ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 10ης Ιουλίου 2003 (1)
Υπόθεση C-263/02 P
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Jégo-Quéré et Cie SA
1. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή ασκεί αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτο πενταμελές τμήμα) (2), με την οποία κρίθηκε παραδεκτή η προσφυγή που άσκησε η Jégo-Quéré et Cie SA (στο εξής: Jégo-Quéré) βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, με αντικείμενο την ακύρωση των άρθρων 3, στοιχείο δ΄, και 5 του κανονισμού (ΕΚ) 1162/2001 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 2001, περί θεσπίσεως μέτρων αποκατάστασης του αποθέματος μπακαλιάρου «Merluccius merluccius» στις υποπεριοχές ΙCES III, IV, V, VI και VII και στις διαιρέσεις ICES VIII a, b, d και e καθώς και συναφών όρων για τον έλεγχο δραστηριοτήτων αλιευτικών σκαφών (3).
2. Το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ ορίζει ότι:
«Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται […] να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ’ αυτό, καθώς και κατά των αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά.»
3. Επομένως, η Jégo-Quéré οφείλει να αποδείξει, μεταξύ άλλων, ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις του κανονισμού την αφορούν ατομικά, προκειμένου να θεμελιώσει την απαιτούμενη για την άσκηση της προσφυγής νομιμοποίηση.
4. H κρατούσα ερμηνεία της έννοιας του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη δόθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Plaumann κατά Επιτροπής (4) και, σύμφωνα με αυτήν, για να μπορεί ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο να ισχυρισθεί ότι μια πράξη, της οποίας δεν είναι αποδέκτης, το αφορά ατομικά, πρέπει να θίγεται από την πράξη αυτή λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων του ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη.
5. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Jégo-Quéré δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις την αφορούν ατομικά κατά την κρατούσα ερμηνεία της έννοιας, πλην όμως κατέληξε ότι η αυστηρότητα της εν λόγω ερμηνείας είχε ως συνέπεια να μη δύναται το κοινοτικό δίκαιο, σε ορισμένες περιστάσεις, να εγγυηθεί στους ιδιώτες το δικαίωμα ασκήσεως αποτελεσματικής ένδικης προσφυγής. Επίσης, έκρινε ότι η διατύπωση του άρθρου 230 ΕΚ δεν επιδέχεται απαραιτήτως μόνον την ανωτέρω κρατούσα ερμηνεία. Συνεπώς, πρότεινε νέα ερμηνεία της έννοιας του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη, σύμφωνα με την οποία, μια κοινοτική διάταξη γενικής ισχύος αφορά ατομικά ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο όταν επηρεάζει κατά τρόπο σαφή και ενεστώτα τη νομική του κατάσταση, περιορίζοντας τα δικαιώματά του ή επιβάλλοντάς του υποχρεώσεις. Εφαρμόζοντας τη νέα αυτή ερμηνεία στην παρούσα υπόθεση, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις αφορούν ατομικά την Jégo-Quéré και, κατά συνέπεια, πρέπει να χωρήσει η εκδίκαση της προσφυγής της ακυρώσεως.
6. Το σκεπτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου πρέπει τώρα να εξεταστεί υπό το πρίσμα της μεταγενέστερης αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (5), η οποία επικύρωσε την κρατούσα ερμηνεία της έννοιας του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη νομιμοποιήσεως, βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
Νομικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
7. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια (6), όπως έχει τροποποιηθεί, προβλέπει στο άρθρο του 15 τη δυνατότητα της Επιτροπής να λαμβάνει επείγοντα μέτρα όταν η διατήρηση των αλιευτικών πόρων απειλείται από σοβαρές και απρόβλεπτες διαταραχές.
8. Τον Δεκέμβριο του 2000, η Επιτροπή και το Συμβούλιο, κατόπιν ειδοποιήσεως από το Διεθνές Συμβούλιο για την Εκμετάλλευση των Θαλάσσιων Πόρων (ICES), έκριναν επείγουσα την εφαρμογή σχεδίου για την αποκατάσταση των αποθεμάτων μπακαλιάρου.
9. Στο πλαίσιο της δυνατότητας που της παρέχει το άρθρο 15 του κανονισμού 3760/92, η Επιτροπή εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό (7). Ο κανονισμός έχει ως στόχο την άμεση μείωση των αλιευμάτων ιχθυδίων μπακαλιάρου. Εφαρμόζεται στα αλιευτικά πλοία που ασκούν τη δραστηριότητά τους στις περιοχές που καθορίζει και τους επιβάλλει ένα ελάχιστο μέγεθος ματιού των διχτύων, το οποίο ποικίλλει αναλόγως των περιοχών, για τις διάφορες τεχνικές αλιείας με δίχτυα, ανεξαρτήτως του είδους ιχθύων που αλιεύει το οικείο πλοίο.
