ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 7ης Σεπτεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-249/02
Πορτογαλική Δημοκρατία
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Προσφυγή ακυρώσεως – Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – ΕΓΤΠΕ – Δαπάνες ενός κράτους μέλους χαμηλότερες από τις προβλέψεις που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή – Μείωση των προκαταβολών κατά το επόμενο οικονομικό έτος – Έγγραφο ενός γενικού διευθυντή της Επιτροπής με το οποίο το κράτος μέλος ενημερώθηκε για την ως άνω μείωση – Παραδεκτό της προσφυγής»
1. Η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση του εγγράφου του Γενικού Διευθυντή Γεωργίας της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 18ης Απριλίου 2002 (2), με το οποίο επιβάλλεται στο εν λόγω κράτος μέλος, βάσει του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1750/1999 (3), μείωση ύψους 4 583 055,83 ευρώ επί δύο προκαταβολών του έτους 2002 οι οποίες ελήφθησαν στο πλαίσιο της χρηματοδοτήσεως των σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης (στο εξής: ΣΑΑ).
I – Το νομικό πλαίσιο
2. Η πλειονότητα των ζητημάτων που ανακύπτουν στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής ακυρώσεως απαιτεί μια λεπτομερή παρουσίαση του κοινοτικού νομικού πλαισίου εντός του οποίου πρέπει να εξεταστούν τα εν λόγω ζητήματα.
Α – Τα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης: αντικείμενο, κατάρτιση και οικονομικές πτυχές
1. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1257/1999 (4)
3. Με τον ως άνω κανονισμό θεσπίζεται το πλαίσιο των κοινοτικών ενισχύσεων για την αειφόρο αγροτική ανάπτυξη, που συνοδεύουν και συμπληρώνουν άλλα μέσα της κοινής γεωργικής πολιτικής (άρθρο 1). Ο εν λόγω κανονισμός συγκεκριμενοποιεί τα διάφορα μέτρα (5) στον τίτλο ΙΙ και, εν συνεχεία, ορίζει, στον τίτλο ΙΙΙ, και ειδικότερα στη στήλη «προγραμματισμός», ότι τα ΣΑΑ καταρτίζονται στο γεωγραφικό επίπεδο που κρίνεται ως το καταλληλότερο (άρθρο 41, παράγραφος 1).
4. Πέραν της διευκρινίσεως του περιεχομένου τους (άρθρο 43), ο ως άνω κανονισμός προβλέπει τα εξής:
– Τα σχέδια αυτά «συντάσσονται από τις αρμόδιες αρχές που ορίζει το κράτος μέλος και υποβάλλονται από το κράτος μέλος στην Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς στο κατάλληλο εδαφικό επίπεδο» (άρθρο 41, παράγραφος 1).
– «Τα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης καλύπτουν περίοδο επτά ετών από την 1η Ιανουαρίου 2000.» (άρθρο 42).
– «Τα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης υποβάλλονται το αργότερο έξι μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή προβαίνει σε εκτίμηση των προτεινόμενων σχεδίων για να προσδιορίσει εάν είναι συνεπή προς τον παρόντα κανονισμό. Βάσει των σχεδίων, εγκρίνει τα έγγραφα προγραμματισμού αγροτικής ανάπτυξης, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 50, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 (6), εντός έξι μηνών από την υποβολή των σχεδίων.» (άρθρο 44).
5. Εξάλλου, το άρθρο 46 προβλέπει ότι η κοινοτική στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ «υπόκειται σε χρηματοδοτικό σχεδιασμό και σε τήρηση λογαριασμών σε ετήσια βάση […]» (παράγραφος 1)· ότι η «Επιτροπή καθορίζει αρχικά κονδύλια που χορηγούνται στα κράτη μέλη, κατανεμημένα σε ετήσια βάση και χρησιμοποιώντας αντικειμενικά κριτήρια που λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές καταστάσεις και ανάγκες, και τις προσπάθειες που πρέπει να καταβληθούν ιδίως για το περιβάλλον, τη δημιουργία απασχόλησης και τη διατήρηση του τοπίου» (παράγραφος 2)· και, τέλος, ότι η «αρχική χορήγηση προσαρμόζεται βάσει των πραγματικών δαπανών και των αναθεωρημένων προβλέψεων δαπανών που υποβάλλουν τα κράτη μέλη, λαμβανομένων υπόψη των στόχων των προγραμμάτων, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμα κονδύλια […]» (παράγραφος 3).
Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι «πληρωμές της χρηματοδοτικής συνδρομής από το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ μπορούν να γίνονται με τη μορφή προκαταβολών για την εφαρμογή των προγραμμάτων και πληρωμών για τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες» (άρθρο 47, παράγραφος 3).
Το άρθρο 50 περιέχει λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής (7) που διέπουν την παρουσίαση και την αναθεώρηση των εγγράφων των ΣΑΑ, τον χρηματοδοτικό σχεδιασμό για την εξασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, τη συμμετοχή στη χρηματοδότηση, την παρακολούθηση, την αξιολόγηση καθώς και τον τρόπο διασφάλισης της συνοχής μεταξύ των μέτρων αγροτικής ανάπτυξης και των μέτρων στήριξης που υπάγονται στις οργανώσεις αγοράς.
2. Ο κανονισμός 1750/1999 (8)
6. Ο κανονισμός 1257/1999 συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1750/1999 (9), υπέστη επανειλημμένως τροποποιήσεις (10) και καταργήθηκε ρητώς από τον κανονισμό (ΕΚ) 445/2002 (11), τον οποίο θα εξετάσω κατωτέρω (12).
7. Ο ως άνω κανονισμός εφαρμογής αφορά επίσης τα ΣΑΑ και ορίζει ότι τα εν λόγω σχέδια υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 43 του κανονισμού 1257/1999 και «τις λεπτομερείς απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού» και ότι η έγκρισή τους «προσδιορίζει το συνολικό ποσό της κοινοτικής στήριξης» (13) (άρθρο 33, παράγραφοι 1 και 2).
8. Από οικονομική άποψη, πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 37, παράγραφος 1, σύμφωνα με το οποίο:
«1. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, για κάθε έγγραφο προγραμματισμού της αγροτικής ανάπτυξης, και για κάθε ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού του στόχου αριθ. 2 όσον αφορά τα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ τμήμα Εγγυήσεων:
α) την κατάσταση των δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το τρέχον οικονομικό έτος και των δαπανών που πρόκειται να πραγματοποιηθούν μέχρι το τέλος του ιδίου οικονομικού έτους, οι οποίες καλύπτονται από την κοινοτική στήριξη, όπως ορίζονται στο άρθρο 33, παράγραφος 2, του παρόντος κανονισμού και
β) τις αναθεωρημένες προβλέψεις δαπανών για τα επόμενα οικονομικά έτη μέχρι το τέλος της υπό εξέταση περιόδου προγραμματισμού, εντός των ορίων των κονδυλίων που διατίθενται σε κάθε κράτος μέλος.
Οι πληροφορίες αυτές διαβιβάζονται με τη μορφή πίνακα βάσει του υποδείγματος που παρέχει η Επιτροπή.» (14)
9. Το άρθρο 39, παράγραφος 1, ορίζει ότι, «[γ]ια κάθε κράτος μέλος, οι δαπάνες που δηλώνονται στο πλαίσιο ενός οικονομικού έτους χρηματοδοτούνται μέχρι το ύψος των ποσών που κοινοποιούνται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και τα οποία καλύπτονται από τις πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό του υπό εξέταση οικονομικού έτους».
Ωστόσο, ενδέχεται να υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν και εκείνων που προβλέφθηκαν. Τέτοιες αποκλίσεις διέπονται από τις άλλες παραγράφους του άρθρου 39 (15). Η παράγραφος 3 έχει ενδιαφέρον εν προκειμένω:
«3. Στην περίπτωση που οι πραγματικές δαπάνες ενός κράτους μέλους για ένα δεδομένο οικονομικό έτος είναι κατώτερες ενός ορίου 75 % των ποσών που προβλέπονται στην παράγραφο 1, οι προς αναγνώριση δαπάνες στο πλαίσιο του επόμενου οικονομικού έτους μειώνονται κατά το ένα τρίτο της διαπιστωθείσας απόκλισης μεταξύ του ορίου αυτού ή των ποσών που απορρέουν από την εφαρμογή της παραγράφου 1α, αν τα ποσά αυτά δεν υπερβαίνουν το εν λόγω όριο, και των πραγματικών δαπανών που διαπιστώθηκαν στη διάρκεια του εν λόγω οικονομικού έτους.
Η μείωση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη για τη διαπίστωση των πραγματικών δαπανών κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους που έπεται εκείνου κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η μείωση» (16).
Ωστόσο, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο 39, παράγραφος 4, «[η] παράγραφος 3 δεν εφαρμόζεται σε σχέση με την πρώτη δήλωση δαπανών σχετικά με το έγγραφο προγραμματισμού αγροτικής ανάπτυξης ή το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού του στόχου αριθ. 2 όσον αφορά μέτρα αγροτικής ανάπτυξης που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων» (17).
10. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 50, ο κανονισμός 1750/1999 «εφαρμόζεται, όσον αφορά την κοινοτική στήριξη, από 1ης Ιανουαρίου 2000».
3. Ο κανονισμός 445/2002 (18).
11. Όπως προαναφέρθηκε (19), ο ως άνω κανονισμός, που άρχισε να ισχύει στις 22 Μαρτίου 2002 (20), κατήργησε ρητώς τον κανονισμό 1750/1999, προβλέποντας ότι «[ο]ι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό θεωρούνται ότι γίνονται στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙII» (άρθρο 65).
12. Πρέπει να υπομνηστεί ότι πολλές διατάξεις του κανονισμού 445/2002 επαναλαμβάνουν εκείνες του κανονισμού 1750/1999, πράγμα που καθιστά, κατ’ ουσίαν, το κείμενο του πρώτου κανονισμού ένα αναδιατυπωμένο κείμενο (21). Τούτο ισχύει όσον αφορά τα άρθρα 40, 41, παράγραφος 1 (που αντιστοιχούν στο άρθρο 33, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1750/1999), 47 (άρθρο 37 του κανονισμού 1750/1999) και 49 (άρθρο 39 του κανονισμού 1750/1999).
