ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 11ης Μαρτίου 2004(1)
Υπόθεση C-262/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας
και
υπόθεση C-429/02
Bacardi France
κατά
Télévision Française TF1 κ.λπ.
[αίτηση του Cour de cassation (Γαλλία )για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
Οδηγία 89/552 – Τηλεοπτική διαφήμιση – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Τηλεοπτική διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών – Απαγόρευσή της σε κράτος μέλος – Ενδεχόμενη αντίθεση προς το κοινοτικό δίκαιο
1. Στην υπόθεση C-262/02, που έχει ως αντικείμενο προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του ζητήματος αν είναι σύμφωνη προς το άρθρο 49 ΕΚ η γαλλική κανονιστική ρύθμιση που απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση στη Γαλλία αθλητικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη, όταν στον χώρο των εκδηλώσεων διαφημίζονται, με διαφημιστικές πινακίδες, οινοπνευματώδη ποτά, των οποίων η τηλεοπτική διαφήμιση απαγορεύεται στη Γαλλία.
2. Η ίδια κανονιστική ρύθμιση αποτελεί αντικείμενο των δύο προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε στο Δικαστήριο, με απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2002, το Cοur de cassatiοn (Γαλλία), στην υπόθεση C-429/02. Ειδικότερα, στην υπόθεση αυτή, το γαλλικό δικαστήριο ερωτά αν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, όπως η προαναφερθείσα ρύθμιση της Γαλλίας, είναι σύμφωνη προς την οδηγία 89/552 και προς το άρθρο 49 EΚ.
3. Όπως είναι προφανές, οι δύο υποθέσεις αφορούν τον ίδιο εθνικό νόμο και ζητήματα που κατά το πλείστον συμπίπτουν. Επομένως, επιβάλλεται η από κοινού εξέτασή τους.
I – Νομικό πλαίσιο
Α – Α – Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
4. Όσον αφορά την κοινοτική ρύθμιση, πρέπει να επισημανθεί ότι, ως γνωστόν, το άρθρο 49 ΕΚ εγγυάται την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εντός της Κοινότητας.
5. Επιπλέον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το άρθρο 46 ΕΚ, που, δυνάμει του άρθρου 55 ΕΚ, εφαρμόζεται στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δεν επιτρέπει την εφαρμογή νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που περιορίζουν την εν λόγω ελευθερία, αν οι διατάξεις αυτές δικαιολογούνται από λόγους δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας.
Η οδηγία 89/552
6. H υπόθεση C-429/02 αφορά ομοίως την οδηγία 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989 (ήτοι οδηγία για την τηλεόραση χωρίς σύνορα, στο εξής: οδηγία 89/552) (2) .
7. Προκειμένου να διασφαλισθεί η ελεύθερη μετάδοση των τηλεοπτικών εκπομπών στο εσωτερικό της Κοινότητας, η οδηγία 89/552 συντονίζει ορισμένους τομείς των τηλεοπτικών δραστηριοτήτων και ορίζει τις διατάξεις που πρέπει οπωσδήποτε να τηρούν οι εκπομπές που προβάλλονται από τηλεοπτικούς φορείς της Κοινότητας και προορίζονται να μεταδοθούν εντός αυτής (δέκατη τρίτη και δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη).
8. Επιπλέον, προς επίτευξη του σκοπού αυτού, η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση, αφενός, να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων της οδηγίας εκ μέρους των τηλεοπτικών οργανισμών που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους (άρθρο 3, παράγραφος 2) και, αφετέρου, να εξασφαλίζουν την ελευθερία λήψεως και να μην εμποδίζουν την αναμετάδοση στο έδαφός τους των τηλεοπτικών εκπομπών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη για λόγους που εμπίπτουν στους τομείς τους οποίους συντονίζει η οδηγία αυτή (άρθρο 2, παράγραφος 2).
9. Μεταξύ των τομέων που συντονίζει η οδηγία περιλαμβάνεται και ο τομέας της «τηλεοπτικής διαφημίσεως», στον οποίο αφιερώνονται ορισμένες διατάξεις που ορίζουν τις σχετικές βασικές έννοιες και ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες, τα όρια και τον χρόνο μεταδόσεως τέτοιου είδους διαφημίσεων.
10. Εν προκειμένω, κρίσιμο είναι το άρθρο 1, στοιχεία β΄ και γ΄, το οποίο ορίζει τα εξής:
[Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:]
«“τηλεοπτική διαφήμιση”, κάθε μορφή τηλεοπτικού μηνύματος που μεταδίδεται, έναντι αμοιβής ή ανάλογης πληρωμής, από μια δημόσια η ιδιωτική επιχείρηση στα πλαίσια εμπορικής, βιομηχανικής και βιοτεχνικής δραστηριότητας ή άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος, με σκοπό την προώθηση της παροχής αγαθών ή υπηρεσιών, έναντι πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων ακινήτων και υποχρεώσεων. [...]
“συγκεκαλυμμένη διαφήμιση”, η προφορική ή οπτική παρουσίαση σε προγράμματα εμπορευμάτων, υπηρεσιών, της επωνυμίας, του σήματος ή των δραστηριοτήτων ενός παραγωγού εμπορευμάτων ή ενός προσώπου που παρέχει υπηρεσίες, όταν η παρουσίαση αυτή γίνεται σκοπίμως από τον ραδιοτηλεοπτικό φορέα με διαφημιστικό σκοπό και ενδέχεται να παραπλανήσει το κοινό όσον αφορά τον χαρακτήρα αυτής της παρουσίασης. Μια παρουσίαση θεωρείται ότι γίνεται σκοπίμως όταν γίνεται έναντι αμοιβής ή ανάλογης πληρωμής.»
11. Το άρθρο 10 ορίζει:
«1. Η τηλεοπτική διαφήμιση πρέπει να αναγνωρίζεται εύκολα ως διαφήμιση και να διακρίνεται σαφώς από το υπόλοιπο πρόγραμμα με τη χρησιμοποίηση οπτικών ή/και ακουστικών μέσων επισήμανσης.
[…]
4. Απαγορεύεται η συγκεκαλυμμένη διαφήμιση.»
12. Το άρθρο 11 ορίζει τα εξής:
«1. Η διαφήμιση πρέπει να παρεμβάλλεται μεταξύ των εκπομπών. Με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ορίζονται στις παραγράφους 2 έως 5, η διαφήμιση μπορεί να παρεμβάλλεται και κατά τη διάρκεια των εκπομπών, εφόσον δεν θίγονται η αρτιότητα και η αξία των εκπομπών, λαμβάνοντας υπόψη τις φυσικές διακοπές του προγράμματος καθώς και τη διάρκεια και τη φύση του, και έτσι ώστε να μην θίγονται τα δικαιώματα των δικαιούχων τους.
2. Στις εκπομπές που αποτελούνται από αυτόνομα μέρη ή στις αθλητικές εκπομπές και στα γεγονότα και θεάματα ανάλογης διάρθρωσης που περιλαμβάνουν διαλείμματα, η διαφήμιση μπορεί να παρεμβάλλεται μόνο μεταξύ των αυτόνομων μερών ή στα διαλείμματα.
[…]»
13. Το άρθρο 15 προβλέπει ορισμένα κριτήρια τα οποία πρέπει να πληροί η τηλεοπτική διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών.
14. Πρέπει, τέλος, να υπομνησθεί ότι η οδηγία 89/552 τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/36 (3) , η οποία είναι μεταγενέστερη των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής.
Β – Β – Το εθνικό κανονιστικό πλαίσιο
α) Ο νόμος Eνin
15. Όσον αφορά το εθνικό κανονιστικό πλαίσιο, πρέπει καταρχάς να υπομνησθούν οι διατάξεις της γαλλικής νομοθεσίας περί τηλεοπτικής διαφημίσεως οινοπνευματωδών ποτών, αρχής γενομένης από τον νόμο 91-32, της 10ης Ιανουαρίου 1991, περί καταπολεμήσεως του εθισμού στη νικοτίνη και του αλκοολισμού (4) (στο εξής: νόμος Eνin), ο οποίος τροποποίησε το άρθρο L.17 του «cοde des débits de bοissοns»(στο εξής: CDB) (5) .
16. Ο νόμος Ενin στηρίζεται στην αρχή κατά την οποία απαγορεύεται κάθε μη ρητώς επιτρεπομένη μορφή διαφημίσεως οινοπνευματωδών ποτών (ήτοι ποτών με περιεκτικότητα οινοπνεύματος ανώτερη του 1,2 βαθμού). Κατ’ εφαρμογήν της αρχής αυτής, η τηλεοπτική διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών, εφόσον δεν επιτρέπεται ρητώς από το άρθρο 17 του CDB, απαγορεύεται.
17. Η απαγόρευση αυτή επικυρώθηκε ρητώς από το άρθρο 8 του διατάγματος 92-280, της 27ης Μαρτίου 1992, περί τηλεοπτικών διαφημίσεων και χορηγιών (6) , το οποίο ορίζει:
«Απαγορεύεται η διαφήμιση που αφορά, αφενός, τα προϊόντα των οποίων η τηλεοπτική διαφήμιση αποτελεί αντικείμενο νομοθετικής απαγορεύσεως και, αφετέρου, τα ακόλουθα προϊόντα και τους ακόλουθους οικονομικούς τομείς:
ποτά με περιεκτικότητα οινοπνεύματος ανώτερη του 1,2 βαθμού [...]».
18. Η παράβαση των διατάξεων του νόμου Ενin αποτελεί «πλημμέλημα» κατά το γαλλικό ποινικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, το άρθρο L.21 του CDB ορίζει:
«Η παράβαση των διατάξεων των άρθρων L.7, L.18, L.19 και L.20 τιμωρείται με χρηματική ποινή 500 000 γαλλικών φράγκων. Το ανώτατο όριο της χρηματικής ποινής δύναται να αυξηθεί έως το 50 % του ποσού που δαπανήθηκε για την παράνομη διαφήμιση.
Σε περίπτωση υποτροπής, το δικαστήριο δύναται να απαγορεύσει, επί χρονικό διάστημα ενός έως πέντε ετών, την πώληση του οινοπνευματώδους ποτού που αποτέλεσε αντικείμενο της παράνομης διαφημίσεως.»
β) Τα ληφθέντα από το CSA μέτρα
19. Επιπλέον, σημαντικό είναι το έργο που έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο του σχετικού ελέγχου, στο «Cοnseil supérieur de l’audiονisuel» (ανώτατο ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο, στο εξής: CSA), το οποίο δύναται να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις στους γαλλικούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς που δεν τηρούν τις διατάξεις του νόμου Ενin.
20. Στο πλαίσιο αυτού του έργου, το CSA, έχοντας διαπιστώσει ότι κατά τη διάρκεια της μεταδόσεως στη Γαλλία ορισμένων αθλητικών εκδηλώσεων από την αλλοδαπή προβάλλονταν στην οθόνη πινακίδες όπου διαφημίζονταν οινοπνευματώδη ποτά (7) και κρίνοντας ότι αυτή η μορφή τηλεοπτικής διαφημίσεως ήταν αντίθετη προς τον νόμο, υπενθύμισε σε ορισμένους γαλλικούς τηλεοπτικούς φορείς την υποχρέωση τηρήσεως των διατάξεων του εν λόγω νόμου, προβαίνοντας μάλιστα και στην υποβολή σχετικών μηνύσεων (8) .