10. Η προσφυγή ακυρώσεως της Jégo-Quéré αφορά τα άρθρα 3, στοιχείο δ΄, και 5 του κανονισμού (στο εξής: προσβαλλόμενες διατάξεις). Το άρθρο 3, στοιχείο δ΄, του κανονισμού απαγορεύει τη χρήση «οποιουδήποτε βενθοπελαγικού συρόμενου διχτύου στο οποίο έχει προσαρτηθεί σάκκος τράτας μεγέθους ματιού μικρότερου από 100 mm με οποιοδήποτε μέσον εκτός από τη ραφή στο μέρος εκείνο του διχτύου πριν από τον σάκκο». Το άρθρο 5 του κανονισμού καθορίζει τις γεωγραφικές περιοχές στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του κανονισμού και τις επακριβείς απαγορεύσεις για καθεμία από τις περιοχές αυτές. Όσον αφορά τα συρόμενα δίχτυα, οι απαγορεύσεις ισχύουν για μέγεθος ματιού μεταξύ 55 και 99 mm· όσον αφορά τα στάσιμα δίχτυα, οι απαγορεύσεις ισχύουν, αναλόγως των περιοχών, για μέγεθος ματιού μικρότερο από 100 ή από 120 mm.
11. Ο κανονισμός ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος μέχρι την 1η Μαρτίου 2002. Απαγορεύσεις, κατ’ ουσίαν παρόμοιες με εκείνες που ο κανονισμός αυτός περιείχε, θεσπίσθηκαν μεταγενέστερα με τον κανονισμό 494/2002 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως πρόσθετων τεχνικών μέτρων για την αποκατάσταση του αποθέματος μπακαλιάρου «Merluccius merluccius» στις υποπεριοχές ICES III, IV, V, VI και VII και στις διαιρέσεις VIII a, b, d, e (8).
12. Η Jégo-Quéré είναι εφοπλιστική εταιρία αλιείας εγκατεστημένη στη Γαλλία, η οποία δραστηριοποιείται συνήθως σε ύδατα νοτίως της Ιρλανδίας, στην υποπεριοχή ICES VII, ήτοι σε μία εκ των περιοχών στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του κανονισμού. Η εταιρία έχει ως κύριο στόχο την αλίευση του μπακαλιάρου «μερλάν», είδους που αντιπροσωπεύει κατά μέσον όρο το 67,3 % των αλιευμάτων της. Η εταιρία διαθέτει τέσσερα πλοία μήκους άνω των 30 μέτρων και χρησιμοποιεί δίχτυα με μέγεθος ματιού 80 mm.
Διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
13. Στις 2 Αυγούστου 2001 η Jégo-Quéré άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή περί ακυρώσεως των άρθρων 3, στοιχείο δ΄, και 5 του κανονισμού. Η Επιτροπή αμύνθηκε προβάλλοντας ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Το Πρωτοδικείο απέρριψε με την απόφασή του την ένσταση της Επιτροπής και διέταξε τη συνέχιση της διαδικασίας.
14. Το Πρωτοδικείο έκρινε, κατ’ αρχάς, ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις είναι, ως εκ της φύσεώς τους, γενικής ισχύος, διότι απευθύνονται με αφηρημένους όρους σε απροσδιόριστες κατηγορίες προσώπων και εφαρμόζονται σε αντικειμενικώς καθοριζόμενες καταστάσεις (9). Εντούτοις, κατέληξε ότι, κατά πάγια νομολογία, μπορούν μολαταύτα να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, εφόσον η Jégo-Quéré αποδείξει ότι την αφορούν άμεσα και ατομικά (10).
15. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η προϋπόθεση του ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις αφορούν άμεσα την Jégo-Quéré πληρούται στην προκειμένη περίπτωση (11), πλην όμως κατέληξε ότι, βάσει των κριτηρίων τα οποία συνάγονται μέχρι τώρα από την κοινοτική νομολογία (12), δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι την αφορούν ατομικά.
16. Το Πρωτοδικείο ξεκίνησε υπενθυμίζοντας την κρατούσα ερμηνεία της έννοιας του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη, όπως δόθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση PlaumannκατάΕπιτροπής (13), σύμφωνα με την οποία, για να μπορεί ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο να ισχυρισθεί ότι μια πράξη, της οποίας δεν είναι αποδέκτης, το αφορά ατομικά, πρέπει να θίγεται από την πράξη αυτή λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων του ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (14).
17. Εφαρμόζοντας την κρατούσα ερμηνεία στην παρούσα υπόθεση, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις αφορούν την Jégo-Quéré μόνο λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς της ως επιχειρήσεως αλιείας, η οποία ασκεί τη δραστηριότητά της κατά συγκεκριμένο τρόπο και εντός συγκεκριμένης περιοχής, όπως αφορούν κάθε άλλον επιχειρηματία ευρισκόμενο, πραγματικά ή δυνητικά, σε παρεμφερή κατάσταση (15). Περαιτέρω, δεν συντρέχουν άλλες ειδικές περιστάσεις, οι οποίες θα επέβαλαν στην Επιτροπή την ιδιαίτερη υποχρέωση να λάβει υπόψη της τη συγκεκριμένη κατάσταση της Jégo-Quéré όταν εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό (16).
18. Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο εξέτασε το επιχείρημα της Jégo-Quéré ότι τυχόν απόρριψη της προσφυγής της ως απαράδεκτης θα της στερούσε κάθε δυνατότητα ενδίκου αμφισβητήσεως της νομιμότητας του προσβαλλόμενου μέτρου.
19. Όπως τόνισε το Πρωτοδικείο (17), το κοινοτικό δίκαιο, κατά πάγια νομολογία, διασφαλίζει το δικαίωμα ασκήσεως αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο στηρίζεται στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών και στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και το οποίο επιβεβαιώθηκε με το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, του οποίου η διακήρυξη έγινε στη Νίκαια, στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (18).
20. Το Πρωτοδικείο εξέτασε την επάρκεια δύο εναλλακτικών ενδίκων βοηθημάτων, προκειμένου να διαπιστώσει εάν όντως η προσφεύγουσα θα στερούνταν του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, σε περίπτωση που αδυνατούσε να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
21. Πρώτον, εξέτασε τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου με προδικαστική παραπομπή ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ. Το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, δεν υφίστανται εκτελεστικά μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Κατά την κρίση του Πρωτοδικείου, το γεγονός ότι ένας ιδιώτης έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το κύρος κοινοτικού μέτρου ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, παραβαίνοντας τις προβλεπόμενες από το εν λόγω μέτρο διατάξεις και επικαλούμενος τον παράνομο χαρακτήρα τους στο πλαίσιο επακόλουθης δικαστικής διαδικασίας κινηθείσας εναντίον του, δεν αποτελεί προσήκον μέσο επιτεύξεως δικαστικής προστασίας: δεν μπορεί να ζητηθεί από τους ιδιώτες να παραβούν τον νόμο, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη (19).
22. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο εξέτασε κατά πόσο η στηριζόμενη στην εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας αγωγή αποζημιώσεως, όπως προβλέπεται στα άρθρα 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, αποτελεί επαρκές εναλλακτικό μέσο προστασίας, αντί της προσφυγής ακυρώσεως. Κατέληξε ότι αυτό το ένδικο βοήθημα:
«δεν προσφέρει, σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, ικανοποιητική λύση για τα συμφέροντα των ιδιωτών. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να καταλήξει στην απομάκρυνση από την κοινοτική έννομη τάξη μιας πράξεως, μολονότι αυτή θεωρείται παράνομη. Η εν λόγω αγωγή, προϋποθέτουσα την επέλευση ζημίας άμεσα προκαλούμενης από την εφαρμογή της επίμαχης πράξεως, υπόκειται σε προϋποθέσεις παραδεκτού και ουσίας διαφορετικές από εκείνες που διέπουν την προσφυγή ακυρώσεως και, συνεπώς, δεν παρέχει στον κοινοτικό δικαστή τη δυνατότητα να ασκήσει, σε όλη του την έκταση, τον έλεγχο της νομιμότητας που έχει ως αποστολή να διεκπεραιώσει. Ειδικότερα, όταν ένα μέτρο γενικής ισχύος, όπως οι εν προκειμένω προσβαλλόμενες διατάξεις, τίθεται υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο παρόμοιας αγωγής, ο ασκούμενος από τον κοινοτικό δικαστή έλεγχος δεν εκτείνεται σε όλους τους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα του οικείου μέτρου, αλλά περιορίζεται στον κολασμό των κατάφωρων παραβάσεων κανόνων δικαίου, οι οποίοι αποσκοπούν στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες (απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Ιουλίου 2000, C‑352/98 P Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι‑5291, σκέψεις 41 έως 43· απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2001, Τ‑155/99, Dieckmann & Hansen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ‑3143, σκέψεις 42 και 43· βλ. επίσης, για περίπτωση μη κατάφωρης παραβάσεως, την απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 1992, C‑104/89 και C‑37/90, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι‑3061, σκέψεις 18 και 19, και, για περίπτωση στην οποία ο κανόνας δικαίου του οποίου γίνεται επίκληση δεν αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Δεκεμβρίου 2001, Τ‑196/99, AreaCova κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ‑3597, σκέψη 43)» (20).
23. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι καμία εκ των διαδικασιών που προβλέπονται στα άρθρα 234 ΕΚ, αφενός, και 235 ΕΚ και 238, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, αφετέρου, δεν αρκεί για να διασφαλίσει στους ιδιώτες το δικαίωμα ασκήσεως αποτελεσματικής προσφυγής που τους επιτρέπει να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα κοινοτικών διατάξεων γενικής ισχύος, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τη νομική τους κατάσταση (21).
