ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 1ης Ιουλίου 2004 (1)
Υπόθεση C-247/02
Sintesi SpA
κατά
Autorità per la Vigilanza sui Lavori Pubblici
[αίτηση του Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37/EΟΚ – Δημόσια έργα – Κριτήριο αναθέσεως –Δικαίωμα της δημοσίας αναθέτουσας αρχής να επιλέγει μεταξύ του κριτηρίου της χαμηλότερης τιμής και του κριτηρίου της οικονομικώς συμφερότερης προσφοράς – Εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει για ανοικτές και κλειστές διαδικασίες μόνο το κριτήριο της χαμηλότερης τιμής»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα διαδικασία αφορά το ζήτημα αν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να ορίζουν στο πλαίσιο της διαδικασίας συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων ότι οι αναθέτουσες αρχές πρέπει να προβαίνουν στην ανάθεση μόνο σύμφωνα με το κριτήριο της χαμηλότερης τιμής.
II – Νομικό πλαίσιο
A – Κοινοτικό δίκαιο
2. Οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ανευρίσκονται στην οδηγία 93/37/EΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (2).
3. H οδηγία 93/37 ισχύει μεν καταρχάς για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, πλην όμως περιέχει στο άρθρο 3 αυτής και διατάξεις για τη σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεως δημοσίων έργων. Περαιτέρω, το άρθρο 3 περιέχει διατάξεις που αφορούν την σύναψη συμβάσεων από τον ανάδοχο παραχωρήσεως.
4. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/37 ρυθμίζει την περίπτωση κατά την οποία ανάδοχος παραχωρήσεως είναι μία από τις αναθέτουσες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 στοιχείο β΄. Εν προκειμένω «υποχρεούται, προκειμένου για έργα που θα εκτελεσθούν από τρίτους, να τηρήσει τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας».
5. Το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 93/37 αφορά τη σύναψη συμβάσεων από αναδόχους συμβάσεως παραχωρήσεως δημοσίων έργων που δεν είναι οι ίδιοι αναθέτουσες αρχές. Συναφώς, προβλέπονται τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι ανάδοχοι συμβάσεως παραχωρήσεως δημοσίων έργων που δεν είναι αναθέτουσες αρχές να εφαρμόζουν τους κανόνες δημοσιότητας που ορίζονται στο άρθρο 11 παράγραφοι 4, 6, 7 και 9 έως 13 και στο άρθρο 16, κατά τη σύναψη των συμβάσεων έργων με τρίτους, όταν η αξία αυτών των συμβάσεων ανέρχεται σε ποσό ίσο ή μεγαλύτερο των 5 000 000 ECU. [...]»
6. Η βασική ρύθμιση για τα κριτήρια αναθέσεως του έργου ανευρίσκεται στο άρθρο 30 της οδηγίας 93/37. Η παράγραφος 1 αυτού του άρθρου έχει ως εξής:
«1. Τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτουσες αρχές αναθέτουν τα δημόσια έργα είναι τα ακόλουθα:
α) είτε αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή·
β) είτε, αν η ανάθεση γίνεται στον υποβάλλοντα την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη, προσφορά, διάφορα κριτήρια, ανάλογα με το αντικείμενο της οικείας συμβάσεως: π.χ. η τιμή, η προθεσμία εκτελέσεως, τα έξοδα λειτουργίας, η αποδοτικότητα, η τεχνική αξία.»
Β – Εθνικό δίκαιο
7. Το άρθρο 21 του νόμου πλαίσιο για δημόσια έργα 109 της 11ης Φεβρουαρίου 1994 (στο εξής: νόμος πλαίσιο) ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια αναθέσεως. Το άρθρο 21, παράγραφος 1, ως έχει κατά την εφαρμογή του στο πλαίσιο της κύριας δίκης, προβλέπει ότι η σύναψη συμβάσεων στο πλαίσιο ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας (ή στην περίπτωση συνάψεως υπό περιορισμούς) πρέπει να πραγματοποιείται βάσει του κριτηρίου της χαμηλότερης προσφοράς.
III – Τα περιστατικά, η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8. Ο Δήμος της Brescia ενέκρινε με απόφασή του του Δεκεμβρίου 1989/Ιανουαρίου 1990 ένα σχέδιο κατασκευής υπογείου χώρου σταθμεύσεως οχημάτων στην τοποθεσία Fossa Bagni, καθώς και τη σχετική προκήρυξη για την κατασκευή και τη διαχείριση ενός χώρου σταθμεύσεως και το προσχέδιο της πράξεως παραχωρήσεως. Στη συνέχεια, τον Φεβρουάριο του 1991, ο Δήμος της Brescia ανέθεσε στην εταιρία Sintesi (στο εξής: Sintesi) την κατασκευή και τη διαχείριση του εν λόγω χώρου σταθμεύσεως οχημάτων.
9. Το οριστικό κείμενο της συμβάσεως μεταξύ του Δήμου Brescia και της Sintesi προέβλεπε την υποχρέωση της εν λόγω εταιρίας να εκτελέσει τις εργασίες κατόπιν προκηρύξεως ευρωπαϊκού διαγωνισμού με κλειστή διαδικασία, σύμφωνα με την ισχύουσα για τα δημόσια έργα νομοθεσία.