21. Η εν λόγω αρχή επεξεργάσθηκε έναν «κώδικα δεοντολογίας», προκειμένου να καταστήσει γνωστή την κατά τη γνώμη της ερμηνεία των διατάξεων του νόμου Ενin όσον αφορά τις μεταδόσεις αθλητικών εκδηλώσεων στο πλαίσιο των οποίων προβάλλονται διαφημίσεις οινοπνευματωδών ποτών (π.χ. σε διαφημιστικές πινακίδες τοποθετημένες στον περίγυρο του αγωνιστικού χώρου) (9) .
22. Ο εν λόγω κώδικας, ο οποίος αποκλείει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ γαλλικών και ξένων οινοπνευματωδών ποτών, απαιτεί, ειδικότερα, τη μεγαλύτερη δυνατή επαγρύπνηση των διαφημιστών, των ενδιάμεσων φορέων, των αθλητικών ομοσπονδιών και των τηλεοπτικών σταθμών για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τέτοιες διαφημίσεις προβάλλονται κατά τη διάρκεια αθλητικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό. Στις περιπτώσεις αυτές, οι σταθμοί που μεταδίδουν στη Γαλλία τις εικόνες των εκδηλώσεων θα πρέπει να μην επιδεικνύουν ανοχή έναντι των διαφημίσεων που προβάλλονται στον χώρο αυτών των εκδηλώσεων, να μη μετέχουν στην τοποθέτηση των διαφημιστικών πινακίδων και να αποφεύγουν, στο μέτρο του δυνατού, την προβολή τους στην τηλεόραση.
23. Ο γενικός αυτός κανόνας εξειδικεύεται, εν συνεχεία, μέσω της διακρίσεως μεταξύ «διεθνών εκδηλώσεων» και «λοιπών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό». Στην περίπτωση των «διεθνών εκδηλώσεων», οι οποίες μεταδίδονται σε μεγάλο αριθμό χωρών και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ότι απευθύνονται κυρίως στο γαλλικό κοινό, οι τηλεοπτικοί σταθμοί δεν μπορούν να κατηγορηθούν για ανοχή, ακόμη και αν οι διαφημίσεις εμφανίζονται στην οθόνη, καθόσον μεταδίδονται εικόνες των οποίων οι συνθήκες λήψεως δεν ελέγχονται. Αντιθέτως, διαφορετική είναι η αντιμετώπιση των «λοιπών εκδηλώσεων», των οποίων η μετάδοση θεωρείται ότι απευθύνεται ειδικά στο γαλλικό κοινό. Στην περίπτωση αυτή, όταν οι ισχύουσες στη χώρα φιλοξενίας ρυθμίσεις επιτρέπουν τη διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών στους αγωνιστικούς χώρους, όσοι έρχονται σε διαπραγματεύσεις με τους κατόχους τηλεοπτικών δικαιωμάτων οφείλουν να χρησιμοποιούν «κάθε διαθέσιμο μέσο» για να αποτρέπουν την εμφάνιση διαφημίσεων οινοπνευματωδών ποτών στη Γαλλία, ενημερώνοντας τους αλλοδαπούς αντισυμβαλλομένους για την ισχύουσα γαλλική ρύθμιση.
γ) Οι τροποποιήσεις του κώδικα δεοντολογίας
24. Μολονότι δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να υπομνησθεί ότι, από το 1999, ο κώδικας δεοντολογίας έχει επανειλημμένως τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα, στον εν λόγω κώδικα έχει προστεθεί παράρτημα που περιλαμβάνει τις διμερείς διεθνείς εκδηλώσεις (στο προηγούμενο καθεστώς καλούμενες «λοιπές εκδηλώσεις»). Ο κατάλογος αυτός, το περιεχόμενο του οποίου υπόκειτο σε τακτική επανεξέταση, περιλάμβανε: τους φιλικούς αγώνες· τους αγώνες για πρόκριση στην τελική φάση διοργανώσεων· τους αγώνες του κυπέλλου ποδοσφαίρου inter-tοtο· τους προκριματικούς (τους προ της επιλογής των οχτώ ομάδων της τελικής φάσεως) αγώνες του κυπέλλου ποδοσφαίρου UEFA. Επιπλέον, προβλεπόταν ότι οι περιληφθείσες στην εν λόγω κατηγορία εκδηλώσεις μπορούσαν να χαρακτηρισθούν «διεθνείς εκδηλώσεις» σε περίπτωση «ιδιαίτερης φήμης» μιας εκ των ομάδων ή ενός εκ των αθλητών που συμμετείχαν στον αγώνα (10) . Τέλος, χορηγήθηκε στους γαλλικούς τηλεοπτικούς φορείς η δυνατότητα να ζητούν τη γνωμοδότηση του CSA για τον χαρακτήρα μιας αθλητικής εκδηλώσεως που πρόκειται να μεταδοθεί ως «πολυμερούς» ή «διμερούς» διεθνούς εκδηλώσεως.
25. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι κατά το διάστημα 2000 έως 2001 επήλθαν πρόσθετες τροποποιήσεις στον κώδικα δεοντολογίας. Ειδικότερα: μειώθηκε ο αριθμός των εκδηλώσεων που περιλαμβάνονταν στην κατηγορία των «διμερών διεθνών εκδηλώσεων» (11) · διευρύνθηκε και αποσαφηνίσθηκε η διαδικασία διαβουλεύσεως με το CSA και παρασχέθηκε σε όλους τους ενδιαφερομένους το δικαίωμα να ζητούν από τη διοικητική αυτή αρχή πληροφορίες για τους όρους εφαρμογής του κώδικα και να λαμβάνουν απάντηση εντός μέγιστης προθεσμίας τριών εβδομάδων· τέλος, υπήρξε πρόβλεψη για ευρεία δημοσιοποίηση του εν λόγω κώδικα μέσω της δημοσιεύσεώς του στο Bulletin οfficiel du Ministère de la jeunesse et des spοrts, στην περιοδική έκδοση «La lettre du CSA» και στον δικτυακό τόπο του CSA.
II – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η υπόθεση C-262/02
26. Από το τέλος του 1995 άρχισαν να περιέρχονται στην Επιτροπή πολλές καταγγελίες ιδιωτών, οι οποίες επισήμαιναν τις δυσκολίες που προκαλούσε η εφαρμογή του νόμου Eνin στη μεトάδοση στη Γαλλία αθλητικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνταν σε άλλα κράτη μέλη και στην απόκτηση, εκ μέρους των παραγωγών οινοπνευματωδών ποτών, χώρου στις διαφημιστικές πινακίδες που ήταν τοποθετημένες στον χώρο αυτών των εκδηλώσεων.
27. Κατόπιν αυτών των καταγγελιών, η Επιτροπή απηύθυνε στη Γαλλία, στις 21 Αυγούστου 1995, έγγραφο οχλήσεως. Ακολούθησε αιτιολογημένη γνώμη της 21ης Νοεμβρίου 1996, με την οποία η Επιτροπή προσήψε στην Γαλλία παράβαση των διατάξεων του άρθρου 59 της Συνθήκης EΚ (νυν άρθρο 49 EΚ).
28. Η Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν ικανοποιήθηκε από τις απαντήσεις της Γαλλίας και από τις τροποποιήσεις του κώδικα δεοντολογίας στις οποίες αυτή προέβη μετά τη λήψη της αιτιολογημένης γνώμης, με προσφυγή που άσκησε στις 16 Iουλίου 2002 ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι «η Γαλλική Δημοκρατία, εξαρτώντας την τηλεοπτική μετάδοση στη Γαλλία, από γαλλικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, αθλητικών εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα στο έδαφος άλλων κρατών μελών από την προηγούμενη κατάργηση των διαφημίσεων οινοπνευματωδών ποτών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ».
29. Με διάταξη της 3ης Δεκεμβρίου 2002, το Δικαστήριο επέτρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβει στην παρούσα υπόθεση, κατά το άρθρο 93, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
Η υπόθεση C-429/02
30. Στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης εμπλέκονται τέσσερις εταιρίες: η Bacardi France SAS (στο εξής: Bacardi), η Téléνisiοn Française TF1 SA (στο εξής: TF1), ο όμιλος Jean-Claude Darmοn SA (στο εξής: Darmοn) και η Girοspοrt SARL (στο εξής: Girοspοrt). Η Bacardi είναι γαλλική εταιρία που δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία οινοπνευματωδών ποτών· η TF1 είναι γαλλικός τηλεοπτικός οργανισμός· η Darmοn και η Girοspοrt είναι εταιρίες γαλλικού δικαίου, η δραστηριότητα των οποίων συνίσταται στη διαπραγμάτευση τηλεοπτικών δικαιωμάτων αθλητικών εκδηλώσεων.
31. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η TF1, προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του κώδικα δεοντολογίας τον οποίο επεξεργάσθηκε το CSA, όχλησε την Darmοn και τη Girοspοrt «να λάβουν, κατά τον χρόνο αποκτήσεως των δικαιωμάτων μεταδόσεως [των αθλητικών συναντήσεων] για λογαριασμό της TF1, όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή της εμφανίσεως στην οθόνη σημάτων οινοπνευματωδών ποτών» (12) .
32. Από τη δικογραφία προκύπτει εξάλλου ότι, επ’ ευκαιρία αθλητικών συναντήσεων που πραγματοποιήθηκαν στην αλλοδαπή και θα μεταδίδονταν στη Γαλλία, ορισμένοι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι αρνήθηκαν να αναρτήσουν στις πινακίδες των σταδίων διαφημίσεις των οινοπνευματωδών προϊόντων της Bacardi.
33. Η Bacardi, θεωρώντας ότι η άρνηση αυτή οφειλόταν στις πιέσεις που ασκούσαν στους ξένους ομίλους η Darmοn και η Girοspοrt κατόπιν αιτήματος της TF1 και ότι οι πιέσεις αυτές ασκούνταν μόνον όταν οι διαφημίσεις αφορούσαν γαλλικά ποτά, ζήτησε από το Tribunal de cοmmerce de Paris να διατάξει την παύση της διακριτικής αυτής μεταχειρίσεως εκ μέρους των εν λόγω εταιριών.