13. Ωστόσο, ανεξαρτήτως των ευλόγων διαφορών που απορρέουν από την παραπομπή στη μια ή την άλλη διάταξη (22), στον κανονισμό 445/2002 παρατηρούνται ορισμένες μεταβολές σε σχέση με τον προηγούμενο κανονισμό. Υπό την επιφύλαξη των άλλων τροποποιήσεων (23), πρέπει να υπογραμμιστεί η τροποποίηση που επήλθε με το άρθρο 49, παράγραφος 5, σύμφωνα με το οποίο «[η] παράγραφος 4 δεν εφαρμόζεται σε σχέση με την πρώτη δήλωση δαπανών πραγματοποιούμενων στη διάρκεια του οικονομικού έτους 2000 στο πλαίσιο του εγγράφου προγραμματισμού αγροτικής ανάπτυξης ή του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού του στόχου αριθ. 2 όσον αφορά τα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων». Η έκφραση «στη διάρκεια του οικονομικού έτους 2000» δεν περιλαμβανόταν στο άρθρο 39, παράγραφος 4, του κανονισμού 1750/1999 (24).
Β – Η χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής
14. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1258/1999 (25), αφού διευκρινίζει τις περιπτώσεις χρηματοδοτήσεως από το τμήμα Προσανατολισμού και από το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ, υποχρεώνει τα κράτη μέλη, στο άρθρο 6, παράγραφος 1, να διαβιβάζουν ανά τακτά διαστήματα στην Επιτροπή «τις ακόλουθες πληροφορίες, όσον αφορά τους εγκεκριμένους οργανισμούς συντονισμού, σχετικά με τις πράξεις που χρηματοδοτούνται από το τμήμα Εγγυήσεων του Ταμείου:
α) δηλώσεις δαπανών και κατάσταση προβλέψεων των χρηματοδοτικών αναγκών·
β) ετήσιους λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκκαθάρισή τους καθώς και βεβαίωση για την πληρότητα, την ακρίβεια και την ειλικρίνεια των λογαριασμών που διαβιβάζονται».
15. Ο ως άνω κανονισμός υποχρεώνει επίσης την Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου (26), να αποφασίζει «μηνιαίες προκαταβολές έναντι του καταλογισμού των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τους εγκεκριμένους οργανισμούς πληρωμών» (άρθρο 7, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο) και να εκκαθαρίζει «τους λογαριασμούς των οργανισμών πληρωμών, πριν από τις 30 Απριλίου του έτους που ακολουθεί το εξεταζόμενο οικονομικό έτος, βάσει των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄». Η απόφαση εκκαθάρισης των λογαριασμών καλύπτει την πληρότητα, την ακρίβεια και την ειλικρίνεια των λογαριασμών που διαβιβάζονται. Η απόφαση δεν προδικάζει τη λήψη τυχόν μεταγενέστερων αποφάσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 (27) (άρθρο 7, παράγραφος 3).
16. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ο κανονισμός 1258/1999 εφαρμόζεται «για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 2000» (άρθρο 20, δεύτερο εδάφιο).
17. Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 729/70 (28), ο οποίος είναι προγενέστερος του κανονισμού 1258/1999, εφαρμόστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1663/1995 (29), που είναι επίσης εφαρμοστέος, υπό την επιφύλαξη ότι οι παραπομπές στον κανονισμό 729/70 πρέπει να νοούνται ως παραπομπές στον κανονισμό που τον αντικατέστησε (30).
Γ – Η λήψη αποφάσεων από την Επιτροπή
18. Το άρθρο 211 ΕΚ παρέχει «ιδία εξουσία λήψεως αποφάσεων» στην Επιτροπή και το άρθρο 4 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής (31) προβλέπει τέσσερις τρόπους ασκήσεως της εξουσίας αυτής:
α) σε συνεδρίαση,
β) με γραπτή διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12,
γ) με διαδικασία εξουσιοδότησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 ή
δ) με διαδικασία μεταβίβασης αρμοδιοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14.
19. Η εξουσιοδότηση σε ένα ή περισσότερα μέλη της Επιτροπής μπορεί «να αποτελέσ[ει] αντικείμενο υποεξουσιοδότησης προς τους γενικούς διευθυντές ή τους προϊσταμένους υπηρεσιών», εκτός ρητής σχετικής απαγόρευσης (άρθρο 13). Η μεταβίβαση της αρμοδιότητας λήψης διαχειριστικών ή διοικητικών μέτρων πραγματοποιείται, επίσης, από την Επιτροπή στους «γενικούς διευθυντές και στους προϊσταμένους υπηρεσιών» (άρθρο 14). Ούτως εχόντων των πραγμάτων, «[ο]ι αποφάσεις που εκδίδονται με τη διαδικασία εξουσιοδότησης και μεταβίβασης αρμοδιοτήτων καταχωρούνται σε ημερήσιο σημείωμα, μνεία του οποίου γίνεται στα πρακτικά της επόμενης συνεδρίασης της Επιτροπής» (άρθρο 15).
II – Τα πραγματικά περιστατικά
Α – Η έγκριση των ΣΑΑ της Πορτογαλικής Δημοκρατίας
20. Η Πορτογαλική Δημοκρατία υπέβαλε τρία ΣΑΑ στην Επιτροπή για την περίοδο 2000-2006:
– Στις 6 Ιανουαρίου 2000 για την ηπειρωτική Πορτογαλία (32).
– Στις 4 Φεβρουαρίου 2000 για την αυτόνομη περιοχή των Αζορών (33).
– Στις 22 Φεβρουαρίου 2000 για την αυτόνομη περιοχή της Μαδέρας (34).
21. Η Επιτροπή ενέκρινε τα ΣΑΑ με αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2000, της 1ης Μαρτίου 2001 και της 30ής Απριλίου 2001, αντιστοίχως (35). Το άρθρο 2 καθεμίας από τις αποφάσεις αυτές, αφού διευκρινίζει, στην παράγραφο 1, τη συνδρομή του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, ως προς το κόστος των μέτρων που προβλέπονται για την εκτέλεση του σχεδίου, ορίζει στην παράγραφος 2 ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) 296/1996 (36), οι πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν από τους οργανισμούς πληρωμών από τις 16 Οκτωβρίου 1999 λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του οικονομικού έτους 2000. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, κάθε αποφάσεως ορίζει ότι οι δαπάνες είναι απαιτητές, αντιστοίχως, από τις 6 Ιανουαρίου 2000, τις 4 Φεβρουαρίου 2000 και τις 22 Φεβρουαρίου 2000 (37).
Β – Η εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 από την Επιτροπή
22. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 37, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1750/1999 (38), η Πορτογαλική Δημοκρατία υπέβαλε στην Επιτροπή, με ανακοίνωση της 30ής Σεπτεμβρίου 2000, τις προβλέψεις δαπανών για τα οικονομικά έτη που έπονται της περιόδου προγραμματισμού για κάθε ΣΑΑ. Το ποσό που αντιστοιχούσε στο οικονομικό έτος 2001 ανερχόταν σε 281 430 000 ευρώ.
23. Η Επιτροπή, στηριζόμενη στα στοιχεία που διαβιβάζουν κάθε μήνα οι πορτογαλικές αρχές, διαπίστωσε ότι, κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 2001, οι δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν ανήλθαν σε 197 323 332,52 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 70,11 % των δαπανών που είχαν προβλεφθεί για το ως άνω οικονομικό έτος.
24. Το σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 ζήτημα αποτέλεσε επανειλημμένως αντικείμενο συζητήσεως στο πλαίσιο της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ:
α) Τα πρακτικά της συνεδριάσεως της 22ας Ιανουαρίου 2002 (σημείο 6.1) περιέχουν πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις χρηματικές ποινές που πρέπει να επιβληθούν σε ορισμένα κράτη μέλη λόγω μη τηρήσεως των σχετικών με την αγροτική ανάπτυξη προϋπολογισμών για το οικονομικό έτος ΕΓΤΠΕ 2001 και αναφέρονται ρητώς στο άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού. Ωστόσο, το σημείο αυτό αποσύρθηκε από την ημερήσια διάταξη για εσωτερικούς διαδικαστικούς λόγους, δεδομένου ότι, προτού καθοριστούν οι χρηματικές ποινές, έπρεπε να υπολογιστεί το ποσό των δαπανών των κρατών μελών οι οποίες εμπίπτουν στο εν λόγω οικονομικό έτος και θα ήσαν γνωστές μόνο μετά τις 31 Ιανουαρίου 2002, ημερομηνία περατώσεως του οικονομικού έτους 2001 για το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων.
Τα πρακτικά της ίδιας συνεδριάσεως αναφέρουν, υπό τον τίτλο «Ενημέρωση σχετικά με τις προβλέψεις δαπανών οι οποίες αφορούν την αγροτική ανάπτυξη για το οικονομικό έτος ΕΓΤΠΕ 2002 και οι οποίες αναθεωρήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999», ότι ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής εξήγησε τον τρόπο υπολογισμού που προκρίνει η Επιτροπή (σημείο 6.2).
β) Τα πρακτικά της συνεδριάσεως της 19ης Φεβρουαρίου 2002 περιέχουν παρεμφερή ενημέρωση και αναφέρονται, επίσης, ρητώς στην εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 (σημείο 6).
Τα ως άνω πρακτικά αναφέρουν επίσης ότι ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής αναφέρθηκε στις χρηματικές ποινές των έξι κρατών μελών των οποίων οι δαπάνες ως προς τα ΣΑΑ ήσαν χαμηλότερες από το όριο του 75 % εκείνων που είχαν προβλεφθεί και γνωστοποίησε στα εν λόγω κράτη μέλη ότι επρόκειτο να ενημερωθούν με έγγραφο σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία τα ποσά των χρηματικών ποινών επρόκειτο να αφαιρεθούν από τις μηνιαίες προκαταβολές τους.
25. Το προσβαλλόμενο στην παρούσα υπόθεση έγγραφο, το οποίο απευθύνεται στο Instituto Nacional de Garantía Agrícola (39) (στο εξής: INGA), αναφέρει ότι, κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους ΕΓΤΠΕ 2001, οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες ανήλθαν σε 197 323 332,52 ευρώ, ποσό το οποίο δεν φθάνει το όριο του 75 % του ποσού των 281 430 000,00 ευρώ που είχε προϋπολογισθεί και ότι, ως εκ τούτου, πρέπει να εφαρμοσθεί το άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999, παραπέμπει δε στο επισυναφθέν στο παράρτημα έγγραφο AGRI/46059/2001-Rev. 2, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεως στο πλαίσιο της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ στις 19 Φεβρουαρίου 2002 και το οποίο αναφέρει τα λεπτομερειακά στοιχεία του υπολογισμού (40). Το ως άνω προσβαλλόμενο έγγραφο αναγγέλλει, βάσει του προαναφερθέντος άρθρου, μείωση ύψους 4 583 055,83 ευρώ σε δύο προκαταβολές του έτους 2002, η οποία θα καταλογισθεί στο κεφάλαιο B01-41 (εκκαθάριση των λογαριασμών και μειώσεις/διορθώσεις στο πλαίσιο των προκαταβολών) και η οποία δεν επηρεάζει τα ποσά που κατανέμονται στο κράτος μέλος με την απόφαση 2000/426/ΕΚ (41).
26. Κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ της 19ης Απριλίου 2002, εθίγη εκ νέου το ζήτημα της μειώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999. Κατόπιν αιτήματος της Δανικής Αντιπροσωπείας, ο πρόεδρος γνωστοποίησε τη γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, που επιβεβαίωσε ότι η προαναφερθείσα μείωση είχε τον χαρακτήρα μιας κλασικής δημοσιονομικής διορθώσεως και ότι η εν λόγω διόρθωση επρόκειτο να λάβει τη μορφή αφαιρέσεως ποσών από τις καταβλητέες στα οικεία κράτη μέλη προκαταβολές κατά τον μήνα Ιούνιο του 2002 ή κατά τον μήνα Αύγουστο του 2002.
27. Κατά τις συνεδριάσεις της 22ας Μαΐου 2002 και της 19ης Ιουνίου 2002, έλαβε χώρα διαβούλευση με την επιτροπή του ΕΓΤΠΕ ως προς τις προκαταβολές που πρέπει να καταβληθούν στα κράτη μέλη τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2002, λαμβανομένων υπόψη των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν, αντιστοίχως, τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2002. Κατά τις ως άνω συνεδριάσεις, διαπιστώθηκε ότι το ποσό των προκαταβολών ελάμβανε υπόψη τις θετικές και αρνητικές διορθώσεις που έγιναν επί των δαπανών οι οποίες δηλώθηκαν από τα κράτη μέλη.
28. Με αποφάσεις της 27ης Μαΐου 2002 και της 24ης Ιουνίου 2002, οι οποίες υπογράφηκαν από τον αρμόδιο για θέματα γεωργίας επίτροπο, η Επιτροπή καθόρισε το ποσό των προκαταβολών που πρέπει να καταβληθούν στα κράτη μέλη, αντιστοίχως, για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του 2002. Οι ως άνω αποφάσεις περιορίζονται να αναφέρουν τα συνολικά ποσά ανά κράτος, χωρίς περισσότερες λεπτομέρειες.
29. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή, με την απόφαση 2002/461/ΕΚ, της 12ης Ιουνίου 2002 (42), η οποία ελήφθη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 1258/1999, προέβη στην εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 2001.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
30. Η Πορτογαλική Δημοκρατία κατέθεσε το δικόγραφο της προσφυγής της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Ιουλίου 2002.
31. Η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως, με το οποίο ζήτησε να κηρυχθεί απαράδεκτη η προσφυγή ή, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί η εν λόγω προσφυγή και να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
32. Το έγγραφο στάδιο της διαδικασίας περατώθηκε μετά την κατάθεση του υπομνήματος απαντήσεως και του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
33. Η συνεδρίαση, τη διεξαγωγή της οποίας ζήτησε η προσφεύγουσα και στην οποία παρέστη και η καθής, έλαβε χώρα την 1η Ιουλίου 2004· κατά την εν λόγω συνεδρίαση, αναγγέλθηκε ότι οι προτάσεις επρόκειτο να αναπτυχθούν στις 7 Σεπτεμβρίου 2004.
IV – Νομική ανάλυση
34. Το πρώτο ζήτημα που ανέκυψε ήταν εκείνο του παραδεκτού της προσφυγής, καθόσον η Επιτροπή θεωρεί ότι το περιεχόμενο του προσβαλλόμενου εγγράφου είναι αμιγώς ενημερωτικό. Κατά τα λοιπά, η εξέταση της προσφυγής αφορά τους λόγους ακυρώσεως τους οποίους προέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία.
35. Πρόκειται ωστόσο για ζητήματα που σχετίζονται μεταξύ τους, καθόσον η νομική φύση του εν λόγω εγγράφου μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες επί της αναρμοδιότητας, που συνιστά την κύρια αιτίαση την οποία προβάλλει η προσφεύγουσα.
Α – Επί του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως
1. Επιχειρηματολογία
36. Η Επιτροπή προβάλλει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, καθόσον θεωρεί, εν συνόψει, ότι προσφυγή ακυρώσεως μπορεί να ασκείται μόνον κατά πράξεων που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, πράγμα που δεν ισχύει όσον αφορά το προσβαλλόμενο έγγραφο, το οποίο, επιπλέον, δεν μεταβάλλει νομικές καταστάσεις, αλλά το οποίο, εφαρμόζοντας αυτά που αναγγέλθηκαν κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ της 19ης Φεβρουαρίου 2002, έχει αμιγώς ενημερωτικό περιεχόμενο και αποτελεί μια απλή ανακοίνωση μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και εκείνων της Πορτογαλικής Δημοκρατίας σχετικά με ένα μέτρο το οποίο ήταν ήδη γνωστό μέσω των συνεδριάσεων της επιτροπής και το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών.
Επίσης, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι νομικά δεσμευτικές αποφάσεις που θίγουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας είναι εκείνες της 27ης Μαΐου 2002 και της 24ης Ιουνίου 2002, που αφορούν τις προκαταβολές των μηνών Απριλίου και Μαΐου 2002, με τις οποίες ο αρμόδιος για θέματα γεωργίας επίτροπος θέσπισε το μέτρο της μειώσεως των προκαταβολών.
37. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση, θεωρώντας ότι η επιβολή οιασδήποτε χρηματικής ποινής δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεως κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ της 22ας Ιανουαρίου 2002, καθόσον το ποσό των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από κάθε κράτος δεν είχε καθοριστεί, και ότι, κατά τη συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή περιορίστηκε να γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να επιβάλει τις χρηματικές ποινές, εκτιμά ότι το έγγραφο μεταβάλλει τη νομική κατάστασή της, καθόσον αποτελεί την πράξη δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε η μείωση στην Πορτογαλική Δημοκρατία και η οποία διευκρινίζει το ποσό της μειώσεως και έχει, ως εκ τούτου, ατομικό και συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, προτού λάβει το έγγραφο, αγνοούσε ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει να προβεί στη μείωση, καθώς και το ποσό της μειώσεως αυτής, το αν η εν λόγω μείωση επρόκειτο να κατανεμηθεί στις μηνιαίες προκαταβολές που αντιστοιχούν στο οικονομικό έτος 2002 ή το αν η μείωση επρόκειτο να επιβληθεί στο σύνολό της σε μια μηνιαία δόση.
Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, οι αποφάσεις της 27ης Μαΐου 2002 και της 24ης Ιουνίου 2002 είναι μόνον εκτελεστικά μέτρα, κατά των οποίων δεν μπορεί να ασκηθεί προσφυγή, καθόσον οι εν λόγω αποφάσεις δεν αναφέρονται στην ύπαρξη διαφοράς μικρότερης από 75 % μεταξύ των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν και εκείνων που είχε προβλέψει η Πορτογαλική Δημοκρατία και δεν διευκρινίζουν ούτε την επιβαλλόμενη χρηματική ποινή ούτε το ποσό της.
38. Κατά τη γνώμη μου, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν η προσφυγή ακυρώσεως είναι παραδεκτή, πρέπει να ληφθεί ως αφετηρία το άρθρο 230 ΕΚ (43), όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
39. Η προσφυγή ακυρώσεως αποβλέπει σε διττό στόχο: στον έλεγχο του κατά πόσον τα κοινοτικά όργανα τηρούν το κοινοτικό δίκαιο και στην προστασία των δικαιωμάτων των προσφευγόντων (άλλων κοινοτικών οργάνων, κρατών μελών ή ιδιωτών) έναντι των πράξεων των ως άνω οργάνων (44), ενώ η νομολογία έχει επισημάνει ότι μια περιοριστική ερμηνεία των προϋποθέσεων παραδεκτού της προσφυγής θα ήταν αντίθετη προς τον σκοπό που επιδιώκει η εν λόγω προσφυγή (45).
40. Υπ’ αυτήν την έννοια, υπογραμμίστηκε ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα είναι κοινότητα δικαίου, καθόσον ούτε τα κράτη μέλη της ούτε τα θεσμικά όργανά της εκφεύγουν του ελέγχου της συμφωνίας των πράξεών τους προς τον καταστατικό χάρτη που αποτελεί η Συνθήκη, η οποία, επιπλέον, καθιερώνει ένα πλήρες σύστημα ενδίκων μέσων και διαδικασιών, το οποίο αποσκοπεί στο να αναθέσει στο Δικαστήριο τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων (46). Το σύστημα αυτό συνίσταται στην παροχή της δυνατότητας ασκήσεως ευθείας προσφυγής κατά «οποιωνδήποτε πράξεων των κοινοτικών οργάνων […] οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία εννόμων αποτελεσμάτων» (47).
41. Το πρόβλημα συνίσταται στο να καθοριστεί επακριβώς πότε μια κοινοτική πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα.
2. Η έννοια της πράξεως που παράγει έννομα αποτελέσματα
42. Έχω εξετάσει την έννοια αυτή σε μια άλλη περίπτωση (48). Θεωρώ ότι η ανάλυση εκείνη διατηρεί όλη την αξία της σε περίπτωση όπως αυτή της προκειμένης υποθέσεως, η οποία αφορά την έκταση των αποτελεσμάτων που παράγει μια τέτοια πράξη σε σχέση με ένα κράτος μέλος.
43. Κατά το Δικαστήριο, η ονομασία ή ο τύπος της πράξεως δεν έχουν, κατ’ αρχήν, σημασία, καθόσον καθοριστική σημασία έχουν το περιεχόμενο και η έκταση εφαρμογής της (49), λαμβανομένου υπόψη ότι έχουν κριθεί παραδεκτές προσφυγές ακυρώσεως κατά εγγράφου (50) ή κατά προφορικής αποφάσεως (51). Στο ίδιο πνεύμα, το Δικαστήριο εξέτασε προσφυγή ακυρώσεως ασκηθείσα κατά αποφάσεως του Συμβουλίου με την οποία τα κράτη μέλη κλήθηκαν να συνάψουν μια διεθνή συμφωνία για λογαριασμό της Κοινότητας (52), καθώς και μια προσφυγή ασκηθείσα κατά ανακοινώσεως της Επιτροπής η οποία, υπό την κάλυψη ερμηνείας των διατάξεων μιας οδηγίας, επέβαλλε νέες υποχρεώσεις στα κράτη μέλη (53).
