98, Gourmet (Συλλογή 2001, σ. Ι‑1795).
36 – Αποφάσεις De Agostini και TV-Shop, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 42, και Gourmet, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 19.
37 – Βλ. σκέψη 43 της αποφάσεως, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 34.
38 – Βλ., συναφώς, τα όσα παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας F. G. Jacobs με τις προτάσεις του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1995, Leclerc-Siplec, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σημεία 20 και 21 των προτάσεων.
39 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1995, C‑391/92, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1995, σ. Ι‑1621, σκέψη 15).
40 – Βλ. την παρατιθέμενη στη σκέψη 19 νομολογία.
41 – Αποφάσεις SARPP, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 16, και Guimont, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 35.
42 – Απόφαση SARPP, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 16.
Full & Egal Universal Law Academy