34. Δεδομένου ότι το αίτημα αυτό απορρίφθηκε τόσο πρωτοβαθμίως όσο και κατ’ έφεσιν, η Bacardi άσκησε αναίρεση ενώπιον του Cοur de cassatiοn. Το Cοur de cassatiοn, έχοντας αμφιβολίες για τη συμφωνία της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως με την οδηγία 89/552 και με το άρθρο 49 EΚ, υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 EΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αντιτίθεται η οδηγία 89/552/ΕΟΚ, της 3ης Οκτωβρίου 1989, γνωστή ως “Τηλεόραση χωρίς σύνορα”, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την οδηγία 97/36/ΕΚ, της 30ής Iουνίου 1997, στο να απαγορεύουν εθνικές διατάξεις όπως αυτές των άρθρων L.17 έως L.21 του γαλλικού κώδικα περί καταστημάτων πωλήσεως ποτών και του άρθρου 8 του διατάγματος 92-280 της 27ης Μαρτίου 1992, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας και επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, τη διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών, προελεύσεως είτε του εν λόγω κράτους μέλους ή άλλων κρατών μελών της Ενώσεως, στην τηλεόραση, είτε πρόκειται για διαφημιστικά μηνύματα υπό την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας ή για έμμεση διαφήμιση που συνίσταται στην εμφάνιση στην τηλεόραση πανώ με τα οποία διαφημίζονται οινοπνευματώδη ποτά χωρίς ωστόσο να πρόκειται για συγκεκαλυμμένη διαφήμιση [του] άρθρου 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας;
2) Πρέπει το άρθρο 49 της Συνθήκης ΕΚ και η αρχή της ελεύθερης μεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών εντός της Ενώσεως να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι απαγορεύουν εθνικό νόμο, όπως τα άρθρα L.17 έως L.21 του γαλλικού κώδικα περί καταστημάτων πωλήσεως ποτών και το άρθρο 8 του διατάγματος 92-280 της 27ης Μαρτίου 1992, ο οποίος απαγορεύει, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας και επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, τη διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών, προελεύσεως είτε του εν λόγω κράτους μέλους είτε άλλων κρατών μελών της Ενώσεως, στην τηλεόραση, είτε πρόκειται για διαφημιστικά μηνύματα υπό την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας ή για έμμεση διαφήμιση που συνίσταται στην εμφάνιση στην τηλεόραση πανώ για τη διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών χωρίς ωστόσο να πρόκειται για συγκεκαλυμμένη διαφήμιση [του] άρθρου 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, όταν ο νόμος αυτός έχει ως αποτέλεσμα οι επιφορτισμένοι με τη διάθεση και τη μετάδοση των τηλεοπτικών προγραμμάτων επιχειρηματίες:
α) να αποτρέπονται από τη διάθεση τηλεοπτικών προγραμμάτων, όπως ιδίως η αναμετάδοση αθλητικών συναντήσεων, είτε αυτές πραγματοποιούνται στη Γαλλία είτε σε άλλες χώρες της Ενώσεως, όταν σε αυτά εμφανίζονται διαφημίσεις οι οποίες απαγορεύονται από τον γαλλικό κώδικα περί καταστημάτων πωλήσεως ποτών·
β) ή να προβαίνουν στη διάθεση τηλεοπτικών προγραμμάτων υπό την προϋπόθεση ότι δεν εμφανίζονται οι διαφημίσεις που απαγορεύει ο γαλλικός κώδικας περί καταστημάτων πωλήσεως ποτών, απαγορεύοντας έτσι τη σύναψη διαφημιστικών συμβάσεων σχετικών με οινοπνευματώδη ποτά είτε αυτά προέρχονται από την εν λόγω χώρα ή από άλλα κράτη μέλη της Ενώσεως.»
35. Στο πλαίσιο της κινηθείσας διαδικασίας, η Bacardi και η TF1, η Γαλλική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις.
36. Για την παρούσα υπόθεση και για την υπόθεση C-262/02 διεξήχθη, στις 25 Νοεμβρίου 2003, κοινή συνεδρίαση, στην οποία έλαβαν μέρος η Bacardi, η Γαλλική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή.
III – Νομική ανάλυση
Εισαγωγή
37. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τα κύρια ζητήματα των δύο υποθέσεων κατά το πλείστον ταυτίζονται. Συνεπώς, θα εξετασθούν από κοινού· προηγουμένως, όμως, θα πρέπει να γίνουν κάποιες διευκρινίσεις όσον αφορά τα προδικαστικά ερωτήματα που ανέκυψαν στην υπόθεση C-429/02.
38. Όπως έχει προαναφερθεί, στην υπόθεση αυτή υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα με τα οποία ζητείται να διευκρινισθεί αν αντιβαίνει στην οδηγία 89/552 και στο άρθρο 49 EΚ νόμος ο οποίος, όπως ο γαλλικός, απαγορεύει την τηλεοπτική διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών, είτε πρόκειται για άμεση διαφήμιση υπό τη μορφή διαφημιστικών μηνυμάτων είτε για έμμεση διαφήμιση που συνίσταται στην τηλεοπτική μετάδοση εικόνων διαφημιστικών πινακίδων τοποθετημένων στον χώρο των αθλητικών εκδηλώσεων.
39. Το περιεχόμενο αυτών των ερωτημάτων επιβάλλει, κατά την άποψή μου, ορισμένες παρατηρήσεις.
40. Καταρχάς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, η ανάλυση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να περιορισθεί στα άρθρα L.17-L.21 του CDB και 8 του διατάγματος 92-280, στα οποία αναφέρεται ρητώς το εθνικό δικαστήριο, αλλά πρέπει να επεκταθεί απαραιτήτως και στα μέτρα που έλαβε το CSA κατ’ εφαρμογήν αυτών των διατάξεων. Ειδικότερα, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο καταρτισθείς από την εν λόγω αρχή κώδικας δεοντολογίας, ο οποίος, όπως ήδη τονίστηκε και όπως προκύπτει από τη δικογραφία, επιβάλλει στα μέρη που διαπραγματεύονται την απόκτηση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων αθλητικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται στην αλλοδαπή, αλλά δεν μεταδίδονται «σε μεγάλο αριθμό χωρών» και αφορούν «ειδικά το γαλλικό κοινό» («λοιπές εκδηλώσεις»), να χρησιμοποιούν «κάθε διαθέσιμο μέσο» για να αποτρέπουν, κατά τη μετάδοση τέτοιων εκδηλώσεων στη Γαλλία, την εμφάνιση διαφημίσεων οινοπνευματωδών ποτών.
41. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, οι ενέργειες της TF1, της Darmοn και της Girοspοrt, κατά των οποίων βάλλει η Bacardi, είναι απόρροια της βουλήσεως των νομικών αυτών προσώπων να συμμορφωθούν προς την πρακτική ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθέντων άρθρων L.17-L.21 του CDB και 8 του διατάγματος 92-280. Συνεπώς, φρονώ ότι, κατά την ανάλυση των δύο αυτών προδικαστικών ερωτημάτων, πρέπει να ληφθεί υπόψη η πρακτική αυτή, της οποίας τη σημασία για την ερμηνεία των εν λόγω άρθρων αναγνώρισε κατ’ ουσίαν το αιτούν δικαστήριο και η οποία αποτελεί το κύριο αντικείμενο των αιτιάσεων της Επιτροπής στην υπόθεση C-262/02. Αφετέρου, μια απάντηση του Δικαστηρίου που δεν θα λάμβανε υπόψη την πρακτική αυτή θα οδηγούσε σε μια αμιγώς συμβουλευτική γνωμοδότηση, αποκομμένη από τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, και θα ερχόταν σε σαφή αντίθεση με τη λειτουργία του θεσμού της προδικαστικής παραπομπής (13) .
42. Δεύτερον, θεωρώ ότι η ανάλυση, εκ μέρους του Δικαστηρίου, της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως πρέπει να εστιασθεί στο ζήτημα αν είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο η απαγόρευση της έμμεσης διαφημίσεως οινοπνευματωδών ποτών μέσω της τηλεοπτικής μεταδόσεως εικόνων διαφημιστικών πινακίδων τοποθετημένων στον χώρο των αθλητικών εκδηλώσεων. Πράγματι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η κύρια δίκη αφορά τη νομιμότητα των ενεργειών στις οποίες προέβησαν η TF1, η Darmοn και η Girοspοrt προκειμένου να συμμορφωθούν προς αυτή την απαγόρευση. Αντιθέτως, στην υπόθεση αυτή δεν ασκεί καμία επιρροή η απαγόρευση της άμεσης τηλεοπτικής διαφημίσεως, ακόμη και αν προβλέπεται από το γαλλικό δίκαιο. Φρονώ, ως εκ τούτου, ότι μια απάντηση του δικαστηρίου επί του ζητήματος της συμφωνίας της απαγορεύσεως αυτής με το κοινοτικό δίκαιο δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
43. Για τους λόγους αυτούς, φρονώ, συνεπώς, ότι τα υποβληθέντα από το Cοur de cassatiοn ερωτήματα πρέπει να εξετασθούν υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν η οδηγία 89/552 και το άρθρο 49 EΚ αντιτίθενται σε κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία, όπως η γαλλική, απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση στην επικράτεια κράτους μέλους αθλητικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίες δεν μεταδίδονται σε μεγάλο αριθμό χωρών αλλά αφορούν ειδικά το εθνικό κοινό, εφόσον κατά τη μετάδοση αυτή προβάλλονται διαφημιστικές πινακίδες τοποθετημένες στον χώρο των εκδηλώσεων με τις οποίες διαφημίζονται προϊόντα (εν προκειμένω, οινοπνευματώδη ποτά) των οποίων η τηλεοπτική διαφήμιση απαγορεύεται στο κράτος μέλος όπου μεταδίδονται οι εκδηλώσεις αυτές.
44. Υπό την έννοια αυτή, το δεύτερο ερώτημα που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-429/02 και το petitum της προσφυγής λόγω παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή στην υπόθεση C-262/02 εν τέλει ταυτίζονται, καθώς και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να καθοριστεί αν η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση, όπως την ερμήνευσε και την εφάρμοσε το CSA, είναι σύμφωνη προς το άρθρο 49 EΚ.
45. Αυτό αποτελεί, όπως είναι προφανές, το κύριο και, επαναλαμβάνω, κοινό σημείο των δύο υποθέσεων. Πριν ωστόσο επιχειρηθεί η εξέτασή του, πρέπει να επισημανθεί ένα ακόμη στοιχείο που αφορά μόνο την υπόθεση της προδικαστικής παραπομπής. Πρόκειται για το ζήτημα αν η νομιμότητα της επίμαχης γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως μπορεί να αποκλεισθεί για τον λόγο ότι αντιβαίνει στις διατάξεις της οδηγίας 89/552.
Επί της οδηγίας 89/552
46. Επί του ζητήματος αυτού οι παρατηρήσεις μου θα είναι σύντομες, διότι φρονώ, όπως όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής (πλην της TF1), ότι η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον η τηλεοπτική μετάδοση εικόνων διαφημιστικών πινακίδων από χώρους αθλητικών εκδηλώσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί «τηλεοπτική διαφήμιση» και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτής της οδηγίας.
47. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται με σαφήνεια, κατά την άποψή μου, από τα άρθρα 1, 10 και 11 της οδηγίας.
