ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 25ης Μαρτίου 2004 (1)
Υπόθεση C-280/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 91/271/ΕΟΚ – Άρθρο 5 – Επεξεργασία αστικών λυμάτων»
I – Εισαγωγή
1. Με την παρούσα προσφυγή περί διαπιστώσεως παραβάσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη ορισμένες υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (2) (στο εξής: οδηγία). Η θεματοφύλακας των Συνθηκών προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία ότι παρέλειψε να χαρακτηρίσει ορισμένες περιοχές στις λεκάνες Σηκουάνα-Νορμανδίας, Λίγηρα-Βρετάνης, Αρτουά-Πικαρδίας και Ροδανού-Μεσογείου-Κορσικής ως ευαίσθητες στο φαινόμενο του ευτροφισμού. Δεύτερον, προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία ότι δεν υπέβαλε σε αυστηρότερη επεξεργασία τις απορρίψεις αστικών λυμάτων, προερχόμενων από οικισμούς με πληθυσμό άνω των 10 000 κατοίκων, σε ευαίσθητες περιοχές ή σε περιοχές που θα έπρεπε να έχουν χαρακτηρισθεί ως τέτοιες.
II – Εφαρμοστέες διατάξεις
2. Σύμφωνα με το πρώτο της άρθρο, η οδηγία αφορά τη συλλογή, την επεξεργασία και την απόρριψη αστικών λυμάτων και την επεξεργασία και την απόρριψη λυμάτων από ορισμένους βιομηχανικούς τομείς. Σκοπός της οδηγίας είναι η προστασία του περιβάλλοντος από τις επιπτώσεις της απορρίψεως των λυμάτων.
3. Το άρθρο 2 της οδηγίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους ορισμούς:
«1) “Αστικά λύματα”: τα οικιακά λύματα ή το μείγμα οικιακών με βιομηχανικά λύματα ή/και όμβρια ύδατα.
2) “Οικιακά λύματα”: τα λύματα από περιοχές κατοικίας και υπηρεσιών που προέρχονται κυρίως από τον ανθρώπινο μεταβολισμό και τις εμπορικές δραστηριότητες.
3) “Βιομηχανικά λύματα”: οποιαδήποτε λύματα που απορρίπτονται από κτίρια και χώρους που χρησιμοποιούνται για οποιαδήποτε εμπορική ή βιομηχανική δραστηριότητα, και τα οποία δεν είναι οικιακά λύματα ή όμβρια ύδατα.
4) “Οικισμοί”: οι περιοχές στις οποίες ο πληθυσμός ή/και οι οικονομικές δραστηριότητες είναι επαρκώς συγκεντρωμένα ώστε τα αστικά λύματα να μπορούν να συλλέγονται και να διοχετεύονται σε σταθμό επεξεργασίας αστικών λυμάτων ή σε τελικό σημείο απόρριψης.
5) “Δίκτυο αποχέτευσης”: το σύστημα αγωγών που συλλέγει και διοχετεύει τα αστικά λύματα.
6) “1 ι.π. (μονάδα ισοδύναμου πληθυσμού)”: το αποικοδομήσιμο οργανικό φορτίο που παρουσιάζει βιομηχανικές ανάγκες σε οξυγόνο πέντε ημερών (BOD5) ίσες προς 60 g/ημέρα.
[…]
8) “Δευτεροβάθμια επεξεργασία”: η επεξεργασία των αστικών λυμάτων με μέθοδο που, κατά κανόνα, περιλαμβάνει βιολογική επεξεργασία με δευτεροβάθμια καθίζηση, ή με άλλες μεθόδους δια των οποίων τηρούνται οι απαιτήσεις που καθορίζονται στον πίνακα 1 του παραρτήματος Ι.
[…]
11) “Ευτροφισμός”: ο εμπλουτισμός των υδάτων με θρεπτικές ουσίες, ιδίως ενώσεις αζώτου ή/και φωσφόρου, που προκαλεί την ταχύτερη ανάπτυξη φυκών και ανωτέρων μορφών φυτικής ζωής, με συνακόλουθη ανεπιθύμητη διαταραχή της ισορροπίας των οργανισμών που ζουν στα ύδατα και υποβάθμιση της ποιότητας των εν λόγω υδάτων.
[…]»
4. Το άρθρο 5, παράγραφοι 1, 2 και 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη προσδιορίζουν, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1993, τις ευαίσθητες περιοχές σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, πριν από την απόρριψή τους σε ευαίσθητες περιοχές, τα αστικά λύματα που διοχετεύονται σε αποχετευτικά δίκτυα, να υποβάλλονται, το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998, σε επεξεργασία αυστηρότερη από εκείνη που περιγράφεται στο άρθρο 4, για όλες τις απορρίψεις από οικισμούς με ι.π. άνω των 10 000.
[…]
5. Οι απορρίψεις από σταθμούς επεξεργασίας αστικών λυμάτων που βρίσκονται στις οικείες λεκάνες υδροσυλλογής ευαίσθητων περιοχών και συμβάλλουν στη ρύπανση των περιοχών αυτών, υπόκεινται στις παραγράφους 2, 3 και 4.»
5. Ο ορισμός των «ευαίσθητων περιοχών» κατά την έννοια της οδηγίας περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ αυτής. Το παράρτημα ΙΙ, το οποίο φέρει τον τίτλο «κριτήρια προσδιορισμού ευαίσθητων και λιγότερο ευαίσθητων περιοχών», ορίζει τα εξής:
«Μια υδάτινη μάζα χαρακτηρίζεται ως ευαίσθητη περιοχή, αν εμπίπτει σε μία από τις εξής ομάδες:
α) φυσικές λίμνες γλυκών υδάτων, [άλλοι χώροι συγκεντρώσεως γλυκών υδάτων], εκβολές ποταμών και παράκτια ύδατα όπου παρουσιάζεται ευτροφισμός ή όπου μπορεί, στο εγγύς μέλλον, να παρουσιασθεί ευτροφισμός αν δεν ληφθούν προστατευτικά μέτρα.
Όταν εξετάζεται ποια θρεπτικά συστατικά πρέπει να μειωθούν με περαιτέρω επεξεργασία, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη τα εξής στοιχεία:
i) λίμνες και ρεύματα τα οποία καταλήγουν σε λίμνες/ταμιευτήρες/κλειστούς όρμους που διαπιστώνεται ότι έχουν ασθενή εναλλαγή ύδατος, οπότε μπορεί να συμβεί συσσώρευση. Στις περιοχές αυτές, η επεξεργασία πρέπει να περιλαμβάνει την αφαίρεση του φωσφόρου, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι η αφαίρεση δεν θα επηρεάσει το επίπεδο ευτροφισμού. Όπου πραγματοποιούνται απορρίψεις από μεγάλους οικισμούς, μπορεί επίσης να εξεταστεί η αφαίρεση του αζώτου,
ii) εκβολές ποταμών, όρμοι και άλλα παράκτια ύδατα που διαπιστώνεται ότι έχουν ασθενή εναλλαγή ύδατος ή που δέχονται μεγάλες ποσότητες θρεπτικών συστατικών. Οι απορρίψεις από μικρούς οικισμούς συνήθως είναι δευτερεύουσας σημασίας στις περιοχές αυτές, αλλά, για τους μεγάλους οικισμούς, η επεξεργασία πρέπει να περιλαμβάνει την αφαίρεση του φωσφόρου ή/και του αζώτου, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι η αφαίρεση αυτή δεν θα επηρεάσει το επίπεδο ευτροφισμού·
β) επιφανειακά γλυκά ύδατα προοριζόμενα για την άντληση πόσιμου νερού τα οποία θα μπορούσαν να περιέχουν νιτρικά ιόντα σε συγκέντρωση μεγαλύτερη από εκείνη που προβλέπουν οι συναφείς διατάξεις της οδηγίας 75/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 16ης Ιουνίου 1975 περί της απαιτούμενης ποιότητος των υδάτων επιφανείας που προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος στα κράτη μέλη [(3)] αν δεν ληφθούν προστατευτικά μέτρα·
γ) περιοχές όπου περαιτέρω επεξεργασία από την προδιαγραφόμενη στο άρθρο 4 της παρούσας οδηγίας είναι αναγκαία, για την τήρηση των οδηγιών του Συμβουλίου.»
III – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
6. Στις 22 Οκτωβρίου 1999, η Επιτροπή, κατόπιν ανταλλαγής ογκώδους αλληλογραφίας με τις γαλλικές αρχές σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας, απηύθυνε στη Γαλλική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο της επισήμανε μια σειρά παραβάσεων. Η Επιτροπή, κρίνοντας ανεπαρκή την απάντηση της Γαλλικής Κυβερνήσεως, της απηύθυνε, στις 10 Απριλίου 2001, αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία, κατά την Επιτροπή, το εν λόγω κράτος μέλος δεν αντέδρασε ως όφειλε. Κατόπιν τούτου, η θεματοφύλακας των Συνθηκών άσκησε, στις 30 Ιουλίου 2002, την παρούσα προσφυγή περί διαπιστώσεως παραβάσεως.
7. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι:
– παραλείποντας να χαρακτηρίσει ορισμένες περιοχές στις λεκάνες Σηκουάνα-Νορμανδίας, Λίγηρα-Βρετάνης, Αρτουά-Πικαρδίας και Ροδανού-Μεσογείου-Κορσικής ως ευαίσθητες στο φαινόμενο του ευτροφισμού και
– παραλείποντας να υποβάλει σε αυστηρότερη επεξεργασία τις απορρίψεις αστικών λυμάτων, προερχόμενων από οικισμούς με ι.π. άνω των 10 000, σε ευαίσθητες περιοχές ή σε περιοχές που θα έπρεπε να έχουν χαρακτηρισθεί ως τέτοιες,
η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας.
8. Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της προσφυγής, εκτός του μέρους που αφορά τον προσδιορισμό του ποταμού Vistre. Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί επίσης να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος προσφυγής, με εξαίρεση το μέρος που αφορά ορισμένους οικισμούς ευρισκόμενους σε ευαίσθητες περιοχές στις οποίες οι απορρίψεις αστικών λυμάτων δεν έχουν ακόμη υποβληθεί σε αυστηρότερη επεξεργασία.
IV – Το αντικείμενο της διαφοράς
9. Η παρούσα προσφυγή στηρίζεται σε δύο λόγους, ο πρώτος εκ των οποίων χωρίζεται σε δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά την ερμηνεία της έννοιας του «ευτροφισμού» και το δεύτερο τον ανεπαρκή προσδιορισμό των ευαίσθητων περιοχών. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από την παράλειψη της Γαλλικής Δημοκρατίας να υποβάλει σε αυστηρότερη επεξεργασία τις απορρίψεις αστικών λυμάτων από οικισμούς με πληθυσμό άνω των 10 000 κατοίκων.
V – Ο πρώτος λόγος: η έννοια του ευτροφισμού και προσδιορισμός των ευαίσθητων περιοχών
Α – Η έννοια του ευτροφισμού
Παρατηρήσεις των διαδίκων
10. Ο διαλαμβανόμενος στο άρθρο 2, σημείο 11, της οδηγίας ορισμός περιλαμβάνει τέσσερα στοιχεία τα οποία, αν συντρέχουν, συνιστούν την έννοια του ευτροφισμού. Τα στοιχεία αυτά είναι τα εξής:
1) ο εμπλουτισμός των υδάτων με θρεπτικές ουσίες, ιδίως ενώσεις του αζώτου και του φωσφόρου·
2) ο εμπλουτισμός αυτός προκαλεί την ταχύτερη ανάπτυξη φυκών και ανωτέρων μορφών φυτικής ζωής·
3) η ταχύτερη αυτή ανάπτυξη συνεπάγεται την ανεπιθύμητη διαταραχή της ισορροπίας των οργανισμών που ζουν στα ύδατα και
4) την υποβάθμιση της ποιότητας των εν λόγω υδάτων.
11. Οι διάδικοι συμφωνούν ότι η οδηγία καθιερώνει έναν αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κριτηρίου, καθώς και μεταξύ του δεύτερου κριτηρίου και των δύο επόμενων.
12. Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι τα εν λόγω κριτήρια είναι σωρευτικά. Η συνδρομή μόνον ενός ή δύο εξ αυτών δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι μια υδάτινη μάζα πλήττεται από ευτροφισμό: πρέπει, επιπλέον, να αποδειχθεί ότι συντρέχουν και τα λοιπά στοιχεία της έννοιας του ευτροφισμού, τα οποία συνδέονται στενά μεταξύ τους.
13. Η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση διαφωνούν ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο τρίτο στοιχείο, ήτοι στην «ανεπιθύμητη διαταραχή της ισορροπίας των οργανισμών που ζουν στα ύδατα». Η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλία ότι ερμηνεύει την εν λόγω έννοια κατά τρόπο άκρως συσταλτικό, ενώ υποστηρίζει ότι η ισορροπία διαταράσσεται όχι μόνον όταν ορισμένα φυτικά είδη εξαφανίζονται ή συρρικνώνονται, αλλά και όταν ένα μόνον είδος πολλαπλασιάζεται δίχως να επηρεάζει τη σταθερή ανάπτυξη των υπολοίπων.
14. Η Γαλλική Δημοκρατία αντιτείνει ότι, εφόσον η ισορροπία μεταξύ των λοιπών οργανισμών που ζουν στα ύδατα δεν διαταράσσεται, ο πολλαπλασιασμός ενός μόνο φυτικού είδους δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι υφίσταται ανεπιθύμητη διαταραχή της ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων οργανισμών. Προσάπτει επίσης στην Επιτροπή ότι δεν εξήγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους ορισμένα φαινόμενα πρέπει να κρίνονται ανεπιθύμητα.
15. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή παραπέμπει σε διάφορα επιστημονικά συγγράμματα που περιγράφουν τις ανεπιθύμητες συνέπειες του εμπλουτισμού των υδάτων με θρεπτικές ουσίες, ο οποίος προκαλεί την ταχύτερη ανάπτυξη φυκών και άλλων ανωτέρων μορφών φυτικής ζωής. Οι ανεπιθύμητες αυτές συνέπειες μπορούν να λάβουν τη μορφή της διασπάσεως της τροφικής αλυσίδας σε ένα οικοσύστημα, της διαταράξεως της ισορροπίας μεταξύ των διαφορετικών ειδών και της μειώσεως της ποσότητας του οξυγόνου στα ύδατα. Ο πολλαπλασιασμός ορισμένων φυκών διαταράσσει τα ύδατα και τα καθιστά αδιαφανή, με συνέπεια το φως να μην εισδύει πλέον σε βάθος, γεγονός που προκαλεί την εξαφάνιση ορισμένων υδρόβιων φυτών. Επιπλέον, είναι πιθανό να εμφανισθούν ορισμένα είδη τοξικών φυκών που μπορούν να δηλητηριάσουν τα οστρακοειδή, γεγονός που προκαλεί αυξημένη θνησιμότητα των ιχθύων και συνιστά κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία.
Εκτίμηση
16. Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από την τρίτη και την όγδοη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της, καθώς και από το άρθρο 1, η οδηγία στοχεύει στην προστασία του περιβάλλοντος από τις επιπτώσεις της απορρίψεως των αστικών (και βιομηχανικών) λυμάτων.
17. Ο κοινοτικός νομοθέτης κατέστησε σαφές, με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας, ότι είναι αναγκαία η αυστηρότερη επεξεργασία στις ευαίσθητες περιοχές. Από το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη όφειλαν να συμμορφωθούν προς τις ακόλουθες απαιτήσεις:
– να προσδιορίσουν, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1993, τις ευαίσθητες περιοχές βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ και
– να μεριμνήσουν ώστε τα αστικά λύματα που διοχετεύονται σε αποχετευτικά δίκτυα να υποβάλλονται, πριν από την απόρριψή τους σε ευαίσθητες περιοχές, σε επεξεργασία αυστηρότερη από τη δευτεροβάθμια ή ισοδύναμη προς αυτήν.
18. Το κεφάλαιο Α του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας καθορίζει τις υδάτινες μάζες που πρέπει να χαρακτηρίζονται ως ευαίσθητες περιοχές, οι οποίες είναι:
– οι υδάτινες μάζες οι οποίες έχει αποδειχθεί ότι είναι ευτροφικές ή οι οποίες μπορούν, στο εγγύς μέλλον, να καταστούν ευτροφικές αν δεν ληφθούν προστατευτικά μέτρα·
– τα επιφανειακά γλυκά ύδατα που προορίζονται για την άντληση πόσιμου νερού και που θα μπορούσαν να περιέχουν νιτρικά ιόντα σε συγκέντρωση μεγαλύτερη από εκείνη που προβλέπει η οδηγία 75/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου·
– οι περιοχές στις οποίες είναι αναγκαία επεξεργασία αυστηρότερη από τη δευτεροβάθμια ή ισοδύναμη προς αυτήν, προκειμένου να τηρούνται οι οδηγίες του Συμβουλίου.
19. Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το περιεχόμενο της έννοιας του ευτροφισμού. Η Επιτροπή προκρίνει μια ευρεία ερμηνεία, ενώ η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει μια πιο συσταλτική ερμηνεία. Η διαφορά στις προσεγγίσεις των διαδίκων εκδηλώνεται με δύο τρόπους στις παρατηρήσεις που κατέθεσαν. Η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει τον αιτιώδη σύνδεσμο, ο οποίος, κατά τη γνώμη της, πρέπει κατ’ ανάγκη να υφίσταται μεταξύ των διαφορετικών στοιχείων της έννοιας του ευτροφισμού, ενώ η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αρκεί απλώς η συνδρομή των τεσσάρων αυτών στοιχείων για να αποδειχθεί ότι τα οικεία ύδατα πλήττονται από ευτροφισμό. Επιπλέον, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο τρίτο στοιχείο του ορισμού. Η Επιτροπή αποδέχεται με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ό,τι η Γαλλική Κυβέρνηση ότι διαταράσσεται η ισορροπία μεταξύ των διαφορετικών οργανισμών που ζουν στα ύδατα.
20. Η έννοια του ευτροφισμού είναι καθοριστικής σημασίας για το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Όπως επισήμανα προηγουμένως με τα σημεία 17 και 18, τα κράτη μέλη οφείλουν να χαρακτηρίζουν ως ευαίσθητες περιοχές τις υδάτινες μάζες οι οποίες έχει αποδειχθεί ότι είναι ευτροφικές ή ότι μπορούν, στο εγγύς μέλλον, να καταστούν ευτροφικές αν δεν ληφθούν προστατευτικά μέτρα. Επιπλέον, τα αστικά λύματα που απορρίπτονται σε ευαίσθητες περιοχές πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία, προκειμένου να κατακρατείται ένα μεγάλο μέρος των θρεπτικών ουσιών που περιέχουν. Η επεξεργασία αυτή έχει ως σκοπό να καταστήσει τις υδάτινες μάζες λιγότερο ευαίσθητες στο φαινόμενο του ευτροφισμού. Συνεπώς, μια ευρεία ερμηνεία της έννοιας του ευτροφισμού συνεπάγεται την αύξηση του αριθμού των υδάτινων μαζών που πρέπει να χαρακτηρίζονται ως ευαίσθητες περιοχές.
21. Η ορθή ερμηνεία της έννοιας του ευτροφισμού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της διαταράξεως της ισορροπίας της ζωής στα ύδατα πρέπει να καθορισθεί όχι μόνο βάσει της διατυπώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 11, της οδηγίας, αλλά και βάσει του σκοπού και της δομής της εν λόγω διατάξεως.
22. Όπως προκύπτει από το γράμμα, την οικονομία και το περιεχόμενό της, η οδηγία στοχεύει στην καταπολέμηση του ευτροφισμού των επιφανειακών υδάτων μέσω της εξαλείψεως των θρεπτικών ουσιών των οικιακών και αστικών λυμάτων, προκειμένου να αποφεύγεται η περαιτέρω ρύπανση του περιβάλλοντος. Ο σκοπός αυτός επιβάλλει μια ερμηνεία της έννοιας του ευτροφισμού η οποία θα συντελεί στο να μην καθίστανται τα ύδατα ακατάλληλα προς χρήση λόγω της υποβαθμίσεως της ποιότητάς τους ή, τουλάχιστον, στο να υποβαθμίζεται η ποιότητά τους κατά το ελάχιστο δυνατό.
23. Από το περιεχόμενο της οδηγίας προκύπτει επίσης ότι η έννοια του ευτροφισμού δεν πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο άκρως συσταλτικό. Έτσι, από το κεφάλαιο Α του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας προκύπτει ότι, εκτός από τις υδάτινες μάζες οι οποίες είναι ευτροφικές, πρέπει να χαρακτηρίζονται ως ευαίσθητες περιοχές και οι υδάτινες μάζες που κινδυνεύουν να καταστούν ευτροφικές.
24. Ο διαλαμβανόμενος στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ορισμός της έννοιας του ευτροφισμού περιλαμβάνει τέσσερα στοιχεία που συνδέονται μεταξύ τους. Το πρώτο στοιχείο συνίσταται στον εμπλουτισμό των υδάτων με θρεπτικές ουσίες, ιδίως ενώσεις του αζώτου και του φωσφόρου. Ο εμπλουτισμός αυτός προκαλεί την ταχύτερη ανάπτυξη φυκών και ανωτέρων μορφών φυτικής ζωής. Αυτό είναι το δεύτερο στοιχείο. Το τρίτο και το τέταρτο στοιχείο αφορούν την επιβλαβή κατάσταση που απορρέει από τα δύο πρώτα στοιχεία, ήτοι την ανεπιθύμητη διαταραχή της ισορροπίας των οργανισμών που ζουν στα ύδατα και την υποβάθμιση της ποιότητας των εν λόγω υδάτων.
25. Ο ορισμός αυτός προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εισροής θρεπτικών ουσιών στο υδάτινο περιβάλλον και της υποβαθμίσεως της ποιότητας των υδάτων. Οι απορρίψεις οικιακών λυμάτων εμπλουτίζουν τα ύδατα με πλεόνασμα αζώτου και φωσφόρου και δημιουργούν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένα βιότοπο πλουσιότερο σε θρεπτικές ουσίες, ο οποίος είναι επιβλαβής για τη ζωή στα ύδατα. Ο εμπλουτισμός των υδάτων με θρεπτικές ουσίες συνεπάγεται τον πολλαπλασιασμό των υδρόβιων φυτών, ιδίως των φυκών και άλλων μικροσκοπικών φυτών, ο οποίος μπορεί να προκαλέσει μείωση της ποσότητας του οξυγόνου στα ύδατα και αύξηση της δραστηριότητας ορισμένων αναερόβιων βακτηρίων. Επιπλέον, ο πολλαπλασιασμός των φυκών καθιστά τα ύδατα θολά και αδιαφανή, παρεμποδίζοντας το φως να εισδύσει σε βάθος, με συνέπεια ορισμένα είδη ιχθύων και άλλων οργανισμών να μην μπορούν να επιβιώσουν σε παρόμοιο περιβάλλον. Το σύνολο των φαινομένων αυτών προκαλεί την καταστροφή της βιοποικιλότητας σε μια δεδομένη υδάτινη μάζα.
26. Κατόπιν όλων των ανωτέρω στοιχείων, τείνω προς την άποψη ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί χωριστά. Από τον διαλαμβανόμενο στο άρθρο 2, παράγραφος 11, της οδηγίας ορισμό της έννοιας του ευτροφισμού προκύπτει ότι ο εν λόγω σύνδεσμος λογίζεται αποδεδειγμένος.
27. Συνεπώς, πρέπει να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον μπορεί να γίνει λόγος για ανεπιθύμητη διαταραχή της ισορροπίας των οργανισμών που ζουν στα ύδατα όταν ένα μόνον είδος πολλαπλασιάζεται ενώ ο αριθμός των υπολοίπων παραμένει σταθερός. Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Όπως τόνισα προηγουμένως, η έννοια του ευτροφισμού δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, προκειμένου να μπορεί να επιτευχθεί ο σκοπός που επιδιώκει η οδηγία. Για τον λόγο αυτό, φρονώ ότι είναι άνευ σημασίας αν ο επιβλαβής πολλαπλασιασμός αφορά ένα ή περισσότερα είδη. Αντιθέτως, είναι καθοριστικής σημασίας το ερώτημα κατά πόσον η ποιότητα των υδάτων υποβαθμίζεται λόγω της συνδρομής εξωγενών παραγόντων και η υπέρμετρη ανάπτυξη ενός και μόνον είδους συνιστά τέτοιον παράγοντα.
28. Προς στήριξη της θέσεώς μου, παραθέτω το εξής παράδειγμα. Τα ύδατα στα οποία συσσωρεύονται φύκια που απελευθερώνουν δηλητηριώδεις ουσίες πρέπει να θεωρούνται ως ύδατα κατώτερης ποιότητας. Πράγματι, το δηλητήριο μπορεί να καταλήξει μέσω της τροφικής αλυσίδας ακόμη και στον άνθρωπο, αν αυτός, παραδείγματος χάρη, καταναλώσει μύδια, στον οργανισμό των οποίων έχει συσσωρευτεί το δηλητήριο. Η βιολογική σύνθεση των υδάτων μεταβλήθηκε και η ποιότητά τους υποβαθμίσθηκε, μολονότι πολλαπλασιάσθηκε ένα μόνον είδος δηλητηριωδών φυκών. Συνεπώς, τα τέσσερα στοιχεία της έννοιας του ευτροφισμού συντρέχουν και, εξ αυτού του λόγου, η εν λόγω υδάτινη μάζα πρέπει να χαρακτηρισθεί ευτροφική.
Β – Προσδιορισμός των ευαίσθητων περιοχών
29. Δεδομένου ότι οι διάδικοι διαφωνούν ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην έννοια του ευτροφισμού, είναι προφανώς αδύνατο να συμφωνήσουν στον προσδιορισμό των ευαίσθητων περιοχών. Η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Κυβέρνηση ότι παρέλειψε να προσδιορίσει όλες τις ευαίσθητες περιοχές.
30. Η Επιτροπή φρονεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 1, και από το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας, διότι παρέλειψε να χαρακτηρίσει ως ευαίσθητες τις ακόλουθες περιοχές:
– στη λεκάνη Σηκουάνα-Νορμανδίας: τον όρμο του Σηκουάνα, τον Σηκουάνα και τους παραποτάμους του προς τα κατάντη της συμβολής του με τον Andelle·
– στη λεκάνη Λίγηρα-Βρετάνης: τον όρμο του Lorient, την εκβολή του Elorn, τους όρμους του Douarnenez και του Concarneau, τον κόλπο του Morbihan και τον όρμο του Vilaine·
– στη λεκάνη Αρτουά-Πικαρδίας: τα παράκτια ύδατα και, όσον αφορά τα εσωτερικά ύδατα, το σύνολο του υδρογραφικού δικτύου που περιλαμβάνεται μεταξύ, αφενός, του τμήματος του Aa που έχει καταστεί πλωτό/Escaut, και, αφετέρου, των βελγικών συνόρων, τον Scarpe προς τα κατάντη του Arras, το κανάλι του Lens προς τα κατάντη του Lens και τον Somme στο σύνολό του·
– στη λεκάνη Ροδανού-Μεσογείου-Κορσικής: τον ποταμό Vistre και τη λιμνοθάλασσα του Thau.
31. Η Επιτροπή θεωρεί βέβαιο ότι οι εν λόγω υδάτινες μάζες είναι ευτροφικές ή θα καταστούν ευτροφικές στο εγγύς μέλλον.
Στη λεκάνη Σηκουάνα-Νορμανδίας: ο όρμος του Σηκουάνα
Παρατηρήσεις των διαδίκων
32. Η Επιτροπή φρονεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να χαρακτηρίσει τα ύδατα του όρμου του Σηκουάνα ως ευτροφικά κατά την έννοια της οδηγίας, παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 1, και το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας. Επισημαίνει, ιδίως, την αυξημένη παρουσία του τοξικού φύκου dinophysis και του φύκου phaeocystis, ο πολλαπλασιασμός των οποίων κατέστη εφικτός λόγω της εισροής θρεπτικών ουσιών στον όρμο.
33. Η Επιτροπή επιβεβαιώνει με το δικόγραφο της προσφυγής ότι δεν καταγράφηκε σημαντική πτώση της περιεκτικότητας των υδάτων του όρμου του Σηκουάνα σε οξυγόνο λόγω, κυρίως, ισχυρών παλιρροϊκών ρευμάτων που εμποδίζουν τη μείωση του ποσοστού του διαλυμένου οξυγόνου στον πυθμένα. Εντούτοις, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η ισορροπία των οργανισμών που ζουν στα ύδατα μπορεί να διαταραχθεί και η ποιότητα των εν λόγω υδάτων να υποβαθμισθεί ακόμη και αν η περιεκτικότητα της επίμαχης υδάτινης μάζας σε οξυγόνο δεν είναι ιδιαιτέρως χαμηλή. Οι αρνητικές αυτές επιπτώσεις μπορεί να οφείλονται στη δηλητηρίαση των μυδιών λόγω της εμφανίσεως του τοξικού φύκου dinophysis και στον αφρό που προκαλεί η κίνηση των κυμάτων όταν στα ύδατα εμφανίζεται ο φύκος phaeocystis.
34. Αντιθέτως, η Γαλλική κυβέρνηση φρονεί ότι τα ύδατα του όρμου του Σηκουάνα δεν είναι ευτροφικά κατά την έννοια της οδηγίας. Μολονότι αναγνωρίζει ότι διαπιστώθηκε εμφάνιση του φύκου dinophysis σε ορισμένες περιοχές, εντούτοις, αντιτείνει ότι πρόκειται για αμελητέες μόνον ποσότητες. Επιπλέον, διατείνεται ότι η Επιτροπή ουδόλως απέδειξε ότι η εμφάνιση του φύκου αυτού προκαλεί διαταραχή της ισορροπίας των οργανισμών που ζουν στα ύδατα και υποβάθμιση της ποιότητας των εν λόγω υδάτων. Συγκεκριμένα, ουδέποτε παρατηρήθηκε στον όρμο του Σηκουάνα φαινόμενο ανοξίας οφειλόμενο σε πλεόνασμα φυκών. Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί επίσης την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του εμπλουτισμού των υδάτων με θρεπτικές ουσίες και του πολλαπλασιασμού των φυκών.
Εκτίμηση
35. Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει με τα υπομνήματα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υφίσταται εμπλουτισμός των υδάτων του όρμου του Σηκουάνα με θρεπτικές ουσίες και ταχύτερη ανάπτυξη φυκών και ανωτέρων μορφών φυτικής ζωής. Εντούτοις, αμφισβητεί την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτών των δύο στοιχείων.
36. Όπως τόνισα προηγουμένως με το σημείο 24, η έννοια του ευτροφισμού δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς. Αν οι απορρίψεις αστικών λυμάτων σε μια περιοχή προκαλούν σημαντική υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων ή δημιουργούν κίνδυνο παρόμοιας υποβαθμίσεως, η εν λόγω περιοχή είναι ευαίσθητη και πρέπει να χαρακτηρίζεται ως τέτοια. Τα ύδατα στα οποία παρατηρείται πολλαπλασιασμός φυκών που απελευθερώνουν δηλητηριώδεις ουσίες πρέπει να θεωρούνται ως ύδατα κατώτερης ποιότητας. Δεδομένου ότι οι γαλλικές αρχές αναγνώρισαν την ύπαρξη του φύκου dinophysis στα ύδατα του όρμου του Σηκουάνα και δεν απέδειξαν ότι πρόκειται για αμελητέες μόνον ποσότητες, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη την υποχρέωσή της να χαρακτηρίσει τον όρμο του Σηκουάνα ως ευαίσθητη περιοχή.
Στη λεκάνη Σηκουάνα-Νορμανδίας: ο Σηκουάνας και οι παραπόταμοί του προς τα κατάντη της συμβολής του με τον Andelle
Παρατηρήσεις των διαδίκων
37. Η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Κυβέρνηση ότι παρέλειψε να χαρακτηρίσει ως ευαίσθητη περιοχή τον Σηκουάνα και τους παραποτάμους του προς τα κατάντη της συμβολής του με τον Andelle. Παραπέμπει, ιδίως, σε δύο μελέτες του Γαλλικού Ιδρύματος Ερευνών για την εκμετάλλευση της θάλασσας (IFREMER), οι οποίες περιγράφουν τα προβλήματα που υφίστανται στα επίμαχα ύδατα. Σύμφωνα με τους συντάκτες των μελετών, στα ύδατα του Σηκουάνα και των παραποτάμων του παρουσιάζεται αυξημένος βαθμός ανοξίας οφειλόμενος στην υπέρμετρη ανάπτυξη ορισμένων φυκών, γεγονός που προκαλεί σημαντική υποβάθμιση της ποιότητας των εν λόγω υδάτων με όλες τις επιπτώσεις που αυτή συνεπάγεται για τους οργανισμούς που ζουν στα εν λόγω ύδατα.
38. Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι τα ύδατα του Σηκουάνα και των παραποτάμων του προς τα κατάντη της συμβολής του με τον Andelle δεν είναι ευτροφικά κατά την έννοια της οδηγίας. Από τη δεκαετία του ’70 και εντεύθεν, η βιομηχανία καταβάλλει προσπάθειες να εξαλείψει τη ρύπανση, ιδίως με τη μείωση των απορρίψεων φωσφορικών ιόντων, οι οποίες έχουν ελαττωθεί κατά 96 %. Εντούτοις, όπως εξηγεί η Γαλλική Κυβέρνηση, το γεγονός αυτό δεν επηρέασε στην πράξη τη μέση περιεκτικότητα των υδάτων της περιοχής Poses-Honfleur σε οξυγόνο, η οποία αυξήθηκε μόνον κατά 1 % κατ’ έτος.
39. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η επεξεργασία των αστικών λυμάτων δεν στοχεύει μόνο στη μείωση της περιεκτικότητας των υδάτων σε φωσφορικά ιόντα, αλλά και στη μείωση του ποσοστού των νιτρικών ιόντων.
Εκτίμηση
40. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ότι στα ύδατα του Σηκουάνα και των παραποτάμων του προς τα κατάντη της συμβολής του με τον Andelle παρατηρείται ταχύτερη ανάπτυξη φυκών και ότι ο πολλαπλασιασμός αυτός των φυκών έχει ως ανεπιθύμητη συνέπεια ότι σημαντικά τμήματα των εν λόγω υδάτων εμφανίζουν άκρως χαμηλή περιεκτικότητα σε οξυγόνο. Συνεπώς, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι τα εν λόγω ύδατα είναι ευτροφικά, αλλά, απλώς, επισημαίνει ότι η σημαντική μείωση της εισροής φωσφορικών ιόντων δεν επηρέασε στην πράξη το ποσοστό του οξυγόνου στα εν λόγω ύδατα.
41. Το γεγονός και μόνον ότι η μείωση των απορρίψεων μιας δεδομένης θρεπτικής ουσίας δεν επηρέασε στην πράξη το ποσοστό του οξυγόνου δεν απαλλάσσει, εντούτοις, τη Γαλλική Κυβέρνηση από την υποχρέωσή της να χαρακτηρίσει τα ευτροφικά ύδατα ως ευαίσθητες περιοχές. Μολονότι είναι αληθές ότι το στοιχείο αυτό μπορεί να παράσχει επιχείρημα υπέρ εκείνων που θα επιθυμούσαν να παραλείπεται η αφαίρεση του φωσφόρου κατά την επεξεργασία των λυμάτων, κίνδυνο τον οποίο αναγνωρίζει εξάλλου ο κοινοτικός νομοθέτης με την περίπτωση i, στοιχείο α΄, σημείο Α, του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας, εντούτοις το εν λόγω στοιχείο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσχημα για τη μη συμμόρφωση προς τις λοιπές υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία. Επομένως, η Γαλλική Δημοκρατία παρέλειψε να χαρακτηρίσει ως ευτροφικά τα ύδατα του Σηκουάνα και των παραποτάμων του προς τα κατάντη της συμβολής του με τον Andelle και, συνεπώς, παρέλειψε να χαρακτηρίσει τα εν λόγω ύδατα ως ευαίσθητες περιοχές.
Στη λεκάνη Λίγηρα-Βρετάνης: ο όρμος του Lorient, η εκβολή του Elorn, οι όρμοι του Douarnenez και του Concarneau, ο κόλπος του Morbihan και ο όρμος του Vilaine
Παρατηρήσεις των διαδίκων
42. Η Επιτροπή φρονεί ότι τα ύδατα του όρμου του Lorient, της εκβολής του Elorn, των όρμων του Douarnenez και του Concarneau, του κόλπου του Morbihan και του όρμου του Vilaine έπρεπε να χαρακτηρισθούν ως ευτροφικά ή τουλάχιστον ως ικανά να παρουσιάσουν, στο εγγύς μέλλον, ευτροφισμό αν δεν λαμβάνονταν προστατευτικά μέτρα. Συγκεκριμένα, φρονεί ότι οι απορρίψεις αστικών λυμάτων στα εν λόγω ύδατα συμβάλλουν σημαντικά στον ευτροφισμό τους.
43. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι εθνικές αρχές υπέχουν την υποχρέωση να χαρακτηρίσουν μια υδάτινη μάζα ως ευαίσθητη περιοχή όχι μόνον όταν οι απορρίψεις αστικών λυμάτων ρυπαίνουν τα ύδατα μέσω της εισροής νιτρικών ιόντων γεωργικής προελεύσεως, αλλά και όταν «συμβάλλουν σημαντικά» στον ευτροφισμό τους. Η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα αυτό –τηρουμένων των αναλογιών– από την απόφαση Standley κ.λπ. (4), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία περί της νιτρορρυπάνσεως (5) εφαρμόζεται όταν οι απορρίψεις αζωτούχων ενώσεων γεωργικής προελεύσεως συμβάλλουν σημαντικά στη ρύπανση.
44. Στον όρμο του Lorient, περίπου το 10 % της ρυπάνσεως οφείλεται σε απορρίψεις αστικών λυμάτων και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι εν λόγω απορρίψεις συμβάλλουν σημαντικά στη ρύπανση. Συνεπώς, η Επιτροπή κρίνει ότι, εκτός από τα μέτρα που ελήφθησαν για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προελεύσεως, πρέπει επίσης να ληφθούν μέτρα για τη μείωση των απορρίψεων λυμάτων στα εν λόγω ύδατα.
45. Όπως προκύπτει από μια έκθεση του IFREMER, η οποία φέρει τον τίτλο «L’eutrophisation des eaux marines et saumâtres en Europe, en particulier en France» (6), τα ύδατα του όρμου του Lorient έχουν μολυνθεί από μακροφύκη. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ανεπιθύμητες συνέπειες των μακροφυκών είναι πρόδηλες.
46. Στην εκβολή του Elorn, στους όρμους του Douarnenez και του Concarneau και στον κόλπο του Morbihan, το ποσοστό της ρυπάνσεως που οφείλεται σε απορρίψεις αστικών λυμάτων ανέρχεται σε 21 %, 21 %, 31 % και 33 % αντιστοίχως. Η Επιτροπή φρονεί ότι οι απορρίψεις αυτές συμβάλλουν επίσης σημαντικά στη ρύπανση των εν λόγω υδάτων. Τα ύδατα του όρμου του Vilaine είναι, επίσης, ευτροφικά και η Επιτροπή επισημαίνει τον πολλαπλασιασμό του δηλητηριώδους φύκου dinophysis και την αυξημένη παρουσία φυτοπλαγκτού στην εν λόγω περιοχή.
47. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν κατανοεί τους λόγους για τους οποίους, στην περίπτωση του όρμου του Lorient, η Επιτροπή φρονεί ότι οι απορρίψεις αστικών λυμάτων συμβάλλουν σημαντικά στη ρύπανση ενώ, στην περίπτωση του όρμου του Saint-Brieuc, δεν καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα μολονότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το ποσοστό της ρυπάνσεως που οφείλεται σε απορρίψεις αστικών λυμάτων είναι στην πράξη το ίδιο, ήτοι 9,8 % στον όρμο του Lorient και 8,9 % στον όρμο του Saint-Brieuc. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι απορρίψεις λυμάτων δεν συμβάλλουν σημαντικά στη ρύπανση και ότι, συνεπώς, η αφαίρεση των θρεπτικών ουσιών των λυμάτων που απορρίπτονται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα ασκούσε ουδεμία επιρροή στην κατάσταση του ευτροφισμού των εν λόγω περιοχών.
48. Η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι το κέντρο ερευνών REPHY (7) δεν έχει καταγράψει μεγάλη αύξηση του φυτοπλαγκτού στον όρμο του Lorient από το 1996 και εντεύθεν. Συνεπώς, φρονεί ότι το κριτήριο που περιλαμβάνεται στον ορισμό της έννοιας του ευτροφισμού, ήτοι η ταχύτερη ανάπτυξη φυκών και ανωτέρων μορφών φυτικής ζωής, δεν πληρούται.
49. Η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι όντως υφίσταται πολλαπλασιασμός των φυκών στους όρμους του Douarnenez και του Concarneau, στους οποίους απαντούν φαινόμενα πράσινων παλιρροιών και αυξημένης παρουσίας φυτοπλαγκτού. Υποστηρίζει όμως ότι η ρύπανση των εν λόγω όρμων οφείλεται, κυρίως, στην εισροή θρεπτικών ουσιών γεωργικής προελεύσεως, γεγονός που επιβεβαιώνεται από διάφορες μελέτες.
50. Όσον αφορά τον κόλπο του Morbihan, η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, εκπονηθείσες ιδίως από το IFREMER, δεν υφίστανται πλέον στην πράξη αδιαφανή ύδατα ή πράσινες παλίρροιες στην εν λόγω περιοχή.
51. Σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, ο όρμος του Vilaine δεν πρέπει να χαρακτηρισθεί ως ευαίσθητη περιοχή, πολλώ μάλλον διότι δεν πραγματοποιούνται στον εν λόγω όρμο απορρίψεις αστικών λυμάτων από οικισμούς με πληθυσμό άνω των 10 000 κατοίκων.
Εκτίμηση
52. Το ζήτημα που διχάζει τη Γαλλική Κυβέρνηση και την Επιτροπή αφορά, κατ’ ουσίαν, τον προσδιορισμό των περιπτώσεων στις οποίες υφίσταται σημαντική συμβολή στη ρύπανση μιας υδάτινης μάζας, όταν η εν λόγω ρύπανση δεν οφείλεται μόνο στις απορρίψεις αστικών λυμάτων, αλλά και στην εισροή νιτρικών ιόντων γεωργικής προελεύσεως.
53. Η κοινοτική νομοθεσία παρέχει δύο μέσα για την καταπολέμηση του συγκεκριμένου προβλήματος της ρυπάνσεως των υδάτων από φωσφορικά και νιτρικά ιόντα και του ευτροφισμού που προκαλούν. Το πρώτο μέσο είναι η οδηγία 91/271 η οποία αφορά την επεξεργασία των λυμάτων και το δεύτερο είναι η προαναφερθείσα οδηγία 91/676 περί νιτρορρυπάνσεως. Τα δύο αυτά μέσα στοχεύουν στην καταπολέμηση του ευτροφισμού των υδάτων είτε μέσω της αφαιρέσεως των θρεπτικών ουσιών από τα αστικά λύματα είτε μέσω της μειώσεως των εισροών νιτρικών ιόντων γεωργικής προελεύσεως.
54. Αν έχει αποδειχθεί ότι ορισμένα ύδατα είναι ευτροφικά ή κινδυνεύουν να καταστούν ευτροφικά στο εγγύς μέλλον και ότι ο ευτροφισμός αυτός προκαλείται τόσο από την ύπαρξη πλεονάσματος νιτρικών ιόντων γεωργικής προελεύσεως όσο και από τις απορρίψεις αστικών λυμάτων, φρονώ ότι είναι άνευ σημασίας ο καθορισμός του ποσοστού της ρυπάνσεως που αποδίδεται στον ένα ή στον άλλο παράγοντα, τη στιγμή που αμφότεροι συμβάλλουν σωρευτικώς στον ευτροφισμό των υδάτων. Οι οδηγίες 91/271 και 91/676 αλληλοσυμπληρώνονται. Αυτό σημαίνει ότι αμφότερες επιβάλλουν στα κράτη μέλη υποχρεώσεις που δεν αλληλοαποκλείονται. Εφόσον οι απορρίψεις αστικών λυμάτων προκαλούν, σε συνδυασμό με την εισροή νιτρικών ιόντων γεωργικής προελεύσεως, ευτροφισμό των υδάτων, οι εθνικές αρχές οφείλουν να χαρακτηρίσουν την εν λόγω υδάτινη μάζα ως ευαίσθητη περιοχή σύμφωνα με την οδηγία 91/271.
55. Εντεύθεν προκύπτει ότι, όσον αφορά κατ’ αρχάς τον όρμο του Lorient, η περιοχή αυτή έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως ευαίσθητη. Από την επιστημονική μελέτη που προσκόμισε η Επιτροπή προκύπτει ότι η εν λόγω υδάτινη μάζα έχει μολυνθεί από μακροφύκη, γεγονός το οποίο η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε επαρκώς από νομικής απόψεως, καθώς περιορίστηκε να αρνηθεί την ύπαρξη πλεονάσματος φυτοπλαγκτού. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι τα ύδατα του όρμου του Lorient δεν πλήττονται από ευτροφισμό.
56. Δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνώρισε με τα υπομνήματά της ότι στους όρμους του Douarnenez και του Concarneau παρατηρείται πολλαπλασιασμός των φυκών. Επιπλέον, δεν αμφισβήτησε ότι τα ύδατα του όρμου του Vilaine είναι ευτροφικά. Εντεύθεν προκύπτει ότι όλες οι ανωτέρω περιοχές έπρεπε να χαρακτηρισθούν ως ευαίσθητες.
57. Όσον αφορά την εκβολή του Elorn και τον κόλπο του Morbihan, οι διάδικοι δεν προσκόμισαν επαρκή στοιχεία τα οποία θα παρείχαν τη δυνατότητα να διατυπωθεί μια ολοκληρωμένη κρίση επί της καταστάσεως στις εν λόγω περιοχές. Συνεπώς, η αιτίαση της Επιτροπής είναι αβάσιμη.
Στη λεκάνη Αρτουά-Πικαρδίας: τα παράκτια και τα εσωτερικά ύδατα
Παρατηρήσεις των διαδίκων
58. Η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Κυβέρνηση ότι παρέλειψε να χαρακτηρίσει τα παράκτια και τα εσωτερικά ύδατα της λεκάνης Αρτουά-Πικαρδίας (8) ως ευαίσθητες περιοχές και, συνεπώς, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
59. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από την προαναφερθείσα στο σημείο 45 μελέτη του IFREMER προκύπτει ότι τα ύδατα του όρμου του Somme, της Boulogne-sur-mer και της Δουνκέρκης είναι ιδιαιτέρως πλούσια σε θρεπτικές ουσίες, με συνέπεια, σχεδόν κάθε έτος, τα παράκτια ύδατα της λεκάνης Αρτουά-Πικαρδίας να μολύνονται από τον φύκο phaeocystis. Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η θεματοφύλακας των Συνθηκών τονίζει ότι και μόνον το γεγονός της εμφανίσεως του φύκου αυτού αποδεικνύει ότι η ισορροπία μεταξύ των θαλάσσιων οργανισμών έχει διαταραχθεί. Στον όρμο του Somme, η ανάπτυξη του εν λόγω φύκου έχει προκαλέσει επίσης αποξυγόνωση των υδάτων σε ορισμένα σημεία.
60. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ύπαρξη ενός εποχιακού τροφικού κύκλου, ο οποίος συνδέεται με τον κύκλο αναπτύξεως του φυτοπλαγκτού, δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι υφίσταται μεταξύ τους σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Παραπέμπει επίσης σε μια άλλη μελέτη του IFREMER, το κείμενο της οποίας, εντούτοις, δεν προσκόμισε, από την οποία προέκυπτε ότι η θνησιμότητα των οστρακοειδών ή των ιχθύων ουδόλως συνδέεται με το θεαματικό φαινόμενο του επανθίσματος του φύκου phaeocystis, το οποίο παρατηρείται στις ακτές κάθε έτος κατά την ίδια περίοδο. Η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η ταχύτερη ανάπτυξη του φύκου phaeocystis δεν είναι καθεαυτή ικανή να προκαλέσει ανεπιθύμητη διαταραχή της ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων οργανισμών, πολλώ δε μάλλον διότι ο εν λόγω φύκος δεν είναι τοξικός.
61. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή παραπέμπει στην προαναφερθείσα μελέτη του IFREMER (9). Οι συντάκτες της μελέτης αυτής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη στενού συνδέσμου μεταξύ του εποχιακού τροφικού κύκλου και του κύκλου αναπτύξεως των κυριότερων ειδών φυτοπλαγκτού.
62. Η Γαλλική Κυβέρνηση περιέλαβε σε παράρτημα του υπομνήματός της απαντήσεως μία άλλη μελέτη του IFREMER (10), από την οποία προκύπτει ότι τα φύκια στα παράκτια ύδατα της Boulogne-sur-mer και της Δουνκέρκης είναι λιγότερα απ’ ό,τι στον όρμο του Somme.
63. Η Γαλλική Κυβέρνηση, μολονότι αναγνωρίζει ότι στα εσωτερικά ύδατα της λεκάνης Αρτουά-Πικαρδίας απαντούν φαινόμενα υπέρμετρης αναπτύξεως ορισμένων φυτικών ειδών, εντούτοις, αποκλείει το ενδεχόμενο τα φαινόμενα αυτά να προκαλούν διαταραχή της ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων οργανισμών που ζουν στα ύδατα, δεδομένου ότι ο πληθυσμός των ιχθύων ουδεμία ζημία έχει υποστεί και δεν έχει επισημανθεί η ύπαρξη τοξικών φυκών.
Εκτίμηση
64. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι τα παράκτια και τα εσωτερικά ύδατα της λεκάνης Αρτουά-Πικαρδίας έχουν μολυνθεί από την υπέρμετρη εξάπλωση των φυκών και περιέχουν μεγάλες ποσότητες θρεπτικών ουσιών. Επιπλέον, από τις επιστημονικές μελέτες που προσκόμισαν οι διάδικοι προκύπτει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων συνίσταται στην αλλοίωση του χρώματος, της όψεως και της οσμής των εν λόγω υδάτων, καθώς και στην εμφάνιση αφρού στην επιφάνειά τους.
65. Εντούτοις, η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ύπαρξη συνδέσμου αιτιότητας μεταξύ των διαφορετικών αυτών φαινομένων. Πλην όμως, όπως επισήμανα προηγουμένως με το σημείο 25, εφόσον συντρέχουν τα τέσσερα στοιχεία της έννοιας του ευτροφισμού, ο σύνδεσμος αιτιότητας μεταξύ τους πρέπει να λογίζεται αποδεδειγμένος και στο εκάστοτε κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι ισχύει το αντίθετο, αν αυτό είναι δυνατόν. Δεδομένου ότι η Γαλλική Κυβέρνηση εκ προοιμίου δεν διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους υποστηρίζει ότι ο επίμαχος σύνδεσμος αιτιότητας δεν υφίσταται, φρονώ ότι η αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
66. Συνεπώς, η Γαλλική Κυβέρνηση όφειλε να χαρακτηρίσει τα παράκτια και τα εσωτερικά ύδατα της λεκάνης Αρτουά-Πικαρδίας ως ευαίσθητες περιοχές.
Στη λεκάνη Ροδανού-Μεσογείου-Κορσικής: ο ποταμός Vistre και η λιμνοθάλασσα του Thau
Παρατηρήσεις των διαδίκων
67. Τέλος, η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Κυβέρνηση ότι παρέλειψε να χαρακτηρίσει ως ευαίσθητες περιοχές τον ποταμό Vistre και τη λιμνοθάλασσα του Thau που βρίσκονται στη λεκάνη Ροδανού-Μεσογείου-Κορσικής και, ως εκ τούτου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
68. Όσον αφορά τον ποταμό Vistre και τη λιμνοθάλασσα του Thau, η συζήτηση δεν αφορά τόσο το ερώτημα κατά πόσον τα εν λόγω ύδατα είναι ευτροφικά ή όχι, αλλά, κυρίως, το κατά πόσον μια επεξεργασία αυστηρότερη από τη δευτεροβάθμια θα ήταν στην πράξη πιο αποτελεσματική. Η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι τα λύματα που απορρίπτονται στον ποταμό Vistre πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία αυστηρότερη από τη δευτεροβάθμια. Εντούτοις, κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίο να εφαρμόζεται η ίδια αυστηρότερη επεξεργασία και στα λύματα που απορρίπτονται στη λιμνοθάλασσα του Thau, διότι από τη δεκαετία του ’70 και εντεύθεν το φαινόμενο του ευτροφισμού βρίσκεται σε ύφεση στην εν λόγω περιοχή.
Εκτίμηση
69. Παρά τους ισχυρισμούς της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι η εφαρμογή αυστηρότερης επεξεργασίας δεν είναι αναγκαία, τα επιχειρήματα που προβάλλει προς στήριξη της θέσεώς της δεν αναιρούν το γεγονός ότι η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να χαρακτηρίζουν ως ευαίσθητες περιοχές τις υδάτινες μάζες όπου παρουσιάζεται ευτροφισμός ή όπου μπορεί να παρουσιασθεί, στο εγγύς μέλλον, ευτροφισμός αν δεν ληφθούν προστατευτικά μέτρα. Η συζήτηση περί της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητας μιας συγκεκριμένης επεξεργασίας των υδάτων δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της παρούσας αναλύσεως.
70. Όσον αφορά τον ποταμό Vistre, η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η εν λόγω περιοχή πλήττεται από ευτροφισμό και, συνεπώς, όφειλε εξ αυτού του λόγου και μόνο να τη χαρακτηρίσει ως ευαίσθητη περιοχή σύμφωνα με την οδηγία.
71. Η λιμνοθάλασσα του Thau έπρεπε επίσης να χαρακτηρισθεί ως ευαίσθητη περιοχή. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που προσκόμισαν οι δύο διάδικοι, από τη δεκαετία του ’70 έχει γίνει δεκτό ότι η λιμνοθάλασσα αυτή είναι ευαίσθητη στο φαινόμενο του ευτροφισμού. Φρονώ ότι δεν είναι πειστικοί οι ισχυρισμοί της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι η δευτεροβάθμια επεξεργασία των λυμάτων που απορρίπτονται στην περιοχή αυτή αρκεί για να βελτιωθεί η κατάσταση του ευτροφισμού στην εν λόγω λιμνοθάλασσα. Η οδηγία επιβάλλει την ευρύτερη δυνατή προστασία των υδάτινων μαζών στις οποίες παρουσιάζεται ευτροφισμός ή μπορεί να παρουσιασθεί ευτροφισμός στο εγγύς μέλλον. Συνεπώς, η Γαλλική Κυβέρνηση όφειλε να χαρακτηρίσει ως ευαίσθητη περιοχή και τη λιμνοθάλασσα του Thau.
72. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Κυβέρνηση, παραλείποντας να χαρακτηρίσει ως ευαίσθητες ορισμένες περιοχές που πλήττονται από ευτροφισμό στις λεκάνες Σηκουάνα-Νορμανδίας, Λίγηρα-Βρετάνης, με εξαίρεση την εκβολή του Elorn και τον κόλπο του Morbihan, καθώς και στις λεκάνες Αρτουά-Πικαρδίας και Ροδανού-Μεσογείου-Κορσικής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, και από το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας.
VI – Ο δεύτερος λόγος: αυστηρότερη επεξεργασία των αστικών λυμάτων που απορρίπτονται στις ευαίσθητες περιοχές
Παρατηρήσεις των διαδίκων
73. Με τον δεύτερο λόγο, η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Κυβέρνηση ότι δεν υπέβαλε σε αυστηρότερη επεξεργασία τις απορρίψεις αστικών λυμάτων από οικισμούς με πληθυσμό άνω των 10 000 κατοίκων. Οι γαλλικές αρχές αναγνώρισαν ότι κατά την καταληκτική ημερομηνία της 31ης Δεκεμβρίου 1998, οι σταθμοί επεξεργασίας των λυμάτων 130 αστικών οικισμών δεν ήταν σύμφωνοι προς τα κριτήρια της οδηγίας.
74. Με την αιτιολογημένη της γνώμη, η Επιτροπή κάλεσε τη Γαλλική Κυβέρνηση να θεραπεύσει, πριν από τις 10 Ιουνίου 2001, τις διαπιστωθείσες παραβάσεις. Με την απάντησή τους στις 19 Σεπτεμβρίου 2001, οι γαλλικές αρχές διευκρίνισαν ότι κατά την ημερομηνία αυτή τα λύματα ορισμένων εκ των προαναφερθέντων 130 οικισμών υποβάλλονταν, στην πράξη, στην προβλεπόμενη αυστηρότερη επεξεργασία, πλην όμως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, στην πραγματικότητα, μόνον οι οικισμοί Vichy, Aix-en-Provence και Mâcon μπορούσαν να διαγραφούν από τον κατάλογο των 130 οικισμών.
75. Οι γαλλικές αρχές, απαντώντας στον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι μόνον οι σταθμοί επεξεργασίας λυμάτων τριών οικισμών ήταν στην πράξη σύμφωνοι προς τις απαιτήσεις της οδηγίας, κατονόμασαν επτά οικισμούς των οποίων οι σταθμοί επεξεργασίας λειτουργούσαν πριν από τις 11 Ιουνίου 2001. Κατέθεσαν, επίσης, στην Επιτροπή τα ονόματα 22 ακόμη οικισμών που πληρούν, από τον Ιούνιο του 2001, τα κριτήρια της οδηγίας. Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, απομένουν μόνον 98 οικισμοί που δεν έχουν συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις της οδηγίας.
Εκτίμηση
76. Την αιτίαση της Επιτροπής ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν υπέβαλε σε αυστηρότερη επεξεργασία τα αστικά λύματα που απορρίπτονται σε ευαίσθητες περιοχές από οικισμούς με πληθυσμό άνω των 10 000 κατοίκων και, ως εκ τούτου, παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας, θα την εξετάσω εν συντομία.
77. Οι διάδικοι συμφωνούν ότι κατά την καταληκτική ημερομηνία της 31ης Δεκεμβρίου 1998 οι σταθμοί επεξεργασίας των αστικών λυμάτων 130 οικισμών δεν ήταν σύμφωνοι προς τις απαιτήσεις της οδηγίας και, συνεπώς, η Γαλλική Κυβέρνηση παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας.
78. Επιπλέον, από τις παρατηρήσεις των διαδίκων προκύπτει ότι οι σταθμοί επεξεργασίας των αστικών λυμάτων δέκα οικισμών, εκ των προαναφερθέντων 130, είχαν συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις της οδηγίας στις 10 Ιουνίου 2001.
79. Εντεύθεν προκύπτει ότι μετά το πέρας του Ιουνίου 2001 η Γαλλική Κυβέρνηση εξακολουθούσε να παραβαίνει τις υποχρεώσεις της αναφορικά με 120 οικισμούς. Συνεπώς, φρονώ ότι η αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη καθόσον, στις 10 Ιουνίου 2001, οι σταθμοί επεξεργασίας των αστικών λυμάτων 120 οικισμών δεν ήταν σύμφωνοι προς τις απαιτήσεις της οδηγίας.
VII – Πρόταση
80. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να χαρακτηρίσει ως ευαίσθητες ορισμένες περιοχές που πλήττονται από ευτροφισμό στις λεκάνες Σηκουάνα-Νορμανδίας, Λίγηρα-Βρετάνης, με εξαίρεση την εκβολή του Elorn και τον κόλπο του Morbihan, καθώς και στις λεκάνες Αρτουά-Πικαρδίας και Ροδανού-Μεσογείου-Κορσικής, και παραλείποντας να υποβάλει σε αυστηρότερη επεξεργασία τις απορρίψεις αστικών λυμάτων, προερχόμενων από οικισμούς με πληθυσμό άνω των 10 000 κατοίκων, σε ευαίσθητες περιοχές ή σε περιοχές που θα έπρεπε να έχουν χαρακτηρισθεί ως τέτοιες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, και από το παράρτημα II της οδηγίας 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, και
2) να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
2 – ΕΕ L 135, σ. 40.
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 80
4 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 1999, C-293/97 (Συλλογή 1999, σ. I-2603).
5 – Πρόκειται για την οδηγία 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προελεύσεως (ΕΕ L 375, σ. 18).
6 – Ο ευτροφισμός των θαλάσσιων και υφάλμυρων υδάτων στην Ευρώπη, και ιδίως στη Γαλλία.
7 – Το δίκτυο εποπτείας του φυτοπλαγκτού και των φυκοτοξινών (REPHY) ιδρύθηκε από το IFREMER το 1984, κατόπιν πολυάριθμων περιπτώσεων δηλητηριάσεως οφειλόμενης στην κατανάλωση οστρακοειδών στη Βρετάνη.
8 – Βλ. τρίτη παύλα στο σημείο 30 των προτάσεών μου.
9 – Βλ. υποσημείωση 6, σ. 7 και 8 της εν λόγω μελέτης.
10 – Suivi régional des nutriments sur le littoral Nord–Pas-de-Callais/Picardie [Παρακολούθηση των τροφίμων στις ακτές των περιφερειών Nord-Pas-de-Callais/Picardie] (σ. 7 και 8).
Full & Egal Universal Law Academy