44. Αντιθέτως, θεωρήθηκαν απαράδεκτες οι προσφυγές που ασκούνται κατά πράξεων που δεν έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν, αυτές καθ’ εαυτές, δικαιώματα και υποχρεώσεις σε τρίτους, λαμβανομένου υπόψη ότι το Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές που ασκήθηκαν κατά μέτρων εσωτερικής φύσεως ή εσωτερικών οδηγιών που δεν παράγουν κανένα αποτέλεσμα εκτός της εσωτερικής σφαίρας του οργάνου που εξέδωσε τη σχετική πράξη (54) ή κατά μιας συγκεκριμένης κοινοτικής πρακτικής (55). Επίσης, απορρίφθηκαν οι προσφυγές κατά πράξεων οι οποίες προηγούνται ή έπονται οριστικής αποφάσεως σε σύνθετη διαδικασία. Τα ελαττώματα των προπαρασκευαστικών πράξεων μιας μεταγενέστερης πράξεως περιέχουσας την απόφαση του οργάνου πρέπει να προσβάλλονται στο πλαίσιο προσφυγής ασκουμένης κατά της ίδιας της αποφάσεως αυτής (56), πράγμα το οποίο δεν σημαίνει ότι οι προπαρασκευαστικές πράξεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτοτελούς προσφυγής, στο μέτρο που παράγουν έννομα αποτελέσματα και ρυθμίζουν οριστικώς μια πτυχή της κύριας διαδικασίας. Για τον ίδιο λόγο, δεν υπόκεινται σε προσφυγή οι πράξεις που απλώς επαναλαμβάνουν ή επικυρώνουν προηγούμενες πράξεις (57) και οι καθαρά εκτελεστικές πράξεις (58).
3. Εφαρμογή της προαναφερθείσας έννοιας στην παρούσα υπόθεση
45. Δυνάμει των ανωτέρω σκέψεων, το προσβαλλόμενο έγγραφο πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη παράγουσα έννομα αποτελέσματα.
46. Το άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 (59) προβλέπει μείωση των προς αναγνώριση δαπανών στο πλαίσιο του επόμενου οικονομικού έτους σύμφωνα με ορισμένα ακριβή κριτήρια (60), από τα οποία απορρέει η υποχρέωση του αρμόδιου οργάνου να εκδώσει απόφαση που συγκεκριμενοποιεί τη μείωση παραθέτοντας τα σχετικά πληροφοριακά στοιχεία. Πρέπει να καθοριστούν οι «πραγματικές δαπάνες», τα «ποσά που προβλέπονται στην παράγραφο 1», το ποσοστό επί τοις εκατό της διαφοράς μεταξύ των δύο αυτών αριθμητικών στοιχείων και, τέλος, κατά συνέπεια, το ένα τρίτο της «διαπιστωθείσας διαφοράς», που αποτελεί το ποσό της μειώσεως.
47. Μόνον όταν ένα κράτος μέλος γνωρίζει ότι πρέπει να επιβληθεί σε αυτό μείωση σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω στοιχεία, το κράτος μέλος αυτό είναι σε θέση να προσβάλει αποτελεσματικά την αντίστοιχη απόφαση, αμφισβητώντας τις έννοιες ή τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη, πράγμα που δύσκολα μπορεί να συμβεί όταν τα εν λόγω στοιχεία παρέχονται με διαδοχικές πληροφορίες, ελλείψει συγκεκριμένης αποφάσεως που να ομαδοποιεί όλα τα σχετικά στοιχεία, επιτρέποντας στο κράτος μέλος να εκφράσει τη διαφωνία του και να ακολουθήσει, αν το κρίνει σκόπιμο, τη δικαστική οδό.
48. Εν προκειμένω, το έγγραφο αναφέρει σαφώς ότι πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 ως προς την Πορτογαλική Δημοκρατία και διευκρινίζει το ποσό της μειώσεως, το χρονικό σημείο της αφαιρέσεως του ποσού αυτού και τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν:
– οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν ανέρχονται σε 197 323 332,52 ευρώ·
– η πρόβλεψη για το έτος 2001 η οποία διαβιβάστηκε στις υπηρεσίες της Επιτροπής στις 30 Σεπτεμβρίου 2000 ανερχόταν σε 281 430 000,00 ευρώ·
– οι πραγματικές δαπάνες αποδεικνύονται χαμηλότερες από το όριο του 75 % εκείνων που προβλέφθηκαν και
– η μείωση ανέρχεται σε 4 583 055,83 ευρώ και πρέπει να πραγματοποιηθεί σε δύο προκαταβολές του έτους 2002.
49. Κατά συνέπεια, η προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά του εγγράφου είναι παραδεκτή, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της Επιτροπής.
50. Ωστόσο, κατά τις δύο προηγούμενες συνεδριάσεις της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ (61), η εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων, οι οποίες είχαν ενημερωτικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο αμφοτέρων των συνεδριάσεων (62). Το ζήτημα που ήταν επίμαχο κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιανουαρίου 2002 δεν έχει μεγάλο ενδιαφέρον από νομική άποψη, όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι κάθε αναφορά στην εφαρμογή της προαναφερθείσας διατάξεως αποσύρθηκε από την ημερήσια διάταξη, ακριβώς επειδή ένα από τα αναγκαία στοιχεία δεν ήταν διαθέσιμο. Η αξιολόγηση των θεμάτων που αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεως κατά την επόμενη συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου 2002 προκαλεί περισσότερες αμφιβολίες.
51. Σύμφωνα με τα πρακτικά της ως άνω συνεδριάσεως, ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής αναφέρθηκε στις χρηματικές ποινές που πρέπει να επιβληθούν σε ορισμένα κράτη μέλη, οι οποίες αναγράφονται, κατά τα φαινόμενα (63), σε έγγραφο το οποίο επισυνάπτεται σε παράρτημα και το οποίο επισυνάφθηκε, εν συνεχεία, στο προσβαλλόμενο έγγραφο. Μπορεί να συναχθεί ότι, κατά τη συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή είχε ήδη αποφασίσει σχετικά με την επιβολή της μειώσεως, με τις βάσεις του υπολογισμού της μειώσεως αυτής και με το ποσό της εν λόγω μειώσεως, ενώ το έγγραφο της 18ης Απριλίου 2002 είναι απλώς μια πράξη με την οποία ανακοινώνονται αυτά που είχαν ήδη αποφασισθεί, οπότε, αν η Πορτογαλική Δημοκρατία διαφωνούσε, όφειλε να προσβάλει την εν λόγω απόφαση και όχι το έγγραφο.
52. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, τι θα προσέβαλλε η Πορτογαλική Δημοκρατία; Το παράρτημα στο οποίο παρατίθεται ο υπολογισμός; Την ανακοίνωση σχετικά με την επιβολή των χρηματικών ποινών; Τις πληροφορίες που παρέσχε ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής; Εν συντομία, πού βρίσκεται η πράξη με την οποία αποφασίζεται η μείωση (64);
53. Υπό το πρίσμα των ως άνω ερωτήσεων, καθίσταται φανερό ότι, σύμφωνα με την αρχή της ασφαλείας δικαίου, που επιβάλλει «να είναι βεβαία κάθε παράγουσα έννομα αποτελέσματα πράξη της διοικήσεως, ιδίως όσον αφορά τον εκδότη της και το περιεχόμενό της» (65), καθώς και σύμφωνα με την απαίτηση υπάρξεως αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου του αν όλες οι πράξεις των οργάνων είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο (66), είναι ενδεδειγμένο να γίνει παραδεκτή η προσφυγή ακυρώσεως κατά του εγγράφου, καθόσον το εν λόγω έγγραφο είναι, όπως αποδείχθηκε, το γραπτό υπόθεμα της αποφάσεως περί μειώσεως, με την οποία η Πορτογαλική Δημοκρατία ενημερώθηκε για το σύνολο των σχετικών στοιχείων.
54. Συγκεκριμένα, η προσφυγή έπρεπε να ασκηθεί κατά της αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε η μείωση, αλλά, ελλείψει άλλου επίσημου εγγράφου σχετικού με την επιβολή της μειώσεως αυτής, το ως άνω έγγραφο αποτελεί το γραπτό υπόθεμα της εν λόγω αποφάσεως, παρέχοντας στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να προσβάλει το εν λόγω έγγραφο, προκειμένου να εξετάσει το Δικαστήριο αν το έγγραφο αυτό είναι σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο. Για τον λόγο αυτό, καίτοι η προσφυγή ασκήθηκε τυπικά κατά του εγγράφου, το πραγματικό αντικείμενό της είναι η απόφαση στην οποία παραπέμπει το εν λόγω έγγραφο. Επιπλέον, η εξέταση των λόγων ακυρώσεως τους οποίους προέβαλε η Πορτογαλική Κυβέρνηση και οι οποίοι αφορούν την έλλειψη νομιμότητας πρέπει να πραγματοποιηθεί στο ίδιο πνεύμα, υπό την έννοια ότι πρέπει να αποδοθεί σημασία στην πράξη με την οποία αποφασίστηκε η μείωση και στον τρόπο επιβολής της εν λόγω μειώσεως παρά στο έγγραφο, το οποίο αποτελεί απλώς μέσο εξωτερικεύσεως της εν λόγω πράξεως.
55. Εξάλλου, δεν συμμερίζομαι ούτε τους ισχυρισμούς της Επιτροπής ότι οι πράξεις που είναι δεκτικές προσφυγής είναι οι αποφάσεις του Μαΐου και του Ιουνίου 2002, οι οποίες καθόρισαν το ποσό των προκαταβολών που πρέπει να καταβληθεί στα κράτη μέλη για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο 2002, καθόσον οι εν λόγω αποφάσεις αποτελούν απλώς εκτελεστικά μέτρα μιας αποφάσεως που είχε ήδη εκδοθεί. Όπως υπογραμμίζει η προσφεύγουσα, πρόκειται για αποφάσεις παρεμφερείς με προηγούμενες αποφάσεις, που διαφοροποιούνται από τις τελευταίες ως προς το εμφαινόμενο ποσό και τη μηνιαία δόση στην οποία αναφέρονται, αλλά δεν προσθέτουν τίποτε στις εν λόγω προηγούμενες αποφάσεις.
Β – Επί των λόγων ακυρώσεως
56. Αν το Δικαστήριο θεωρήσει την προσφυγή παραδεκτή, πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι ακυρώσεως που προβλήθηκαν.
1. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως: η αναρμοδιότητα
57. Ο σχετικός με την αναρμοδιότητα λόγος ακυρώσεως υποδιαιρείται σε δύο σκέλη τα οποία αφορούν την παράβαση του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής και την παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 1258/1999.
α) Η παράβαση του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής (67)
58. Η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση του εγγράφου, καθόσον αυτό συντάχθηκε από έναν γενικό διευθυντή που δεν είχε σχετική αρμοδιότητα και δεν επικαλέστηκε καμία πράξη εξουσιοδοτήσεως ή μεταβιβάσεως αρμοδιότητας, πράξεις αντιπροσωπεύσεως οι οποίες, εξάλλου, δεν τεκμαίρονται.
59. Συμμερίζομαι τη γνώμη της προσφεύγουσας ότι ένας γενικός διευθυντής δεν μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τη μείωση που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 2, του κανονισμού 1750/1999. Επίσης, συμφωνώ ότι δεν υπήρξε εξουσιοδότηση ή μεταβίβαση αρμοδιότητας εν προκειμένω (68). Εξάλλου, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί κανένα από τα δύο αυτά σημεία (69).
60. Ωστόσο, δεν συμμερίζομαι το συμπέρασμα που συνάγεται από τους ως άνω ισχυρισμούς, δεδομένου ότι το έγγραφο δεν πρέπει να εξεταστεί κατά τρόπο μεμονωμένο (70), εκτός του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται. Τούτο θα συνιστούσε μια απλουστευτική λύση και θα οδηγούσε στο να αναγνωριστεί στο εν λόγω έγγραφο χαρακτήρας τον οποίο δεν έχει. Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά τη γνώμη μου, η προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή, καθόσον η απόφαση της Επιτροπής περί μειώσεως των προκαταβολών που καταβάλλονται στην Πορτογαλική Δημοκρατία πάσχει λόγω ελλείψεως πραγματικής βάσεως· επομένως, το έγγραφο εκπληρώνει τη λειτουργία αυτή, κατά τρόπον ώστε η προσβολή του εν λόγω εγγράφου παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξετάσει τη διαφωνία της προσφεύγουσας με αυτά που αποφασίσθηκαν (71). Ωστόσο, δεν μπορεί να συναχθεί εξ αυτού ότι η απόφαση περί μειώσεως ελήφθη από τον γενικό διευθυντή με το ως άνω έγγραφο, όπως ισχυρίζεται το προσφεύγον κράτος.
β) Η παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 1258/1999 (72)
61. Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι το έγγραφο έχει ημερομηνία 18 Απριλίου 2002, ενώ οι λογαριασμοί των οργανισμών πληρωμών που αντιστοιχούν στο οικονομικό έτος 2001 καταρτίστηκαν μόλις στις 12 Ιουνίου 2002. Επομένως, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι, μέχρι την ως άνω ημερομηνία, το ποσό της μειώσεως που επρόκειτο να επιβληθεί το 2002 δεν μπορούσε να υπολογιστεί, κατά τρόπον ώστε ο γενικός διευθυντής, όταν προέβη στον υπολογισμό βάσει ενός ποσού που δεν είχε ακόμη εγκριθεί, ενήργησε καθ’ υπέρβασιν αρμοδιοτήτων, παραβιάζοντας το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 1258/1999.
62. Δεν συμμερίζομαι τη συλλογιστική αυτή. Η προαναφερθείσα διάταξη αναφέρει ότι η Επιτροπή εκκαθαρίζει τους λογαριασμούς των οργανισμών πληρωμών, πράγμα που δεν έπραξε ο γενικός διευθυντής. Διαφορετικό είναι το ζήτημα ότι ο γενικός διευθυντής δεν ανέμεινε την εκκαθάριση των ετησίων λογαριασμών προτού προβεί στη μείωση. Τούτο σημαίνει, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή στο υπόμνημά της αντικρούσεως, ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία αμφισβητεί, στην πραγματικότητα, τη μέθοδο υπολογισμού, πράγμα το οποίο μπορεί, ενδεχομένως, να δώσει λαβή για την ύπαρξη ουσιαστικού ελαττώματος, αλλά όχι για την ύπαρξη αναρμοδιότητας ή τυπικού ελαττώματος. Φρονώ ότι η ίδια η προσφεύγουσα είναι εν γνώσει της καταστάσεως αυτής, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου διατυπώσεως του τέταρτου λόγου ακυρώσεως τον οποίο προβάλλει με την προσφυγή της και τον οποίο θα εξετάσω κατωτέρω. Κατά συνέπεια, η προσαπτόμενη αναρμοδιότητα δεν επιβεβαιώθηκε.
2. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως
63. Η Πορτογαλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η απόφαση στερείται νομικής βάσεως, καθόσον εκδόθηκε σε ημερομηνία κατά την οποία ο κανονισμός 1750/1999, επί του οποίου στηρίζεται, είχε καταργηθεί ρητώς από τον κανονισμό 445/2002 (73).
64. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού 445/2002, οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό θεωρούνται ότι γίνονται στις αντίστοιχες διατάξεις του νέου κανονισμού.
65. Δεν συμμερίζομαι την τελευταία εκτίμηση. Η πρόβλεψη που περιέχεται στο ως άνω άρθρο αφορά τις διατάξεις και τις πράξεις που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος του κανονισμού 1750/1999, και όχι εκείνες οι οποίες εκδόθηκαν μεταγενεστέρως και οι οποίες πρέπει να αναφέρονται στον νέο κανονισμό και όχι στον καταργηθέντα. Ωστόσο, δεν είμαι σύμφωνος ούτε με τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας. Όπως προανέφερα (74), το άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 49, παράγραφος 4, του κανονισμού 445/2002· επομένως, η απόφαση περί μειώσεως των προκαταβολών έχει την ίδια νομική βάση, κατά τρόπον ώστε η εσφαλμένη αναφορά της διατάξεως και του ίδιου του κανονισμού δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση την οποία ζητεί η προσφεύγουσα, δεδομένου ότι η απόφαση έχει νομική βάση και τα αποτελέσματα δεν διαφέρουν ανάλογα με το αν εφαρμόζεται η μια ή η άλλη διάταξη. Τούτο ισχύει πολλώ μάλλον εφόσον θεωρηθεί, όπως προανέφερα, ότι το έγγραφο αποτελεί απλώς το γραπτό υπόθεμα μιας αποφάσεως που είχε ληφθεί προηγουμένως (75).
3. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως
66. Με τον ως άνω λόγο ακυρώσεως προβάλλεται η ύπαρξη κατάφωρης πλάνης κατά την εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 4, του κανονισμού 1750/1999, το οποίο προβλέπει ότι η παράγραφος 3 δεν εφαρμόζεται σε σχέση με την πρώτη δήλωση δαπανών σχετικά με το έγγραφο προγραμματισμού αγροτικής ανάπτυξης, και τίθεται το ζήτημα αν η ως άνω πρώτη δήλωση αναφέρεται στο οικονομικό έτος 2000, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, ή στο οικονομικό έτος 2001, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα.
67. Για την επίλυση του ως άνω ζητήματος, πρέπει να υπομνηστεί ότι οι αποφάσεις σχετικά με τα ΣΑΑ που υπέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία ορίζουν, αφενός, ότι οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν από τους οργανισμούς πληρωμών από τις 16 Οκτωβρίου 1999 θα αναληφθούν στο πλαίσιο του οικονομικού έτους 2000 (άρθρο 2, παράγραφος 2) και, αφετέρου, ότι οι δαπάνες είναι, αντιστοίχως, απαιτητές από τις 6 Ιανουαρίου 2000 και από τις 4 και 22 Φεβρουαρίου 2000 (άρθρο 3, παράγραφος 1) (76).
68. Κατά συνέπεια, καίτοι τα ΣΑΑ εγκρίθηκαν μετά τη λήξη της προθεσμίας των έξι μηνών που έπονται της υποβολής τους (77), αποφασίστηκε να προσδοθεί αναδρομική ισχύς ως προς το οικονομικό έτος 2000. Επομένως, η ημερομηνία υποβολής ή εγκρίσεως των ως άνω σχεδίων, καθώς και εκείνη κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι δαπάνες, δεν είναι τόσο σημαντική όσο η περίοδος για την οποία είχαν αναληφθεί.
69. Για τον λόγο αυτό, μολονότι συμμερίζομαι τη δικαιολογία που παρέσχε η Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία η κατά το άρθρο 39, παράγραφος 4, του κανονισμού 1750/1999 αναστολή επιβολής της χρηματικής ποινής που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο αποσκοπεί στο να παράσχει στα κράτη τη δυνατότητα να διαθέτουν μια περίοδο προσαρμογής που θα τους επιτρέψει να έχουν βαθύτερη γνώση, στηριζόμενη στην εμπειρία ενός οικονομικού έτους, εκτιμώ ότι η εν λόγω αναστολή ανταποκρίνεται επίσης στην αντίληψη ότι η πρώτη δήλωση δαπανών μπορεί να επηρεαστεί από καθυστερήσεις κατά την έγκριση των ΣΑΑ, δεδομένου ότι η ως άνω μη εφαρμογή, εντός ορισμένου χρονικού ορίου, προβλέφθηκε προκειμένου να απαμβλυνθούν τα ζημιογόνα αποτελέσματα που απορρέουν από την κατάσταση αυτή.
70. Ακριβώς στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ενταχθεί ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι, όταν το άρθρο 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 445/2002 διευκρινίζει ότι η χρηματική ποινή δεν εφαρμόζεται σε σχέση με την πρώτη δήλωση δαπανών που πραγματοποιήθηκαν «κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 2000», η ως άνω διάταξη πρέπει να νοηθεί ως μια απλή διευκρίνιση του προηγούμενου άρθρου 39, παράγραφος 4, του κανονισμού 1750/1999 (78).
71. Επομένως, η αναστολή επιβολής της χρηματικής ποινής ίσχυε για το οικονομικό έτος 2000 και όχι για το οικονομικό έτος 2001.
72. Η ως άνω διαπίστωση δεν κλονίζεται, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, από το γεγονός, το οποίο υπογραμμίστηκε από την Πορτογαλική Κυβέρνηση, ότι η Επιτροπή ανέφερε, με έγγραφα της 2ας Οκτωβρίου 2000, της 20ής Οκτωβρίου 2000 και της 12ης Ιανουαρίου 2001, ότι ορισμένα ποσά δεν μπορούσαν να επιστραφούν στο πλαίσιο των προκαταβολών που αντιστοιχούν στο οικονομικό έτος 2000 ελλείψει εγκρίσεως των ΣΑΑ, δεδομένου ότι πρόκειται για ανακοινώσεις προγενέστερες των προαναφερθεισών αποφάσεων οι οποίες, χωρίς αμφιβολία λόγω του ότι η Επιτροπή ήταν εν γνώσει του προβλήματος, αναγνωρίζουν την αναδρομική ισχύ στην οποία αναφέρθηκα.