10. Η Sintesi, με προκήρυξη που δημοσιεύθηκε στις 22 Απριλίου1999, κίνησε τη διαδικασία του διαγωνισμού με βάση το κριτήριο της οικονομικά συμφερότερης προσφοράς. Η εκτίμηση των προσφορών θα βασιζόταν στα στοιχεία της τιμής, της τεχνικής αξίας και του αναγκαίου για την ολοκλήρωση του έργου χρόνου.
11. Κατόπιν της φάσεως της προεπιλογής, η Sintesi διαβίβασε στις προεπιλεγείσες επιχειρήσεις την έγγραφη πρόσκληση, στην οποία επισυνήψε όλα τα σχετικά με τον διαγωνισμό έγγραφα. Στην ομοίως προσκληθείσα για υποβολή προσφοράς εταιρία Ingg. Provera e Carrassi SpA (στο εξής: Provera) χορηγήθηκε, κατόπιν αιτήσεώς της, παράταση της προθεσμίας για την υποβολή προσφορών. Στη συνέχεια, εντούτοις, η Provera ανακοίνωσε ότι δεν επρόκειτο να μετάσχει στον διαγωνισμό, ο οποίος, κατ’ αυτήν, ήταν παράνομος. Η Provera, πάντως, δεν άσκησε καμία ένδικη προσφυγή κατά των μεταγενέστερων πράξεων του διαγωνισμού.
12. Τον Μάιο του 2000, κατόπιν επιλογής της οικονομικά συμφερότερης προσφοράς, πραγματοποιήθηκε η ανάθεση του έργου. Η Autorità per la Vigilanza sui Lavori Pubblici εξέδωσε τον Δεκέμβριο του 2000 αντίθετη απόφαση με την αιτιολογία ότι, κατά τον νόμο πλαίσιο, η ανάθεση επιτρέπεται να γίνει μόνο βάσει του κριτηρίου της χαμηλότερης τιμής και ότι το κριτήριο της οικονομικώς συμφερότερης προσφοράς μπορεί να εφαρμόζεται αποκλειστικώς σε διαγωνισμούς για τη σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεως κατασκευής και διαχειρίσεως δημοσίων έργων.
13. Η Sintesi προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia λόγω, μεταξύ άλλων, παραβάσεως του άρθρου 3, καθώς και του άρθρου 7 επ. του νόμου 241 της 7ης Αυγούστου 1990, καθώς και παραβάσεως νόμου ως εκ της μη εφαρμογής του άρθρου 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37.
14. Κατά την αντίληψη του Tribunale, καθοριστική σημασία έχει μόνον ο λόγος ακυρώσεως που αφορά το άρθρο 30 της οδηγίας 93/37, όπου πρέπει να προσδιορίζεται η παρεχόμενη στην αναθέτουσα αρχή ευχέρεια εκτιμήσεως. Μη εφαρμογή του εθνικού δικαίου δικαιολογείται μόνον υπό το φως του άρθρου 81 ΕΚ. Οι αναθέτουσες αρχές είναι ελεύθερες να προβαίνουν στην ανάθεση βάσει του ενός ή του άλλου κριτηρίου. Η αρχή του ανταγωνισμού ασκεί επίδραση κατά την επιλογή του είδους της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως, όχι όμως κατά την επιλογή του κριτηρίου αναθέσεως.
15. Επομένως, το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1) Αποτελεί το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37 της 14ης Ιουνίου 1993, το οποίο επιτρέπει στις αναθέτουσες αρχές να επιλέξουν ελεύθερα το κριτήριο αναθέσεως της κατασκευής του έργου μεταξύ της χαμηλότερης τιμής και της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, συνεπή εφαρμογή της αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού, η οποία κατοχυρώνεται με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81 EK), και επιβάλλει η κάθε προσφορά που υποβάλλεται σε διαγωνισμό προκηρυσσόμενο εντός της ενιαίας αγοράς να εκτιμάται κατά τρόπον ώστε να μην παρεμποδίζεται, να μην περιορίζεται και να μη νοθεύεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των προσφορών;
2) Αντίκειται, επομένως, το άρθρο 30 της οδηγίας 93/37 της 14ης Ιουνίου 1993, στο άρθρο 21 του νόμου 109/1994, το οποίο απαγορεύει στις αναθέτουσες αρχές, κατά την ανάθεση της κατασκευής δημοσίου έργου με ανοικτή ή κλειστή διαδικασία, να επιλέγουν το κριτήριο της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς και γενικά τους επιβάλλει να χρησιμοποιούν μόνον αυτό της χαμηλότερης τιμής;»
IV – Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
16. Καταρχάς, πρέπει να αναλυθεί το επιχείρημα ότι δεν αποδίδονται ορθώς ούτε οι νομικές διατάξεις ούτε τα πραγματικά περιστατικά και ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι καθαρώς θεωρητικά. Συναφώς, πρέπει να αναφερθούν οι διαμορφωθείσες από το Δικαστήριο αρχές του παραδεκτού αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
17. Το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων εξαρτάται, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, κυρίως από το αν το εθνικό δικαστήριο καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή τουλάχιστον εξηγεί τις πραγματικές υποθέσεις στις οποίες βασίζονται τα ερωτήματα αυτά (3).
18. Μολονότι η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν περιέχει εξαντλητική περιγραφή της καταστάσεως από νομική και πραγματική άποψη, τα στοιχεία που παρέχει εν τούτοις το αιτούν δικαστήριο εκτίθενται τόσον επαρκώς και τα ερωτήματα αφορούν συγκεκριμένα τεχνικά σημεία, ώστε να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να δώσει μια χρήσιμη απάντηση. Αυτό όμως αρκεί κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (4).