24. Μολονότι αναγνώρισε ότι το γεγονός αυτό δεν μπορεί αφεαυτού να αποτελέσει λόγο για να τροποποιηθεί το σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών που εγκαθιδρύθηκε με τη Συνθήκη, έκρινε πάντως ότι ουδείς αποχρών λόγος υπήρχε προς υιοθέτηση της κρατούσας αυστηρής ερμηνείας της έννοιας του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη (22). Κατά συνέπεια, πρότεινε, αντί αυτής, νέα ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία μια κοινοτική διάταξη γενικής ισχύος, η οποία αφορά άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το αφορά επίσης και ατομικά «αν επηρεάζει κατά τρόπο σαφή και ενεστώτα τη νομική του κατάσταση, περιορίζοντας τα δικαιώματά του ή επιβάλλοντάς του υποχρεώσεις», ανεξαρτήτως του αριθμού και της καταστάσεως άλλων προσώπων που επηρεάζονται ή μπορεί να επηρεαστούν κατά παρόμοιο τρόπο (23).
25. Βάσει των ανωτέρω, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αφορά ατομικά την Jégo-Quéré, δεδομένου ότι επιβάλλει συγκεκριμένες υποχρεώσεις αναφορικά με το μέγεθος του ματιού των διχτύων τα οποία η Jégo-Quéré επιτρέπεται να χρησιμοποιεί (24). Συνεπώς, το Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή και διέταξε τη συνέχιση της εκδικάσεως της υποθέσεως επί της ουσίας.
Η αίτηση αναιρέσεως
26. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την απόφαση του Πρωτοδικείου και να κηρύξει την προσφυγή ακυρώσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού απαράδεκτη ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο. Η Jégo-Quéré ζητεί από το Δικαστήριο να κηρύξει την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη ως ασκηθείσα εκπροθέσμως· ή, επικουρικώς, να την απορρίψει ως αβάσιμη και να επικυρώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου. Παράλληλα, ασκεί ανταναίρεση, ζητώντας από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που ορίζει ότι η Jégo-Quéré δεν αποτελεί πρόσωπο το οποίο αφορούν ατομικά οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, όπως παγίως ερμηνεύεται στην κοινοτική νομολογία.
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
27. Εκ προοιμίου, η Jégo-Quéré υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ουδόλως αναφέρεται στην ημερομηνία που της κοινοποιήθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως απαιτεί το άρθρο 112, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, και ελλείψει αποδείξεως περί του εναντίου, η Jégo-Quéré αμφισβητεί ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε όντως εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω αποφάσεως.
28. Η Επιτροπή επισύναψε στην αίτησή της αναιρέσεως την απόφαση του Πρωτοδικείου και τη συνοδευτική αυτής επιστολή της Γραμματείας του Πρωτοδικείου. Η επιστολή αυτή φέρει σφραγίδα από την οποία προκύπτει ότι παρελήφθη στις 8 Μαΐου 2002. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από την Επιτροπή στις 17 Ιουλίου 2002.
29. Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι η Επιτροπή έκανε μνεία, εντός της αιτήσεώς της αναιρέσεως, της ημερομηνίας που της κοινοποιήθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και ότι άσκησε την αίτησή της αναιρέσεως εντός της προθεσμίας που έθετε το τότε άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τα άρθρα 80 και 81 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
30. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας της αιτήσεως αναιρέσεως
31. Η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως. Σύμφωνα με τον πρώτο, το Πρωτοδικείο παρέβη τον Κανονισμό Διαδικασίας του, διότι δεν παρέπεμψε την παρούσα υπόθεση στην ολομέλεια. Συγκεκριμένα, το άρθρο 14 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι μια υπόθεση μπορεί να παραπεμφθεί στην ολομέλεια του Πρωτοδικείου όταν αυτό «δικαιολογείται από τη νομική δυσκολία ή σημασία της υποθέσεως». Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην παρούσα υπόθεση, η απόφαση του Πρωτοδικείου να αντιστρέψει την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα σημαντικής νομικής δυσκολίας και σπουδαιότητας, οπότε η παράλειψη του Πρωτοδικείου να παραπέμψει την υπόθεση στην ολομέλεια συνιστά καταφανές λάθος εκτιμήσεως εκ μέρους του.
32. Σύμφωνα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή, η ερμηνεία της έννοιας του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη, την οποία υιοθέτησε το Πρωτοδικείο στην παρούσα υπόθεση, είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ερμηνεία αυτή είναι τόσο ευρεία, ώστε καταλήγει κατ’ ουσία να εξαλείφει τη σχετική προϋπόθεση και είναι, συνεπώς, αντίθετη προς τη ρητή διατύπωση του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Επιπλέον, κατά την άποψη της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο κακώς κατέληξε ότι η κρατούσα ερμηνεία της έννοιας του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη δεν διασφαλίζει το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας. To δικαίωμα αυτό δεν συνεπάγεται γενικότερη αξίωση κάθε ιδιώτη να ασκεί ευθεία προσφυγή ακυρώσεως και προστατεύεται επαρκώς από το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένης της δυνατότητας των ιδιωτών να αμφισβητούν το κύρος των κοινοτικών μέτρων μέσω των άρθρων 234 ΕΚ ή 235 ΕΚ και 288 ΕΚ. Τέλος, η Επιτροπή εικάζει ότι η ευρύτερη ερμηνεία της έννοιας του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη θα έχει ως συνέπεια να μειωθεί ο αριθμός των μη ευθειών προσφυγών που θα επιτρέπεται να εκδικαστούν βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, λόγω της παγίως επαναλαμβανόμενης, από της υποθέσεως TWD Textilwerke Deggendorf (25) και εντεύθεν, κοινοτικής νομολογίας.