48. Το άρθρο 1, στοιχείο β΄, ορίζει ως «τηλεοπτική διαφήμιση» «κάθε μορφή τηλεοπτικού μηνύματος που μεταδίδεται, έναντι αμοιβής ή ανάλογης πληρωμής [...] με σκοπό την προώθηση της παροχής αγαθών ή υπηρεσιών [...]» (14) .
49. Επομένως, η διάταξη αυτή αναφέρεται σε τηλεοπτικές μεταδόσεις ειδικά προορισμένες για διαφημιστική προβολή, για τις οποίες καταβάλλεται αμοιβή στον τηλεοπτικό φορέα. Αντιθέτως, στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως δεν εμπίπτουν τα μηνύματα άλλης φύσεως, όπως τα αναγραφόμενα σε πινακίδες που εμφανίζονται κατά τη μετάδοση μιας αθλητικής εκδηλώσεως, για τα οποία οι τηλεοπτικοί φορείς δεν λαμβάνουν κάποιο αντάλλαγμα.
50. Τα άρθρα 10 και 11 ορίζουν ότι η διαφήμιση «πρέπει να [...] διακρίνεται σαφώς από το υπόλοιπο πρόγραμμα» (άρθρο 10, παράγραφος 1) και ότι «στις εκπομπές που αποτελούνται από αυτόνομα μέρη ή στις αθλητικές εκπομπές και στα γεγονότα και θεάματα ανάλογης διάρθρωσης που περιλαμβάνουν διαλείμματα, [η διαφήμιση] μπορεί να παρεμβάλλεται μόνο μεταξύ των αυτόνομων μερών ή στα διαλείμματα» (άρθρο 11, παράγραφος 2).
51. Όπως, όμως, τόνισαν ορθώς το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή, μόνον τα τηλεοπτικά μηνύματα που αποσκοπούν ειδικά στην προώθηση αγαθών ή υπηρεσιών στην τηλεόραση μπορούν να πληρούν αυτά τα κριτήρια και να παρεμβάλλονται, κατά την έννοια της οδηγίας, μεταξύ των αυτόνομων μερών ή στα διαλείμματα κατά τρόπο ώστε να διακρίνονται σαφώς από το υπόλοιπο πρόγραμμα.
52. Αντιθέτως, οι εικόνες διαφημιστικών πινακίδων τοποθετημένων, κατά τη μετάδοση μιας αθλητικής εκδηλώσεως, στον περίγυρο του αγωνιστικού χώρου εμφανίζονται κατ’ ανάγκην καθ’ όλη τη διάρκεια της εκδηλώσεως, χωρίς να μπορούν να διακριθούν κατά τρόπο σαφή από τις εικόνες της αθλητικής εκδηλώσεως. Θα ήταν, ωστόσο, παράλογο να θεωρηθεί ότι η οδηγία 89/552 διέπει και αυτή τη μορφή έμμεσης διαφημίσεως, καθώς η ίδια η φύση αυτής της διαφημίσεως δεν καθιστά δυνατή την τήρηση των διατάξεων της οδηγίας.
53. Συνάγεται, επομένως, ως προς το ζήτημα αυτό, ότι η οδηγία 89/552 δεν αντιτίθεται σε κανονιστική ρύθμιση η οποία, όπως η γαλλική, απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση στην επικράτεια κράτους μέλους αθλητικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη, όταν κατά τη μετάδοση αυτή προβάλλονται διαφημιστικές πινακίδες τοποθετημένες στον χώρο των εκδηλώσεων στις οποίες διαφημίζονται προϊόντα (εν προκειμένω, οινοπνευματώδη ποτά) η τηλεοπτική διαφήμιση των οποίων απαγορεύεται στο κράτος μέλος όπου μεταδίδονται οι εκδηλώσεις αυτές.
Επί του άρθρου 49 EΚ
54. Όπως έχει ήδη επανειλημμένα επισημανθεί, η προσφυγή λόγω παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Cοur de cassatiοn θέτουν το ίδιο ζήτημα. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για το ζήτημα αν η γαλλική κανονιστική ρύθμιση, όπως την ερμήνευσε και την εφάρμοσε το CSA, είναι σύμφωνη προς το άρθρο 49 EΚ.
55. Η Επιτροπή, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Bacardi υποστηρίζουν ότι τα επίμαχα μέトρα συνιστούν περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών διασυνοριακού χαρακτήρα, ο οποίος είναι δυσανάλογος προς τον σκοπό προστασίας της δημόσιας υγείας και προλήψεως της απάτης. Αντιθέτως, η Γαλλία, μολονότι αναγνωρίζει ότι η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση εισάγει περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, φρονεί ότι ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας και ότι δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
1) Επί της υπάρξεως περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
56. Συνεπώς, το πρώτο ζήτημα στο οποίο πρέπει να δοθεί απάντηση είναι αν τα υιοθετηθέντα από το CSA μέτρα και, ειδικότερα, ο κώδικας δεοντολογίας στην αρχική του μορφή, εισάγουν περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 49 ΕΚ.
57. Πάντως, μεταξύ των μετεχόντων στις δύο διαδικασίες δεν φαίνεται να υφίσταται πραγματική απόκλιση θέσεων ως προς την ύπαρξη του εν λόγω περιορισμού, καθώς η θέση της Bacardi, της Επιτροπής και του Ηνωμένου Βασιλείου επ’ αυτού του σημείου δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από τη Γαλλία.
58. Ειδικότερα, δεν αμφισβητήθηκε ότι τα υιοθετηθέντα από το CSA μέτρα εισάγουν περιορισμό στην ελεύθερη παροχή τριών ειδών υπηρεσιών διασυνοριακού χαρακτήρα: i) της μεταδόσεως, από τους γαλλικούς τηλεοπτικούς φορείς, διμερών διεθνών αθλητικών εκδηλώσεων πραγματοποιούμενων στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια των οποίων εμφανίζονται διαφημίσεις οινοπνευματωδών ποτών, ii) της πωλήσεως εκ μέρους των διοργανωτών αυτών των εκδηλώσεων των σχετικών τηλεοπτικών δικαιωμάτων στους γαλλικούς τηλεοπτικούς φορείς, και iii) τέλος, της πωλήσεως στις εταιρίες εκμεταλλεύσεως διαφημιστικών πινακίδων που τοποθετούνται στις εγκαταστάσεις τέτοιων εκδηλώσεων χώρου για τη διαφήμιση οινοπνευματωδών προϊόντων. Με το δικόγραφο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή υποδήλωσε επίσης την ύπαρξη περιορισμού στη δραστηριότητα χορηγίας των ομάδων που συμμετέχουν στις διμερείς διεθνείς εκδηλώσεις (μέσω της εμφανίσεως, λόγου χάρη, του σήματος οινοπνευματωδών ποτών στις στολές των αθλητών). Όπως, ωστόσο, αναγνώρισε η ίδια η Επιτροπή, η αιτίαση αυτή δεν περιελήφθη στην αιτιολογημένη γνώμη και, συνεπώς, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της υποθέσεως C-262/02 (15) .
59. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, φρονώ ότι, μολονότι η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση επιβάλλει υποχρεώσεις μόνο στους γαλλικούς φορείς, θέτει άμεσο εμπόδιο στην πρόσβαση τόσο των Γάλλων επιχειρηματιών όσο και των επιχειρηματιών των άλλων κρατών μελών στην αγορά των συγκεκριμένων υπηρεσιών.
60. Πράγματι, όπως ήδη επισημάνθηκε, στην περίπτωση των «λοιπών εκδηλώσεων» ο κώδικας δεοντολογίας επιβάλλει στους φορείς που έρχονται σε διαπραγματεύσεις με τους κατόχους τηλεοπτικών δικαιωμάτων να χρησιμοποιούν «κάθε διαθέσιμο μέσο» προκειμένου να αποτρέπουν την εμφάνιση διαφημίσεων οινοπνευματωδών ποτών στη γαλλική τηλεόραση.
61. Φρονώ ότι μεταξύ των «μέσων» των οποίων τη χρήση επιβάλλει στους φορείς αυτούς ο κώδικας, για την επίτευξη του ως άνω αποτελέσματος, περιλαμβάνεται και η υποχρέωσή τους να μην αποκτούν τα τηλεοπτικά δικαιώματα μεταδόσεως των «λοιπών εκδηλώσεων» εάν προηγουμένως δεν εξασφαλίζουν την αφαίρεση των διαφημίσεων οινοπνευματωδών ποτών. Είναι, πράγματι, αναμφισβήτητο ότι το «μέσο» αυτό εμπίπτει στην κατηγορία των «μέσων που διαθέτουν» όσοι διαπραγματεύονται τηλεοπτικά δικαιώματα.
62. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση δεν αποτελεί εμπόδιο στην πρόσβαση στις προαναφερθείσες υπηρεσίες. Πράγματι, στην περίπτωση του αιτήματος περί αφαιρέσεως των επίμαχων διαφημίσεων μπορούν να παρουσιασθούν εναλλακτικώς οι δύο ακόλουθες καταστάσεις: αν οι διοργανωτές της αθλητικής εκδηλώσεως διατηρήσουν τις διαφημίσεις, δεν θα μπορέσουν να πωλήσουν τα τηλεοπτικά δικαιώματα της εκδηλώσεως και, συνεπώς, δεν θα είναι δυνατή η μετάδοση αυτής της εκδηλώσεως στη Γαλλία· αντιστρόφως, αν οι φορείς αυτοί προβούν στην αφαίρεση ή απαγορεύσουν εκ των προτέρων την τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων στον αγωνιστικό χώρο, οι εταιρίες εκμεταλλεύσεως των διαφημιστικών πινακίδων δεν θα μπορέσουν να πωλήσουν διαφημιστικό χώρο στους παραγωγούς οινοπνευματωδών ποτών και, αντιστοίχως, οι παραγωγοί δεν θα μπορέσουν να αγοράσουν αυτόν τον χώρο. Σε κάθε περίπτωση, η συμπεριφορά που επιβάλλει ο κώδικας δεοντολογίας σε όσους διαπραγματεύονται τηλεοπτικά δικαιώματα στερεί από τους διάφορους φορείς τη δυνατότητα να προσφέρουν ή να δεχθούν μια ή περισσότερες υπηρεσίες «διασυνοριακού χαρακτήρα εντός της Κοινότητας».
63. Δεν θα μπορούσε επίσης, εν προκειμένω, να αντιταχθεί ότι οι γαλλικοί τηλεοπτικοί σταθμοί θα μπορούσαν, αντί της αρνήσεως μεταδόσεως της «διμερούς διεθνούς εκδηλώσεως» λόγω της παρουσίας των επίμαχων διαφημίσεων, να προβούν, με τη βοήθεια των σύγχρονων τεχνικών αλλοιώσεως της εικόνας, σε εσκεμμένη αλλοίωση της εικόνας των πινακίδων που διαφημίζουν οινοπνευματώδη ποτά. Όπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή και αναγνώρισε η Γαλλία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πρόκειται πράγματι για πολύ σύνθετες τεχνικές, προϊόν των συστημάτων καθοδηγήσεως των πυραύλων, το κόστος των οποίων θα ήταν υπέρογκο για τους τηλεοπτικούς φορείς.
64. Δεν μπορεί, ομοίως, να αποκλεισθεί η ύπαρξη απαγορευμένου κατά το άρθρο 49 ΕΚ περιορισμού, για τον λόγο και μόνον ότι, όπως τόνισε το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση διέπει αδιακρίτως όλα τα οινοπνευματώδη ποτά και εφαρμόσθηκε στα ποτά αυτά από τους «επιφορτισμένους με τη διάθεση και τη μετάδοση των τηλεοπτικών προγραμμάτων επιχειρηματίες», ανεξαρτήτως αν «[τα ποτά]αυτά προέρχονται από την εν λόγω χώρα ή από άλλα κράτη μέλη της Ενώσεως» (16) .
65. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 49 EΚ δεν απαγορεύει μόνον τις διακρίσεις με βάση την εθνικότητα· το άρθρο αυτό απαγορεύει εν γένει κάθε περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών εκ μέρους φορέων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος (17) . Η εν λόγω διάταξη απαγορεύει, επομένως, και εθνικές διατάξεις που, μολονότι εφαρμόζονται αδιακρίτως, θίγουν άμεσα την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών των λοιπών κρατών μελών (18) .
66. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, εν προκειμένω συντρέχει αυτή ακριβώς η περίπτωση.
67. Συνεπώς, η θέση μου επί του ζητήματος αυτού είναι ότι τα μέτρα που έλαβε το CSA κατ’ εφαρμογήν του νόμου Eνin, τα οποία επιβάλλουν στους φορείς που διαπραγματεύονται με τους κατόχους των τηλεοπτικών δικαιωμάτων των «λοιπών εκδηλώσεων» να χρησιμοποιούν «κάθε διαθέσιμο μέσο» προκειμένου να αποτρέπουν την εμφάνιση διαφημίσεων οινοπνευματωδών ποτών στη γαλλική τηλεόραση, συνιστούν περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 49 ΕΚ.
2) Επί του ανάλογου χαρακτήρα της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως
68. Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται να εξετασθεί αν ο εν λόγω περιορισμός μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση ᄉπιταγών τη συμμόρφωση προς τις οποίες δέχεται το κοινοτικό δίκαιο έστω και αν αυτό συνεπάγεται παρέκκλιση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας.
69. Συναφώς, πρέπει, καταρχάς, να επισημανθεί ότι όλοι οι μετέχοντες στις δύο διαδικασίες δεν αμφισβητούν ότι ορθώς το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι μέτρα, όπως τα υπό κρίση, τα οποία «περιορίζουν τις δυνατότητες διαφημίσεως των οινοπνευματωδών ποτών και, επομένως, συμβάλλ[ουν] στην καταπολέμηση του αλκοολισμού», μολονότι εισάγουν περιορισμούς στην παροχή υπηρεσιών, «εξυπηρετ[ούν] τη μέριμνα για τη δημόσια υγεία» (19) και μπορούν, επομένως, να δικαιολογηθούν χάριν της προστασίας της, η οποία αποτελεί «λόγο γενικού συμφέροντος αναγνωριζόμενο από το άρθρο [46 ΕΚ] που έχει εφαρμογή στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο [55 ΕΚ]» (20) .
70. Όπως είναι, όμως, γνωστό, πάντα σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 46 είναι νόμιμα εφόσον δεν είναι «δυσανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό» (21) . Εντούτοις, μολονότι είναι αληθές ότι, ελλείψει κοινοτικών κανόνων που να διέπουν γενικά τη διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών, «στα κράτη μέλη εναπόκειται», και στον τομέα αυτό, «να καθορίζουν το επιθυμητό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας», είναι εξίσου αληθές ότι αυτό μπορεί να γίνεται μόνον «εντός των ορίων που έχει θέσει η Συνθήκη και υπό την προϋπόθεση, ιδίως, ότι τηρείται η αρχή της αναλογικότητας» (22) , βάσει της οποίας τα μέτρα που λαμβάνονται πρέπει να «είναι πρόσφορ[α] προς εξασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού που επιδιώκεται και [να μη] βαίν[ουν] πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού μέτρου» (23) .
71. Το πραγματικό ζήτημα της διαδικασίας λόγω παραβάσεως που κίνησε η Επιτροπή κατά της Γαλλίας και της προδικαστικής παραπομπής εκ μέρους του Cοur de Cassatiοn εστιάζεται στο αν είναι ανάλογος ο χαρακτήρας της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Προκειμένου να επιλυθούν και οι δύο διαφορές, πρέπει, συνεπώς, να καθορισθεί αν η κανονιστική αυτή ρύθμιση: i) είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι της προστασίας της δημόσιας υγείας, ii) υπερβαίνει ή όχι το αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού μέτρο.
i) Επί του πρόσφορου για την επίτευξη του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας χαρακτήρα της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως
72. Κατά την Επιτροπή και την Bacardi, οι επίμαχες γαλλικές διατάξεις είναι απρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι της προστασίας της δημόσιας υγείας, καθόσον βασίζονται σε κανονιστικές επιλογές και κριτήρια ανακόλουθα προς τον σκοπό αυτό. Αυτό οφείλεται, κατά την άποψή τους, σε διάφορους λόγους, οι οποίοι θα εξετασθούν εν συνεχεία αναλυτικά.
73. Η Επιτροπή και η Bacardi επισημαίνουν ένα πρώτο στοιχείο ανακολουθίας, το οποίο προκύπτει από αντιπαραβολή των κανόνων περί καπνού με τους κανόνες περί οινοπνευματωδών ποτών. Η γαλλική κανονιστική ρύθμιση απαγορεύει γενικώς τη διαφήμιση του καπνού, με εξαίρεση τους αγώνες της Fοrmula 1. Όσον αφορά, αντιθέτως, τα οινοπνευματώδη ποτά, η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει διάφορες μορφές διαφημίσεως (παραδείγματος χάριν στον τύπο, στο ραδιόφωνο ή σε διαφημιστικές πινακίδες), απαγορεύει, ωστόσο, την τηλεοπτική διαφήμιση, απαγόρευση την οποία ο κώδικας δεοντολογίας επεκτείνει στην τηλεοπτική μετάδοση εικόνων πινακίδων στις οποίες διαφημίζονται οινοπνευματώδη ποτά.
74. Κατά την Επιτροπή, υπάρχει ανακολουθία στην αντιμετώπιση των δύο περιπτώσεων, καθόσον μια γενική απαγόρευση, όπως η απαγόρευση που αφορά τον καπνό, περιορίζεται λόγω της επιτρεπόμενης παρεκκλίσεως, ενώ μια μερική απαγόρευση, όπως αυτή που αφορά τα οινοπνευματώδη ποτά, διευρύνεται λόγω της επεκτάσεώς της στις τηλεοπτικές μεταδόσεις.
75. Μια δεύτερη εκδήλωση ανακολουθίας συνιστά, κατά την Bacardi και την Επιτροπή, το γεγονός ότι ο νόμος Eνin επιτρέπει τη διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών μέσω της τοποθετήσεως διαφημιστικών πινακίδων σε αθλητικές εγκαταστάσεις, απαγορεύει, όμως, την τηλεοπτική προβολή αυτών των πινακίδων. Κατά την Επιτροπή και την Bacardi, η αντίφαση συνίσταται στο ότι επιτρέπεται μια διαφήμιση, όπως η διαφήμιση με διαφημιστικές πινακίδες, ορατή στους θεατές καθ’ όλη τη διάρκεια της εκδηλώσεως, ενώ απαγορεύεται η εμφάνιση αυτών των πινακίδων στην τηλεόραση, παρά το γεγονός ότι η τηλεοπτική τους μετάδοση είναι σποραδική και ότι εμφανίζονται στην οθόνη των τηλεθεατών για μερικές μόνο στιγμές.
76. Η Γαλλική Κυβέρνηση αντικρούει αυτούς τους ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι προέβη σε επιλογές νομοθετικής πολιτικής οι οποίες, υπηρετώντας τον σκοπό προστασίας της δημόσιας υγείας, διαβαθμίζουν την απαγόρευση της διαφημίσεως ανάλογα με την επικινδυνότητα του διαφημιζόμενου προϊόντος και την επικοινωνιακή δύναμη του χρησιμοποιούμενου διαφημιστικού μέσου.
77. Ειδικότερα, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι προβλέπονται παρεκκλίσεις για τον καπνό και όχι για τα οινοπνευματώδη ποτά, τα οποία είναι προϊόντα διαφορετικής επικινδυνότητας για την ανθρώπινη υγεία, δεν παρουσιάζει καμία αντίφαση. Εξάλλου, είναι απολύτως εύλογο να επιτρέπεται η διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών μέσω διαφημιστικών πινακίδων, ορατών στους παρευρισκομένους στους χώρους των αθλητικών εκδηλώσεων, και να απαγορεύεται, αντιθέτως, η εμφάνιση αυτών των πινακίδων στην τηλεόραση, λαμβανομένου υπόψη ότι η τηλεόραση έχει πολυπληθέστερο κοινό.
78. Κατά την άποψή μου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ορισμένες επιλογές του Γάλλου νομοθέτη εμφανίζονται αδικαιολόγητες. Συγκεκριμένα, είναι αναμφίβολο ότι οι προβλεπόμενες σημαντικές παρεκκλίσεις από την απαγόρευση της διαφημίσεως ή ο περιορισμός της μεταδόσεως από την τηλεόραση εικόνων διαφημιστικών πινακίδων, χωρίς, ωστόσο, να απαγορεύεται η τοποθέτησή τους στα στάδια, καθιστούν λιγότερο αποτελεσματική τη δράση του κράτους για την προστασία της δημόσιας υγείας.
79. Φρονώ, εντούτοις, ότι οι επιλογές αυτές άπτονται της ελευθερίας που διαθέτουν τα κράτη μέλη «να καθορίζουν το επιθυμητό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας και τον τρόπο επιτεύξεως αυτού του επιπέδου» (24) και, συνεπώς, εμπίπτουν στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν τα κράτη μέλη ως προς την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού. Τα στοιχεία, ωστόσο, που δεν απόκεινται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών και υπόκεινται, για τον λόγο αυτό, στον έλεγχο του Δικαστηρίου, είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο πρόσφορος χαρακτήρας και η αναγκαιότητα αυτών των επιλογών σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς, δεδομένου ότι μόνον η συνδρομή αυτών των προϋποθέσεων μπορεί να δικαιολογήσει τους περιορισμούς που οι επιλογές αυτές συνεπάγονται.
80. Συνεπώς, το ζήτημα που πρέπει να εξακριβωθεί δεν είναι ποια μέτρα θα ήταν in abstractο δυνατά και αποτελεσματικά, αλλά αν τα συγκεκριμένα μέτρα που έλαβε η Γαλλία κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας, η απαγόρευση, δηλαδή, της τηλεοπτικής μεταδόσεως διμερών διεθνών αθλητικών εκδηλώσεων από χώρους στους οποίους είναι τοποθετημένες διαφημίσεις οινοπνευματωδών ποτών, είναι πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το κράτος σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας.
81. Φρονώ ότι, εντός των ανωτέρω διαγραφέντων ορίων, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ο πρόσφορος χαρακτήρας αυτών των μέτρων. Πράγματι, με τα επίμαχα μέτρα μειώνονται οι περιπτώσεις τηλεοπτικής προβολής διαφημιστικών πινακίδων οινοπνευματωδών ποτών, ήτοι πινακίδων που τοποθετούνται στους αγωνιστικούς χώρους με σκοπό την προώθηση της πωλήσεως αυτών των προϊόντων. Είναι, επομένως, εύλογο να θεωρηθεί ότι τα μέτρα αυτά, μειώνοντας τις πιθανότητες προβολής του μηνύματος, μπορούν να περιορίσουν ακόμη και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι τηλεθεατές καταναλώνουν οινοπνευματώδη ποτά, ακολουθώντας την προτροπή της διαφημίσεως.
82. Το κύριο, όμως, σημείο αμφισβητήσεως της Bacardi και της Επιτροπής, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, είναι, στην πραγματικότητα, άλλο. Αφορά τον κώδικα δεοντολογίας, για τον οποίο έγινε λόγος ανωτέρω (σημεία 19-23), και, ειδικότερα, τη διάκριση μεταξύ «διεθνών εκδηλώσεων» και «λοιπών εκδηλώσεων», επί της οποίας βασίζεται η απαγόρευση της μεταδόσεως αθλητικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό.
83. Κατά την Βacardi και την Επιτροπή, η εν λόγω διάκριση, πέραν της ασάφειάς της, παρουσιάζει αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, όταν στους αγωνιστικούς χώρους είναι τοποθετημένες διαφημιστικές πινακίδες οινοπνευματωδών ποτών, η εν λόγω διάκριση απαγορεύει τη μετάδοση των «λοιπών εκδηλώσεων», τις οποίες παρακολουθεί λιγότερο το γαλλικό κοινό, δεν απαγορεύει, όμως, τη μετάδοση των «διεθνών εκδηλώσεων», τις οποίες, αντιθέτως, παρακολουθεί περισσότερο το κοινό αυτό. Η απαγόρευση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να καθιερώνεται ένα καθεστώς λιγότερο αυστηρό για τη μετάδοση των εκδηλώσεων που έχουν ευρύτερο κοινό και μπορούν, επομένως, μέσω της διαφημίσεως, να ωθήσουν μεγαλύτερο αριθμό ατόμων στην κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών.
84. Κατά την άποψή μου, ωστόσο, η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή για τους λόγους που θα επιχειρήσω εν συνεχεία να αναλύσω.
85. Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι μετά την καθιέρωση, με τον νόμο Eνin, της απαγορεύσεως της τηλεοπτικής διαφημίσεως οινοπνευματωδών ποτών, το CSA, στο οποίο ανατέθηκε το καθήκον ελέγχου της τηρήσεως των διατάξεων του νόμου αυτού, διαπίστωσε ότι ορισμένοι παραγωγοί οινοπνευματωδών ποτών είχαν παραβιάσει σε κάποιες περιπτώσεις αυτή την απαγόρευση. Συγκεκριμένα, οι παραγωγοί αυτοί είχαν αποκτήσει διαφημιστικό χώρο σε πινακίδες τοποθετημένες στους αγωνιστικούς χώρους αθλητικών εκδηλώσεων που μεταδίδονταν στη Γαλλία οι οποίες, μολονότι πραγματοποιούνταν στο εξωτερικό, δεν παρουσίαζαν διεθνές ενδιαφέρον, αλλά ενδιέφεραν, στην πραγματικότητα, ειδικά το γαλλικό κοινό.
86. Το CSA, κρίνοντας ότι οι συμπεριφορές αυτές καταστρατηγούσαν την καθιερωθείσα με τον νόμο Eνin απαγόρευση τηλεοπτικής διαφημίσεως οινοπνευματωδών ποτών και, συνεπώς, αποτελούσαν πρόσκομμα στην επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον εν λόγω νόμο σκοπό προστασίας της δημόσιας υγείας, αποφάσισε το 1995 να απαγορεύσει τη μετάδοση στη Γαλλία των «λοιπών εκδηλώσεων» στις οποίες εμφανίζονταν οι ως άνω διαφημίσεις. Το CSA επέκτεινε έτσι την απαγόρευση στη μετάδοση των εκδηλώσεων εκείνων, ως προς τις οποίες είχαν ήδη διαπιστωθεί καταχρηστικές συμπεριφορές, οι οποίες δεν μεταδίδονται «σε μεγάλο αριθμό χωρών» και αφορούν «ειδικά το γαλλικό κοινό».
87. Φρονώ ότι η λογική αυτής της επιλογής είναι ακόμη πιο σαφής και συνεπής προς τον σκοπό της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως, αν ληφθεί υπόψη ότι για τις «λοιπές εκδηλώσεις», οι οποίες απευθύνονται «ειδικά στο γαλλικό κοινό», οι παραγωγοί οινοπνευματωδών ποτών και οι διαφημιστές μπορούν να προετοιμάζουν (μέσω της επιλογής του διαφημιζόμενου προϊόντος και του καθορισμού του μηνύματος που θα αναγραφεί στις διαφημιστικές πινακίδες) διαφήμιση προορισμένη ειδικά για το γαλλικό κοινό και για τον λόγο αυτό πιο αποτελεσματική και, συνεπώς, πιο επικίνδυνη.
88. Επιπλέον, ακριβώς ως προς τις «λοιπές εκδηλώσεις», η επίμαχη απαγόρευση εμφανίζεται αποτελεσματικότερη. Πράγματι, δεδομένου ότι πρόκειται για εκδηλώσεις που μεταδίδονται σε περιορισμένο αριθμό χωρών, η μετάδοσή τους σε ευρύ κοινό, όπως το γαλλικό, αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους κατόχους τηλεοπτικών δικαιωμάτων και τους διαφημιστές, οι οποίοι θα συνεργασθούν ευκολότερα για την τήρηση αυτής της απαγορεύσεως.
89. Θα μπορούσε, επιπλέον, να προστεθεί ότι η διάκριση μεταξύ «διεθνών εκδηλώσεων» και «λοιπών εκδηλώσεων» συμβιβάζει καλύτερα τον σκοπό προστασίας της δημόσιας υγείας με την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθόσον μειώνει τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες απαγορεύεται η μετάδοση στη Γαλλία αθλητικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό. Πράγματι, μέσω αυτής της διακρίσεως, η απαγόρευση περιορίζεται μόνο στις «λοιπές εκδηλώσεις», οι οποίες, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν μεταδίδονται σε μεγάλο αριθμό χωρών και παρουσιάζουν ενδιαφέρον ιδιαίτερα για το γαλλικό κοινό.
90. Ασφαλώς, μια γενική απαγόρευση της μεταδόσεως όλων των αθλητικών εκδηλώσεων θα ήταν πιο αποτελεσματική στη μάχη ενάντια στον αλκοολισμό και, συνεπώς, πιο πρόσφορη για την προστασία της δημόσιας υγείας. Είναι, ωστόσο, προφανές, ότι μια τέτοια απαγόρευση θα αποτελούσε πολύ μεγαλύτερο πρόσκομμα στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε σχέση με τον περιορισμό που εισάγει η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση.
91. Όσον αφορά τον ισχυρισμό κατά τον οποίο μια γενική απαγόρευση θα υπηρετούσε αποτελεσματικότερα την ασφάλεια δικαίου, πρέπει να επισημανθεί ότι η απαγόρευση για τις «λοιπές εκδηλώσεις» μπορεί επίσης να υπηρετήσει την ασφάλεια δικαίου. Συγκεκριμένα, ο χαρακτήρας αυτών των εκδηλώσεων καθορίζεται βάσει δύο συγκεκριμένων κριτηρίων (τον αριθμό των χωρών στις οποίες μεταδίδονται και το ειδικό ενδιαφέρον για το γαλλικό κοινό), ο συνδυασμός των οποίων επιτρέπει, κατά την άποψή μου, στους τηλεοπτικούς φορείς και στους λοιπούς επιχειρηματίες του τομέα να διακρίνουν με σαφήνεια τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μετάδοση της αθλητικής εκδηλώσεως απαγορεύεται από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτή επιτρέπεται (25) .
92. Πρέπει να προστεθεί ότι οι γαλλικοί τηλεοπτικοί φορείς, κατεξοχήν ενδιαφερόμενοι για την τηλεοπτική μετάδοση αθλητικών εκδηλώσεων, έχουν τη δυνατότητα να αίρουν οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με τον χαρακτήρα των εκδηλώσεων αυτών ως διεθνών ή διμερών, υποβάλλοντας αίτηση, έστω και ατύπως, στο CSA. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο διότι το CSA, ως αρχή επιφορτισμένη με την εφαρμογή του νόμου Eνin και, γενικότερα, με την εποπτεία στον τηλεοπτικό τομέα, διατηρεί τακτικές σχέσεις με τους εν λόγω φορείς (26) .
93. Επιβάλλεται, εξάλλου, να επισημανθεί ότι ο ισχυρισμός της Bacardi και της Επιτροπής ότι επιτυγχάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και, επομένως, μεγαλύτερη «ανεκτικότητα» έναντι των κοινοτικών κανόνων με την επιβολή καθολικής απαγορεύσεως περιέχει ένα παράδοξο στοιχείο το οποίο εντοπίζεται, επίσης, σε πολλά σημεία στης προσφυγής και των παρατηρήσεων που κατατέθηκαν στις υπό κρίση διαφορές. Συγκεκριμένα, το επίμαχο γαλλικό μέτρο εμφανίζεται ως ασυμβίβαστο με τη Συνθήκη για τον λόγο ότι... περιορίζει ελάχιστα τη διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών, ενώ μια καθολική απαγόρευση της διαφημίσεως, μολονότι θα έθετε πολύ περισσότερα προσκόμματα στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, εμφανίζεται παραδόξως ως σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο.
94. Η Επιτροπή, προκειμένου να ανασκευάσει το επιχείρημα περί πρόσφορου για την προστασία της δημόσιας υγείας χαρακτήρα της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως, βάλλει, με το δικόγραφο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, κατά του συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο το CSA εφάρμοσε τις διατάξεις του νόμου Eνin και του κώδικα δεοντολογίας. Κατά την Επιτροπή, με τα επίμαχα μέτρα το CSA απαγόρευσε τη μετάδοση στη Γαλλία των αθλητικών εκδηλώσεων μόνον όταν στους αγωνιστικούς χώρους είναι τοποθετημένες πινακίδες που διαφημίζουν οινοπνευματώδη ποτά που κυκλοφορούν στη γαλλική αγορά. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αν το CSA είχε τη βούληση να υπηρετήσει με συνέπεια τον σκοπό προστασίας της δημόσιας υγείας, θα έπρεπε να εφαρμόσει την απαγόρευση αυτή επί όλων των διαφημίσεων οινοπνευματωδών ποτών, ανεξαρτήτως της εμπορίας τους ή όχι στη Γαλλία.
95. Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε την αιτίαση περί μεροληπτικής, εκ μέρους της, εφαρμογής του κώδικα δεοντολογίας, υποστηρίζοντας ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση εφαρμόσθηκε αδιακρίτως τόσο στα προϊόντα που κυκλοφορούν στη Γαλλία όσο και στα προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά άλλων κρατών μελών.
96. Κατά την άποψή μου, ανεξαρτήτως της ιδιαιτερότητας, όπως επισημάνθηκε, του επιχειρήματος που βάλλει κατά των γαλλικών μέτρων για τον λόγο ότι δεν είναι αρκούντως... περιοριστικά, ούτε ο νόμος Eνin ούτε ο κώδικας δεοντολογίας περιορίζουν την απαγόρευση της τηλεοπτικής διαφημίσεως οινοπνευματωδών ποτών επί εκείνων μόνον των προϊόντων που κυκλοφορούν στη γαλλική αγορά. Πράγματι, ο νόμος Eνin απαγορεύει την τηλεοπτική διαφήμιση όλων των ποτών με περιεκτικότητα οινοπνεύματος ανώτερη του 1,2 βαθμού, ενώ ο κώδικας δεοντολογίας επιβάλλει ρητώς «την ίδια επαγρύπνηση […] για όλα τα οινοπνευματώδη ποτά, εγχώρια ή εισαγόμενα», διευκρινίζοντας επιπλέον ότι «[οι] γάλλοι παραγωγοί και διαφημιστές δεν μπορούν να τυγχάνουν μεταχειρίσεως διαφορετικής από αυτήν των αλλοδαπών ανταγωνιστών τους».
97. Πέραν όμως, τούτου, πρέπει να επισημανθεί ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το CSA εφάρμοσε τις διατάξεις του νόμου Eνin και του κώδικα δεοντολογίας μόνον επί της διαφημίσεως οινοπνευματωδών ποτών που κυκλοφορούν στη Γαλλία. Πράγματι, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός κατά τον οποίο η εφαρμογή της καθιερούμενης από τον κώδικα αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων «διαφοροποιείται υπό την έννοια ότι αφορά [μόνον] τα οινοπνευματώδη ποτά που κυκλοφορούν στη Γαλλία» (27) , ή ότι δεν έχει εφαρμοσθεί και επέτρεψε, ως εκ τούτου, την εμφάνιση στη γαλλική τηλεόραση «διαφημίσεων μόνο για ορισμένα αλλοδαπά σήματα οινοπνευματωδών ποτών» (28) . Αντιθέτως, από τα έγγραφα που η Επιτροπή συνήψε στο δικόγραφο της προσφυγής (τα οποία αφορούν εν μέρει γεγονότα μεταγενέστερα εκείνων στα οποία αναφέρεται η αιτιολογημένη γνώμη) προκύπτει ότι σε πολλές περιπτώσεις η γαλλική κανονιστική ρύθμιση απαγόρευσε την πώληση διαφημιστικού χώρου για όλα τα οινοπνευματώδη ποτά και ότι, εν πάση περιπτώσει, η απαγόρευση εφαρμόσθηκε και επί οινοπνευματωδών ποτών άλλων κρατών μελών (29) .
98. Συνεπώς, η θέση μου επί του ζητήματος αυτού είναι ότι η επίμαχη γαλλική κανονιστική ρύθμιση είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας.
ii) Επί της αναγκαιότητας της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως
99. Προκειμένου να αξιολογηθεί η αναγκαιότητα της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας, πρέπει επιπλέον να εξακριβωθεί αν, πέραν του πρόσφορου χαρακτήρα της, η ρύθμιση αυτή υπερβαίνει ή όχι το αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού μέτρο.
100. Κατά την Επιτροπή, ο δεύτερος αυτός όρος που επιβάλλεται από την αρχή της αναλογικότητας δεν συντρέχει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, η γαλλική κανονιστική ρύθμιση, προκειμένου να αποτρέψει τη σποραδική εμφάνιση στην τηλεόραση πινακίδων όπου διαφημίζονται οινοπνευματώδη ποτά, απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση όλης της αθλητικής εκδηλώσεως στον χώρο της οποίας είναι τοποθετημένες αυτές οι πινακίδες.
101. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν, αν και για διαφορετικούς λόγους, η Bacardi και το Ηνωμένο Βασίλειο, που επισημαίνουν ότι ο επιδιωκόμενος από την επίμαχη κανονιστική ρύθμιση σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί και με μέτρα λιγότερο αυστηρά, που θα απέβλεπαν στον περιορισμό του περιεχομένου της διαφημίσεως ή στην προειδοποίηση του κοινού για τις βλάβες από την υπερβολική κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Το Ηνωμένο Βασίλειο βάλλει επίσης κατά του γεγονότος ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση εφαρμόζεται επί όλων των ποτών με περιεκτικότητα οινοπνεύματος ανώτερη του 1,2 βαθμού, ανεξαρτήτως διαβαθμίσεως, και ότι απαγορεύει τη μετάδοση στη Γαλλία διαφημίσεων σύμφωνων προς τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, διπλασιάζοντας με τον τρόπο αυτό τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.
102. Φρονώ ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
103. Καταρχάς, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Επιτροπής καθόσον, όπως έχει ήδη υπομνησθεί, οι τηλεοπτικοί φορείς δεν διαθέτουν επί του παρόντος τεχνικό εξοπλισμό που να τους επιτρέπει να προβαίνουν κατά τη λήψη σε εσκεμμένη αλλοίωση της εικόνας των πινακίδων που διαφημίζουν οινοπνευματώδη ποτά. Μολονότι οι σύγχρονες τεχνικές αλλοιώσεως των τηλεοπτικών εικόνων θα καθιστούσαν δυνατή την επίτευξη του σκοπού με μέσα λιγότερο περιοριστικά, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους τηλεοπτικούς φορείς λόγω του υπερβολικού τους κόστους.
104. Ομοίως, τα επιχειρήματα της Bacardi και του Ηνωμένου Βασιλείου δεν είναι πειστικά. Κατά την άποψή μου, ορθώς η Γαλλία αντέταξε ότι η υπερβολική κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών είναι επικίνδυνη για την ανθρώπινη υγεία, ανεξαρτήτως του βαθμού περιεκτικότητας οινοπνεύματος και ότι η απαγορευμένη από τον κώδικα δεοντολογίας μορφή διαφημίσεως (η τηλεοπτική μετάδοση εικόνων πινακίδων που διαφημίζουν οινοπνευματώδη ποτά) εμφανίζεται στην οθόνη αιφνιδίως και για μερικά μόνο δευτερόλεπτα, γεγονός που δεν επιτρέπει ούτε τον έλεγχο επί του περιεχομένου της διαφημίσεως ούτε την παρεμβολή, στο τηλεοπτικό μήνυμα, του αντίστοιχου προειδοποιητικού κειμένου για τους κινδύνους από την υπερβολική κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών.
105. Όσον αφορά τον κίνδυνο διπλού ελέγχου επί των σύμφωνων προς τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους διαφημίσεων, η Γαλλία ορθώς αντιτείνει ότι δύο είναι οι δυνατές περιπτώσεις: είτε το κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιείται η αθλητική εκδήλωση θα απαγορεύει τη μετάδοση των εικόνων πινακίδων タου διαφημίζουν οινοπνευματώδη ποτά, οπότε η εκδήλωση θα μπορεί να μεταδοθεί στη Γαλλία χωρίς προηγούμενο έλεγχο, είτε, αντιθέτως, στο εν λόγω κράτος μέλος δεν θα ισχύει η απαγόρευση, οπότε ο μόνος έλεγχος θα είναι αυτός των γαλλικών αρχών.
106. Πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να προστεθεί ότι, ακόμη και σε περίπτωση σωρευτικής εφαρμογής της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως με λιγότερο αυστηρές διατάξεις άλλου κράτους μέλους, η εν λόγω ρύθμιση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί για τον λόγο αυτό δυσανάλογη και, συνεπώς, αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι «το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος προβλέπει λιγότερο αυστηρούς κανόνες σε σχέση με κάποιο άλλο δεν σημαίνει ότι οι κανόνες αυτοί παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας» (30) . Επομένως, οι γαλλικοί κανόνες δεν μπορούν να θεωρηθούν αντίθετοι προς την αρχή της αναλογικότητας για τον λόγο και μόνον ότι οι ισχύουσες στον τομέα της διαφημίσεως οινοπνευματωδών ποτών διατάξεις άλλου κράτους μέλους είναι λιγότερο αυστηρές.
107. Συνεπώς, επί του ζητήματος αυτού, φρονώ ότι η επίμαχη γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι της προστασίας της δημόσιας υγείας.
108. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι εφόσον, κατά την άποψή μου, η επίμαχη ρύθμιση δικαιολογείται ενόψει του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας και είναι ανάλογη προς το αναγκαίο για την επίτευξή του μέτρο, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση δικαιολογείται και για λόγους προλήψεως της απάτης, όπως ισχυρίσθηκαν οι μετέχοντες στις δύο αυτές διαδικασίες.
109. Συνεπώς, φρονώ ότι:
– στην υπόθεση C-429/02, πρέπει να δοθεί στο Cοur de cassatiοn η απάντηση ότι η οδηγία 89/552 και τα άρθρα 46, 49 και 55 EΚ δεν απαγορεύουν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία, όπως η γαλλική, απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση στην επικράτεια κράτους μέλους αθλητικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίες δεν μεταδίδονται σε μεγάλο αριθμό χωρών αλλά αφορούν ειδικά το εθνικό κοινό, όταν κατά τη μετάδοση αυτή προβάλλονται διαφημιστικές πινακίδες τοποθετημένες στον χώρο των εκδηλώσεων με τις οποίες διαφημίζονται προϊόντα (εν προκειμένω, οινοπνευματώδη ποτά) των οποίων η τηλεοπτική διαφήμιση απαγορεύεται στο κράτος μέλος όπου μεταδίδονται οι εκδηλώσεις αυτές·
– στην υπόθεση C-262/02, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
IV – Επί των δικαστικών εξόδων στην υπόθεση C-262/02
110. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, στη διαδικασία λόγω παραβάσεως ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Γαλλία ζήτησε την καταδίκη της Επιτροπής και η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
111. Το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Συνεπώς, το Ηνωμένο Βασίλειο φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
V – Πρόταση
112. Υπό το φως των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
– στην υπόθεση C-429/02, η οδηγία 89/552 και τα άρθρα 46, 49 και 55 EΚ δεν απαγορεύουν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους που, όπως η γαλλική, απαγορεύει την τηλεοπτική μετάδοση στην επικράτεια κράτους μέλους αθλητικών εκδηλώσεων πραγματοποιούμενων σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίες δεν μεταδίδονται σε μεγάλο αριθμό χωρών αλλά αφορούν ειδικά το εθνικό κοινό, όταν κατά τη μετάδοση αυτή προβάλλονται διαφημιστικές πινακίδες τοποθετημένες στον χώρο των εκδηλώσεων, με τις οποίες διαφημίζονται προϊόντα (εν προκειμένω, οινοπνευματώδη ποτά) των οποίων η τηλεοπτική διαφήμιση απαγορεύεται στο κράτος μέλος όπου μεταδίδονται οι εκδηλώσεις αυτές·
– στην υπόθεση C-262/02:
«1) Απορρίπτει την προσφυγή της Επιτροπής.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Ηνωμένο Βασίλειο φέρει τα δικαστικά έξοδά του.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – Οδηγία 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 298, σ. 23).
3 – Οδηγία 97/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για την τροποποίηση της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 202, σ. 60).
4 – .JORF της 12ης Ιανουαρίου 1991, σ. 615.
5 – Νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο L.3323-2 του κώδικα δημόσιας υγείας.
6 – .JORF της 28ης Μαρτίου 1992, σ. 4313.
7 – Παραδείγματος χάριν, κατά τη διάρκεια της φιλικής συναντήσεως Γαλλίας-Ολλανδίας, που έλαβε χώρα στις 18 Ιανουαρίου 1995 στην Ουτρέχτη (Ολλανδία), το CSA επισήμανε την παρουσία διαφημίσεων οκτώ διαφορετικών οινοπνευματωδών ποτών.
8 – Στις 23 Ιανουαρίου 1995, το CSA υπέβαλε μήνυση, κατά το άρθρο 40 του γαλλικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στον Prοcurateur de la République στο Tribunal de grande instance de Nanterre. Μετά την υποβολή αυτής της μηνύσεως, ο γαλλικός τηλεοπτικός φορέας TF1 αποφάσισε να μη μεταδώσει τον ποδοσφαιρικό αγώνα Auxerre-Arsenal, που διεξήχθη στις 2 Μαρτίου 1995. Ομοίως, ο France 2 ακύρωσε τη μετάδοση των αγώνων ράγκμπι Ιρλανδίας-Σκωτίας και Ιρλανδίας-Ουαλίας, που είχε προγραμματιστεί για τις 18 Μαρτίου 1995.
9 – Ο κώδικας δεοντολογίας δημοσιεύθηκε στο BulletinofficielduMinistèredelajeunesseetdesspοrts, στις 31 Μαρτίου 1995.
10 – Κατά τον κώδικα δεοντολογίας, όπως αυτός κοινοποιήθηκε στους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς στις 9 Οκτωβρίου1999, ως «ιδιαίτερη φήμη» νοείται «η φήμη την οποία έχει εκτός της χώρας καταγωγής μια εθνική ομάδα, ένας σύλλογος ή ένας Γάλλος ή αλλοδαπός αθλητής».
11 – Κατόπιν αυτής της τροποποιήσεως, ο κατάλογος περιλαμβάνει: τους φιλικούς αγώνες· τους αγώνες προκρίσεως στην τελική φάση των κυπέλλων· τους πρώτους γύρους της τελικής φάσεως (προ της φάσεως των δεκαέξι ομάδων) του κυπέλλου ποδοσφαίρου UEFA.
12 – Βλ. απόφαση του Cοur d’appel de Paris της 27ης Μαΐου 1997, σ. 3 (παράρτημα 42 των παρατηρήσεων της Bacardi). Στην απόφαση αυτή διευκρινίζεται ότι «το έγγραφο που απέστειλε στις 23 Οκτωβρίου 1995 η TF1 στον Jean-Claude Darmοn σχετικά με τις συναντήσεις του δευτέρου γύρου του κυπέλλου UEFA που δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των διεθνών αθλητικών εκδηλώσεων έχει ως μόνο σκοπό να υπενθυμίσει την εφαρμογή της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως» (σ. 10-11).
13 – Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με γνωστή νομολογία, «η δικαιολογία της προδικαστικής παραπομπής και, κατά συνέπεια, της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συνίσταται στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων [...], αλλά στην ανάγκη αποτελεσματικής επιλύσεως μιας ένδικης διαφοράς». Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15 Ιουνίου 1995, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-422/93 έως C-424/93, Zabala Erasun κ.λπ., (Συλλογή 1995, σ. I-1567, σκέψη 29), και της 12ης Μαρτίου 1998, υπόθεση C-314/96, Djabali (Συλλογή 1998, σ. I‑1149, σκέψεις 17‑20).
14 – Η υπογράμμιση δική μου.
15 – Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται δυνάμει του άρθρου [226 ΕΚ] οριοθετείται κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή· κατά συνέπεια, η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στους αυτούς λόγους και στους αυτούς ισχυρισμούς». Βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, υπόθεση 298/86, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 4343, σκέψη 10).
16 – Η υπογράμμιση δική μου. Συναφώς, επισημαίνεται ότι το Cοur de cassatiοn προφανώς συμμερίζεται, επί του ζητήματος αυτού, τις απόψεις που διατύπωσε το Cοur d’appel με την απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1997, με την οποία κρίθηκαν αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της Bacardi περί διακρίσεως εις βάρος των γαλλικών προϊόντων (παράρτημα 42 των παρατηρήσεων της Bacardi, σ. 10-11).
17 – Βλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1991, C-154/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1991, σ. I‑659, σκέψη 12)· C-180/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1991, σ. I-709, σκέψη 15)· και C-198/89, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1991, σ. I-727, σκέψη 16)· απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-76/90, Säger (Συλλογή 1991, σ. I-4221, σκέψη 12).
18 – Βλ. απόφαση της 10ης Μαΐου 1995, C-384/93, Alpine Inνestments (Συλλογή 1995, σ. I‑1141, σκέψη 38).
19 – Αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1980, 152/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 509, σκέψη 17), της 25ης Ιουλίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-1/90 και C-176/90, Aragοnesa de Publicidad Exteriοr και Publiνia, (Συλλογή 1991, σ. Ι-4151, σκέψη 15), και της 8ης Μαρτίου 2001, C-405/98, Gοurmet (Συλλογή 2001, σ. I-1795, σκέψη 27).
20 – Προπαρατεθείσα απόφαση Gοurmet, σκέψη 40.
21 – Απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, 352/85, Bοnd νan Adνerteerders (Συλλογή 1988, σ. 2085, σκέψη 36).
22 – Προπαρατεθείσα απόφαση Aragοnesa, σκέψη 16.
23 – Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2002, C-390/99, Canal Satélite Digital (Συλλογή 2002, σ. I‑607, σκέψη 33). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1999, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-369/96 και C-376/96, Arblade κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑8453, σκέψη 35)· και της 3ης Οκτωβρίου 2000, C-58/98, Cοrsten (Συλλογή 2000, σ. I‑7919, σκέψη 39).
24 – Προπαρατεθείσα απόφαση Aragοnesa, σκέψη 16 (οι υπογραμμίσεις δικές μου).
25 – Στο σημείο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατόπιν της αποστολής της αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής, η διάκριση μεταξύ «διεθνών αθλητικών εκδηλώσεων» και «λοιπών εκδηλώσεων» αποσαφηνίσθηκε περαιτέρω. Επιπλέον, στον κώδικα προστέθηκε παράρτημα που απαριθμεί τις εκδηλώσεις που υπάγονται στη δεύτερη κατηγορία (βλ., ανωτέρω, σημεία 24-25).
26 – Συναφώς, υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι, κατόπιν της αποστολής της αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής, ο κώδικας δεοντολογίας τροποποιήθηκε και καθιερώθηκε η δυνατότητα κάθε ενδιαφερομένου να υποβάλλει στο CSA αίτηση για παροχή πληροφοριών ως προς τους όρους εφαρμογής του κώδικα, καθώς και το δικαίωμα να λαμβάνει σχετική απάντηση εντός μέγιστης προθεσμίας τριών εβδομάδων (βλ., ανωτέρω, σημεία 24-25).
27 – Παράγραφος 6 της προσφυγής.
28 – Παράγραφος 9 της προσφυγής.
29 – Βλ. έγγραφο της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Παραγωγών Οινοπνευματωδών Ποτών, της 20ής Δεκεμβρίου 1999 (παράρτημα 9 της προσφυγής), με το οποίο επισημαίνεται στην Επιτροπή ότι, επ’ ευκαιρία του αγώνα AEK-Μονακό που διεξήχθη στις 23 Νοεμβρίου 1999 για τον τρίτο γύρο του κυπέλλου UEFA, σε μια εταιρία-μέλος της συνομοσπονδίας δεν χορηγήθηκε η δυνατότητα να αγοράσει διαφημιστικό χώρο σε πινακίδες για τη διαφήμιση ούζου, για τον λόγο ότι ο νόμος Evin απαγορεύει τη μετάδοση στη Γαλλία αθλητικών εκδηλώσεων στους χώρους των οποίων είναι τοποθετημένες πινακίδες που διαφημίζουν οινοπνευματώδη ποτά. Βλ. επίσης τη δήλωση του οικονομικού διευθυντή του συλλόγου Newcastle United, της 28ης Ιανουαρίου 2000, ενώπιον αγγλικού δικαστηρίου (παράρτημα 10 της προσφυγής), στην οποία αναφέρεται ότι «η γαλλική νομοθεσία αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους που αντιμετωπίζουν γαλλικούς συλλόγους σε συναντήσεις του κυπέλλου UEFA. Η νομοθεσία αυτή περιορίζει την ελευθερία των συλλόγων να πωλούν διαφημιστικό χώρο στα γήπεδά τους. Πράγματι, η CSΙ (εταιρία που πωλεί για λογαριασμό των ποδοσφαιρικών συλλόγων τα δικαιώματα μεταδόσεως των αγώνων) συνιστά στους αγγλικούς συλλόγους να μη δέχονται διαφημίσεις από παραγωγούς οινοπνευματωδών ποτών για τις συναντήσεις αυτές, προκειμένου να μεγιστοποιούν τα έσοδά τους από τις τηλεοπτικές μεταδόσεις» (η υπογράμμιση δική μου). Η τελευταία αυτή δήλωση έρχεται σε αντίθεση με ένα άλλο έγγραφο που προσκομίζει η Επιτροπή (παράρτημα 11 της προσφυγής), από το οποίο προκύπτει ότι η «CSI έχει επανειλημμένα ενημερώσει στους αγγλικούς συλλόγους που απευθύνονται σε αυτήν ότι, εάν θέλουν να μεγιστοποιούν τα έσοδά τους από τις τηλεοπτικές μεταδόσεις των συναντήσεών τους στο πλαίσιο ευρωπαϊκών αγώνων, θα πρέπει να μη [...] δέχονται τις προσφορές Γάλλων παραγωγών οινοπνευματωδών ποτών για διαφήμιση στους αγωνιστικούς χώρους αυτών των συναντήσεων» (η υπογράμμιση δική μου).
30 – Προπαρατεθείσα απόφαση της 10ης Μαΐου 1995, Alpine Inνestments, σκέψη 51.
Full & Egal Universal Law Academy