19. Ένα περαιτέρω κριτήριο για το παραδεκτό προδικαστικών ερωτημάτων αποτελεί η προϋπόθεση ότι τα στοιχεία που περιέχονται στις περί παραπομπής αποφάσεις δεν χρησιμεύουν απλώς στο να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις , αλλά και στο να παρέχουν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών μελών , καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερομένους διαδίκους, να καταθέτουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Πράγματι, στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως μόνον οι περί παραπομπής αποφάσεις κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους διαδίκους (5).
20. Ο αριθμός και το περιεχόμενο των γραπτών παρατηρήσεων που περιήλθαν στο δικαστήριο δείχνουν ότι και αυτή η προϋπόθεση τηρήθηκε.
21. Τέλος, η διάταξη περί παραπομπής πληροί και την προϋπόθεση ότι το αιτούν δικαστήριο αναλύει τους ακριβείς λόγους για τους οποίους διερωτάται ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και κρίνει αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων προς το Δικαστήριο (6).
22. Στη συνέχεια, πρέπει να δοθεί απάντηση στο διατυπωθέν από αρκετούς μετέχοντες της διαδικασίας επιχείρημα ότι το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία του εθνικού δικαίου και το συμβατό του προς το άρθρο 30 της οδηγίας 93/37.
23. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι στο σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής θίγεται το ζήτημα του συμβατού του «άρθρου 21, παράγραφος 1, του νόμου 109 [της 11ης Φεβρουαρίου 1994] προς το άρθρο 81 επ. ΕΚ», ενώ, αντιθέτως, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το αν επιτρέπεται η διάταξη αυτή υπό το φως του άρθρου 30 της οδηγίας.
24. Επομένως, με αφετηρία την αρχή ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να ελέγχει το συμβατό διατάξεων εθνικού δικαίου, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο, καθόσον αφορά το συμβατό εθνικών διατάξεων προς το κοινοτικό δίκαιο. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι εντούτοις παραδεκτό, καθόσον αφορά την ερμηνεία κοινοτικού δικαίου, και δη του άρθρου 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37. Κατά συνέπεια, θεωρούμενο με τη διαφορετική αυτή προσέγγιση, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό, οπότε δεν είναι αναγκαία ρητή αναδιατύπωσή του.
V – Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
25. Προκειμένου να παρασχεθούν χρήσιμα στοιχεία στο αιτούν δικαστήριο, φαίνεται ενδεδειγμένη η από κοινού εξέταση αμφοτέρων των προδικαστικών ερωτημάτων.
26. Δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε ειδικά με το άρθρο 81 ΕΚ, το οποίο μνημονεύεται στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, καθόσον στην παρούσα διαδικασία πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι εφαρμοστέο είναι το άρθρο 30 της οδηγίας 93/37 και όχι το άρθρο 81 ΕΚ. Βεβαίως, είναι απολύτως δυνατό να υπάρξουν συγκυρίες, όπου στις περιπτώσεις συνάψεως συμβάσεων είναι επίσης εφαρμοστέες διατάξεις του δικαίου που διέπει συμπράξεις επιχειρήσεων, πλην όμως ούτε από το ίδιο το προδικαστικό ερώτημα ούτε από τα εν γένει εκτιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι στην κύρια δίκη πρόκειται για την αυτοτελή εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ. Ανεξαρτήτως διαδικαστικών λόγων, αποκλείεται από λόγους αναγόμενους στο ουσιαστικό δίκαιο η δυνατότητα εκτιμήσεως της νομοθετικής δράσεως των κρατών μελών ως προς το συμβατό της προς το άρθρο 81 ΕΚ, διότι η διάταξη αυτή έχει ως αποδέκτες επιχειρήσεις.
27. Η παρούσα διαδικασία δεν αφορά ούτε το κύρος του άρθρου 30 της οδηγίας 93/37 και τον έλεγχό του με βάση το άρθρο 81 ΕΚ. Η διάταξη αυτή μπορεί το πολύ να ληφθεί υπόψη ως κριτήριο μιας σύμφωνης προς το πρωτογενές δίκαιο, δηλαδή μιας υπό το πρίσμα της αρχής του ανταγωνισμού, ερμηνείας του άρθρου 30 της οδηγίας.
Α – Οι αφορώσες τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων οδηγίες και η αρχή του ανταγωνισμού γενικώς
28. Από αρκετούς από τους μετέχοντες της διαδικασίας επισημάνθηκε ποικιλοτρόπως η σημασία του ανταγωνισμού για τις αφορώσες τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων οδηγίες. Συναφώς, πρέπει, όπως έπραξε και η Επιτροπή, να υπενθυμισθεί ότι η οδηγία 93/37 δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ.
29. Όσον αφορά τη σημασία της αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού ή της αρχής του ανταγωνισμού για τις αφορώσες τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων οδηγίες, πρέπει κατά τα λοιπά να αναλυθεί το νομικό τους έρεισμα. Οι τρεις κλασσικές οδηγίες για τις υπηρεσίες, τις προμήθειες και τα έργα στηρίζονται στο άρθρο 57, παράγραφος 2, και στο άρθρο 66 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 47, παράγραφος 2, ΕΚ και άρθρο 55 ΕΚ), στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ) ή και στις τρεις αυτές διατάξεις.