33. Η Jégo-Quéré υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι η Επιτροπή σε κανένα στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν ζήτησε την παραπομπή της υποθέσεως στην ολομέλεια, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 51 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ρητώς αυτή τη δυνατότητα.
34. Απαντώντας στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή, η Jégo-Quéré ισχυρίζεται ότι η ευρεία και διασταλτική ερμηνεία της έννοιας του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη, όχι μόνο δεν εξαλείφει τη σχετική προϋπόθεση, αλλά είναι συνεπής με το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και απαραίτητη προκειμένου να διασφαλισθεί το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας των ιδιωτών.
35. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η Jégo-Quéré υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν παρερμηνεύει το εν λόγω δικαίωμα, ταυτίζοντάς το με δικαίωμα ασκήσεως ευθείας προσφυγής ακυρώσεως. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται μάλλον στο ότι απαιτείται η ύπαρξη δυνατότητας ασκήσεως ευθείας προσφυγής, προκειμένου να διασφαλισθεί το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας μόνο για τις περιπτώσεις εκείνες όπου οι ιδιώτες δεν έχουν στη διάθεσή τους επαρκή έμμεσα ένδικα βοηθήματα.
36. Κατά την εκτίμηση της Jégo-Quéré, το Πρωτοδικείο ορθώς συμπέρανε ότι, σε υποθέσεις όπως η παρούσα, όπου το προσβαλλόμενο κοινοτικό μέτρο έχει τη μορφή κανονισμού, δεν υφίσταται κάποια εναλλακτική διαδικασία προστατεύoυσα ικανοποιητικώς το δικαίωμα ασκήσεως αποτελεσματικής προσφυγής του ιδιώτη ενώπιον δικαστηρίου. Ελλείψει εθνικών εκτελεστικών μέτρων, τα οποία θα μπορούσαν να προσβληθούν, ο μόνος τρόπος για να κινήσει ιδιώτης διαδικασία ενώπιον εθνικού δικαστηρίου θα ήταν να παραβεί τον νόμο και να επικαλεστεί, αμυνόμενος, την ακυρότητα του κοινοτικού μέτρου.
37. Η Jégo-Quéré απορρίπτει επίσης το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο η εταιρία, δεδομένης της μικρής διαρκείας ισχύος του προσβαλλόμενου μέτρου, μπορούσε να εξασφαλίσει καταλληλότερη προστασία, ασκώντας αγωγή αποζημιώσεως βάσει των άρθρων 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ. Το επιχείρημα αυτό δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το προσβαλλόμενο μέτρο αποτελεί, απλώς, ένα στάδιο της συνεχιζόμενης διαδικασίας αναμορφώσεως της κοινής αλιευτικής πολιτικής, η οποία ενέχει επίσης τη θέσπιση μέτρων μεγαλύτερης ή και απεριόριστης διάρκειας. Κατά συνέπεια, η Jégo-Quéré δεν θα είχε άλλη επιλογή από το να ασκεί, περιοδικώς, νέες αγωγές αποζημιώσεως. Επιπλέον, είναι παράδοξο να ερμηνεύεται συσταλτικά η έννοια του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη, λόγω του ότι οι ιδιώτες έχουν στη διάθεσή τους τα άρθρα 235 ΕΚ και 288 ΕΚ. Δεδομένου ότι o έλεγχος της νομιμότητας γενικών διατάξεων εμπίπτει εμμέσως στις αρμοδιότητες του Πρωτοδικείου επί αγωγών αποζημιώσεως που εγείρονται από απεριόριστο αριθμό ιδιωτών, δεν ενδείκνυται η εμμονή στους ιδιαιτέρως αυστηρούς κρατούντες κανόνες, όσον αφορά τις περιπτώσεις ευθέων προσφυγών ακυρώσεως.
38. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να κριθεί υπό το πρίσμα της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (26), η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση της παρούσας αίτησης αναιρέσεως από την Επιτροπή.
39. Η εν λόγω υπόθεση αφορά προσφυγή που ασκήθηκε από ένωση αγροτών, την Unión de Pequeños Agricultores (UPA), βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, με αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 1638/98, της 20ής Ιουλίου 1998, για την τροποποίηση της κοινής οργανώσεως της αγοράς ελαιολάδου (27). Το Πρωτοδικείο απέρριψε, με αιτιολογημένη διάταξή του, την προσφυγή ακυρώσεως ως προδήλως απαράδεκτη (28). Η UPA άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη προσέβαλε το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας της, δεδομένου ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν προϋπέθετε για την εφαρμογή του καμία εθνική ρύθμιση τυχόν ακύρωση της οποίας θα μπορούσε, κατά το ισπανικό δίκαιο, να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, ώστε να υπάρχει δυνατότητα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος.
40. Η ολομέλεια του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η UPA και ενέμεινε στην κρατούσα ερμηνεία της έννοιας του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη, όπως δόθηκε στην υπόθεση Plaumann κατά Επιτροπής (29). Μολονότι αποδέχθηκε ότι «η προϋπόθεση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων περιστάσεων που είναι δυνατό να εξατομικεύουν τον προσφεύγοντα», το Δικαστήριο τόνισε ότι «η ερμηνεία αυτή δεν είναι δυνατό να καταλήξει στο να μη λαμβάνεται υπόψη η εν λόγω προϋπόθεση, η οποία ρητώς προβλέπεται στη Συνθήκη, χωρίς να υπάρξει υπέρβαση των αρμοδιοτήτων που η Συνθήκη αναγνωρίζει στα κοινοτικά δικαστήρια» (30).
41. Υπό το πρίσμα της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, καθίσταται εμφανές ότι πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η Επιτροπή, ήτοι ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, αρνούμενο να ακολουθήσει την κρατούσα ερμηνεία της έννοιας του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη. Το Πρωτοδικείο ενήργησε αντίθετα προς το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, όταν έκρινε ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις αφορούν ατομικά την Jégo-Quéré, στηριζόμενο σε νέα ερμηνεία αυτής της έννοιας, μολονότι είχε καταλήξει ότι η σχετική προϋπόθεση δεν πληρούται σύμφωνα με το κριτήριο που έθεσε η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Plaumann κατά Επιτροπής.
42. Η Jégo-Quéré επιδιώκει να αντικρούσει το ανωτέρω συμπέρασμα, ισχυριζόμενη ότι στην παρούσα υπόθεση, σε αντίθεση με την υπόθεση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, δεν αμφισβητείται ότι η Jégo-Quéré μπορούσε να προσφύγει ενώπιον εθνικού δικαστηρίου μόνον εάν παρέβαινε τον νόμο. Η Jégo-Quéré διατείνεται ότι η ύπαρξη αυτής της δυνατότητας δεν αρκεί για να προστατευθεί το δικαίωμα ασκήσεως αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου. Επιπλέον, προβάλλει και άλλους λόγους που διαφοροποιούν την υπόθεση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου από την παρούσα, τους οποίους θα εξετάσω στο πλαίσιο της ανταναιρέσεως.
43. Όπως επισήμανα και στις προτάσεις μου στην υπόθεση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, θεωρώ εντόνως προβληματικό το ισχύον αυστηρό κριτήριο νομιμοποιήσεως, το οποίο εφαρμόζεται βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Εκτιμώ ότι το κριτήριο αυτό δημιουργεί τον πραγματικό κίνδυνο να στερούνται ορισμένοι ιδιώτες οποιουδήποτε ικανοποιητικού μέσου αμφισβητήσεως του κύρους ενός κοινοτικού μέτρου γενικής και άμεσης ισχύος ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, μπορεί να αποδειχθεί ότι ο μόνος τρόπος να αποκτήσουν αυτοί οι ιδιώτες πρόσβαση σε εθνικό δικαστήριο (το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του κύρους) (31) είναι να παραβούν τον νόμο με την προσδοκία ότι στο πλαίσιο της ποινικής (ή άλλης εκτελεστικής) διαδικασίας που εν συνεχεία θα κινηθεί εναντίον τους, το εθνικό δικαστήριο θα πεισθεί να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο για το κύρος του κοινοτικού μέτρου. Πέραν των ποικίλων πρακτικών μειονεκτημάτων που ενδέχεται να συνεπάγεται η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, η ανωτέρω διαδικαστική οδός εκθέτει τους εν λόγω ιδιώτες σε αφόρητο κίνδυνο.
44. Φρονώ, επίσης, ότι ούτε τα άρθρα 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ παρέχουν επαρκές εναλλακτικό μέσο προστασίας. Όπως τόνισε το Πρωτοδικείο στην παρούσα υπόθεση, η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως δεν επιτρέπει στον κοινοτικό δικαστή να προβεί σε εκτενή δικαστικό έλεγχο όλων των παραγόντων που μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα ενός κοινοτικού μέτρου. Διότι ο ενάγων, προκειμένου να ασκήσει την εν λόγω αγωγή, είναι αναγκαίο να αποδείξει ότι έλαβε χώρα μια αρκετά σοβαρή παράβαση κανόνων δικαίου, οι οποίοι αποσκοπούν στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες. Η Επιτροπή κακώς, κατά τη γνώμη μου, υποστηρίζει ότι το κοινοτικό δικαστήριο οφείλει σε κάθε περίπτωση να προβαίνει σε διεξοδικό έλεγχο της νομιμότητας του οικείου μέτρου, προκειμένου να διαπιστώνει την ύπαρξη παρόμοιας παραβάσεως.
45. Εντούτοις, από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου προκύπτει με σαφήνεια ότι η κρατούσα ερμηνεία της έννοιας του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη, ως απορρέουσα ευθέως από την ίδια τη Συνθήκη, πρέπει να εφαρμόζεται ανεξαρτήτως των συνεπειών της επί του δικαιώματος της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (32).
46. Φρονώ ότι το ανωτέρω αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό, πλην όμως αποτελεί αναπόδραστη συνέπεια των περιορισμών τους οποίους επιβάλλει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η σημερινή διατύπωση του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Όπως το Δικαστήριο κατέστησε σαφές στην υπόθεση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (33), τυχόν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στο κοινοτικό σύστημα δικαστικού ελέγχου μπορούν να επέλθουν μόνον εάν τα κράτη μέλη τροποποιήσουν την οικεία διάταξη της Συνθήκης. Εκτιμώ ότι υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της εισαγωγής ενός πιο φιλελεύθερου κριτηρίου νομιμοποιήσεως, για τις περιπτώσεις ιδιωτών που επιδιώκουν να αμφισβητήσουν κοινοτικά μέτρα γενικής ισχύος, προκειμένου να εξασφαλισθεί η παροχή πλήρους δικαστικής προστασίας σε όλες τις περιστάσεις.
47. Συνεπώς, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει ο νόμος στο παρόν στάδιο, φρονώ ότι η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού του συμπεράσματος, παρέλκει η εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
Επί της ανταναιρέσεως
48. Απομένει να εξεταστεί το ζήτημα εάν το Πρωτοδικείο κακώς, όπως υποστηρίζει η Jégo-Quéré, έκρινε ότι η εν λόγω εταιρία δεν πληροί την προϋπόθεση της έννοιας του προσώπου το οποίο οι προσβαλλόμενες διατάξεις αφορούν ατομικά, κατά την κρατούσα ερμηνεία αυτής της έννοιας.
49. Η Jégo-Quéré ισχυρίζεται ότι, αντιθέτως προς το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αποτελεί στην πραγματικότητα μέτρο γενικής ισχύος, αλλά, ορθότερα, δέσμη ατομικών αποφάσεων, οι οποίες αφορούν την Jégo-Quéré άμεσα και ατομικά, υπό τη μορφή κανονισμού. Η Jégo-Quéré εντοπίζει ποικίλες, προβλεπόμενες από τον κανονισμό, εξαιρέσεις, οι οποίες, όπως διατείνεται, είναι προσαρμοσμένες στις ειδικές περιπτώσεις διαφόρων εφοπλιστικών επιχειρήσεων αλιείας εντός των περιοχών όπου εφαρμόζεται ο κανονισμός. Σύμφωνα με την Jégo-Quéré, οι ποικίλες αυτές εξαιρέσεις δεν αντιστοιχούν σε αντικειμενικές διαφορές και δεν δικαιολογούνται από τον στόχο που επιδιώκει ο κανονισμός, ήτοι την προστασία των αποθεμάτων μπακαλιάρου «Merluccius merluccius».
50. Εκτιμώ ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ορθώς το τεθέν από τη νομολογία κριτήριο, αποφαινόμενο ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις είναι γενικής ισχύος, δεδομένου ότι απευθύνονται με αφηρημένους όρους σε απροσδιόριστες κατηγορίες προσώπων και εφαρμόζονται σε αντικειμενικώς καθοριζόμενες καταστάσεις (34).
51. Εν συνεχεία, η Jégo-Quéré υπογραμμίζει την ύπαρξη δύο συγκεκριμένων στοιχείων, τα οποία, κατά τη γνώμη της, τη διαφοροποιούν από όλα τα επηρεαζόμενα από τον κανονισμό πρόσωπα και, συνεπώς, την καθιστούν πρόσωπο το οποίο οι προσβαλλόμενες διατάξεις αφορούν ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
52. Πρώτον, η Jégo-Quéré ισχυρίζεται ότι είναι η μόνη επιχείρηση η οποία αλιεύει, διαρκώς, μπακαλιάρο «μερλάν» στην Κελτική Θάλασσα με πλοία άνω των 30 μέτρων και αμελητέες ποσότητες μπακαλιάρου «Merluccius merluccius» με τη μορφή συμπτωματικής αλιεύσεως.
53. Εντούτοις, ακόμη και αν η Jégo-Quéré αποδείξει ότι είναι η μόνη επιχείρηση η οποία πληροί, σήμερα, τα προαναφερθέντα κριτήρια, επηρεάζεται σε κάθε περίπτωση από τον προσβαλλόμενο κανονισμό λόγω της ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητας την οποία και άλλες επιχειρήσεις, πληρούσες τα ίδια κριτήρια, μπορούν ενδεχομένως να ασκήσουν (35). Όπως έκρινε το Πρωτοδικείο, η Jégo-Quéré επηρεάζεται από τον προσβαλλόμενο κανονισμό μόνον «όπως κάθε άλλος επιχειρηματίας ευρισκόμενος, πραγματικά ή δυνητικά, σε παρεμφερή κατάσταση» (36).
54. Δεύτερον, η Jégo-Quéré ισχυρίζεται ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός την αφορά ατομικά, λόγω του ότι είναι η μόνη επιχείρηση, η οποία, πριν την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού, πρότεινε στην Επιτροπή την υιοθέτηση εναλλακτικής λύσεως, αντί της επιβολής σε αυτήν των προσβαλλόμενων διατάξεων. Η προταθείσα λύση, η οποία συνίστατο στην πιστοποίηση από ανεξάρτητους παρατηρητές του γεγονότος ότι τα πλοία της Jégo-Quéré δεν επιδίδονται στην αλιεία μπακαλιάρου «Merluccius merluccius», θα οδηγούσε στην επίτευξη του στόχου τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός.
55. Κατά τη νομολογία που σχετίζεται με την έννοια του προσώπου το οποίο αφορά ατομικά μια διάταξη, οι προτάσεις της Jégo-Quéré προς την Επιτροπή πριν την έκδοση του κανονισμού θα μπορούσαν να τη διαφοροποιήσουν ως προς τα λοιπά επηρεαζόμενα από τον κανονισμό πρόσωπα, μόνον εάν υπήρχε κανόνας στην ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία παρέχων ιδιαίτερη διαδικαστική εγγύηση (37). Όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο, εν προκειμένω δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση (38).
56. Κατόπιν των ανωτέρω, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την Jégo-Quéré ότι το προσβαλλόμενο κοινοτικό μέτρο την αφορά ατομικά, σύμφωνα με την κρατούσα ερμηνεία αυτής της έννοιας και, κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι η ανταναίρεσή της πρέπει να απορριφθεί και η προσφυγή της ακυρώσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Πρόταση
57. Συνεπώς, φρονώ ότι το Δικαστήριο οφείλει:
1) να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 3ης Μαΐου 2002, Τ-177/01, Jégo-Quéré κατά Επιτροπής·
2) να κηρύξει την προσφυγή ακυρώσεως απαράδεκτη·
3) να καταδικάσει την Jégo-Quéré et Cie SA στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων ενώπιον του Πρωτοδικείου.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Μαΐου 2002, Τ‑177/01, Jégo-Quéré κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ‑2365, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
3 – ΕΕ L 159, σ. 4, στο εξής: κανονισμός ή προσβαλλόμενος κανονισμός.
4 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, C‑25/62, Plaumann κατά Επιτροπής (δεν έχει μεταφρασθεί στην ελληνική).
5 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002 C‑50/00 Ρ (Συλλογή 2002, σ. Ι‑6677).
6 – ΕΕ L 389, σ. 1.
7 – Παρατεθείς στην υποσημείωση 3.
8 – ΕΕ L 77, σ. 8.
9 – Σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
10 – Όπ.π., σκέψη 25.
11 – Όπ.π., σκέψη 26.
12 – Όπ.π., σκέψη 38.
13 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
14 – Σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
15 – Όπ.π., σκέψη 30.
16 – Όπ.π., σκέψεις 31 έως 37.
17 – Όπ.π., σκέψεις 41 και 42.
18 – ΕΕ 2000, C 364, σ. 1.
19 – Σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
20 – Όπ.π., σκέψη 46.
21 – Όπ.π., σκέψη 47.
22 – Όπ.π., σκέψεις 48 και 49.
23 – Όπ.π., σκέψη 51.
24 – Όπ.π., σκέψεις 52 και 53.
25 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1994, C‑188/92 (Συλλογή 1994, σ. Ι‑833).
26 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5.
27 – ΕΕ L 210, σ. 32.
28 – Διάταξη του Πρωτοδικείου της 23ης Νοεμβρίου 1999, Τ‑173/98, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ‑3357.
29 – Σκέψεις 36 και 37 της αποφάσεως.
30 – Όπ.π., σκέψη 44.
31 – Απόφαση του Δικαστηρίου, της 22ας Οκτωβρίου 1987, C-314/85, Foto-Frost (Συλλογή 1987, σ. 4199, σκέψη 20).
32 – Σκέψη 44 της αποφάσεως.
33 – Όπ.π., σκέψη 45.
34 – Σκέψεις 23 και 24 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
35 – Βλ. απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
36 – Σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
37 – Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2002, Τ‑47/00, Rica Foods κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ‑113, σκέψη 55).
38 – Σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy