ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 3ης Μαΐου 2005 (1)
Υπόθεση C-293/02
Jersey Produce Marketing Organisation Ltd
κατά
The States of Jersey, Jersey Potato Export Marketing Board
(αίτηση του Royal Court of Jersey για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Πρωτόκολλο αριθ. 3 σχετικά με τις αγγλονορμανδικές νήσους και τη νήσο Man – Κανονισμός (EΟΚ) 706/73 – Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Κοινή Γεωργική Πολιτική – Πατάτες της νήσου Jersey – Νομοθεσία σχετικά με τη διάθεσή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο – Δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 23 EΚ, 25 EΚ και 29 EΚ – Αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις κράτους μέλους»
1. Απαγορεύει το κοινοτικό δίκαιο νομοθεσία, αφορώσα ειδικά τη νήσο Jersey (2), η οποία εξαρτά τη διάθεση στο εμπόριο –προς το Ηνωμένο Βασίλειο– της πατάτας που παράγεται στη νήσο αυτή από την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων;
2. Αυτό είναι, κατ’ ουσίαν, το ερώτημα που υπέβαλε το Royal Court of Jersey στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως, καλώντας το Δικαστήριο να εξετάσει το ειδικό νομικό καθεστώς της νήσου αυτής έναντι της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, λόγω της προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου.
3. Ως προέκταση της αποφάσεως της 16ης Ιουλίου 1998, Pereira Roque (3), σχετικά με την κατάσταση του Jersey στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, πρέπει εν προκειμένω να καθοριστεί αν οι κανόνες της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων έχουν εφαρμογή στο εν λόγω νησιωτικό έδαφος για τη διάθεση στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων όπως η πατάτα και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, υπό ποιες προϋποθέσεις. Λαμβανομένου υπόψη του ειδικού καθεστώτος της νήσου Jersey έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, με την υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο καλείται ακριβέστερα να εξετάσει εκ νέου το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης, στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, σε καταστάσεις αμιγώς εσωτερικές ενός κράτους μέλους.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την κατάσταση στη νήσο Jersey έναντι της Κοινότητας
4. Πλείονες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, πρωτογενούς ή παραγώγου, αφορούν την κατάσταση των αγγλονορμανδικών νήσων, καθώς και την κατάσταση της νήσου Mαν (4), ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας στο έδαφος των εν λόγω νήσων.
5. Πράγματι, καίτοι το άρθρο 299, παράγραφος 4, EΚ προβλέπει ότι «[ο]ι διατάξεις της παρούσας Συνθήκης εφαρμόζονται στα ευρωπαϊκά εδάφη, για τις εξωτερικές σχέσεις των οποίων υπεύθυνο είναι ένα κράτος μέλος», το ίδιο άρθρο διευκρινίζει, πάντως, στην παράγραφο 6, στοιχείο γ΄, ότι «οι διατάξεις της παρούσας Συνθήκης εφαρμόζονται στις αγγλονορμανδικές νήσους και στη νήσο Mαν, μόνον εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για διασφαλισθεί η εφαρμογή του καθεστώτος που προβλέπει για τις νήσους αυτές η Συνθήκη της 22ας Ιανουαρίου 1972, περί προσχωρήσεως νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα […]».
6. Το καθεστώς που προβλέπει για τις νήσους αυτές η εν λόγω Συνθήκη προσχωρήσεως εκτίθεται στο πρωτόκολλο αριθ. 3 σχετικά με τις αγγλονορμανδικές νήσους και τη νήσο Mαν, που προσαρτήθηκε στις πράξεις σχετικά με την προσχώρηση στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας, του Βασιλείου της Νορβηγίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (5).
7. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αυτού προβλέπει ότι «[η] κοινοτική ρύθμιση στον τελωνειακό τομέα και στον τομέα των ποσοτικών περιορισμών, ιδίως δε εκείνη της πράξεως προσχωρήσεως, εφαρμόζεται στις αγγλονορμανδικές νήσους και στη νήσο Mαν κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Eιδικώς οι δασμοί και οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των εδαφών αυτών και της Κοινότητος στην αρχική της σύνθεση και μεταξύ των εδαφών αυτών και των νέων κρατών μελών μειώνονται προοδευτικώς σύμφωνα με τον ρυθμό που προβλέπεται στα άρθρα 32 και 36 της πράξεως προσχωρήσεως».
8. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 3 διευκρινίζει ότι, «[ό]σον αφορά τα γεωργικά προϊόντα και τα προϊόντα τα προερχόμενα εκ της μεταποιήσεώς τους που υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς συναλλαγών, θα εφαρμοσθούν έναντι τρίτων χωρών οι εισφορές και τα άλλα μέτρα κατά την εισαγωγή, που προβλέπονται από την κοινοτική ρύθμιση και εφαρμόζονται από το Ηνωμένο Βασίλειο». Το επόμενο εδάφιο προσθέτει ότι «[ε]πίσης εφαρμόζονται εκείνες οι διατάξεις της κοινοτικής ρυθμίσεως, ιδίως δε εκείνες της πράξεως προσχωρήσεως, που είναι αναγκαίες για να επιτραπεί η ελεύθερη κυκλοφορία και η τήρηση κανονικών όρων ανταγωνισμού στις συναλλαγές των προϊόντων αυτών».
9. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αυτού προβλέπει ότι «[τ]ο Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, προτάσει της Επιτροπής, καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους οι διατάξεις που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται στα εδάφη αυτά [των αγγλονορμανδικών νήσων και της νήσου Mαν]». Με το έρεισμα αυτό και προς τον σκοπό αυτό εκδόθηκε ο κανονισμός (EΟΚ) 706/73 του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 1973, περί της κοινοτικής ρυθμίσεως που εφαρμόζεται στις αγγλονορμανδικές νήσους και στη νήσο του Man σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων (6).
10. Πράγματι, το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι «[η] κοινοτική ρύθμιση που εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων που υπάγονται στο παράρτημα II της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος [(7)], καθώς και τις εμπορευματικές συναλλαγές που διέπονται από τον κανονισμό 170/67/EΟΚ [(8)] και από τον κανονισμό (EΟΚ) 1059/69 [(9)], εφαρμόζεται στις νήσους, με την εξαίρεση των διατάξεων σχετικά με τις επιστροφές και τα εξισωτικά ποσά που χορηγούνται κατά την εξαγωγή από το Ηνωμένο Βασίλειο».
11. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 706/73 διευκρινίζει ότι, «[γ]ια την εφαρμογή της ρυθμίσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι νήσοι θεωρούνται ως ένα μόνο κράτος μέλος».
12. Το άρθρο 3 του ιδίου αυτού κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EΟΚ) 1174/86 (10), προσθέτει ότι «οι κοινοτικοί κανόνες που εφαρμόζονται στους ακόλουθους τομείς […] φυτοϋγειονομική νομοθεσία, εμπορία των σπόρων προς σπορά και των φυτών προς φύτευση, νομοθεσία των ειδών διατροφής […], κανόνες ποιότητας και εμπορίας, εφαρμόζονται, με τους ίδιους όρους που ισχύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, στα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 τα οποία εισάγονται στις νήσους ή εξάγονται από τις νήσους αυτές προς την Κοινότητα».
Η τοπική ρύθμιση που αφορά ειδικά τη νήσο Jersey
13. Στις 18 Δεκεμβρίου 2001, εκδόθηκε από το States of Jersey (νομοθετικό σώμα της νήσου Jersey) (11) ο νόμος περί του συστήματος διαθέσεως στο εμπόριο για τις εξαγωγές πατάτας του Jersey (Jersey Potato Export Marketing Scheme Act 2001) (12).
14. Η επίδικη ρύθμιση θεσπίσθηκε ως απάντηση στη δυσαρέσκεια των αγροτών έναντι των χαμηλών περιθωρίων κέρδους που θα αντλούσαν από την καλλιέργεια ποικιλίας πατάτας καλούμενης «Jersey Royal», η οποία συνιστά την κυριότερη καλλιέργεια του εδάφους της νήσου (13). Η ευθύνη για την κατάσταση αυτή ανήκει στους οργανισμούς που είναι επιφορτισμένοι με τη διάθεση της πατάτας του Jersey, στο μέτρο που η εμπορική πολιτική τους καθορίστηκε κατά ελάχιστα διαφανή τρόπο και βάσει θεωρήσεων που υπαγορεύθηκαν κατ’ ουσίαν από τις σχέσεις ανταγωνισμού που διατηρούν μεταξύ τους, δηλαδή υπό συνθήκες που εκφεύγουν της σφαίρας επιρροής των αγροτών (14). Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό θεσπίσθηκε η επίδικη ρύθμιση προκειμένου να προωθήσει τη διαφάνεια και την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών.
15. Έχει ως αντικείμενο της να καθιερώσει ιδιαίτερο καθεστώς για την «εξαγωγή» της πατάτας του Jersey προς άλλες γειτονικές νήσους καθώς και προς το Ηνωμένο Βασίλειο όπου, όπως μόλις ανέφερα, διοχετεύεται σχεδόν το σύνολο της παραγωγής. Κατά το άρθρο 2 της επίδικης ρυθμίσεως, η οποία ορίζει το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της, ο όρος «εξαγωγή» αφορά «την αποστολή πατάτας προς πώληση εκτός της νήσου, είτε απευθείας είτε διαμέσου άλλου τόπου, με προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο, την Bailiwick of Guernesey ή τη νήσo Mαν, προκειμένου να καταναλωθεί εκεί».
16. H επίδικη ρύθμιση διαρθρώνεται γύρω από διττή υποχρέωση, η παράβαση της οποίας τιμωρείται ποινικώς.
17. Ακριβέστερα, επιβάλλει στους παραγωγούς πατάτας του Jersey, οι οποίοι επιθυμούν να «εξάγουν» τα προϊόντα τους, την υποχρέωση εγγραφής στον Jersey Potato Export Marketing Board (οργανισμό που ίδρυσε ο νόμος του 2001 με σκοπό τη διαχείριση του υπό εξέταση συστήματος) (15) και συνάψεως με τον Οργανισμό αυτό (16) συμφωνίας διαθέσεως.
18. Η υποχρέωση που αφορά τη σύναψη με τον Οργανισμό συμφωνίας διαθέσεως επιβάλλεται και στους οργανισμούς διαθέσεως οι οποίοι επιθυμούν να «εξαγάγουν» πατάτες του Jersey τις οποίες παρέλαβαν από τους παραγωγούς (17).
19. Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών διώκεται ποινικώς. Πράγματι, όποιος πωλεί, προσφέρει προς πώληση ή προτίθεται να αγοράσει πατάτες του Jersey κατά παράβαση της επίδικης ρυθμίσεως τιμωρείται με χρηματική ποινή μέχρι 200 λίρες Αγγλίας και/ή με ποινή φυλακίσεως μέχρι έξι μηνών.
20. Άλλωστε, από την επίδικη ρύθμιση προκύπτει ότι, όταν ένας παραγωγός πατάτας του Jersey παραβιάζει τους όρους της συμφωνίας διαθέσεως που συνήψε με τον Οργανισμό, ο Οργανισμός μπορεί να τον τιμωρήσει και, σε περίπτωση υποτροπής, να ενημερώσει συναφώς τις αρμόδιες αρχές του States, προκειμένου να διαγράψει τον παραγωγό από το μητρώο που τηρεί ο Οργανισμός αυτός, πράγμα το οποίο εμποδίζει τον παραγωγό που διαγράφηκε να συνάψει νέα συμφωνία διαθέσεως.
21. Εκτός των εξουσιών επιβολής κυρώσεων, ο Οργανισμός μπορεί, δυνάμει της επίδικης ρυθμίσεως, να απαιτήσει από κάθε εγγεγραμμένο στο μητρώο του παραγωγό να συμβάλει σε κεφάλαιο που προορίζεται για την κάλυψη των κυριοτέρων δαπανών του (18), ακόμη και όταν αυτός δεν μετέχει σε συμφωνία διαθέσεως.
II – Η διαδικασία της κύριας δίκης
22. Το νέο αυτό σύστημα που θέσπισε η επίδικη νομοθεσία για να ρυθμίσει την «εξαγωγή» πατάτας του Jersey προς τις γειτονικές νήσους και το Ηνωμένο Βασίλειο επρόκειτο κατ’ αρχήν να τεθεί σε εφαρμογή την 1η Μαρτίου 2002.
23. Πάντως, το Royal Court of Jersey ανέστειλε την έναρξη της ισχύος της στο πλαίσιο διαδικασίας δικαστικού ελέγχου («judicial review») με αντικείμενο την αμφισβήτηση της νομιμότητας της επίδικης ρυθμίσεως σε σχέση, κυρίως, με το κοινοτικό δίκαιο.
24. Τη διαδικασία αυτή κίνησε, κατά του States και κατά του Oργανισμού, ο ένας από τους τέσσερις οργανισμούς εμπορίας που προβαίνουν στην «εξαγωγή» πατάτας του Jersey προς το Ηνωμένο Βασίλειο (Jersey Produce Marketing Organisation Ltd) (19). Προς στήριξη της αιτήσεως αυτής παρενέβησαν ένας άλλος οργανισμός εμπορίας που διακινεί μαζί με τον JPMO περίπου το 80 % των εν λόγω «εξαγωγών» (Top Produce Ltd) (20), καθώς και η μητρική εταιρία του οργανισμού αυτού η οποία πραγματοποιεί το 12 έως 15 % περίπου της παραγωγής πατάτας του Jersey και την εξάγει (Fairview Farm Ltd) (21).
25. Μερικούς μήνες μετά την αναστολή της ενάρξεως ισχύος του νέου συστήματος, το States και ο Oργανισμός ζήτησαν την άρση του εν λόγω μέτρου αναστολής από 1ης Οκτωβρίου 2002 (μετά την πάροδο της καλύτερης εποχής για την καλλιέργεια της πατάτας). Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από το Royal Court of Jersey, οπότε εξακολουθεί να ισχύει η αναστολή εφαρμογής του συστήματος.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
26. Παράλληλα προς την αναστολή της ενάρξεως ισχύος του νέου συστήματος του οποίου η συμβατότητα προς το κοινοτικό δίκαιο αμφισβητείται, το Royal Court of Jersey αποφάσισε να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως επί της νομιμότητας της επίδικης νομοθεσίας και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Μπορεί ένα θεσμοθετημένο σύστημα, όπως αυτό που ρυθμίζει την εξαγωγή πατάτας από το Jersey στο Ηνωμένο Βασίλειο, να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς, αντίθετο προς το άρθρο 29 EΚ, για τον λόγο ότι οι πατάτες που αποστέλλονται από το Jersey στο Ηνωμένο Βασίλειο ενδέχεται να μεταφερθούν μέσω άλλου κράτους μέλους χωρίς, ωστόσο, να εκφορτωθούν από το πλοίο που τις μεταφέρει;
2) Μπορεί ένα θεσμοθετημένο σύστημα, όπως αυτό που ρυθμίζει τις εξαγωγές πατάτας από το Jersey στο Ηνωμένο Βασίλειο, να θεωρηθεί ότι αντίκειται στα άρθρα 23 EΚ, 25 EΚ, 28 EΚ και 29 EΚ, καθόσον ενδέχεται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ της νήσου αυτής και του Ηνωμένου Βασιλείου (περιλαμβανομένων του Guernesey και της νήσου Mαν) ή να συνεπάγεται την επιβολή επιβαρύνσεων που σχετίζονται με το εμπόριο αυτό;»
27. Με τα δύο αυτά ερωτήματα, που πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν οι κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν να εξαρτάται η διάθεση στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων προελεύσεως της νήσου Jersey (όπως η πατάτα), με προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο, την bailiwick of Guernesey ή τη νήσο Mαν, από την τήρηση διαφόρων διατυπώσεων, όπως η καταχώριση των προϊόντων στο μητρώο τοπικού δημοσίου ιδρύματος, η σύναψη συμφωνιών εμπορίας μεταξύ του ιδρύματος αυτού και των οικείων επιχειρηματιών (επ’ απειλή χρηματικών ποινών) και η ενδεχόμενη συνεισφορά των παραγωγών σε ταμείο που προορίζεται για τη χρηματοδότηση της λειτουργίας του εν λόγω ιδρύματος.
IV – Aνάλυση
28. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξετασθεί αν οι κοινοτικοί κανόνες σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μπορούν να εφαρμοσθούν στη νήσο Jersey για την εμπορία γεωργικών προϊόντων όπως η πατάτα.
29. Μόνο σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν οι κανόνες αυτοί, ειδικότερα οι κανόνες των άρθρων 23 EΚ, 25 EΚ και 29 EΚ, μπορούν να εφαρμοστούν στις καταστάσεις που αφορά η επίδικη νομοθεσία, δηλαδή στο εμπόριο μεταξύ της νήσου Jersey και του Ηνωμένου Βασιλείου ή μεταξύ της νήσου αυτής και των λοιπών αγγλονορμανδικών νήσων και της νήσου Mαν, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου καθεστώτος των νήσων αυτών έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου.
30. Μόνον εφόσον αυτό ισχύει, θα πρέπει να εξετασθεί αν οι εν λόγω κανόνες της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων απαγορεύουν πράγματι την επίδικη ρύθμιση.
Επί της δυνατότητας εφαρμογής στη νήσο Jersey των κανόνων της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων όσον αφορά τη διάθεση στο εμπόριο γεωργικών προϊόντων όπως η πατάτα
31. Σύμφωνα με γενικώς παραδεδεγμένο κανόνα στο δημόσιο διεθνές δίκαιο (22), το πεδίο εφαρμογής ratione loci της Συνθήκης καλύπτει, κατ’ αρχήν, το έδαφος των κρατών μελών της Κοινότητας που δεσμεύονται από την εν λόγω Συνθήκη. Επομένως, για να καθοριστεί αν η Συνθήκη έχει εφαρμογή σε συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη, πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξετασθεί αν η ζώνη αυτή αποτελεί τμήμα του εδάφους ενός των κρατών μελών, όπως ορίζεται από το εσωτερικό δίκαιο του κράτους αυτού.
32. Πάντως, αυτή η προκαταρκτική άσκηση δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, διότι το κατά τόπον πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης δεν συμπίπτει ακριβώς με την έκταση του εδάφους εκάστου κράτους μέλους όπως ορίζεται από το εσωτερικό του δίκαιο. Αυτό ακριβώς προκύπτει από πλείονες διατάξεις της Συνθήκης, και ιδίως από το άρθρο 299, παράγραφος 4, EΚ, κατά το οποίο, υπενθυμίζω, «[ο]ι διατάξεις της παρούσας Συνθήκης εφαρμόζονται στα ευρωπαϊκά εδάφη, για τις εξωτερικές σχέσεις των οποίων υπεύθυνο είναι ένα κράτος μέλος».
33. Η κατάσταση της νήσου Jersey αντιστοιχεί ακριβώς στην περίπτωση αυτή. Πράγματι, όπως οι άλλες αγγλονορμανδικές νήσοι και η νήσος Mαν δεν αποτελεί τμήμα του εδάφους του Ηνωμένου Βασιλείου (23). Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξεως, η νήσος Jersey απολαύει ευρείας αυτονομίας έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου τόσο από νομοθετικής όσο και από διοικητικής ή δικαστικής απόψεως (24). Αντιθέτως, στο πλαίσιο της διεθνούς έννομης τάξεως, αυτή εξαρτάται στενά από το Ηνωμένο Βασίλειο στο μέτρο που αυτό αναλαμβάνει την ευθύνη των εξωτερικών της σχέσεων (25). Πράγματι, όταν εξετάσθηκε το ενδεχόμενο προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κοινότητα, ορισμένοι εξέφρασαν την ανησυχία μήπως, δυνάμει του άρθρου 299, παράγραφος 4, EΚ, η Συνθήκη έχει εφαρμογή στο σύνολό της στο ευρωπαϊκό έδαφος που αποτελεί η νήσος Jersey καθώς και στο έδαφος των λοιπών αγγλονορμανδικών νήσων ή της νήσου Mαν (26).
34. Λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου αυτού, αποφασίσθηκε η υιοθέτηση ειδικού καθεστώτος υπέρ των νήσων αυτών προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ειδικές σχέσεις που διατηρούσαν από μακρού χρόνου με το Ηνωμένο Βασίλειο (27).
35. Με την πράξη περί των όρων προσχωρήσεως και προσαρμογών των συνθηκών δόθηκε διευκρίνιση υπό την έννοια αυτή (28). Πράγματι, το άρθρο 299, παράγραφος 6, στοιχείο γ΄, EΚ (που προέκυψε από την πράξη αυτή) αναφέρει ότι, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου, «οι διατάξεις της παρούσας Συνθήκης εφαρμόζονται στις αγγλονορμανδικές νήσους και στη νήσο Mαν, μόνον εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για να διασφαλισθεί η εφαρμογή του καθεστώτος που προβλέπει για τις νήσους αυτές η Συνθήκη της 22ας Ιανουαρίου 1972 περί προσχωρήσεως νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα […]».
36. Με άλλους λόγους, οι κανόνες της Συνθήκης δεν έχουν εφαρμογή εξ ολοκλήρου στις εν λόγω νήσους, περιλαμβανομένης και της νήσου Jersey, αλλά μόνον εν μέρει, εντός των ορίων που καθορίζει το ειδικό καθεστώς που τους έχει επιφυλαχθεί.
37. Οι κατευθυντήριες αρχές του ειδικού αυτού καθεστώτος εκτίθενται στο πρωτόκολλο αριθ. 3, το οποίο προσαρτήθηκε στην πράξη σχετικά με τους όρους προσχωρήσεως. Επομένως, εάν οι κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων ή με την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών δεν έχουν εφαρμογή στη νήσο Jersey (29), δεν ισχύει το ίδιο για την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
38. Πράγματι, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 3 προβλέπει ότι «[η] κοινοτική ρύθμιση στον τελωνειακό τομέα και στον τομέα των ποσοτικών περιορισμών, ιδίως δε εκείνη της πράξεως προσχωρήσεως, εφαρμόζεται στις αγγλονορμανδικές νήσους […] κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζεται και στο Ηνωμένο Βασίλειο» και ότι «[ε]ιδικώς οι δασμοί και οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των εδαφών αυτών και της Κοινότητας […] μειώνονται προοδευτικώς, σύμφωνα με τον ρυθμό που προβλέπεται στα άρθρα 32 και 36 της πράξεως προσχωρήσεως».
39. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το σύνολο των κανόνων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, που περιλαμβάνεται στον τίτλο I του τρίτου μέρους της Συνθήκης, καθώς και στις πράξεις του παραγώγου δικαίου, μπορεί να εφαρμοστεί στη νήσο Jersey. Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, για τους κανόνες των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ (30) (που αφορούν τους δασμούς κατά την εισαγωγή και την εξαγωγή και τους φόρους ισοδυνάμου αποτελέσματος) καθώς και για τα άρθρα 28 EΚ και 29 EΚ (που αφορούν τους ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος).
40. Προεκτείνοντας τις γενικές αυτές διατάξεις ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (ανεξαρτήτως της κατηγορίας τους), το πρωτόκολλο αριθ. 3 περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για ορισμένα εμπορεύματα, δηλαδή τα γεωργικά προϊόντα και τα προϊόντα που προέρχονται από τη μεταποίησή τους.
41. Πράγματι, όπως προανέφερα, το άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω πρωτοκόλλου διευκρινίζει ότι, «[ό]σον αφορά τα γεωργικά προϊόντα και τα προϊόντα τα προερχόμενα εκ της μεταποιήσεώς τους που υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς συναλλαγών, θα εφαρμοστούν έναντι τρίτων χωρών οι εισφορές και τα άλλα μέτρα κατά την εισαγωγή, που προβλέπονται από την κοινοτική ρύθμιση και εφαρμόζονται από το Ηνωμένο Βασίλειο».
42. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του ιδίου πρωτοκόλλου προσθέτει ότι «[ε]πίσης εφαρμόζονται εκείνες οι διατάξεις της κοινοτικής ρυθμίσεως, ιδίως δε εκείνες της πράξεως προσχωρήσεως, που είναι αναγκαίες για να επιτραπεί η ελεύθερη κυκλοφορία και η τήρηση κανονικών όρων ανταγωνισμού στις συναλλαγές των προϊόντων αυτών».
43. Κατ’ εμέ, το εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 3 έχει εφαρμογή σε γεωργικά προϊόντα όπως η πατάτα, οπότε η κοινοτική ρύθμιση σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων επιβάλλεται στη νήσο Jersey για τη διάθεση στο εμπόριο πατάτας που παράγεται στο έδαφος της νήσου.
44. Πράγματι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της JPMO, μικρή σημασία έχει το ότι η πατάτα δεν αποτελεί το αντικείμενο κοινής οργανώσεως αγοράς (31).
45. Βεβαίως, το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 3 αναφέρει ότι η σχετική κοινοτική ρύθμιση, ιδίως αυτή που προορίζεται να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εφαρμόζεται στις συναλλαγές με αντικείμενο τα προϊόντα που αφορά το προηγούμενο εδάφιο. Όμως, το εδάφιο αυτό αφορά τα «γεωργικά προϊόντα και […] τα προϊόντα τα προερχόμενα εκ της μεταποιήσεώς τους που υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς συναλλαγών» (32).
46. Πράγματι, το γράμμα των διατάξεων αυτών μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι, για τα γεωργικά προϊόντα, η εφαρμογή στη νήσο Jersey της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εξαρτάται από το γεγονός ότι τα εν λόγω γεωργικά προϊόντα (όπως τα προϊόντα τα προερχόμενα εκ της μεταποιήσεώς τους) υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς συναλλαγών (33).
47. Πάντως, κατά τη JPMO, η έκφραση «ειδικό καθεστώς συναλλαγών» καλύπτει αυτήν της κοινής οργανώσεως αγοράς, οπότε γεωργικά προϊόντα τα οποία, όπως η πατάτα, δεν υπόκεινται σε τέτοιο μέτρο δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Επομένως, η διάθεση στο εμπόριο της πατάτας του Jersey δεν υπόκειται στο καθεστώς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
48. Δεν συμμερίζομαι την εν λόγω συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 3, για τους εξής λόγους.
49. Κατ’ αρχάς, δεν πρέπει να λησμονείται ότι θα μπορούσε να υποστηριχθεί άλλη ερμηνεία των διατάξεων αυτών με τη συνδυασμένη ανάγνωση των εν λόγω διατάξεων προς αυτές του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του ως άνω πρωτοκόλλου. Πράγματι, το πρώτο εδάφιο του εν λόγω πρωτοκόλλου αφορά τις εμπορευματικές συναλλαγές προϊόντων μεταξύ των οικείων νήσων και των τρίτων κρατών, ενώ το δεύτερο εδάφιο αφορά μάλλον, ως φαίνεται, τις συναλλαγές προϊόντων στο εσωτερικό της Κοινότητας. Όμως, αυτό που ισχύει για την πρώτη κατηγορία εμπορευματικών συναλλαγών δεν ισχύει, κατ’ ανάγκη, και για τη δεύτερη.
50. Πράγματι, η χρησιμοποίηση, στο άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 3, της φράσεως «ειδικό καθεστώς συναλλαγών» θα μπορούσε να περιοριστεί στην υπογράμμιση του ότι το εν λόγω άρθρο αφορά τις εμπορευματικές συναλλαγές –με τα τρίτα κράτη– ορισμένων προϊόντων του γεωργικού τομέα για τα οποία καθιερώθηκαν ειδικοί μηχανισμοί όπως οι εισφορές ή άλλα μέτρα κατά την εισαγωγή, όπως οι δασμοί (των οποίων το ύψος καθορίζεται γενικά σύμφωνα με το Κοινό Δασμολόγιο). Η μνεία περί ειδικού καθεστώτος συναλλαγών εντάσσεται επομένως ευχερώς στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω πρωτοκόλλου, εφόσον ακριβώς οι διατάξεις αυτές έχουν ως αντικείμενο να επεκτείνουν στις οικείες νήσους την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με τις εισφορές και τα άλλα μέτρα κατά την εισαγωγή.
51. Αντιθέτως, φαίνεται δύσκολο να διαγνωσθεί κάποια σχέση μεταξύ της υπάρξεως «ειδικού καθεστώτος συναλλαγών», υπό την έννοια του ειδικού καθεστώτος εμπορευματικών συναλλαγών με τα τρίτα κράτη, και του αντικειμένου του άρθρου 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 3, εφόσον το εν λόγω άρθρο σκοπεί πρωτίστως να ρυθμίσει τις εμπορευματικές συναλλαγές προϊόντων εντός της Κοινότητας.
52. Από τα ανωτέρω συνάγω ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 3, αναφερόμενο στα προϊόντα που αφορά το πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται απλώς στα γεωργικά προϊόντα και στα προϊόντα που προέρχονται από τη μεταποίησή τους, είτε υπόκεινται σε «ειδικό καθεστώς συναλλαγών», υπό την έννοια ειδικού καθεστώτος εμπορευματικών συναλλαγών με τα τρίτα κράτη, είτε όχι.
53. Πράγματι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της JPMO, νομίζω ότι το άρθρο αυτό του πρωτοκόλλου αριθ. 3 δεν φαίνεται να σημαίνει ότι η εφαρμογή στη νήσο Jersey της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εξαρτάται, για γεωργικά προϊόντα όπως η πατάτα, από την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα αυτά καλύπτονται από κοινή οργάνωση αγοράς.
54. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο στην ερμηνεία του κανονισμού 706/73, ο οποίος εκδόθηκε βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 3, προκειμένου να διευκρινίσει τους όρους της εφαρμογής, στο έδαφος των οικείων νήσων, της κοινοτικής ρυθμίσεως που έχει εφαρμογή στα εδάφη αυτά δυνάμει των προηγουμένων εδαφίων.
55. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι «[η] κοινοτική ρύθμιση που εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με τις συναλλαγές γεωργικών προϊόντων που υπάγονται στο παράρτημα II της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, καθώς και τις εμπορευματικές συναλλαγές που διέπονται από τον κανονισμό 170/67/EΟΚ και τον κανονισμό (EΟΚ) 1059/69, εφαρμόζεται στις νήσους, με την εξαίρεση των διατάξεων σχετικά με τις επιστροφές και τα εξισωτικά ποσά που χορηγούνται κατά την εξαγωγή από το Ηνωμένο Βασίλειο».
56. Το άρθρο αυτό αφορά ταυτόχρονα τις συναλλαγές επί των εν λόγω προϊόντων ή των εν λόγω εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας και αυτές που πραγματοποιούνται μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων κρατών.
57. Κανένα στοιχείο στο γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 706/73 δεν δημιουργεί την εντύπωση ότι γεωργικά προϊόντα, όπως η πατάτα, εκφεύγουν της εφαρμογής (στο έδαφος των οικείων νήσων) της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, για τον λόγο ότι τα προϊόντα αυτά δεν αποτελούν το αντικείμενο κοινής οργανώσεως αγοράς. Συναφώς, η διατύπωση του εν λόγω κανονισμού είναι σαφώς περισσότερο ικανοποιητική από αυτήν του πρωτοκόλλου αριθ. 3, του οποίου η αμφισημία ορισμένων διατάξεων δικαιολογούσε πράγματι τις διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν συναφώς.
58. Όπως υπογραμμίζει ορθώς η Επιτροπή, η μόνη προϋπόθεση που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 706/73, για την εφαρμογή στα γεωργικά προϊόντα της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, έγκειται στο γεγονός ότι τα προϊόντα αυτά εμπίπτουν στο παράρτημα II της Συνθήκης EΟΚ (νυν παράρτημα I EΚ) (34).
59. Πάντως, υπενθυμίζω ότι η πατάτα πληροί την προϋπόθεση αυτή (35). Επομένως, οι κανόνες της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μπορούν να εφαρμοστούν στη νήσο Jersey προκειμένου να ρυθμίσουν τη διάθεση στο εμπόριο της πατάτας που παράγεται εκεί.
60. Συναφώς, ελάχιστη σημασία έχει το ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινής γεωργικής πολιτικής δεν έχει εφαρμογή στη νήσο Jersey (36), παρά τη σύνδεση που γίνεται παραδοσιακά μεταξύ, αφενός, της λειτουργίας και της αναπτύξεως της κοινής οργανώσεως αγοράς για τα γεωργικά προϊόντα και, αφετέρου, της καθιερώσεως κοινής γεωργικής πολιτικής (37).
61. Πράγματι, η ιδιαίτερη κατάσταση στην οποία βρίσκεται η νήσος Jersey σε σχέση με την κοινή γεωργική πολιτική συνάγεται από τους ίδιους τους όρους του πρωτοκόλλου αριθ. 3 και του κανονισμού 706/73, από τον οποίο προκύπτει επίσης, όπως μόλις ανέφερα, ότι η κοινοτική ρύθμιση σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μπορεί να εφαρμοστεί στο έδαφος αυτό προκειμένου να ρυθμίσει τις εμπορευματικές συναλλαγές πατάτας που παράγεται εκεί.
62. Η εξαίρεση των εν λόγω συναλλαγών από την τήρηση των κανόνων της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, για τον μοναδικό λόγο ότι η νήσος Jersey δεν εμπίπτει πλήρως στο πεδίο εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής, θα κατέληγε, επομένως, να στερεί πρακτικής αποτελεσματικότητας ορισμένες διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 3 και του κανονισμού 706/73 και να παραγνωρίσει, κατά συνέπεια, τόσο τη γενική οικονομία των πράξεων αυτών όσο και τη βούληση των κοινοτικού νομοθέτη.
63. Καταλήγω ότι οι κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μπορούν να εφαρμοσθούν στη νήσο Jersey και να ρυθμίσουν τη διάθεση στο εμπόριο της πατάτας που παράγεται στο έδαφος της νήσου αυτής.
64. Αφού τέθηκε η αρχή αυτή, πρέπει τώρα να εξετασθεί αν οι εν λόγω κανόνες μπορούν να εφαρμοστούν στις ειδικές καταστάσεις τις οποίες αφορά η επίδικη ρύθμιση.
Επί της δυνατότητας εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στις καταστάσεις που αφορά η επίδικη ρύθμιση
65. Πριν εξετασθεί επακριβώς αν οι κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων έχουν εφαρμογή στις καταστάσεις που αφορά η επίδικη νομοθεσία, επιβάλλονται ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά, αφενός, με το καθεστώς των αγγλονορμανδικών νήσων και της νήσου Mαν έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου για την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των γεωργικών προϊόντων και, αφετέρου, με τις συγκεκριμένες καταστάσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη ως αντικείμενο της επίδικης νομοθεσίας.
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
66. Όπως μόλις εξέθεσα, φρονώ ότι από τον συνδυασμό του άρθρου 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 3 και του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 706/73 προκύπτει ότι οι κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μπορούν να εφαρμοσθούν στη νήσο Jersey προκειμένου να ρυθμίσουν τη διάθεση στο εμπόριο της πατάτας που παράγεται στο έδαφός της.
67. Υπενθυμίζω, όμως, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού διευκρινίζει ότι, «[γ]ια την εφαρμογή της ρυθμίσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι νήσοι θεωρούνται ως ένα μόνο κράτος μέλος».
68. Επομένως, για την εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων όσον αφορά γεωργικά προϊόντα όπως η πατάτα, η νήσος Jersey πρέπει να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου. Το ίδιο ισχύει για τις άλλες αγγλονορμανδικές νήσους καθώς και για τη νήσο Mαν. Για την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα αυτόν, οι σχέσεις μεταξύ των νήσων αυτών και του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορούν, επομένως, να εξομοιωθούν προς αυτές που υφίστανται μεταξύ τρίτου κράτους και κράτους μέλους ή μεταξύ δύο κρατών μελών (38).
69. Υπό τις συνθήκες αυτές, μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν οι καταστάσεις τις οποίες αφορά η επίδικη ρύθμιση, για τη διάθεση στο εμπόριο της πατάτας του Jersey, πρέπει να θεωρηθούν ως καταστάσεις αμιγώς εσωτερικές σε ένα και μόνον κράτος μέλος, δηλαδή στο Ηνωμένο Βασίλειο.
70. Πράγματι, όπως προανέφερα, η επίδικη ρύθμιση προβλέπει ειδικό καθεστώς για την «εξαγωγή» πατάτας του Jersey στο Ηνωμένο Βασίλειο (όπου διοχετεύεται το σύνολο σχεδόν της παραγωγής). Υπενθυμίζω επίσης ότι, κατά το άρθρο 2 αυτής, ο όρος «εξαγωγή» αφορά «την αποστολή πατάτας προς πώληση εκτός της νήσου, είτε απευθείας είτε διαμέσου άλλου τόπου, με προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο, τη bailiwick of Guernesey ή τη νήσο Μαν, προκειμένου να καταναλωθούν εκεί».
71. Δεν αμφισβητείται ότι, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 2, η επίδικη ρύθμιση εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία η πατάτα αποστέλλεται με «ferry-boat» από τη νήσο Jersey στο Ηνωμένο Βασίλειο είτε απευθείας είτε μέσω του λιμένα άλλου κράτους μέλους (όπως ο γαλλικός λιμένας της Caen) χωρίς να εγκαταλείψει το εν λόγω «ferry-boat». Το ίδιο συμβαίνει για την πατάτα που αποστέλλεται, απευθείας ή όχι, από τη νήσο Jersey στις νήσους της Bailiwick of Guernesey ή στη νήσο Mαν.
72. Eκτός από τις ως άνω περιπτώσεις, οι διάδικοι της κύριας δίκης υποστήριξαν εντελώς διαφορετικές ερμηνείες ως προς το κατά τόπον πεδίο εφαρμογής της επίδικης ρυθμίσεως (39). Εν πάση περιπτώσει, από παγία νομολογία προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της κατανομής των λειτουργιών μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων που διέπει τη διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής, απόκειται στα εθνικά δικαστήρια και μόνον, και όχι στο Δικαστήριο, να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο(40).
73. Σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 2 της επίδικης ρυθμίσεως που δέχθηκε το αιτούν δικαστήριο, υποθέτω, επομένως, ότι αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση κατά την οποία φορτίο πατάτας έχει αποσταλεί κατ’ αρχάς στη Γαλλία προς μεταποίηση (όπως το πλύσιμο, η συσκευασία ή η τοποθέτηση σε σάκους) και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να πωληθεί και να καταναλωθεί εκεί (41).
74. Μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ρητώς ως προς την περίπτωση αυτή, υποθέτω επίσης ότι η επίδικη ρύθμιση δεν μπορεί να εφαρμοστεί ούτε στην περίπτωση κατά την οποία οι πατάτες θα πωλούνταν σε επιχειρηματία εγκατεστημένο στη Γαλλία ή σε άλλο κράτος μέλος και, στη συνέχεια, θα μεταπωλούνταν απ’ αυτόν (ως είχαν ή κατόπιν μεταποιήσεως), προκειμένου να καταναλωθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
75. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο δέχθηκε την ερμηνεία που υποστήριξε το States, ότι δηλαδή η φράση «απευθείας ή διαμέσου άλλου τόπου» αφορούσε αποκλειστικά τη διαδρομή που ακολουθήθηκε για την αποστολή της πατάτας εκτός της νήσου (42). Συνάγει, όπως μόλις ανέφερα, ότι η επίδικη ρύθμιση δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση κατά την οποία οι πατάτες θα αποστέλλονταν στη Γαλλία προς μεταποίηση και, στη συνέχεια, θα μεταφέρονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να πωληθούν και να καταναλωθούν. Υποθέτω ότι το ίδιο ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία οι πατάτες θα πωλούνταν σε επιχειρηματία εγκατεστημένο στη Γαλλία ή σε άλλο κράτος μέλος και θα πωλούνταν στη συνέχεια απ’ αυτόν (ως είχαν ή κατόπιν μεταποιήσεως) προκειμένου να καταναλωθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο, διότι η ενέργεια αυτή, όπως ακριβώς η προαναφερθείσα, υπερβαίνει το περιορισμένο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, κατά το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη φράση, δηλαδή το πλαίσιο απλής μεταφοράς εμπορευμάτων.
76. Αφού το κατά τόπον πεδίο εφαρμογής της επίδικης ρυθμίσεως οριοθετήθηκε κατά τον τρόπο αυτόν, προσήκει εν προκειμένω να καθοριστεί αν ορισμένοι κανόνες της Συνθήκης σχετικοί με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μπορούν να εφαρμοστούν στις πράξεις εμπορίας της πατάτας που εμπίπτουν στην εν λόγω επίδικη ρύθμιση.
77. Η ανάλυσή μου θα καλύψει ταυτόχρονα τα άρθρα 23 EΚ και 25 EΚ καθώς και το άρθρο 29 EΚ. Μολονότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται και στο άρθρο 28 EΚ, δεν θα ασχοληθώ με τη διάταξη αυτή, διότι, εν πάση περιπτώσει, στερείται σημασίας, εφόσον η επίδικη ρύθμιση ρυθμίζει αποκλειστικά την αποστολή πατάτας εκτός της νήσου Jersey, και όχι την εισαγωγή της στο έδαφος αυτό.
2. Η δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 23 EΚ, 25 EΚ και 29 EΚ στις καταστάσεις που αφορά η επίδικη ρύθμιση
78. Εκ προοιμίου, αναφέρω ότι το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ στις καταστάσεις που αφορά η επίδικη ρύθμιση θα έπρεπε να ανακύψει μόνον για την ενδεχόμενη εισφορά υπέρ του Oργανισμού και όχι για τις χρηματικές ποινές που σκοπούν να εξασφαλίσουν την τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλει το επίδικο καθεστώς εμπορίας, διότι οι ποινές αυτές εμπίπτουν περισσότερο στον χαρακτηρισμό του μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς υπό την έννοια του άρθρου 29 EΚ.
79. Όσον αφορά την ενδεχόμενη εισφορά υπέρ του Oργανισμού, διαθέτω λίγα στοιχεία ως προς την πτυχή αυτή της επίδικης ρυθμίσεως. Υπό την επιφύλαξη της επαληθεύσεως που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, υποθέτω, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, ότι το ύψος της επίδικης εισφοράς υπολογίζεται σε συνάρτηση είτε με την ποσότητα της πατάτας που απέστειλε ο οικείος παραγωγός το προηγούμενο έτος (προς το Ηνωμένο Βασίλειο, την bailiwick of Guernesey ή τη νήσο Mαν) είτε με την επιφάνεια που αυτός αφιέρωσε στην καλλιέργεια πατάτας κατά την ίδια αυτή περίοδο (43).
80. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό ανακύπτει το ζήτημα της εφαρμογής των άρθρων 23 EΚ, 25 ΕΚ και 29 EΚ στις περιπτώσεις τις οποίες αφορά η επίδικη ρύθμιση. Θα εξετάσω το ζήτημα αυτό με αφετηρία το γράμμα των άρθρων 23 EΚ, 25 EΚ, 28 EΚ και 29 EΚ, για να περιγράψω στη συνέχεια την εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου στον τομέα αυτόν, προκειμένου να διευκρινίσω το περίγραμμά της και να αξιολογήσω τη σημασία της, καθώς και τα όρια, σε σχέση με τις περιπτώσεις που αφορά η επίδικη νομοθεσία.
α) Το γράμμα των άρθρων 23 EΚ, 25 EΚ, 28 EΚ και 29 EΚ και η συνεκτίμησή του από την παραδοσιακή νομολογία του Δικαστηρίου ως προς το κατά τόπον πεδίο εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων
81. Από τη μελέτη των άρθρων 23 EΚ, 25 EΚ, 28 EΚ και 29 EΚ, που εντάσσονται στην προέκταση του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, EΚ, καθίσταται προφανές ότι τα μόνα εμπόδια (δασμολογικά ή μη δασμολογικά) στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που απαγορεύονται από τα άρθρα αυτά είναι εκείνα τα οποία αφορούν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και όχι αυτά που αφορούν τις συναλλαγές μεταξύ των διαφόρων τμημάτων της επικράτειας ενός και του αυτού κράτους μέλους (44).
82. Το προφανές αυτό γεγονός υπενθύμισε κατ’ επανάληψη το Δικαστήριο σε σχέση με τις εθνικές νομοθεσίες που έχουν διττή επίδραση στη διάθεση των εμπορευμάτων, τόσο στο πλαίσιο των συναλλαγών με άλλα κράτη μέλη όσο και στο πλαίσιο των εσωτερικών συναλλαγών εντός του κράτους μέλους που θέσπισε τη νομοθεσία αυτή (45).
83. Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών, οι οποίες κρίθηκαν αντίθετες προς τα άρθρα 28 EΚ ή 29 EΚ, το Δικαστήριο μερίμνησε να διακρίνει την περίπτωση των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών (που εμπίπτουν στους κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων) από την κατάσταση των εσωτερικών συναλλαγών εντός του οικείου κράτους μέλους (που δεν εμπίπτουν στις ίδιες αυτές διατάξεις της Συνθήκης) (46). Προσέθεσε ότι μια εθνική ρύθμιση δεν μπορεί να εκφεύγει της απαγορεύσεως του άρθρου 28 EΚ για τον λόγο ότι η ρύθμιση αυτή θα επηρέαζε και τις εμπορευματικές συναλλαγές στο εσωτερικό του οικείου κράτους μέλους (47).
84. Από τη νομολογία αυτή συνάγεται ότι, για να καθοριστεί αν ένα εθνικό μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 28 EΚ ή 29 EΚ πρέπει να εξετασθεί αν το μέτρο αυτό μπορεί να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Πράγματι, εφόσον το μέτρο αυτό επηρεάζει αποκλειστικά τις συναλλαγές στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους και όχι τις συναλλαγές μεταξύ πλειόνων κρατών μελών, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης των άρθρων 28 EΚ και 29 EΚ.
85. Η νομολογία αυτή εφαρμόσθηκε στην παρεμφερή περίπτωση κατά την οποία τοπικές ρυθμίσεις, εφαρμοστέες σε τμήμα μόνον του εδάφους κράτους μέλους, επηρέαζαν τις εμπορευματικές συναλλαγές μεταξύ του εν λόγω τμήματος του εθνικού εδάφους και των λοιπών κρατών μελών, καθώς και τις συναλλαγές μεταξύ του εν λόγω τμήματος του εθνικού εδάφους και των άλλων τμημάτων του εδάφους του ιδίου αυτού κράτους μέλους (48).
86. Πράγματι, για να εφαρμοστούν τα άρθρα 28 EΚ ή 29 EΚ, πρέπει τα οικεία εμπορεύματα να περάσουν από το έδαφος κράτους μέλους (ή από τμήμα αυτού) στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (ή ενός τμήματος αυτού του εδάφους), δηλαδή πρέπει τα εμπορεύματα που εισήχθησαν στο έδαφος κράτους μέλους ή τμήματος αυτού να προέρχονται από άλλο κράτος μέλος (ή από τμήμα αυτού) και τα εμπορεύματα εθνικής ή τοπικής προελεύσεως να προορίζονται για άλλο κράτος μέλος (ή για τμήμα αυτού). Όταν τα εν λόγω προϊόντα προελεύσεως ενός κράτους μέλους περνούν απλώς από μία περιοχή σε άλλη περιοχή του ιδίου κράτους μέλους, λείπει η θεμελιώδης προϋπόθεση για την εφαρμογή των άρθρων 28 EΚ ή 29 EΚ, οπότε κανένα από τα άρθρα αυτά δεν έχει εφαρμογή. Αυτή η θεμελιώδης προϋπόθεση αφορά τη διέλευση συνόρων μεταξύ κρατών μελών, δηλαδή τη διέλευση συνόρων που χαρακτηρίζονται ως «διακρατικά», όπου και αν εντοπίζονται, είτε αυτά βρίσκονται στο όριο του εθνικού εδάφους είτε στο όριο τμήματος αυτού (49).
87. Η μέριμνα του Δικαστηρίου να οριοθετήσει την εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όπως ο κανόνας του άρθρου 28 EΚ, μόνο στο πλαίσιο των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών εκδηλώθηκε κατά την εξέταση πλειόνων εθνικών ρυθμίσεων που υποβάλλουν προϊόντα εθνικής προελεύσεως (τα οποία δεν αποτελούσαν το αντικείμενο συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών) σε καθεστώς εμπορίας λιγότερο ευνοϊκό από αυτό που επιφύλασσαν στα προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη (50). Οι εθνικές αυτές ρυθμίσεις δημιουργούσαν ιδιαίτερες δυσκολίες, διότι προέκυπτε από αυτές μια κατάσταση «αντίστροφης διακρίσεως».
88. Ενώπιον των δυσχερειών αυτών, το Δικαστήριο τόνισε ότι το άρθρο 28 EΚ έχει «ως αντικείμενο να άρει τα εμπόδια κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων και όχι να εξασφαλίσει ότι τα εγχώρια εμπορεύματα απολαύουν, σε όλες τις περιπτώσεις, την ίδια μεταχείριση με τα εισαγόμενα εμπορεύματα» (51). Κατέληξε ότι «διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εμπορευμάτων η οποία δεν μπορεί να εμποδίσει την εισαγωγή ή να περιαγάγει σε δυσμενή θέση την εμπορία των εισαγομένων προϊόντων δεν εμπίπτει στην απαγόρευση που διατυπώνει το άρθρο αυτό» (52).
89. Από το σύνολο των εν λόγω νομολογιακών αναλύσεων προκύπτει ότι τα άρθρα 28 EΚ και 29 EΚ δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε καταστάσεις εμπορευματικών συναλλαγών που παραμένουν αμιγώς εσωτερικές κράτους μέλους. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας αυτής, θα αναμενόταν ενδεχομένως να ισχύσει το ίδιο για την εφαρμογή των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ, εφόσον, όπως ανέφερα, το γράμμα των άρθρων αυτών, όπως αυτό των άρθρων 28 EΚ και 29 EΚ, αναφέρεται σε σχέσεις μεταξύ κρατών μελών.
90. Εν τούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει διαφορετικά. Αυτό προκύπτει από τις αποφάσεις Lancry κ.λπ., προπαρατεθείσα· της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, Σιμιτζή (53), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, Carbonati Apuani (54). Οι αποφάσεις αυτές αφίστανται σαφώς της παραδοσιακής νομολογίας του Δικαστηρίου ως προς το εδαφικό πεδίο εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Πριν εξετασθεί το περιεχόμενο και τα όρια της νέας αυτής κατευθύνσεως της νομολογίας σε σχέση με τις καταστάσεις που αφορά η επίδικη ρύθμιση, πρέπει να εκτεθούν τα διάφορα στάδιά της.
β) Η εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου ως προς το κατά τόπον πεδίο εφαρμογής των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ
91. Διευρύνοντας το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως της 16ης Ιουλίου 1992, Legros κ.λπ. (55), το Δικαστήριο έκρινε, με την προπαρατεθείσα απόφαση Lancry κ.λπ., ότι η αποκαλούμενη «θαλάσσιο διαπύλιο τέλος» επιβάρυνση, που προέβλεπε η γαλλική ρύθμιση, συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου προς εισαγωγικό δασμό αποτελέσματος, υπό την έννοια του άρθρου 25 EΚ.
92. Ο φόρος αυτός εισπράττονταν στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα και έπληττε τα εμπορεύματα που εισάγονταν στο εν λόγω τμήμα του γαλλικού εδάφους ανεξαρτήτως της προελεύσεώς τους, οπότε εφαρμοζόταν ταυτόχρονα σε προϊόντα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη και σε προϊόντα προερχόμενα από άλλα τμήματα του εδάφους του ίδιου κράτους μέλους.
93. Στην προπαρατεθείσα απόφαση Legros κ.λπ., το Δικαστήριο περιορίστηκε να τονίσει ότι «μια επιβάρυνση που επιβάλλεται απλώς στα περιφερειακά σύνορα λόγω της εισαγωγής προϊόντων στην περιφέρεια κράτους μέλους συνιστά εμπόδιο τουλάχιστον εξίσου σοβαρό για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων όσο και μια επιβάρυνση που εισπράττεται στα εθνικά σύνορα λόγω της εισαγωγής προϊόντων στο σύνολο του εδάφους κράτους μέλους» (56). Συναφώς, ανέφερε απλώς ότι «[η] προσβολή που μια τέτοια φορολογική επιβάρυνση επιφέρει στο ενιαίον του κοινού τελωνειακού εδάφους δεν μετριάζεται από το γεγονός ότι η εν λόγω επιβάρυνση πλήττει και τα εμπορεύματα που προέρχονται από άλλα τμήματα του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους» (57). Οι σκέψεις αυτές απηχούν ευθέως τη νομολογιακή γραμμή που μόλις εξέθεσα (58).
94. Πάντως, οι σκέψεις αυτές αναπτύχθηκαν μεταγενέστερα, στη σκέψη 29 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Lancry κ.λπ., υπό μια έννοια εντελώς διαφορετική από αυτήν που είχε υιοθετηθεί μέχρι τότε. Πράγματι, το Δικαστήριο τόνισε ότι «η ίδια η αρχή της τελωνειακής ενώσεως, η οποία καλύπτει το σύνολο των εμπορικών συναλλαγών […] απαιτεί τη διασφάλιση γενικώς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της ενώσεως και όχι αποκλειστικώς και μόνο του διακρατικού εμπορίου». Διευκρίνισε ότι «[τ]ο γεγονός ότι τα άρθρα […] [23 EΚ και 25 EΚ] αναφέρουν ρητώς μόνο τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, οφείλεται στο ότι λογίζεται ως δεδομένο ότι δεν υφίστανται επιβαρύνσεις με τα χαρακτηριστικά δασμών εντός των κρατών αυτών». Το Δικαστήριο κατέληξε ότι, «[ε]πειδή απαραίτητη προϋπόθεση για την πραγματοποίηση τελωνειακής ενώσεως καλύπτουσας το σύνολο των εμπορικών συναλλαγών είναι η ανυπαρξία παρομοίων επιβαρύνσεων, εξυπονοείται ότι τα άρθρα [23 EΚ και 25 EΚ] επιβάλλουν και την απαγόρευσή τους».
95. Με την ίδια απόφαση Lancry κ.λπ., το Δικαστήριο προσέθεσε στο ως άνω κύριο επιχείρημα δύο άλλα επιχειρήματα.
96. Κατ’ αρχάς, υπογράμμισε ότι η επιβάρυνση του θαλασσίου διαπυλίου τέλους πλήττει όλα τα προϊόντα που εισάγονται στο οικείο υπερπόντιο διαμέρισμα, ανεξαρτήτως της προελεύσεώς τους, οπότε το μέτρο αυτό εφαρμόζεται σε κατάσταση η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αμιγώς εσωτερική κατάσταση κράτους μέλους. Συναφώς, διαπίστωσε ότι «θα ήταν ασυνεπές να κριθεί, αφενός, ότι τα θαλάσσια διαπύλια τέλη συνιστούν επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος οσάκις εισπράττονται επί των εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών και, αφετέρου, να γίνει δεκτό ότι η ίδια αυτή επιβάρυνση δεν συνιστά φόρο ισοδυνάμου αποτελέσματος όταν εισπράττεται επί εμπορευμάτων προερχομένων από τη μητροπολιτική Γαλλία» (59).
97. Eπιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο τόνισε ότι, στην πράξη, είναι πολύ δυσχερές, αν όχι αδύνατον, να γίνει διάκριση μεταξύ προϊόντων εθνικής προελεύσεως και προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών, εκτός αν πραγματοποιηθούν διάφοροι έλεγχοι οι οποίοι θα είχαν ακριβώς ως συνέπεια να εμποδίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (60).
98. Λαμβανομένης υπόψη της εν λόγω σειράς επιχειρημάτων, το Δικαστήριο έκρινε, με την προπαρατεθείσα απόφαση Lancry κ.λπ., ότι η επίδικη επιβάρυνση των θαλασσίων διαπυλίων τελών συνιστά φόρο ισοδυνάμου προς εισαγωγικό δασμό αποτελέσματος, «όχι μόνον επειδή πλήττει τα εισαγόμενα στην εν λόγω περιφέρεια εμπορεύματα που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, αλλά και επειδή εισπράττεται επί των εμπορευμάτων που εισάγονται στην περιοχή αυτή από άλλο τμήμα του ιδίου κράτους» (61).
99. Η νομολογία αυτή σχετικά με την εισαγωγή εμπορευμάτων εφαρμόστηκε, με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Σιμιτζή και στη συνέχεια Carbonati Apuani, στην εξαγωγή εμπορευμάτων.
100. Η προπαρατεθείσα απόφαση Σιμιτζή αφορούσε δημοτικό φόρο που έπληττε τα εμπορεύματα που εισάγονταν στη Δωδεκάνησο (ανεξαρτήτως της προελεύσεώς τους) ή εξάγονταν από το εν λόγω τμήμα του ελληνικού εδάφους (ανεξαρτήτως του προορισμού τους). Σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση Lancry κ.λπ., το Δικαστήριο έκρινε ότι ο φόρος αυτός συνιστούσε επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό καθώς και επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εξαγωγικό δασμό, ιδίως καθόσον το κράτος μέλος τον εισέπραττε επί των εμπορευμάτων που εισέρχονταν σε περιφέρεια του εδάφους του και προέρχονταν αποκλειστικά από άλλες περιφέρειες του ίδιου κράτους και επί των εμπορευμάτων που αποστέλλονταν από μία περιφέρεια μόνον προς άλλες περιφέρειες του ίδιου κράτους (62).
101. Η καλούμενη υπόθεση Carbonati Apuani αφορούσε δημοτικό τέλος που έπληττε τα εξορυσσόμενα στο έδαφος του εν λόγω δήμου (του Δήμου της Carrare) μάρμαρα λόγω της μεταφοράς τους εκτός του εν λόγω τμήματος του ιταλικού εδάφους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το τέλος αυτό συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου προς εξαγωγικό δασμό αποτελέσματος υπό την έννοια του άρθρου 23 EΚ, παρά το γεγονός ότι η επιβάρυνση πλήττει και τα εμπορεύματα των οποίων ο τελικός προορισμός βρίσκεται στο εσωτερικό του οικείου κράτους μέλους (63). Eπανέλαβε, αναπτύσσοντάς τα, δύο από τα επιχειρήματα που εκτέθηκαν στην προπαρατεθείσα απόφαση Lancry κ.λπ., σχετικά, αφενός, με τις απαιτήσεις της τελωνειακής ενώσεως και, αφετέρου, με το γεγονός ότι το επίμαχο μέτρο δεν εφαρμόζεται σε κατάσταση αμιγώς εσωτερική κράτους μέλους.
102. Προκειμένου για το πρώτο επιχείρημα, το οποίο παραμένει το κύριο επιχείρημα, το Δικαστήριο το ανέπτυξε υπογραμμίζοντας την ανάγκη να ερμηνευθούν τα άρθρα 23 EΚ επ. υπό το πρίσμα του άρθρου 14, παράγραφος 2, EΚ, το οποίο ορίζει την εσωτερική αγορά ως «ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων». Επειδή οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ διακρατικών και ενδοκρατικών συνόρων, συνήγαγε, στο πνεύμα της προαναφερθείσας αποφάσεως Lancry κ.λπ., ότι «η απουσία φορολογικών επιβαρύνσεων –τόσο διακρατικών όσο και ενδοκρατικών– με τα χαρακτηριστικά του δασμού ή της φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση μιας τελωνειακής ενώσεως εντός της οποίας εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων» (64).
103. Ως προς το δεύτερο επιχείρημα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο επίδικος φόρος εφαρμόζεται σε κάθε μάρμαρο της Carrare που εξέρχεται των εδαφικών ορίων του δήμου αυτού, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των μαρμάρων των οποίων ο τελικός προορισμός βρίσκεται στην Ιταλία και των μαρμάρων που προορίζονται για άλλα κράτη μέλη. Κατέληξε ότι το τέλος αυτό επηρεάζει, εκ της φύσεώς του και του περιεχομένου του, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
104. Αφού υπομνήσθηκαν τα νομολογιακά αυτά δεδομένα, πρέπει να εξετασθεί η σημασία τους και τα όριά τους έναντι των καταστάσεων που καλύπτει η επίδικη ρύθμιση.
γ) Η σημασία και τα όρια της προπαρατεθείσας νομολογίας Lancry κ.λπ., Σιμιτζή και Carbonati Apuani
105. Από την εξέταση των εν λόγω αποφάσεων Lancry κ.λπ., Σιμιτζή και Carbonati Apuani, φαίνεται δεδομένο ότι τα άρθρα 23 EΚ και 25 EΚ έχουν εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως αυτές τις οποίες αφορά η ρύθμιση που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. Πράγματι, κατά την ανωτέρω νομολογία, μια φορολογική επιβάρυνση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως των άρθρων αυτών, εφόσον η εν λόγω επιβάρυνση επιβάλλεται λόγω της διελεύσεως συνόρου, είτε αυτό είναι διακρατικό (στο πλαίσιο συναλλαγών μεταξύ πλειόνων κρατών μελών) ή ενδοκρατικό (στο πλαίσιο εσωτερικών συναλλαγών σε ένα και μόνον κράτος μέλος) (65). Έτσι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ενδεχόμενη εισφορά στον Oργανισμό επιβάλλεται λόγω αποστολής πατάτας εκτός της νήσου Jersey (με προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Bailiwick of Guernesey ή τη νήσο Μαν), το μέτρο αυτό μπορεί να συνιστά φόρο ισοδυνάμου προς εξαγωγικό δασμό αποτελέσματος.
106. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η ενδεχόμενη εφαρμογή της νομολογίας αυτής στις καταστάσεις που αφορά η επίδικη ρύθμιση πόρρω απέχει από το να είναι προφανής. Πράγματι, νομίζω ότι δύο από τα τρία επιχειρήματα στα οποία στηρίχθηκε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Lancry κ.λπ. στερούνται σημασίας για την υπόθεση της διαφοράς της κύριας δίκης, οπότε δεν μπορεί παρά να απορριφθούν. Ως προς το επιχείρημα που εξακολουθεί να ισχύει, το θεωρώ ιδιαιτέρως σαθρό. Αυτό ακριβώς επιθυμώ να αποδείξω εξετάζοντας έκαστο των επιχειρημάτων αυτών προκειμένου να έχω το πλήρες μέτρο τους και να αποφύγω έτσι κάθε πλάνη προοπτικής ή κάθε «οφθαλμαπάτη» (66) κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
107. Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σε αντιδιαστολή προς αυτό που ίσχυε στις εν λόγω αποφάσεις Lancry κ.λπ., Σιμιτζή και Carbonati Apuani, η επίδικη ρύθμιση εφαρμόζεται σε καταστάσεις των οποίων όλα τα στοιχεία πρέπει να θεωρηθούν ότι περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους.
108. Πράγματι, η ρύθμιση αυτή διέπει αποκλειστικά το εμπόριο πατάτας μεταξύ, αφενός, της νήσου Jersey και, αφετέρου, του Ηνωμένου Βασιλείου, των νήσων της bailiwick of Guernesey και της νήσου Mαν. Όμως, υπενθυμίζω ότι, για την εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όσον αφορά γεωργικά προϊόντα όπως η πατάτα, το Ηνωμένο Βασίλειο κι όλες αυτές οι νήσοι πρέπει να θεωρούνται ως ένα μόνον κράτος μέλος.
109. Συναφώς, έχει μικρή σημασία ότι, στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών τις οποίες αφορά η επίδικη ρύθμιση, η πατάτα μεταφέρεται απευθείας στο Ηνωμένο Βασίλειο (ή στην bailiwick of Guernesey ή στη νήσο Μαν) ή έμμεσα μέσω του λιμένα άλλου κράτους μέλους (χωρίς τα εμπορεύματα αυτά να αποτελούν εντός του κράτους αυτού το αντικείμενο κάποιας μεταποιήσεως ή πωλήσεως). Πράγματι, φρονώ ότι το ενδεχόμενο απλής διαμετακομίσεως των εμπορευμάτων μέσω άλλου κράτους μέλους δεν μπορεί να παράσχει στη σκοπούμενη εμπορική συναλλαγή την ιδιότητα διακρατικής συναλλαγής υπό την έννοια των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ. Με άλλους λόγους, το ενδεχόμενο αυτό στοιχείο αλλοδαπότητας δεν αρκεί ώστε οι καταστάσεις τις οποίες αφορά η επίδικη ρύθμιση να εκφεύγουν του χαρακτηρισμού καταστάσεων αμιγώς εσωτερικών ενός και μόνον κράτους μέλους, δηλαδή του Ηνωμένου Βασιλείου.
110. Εφόσον η παρούσα ρύθμιση διέπει μόνον το εμπόριο πατάτας στο εσωτερικό του Ηνωμένου Βασιλείου, κατ’ αποκλεισμό των συναλλαγών με άλλα κράτη μέλη, θα ήταν τουλάχιστον παράδοξο να θεωρηθεί ότι οι κανόνες της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων θα μπορούσαν να εφαρμοστούν ακόμη και στην περίπτωση αυτή. Eν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να προβληθεί οποιοσδήποτε επηρεασμός, έστω και μερικός, του διακοινοτικού εμπορίου για να υποστηριχθεί η εφαρμογή των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ. Μολονότι το Δικαστήριο δέχθηκε το επιχείρημα αυτό με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Lancry κ.λπ. (σκέψη 30) και Carbonati Apuani (σκέψη 26), τούτο δεν έχει καμία θέση στη διαφορά της κύριας δίκης.
111. Συναφώς, επιβάλλεται να τονισθεί ότι η υπό κρίση διαφορά δεν δημιουργεί τις δυσκολίες που προκάλεσε, στις προηγούμενες υποθέσεις, η ύπαρξη «αντίστροφης διακρίσεως».
112. Υπενθυμίζω ότι περίπτωση αντίστροφης διακρίσεως εμφανίζεται, μεταξύ άλλων, όταν προϊόντα προελεύσεως κράτους μέλους υπόκεινται (δυνάμει εθνικής ρυθμίσεως), για το εμπόριο στο εσωτερικό αυτού και μόνον του κράτους μέλους, σε καθεστώς λιγότερο ευνοϊκό από αυτό που επιφυλάσσεται είτε στα προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη είτε στα προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγή (δυνάμει των κανόνων της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων). Όπως ανέφερα, το Δικαστήριο έθεσε την αρχή ότι οι κανόνες της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν μπορούν να επιλύσουν τα προβλήματα που συνδέονται με την ύπαρξη αντίστροφης διακρίσεως στο μέτρο που επηρεάζουν αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις, οι οποίες αποκλείονται, εκ της φύσεώς τους, από το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (67).
113. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Lancry κ.λπ. (σκέψη 30), το Δικαστήριο απομακρύνθηκε προδήλως από την εν λόγω πάγια νομολογία, εφόσον υπογράμμισε ότι θα ήταν ασυνεπές να χαρακτηρίσει το θαλάσσιο διαπύλιο τέλος ως φόρο ισοδυνάμου προς εισαγωγικό δασμό αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ, εφόσον το μέτρο αυτό πλήττει εμπορεύματα προελεύσεως άλλων κρατών μελών, και να απορρίψει τον χαρακτηρισμό αυτόν όταν αυτό εισπράττεται επί των εμπορευμάτων προελεύσεως άλλου τμήματος του οικείου κράτους μέλους. Η ανάλυση αυτή εκφράζει, ως φαίνεται, τη μέριμνα του Δικαστηρίου να αποφύγει να συμβάλει στην εμφάνιση αντιστρόφων διακρίσεων, στο μέτρο που, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεώς του (στην περίπτωση κατά την οποία η απόφαση θα δεχόταν μια τέτοια διαφορά χαρακτηρισμού), τα εθνικά προϊόντα θα υποβάλλονταν σε λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από τα προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη. Το Δικαστήριο άντλησε επιχείρημα από την προοπτική αυτή για να κρίνει ότι το θαλάσσιο διαπύλιο τέλος συνιστά φόρο ισοδυνάμου προς εισαγωγικό δασμό αποτελέσματος, ακόμη και όταν το μέτρο αυτό πλήττει εμπορεύματα που εισέρχονται σε τμήμα του εδάφους κράτους μέλους προερχόμενα από άλλο τμήμα του ιδίου αυτού κράτους μέλους. Το επιχείρημα αυτό δεν φαίνεται να επαναλαμβάνεται στην προπαρατεθείσα απόφαση Carbonati Apuani, μολονότι αυτή παραπέμπει στην απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2000, Guimont (68).
114. Στην παρούσα υπόθεση, ουδείς λόγος υπάρχει να στηριχθεί το Δικαστήριο σε τέτοιες σκέψεις.
115. Πράγματι, μολονότι οι πατάτες του Jersey υπόκεινται, για τη διάθεσή τους στο εμπόριο στο Ηνωμένο Βασίλειο και στα νησιωτικά εδάφη που συνδέονται με αυτό (bailiwick of Guernesey και νήσος Mαν), σε καθεστώς λιγότερο ευνοϊκό από αυτό που επιφυλάσσεται στις πατάτες που εξάγονται σε άλλα κράτη μέλη, η εν λόγω διαφορά μεταχειρίσεως πηγάζει αποκλειστικά από την επίδικη ρύθμιση στο μέτρο που, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, το καθεστώς διαθέσεως στο εμπόριο που προβλέπει εφαρμόζεται μόνο στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ διαφορετικών εδαφών που αποτελούν τμήμα του ιδίου κράτους μέλους, κατ’ αποκλεισμό των συναλλαγών με άλλα κράτη μέλη. Η εμπορία της πατάτας του Jersey σε άλλα κράτη μέλη εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου εκφεύγει, κατά συνέπεια, αφ’ εαυτής, από το δεσμευτικό καθεστώς που προβλέπει η επίδικη ρύθμιση, χωρίς να είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αποφανθεί υπό την έννοια αυτή βάσει των κανόνων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Έτσι, αποκλείεται να συμβάλει το Δικαστήριο, με την έκδοση της επικείμενης αποφάσεως, στην εμφάνιση αντιστρόφων διακρίσεων που υφίστανται ήδη από το γεγονός και μόνον της επίδικης ρυθμίσεως.
116. Δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο παραμένει ξένο απέναντι στην εν λόγω εισάγουσα διακρίσεις κατάσταση, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ενδιαφερθεί γι’ αυτήν το Δικαστήριο και να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ ώστε να καταλάβει και καταστάσεις αμιγώς εσωτερικές κράτους μέλους, όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, με το αιτιολογικό ότι θα ήταν ασυνεπές να τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως από αυτήν που επιφυλάσσεται στις καταστάσεις που συνδέονται με την εξαγωγή εμπορευμάτων σε άλλα κράτη μέλη. Αν και είναι δυνατό να τεθεί το ερώτημα σε ποια ακριβώς λογική αντιστοιχεί η επίδικη ρύθμιση, δεν απόκειται ούτε στο κοινοτικό δίκαιο ούτε στο Δικαστήριο να θεραπεύσει την εισάγουσα δυσμενή διάκριση κατάσταση που απορρέει από την εν λόγω ρύθμιση. Μόνον οι τοπικές αρχές, νομοθετικές ή δικαστικές, είναι αρμόδιες να επιλύσουν το πρόβλημα υιοθετώντας τα μέτρα τα οποία θα κρίνουν κατάλληλα και συνίστανται, για παράδειγμα, στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της επίδικης ρυθμίσεως.
117. Φαίνεται ότι στερείται σημασίας στην περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης το επιχείρημα ότι θα ήταν στην πράξη πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να εντοπισθεί η προέλευση ή ο προορισμός των εμπορευμάτων και να περιοριστεί αντιστοίχως η εφαρμογή των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ μόνο στο πλαίσιο των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών, κατ’ αποκλεισμό των εσωτερικών συναλλαγών κράτους μέλους. Μολονότι μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολο να διακριθούν ορισμένα προϊόντα ανάλογα με την προέλευσή τους ή τον προορισμό τους όταν η επίμαχη εθνική ρύθμιση τυγχάνει εφαρμογής αδιακρίτως (αναμφιβόλως λόγω των πρακτικών αυτών δυσκολιών), δύσκολα μπορώ να αντιληφθώ ότι το ίδιο ισχύει όταν ακριβώς προβλέπεται ότι η επίδικη ρύθμιση, όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα που προέρχονται από έδαφος που θεωρείται ότι αποτελεί τμήμα του εδάφους κράτους μέλους και προορίζονται να πωληθούν και να καταναλωθούν σε άλλα τμήματα του εδάφους του ιδίου αυτού κράτους μέλους. Στην παρούσα υπόθεση, πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί το επιχείρημα αυτό (που εκτίθεται στη σκέψη 31 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Lancry κ.λπ.), κατά μείζονα λόγο διότι δεν επαναλήφθηκε στην προπαρατεθείσα απόφαση Carbonati Apuani.
118. Όσον αφορά το τελικό επιχείρημα το οποίο ανάγεται στις απαιτήσεις της τελωνειακής ενώσεως και της εσωτερικής αγοράς και το οποίο παραμένει το κύριο επιχείρημα, δεν αρκεί, κατ’ εμέ, για να δικαιολογήσει την εφαρμογή των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ σε καταστάσεις, όπως αυτές τις οποίες αφορά η επίδικη ρύθμιση, οι οποίες είναι αμιγώς εσωτερικές κράτους μέλους.
119. Είναι αληθές ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Tesauro με τις προτάσεις του στην προαναφερθείσα υπόθεση Lancry κ.λπ., φαίνεται ενδεχομένως παράδοξο ότι, σε μια ενιαία αγορά, απαγορεύονται τα εμπόδια στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ δύο κρατών μελών (για παράδειγμα μεταξύ της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Δανίας), ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη τα εμπόδια στις εμπορικές συναλλαγές στο εσωτερικό ενός και του αυτού κράτους μέλους (για παράδειγμα μεταξύ Νεαπόλεως και νήσου Capri) (69). Πράγματι, εκ πρώτης όψεως, η διαδικασία ενσωματώσεως των κρατών μελών στην Κοινότητα, η οποία καθορίζει την ανάπτυξη της οικοδομήσεως της Ευρώπης, δύσκολα μπορεί να συμβιβασθεί με τη θέσπιση, στο εσωτερικό των κρατών μελών, μέτρων που σκοπούν στην εισαγωγή κατατμήσεως ή κατακερματισμού του ενός ή του άλλου εθνικού εδάφους, στο εσωτερικό των οποίων δεν θα εξασφαλιζόταν η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
120. Eν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως του εύρους του φαινομένου αυτού, νομίζω ότι οι κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, περιλαμβανομένων και αυτών των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ, δεν μπορούν να δημιουργήσουν εμπόδιο συναφώς.
121. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου για να γίνει δεκτό το αντίθετο μου φαίνεται ελάχιστα πειστική και το λιγότερο εύθραυστη.
122. Κατ’ αρχάς, δύσκολα μπορώ να συμμεριστώ την ιδέα ότι, όπως τόνισε το Δικαστήριο με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Lancry κ.λπ. (σκέψη 29) και Carbonati Apuani (σκέψη 22), η ίδια η αρχή της τελωνειακής ενώσεως, όπως απορρέει από το άρθρο 23 EΚ, απαιτεί να εξασφαλίζεται κατά γενικό τρόπο η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων όχι μόνο στο πλαίσιο του διακρατικού εμπορίου αλλά και ευρύτερα στο σύνολο της τελωνειακής ενώσεως.
123. Πράγματι, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας Poiares Maduro με τις προτάσεις του στην προπαρατεθείσα υπόθεση Carbonati Apuani (70), «[τ]ο άρθρο 23 EΚ συνιστά έκφραση της βουλήσεως των κρατών που ίδρυσαν την Κοινότητα να περιορίσουν εφεξής την άσκηση των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών στον τομέα των δασμών», είτε στο πλαίσιο των αμοιβαίων σχέσεών τους ή στο πλαίσιο των σχέσεών τους με τις τρίτες χώρες, λαμβανομένης υπόψη της θεσπίσεως του Κοινού Δασμολογίου.
124. Η βούληση αυτή εκφράστηκε, όσον αφορά την εσωτερική πτυχή της τελωνειακής ενώσεως, με την απαγόρευση των δασμών και των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου προς εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς αποτελέσματος. Όπως διευκρίνισε σχετικά νωρίς το Δικαστήριο, «η δικαιολογία [της απαγορεύσεως αυτής] έγκειται στο εμπόδιο που συνιστούν οι οικονομικές επιβαρύνσεις, έστω και ελάχιστες, που εφαρμόζονται λόγω της διελεύσεως των συνόρων, για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων» (71). Πάντως, με τη χρήση της φράσεως «διέλευση των συνόρων», το Δικαστήριο δεν εννοούσε κάτι διαφορετικό από τη διέλευση των διακρατικών συνόρων, είτε αυτά βρίσκονται στα όρια του εθνικού εδάφους ή στα όρια τμήματος αυτού.
125. Πράγματι, η τελωνειακή δραστηριότητα εντάσσεται εξ ορισμού στο πλαίσιο αυτό, οπότε ο περιορισμός της αρμοδιότητας των κρατών μελών που προβλέπεται στο άρθρο 23 EΚ στον τομέα αυτόν, προκειμένου να θεσπιστεί η τελωνειακή ένωση, ορίζεται κατ’ ανάγκη και αποκλειστικά σε σχέση με τη διέλευση διακρατικού συνόρου. Προσθέτω ότι η ανάλυση αυτή είναι η μόνη που συνάδει προς το γράμμα των άρθρων 3, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, EΚ, 23 EΚ και 25 EΚ. Η ανάλυση αυτή είναι επίσης η μόνη που συνάδει προς τις πολυάριθμες νομολογιακές αναπτύξεις οι οποίες, όπως είδαμε, περιόρισαν την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μόνο στις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, κατ’ αποκλεισμό των εσωτερικών συναλλαγών σε ένα και το αυτό κράτος μέλος.
126. Νομίζω ότι οι αναλύσεις στην προπαρατεθείσα απόφαση Carbonati Apuani, σε σχέση με το γράμμα του άρθρου 14, παράγραφος 2, EΚ, δεν μπορούν να άρουν το εύθραυστο της συλλογιστικής που υιοθέτησε το Δικαστήριο, ήδη από την προπαρατεθείσα απόφαση Lancry κ.λπ., ως προς τις επιταγές της τελωνειακής ενώσεως.
127. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο αυτό, το οποίο προστέθηκε στη Συνθήκη με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, ορίζει την εσωτερική αγορά ως «ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Συνθήκης» (72).
128. Είναι αληθές ότι, εκ πρώτης όψεως, η διατύπωση αυτή μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς επιβάλλει πρόσθετες απαιτήσεις προς αυτές που καθόρισαν τη δημιουργία της κοινής αγοράς, στο μέτρο που η εγκαθίδρυση εσωτερικής αγοράς συνεπάγεται πρόοδο της διαδικασίας ενσωματώσεως των κρατών μελών στην Κοινότητα (73).
129. Πάντως, ορίζοντας την εσωτερική αγορά ως «ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα», οι συντάκτες της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως δεν είχαν την πρόθεση να θέσουν εν αμφιβόλω το πλαίσιο που είχε σαφώς τεθεί με τη Συνθήκη ΕΟΚ για την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων και που είχε ήδη εντοπισθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου (74).
130. Πράγματι, επιβάλλεται να τονισθεί ότι το άρθρο 14, παράγραφος 2, EΚ παραπέμπει ρητώς, για την εφαρμογή των θεμελιωδών ελευθεριών που εξασφαλίζει η Συνθήκη, στις διατάξεις της. Η διευκρίνιση αυτή, που προστέθηκε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως, ικανοποιεί τη μέριμνα να μη διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας όχι μόνον όσον αφορά τα πρόσωπα, αλλά και όσον αφορά τα εμπορεύματα, τις υπηρεσίες και τα κεφάλαια (75).
131. Πάντως, όπως ανέφερα, προκειμένου για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, EΚ καθώς και των άρθρων 23 EΚ, 25 EΚ, 28 EΚ και 29 EΚ αφορά μόνον τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, κατ’ αποκλεισμό του εσωτερικού εμπορίου ενός και μόνον κράτους μέλους. Καταλήγω ότι το άρθρο 14, παράγραφος 2, EΚ δεν μπορεί να διευρύνει το πεδίο εδαφικής εφαρμογής των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ στο αμιγώς εσωτερικό εμπόριο κράτους μέλους.
132. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο για την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, EΚ. Πράγματι, το άρθρο αυτό προβλέπει ότι «[…] η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και με το χρονοδιάγραμμα που προβλέπει η παρούσα Συνθήκη […] μια εσωτερική αγορά την οποία θα χαρακτηρίζει η εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων μεταξύ των κρατών μελών» (76).
133. Ο εν λόγω ορισμός της εσωτερικής αγοράς, ο οποίος προϋφίστατο της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως, δεν τροποποιήθηκε με αυτήν προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με τον ορισμό τον οποίο η Πράξη αυτή ενσωμάτωσε στη Συνθήκη. Η έννοια της «εσωτερικής αγοράς» κατά το άρθρο 14, παράγραφος 2, EΚ δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να είναι ριζικά διαφορετική από αυτήν που περιέχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, EΚ.
134. Επομένως, η φράση «χώρος χωρίς εσωτερικά σύνορα» του άρθρου 14, παράγραφος 2, EΚ δεν σημαίνει κάτι διαφορετικό από ένα χώρο εντός του οποίου απαγορεύονται τα εμπόδια στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Έτσι, ως «εσωτερικά σύνορα» πρέπει να νοηθούν «διακρατικά σύνορα» (στο πλαίσιο συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών, στο εσωτερικό της Κοινότητας) (77), κατ’ αποκλεισμό ενδοκρατικών συνόρων (στο πλαίσιο συναλλαγών στο εσωτερικό ενός και του αυτού κράτους μέλους) και σε αντιδιαστολή προς τα εξωτερικά σύνορα (στο πλαίσιο συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών και των τρίτων κρατών) (78).
135. Στην πραγματικότητα, ορίζοντας την εσωτερική αγορά ως ένα «χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα», οι συντάκτες της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως επιχείρησαν πρωτίστως να δώσουν νέα ώθηση στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, οπότε η συμβολή της φράσεως αυτής είναι μάλλον πολιτικού παρά νομικού χαρακτήρα. Αυτό ακριβώς προκύπτει από την ανάγνωση της Λευκής Βίβλου για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, την οποία συνέταξε η Επιτροπή ενόψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Μιλάνου της 28ης και της 29ης Ιουνίου 1985 και είχε καθοριστικής σημασίας επιρροή καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως (79).
136. Πράγματι, στο έγγραφο αυτό καταγράφηκε μια μεγάλη σειρά μέτρων προοριζομένων να δώσουν ώθηση στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως προβαίνοντας στην κατάργηση κάθε είδους «συνόρων», είτε αυτά είναι «φυσικά», «τεχνικά» ή «τελωνειακά».
137. Προκειμένου για τα φυσικά σύνορα, μελετήθηκε η κατάργηση, για τα εμπορεύματα και τα πρόσωπα, των ελέγχων στα καλούμενα «εσωτερικά» σύνορα, δηλαδή στους τελωνειακούς σταθμούς που βρίσκονταν στα σύνορα μεταξύ πλειόνων κρατών μελών (80). Κανένα στοιχείο στην προαναφερθείσα Λευκή Βίβλο δεν δημιουργεί την εντύπωση ότι η εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς επιβάλλει και την κατάργηση των ενδεχομένων δασμολογικών εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο εσωτερικό εκάστου κράτους μέλους.
138. Όσον αφορά τις άλλες κατηγορίες εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, που χαρακτηρίζονταν με τον όρο των «τεχνικών και τελωνειακών συνόρων», είχε προβλεφθεί ο περιορισμός τους κατά αισθητό τρόπο χάρη σε ένα τεράστιο πρόγραμμα εναρμονίσεως ή προσεγγίσεως των εθνικών νομοθεσιών, των οποίων η πραγματοποίηση, με καταληκτική ημερομηνία την 31η Δεκεμβρίου 1992, έπρεπε να διευκολυνθεί, εκτός από ορισμένους τομείς, με την απλούστευση της διαδικασίας θεσπίσεως των οικείων κοινοτικών μέτρων. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό, η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη ενσωμάτωσε στη Συνθήκη ΕΟΚ το άρθρο 100 A (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 EΚ), προκειμένου να πραγματοποιηθεί, όπως διευκρινίζει η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου, η εγκαθίδρυση και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, σύμφωνα με τους στόχους που διατυπώνονται στο άρθρο 8 A της Συνθήκης EΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 14 EΚ).
139. Μολονότι η Ενιαία Πράξη δημιούργησε στενό δεσμό μεταξύ, αφενός, της πραγματοποιήσεως της εσωτερικής αγοράς και, αφετέρου, της θεσπίσεως μέτρων εναρμονίσεως ή προσεγγίσεως των εθνικών νομοθεσιών, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, υπό την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 2, EΚ, υποδηλώνει ότι οι κανόνες της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κατέστησαν εφαρμοστέοι σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις κράτους μέλους.
140. Πράγματι, καίτοι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «η επίκληση του άρθρου 100 A της Συνθήκης ως νομικής βάσεως δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ουσιαστικής σχέσεως με την ελεύθερη κυκλοφορία μεταξύ κρατών μελών σε καθεμία από τις καταστάσεις τις οποίες αφορά η στηριζόμενη σε μια τέτοια νομική βάση πράξη» (81), οπότε η πράξη αυτή μπορεί να εφαρμοστεί σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις κράτους μέλους, δεν μπορεί να ισχύσει το ίδιο για την εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης όπως αυτών που περιλαμβάνουν τα άρθρα 23 EΚ και 25 EΚ. Πράγματι, μολονότι οι κανόνες της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων συμβάλλουν ουσιωδώς στην ενσωμάτωση των κρατών μελών στην Κοινότητα, τα μέτρα εναρμονίσεως ή προσεγγίσεως των εθνικών νομοθεσιών συμβάλλουν ακόμη περισσότερο, οπότε η θέσπισή τους συνιστά γενικώς αποφασιστικής σημασίας σταθμό στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως.
141. Από το σύνολο των αναλύσεων αυτών προκύπτει ότι, κατ’ εμέ, είναι ουσιώδες να μην εφαρμοστεί η προπαρατεθείσα νομολογία Lancry κ.λπ., Σιμιτζή και Carbonati Apuani στις καταστάσεις που αφορά η επίδικη ρύθμιση και, κατά συνέπεια, να αποκλεισθεί η εφαρμογή των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ σε τέτοιες καταστάσεις, οι οποίες, το υπενθυμίζω, είναι όλες αμιγώς εσωτερικές ενός και του αυτού κράτους μέλους.
142. Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται όσον αφορά το άρθρο 29 EΚ. Σε αντιδιαστολή προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής (82), νομίζω ότι η εν λόγω νομολογία Lancry κ.λπ. καθώς και Σιμιτζή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στον τομέα των μη τελωνειακών εμποδίων στις εμπορευματικές συναλλαγές. Η εφαρμογή αυτή θα στηριζόταν σε επιχειρήματα εξίσου ανεπαρκή με αυτά τα οποία οδήγησαν το Δικαστήριο να δεχθεί την εφαρμογή των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ σε καταστάσεις αμιγώς εσωτερικές κράτους μέλους.
143. Βεβαίως, η σκέψη 23 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Carbonati Apuani (83) μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε εμμέσως ότι το σύνολο των κανόνων της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μπορεί να εφαρμοσθεί σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις κράτους μέλους (84).
144. Πάντως, δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι πρέπει να συναχθεί τόσο γενικό συμπέρασμα. Νομίζω ότι απόφαση Carbonati Apuani επιβεβαιώνει απλώς την προπαρατατεθείσα νομολογία Legros κ.λπ., Lancry κ.λπ., καθώς και Σιμιτζή, όσον αφορά μόνον τα τελωνειακά εμπόδια στις εμπορευματικές συναλλαγές. Δυσκολεύομαι να δεχθώ ότι, με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο είχε την πρόθεση να θέσει σε αμφισβήτηση την παραδοσιακή νομολογία του στον τομέα των μη τελωνειακών εμποδίων στις εμπορευματικές συναλλαγές, δηλαδή σε τομέα διαφορετικόν από εκείνον που συνδέεται με τη διαφορά της κύριας δίκης στην οικεία υπόθεση. Θεωρώ πολύ δυσκολότερο να αποδοθεί στην εν λόγω απόφαση ευρύτερη σημασία από αυτήν που συνδέεται άμεσα με την εν λόγω διαφορά, καθόσον θα μπορούσε εν ανάγκη να συναχθεί ότι το σύνολο των κανόνων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας (είτε πρόκειται για τα εμπορεύματα είτε για τα πρόσωπα, τις υπηρεσίες και τα κεφάλαια) θα ήταν εφαρμοστέο σε εθνικές ρυθμίσεις που συνδέονται αποκλειστικά με αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις κράτους μέλους. Είναι πολύ πιθανόν ότι, με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο δεν είχε την πρόθεση να προβεί σε τόσο γενική μεταστροφή της νομολογίας του (85).
145. Καταλήγω ότι ούτε τα άρθρα 23 EΚ και 25 EΚ ούτε το άρθρο 29 EΚ μπορούν να εφαρμοστούν στις καταστάσεις που αφορά η επίδικη ρύθμιση.
146. Κατά συνέπεια, στα υποβληθέντα εν προκειμένω προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, μολονότι οι κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων έχουν εφαρμογή στη νήσο Jersey για το ενδοκοινοτικό εμπόριο γεωργικών προϊόντων όπως η πατάτα, ούτε τα άρθρα 23 EΚ και 25 EΚ ούτε το άρθρο 29 EΚ μπορούν να εφαρμοστούν σε καταστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, οι οποίες αφορούν αποκλειστικά τη διάθεση των εν λόγω προϊόντων μεταξύ, αφενός, της νήσου Jersey και, αφετέρου, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Bailiwick of Guernesey ή της νήσου Μαν, εφόσον τα εδάφη αυτά πρέπει να θεωρηθούν ως τμήμα ενός και του αυτού κράτους μέλους.
V – Πρόταση
147. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των σκέψεων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Royal Court of Jersey ως εξής:
«Μολονότι οι κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων έχουν εφαρμογή στη νήσο Jersey για το ενδοκοινοτικό εμπόριο γεωργικών προϊόντων όπως η πατάτα, ούτε τα άρθρα 23 EΚ και 25 EΚ ούτε το άρθρο 29 EΚ μπορούν να εφαρμοστούν σε καταστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, οι οποίες αφορούν αποκλειστικά τη διάθεση των εν λόγω προϊόντων μεταξύ, αφενός, της νήσου Jersey και, αφετέρου, του Ηνωμένου Βασιλείου, της bailiwick of Guernesey ή της νήσου Μαν, εφόσον τα εδάφη αυτά πρέπει να θεωρηθούν ως τμήμα ενός και του αυτού κράτους μέλους.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Η νήσος Jersey βρίσκεται στον κόλπο του Mont-Saint-Michel, σε απόσταση 22 χιλιομέτρων από τις γαλλικές ακτές και 161 χιλιομέτρων από τις βρετανικές ακτές. Έχει επιφάνεια 116 km² και 96 000 κατοίκους. Η νήσος αποτελεί τμήμα της Bailiwick [εδαφική υποδιαίρεση υπό καθεστώς ημιαυτονομίας] της νήσου Jersey η οποία περιλαμβάνει και τις ακατοίκητες νησίδες Minquiers και Écréhou. Η Bailiwick της νήσου Jersey συνιστά τη μία από τις δύο Bailiwicks των αγγλονορμανδικών νήσων, οι οποίες, όπως υποδηλώνει το όνομά τους, ανήκαν άλλοτε στο Δουκάτο της Νορμανδίας. Η άλλη Bailiwick είναι αυτή του Guernesey. Περιλαμβάνει την ομώνυμη νήσο, καθώς και τις νήσους Aurigny, Sercq και Herm. Η νήσος Jersey είναι η μεγαλύτερη του αρχιπελάγους των αγγλονορμανδικών νήσων.
3 – C-171/96, Συλλογή 1998, σ. I-4607.
4 – Σε αντιδιαστολή προς τις αγγλονορμανδικές νήσους, η νήσος Mαν βρίσκεται πλησιέστερα στο Ηνωμένο Βασίλειο απ’ ό,τι στη Γαλλία. Κείμενη στη θάλασσα της Ιρλανδίας, η νήσος Μαν βρίσκεται σε ίση περίπου απόσταση από την Αγγλία, την Ουαλλία, τη Σκωτία, τη Βόρεια Ιρλανδία και την Ιρλανδία.
5 – ΕΕ 1972, L 73, σ. 164 (στο εξής: πρωτόκολλο αριθ. 3. Το ελληνικό κείμενο περιέχεται στον τόμο τεκμηριώσεως Πράξεις περί προσχωρήσεως στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες).
6 – ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 78.
7 – Το παράρτημα II της Συνθήκης EΟΚ (νυν παράρτημα I EΚ) αφορά, μεταξύ άλλων, τους κονδύλους. Αυτή όμως είναι ακριβώς η περίπτωση της πατάτας, οπότε αυτή συνιστά γεωργικό προϊόν που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 706/73.
8 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967, περί του κοινού καθεστώτος συναλλαγών για την ωοαλβουμίνη και τη γαλακταλβουμίνη και για την κατάργηση του κανονισμού 48/67/CEE (JO 1967, 130, σ. 2596).
9 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί καθορισμού του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται σε ορισμένα εμπορεύματα που προκύπτουν από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 148).
10 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1986 (ΕΕ L 107, σ. 1).
11 – Στο εξής: States.
12 – Στο εξής: επίδικη ρύθμιση.
13 – Από τη σκέψη 6 της αποφάσεως περί παραπομπής προκύπτει ότι η ετήσια παραγωγή της εν λόγω ποικιλίας πατάτας (στο εξής: πατάτα του Jersey) ανέρχεται περίπου σε 35 000 έως 40 000 τόνους. Eμπλέκει περίπου 80 παραγωγούς. Το σύνολο σχεδόν της παραγωγής πωλείται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η δραστηριότητα αυτή αντιπροσωπεύει το 68 % του κύκλου εργασιών που πραγματοποιείται στη νήσο Jersey στον γεωργικό τομέα.
14 – Βλ. σκέψεις 7 και 8 της αποφάσεως περί παραπομπής.
15 – Στο εξής: Οργανισμός.
16 – Η συμφωνία αυτή θα πρέπει, προφανώς, να περιλαμβάνει διάφορα στοιχεία όπως την οριοθέτηση των επιφανειών που είναι αφιερωμένες στην καλλιέργεια της πατάτας που προορίζεται για «εξαγωγή», τις προδιαγραφές ποιότητας ή τα κριτήρια ορθής διαχειρίσεως, την ταυτότητα των προσώπων που έλαβαν εξουσιοδότηση από τον Οργανισμό και στα οποία ο παραγωγός μπορεί να παραδώσει τα προϊόντα της συγκομιδής του (βλ. σημείο 18 των γραπτών παρατηρήσεων της αιτούσας της διαφοράς της κύριας δίκης).
17 – Η συμφωνία αυτή θα πρέπει, προφανώς, να περιλαμβάνει πλείονες ενδείξεις που διευκρινίζουν, μεταξύ άλλων, την ταυτότητα των παραγωγών που έχουν λάβει εξουσιοδότηση από τον Οργανισμό και από τους οποίους ο οικείος Οργανισμός μπορεί να εφοδιάζεται, τις προδιαγραφές ποιότητας που πρέπει να επιτευχθούν, τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν ως προς την εξαγωγή ή τη διαχείριση των πλεοναζουσών ποσοτήτων πατάτας σε σχέση με τις πραγματικές ή εκτιμώμενες απαιτήσεις της αγοράς, κάθε διαφήμιση ή προώθηση που ο Οργανισμός ή ο οικείος οργανισμός θα πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή καθώς και μια σειρά δεδομένων που σκοπούν στη διασφάλιση της διαφάνειας των εμπορικών συναλλαγών (κόστος των υπηρεσιών που τιμολογούνται από τον εν λόγω οργανισμό, τιμές που χρεώνονται στους αγοραστές, μετακύλιση στους παραγωγούς της τιμής που καταβάλλουν οι αγοραστές, ύπαρξη παραγόντων που μπορούν να οδηγήσουν τον οργανισμό να καταλήξει επί οποιασδήποτε άλλης βάσεως εκτός της τιμής της αγοράς, εκπτώσεις ή κυρώσεις που συνδέονται με την απόδοση και εφαρμόζονται στον οικείο οργανισμό) [βλ. σημείο 25 των γραπτών παρατηρήσεων της αιτούσας της διαφοράς της κύριας δίκης, καθώς και σημείο 9, στοιχείο c΄, των παρατηρήσεων των καθών της κυρίας δίκης].
18 – Οι δαπάνες στις οποίες ενδέχεται να εκτεθεί ο Οργανισμός μπορούν να προκύπτουν από τις διάφορες δραστηριότητες που του έχουν ανατεθεί με την επίδικη ρύθμιση, όπως η διάθεση στο εμπόριο, η μεταποίηση, η διαχείριση ή η μεταφορά πατάτας, καθώς και η προώθηση ή η ανάπτυξη της έρευνας και της εκπαιδεύσεως στον τομέα της παραγωγής και της διαθέσεως των εμπορευμάτων αυτών. Για μια συνοπτική παρουσίαση των διαφόρων αυτών δραστηριοτήτων του Οργανισμού, βλ. σημείο 27 των γραπτών παρατηρήσεων της αιτούσας της διαφοράς της κύριας δίκης.
19 – Στο εξής: JPMO.
20 – Στο εξής: TOP.
21 – Στο εξής: Fairview.
22 – Η Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών, της 23ης Μαΐου 1969 (η οποία κωδικοποιεί πρακτικές που ακολουθούνται ευρέως και είναι κοινώς παραδεδεγμένες ως κληρονομία του διεθνούς εθίμου), διευκρινίζει στο άρθρο 29 ότι, «[ε]κτός αν προκύπτει από τη συνθήκη ή αποδεικνύεται άλλως διαφορετική πρόθεση, η συνθήκη δεσμεύει έκαστο των μερών όσον αφορά το σύνολο του εδάφους του» (RecueildestraitésdesNationsunies, τόμος 788, σ. 354).
23 – Βλ. RoyalCommissionontheConstitution 1969-73 (rapport), τόμος I, University of London Library, Senate House, Londres, 1973, σημείο 1347 (παρατεθείσα στο σημείο 3 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα La Pergola στην προπαρατεθείσα υπόθεση Pereira Roque, καθώς και στο σημείο 4 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs, σε σχέση με τη νήσο Mαν, στην υπόθεση Barr και Montrose Holdings, που κατέληξε στην απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991, C-355/89, Συλλογή 1991, σ. I-3479).
24 – Βλ. συναφώς τις αναλύσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola στις προτάσεις που ανέπτυξε στην προπαρατεθείσα υπόθεση Pereira Roque (υποσημείωση 7), καθώς και, κατ’αναλογία, αυτές του γενικού εισαγγελέα Jacobs όσον αφορά τη νήσο Μαν στις προτάσεις του στην προπαρατεθείσα υπόθεση Barr και Montrose Holdings (σημεία 4 έως 8).
25 – Με την προπαρατεθείσα απόφαση Pereira Roque (σκέψη 11), το Δικαστήριο τόνισε ότι από την απόφαση περί παραπομπής προέκυπτε ότι «η Jersey είναι μια ημιαυτόνομη εδαφική υποδιαίρεση εξαρτώμενη από το Βρετανικό Στέμμα το οποίο, στην Jersey, εκπροσωπείται από τον Lieutenant Governor» και ότι «[η] Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι υπεύθυνη, για λογαριασμό του Στέμματος, για την άμυνα και τις διεθνείς σχέσεις».
26 – Βλ. Horner, S. A., «The isle of Man and the Channel Islands – A Study of Their Status under Constitutional, International and European Law», European University Institute Working Papers, n° 98, San Domenico, 1984, σ. 70, 71 και 96 έως 102. Βλ. επίσης, σε σχέση με τη νήσο Μαν, σημείο 9 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην προπαρατεθείσα υπόθεση Barr και Montrose Holdings.
27 – Είναι γενικώς δεκτό ότι ο ειδικός χαρακτήρας του καθεστώτος που επιφυλάσσεται στις αγγλονορμανδικές νήσους και στη νήσο Mαν εξηγείται από τις πρωτότυπες συνταγματικές σχέσεις τους με το Ηνωμένο Βασίλειο, από τους οικονομικούς δεσμούς που τις συνδέουν με το εν λόγω κράτος μέλος καθώς και από τη γεωγραφική τους θέση και το μικρό μέγεθός τους. Βλ., συναφώς, Dewost, J.-L. e.a., Le droit de la Communauté économique européenne– Dispositions générales et finales, τόμος 15, Université de Bruxelles, 1987, σ. 490.
28 – Βλ. το άρθρο 26, παράγραφος 3, το οποίο συμπλήρωσε το άρθρο 227 της Συνθήκης ΕΟΚ με την παράγραφο 5 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 299, παράγραφος 6, EΚ) (ΕΕ 1972, L 73, σ. 14, στο εξής: πράξη σχετικά με τους όρους προσχωρήσεως).
29 – Bλ. άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 3, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Barr και Montrose Holdings (σκέψη 16) καθώς και Pereira Roque (σκέψεις 34 και 47).
30 – Άλλωστε, ο κανονισμός (EΟΚ) 2151/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, σχετικά με το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (ΕΕ L 197, σ. 1), διευκρινίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ότι οι αγγλονορμανδικές νήσοι αποτελούν τμήμα του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Η διευκρίνιση αυτή επιβεβαιώνει το γεγονός ότι, δυνάμει του πρωτοκόλλου αριθ. 3, οι νήσοι αυτές υποχρεούνται να τηρούν τα άρθρα 23 EΚ και 25 EΚ.
31 – Ο τομέας της πατάτας συνιστά έναν από τους σπάνιους γεωργικούς τομείς που δεν καλύπτεται ακόμη από κοινή οργάνωση αγοράς. Πρόταση κανονισμού προς την κατεύθυνση αυτή υποβλήθηκε στις 25 Νoεμβρίου 1992 (ΕΕ C 333, σ. 19). Εν τούτοις, η πρόταση αυτή δεν κατέληξε ποτέ σε νομικά δεσμευτικό κείμενο. Συναφώς, βλ. τις απαντήσεις της Επιτροπής στις κοινοβουλευτικές ερωτήσεις 1827/97 (ΕΕ 1998, C 21, σ. 101) και P-849/03 (ΕΕ C 192 E, σ. 221).
32 – Η υπογράμμιση είναι δική μου.
33 – Η εντύπωση αυτή συνάγεται περισσότερο από το γερμανικό και το ολλανδικό κείμενο του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτη φράση, του πρωτοκόλλου αριθ. 3 παρά από τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις των ιδίων διατάξεων. Πράγματι, στο γερμανικό και στο ολλανδικό κείμενο, τα τμήματα της φράσεως «για τα γεωργικά προϊόντα και τα προερχόμενα από τη μεταποίησή τους προϊόντα» και «τα οποία υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς συναλλαγών» φέρουν κόμμα, οπότε το τελευταίο αυτό τμήμα της φράσεως αναφέρεται, προφανώς, τόσο στα γεωργικά προϊόντα όσο και στα προϊόντα που προέρχονται από τη μεταποίησή τους, και όχι μόνον στα προϊόντα που προέρχονται από τη μεταποίησή τους. Στα γερμανικά, οι διατάξεις αυτές αρχίζουν ως εξής: «Bei landwirtschaftlichen Erzeugnissen und landwirtschaftlichen Verarbeitungserzeugnissen, die unter eine besondere Handelsregelung fallen […]». Στα ολλανδικά, η διατύπωση επανέρχεται στο «Voor landbouwprodukten en voor door verwerking daarvan verkregen produkten, waarvoor een speziale regeling van het handelsverkeer bestaat […]».
34 – Ως προς τα εμπορεύματα του γεωργικού τομέα που δεν εμπίπτουν στο παράρτημα αυτό, δεν υπόκεινται στην κοινοτική ρύθμιση σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων παρά μόνον εάν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών 170/67 ή 1059/69.
35 – Βλ. υποσημείωση 7.
36 – Από το άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του πρωτοκόλλου αριθ. 3 καθώς και από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 706/73 προκύπτει ότι οι εισφορές και τα άλλα μέτρα κατά την εισαγωγή είναι οι μόνοι μηχανισμοί της εξωτερικής πτυχής της κοινής γεωργικής πολιτικής που έχουν εφαρμογή στη νήσο Jersey, αποκλειομένων των άλλων μηχανισμών όπως οι επιστροφές ή τα εξισωτικά ποσά κατά την εξαγωγή. Ως προς τον «σκληρό πυρήνα» της κοινής γεωργικής πολιτικής που συνιστούν η ρύθμιση των τιμών και η διαρθρωτική πολιτική, φαίνεται επίσης ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην εν λόγω νήσο. Βλ., υπό την έννοια αυτή, Dewost, J.-L. κ.λπ., όπ.π., σ. 490.
37 – Το άρθρο 32, παράγραφος 4, EΚ θέτει την αρχή ότι «[η] λειτουργία και η ανάπτυξη της κοινής αγοράς για τα γεωργικά προϊόντα πρέπει να συνοδεύονται από τη θέσπιση κοινής γεωργικής πολιτικής». Από αυτό συνάγεται ότι η εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων συνδέεται γενικά με την εφαρμογή μέτρων που θεσπίζονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής. Eν πάση περιπτώσει, ο σύνδεσμος αυτός δεν είναι απόλυτος. Πράγματι, στην απόφαση της 29ης Μαρτίου 1979, 231/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 809, σκέψη 14), το Δικαστήριο έκρινε ότι «η διατήρηση των προβαλλομένων ελλείψεων στη θέσπιση της κοινής γεωργικής πολιτικής [δηλαδή η έλλειψη κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της πατάτας] δεν μπορεί [κατά την εκπνοή της μεταβατικής περιόδου] να εμποδίζει την εφαρμογή των κανόνων που προβλέπονται για τη θέσπιση της κοινής αγοράς και, ειδικότερα, την απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών». Βλ., επίσης, υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 25ης Σεπτεμβρίου 1979, 232/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 323, σκέψη 8), και της 11ης Ιουνίου 1985, 288/83, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1985, σ. 1761, σκέψη 23).
38 – Στην προπαρατεθείσα απόφαση Pereira Roque, σχετικά με την κατάσταση του Jersey στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, το Δικαστήριο φρόντισε να αναφέρει στη σκέψη 42 ότι «[τ]α λοιπά στοιχεία του καθεστώτος των αγγλονορμανδικών νήσων [ειδικότερα στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων] επιτρέπουν να θεωρηθούν οι σχέσεις μεταξύ των νήσων αυτών και του Ηνωμένου Βασιλείου παρόμοιες προς αυτές που υφίστανται μεταξύ δύο κρατών μελών».
39 – Κατά την JPMO, από τη φράση «είτε απευθείας είτε διαμέσου άλλου τόπου» προκύπτει ότι η επίδικη ρύθμιση έχει επίσης εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία αποστέλλονται πατάτες από τη νήσο Jersey στη Γαλλία για να υποστούν εκεί μεταποίηση και μεταφέρονται, εν συνεχεία, στο Ηνωμένο Βασίλειο για να πωληθούν και να καταναλωθούν. Η ορθότητα της ερμηνείας αυτής αμφισβητείται από το States. Κατά το States, η επίμαχη φράση αφορά αποκλειστικά τη διαδρομή που θα ακολουθηθεί για την αποστολή της πατάτας εκτός της νήσου. Η φράση αυτή προστέθηκε προκειμένου να αποφευχθεί κάθε διάκριση μεταξύ των εμπορευμάτων που αποστέλλονται απευθείας με «ferry-boat» στο Ηνωμένο Βασίλειο (απευθείας από το λιμάνι του Saint-Hélier στο Jersey στο λιμάνι του Portsmouth στο Ηνωμένο Βασίλειο) και αυτών που αποστέλλονται προς το εν λόγω κράτος μέλος μέσω λιμένων που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη, ειδικότερα στη Γαλλία (από το Saint-Hélier στο Portsmouth μέσω του γαλλικού λιμένα της Caen). Απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου, το States υποστηρίζει ότι η επίδικη ρύθμιση δεν έχει εφαρμογή ούτε στην περίπτωση κατά την οποία η πατάτα πωλείται σε επιχειρηματία εγκατεστημένο στη Γαλλία ή εντός άλλου κράτους μέλους και, στη συνέχεια, πωλείται εκ νέου από αυτόν, χωρίς να έχει υποστεί μεταποιήσεις, ενόψει της καταναλώσεώς της στο Ηνωμένο Βασίλειο.
40 – Βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1986, 296/84, Sinatra (Συλλογή 1986, σ. 1047, σκέψη 11), και της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-341/94, Allain (Συλλογή 1996, σ. I-4631, σκέψη 11).
41 – Βλ. σκέψη 33 της αποφάσεως περί παραπομπής η οποία υιοθετεί την ερμηνεία που υποστηρίζει το States.
42 – Βλ. σκέψη 33 σε συνδυασμό με τη σκέψη 31 της αποφάσεως περί παραπομπής.
43 – Στην περίπτωση κατά την οποία το ύψος της επίδικης εισφοράς υπολογίζεται ανάλογα με την ποσότητα της πατάτας που αποστέλλεται, η εν λόγω εισφορά συνδέεται άμεσα με τη διέλευση εδαφικού συνόρου που χαρακτηρίζεται από ορισμένους ως «ενδοκρατικό σύνορο» (δηλαδή στο πλαίσιο των εσωτερικών συναλλαγών σε ένα και το αυτό κράτος μέλος), οπότε το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής των άρθρων 23 EΚ και 25 EΚ θα ετίθετο οπωσδήποτε. Στην περίπτωση κατά την οποία η βάση του υπολογισμού έγκειται στην επιφάνεια που καλλιεργείται, η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της επίδικης εισφοράς και της διελεύσεως οποιουδήποτε συνόρου δεν θα ήταν εξίσου προφανής, εκτός εάν θεωρηθεί, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι ο σύνδεσμος αυτός προκύπτει από τον σκοπό της εισφοράς που είναι να αντισταθμίσει τις κυριότερες δαπάνες του Οργανισμού, καίτοι οι δαπάνες αυτές δεν αφορούν κατ’ανάγκην τη διάθεση της πατάτας στο Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. υποσημείωση 18). Συναφώς βλ. την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1994, C-130/93, Lamaire (Συλλογή 1994, σ. I-3215), σε σχέση με ετήσια υποχρεωτική εισφορά πλήττουσα την πατάτα που εξάγεται εκτός του Bελγίου και αποσκοπεί στη χρηματοδότηση της δραστηριότητας οργανισμού επιφορτισμένου με την προώθηση της αναπτύξεως των εσωτερικών και εξωτερικών αγορών των γεωργικών και οπωροκηπευτικών προϊόντων, καθώς και των προϊόντων αλιείας. Το ύψος της εισφοράς αυτής υπολογιζόταν βάσει του βάρους των εξαγομένων γεωμήλων, οπότε ήταν αδιαμφισβήτητο ότι το μέτρο αυτό έπληττε τα εμπορεύματα λόγω της διελεύσεως διακρατικού συνόρου (στο πλαίσιο συναλλαγών μεταξύ πλειόνων κρατών μελών).
44 – Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, EΚ προβλέπει ότι η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει «την απαγόρευση, μεταξύτωνκρατώνμελών, των δασμών και των ποσοτικών περιορισμών κατά την εισαγωγή και την εξαγωγή εμπορευμάτων, καθώς και όλων των άλλων μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος». Το άρθρο 23, παράγραφος 1, EΚ προσθέτει ότι η τελωνειακή ένωση στην οποία στηρίζεται η Κοινότητα «περιλαμβάνει την απαγόρευση των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών και όλων των φορολογικών επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος, μεταξύ των κρατών μελών […]». Ως ηχώ των διατάξεων αυτών, το άρθρο 25 EΚ αναφέρει ότι «[ο]ι εισαγωγικοί και εξαγωγικοί δασμοί ή φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών». Υπό την ίδια έννοια, το άρθρο 28 EΚ θέτει την αρχή ότι «[ο]ι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών». Η εν λόγω αναφορά στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών απαντά με τους ίδιους όρους στο άρθρο 29 EΚ όσον αφορά τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος (η υπογράμμιση είναι δική μου).
45 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1980, 152/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 509)· της 14ης Δεκεμβρίου 1982, 314/81 έως 316/81 και 83/82, Waterkeyn κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 4337), σε σχέση με γαλλική νομοθεσία που περιόριζε τη διαφήμιση των αλκοολούχων ποτών, είτε αυτά παράγονται στη Γαλλία είτε εισάγονται από άλλα κράτη μέλη· της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 286/81, Oosthoek’s Uitgeversmaatschappij (Συλλογή 1982, σ. 4575), σε σχέση με ολλανδική ρύθμιση που περιόριζε τη χρήση ορισμένων μορφών προωθήσεως των πωλήσεων για τις εγκυκλοπαίδειες είτε αυτές είχαν κατασκευασθεί και διατεθεί στο εμπόριο στις Κάτω Χώρες είτε είχαν παραχθεί εντός του εν λόγω κράτους μέλους και εξαχθεί σε άλλα κράτη μέλη είτε είχαν παραχθεί εντός άλλων κρατών μελών και εισαχθεί εντός του εν λόγω κράτους μέλους· της 14ης Ιουλίου 1988, 407/85, 3 Glocken και Kritzinger (Συλλογή 1988, σ. 4233), σχετικά με ιταλική νομοθεσία που απαγόρευε την πώληση ζυμαρικών παρασκευαζομένων από μίγμα μαλακού σίτου ή από μίγμα μαλακού σίτου και σκληρού σίτου, είτε τα ζυμαρικά αυτά παράγονται στην Ιταλία είτε εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, και της 14ης Ιουλίου 1988, 298/87, Smanor (Συλλογή 1988, σ. 4489), όσον αφορά γαλλική κανονιστική ρύθμιση με την οποία απαγορευόταν η διάθεση στο εμπόριο ορισμένων προϊόντων με την ονομασία «υπερκατεψυγμένη γιαούρτη», είτε αυτά παρασκευάζονταν εντός του εν λόγω κράτους μέλους είτε εισάγονταν από άλλο κράτος μέλος.
46 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Waterkeyn κ.λπ. (σκέψεις 11 και 12), Oosthoek’s Uitgeversmaatschappij (σκέψη 9)· 3 Glocken και Kritzinger (σκέψεις 11, 25 και 28), και Smanor (σκέψεις 7 και 8).
47 – Βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980, Επιτροπή κατά Γαλλίας, προπαρατεθείσα (σκέψεις 11 έως 14).
48 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-1/90 και C-176/90, Aragonesa de Publicidad Exterior και Publivía (Συλλογή 1991, σ. I-4151, σκέψεις 11 και 24), όσον αφορά ρύθμιση της Αυτόνομης Κοινότητας της Καταλωνίας που απαγόρευε στο εν λόγω τμήμα του ισπανικού εδάφους τη διαφήμιση υπέρ των ποτών που έχουν ορισμένη περιεκτικότητα σε οινόπνευμα, είτε αυτά παράγονται σε άλλα τμήματα του εθνικού εδάφους είτε εισάγονται από άλλα κράτη μέλη· της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C-277/91, C-318/91 και C-319/91, Ligur Carni κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-6621, σκέψεις 36 έως 38), σε σχέση με νόμο της περιφέρειας της Λιγυρίας που υπέβαλλε την εισαγωγή νωπού κρέατος (ανεξαρτήτως της προελεύσεώς του), στο εν λόγω τμήμα του ιταλικού εδάφους, σε υγειονομικούς ελέγχους στην κοινότητα διαμετακομίσεως ή προορισμού των εμπορευμάτων και επέβαλλε συνακολούθως στους οικείους επιχειρηματίες την καταβολή τέλους, και της 3ης Δεκεμβρίου 1998, C-67/97, Bluhme (Συλλογή 1998, σ. I-8033, σκέψεις 19, 20 και 22), σε σχέση με δανική ρύθμιση που απαγόρευε την κατοχή ορισμένων ειδών μελισσών (ανεξαρτήτως της προελεύσεώς τους) στη νήσο Læsø και στις πέριξ νήσους που αποτελούν τμήμα του δανικού εδάφους.
49 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, ως συνέχεια της εν λόγω νομολογίας, σημεία 19 και 27 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην υπόθεση που κατέληξε στην απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-363/93, C-407/93 έως C-411/9, Lancry κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-3957). Κατά τον γενικό εισαγγελέα, «είναι […] αδιάφορο για τους σκοπούς του συμβιβαστού με τα άρθρα 9 επ. της Συνθήκης [νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 23 επ. EΚ], αν η επιβάρυνση πλήττει τα εισαγόμενα προϊόντα κατά τον χρόνο εισαγωγής τους στο έδαφος μιας όχι παραμεθόριας περιφέρειας του κράτους μέλους και όχι κατά τον χρόνο διελεύσεως των συνόρων». Υπογράμμισε ότι «πρέπει πάντοτε να πρόκειται για αγαθά που κυκλοφορούν από ένα κράτος μέλος σε άλλο» και ότι «[δ]εν ενδιαφέρει, για παράδειγμα, αν πρόκειται για σκωτσέζικο ουίσκι που διασχίζει τα γαλλικά σύνορα στο Calais (επειδή εισάγεται θαλασσίως) ή στη Lyon (επειδή εισάγεται αεροπορικώς): σε αμφότερες τις περιπτώσεις […] πρόκειται για τη διέλευση των συνόρων του κράτους μέλους». Ομοίως, ο γενικός εισαγγελέας Tesauro διευκρίνισε ότι «τα ΓΥΔ [Γαλλικά Υπερπόντια Διαμερίσματα], είτε πρόκειται για νήσους (Réunion, Martinique, Guadeloupe) είτε όχι (Guyane), αποτελούν “σύνορα” μόνον εφόσον το προϊόν προέρχεται από άλλο κράτος μέλος· δεν αποτελούν “σύνορα” οσάκις το προϊόν προέρχεται από άλλη περιοχή της Γαλλίας».
50 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 1986, 355/85, Cognet (Συλλογή 1986, σ. 3231), σε σχέση με γαλλική ρύθμιση που προέβλεπε σταθερή τιμή για τη λιανική πώληση βιβλίων, εκτός από εκείνα τα οποία διέβησαν ενδοκοινοτικό σύνορο κατά τη διανομή τους, στο μέτρο που εκδόθηκαν και τυπώθηκαν στη Γαλλία, εξήχθησαν σε άλλο κράτος μέλος, στη συνέχεια επανεισήχθησαν στη Γαλλία· της 13ης Νοεμβρίου 1986, 80/85 και 159/85, Edah (Συλλογή 1986, σ. 3359), σε σχέση με ολλανδική ρύθμιση που καθόριζε τιμή για τη λιανική πώληση του άρτου, δυνάμει της οποίας η τιμή πωλήσεως για τον εισαγόμενο από άλλα κράτη μέλη άρτο θα μπορούσε να είναι χαμηλότερη από την προβλεπόμενη για τον άρτο εθνικής παρασκευής, και της 18ης Φεβρουαρίου 1987, 98/86, Mathot (Συλλογή 1987, σ. 809), σε σχέση με βελγική ρύθμιση που επιβάλλει την αναγραφή ορισμένων ενδείξεων στη συσκευασία του βουτύρου, εξαιρουμένου του εισαγομένου από άλλα κράτη μέλη βουτύρου.
51 – Προπαρατεθείσα απόφαση Cognet (σκέψη 10). Βλ., υπό την ίδια έννοια, προπαρατεθείσες αποφάσεις Edah (σκέψη 18) και Mathot (σκέψη 7).
52 – Αυτόθι.
53 – C-485/93 και C-486/93 (Συλλογή 1995, σ. I-2655).
54 – C-72/03 (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή).
55 – C-163/90 (Συλλογή 1992, σ. I-4625).
56 – Σκέψη 16.
57 – Σκέψη 17.
58 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην προπαρατεθείσα υπόθεση Lancry κ.λπ. (σημεία 19 και 20).
59 – Σκέψη 30.
60 – Βλ. σκέψη 31.
61 – Σκέψη 32.
62 – Βλ. σκέψη 27.
63 – Βλ. σκέψη 35.
64 – Aπόφαση Carbonati Apuani, προπαρατεθείσα (σκέψη 24).
65 – Παραπέμπω στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Lancry κ.λπ. (σκέψεις 29 και 32), Σιμιτζή (σκέψη 27) και Carbonati Apuani (σκέψη 24).
66 – Επαναλαμβάνω τη φράση του γενικού εισαγγελέα Tesauro στις προτάσεις του στην προπαρατεθείσα υπόθεση Lancry κ.λπ. (σημείο 27).
67 – Βλ, ιδίως, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Cognet (σκέψεις 10 έως 12)· Edah (σκέψη 23), και Mathot (σκέψη 12). Βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, 86/78, Peureux (Συλλογή 1979/Ι, σ. 481, σκέψη 38), και, υπό την ίδια έννοια, σημεία 78 και 79 των προτάσεών μου στην υπόθεση που κατέληξε στην απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, C-294/01, Granarolo (Συλλογή 2003, σ. I-13429).
68 – Η σκέψη 26 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Carbonati Apuani παραπέμπει στις σκέψεις 21 έως 23 της αποφάσεως της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C-448/98, Guimont (Συλλογή 2000, σ. I-10663). Καίτοι είναι αληθές ότι τα χωρία αυτά της αποφάσεως Guimont εκφράζουν, όπως η προπαρατεθείσα απόφαση Lancry κ.λπ., τη μέριμνα του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη τις δυσκολίες που θα μπορούσαν να προκύψουν από την ύπαρξη αντιστρόφων δυσμενών διακρίσεων, το Δικαστήριο αντλεί συνέπειες οι οποίες μου φαίνονται δύσκολα συγκρίσιμες. Πράγματι, με την απόφαση Guimont, το Δικαστήριο άμβλυνε την παραδοσιακή νομολογία του ως προς το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων, δεχόμενο να απαντήσει σε ερώτημα που αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 EΚ) –ενώ η διαφορά της κύριας δίκης δεν παρουσίαζε κανένα σύνδεσμο με την εισαγωγή εμπορευμάτων– μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δίκαιο τoυ αιτούντος δικαστηρίου επιβάλλει να απολαύει εθνικός παραγωγός των ιδίων δικαιωμάτων που ο παραγωγός άλλου κράτους μέλους θα αντλούσε από το κοινοτικό δίκαιο υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο ο εθνικός παραγωγός να υποστεί αντίστροφη διάκριση. Καίτοι το Δικαστήριο δέχθηκε να εξετάσει αν η επίδικη εθνική ρύθμιση συνιστούσε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, μερίμνησε να αναφέρει ότι τούτο ισχύει μόνον στο μέτρο που η ρύθμιση αυτή (εφαρμοστέα αδιακρίτως στα εθνικά και στα εισαγόμενα προϊόντα) θα εφαρμοζόταν στα εισαγόμενα προϊόντα (βλ. σκέψεις 24, 25 και 35). Με τη διευκρίνιση αυτή, το Δικαστήριο απέκλεισε το ενδεχόμενο να εφαρμοστεί το άρθρο 30 της Συνθήκης σε αμιγώς εσωτερική κατάσταση κράτους μέλους. Από την άποψη αυτή, η προπαρατεθείσα απόφαση Guimont δεν βαίνει τόσο μακρυά όσο η προπαρατεθείσα νομολογία Lancry κ.λπ., οπότε η δυνατότητα προσεγγίσεώς τους αποδεικνύεται περιορισμένη.
69 – Βλ. σκέψη 28.
70 – Βλ. σκέψη 46.
71 – Βλ. απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969, 2/69 και 3/69, Sociaal Fonds voor de Diamantarbeiders (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 59, σκέψη 14, η υπογράμμιση δική μου).
72 – Η υπογράμμιση δική μου.
73 – Η εν λόγω θεώρηση της «εσωτερικής αγοράς», ως προεκτάσεως της κοινής αγοράς, βρίσκει απήχηση στη νομολογία του Δικαστηρίου. Στην απόφαση της 5ης Μαΐου 1982, 15/81, Schul Douane Expéditeur (Συλλογή 1982, σ. 1409, σκέψη 33), τονίζεται ότι «η έννοια της κοινής αγοράς, όπως το Δικαστήριο τη συνήγαγε από παγία νομολογία, σκοπεί στην κατάργηση όλων των εμποδίων στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές ενόψει της συγχωνεύσεως των εθνικών αγορών σε ενιαία αγορά που πραγματοποιεί συνθήκες όσο το δυνατόν πλησιέστερες προς αυτές μιας πραγματικής εσωτερικής αγοράς».
74 – Βλ., μεταξύ άλλων, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, προπαρατεθείσες αποφάσεις 152/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Waterkeyn κ.λπ. καθώς και Oosthoek’s Uitgeversmaatschappij.
75 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, Ehlermann, C.-D., «The internal market following the Single European Act», CommonMarketLawReview, Martinus Nijhoff Publishers, Dordrecht, 1987, σ. 364 έως 370· Bosco, G., «Commentaire de l’Acte unique européen des 17-28 février 1987», Cahiersdedroiteuropéen, Maison Larcier, Bruxelles, 1987, σ. 371, καθώς και De Ruyt J., L’Acteuniqueeuropéen, Université de Bruxelles, 1989, σ. 160.
76 – Η υπογράμμιση δική μου.
77 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, de Cockborne, J.-E. κ.λπ., CommentaireMégret – LedroitdelaCEE, τόμος 1, Université de Bruxelles, 1992, σ. 20 και 21, σημείο 21.
78 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, Ehlermann, C.-D., όπ.π., σ. 368 (σημείο 1.3).
79 – COM(85) 310 τελικό.
80 – Βλ., συναφώς, σημεία 24 έως 31 της εν λόγω Λευκής Βίβλου, καθώς και Vaulont, N., «La suppression des frontières intérieures et la réglementation douanière communautaire», Revuedumarché uniqueeuropéen, Éditions Juglar, Paris, 1994, σ. 51 επ.
81 – Βλ. αποφάσεις της 20ης Μαΐου 2003, C-465/00, C-138/01 και C-139/01, Österreichischer Rundfunk κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I-4989, σκέψη 41), και της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-101/01, Lindqvist (Συλλογή 2003, σ. I-12971, σκέψη 40). Βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 1ης Μαρτίου 2005, C-281/02, Owusu (Συλλογή 2005, I-1383, σκέψη 34), καθώς και τις προτάσεις μου στη υπόθεση που κατέληξε στην απόφαση αυτή (σημεία 197 έως 204).
82 – Βλ. σημεία 19 και 20 των γραπτών παρατηρήσεών της.
83 – Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο τόνισε ότι «[…] το άρθρο 14, παράγραφος 2, EΚ ορίζει την εσωτερική αγορά ως “ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων”, χωρίς η διάταξη αυτή να κάνει διάκριση μεταξύ διακρατικών και ενδοκρατικών συνόρων».
84 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, το σχόλιο στην απόφαση Carbonati Apuani της Rigaux A., RevuemensuelleduJurisClasseur – Europe, Νοέμβριος 2004, σ. 13 επ.
85 – Όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών, βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1982, 35/82 και 36/82, Morson και Jhanjan (Συλλογή 1982, σ. 3723, σκέψεις 15 έως 17)· της 28ης Ιανουαρίου 1992, C-332/90, Steen (Συλλογή 1992, σ. I-341, σκέψη 9)· της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-17/94, Gervais κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-4353, σκέψη 24)· της 16ης Ιανουαρίου 1997, C-134/95, USSL n° 47 di Biella (Συλλογή 1997, σ. I-195, σκέψη 19)· της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C-108/98, RI.SAN. (Συλλογή 1999, σ. I-5219, σκέψη 23) και της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-97/98, Jägerskiöld (Συλλογή 1999, σ. I-7319, σκέψη 42).
Full & Egal Universal Law Academy