30. Τα νομικά αυτά ερείσματα συνδέονται με τις θεμελιώδεις ελευθερίες και αντιστοίχως με την κοινή αγορά, πλην όμως δεν σχετίζονται ρητώς με τον ανταγωνισμό.
31. Οι τρεις κλασικές αφορώσες τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων οδηγίες –και όχι μόνον αυτές– εμφανίζουν πάντως ένα άλλο σημείο αναφοράς με τον ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, στο αντίστοιχο προοίμιο (7) αναφέρεται ρητώς ως σκοπός η ανάπτυξη πραγματικού ανταγωνισμού στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων. Την εξασφάλιση ενός τέτοιου ανταγωνισμού ως σκοπού των οδηγιών επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με πολυάριθμες αποφάσεις (8).
32. Κατά πάγια νομολογία (9) [9], οι οδηγίες, όπως εν γένει το κοινοτικό δίκαιο (10) [10], θα πρέπει, πρώτον, να απαγορεύουν πρακτικές που συνεπάγονται περιορισμό του ανταγωνισμού και, δεύτερον, να ανοίγουν την οικεία αγορά εφοδιασμού στον ανταγωνισμό, δηλαδή να εξασφαλίζουν την ελεύθερη πρόσβαση επιχειρήσεων ιδίως από άλλα κράτη μέλη.
33. Επομένως, η αρχή του ανταγωνισμού αποτελεί μια από τις βασικές αρχές του κοινοτικού δικαίου των συμβάσεων δημοσίων έργων.
34. Επιτελεί διάφορους προστατευτικούς σκοπούς. Πρώτον, η αρχή του ανταγωνισμού έχει προ οφθαλμών τις σχέσεις των επιχειρήσεων, δηλαδή των υποψηφίων ή προσφερόντων, μεταξύ τους. Μεταξύ αυτών πρέπει να υφίσταται παράλληλος ανταγωνισμός ως προς την επιθυμία εφοδιασμού.
35. Δεύτερον, η αρχή του ανταγωνισμού αφορά τη σχέση μεταξύ των αναθετουσών αρχών, που πρέπει να χαρακτηρισθούν ως επιχειρήσεις, και των επιχειρήσεων, ιδίως δε τη συμπεριφορά μιας αναθέτουσας αρχής που κατέχει δεσπόζουσα θέση έναντι των επιχειρήσεων ή μιας επιχειρήσεως που κατέχει δεσπόζουσα θέση έναντι της αναθέτουσας αρχής και την εκτίμηση αυτής της συμπεριφοράς υπό το φώς του άρθρου 82 ΕΚ (11).
36. Τρίτον, η αρχή του ανταγωνισμού θα πρέπει να προστατεύει τον ανταγωνισμό ως θεσμό.
37. Η αρχή του ανταγωνισμού εμφαίνεται σε συγκεκριμένες διατάξεις των οδηγιών που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται κυρίως οι διατάξεις για τα επιτρεπτά είδη διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων και τη διεξαγωγή τους, ιδίως δε οι προθεσμίες που πρέπει να τηρούνται κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας καθώς και η απαγόρευση μεταγενέστερων διαπραγματεύσεων (12).
38. Στις συγκεκριμένες εκφάνσεις της αρχής του ανταγωνισμού καταλέγονται περαιτέρω οι διατάξεις για την περιγραφή της παροχής, προ πάντων δε για τις τεχνικές προδιαγραφές, οι διατάξεις για την ικανότητα των επιχειρήσεων, καθώς και οι διατάξεις για τα κριτήρια αναθέσεως, για τα οποία πρόκειται στην παρούσα διαδικασία.
39. Για τη διασφάλιση του ανταγωνισμού απαιτείται ένα ελάχιστο διαφάνειας. Για τον σκοπό αυτόν, οι οδηγίες που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων προβλέπουν μια σειρά υποχρεώσεων δημοσιότητας. Επίσης, η υποχρέωση του αναθέτοντος φορέα για τον εκ των προτέρων καθορισμό των κριτηρίων καθώς και για την τήρησή τους εξυπηρετεί τους σκοπούς του ανταγωνισμού. Εξάλλου, προς διασφάλιση του ανταγωνισμού, είναι επίσης αναγκαίο σε ορισμένες περιπτώσεις να διαφυλάσσεται το απόρρητο ορισμένων πληροφοριών που αφορούν μια επιχείρηση έναντι άλλων επιχειρήσεων (13).
40. Τέλος, σημασία από απόψεως ανταγωνισμού έχει επίσης η συμμετοχή σε μια διαδικασία συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στις προκαταρκτικές ενέργειες για τη διαδικασία αυτή (14).
Β – Κριτήρια αναθέσεως και ανταγωνισμός
41. Όσον αφορά την από απόψεως ανταγωνισμού αποτελεσματικότητα των δύο κριτηρίων αναθέσεως, πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι τα δύο αυτά κριτήρια, που θεσπίζονται με το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37 όπως και με τις παράλληλες διατάξεις των άλλων οδηγιών που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, θα πρέπει να εξασφαλίζουν ένα γνήσιο ανταγωνισμό (15).
42. Η εκτίμηση της από απόψεως ανταγωνισμού αποτελεσματικότητας των δύο κριτηρίων αναθέσεως δεν μπορεί να είναι, ως εκ του ότι συνιστά εφαρμογή κοινοτικών διατάξεων σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αντικείμενο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
43. Η γενική εκτίμηση αν το κριτήριο της χαμηλότερης τιμής έχει γενικώς ευνοϊκότερες επιπτώσεις στον ανταγωνισμό απ’ ό,τι το κριτήριο της οικονομικώς συμφερότερης προσφοράς δεν μπορεί να είναι αντικείμενο νομικής έρευνας επί διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι το κριτήριο της οικονομικώς συμφερότερης προσφοράς επιτρέπει όχι μόνον τον ανταγωνισμό μέσω των τιμών, αλλά και ανταγωνισμό μέσω άλλων παραγόντων, δηλαδή ανταγωνισμό μέσω των όρων. Η εκτίμηση των επιπτώσεων συγκεκριμένου κριτηρίου στον ανταγωνισμό πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των συγκεκριμένων περιστάσεων και εναπόκειται επομένως στο εθνικό δικαστήριο.
44. Το εθνικό δικαστήριο πρέπει εν προκειμένω να λάβει υπόψη τα ακόλουθα: Αποφασιστική σημασία για τις επιπτώσεις στον ανταγωνισμό έχει προ πάντων το αν για όλες τις επιχειρήσεις ισχύουν τα ίδια αντικειμενικά κριτήρια (16). Συναφώς, ως προς το κριτήριο της οικονομικώς συμφερότερης προσφοράς, ουσιώδη σημασία έχει η συγκεκριμένη του διαμόρφωση στη δεδομένη διαδικασία συνάψεως συμβάσεως, δηλαδή οι επί μέρους παράγοντες για την αξιολόγηση της οικονομικώς συμφερότερης προσφοράς. Οι παράγοντες αυτοί, όπως ακριβώς τα κριτήρια αξιολογήσεως της ικανότητας των προσφερόντων, πρέπει πάντοτε να ελέγχονται βάσει του πρωτογενούς δικαίου. Είναι αυτονόητο ότι σ’ αυτό περιλαμβάνονται οι διατάξεις περί ανταγωνισμού.
45. Αλλά και η ερμηνεία των περί ανταγωνισμού διατάξεων του κοινοτικού δικαίου από το Δικαστήριο εξαρτάται από την πλήρωση ορισμένων προϋποθέσεων. Συγκεκριμένα, κατά «πάγια νομολογία, η ανάγκη μιας ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, η οποία θα είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο, επιβάλλει όπως αυτό καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή τουλάχιστον να εξηγεί τις πραγματικές υποθέσεις στις οποίες βασίζονται τα ερωτήματα αυτά. Οι απαιτήσεις αυτές ισχύουν ειδικότερα στον τομέα του ανταγωνισμού ο οποίος χαρακτηρίζεται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις» (17).
Γ – Εξουσία των κρατών μελών να προβλέπουν συγκεκριμένο κριτήριο αναθέσεως
46. Στο επίκεντρο της παρούσας διαδικασίας βρίσκεται το ζήτημα αν τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να προβλέπουν για ορισμένα είδη συμβάσεων έργων γενικώς το κριτήριο αναθέσεως της χαμηλότερης τιμής. Μια τέτοια εξουσία των κρατών μελών θα περιόριζε συγχρόνως την ελευθερία επιλογής των αναθετουσών αρχών τις οποίες αφορά ένας τέτοιος κανόνας.
47. Εδώ πρέπει να υπενθυμισθεί γενικώς ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν μεν στο πλαίσιο της μεταφοράς των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο κάποια ευχέρεια εκτιμήσεως, πλην όμως οφείλουν να τηρούν εν προκειμένω τα όρια που προκύπτουν από το κοινοτικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη δεσμεύονται επίσης από τα όρια αυτά, όταν θεσπίζουν μέτρα που εξυπηρετούν τους σκοπούς της Κοινότητας, όπως για παράδειγμα την μεγαλύτερη διαφάνεια στον τομέα του δικαίου της συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων και την αποτροπή καταχρήσεων από τις αναθέτουσες αρχές.
48. Επομένως, πρέπει καταρχάς να αναλυθεί το προβληθέν από αρκετούς που μετέχουν στη διαδικασία επιχείρημα ότι η ερμηνευτέα στην παρούσα διαδικασία νομική πράξη είναι οδηγία. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι από το γεγονός ότι οι οδηγίες που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, όπως και άλλες οδηγίες, απευθύνονται στα κράτη μέλη δεν μπορεί να συναχθεί ότι παρέχεται ως εκ τούτου στα κράτη μέλη η εξουσία να καθορίζουν ένα συγκεκριμένο κριτήριο αναθέσεως.
49. Επί πλέον, πρέπει να αναλυθεί το επιχείρημα ότι η οδηγία 93/37 δεν θεσπίζει ολοκληρωμένο σύστημα συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων. Κατά την άποψη αυτή, υπέρ της εξουσίας των κρατών μελών να θεσπίζουν το κριτήριο αναθέσεως συνηγορεί το ότι η οδηγία 93/37, όπως και οι άλλες οδηγίες που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, δεν δημιουργεί κανένα κλειστό σύστημα του δικαίου της συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων, αλλά σκοπεί απλώς και μόνο στον συντονισμό των διαδικασιών των κρατών μελών (18). Η διαπίστωση αυτή πρέπει βεβαίως να τύχει αποδοχής, πλην όμως δεν μπορεί ακόμη να συναχθεί από αυτό ότι η οδηγία 93/37 δεν περιλαμβάνει εντούτοις για ορισμένα τμήματα ή για ορισμένες πτυχές της διαδικασίας συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων ολοκληρωμένες ρυθμίσεις. Το επιχείρημα αυτό πρέπει αντιθέτως να θεωρηθεί ότι έχει σχετική αξία, καθόσον οι οδηγίες που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων εναρμονίζουν πλήρως ορισμένες πτυχές της διαδικασίας συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων.
50. Υπέρ του ότι επιτρέπεται αφηρημένως ο καθορισμός κριτηρίου από τα κράτη μέλη συνηγορεί αντιθέτως το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι –αν δεν ληφθούν υπόψη ορισμένες καθαρώς ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές συμπεριλαμβάνονται από την αφορώσα ειδικούς τομείς οδηγία– είναι γενικώς αναθέτουσες αρχές και επομένως πρέπει να θεωρηθούν ότι εντάσσονται στο εκάστοτε κράτος μέλος. Η τελευταία αυτή διαπίστωση προκύπτει από τον ορισμό της έννοιας «αναθέτουσα αρχή» και καθίσταται εναργής με την αναγνωριζόμενη στη νομολογία (19) δυνατότητα κολασμού των εκ μέρους των διαπραττόμενων νομικών παραβάσεων μέσω της διαδικασίας λόγω παραβάσεως κράτους μέλους κατά το άρθρο 226 ΕΚ.
51. Κατά κυριολεξία, επομένως, υπ’ αυτό το πρίσμα, ο καθορισμός κριτηρίου από τον αναθέτοντα φορέα είναι καθορισμός από το κράτος μέλος. Η διαφορά από τον καθορισμό κριτηρίου στην περίπτωση της κύριας δίκης έγκειται πάντως στο ότι ο καθορισμός αυτός πραγματοποιήθηκε με τον νόμο πλαίσιο, άρα κατά γενικό και αφηρημένο τρόπο, και επί άλλου επιπέδου, μάλιστα δε από τον νομοθέτη και όχι από την ίδια την αναθέτουσα αρχή.
52. Κατά την απάντηση στο βασικό ερώτημα αν τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να καθορίζουν κατ’ αφηρημένο τρόπο μόνον ένα κριτήριο αναθέσεως, πρέπει τελικώς να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες σκέψεις.
53. Οι οδηγίες που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων προβλέπουν ρητώς δύο είδη εξουσιών: αυτές των κρατών μελών, όπως για παράδειγμα το επιτρεπτό ορισμένων τύπων διαβιβάσεως (20), και αυτές των αναθετουσών αρχών, όπως για παράδειγμα τη δυνατότητα να διεξάγεται μια διαδικασία διαπραγματεύσεων σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιτρέπονται τροποποιητικές προτάσεις ή να καθορίζεται ένα περιθώριο.
54. Ορισμένες διατάξεις επιβάλλουν αντιθέτως ρητές υποχρεώσεις, είτε στα κράτη μέλη είτε στις αναθέτουσες αρχές. Στη δεύτερη κατηγορία διατάξεων περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η εν προκειμένω σχετική διάταξη του άρθρου 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37 {«Τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτουσες αρχές αναθέτουν τα δημόσια έργα [...] είναι τα ακόλουθα: α) είτε [...]· β) είτε […])»}, καθώς και οι παράλληλες διατάξεις των άλλων οδηγιών που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν προβλέπει καμία ρητή εξουσία για τις αναθέτουσες αρχές, πλην όμως εμπεριέχει την επιταγή να χρησιμοποιείται μόνον ένα από τα δύο ρητώς προβλεπόμενα κριτήρια αναθέσεως και την εξουσία επίσης της αναθέτουσας αρχής να επιλέγει ένα από τα δύο.
55. Η εξουσία αυτή της αναθέτουσας αρχής χάνεται, καθόσον το κράτος μέλος «της» περιορίζει αυτή τη δυνατότητα επιλογής, δηλαδή για παράδειγμα υποχρεώνει την αναθέτουσα αρχή να προβλέπει σε ορισμένες περιπτώσεις μόνον το κριτήριο της χαμηλότερης τιμής.
56. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι οι αναθέτουσες αρχές δεν έχουν κανένα δικαίωμα γι αυτή τη δυνατότητα επιλογής, τίθεται το ερώτημα αν επιτρέπεται τα κράτη μέλη να υποχρεώνουν την αναθέτουσα αρχή στην εφαρμογή ενός συγκεκριμένου κριτηρίου.
57. Υπέρ της αρνητικής απαντήσεως συνηγορεί το ότι ούτε το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37 ούτε οι άλλες οδηγίες που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων θεσπίζουν αντίστοιχη εξουσία των κρατών μελών. Η ενδεχόμενη όμως αναγκαιότητα μιας τέτοιας ρητής προβλέψεως θα μπορούσε να συναχθεί από το ότι οι οδηγίες που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων σαφέστατα προβλέπουν γενικώς εξουσία των κρατών μελών να περιορίζουν τα δικαιώματα των αναθετουσών αρχών να επιβάλλουν ορισμένους κανόνες. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 23, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 93/37 και 28, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/50 παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να υποχρεώνουν τις αναθέτουσες αρχές να αναφέρουν στη συγγραφή υποχρεώσεων ορισμένα στοιχεία.
58. Ως προς τα κριτήρια αναθέσεως, όμως, ελλείπει παρόμοια διάταξη.
59. Υπέρ της ελλείψεως εξουσίας των κρατών μελών να υποχρεώνουν τις αναθέτουσες αρχές να εφαρμόζουν ένα και μόνον κριτήριο αναθέσεως συνηγορεί επίσης το γεγονός ότι αυτό έχει ως συνέπεια να εξαλείφεται η προβλεπόμενη σε όλες τις οδηγίες που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων ισοτιμία των δύο κριτηρίων αναθέσεως.
60. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί η νομολογία του Δικαστηρίου (21), όπου ρητώς τονίζεται ότι η εν προκειμένω σχετική διάταξη αφήνει στις αναθέτουσες αρχές την επιλογή των κριτηρίων αναθέσεως.
61. Αυτό, βέβαια, αφορούσε τον καθορισμό των παραγόντων για την εξακρίβωση της οικονομικώς συμφερότερης προσφοράς, πλην όμως είναι δυνατή η επέκταση αυτού του συμπεράσματος του Δικαστηρίου και στην επιλογή αυτού τούτου του κριτηρίου αναθέσεως.
62. Ως επιχείρημα κατά της ελλείψεως εξουσίας των κρατών μελών να καθορίζουν το κριτήριο αναθέσεως μπορούν επίσης να αναφερθούν πτυχές που αφορούν τον ανταγωνισμό. Πράγματι, ένας τέτοιος καθορισμός περιορίζει τη δυνατότητα επιλογής των αναθετουσών αρχών να επιλέγουν προς εξασφάλιση του ελεύθερου ανταγωνισμού το καταλληλότερο στη συγκεκριμένη διαδικασία συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων κριτήριο. Η δυνατότητα αυτή θα έπαυε να υφίσταται στην περίπτωση γενικού καθορισμού από τον νομοθέτη. Όπως εξέθεσε και η Ιταλική Κυβέρνηση, το άρθρο 30 της οδηγίας 93/37 δεν συνδέει πράγματι την επιλογή ενός από τα δύο κριτήρια αναθέσεως με συγκεκριμένους όρους.
63. Τέλος, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (22), κατά την ερμηνεία της αφορώσας τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων οδηγίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο σκοπός της οδηγίας, δηλαδή να διευκολύνει τον ελεύθερο ανταγωνισμό μεταξύ όλων των υποψηφίων. Επομένως, ερμηνεία μιας διατάξεως της οδηγίας με γνώμονα τον σκοπό αυτό μπορεί να εμποδίζει την εξουσία των κρατών μελών να επιβάλλουν τα ίδια, αντί η αναθέτουσα αρχή, ορισμένους κανόνες.
64. Την εν προκειμένω για την παρούσα περίπτωση σχετική κρίση αποτελεί η απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Impresa Lombardini κ.λπ., όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως ακολούθως:
«Κατά συνέπεια, το άρθρο 30, παράγραφος 4, της οδηγίας απαγορεύει εθνική ρύθμιση, όπως είναι η ρύθμιση που πρέπει να εφαρμοστεί στην κύρια δίκη, η οποία, αφενός, επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή να μη λαμβάνει υπόψη της, για τις ανάγκες του ελέγχου των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών, παρά μόνον ορισμένες δικαιολογήσεις περιοριστικώς απαριθμούμενες, [...] και η οποία, αφετέρου, αποκλείει ρητώς ορισμένα είδη δικαιολογήσεων [...].» (23)
65. Από την απόφαση αυτή συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται στον νομοθέτη να περιορίζει την ευχέρεια εκτιμήσεως της αναθέτουσας αρχής με τρόπους που δεν επιτρέπονται ρητώς από την οδηγία.
66. Αν σταθμισθούν τα υπέρ και τα κατά της επίδικης εξουσίας των κρατών μελών προταθέντα επιχειρήματα, καθώς και τα επιπροσθέτως αναπτυχθέντα εδώ, προκύπτει ότι τα ισχυρότερα επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ της ελλείψεως τέτοιας εξουσίας των κρατών μελών.
VI – Πρόταση
67. Κατόπιν όλων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως ακολούθως:
«1) Το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37/EΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, έχει την έννοια ότι παρέχει στις αναθέτουσες αρχές το δικαίωμα επιλογής του κριτηρίου για την ανάθεση του έργου, το οποίο συνίσταται εναλλακτικά είτε στη χαμηλότερη τιμή είτε στην οικονομικά συμφερότερη προσφορά. Το εθνικό δικαστήριο πρέπει επί πλέον να ερμηνεύει τη διάταξη αυτή υπό το φως της αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ.
2) Το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία, κατά τη σύναψη συμβάσεων κατασκευής δημοσίων έργων κατόπιν ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας υποβολής προσφορών, υποχρεώνει κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο την αναθέτουσα αρχή να χρησιμοποιήσει αποκλειστικά το κριτήριο της χαμηλότερης τιμής.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 199, σ. 54, όπως έχει κατ’ επανάληψη τροποποιηθεί.
3 – Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993 στις συνεκδικασθείσες αποφάσεις C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-393, σκέψη 6), καθώς και οι διατάξεις της 19ης Μαρτίου 1993 στην υπόθεση C-157/92, Banchero (Συλλογή 1993, σ. I-1085, σκέψη 4), της 9ης Αυγούστου 1994, C-378/93, La Pyramide (Συλλογή 1994, σ. I-3999, σκέψη 14), της 23ης Μαρτίου 1995, C-458/93, Saddik (Συλλογή 1995, σ. I-511, σκέψη 12), και της 28ης Ιουνίου 2000, C-116/00, Laguillaumie (Συλλογή 2000, σ. I-4979, σκέψη 15).
4 – Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1994, C-316/93, Vaneetveld (Συλλογή 1994, σ. I-763, σκέψη 13), καθώς και τις διατάξεις της 13ης Μαρτίου 1996, C-326/95, Banco de Fomento e Exterior (Συλλογή 1996, σ. I-1385, σκέψη 8), και της 30ής Ιουνίου 1997, C-66/97, Banco de Fomento e Exterior (Συλλογή 1997, σ. I-3757, σκέψη 9).
5 – Απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 141/81, 142/81 και 143/81, Holdijk κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6), καθώς και τις διατάξεις στην υπόθεση C-458/93 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 13), και στην υπόθεση C-116/00 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 24).
6 – Διατάξεις της 25ης Ιουνίου 1996, C-101/96, Italia Testa (Συλλογή 1996, σ. I-3081, σκέψη 6), και της 8ης Ιουλίου 1998, C-9/98, Agostini (Συλλογή 1998, σ. I-4261, σκέψη 6), και C-116/00 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3), σκέψη 16.
7 – Εικοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1), δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1), καθώς και δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/37.
8 – Βλ. τις αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 31/87, Beentjes (Συλλογή 1988, σ. 4635, σκέψη 21), της 22ας Ιουνίου 1993, C-243/89, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1993, σ. I-3353, σκέψη 33), της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-27/98, Fracasso και Leitschutz (Συλλογή 1999, σ. I-5697, σκέψη 26), της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-513/99, Concordia Bus Finland (Συλλογή 2002, σ. I‑7213, σκέψη 81), και της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-470/99, Universale-Bau κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-11617, σκέψη 89).
9 – Βλ. τις αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2001, C-399/98, Ordine degli Architetti κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-5409, σκέψη 75), της 27ης Νοεμβρίου 2001, C-285/99 και C-286/99, Lombardini (Συλλογή 2001, σ. I-9233, σκέψη 35), της 18ης Ιουνίου 2002, C-92/00, HI (Συλλογή 2002, σ. I‑5553, σκέψη 44), της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-411/00, Felix Swoboda (Συλλογή 2002, σ. I‑10567, σκέψη 33), C-470/99 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8), σκέψη 89, και της 15ης Μαΐου 2003, C-214/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. I-4667, σκέψη 53).
10 – Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-324/98, Telaustria και Telefonadress (Συλλογή 2000, σ. I-10745, σκέψη 62).
11 – Αν οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως επιχειρήσεις κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού, η εφαρμογή των διατάξεων περί ανταγωνισμού πρέπει να νοείται σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ΕΚ.
12 – Βλ. τις αποφάσεις στην υπόθεση C-399/98 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9), σκέψη 75, και στις υποθέσεις C-285/99 και C-286/99 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9), σκέψη 35.
13 – Άρθρο 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 92/50, άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/36 και άρθρο 11, παράγραφος 5, της οδηγίας 93/37.
14 – Αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997, περί τροποποιήσεως των οδηγιών 92/50/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και 93/37/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, συμβάσεων δημοσίων προμηθειών και συμβάσεων δημοσίων έργων, αντιστοίχως (ΕΕ L 328, σ. 1).
15 – Αποφάσεις στην υπόθεση C-243/89 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8), σκέψη 33, και στην υπόθεση C-513/99 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8), σκέψη 81.
16 – Βλ. τις αποφάσεις στην υπόθεση 31/87 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8), σκέψη 27, και στην υπόθεση C-27/98 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8), σκέψη 31.
17 – Αποφάσεις C-320/90 έως C-322/90 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3), σκέψεις 6 και 7, της 14ης Ιουλίου 1998, C-284/95, Safety Hi-Tech (Συλλογή 1998, σ. I-4301, σκέψεις 69 και 70), και C-341/95, Bettati (Συλλογή 1998, σ. I-4355, σκέψεις 67 και 68), της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C-67/96, Albany (Συλλογή 1999, σ. I-5751, σκέψη 39), C-115/97 έως C-117/97, Brentjens’ (Συλλογή 1999, σ. I-6025, σκέψη 38), και της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C-180/98 έως C-184/98, Pavlov κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-6451, σκέψη 51).
18 – Βλ. για παράδειγμα την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-285/99 και C-286/99 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 33).
19 – Αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2003 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-20/01 και C-28/01, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2003, σ. I-3609), που αφορούσαν ένα δήμο, της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-237/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2001, σ. I-939), που αφορούσε εταιρίες κατοικιών χαμηλού ενοικίου, καθώς και της 28ης Οκτωβρίου 1999, C-328/96, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 1999, σ. I-7479), και της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-353/96, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, (Συλλογή 1998, σ. I-8565), που αφορούσαν εταιρίες ιδιωτικού δικαίου.
20 – Άρθρο 23, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50 ή άρθρο 18, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37, ως έχουν αμφότερες κατά την οδηγία 97/52 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14).
21 – Βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 2001, C-19/00, SIAC Construction (Συλλογή 2001, σ. I-7725, σκέψη 36), και της 19ης Ιουνίου 2003, C-315/01, GAT (Συλλογή 2003, σ I-6351, σκέψη 64).
22 – Απόφαση C-285/99 και C-286/99 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 84 επ.)
23 – Απόφαση C-285/99 και C-286/99 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 85.
Full & Egal Universal Law Academy