4. Ο τέταρτος και ο έκτος λόγος ακυρώσεως
73. Η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει, επίσης, την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης κατά την εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 (τέταρτος λόγος ακυρώσεως) και κατά την εφαρμογή του άρθρου 49, παράγραφος 4, του κανονισμού 445/2002 (έκτος λόγος ακυρώσεως), χρησιμοποιώντας την ίδια επιχειρηματολογία σε αμφότερες τις περιπτώσεις (79). Η πλάνη αυτή απορρέει από το γεγονός ότι η Επιτροπή καθόρισε τις πραγματικές δαπάνες σε συνάρτηση με τα στοιχεία που παρέσχε το INGA (197 323 332,52 ευρώ), τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, χωρίς να λάβει υπόψη, όπως όφειλε, εκείνα που περιέχονται στην απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του οικονομικού έτους 2001 (197 757 664,51 ευρώ).
74. Η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν είναι αναγκαία η αναμονή της εκκαθαρίσεως των ετησίων λογαριασμών και επισημαίνει ότι το άρθρο 49, παράγραφος 4, του κανονισμού 445/2000 –άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999– δεν αναφέρεται στους εκκαθαρισθέντες λογαριασμούς, αλλά στις δαπάνες που διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια του οικείου οικονομικού έτους. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 296/1996 (80), οι μηνιαίες προκαταβολές αποφασίζονται με βάση τα δεδομένα που διαβιβάζονται εβδομαδιαίως και μηνιαίως από τα κράτη μέλη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3.
75. Το πρόβλημα αυτό πρέπει να εξεταστεί με βάση τις ακόλουθες σκέψεις. Πρώτον, ο κύριος στόχος της χρηματικής ποινής που προβλέπεται στο άρθρο 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999 είναι να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή συμφωνία μεταξύ των δαπανών που προβλέφθηκαν και εκείνων που πραγματοποιήθηκαν, κατά τρόπον ώστε το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για μια ανεδαφική πρόταση υπόκειται σε μείωση των προκαταβολών για το επόμενο οικονομικό έτος (81). Δεύτερον, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, των δηλώσεων δαπανών και των οικονομικών αναγκών που προβλέφθηκαν και, αφετέρου, της εκκαθαρίσεως των ετησίων λογαριασμών, καθόσον αυτές ικανοποιούν διαφορετικούς σκοπούς και παρέχουν διαφορετικές πληροφορίες (82). Υπ’ αυτήν την έννοια, οι μηνιαίες προκαταβολές καταβάλλονται στο πλαίσιο των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά την ίδια περίοδο, ενώ η εκκαθάριση έχει ετήσιο χαρακτήρα, δεδομένου ότι πρέπει να πραγματοποιηθεί πριν από τις 30 Απριλίου του έτους που ακολουθεί το υπό εξέταση οικονομικό έτος, με την επιφύλαξη της υπάρξεως ειδικής διαδικασίας για τον αποκλεισμό της χρηματοδοτήσεως των δαπανών που δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες (83).
76. Κατά συνέπεια, καίτοι η αναμονή της εκκαθαρίσεως των ετησίων λογαριασμών προτού επιβληθεί, ενδεχομένως, η χρηματική ποινή θα παρείχε μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου, η συνεκτίμηση των ποσών που μνημονεύονται στις ανακοινώσεις των οργανισμών πληρωμών των κρατών μελών δεν συνεπάγεται παραβίαση της εν λόγω αρχής ούτε παράβαση του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1750/1999. Εκτός από το γεγονός ότι η Επιτροπή χρησιμοποιεί τα στοιχεία που παρέχει το ίδιο το κράτος και ότι δεν αναμένεται να υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ των στοιχείων που υποβάλλονται μηνιαίως και των ετησίων λογαριασμών (84), το να εξαρτάται η επιβολή της χρηματικής ποινής από την οριστική εκκαθάριση θα έδιδε λαβή για την ύπαρξη καταστάσεων που δύσκολα μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Ενδέχεται ένα κράτος μέλος να διαφωνεί με τον αποκλεισμό ορισμένων δαπανών, οπότε η απόφαση περί καταρτίσεως των λογαριασμών θα εκδοθεί μόνο μετά την προβλεπόμενη κατ’ αντιπαράθεση διαδικασία (85). Κατά συνέπεια, άπαξ και η Επιτροπή κατέχει ακριβή στοιχεία, που απορρέουν από τις πληροφορίες τις οποίες παρέχουν οι εθνικοί οργανισμοί πληρωμών, μπορεί κάλλιστα να τα χρησιμοποιήσει για τους προαναφερθέντες σκοπούς (86). Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη διαπίστωση ότι η χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής πραγματοποιείται μέσω ενός συστήματος που βασίζεται στην εμπιστοσύνη, στο πλαίσιο του οποίου οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν κυρίως την ευθύνη της διαχειρίσεως του Ταμείου (87).
77. Ένα άλλο πρόβλημα συνίσταται στο ότι, λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματος των ετησίων λογαριασμών, η Επιτροπή προσαρμόζει την επιβαλλόμενη χρηματική ποινή. Καίτοι δεν υφίσταται ανάγκη ούτε νομική υποχρέωση αναμονής της ετήσιας εκκαθαρίσεως προτού καθοριστεί το ποσό της χρηματικής ποινής, η ενδεχόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού που απορρέει από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους και του τελικού ποσού δεν πρέπει να παραγνωριστεί. Είναι σημαντικό να εξακριβωθεί αν η κύρωση πρέπει να επιβληθεί, αλλά και να καθοριστεί το ποσό της με ακρίβεια, κατά τρόπον ώστε, αν, όπως εν προκειμένω, η διαφορά ευνοεί το κράτος, να μειωθεί η χρηματική ποινή, προσαρμοζόμενη στις εγκεκριμένες δαπάνες, πράγμα που θα έχει επίπτωση στις μηνιαίες προκαταβολές που πρέπει ακόμη να καταβληθούν πριν από το τέλος του οικονομικού έτους.
78. Προς στήριξη της ως άνω απόψεως, μνημονεύω την απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής (88), που αναγνώρισε στην Επιτροπή την εξουσία να περικόπτει τα οφειλόμενα ποσά που καταβάλλονται ως μηνιαίες προκαταβολές βάσει της λογιστικής καταστάσεως κάθε κράτους μέλους έναντι του ΕΓΤΠΕ, όταν διαπιστώνει ότι, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, ο εθνικός οργανισμός δεν προέβη σε είσπραξη ορισμένων εσόδων ή πραγματοποίησε ορισμένες δαπάνες καταλογιζόμενες στο Ταμείο, διευκρινίζοντας όμως ότι η εξουσία αυτή μπορεί να ασκηθεί «μέχρις εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως των ετησίων λογαριασμών» (σκέψη 16), οπότε «μια τέτοια απόφαση της Επιτροπής υπόκειται σε αναθεώρηση μέχρι της ετησίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών και, επομένως, δεν μπορεί να θίξει αμετάκλητα τα οικονομικά συμφέροντα του συγκεκριμένου κράτους μέλους» (σκέψη 19).
5. Η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας
79. Κατά την Πορτογαλική Δημοκρατία, αν γινόταν δεκτή η εφαρμογή του κανονισμού 445/2002, η διάταξη του άρθρου 49, παράγραφος 5, καθόσον αναφέρεται στη μη εφαρμογή της παραγράφου 4 σε σχέση με «την πρώτη δήλωση δαπανών πραγματοποιούμενων στη διάρκεια του οικονομικού έτους 2000», θα ήταν ανίσχυρη λόγω παραβιάσεως της αρχής της μη αναδρομικότητας.
80. Όπως καθίσταται φανερό, ο ως άνω λόγω ακυρώσεως συνδέεται στενά με τον τρίτο λόγω ακυρώσεως, οπότε οι προαναφερθείσες σκέψεις παρέχουν τη δυνατότητα να επιβεβαιωθεί ότι η διευκρίνιση σχετικά με το οικονομικό έτος 2000 δεν προσθέτει τίποτε σε αυτά που ελέχθησαν γενικότερα ανωτέρω ως προς το άρθρο 39, παράγραφος 4, του κανονισμού 1750/1999 (89).
81. Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, οι ουσιαστικοί κανόνες του κοινοτικού δικαίου πρέπει να ερμηνεύονται, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ως μη καταλαμβάνοντες καταστάσεις που έχουν διαμορφωθεί προ της ενάρξεως ισχύος τους παρά μόνο στον βαθμό που προκύπτει σαφώς από το γράμμα, τους σκοπούς ή την οικονομία τους ότι πρέπει να τους αναγνωριστεί παρόμοια ισχύς (90)· στην προαναφερθείσα διάταξη δύσκολα μπορεί να προσδοθεί αναδρομική ισχύς, καθόσον η εν λόγω διάταξη αναφέρεται στο μέλλον, με την επιφύλαξη ότι υφίσταται μια ισοδύναμη διάταξη σε άρθρο προγενέστερου κανονισμού. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την αναδρομικότητα, αλλά τη διευκρίνιση που εισάγεται με τη νέα διάταξη στον προγενέστερο κανόνα, ζήτημα στο οποίο πρέπει να δοθεί απάντηση σύμφωνα με αυτά που ελέχθησαν ανωτέρω.
6. Ο έβδομος λόγος ακυρώσεως
82. Τέλος, η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει την ύπαρξη παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που καθιερώνεται στο άρθρο 253 ΕΚ, καθόσον αγνοεί από πού απορρέει το ποσό των 197 323 332,52 ευρώ που αναγράφεται, υπό τον τίτλο των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν, στο προσβαλλόμενο έγγραφο, καθώς και τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του εν λόγω ποσού.
83. Η αιτιολογία μιας πράξεως «αποτελεί ουσιώδες στοιχείο αυτής» (91) και η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποσκοπεί τόσο στην προστασία των πολιτών όσο και στο να καθίσταται δυνατό στο Δικαστήριο να ασκεί πλήρως τον προσήκοντα δικαστικό έλεγχο (92). Η νομολογία έχει επίσης επισημάνει ότι από την αιτιολογία που επιβάλλει η Συνθήκη πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, προκειμένου να μπορούν οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν τη λήψη του μέτρου, το δε Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του· ωστόσο, η αιτιολογία δεν απαιτείται να προσδιορίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον η διατύπωση της αποφάσεως, αλλά και τα συμφραζόμενα καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (93).
84. Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η ίδια η προσφεύγουσα δέχεται ότι γνωρίζει από πού αντλεί η Επιτροπή τα στοιχεία, πράγμα που ενισχύεται από το γεγονός ότι, κατά το χρονικό εκείνο σημείο, οι ετήσιοι λογαριασμοί δεν είχαν ακόμη εκκαθαριστεί (94). Επιπλέον, από τα πρακτικά των συνεδριάσεων της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ προκύπτει ότι το ζήτημα της επιβολής της χρηματικής ποινής δεν ανακύπτει εκ του μη όντος, δεδομένου ότι, π.χ., τα πρακτικά της συνεδριάσεως της 22ας Ιανουαρίου 2002 αναφέρουν ότι ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής εξήγησε τον τρόπο υπολογισμού που προέκρινε η Επιτροπή (95).
85. Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία ήταν εν γνώσει όλων των πραγματικών και νομικών στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη προκειμένου να αποφασισθεί η μείωση καθώς και το ποσό της εν λόγω μειώσεως και ότι τούτο αποδείχθηκε από το γεγονός ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία αμφισβήτησε τα σημεία με τα οποία διαφωνούσε. Επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη δεν έπασχε από έλλειψη αιτιολογίας.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
86. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, δεδομένου ότι το προσφεύγον κράτος ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VI – Πρόταση
87. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή·
2) να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Πορτογαλική Δημοκρατία κατά του εγγράφου του Γενικού Διευθυντή Γεωργίας της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων· και
3) να καταδικάσει το εν λόγω κράτος στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Παραπομπή AGRI/G/4-D11703, υπό τον τίτλο «Πορτογαλία – ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Εγγυήσεων – Οικονομικό έτος 2002 – Εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1750/1999 – Διόρθωση στο πλαίσιο των προκαταβολών».
3 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) (ΕΕ L 214, σ. 31).
4 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών (ΕΕ L 160, σ. 80).
5 – Επενδύσεις στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις· εγκατάσταση νέων γεωργών· κατάρτιση· πρόωρη συνταξιοδότηση· μειονεκτικές περιοχές και περιοχές που υπόκεινται σε περιβαλλοντικούς περιορισμούς· γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα· βελτίωση της μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων· δασοκομία, και προώθηση της προσαρμογής και της ανάπτυξης των αγροτικών περιοχών.
6 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία (ΕΕ L 161, σ. 1).
7 – Οι εν λόγω κανόνες «θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 50, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999».
8 – Προπαρατεθείς στην υποσημείωση 3 των ανά χείρας προτάσεων.
9 – Ο κανονισμός 1750/1999 αναγνωρίζει ρητώς, στο άρθρο του 1, ότι περιέχει λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού 1257/1999.
10 – Ο κανονισμός (ΕΚ) 2075/2000 της Επιτροπής, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000 (ΕΕ L 246, σ. 46), τροποποίησε τα άρθρα 2, 5, 31, παράγραφος 3, 33, 35, 37, παράγραφος 1, 38, 39, παράγραφος 4, 46, παράγραφος 2, 47, παράγραφος 4, 48, παράγραφος 1, 49, παράγραφος 2, και διάφορα σημεία του παραρτήματος, προσθέτοντας επίσης τα άρθρα 32α και 39α. Ο κανονισμός (ΕΚ) 672/2001 της Επιτροπής, της 2ας Απριλίου 2001 (ΕΕ L 93, σ. 28), τροποποίησε ένα σημείο του παραρτήματος. Τέλος, ο κανονισμός (ΕΚ) 1763/2001 της Επιτροπής, της 6ης Σεπτεμβρίου 2001 (ΕΕ L 239, σ. 10), τροποποίησε τα άρθρα 5, 39 –στο οποίο πρόσθεσε επίσης την παράγραφο 1α–, 46 και 48, καθώς και ένα σημείο του παραρτήματος, εισάγοντας, επίσης, το άρθρο 11α.
11 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 2002, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1257/1999 (ΕΕ L 74, σ.1).
12 – Σημεία 11 έως 13 των ανά χείρας προτάσεων.
13 – Το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 2075/2000, προπαρατεθέντος στην υποσημείωση 10, πρόσθεσε ορισμένα εδάφια στο άρθρο 33, παράγραφος 2, που διευκρινίζουν τις δαπάνες που περιλαμβάνονται στο συνολικό ποσό της κοινοτικής στήριξης.
14 – Η διατύπωση της διατάξεως αυτής παρατίθεται όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 12, του κανονισμού 2075/2000.
15 – Η παράγραφος 1α προστέθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1763/2001, προπαρατεθέντος στην υποσημείωση 10.
16 – Η διατύπωση της διατάξεως αυτής παρατίθεται όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1763/2001, προπαρατεθέντος στην υποσημείωση 10.
17 – Η διατύπωση της παραγράφου 4 παρατίθεται όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 14, του κανονισμού 2075/2000, προπαρατεθέντος στην υποσημείωση 10.
18 – Προπαρατεθείς στην υποσημείωση 11 των ανά χείρας προτάσεων.
19 – Σημείο 6 των ανά χείρας προτάσεων.
20 – Έβδομη ημέρα από την επίσημη δημοσίευσή του (άρθρο 66), η οποία έλαβε χώρα στις 15 Μαρτίου 2002.
21 – Όπως αναγνωρίζεται, εξάλλου, στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού.
22 – Π.χ., το άρθρο 47, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 445/2002 παραπέμπει στο άρθρο 41, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, ενώ το άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού 1750/1999, όπως η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2075/2000, παραπέμπει στο άρθρο 33, παράγραφος 2.
23 – Έτσι, το άρθρο 47, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 445/2002 προσθέτει την έκφραση «εντός των ορίων των κονδυλίων που διατίθενται σε κάθε κράτος μέλος» στη διατύπωση της αντίστοιχης διατάξεως του κανονισμού 1750/1999 (όπως αυτή διαμορφώθηκε με τον κανονισμό 2075/2000).
24 – Στη διατύπωση της διατάξεως αυτής, όπως είχε διαμορφωθεί με τον κανονισμό 2075/2000, προπαρατεθέντα στην υποσημείωση 10.
25 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103). Ο εν λόγω κανονισμός καταργεί ρητώς (άρθρο 16) τον κανονισμό (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), ο οποίος τροποποιήθηκε πλειστάκις και στον οποίο θα αναφερθώ στο σημείο 17 των ανά χείρας προτάσεων.
26 – Σύμφωνα με το άρθρο 12 του ιδίου κανονισμού, η εν λόγω επιτροπή αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και της Επιτροπής.
27 – Το άρθρο 7, παράγραφος 4, διέπει τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών, κατά τη διάρκεια της οποίας πρέπει να επιχειρηθεί η επίτευξη συμφωνίας με το οικείο κράτος μέλος, με συμβιβασμό των αντίστοιχων θέσεων.
28 – Προπαρατεθείς στην υποσημείωση 25.
29 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 158, σ. 6).
30 – Με τη βοήθεια του πίνακα αντιστοιχίας που επισυνάπτεται στο παράρτημα του κανονισμού 1258/1999.
31 – ΕΕ 2000, L 308, σ. 26.
32 – Το τελικό σχέδιο υποβλήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 2000.
33 – Το τελικό σχέδιο υποβλήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2001.
34 – Το τελικό σχέδιο υποβλήθηκε στις 13 Μαρτίου 2001.
35 – Το περιεχόμενο των τριών αποφάσεων είναι πανομοιότυπο επί της ουσίας, αν και οι ημερομηνίες και τα αριθμητικά στοιχεία, καθώς και οι πίνακες που επισυνάπτονται στο παράρτημα, διαφέρουν μεταξύ τους.
36 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1996, για τα στοιχεία που πρέπει να διαβιβάζουν τα κράτη μέλη και για τη μηνιαία ανάληψη των δαπανών που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του τμήματος Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2796/88 (ΕΕ L 39, σ. 5).
37 – Όπως προαναφέρθηκε στο προηγούμενο σημείο, οι εν λόγω ημερομηνίες είναι οι ημερομηνίες υποβολής των σχεδίων.
38 – Βλ. σημείο 8 των ανά χείρας προτάσεων.
39 – To INGA είναι ο αρμόδιος οργανισμός στην Πορτογαλία για τον συντονισμό των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ.
40 – Ωστόσο, οφείλω να επισημάνω ότι, καίτοι το ως άνω έγγραφο αναφέρει, σε παράρτημα, τα λεπτομερειακά στοιχεία του υπολογισμού της χρηματικής ποινής, δεν είμαι εν γνώσει του αν το σχετικό με τον ως άνω υπολογισμό έγγραφο ήταν διαθέσιμο κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ της 19ης Φεβρουαρίου 2002. Τα πρακτικά της εν λόγω συνεδριάσεως επισυνάφθηκαν, ως έγγραφο Α.11, στο δικόγραφο της προσφυγής, αλλά χωρίς κανένα παράρτημα. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν προσκόμισε το έγγραφο σχετικά με τον ως άνω υπολογισμό κατά την υποβολή των υπομνημάτων της αντικρούσεως και ανταπαντήσεως.
41 – Απόφαση της Επιτροπής, της 26ης Ιουνίου 2000, για την τροποποίηση της απόφασης 1999/659/ΕΚ περί καθορισμού ενδεικτικής κατανομής, ανά κράτος μέλος, των κονδυλίων που χορηγούνται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για μέτρα αγροτικής ανάπτυξης κατά την περίοδο 2000-2006 (ΕΕ L 165, σ. 33).
42 – Απόφαση σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 2001 (ΕΕ L 160, σ. 28).
43 – Το άρθρο αυτό ορίζει, στα δύο πρώτα εδάφιά του, ότι: «Το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων που εκδίδονται από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, την Επιτροπή και την ΕΚΤ, εκτός των συστάσεων και γνωμών και των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων Για τον σκοπό αυτό, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται από κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, λόγω αναρμοδιότητος, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβάσεως της παρούσας Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας». Το τέταρτο εδάφιο προσθέτει ότι «[κ]άθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται με τις ίδιες προϋποθέσεις να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ’ αυτό, καθώς και κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά».
44 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Ιουλίου 2001, C-315/99 P, Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-5281).
45 – Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 8).
46 – Απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 1339)· βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I-6677).
47 – Η φράση εντός εισαγωγικών αντιστοιχεί στην απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729).
48 – Σημεία 45 επ. των προτάσεών μου στην υπόθεση Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44).
49 – Στην απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 47), το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να είναι δυνατή εναντίον οποιωνδήποτε πράξεων των κοινοτικών οργάνων, όποια και αν είναι η φύση ή η μορφή τους, οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία εννόμων αποτελεσμάτων (σκέψη 42), επαναλαμβάνοντας στην απόφαση της 22ας Ιουνίου 2002, C-147/96, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-4723), ότι, «προκειμένου να διαπιστωθεί αν η προσβαλλομένη πράξη παράγει τέτοιου είδους αποτελέσματα, είναι αναγκαίο να εξετασθεί η ουσία της» (σκέψη 27). Στο ίδιο πνεύμα, βλ. διάταξη της 13ης Ιουνίου 1991, C-50/90, Sunzest κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-2917).
50 – Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1957, 1/57 και 14/57, Usines à tubes de la Sarre κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 167).
51 – Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1984, 316/82 και 40/83, Kohler κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1984, σ. 641).
52 – Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 47.
53 – Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1993, C-325/91, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3283).
54 – Αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1959, 20/58, Phoenix-Rheinrohr κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 327), και της 6ης Απριλίου 2000, C-443/97, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-2415).
55 – Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-159/96, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-7379).
56 – Απόφαση Phoenix-Rheinrohr κατά Ανωτάτης Αρχής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 54· στο ίδιο πνεύμα, απόφαση IBM κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45.
57 – Αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1961, 42/59 και 49/59, SNUPAT κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 765)· της 25ης Οκτωβρίου 1977, 26/76, Metro κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 567)· της 15ης Δεκεμβρίου 1988, 166/86 και 220/86, Irish Cement κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 6473), και της 25ης Μαΐου 1993, C-199/91, Foyer culturel du Sart-Tilman κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-2667), καθώς και διάταξη της 21ης Νοεμβρίου 1990, C-12/90, Infortec κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-4265).
58 – Απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 190/84, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 1017).
59 – Βλ. σημείο 9 των ανά χείρας προτάσεων.
60 – Επισημαίνεται ότι η μείωση είναι υποχρεωτική, καθόσον η διάταξη ορίζει ότι «οι δαπάνες […] μειώνονται» και δεν χρησιμοποιεί την έκφραση «μπορούν να μειωθούν» ή άλλες ανάλογες εκφράσεις.
61 – Βλ. σημείο 24 των ανά χείρας προτάσεων.
62 – Υπογραμμίζω τον ενημερωτικό χαρακτήρα των λεχθέντων κατά τις ως άνω συνεδριάσεις, καθόσον η ενημέρωση σχετικά με την επικείμενη επιβολή προστίμου δεν είναι το ίδιο πράγμα με την πραγματική επιβολή του εν λόγω προστίμου. Η πράξη που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής δεν είναι εκείνη που αναγγέλλει την επιβολή.
63 – Βλ. υποσημείωση 40 των ανά χείρας προτάσεων.
64 – Πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994, C-137/92 P, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-2555), «δεδομένου ότι το νοητικό και το τυπικό στοιχείο αποτελούν ένα αδιαχώριστο σύνολο, η γραπτή διαμόρφωση της πράξεως συνιστά την απαραίτητη έκφραση της βουλήσεως της αρχής που την εκδίδει» (σκέψη 70).
65 – Απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, C-287/95 P και C-288/95 P, Επιτροπή κατά Solvay (Συλλογή 2000, σ. I- 2391, σκέψη 49).
66 – Απαίτηση υπάρξεως δικαστικού ελέγχου η οποία, όπως επεσήμανε το Δικαστήριο στις αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-97/91, Oleificio Borelli κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-6313)· της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-1/99, Kofisa Italia (Συλλογή 2001, σ. I-207), και της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C-269/99, Carl Kühne κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-9517), απορρέει από τις κοινές στα κράτη μέλη συνταγματικές παραδόσεις και έχει παγιωθεί με τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.
67 – Βλ. το νομικό πλαίσιο που διευκρινίστηκε στα σημεία 18 και 19 των ανά χείρας προτάσεων.
68 – Έστω και αν υπήρχε εξουσιοδότηση ή μεταβίβαση αρμοδιότητας, θα έπρεπε να απαιτηθεί η διαπίστωσή τους, όχι μόνον επειδή, κατά την προσφεύγουσα, οι εν λόγω πράξεις δεν τεκμαίρονται, αλλά επειδή τούτο επιβάλλεται από το άρθρο 15 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής. Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, σημείο 19 των ανά χείρας προτάσεων.
69 – Επιπλέον, δεν αμφισβητείται, εν προκειμένω, η αρμοδιότητα της Επιτροπής να προβεί στη μείωση των προκαταβολών που καταβάλλονται στα κράτη μέλη. Το Δικαστήριο απεφάνθη υπέρ της αρμοδιότητας αυτής στην απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1991, C-342/89, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-5031).
70 – Στο σημείο αυτό φαίνεται η σχέση, στην οποία αναφέρθηκα στο σημείο 35 των ανά χείρας προτάσεων, μεταξύ της ενστάσεως απαραδέκτου της προσφυγής την οποία προέβαλε η Επιτροπή και της ακυρότητας την οποία προέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία.
71 – Σημεία 52 επ. των ανά χείρας προτάσεων.
72 – Βλ. το νομικό πλαίσιο που διευκρινίστηκε στα σημεία 14 έως 17 των ανά χείρας προτάσεων.
73 – Βλ. σημείο 11 των ανά χείρας προτάσεων.
74 – Βλ. σημείο 12 των ανά χείρας προτάσεων.
75 – Όταν, κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ της 19ης Φεβρουαρίου 1992, ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής παρουσίασε τις χρηματικές ποινές που αντιστοιχούν στα έξι κράτη μέλη, των οποίων οι δαπάνες ως προς τα ΣΑΑ ήσαν χαμηλότερες από το όριο του 75 % εκείνων που είχαν προβλεφθεί, ο κανονισμός 1750/1999 εξακολουθούσε να είναι εν ισχύι.
76 – Οι ημερομηνίες αυτές αντιστοιχούν στην υποβολή των τριών σχεδίων. Βλ. σημεία 20 και 21.
77 – Άρθρο 44 του κανονισμού 1257/1999· βλ. σημείο 4 των ανά χείρας προτάσεων.
78 – Βλ. σημεία 13 και 79 έως 81 των ανά χείρας προτάσεων.
79 – Οι δύο διατάξεις είναι πανομοιότυπες και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο από νομική άποψη το αν η παραπομπή γίνεται στη μια ή στην άλλη διάταξη· για τον λόγο αυτό, οι διατάξεις αυτές εξετάζονται από κοινού. Βλ. σημείο 65 των ανά χείρας προτάσεων.
80 – Προπαρατεθείς στην υποσημείωση 36 των ανά χείρας προτάσεων.
81 – Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 296/1996 αναγνωρίζει ότι «οι ανακοινώσεις σχετικά με τα ποσοτικά στοιχεία μπορούν να εμπεριέχουν έναν ορισμένο βαθμό ανακρίβειας που εξηγείται, μεταξύ άλλων, από τα διοικητικά προβλήματα που συνδέονται με την κατάρτισή τους· ότι το ίδιο ισχύει για τις προβλέψεις δαπανών οι οποίες, αν και θα έπρεπε να είναι αξιόπιστες, λόγω της φύσης τους έχουν έναν κατά προσέγγιση χαρακτήρα».
82 – Όσον αφορά τον σκοπό, το Δικαστήριο επεσήμανε, στην απόφαση της 22ας Απριλίου 1999, C-28/94, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-1973), ότι «η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών αποσκοπεί να εξασφαλίσει ότι οι πιστώσεις που τέθηκαν στη διάθεση των κρατών μελών χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες που ισχύουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών» (σκέψη 38)· στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1988, 349/85, Δανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 169, σκέψη 19). Ως προς το ιστορικό των νομικών ρυθμίσεων σχετικά με τη χρηματοδότηση του ΕΓΤΠΕ και τον υπολογισμό των προκαταβολών, βλ. σημείο 3 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση Γερμανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 69. Όσον αφορά τις διαφορετικές πληροφορίες, βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1258/1999, που επαναλαμβάνεται στο σημείο 14 των ανά χείρας προτάσεων.
83 – Άρθρο 7, παράγραφοι 2, 3 και 4, ιδίως, του κανονισμού 1258/1999. Βλ. σημεία 15 έως 18 των ανά χείρας προτάσεων.
84 – Τούτο συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία η Επιτροπή υπολογίζει τις πραγματικές δαπάνες σε 197 323 332,52 ευρώ, ενώ, στους εγκεκριμένους λογαριασμούς, το ποσό ανέρχεται σε 197 757 664,51 ευρώ. Η διαφορά εξηγείται, κατά την Πορτογαλική Δημοκρατία (σημεία 94 και 118 του δικογράφου της προσφυγής), από τους τόκους επί των ποσών που ανακτήθηκαν ή καταβλήθηκαν εκπροθέσμως.
85 – Άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1258/1999. Βλ. υποσημείωση 27 των ανά χείρας προτάσεων.
86 – Υπ’ αυτήν την έννοια, υπογραμμίζω ότι τα πρακτικά της συνεδριάσεως της επιτροπής του ΕΓΤΠΕ της 22ας Ιανουαρίου 2000 αναφέρουν ότι το σημείο σχετικά με την ενημέρωση για τις χρηματικές ποινές που πρέπει να επιβληθούν σε ορισμένα κράτη μέλη λόγω μη τηρήσεως των προβλέψεων δαπανών αποσύρθηκε από την ημερήσια διάταξη ακριβώς επειδή, προκειμένου να καθοριστούν οι χρηματικές ποινές, ήταν αναγκαίο να καταστεί γνωστό το ποσό των δαπανών που αντιστοιχεί στο εν λόγω οικονομικό έτος, ποσό το οποίο θα καθίστατο γνωστό μόνο μετά τις 31 Ιανουαρίου 2002. Βλ, συναφώς, σημείο 24, στοιχείο α΄, των ανά χείρας προτάσεων.
87 – Απόφαση Δανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 82, σκέψη 19.
88 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 69.
89 – Σημεία 66 έως 72 των ανά χείρας προτάσεων.
90 – Αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1982, 21/81, Bout (Συλλογή 1982, σ. 381), και της 15ης Ιουλίου 1993, C-34/92, Grusa Fleisch (Συλλογή 1993, σ. Ι-4147).
91 – Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 131/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 905, σκέψη 37).
92 – Απόφαση της 20ής Μαΐου 1959, 18/57, Nold κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 323), και μεταγενέστερες αποφάσεις.
93 – Αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-395), και της 15ης Απριλίου 1997, C-22/94, Irish Farmers Association κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-1809).
94 – Στα σημεία 98 και 121 του δικογράφου της προσφυγής μνημονεύεται ότι, αν ληφθούν υπόψη τα ποσά που αναγράφονται στον «πίνακα 104» της δηλώσεως ΕΓΤΠΕ (τμήμα Εγγυήσεων) 2001 που αφορούν τον μήνα Οκτώβριο του 2001, παράρτημα A.12, η οποία περιέχει το σύνολο των ποσών για το οικονομικό έτος 2001, «προκύπτει το ποσό που μνημονεύεται στην απόφαση».
95 – Επ’ αυτού ειδικότερα, βλ. σημείο 24 των ανά χείρας προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy