ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 23ης Σεπτεμβρίου 2004 (1)
Υπόθεση C-294/02
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
AMI Semiconductor Belgium BVBA κ.λπ.
«Ρήτρα διαιτησίας – Πρόγραμμα Esprit: 26927 – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Παραδεκτό της προσφυγής κατά υπό εκκαθάριση ή αφερέγγυων επιχειρήσεων – Σύμβαση επί της οποίας έχει εφαρμογή το γερμανικό δίκαιο – Καταγγελία της συμβάσεως – Επιστροφή προκαταβολών – Ενοχή εις ολόκληρον»
Περιεχόμενα
I – Εισαγωγή
II – Η σύμβαση
Α – Η σύμβαση (εν στενή εννοία)
Β – Παράρτημα I (περιγραφή του προγράμματος)
Γ – Παράρτημα II (γενικοί όροι)
III – Το ιστορικό της διαφοράς
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων
V – Το παραδεκτό της αγωγής
Α – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
Β – Το παραδεκτό της αγωγής κατά της InterTeam
1. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
2. Νομική εκτίμηση
Γ – Το παραδεκτό της αγωγής κατά των A-Consult και Ision
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
2. Νομική εκτίμηση
α) Επί του κυρίου αιτήματος
β) Επί των επικουρικών αιτημάτων
VI – Το βάσιμο
Α – Εις ολόκληρον ευθύνη
1. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
α) Η Επιτροπή
β) Οι εναγόμενες
2. Νομική εκτίμηση
Β – Aξίωση επιστροφής της προκαταβολής κατά των AMI, Intracom, Euram και Nordbank
1. Αξιώσεις από τη σύμβαση
α) Αξίωση από το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως (ευθύνη για τη συμμετοχή στη μη εκτέλεση της συμβάσεως εκ μέρους άλλων συμβαλλομένων)
β) Αξίωση από το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II (επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων)
i) Λήξη της συμβάσεως
ii) Πληρωμές της Επιτροπής
iii) Δαπάνες δυνάμενες να καλυφθούν από την Επιτροπή
– Αναγνώριση της εξαμηνιαίας εκθέσεως από την Επιτροπή
– Η εκτίμηση της Επιτροπής
– Δέσμευση των συμβαλλομένων από την αξιολόγηση της ομάδας ελέγχου
– Το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως
2. Αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
VII – Επί της ανταγωγής
VIII – Δικαστικά έξοδα
IX – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. Βάσει συμβατικής ρήτρας διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο 238 EΚ, η Επιτροπή άσκησε αγωγή κατά των
– AMI Semiconductor Belgium BVBA, πρώην Alcatel Microelectronics NV, Oudenaarde, Belgien (στο εξής: AMI),
– A-Consult EDV-Beratungsgesellschaft mbH, Βιέννη, Αυστρία (στο εξής: A-Consult) (2),
– Intracom SA Hellenic Telecommunications & Electronic Industry, Aθήνα, Ελλάδα (στο εξής: Intracom),
– Ision Sales & Services GmbH & Co. KG, Αμβούργο, Γερμανία, (πρώην AllCon Gesellschaft für Kommunikationstechnologie mbH) (στο εξής: Ision),
– Euram-Kamino GmbH, Hallbergmoos, Γερμανία (στο εξής: Euram),
– InterTeam GmbH υπό εκκαθάριση, Itzehoe, Deutschland (στο εξής: InterTeam) και
– HSH Nordbank, πρώην Landesbank Kiel Girozentrale, Αμβούργο και Kίελο, Γερμανία (στο εξής: Nordbank)
για την επιστροφή 317 214,00 ευρώ νομιμοτόκως.
2. Το ποσόν αυτό αποτελεί τμήμα προκαταβολής το οποίο κατέβαλε η Επιτροπή στις εναγόμενες βάσει συμβάσεως που συνομολογήθηκε το 1998. Η σύμβαση εντάσσεται στο ειδικό πρόγραμμα για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την επίδειξη (FTE) στον τομέα της τεχνολογίας της πληροφορίας (1994–1998) (στο εξής: πρόγραμμα Esprit) (3), το οποίο αποτελεί με τη σειρά του τμήμα του τέταρτου προγράμματος πλαισίου FTE (4) της Κοινότητας.
3. Αντικείμενο της συμβάσεως ήταν η προώθηση του προγράμματος Electronic commerce fulfilment service for the electronics industry (ECFS/E) – Esprit Projekt: 26927 (στο εξής: πρόγραμμα). Το πρόγραμμα σκοπούσε κατ’ουσίαν στην κατασκευή και στην προώθηση στην αγορά μιας κοινής βάσεως διαδικτύου για την εμπορία ηλεκτρονικών εξαρτημάτων.
4. Επειδή η Επιτροπή έκρινε ανεπαρκείς τις παροχές των εναγομένων, τερμάτισε πρόωρα το πρόγραμμα και ζητεί από τις εναγόμενες, ως εις ολόκληρον οφειλέτες, την επιστροφή των προκαταβολών, στο μέτρο που αυτές δεν αντιστοιχούν σε αναγνωρισμένες επιμέρους παρoχές. Στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς ανακύπτει, κατ’ αρχάς, το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, επειδή η ρήτρα διαιτησίας ορίζει, όπως προκύπτει από το γράμμα της, μόνον το Πρωτοδικείο ως αρμόδιο δικαστήριο. Περαιτέρω προβλήματα παραδεκτού ανακύπτουν από το γεγονός ότι η αγωγή στρέφεται κατά εναγομένης η οποία, κατά την άσκηση της αγωγής, τελούσε ήδη υπό εκκαθάριση, καθώς και κατά δύο άλλων εναγομένων ως προς τις οποίες είχαν ήδη κινηθεί κατά τον χρόνο εκείνο διαδικασίες αφερεγγυότητας.
5. Επί της ουσίας, αμφισβητείται, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον οι παροχές αντιστοιχούσαν στις συμβατικές προδιαγραφές και το κατά πόσον η Επιτροπή ορθώς κατήγγειλε τη σύμβαση. Επιπλέον, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το αν οι εναγόμενες ευθύνονται ως εις ολόκληρον οφειλέτες για την επιστροφή των προκαταβολών. Πράγματι, εάν δεν υφίστατο ενοχή εις ολόκληρον και, κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορούσε να απαιτήσει από εκάστη των εναγομένων τμήμα μόνον του ποσού, η αγωγή θα ήταν σε μεγάλο βαθμό μάταιη, διότι οι κατά κύριο λόγο επωφεληθείσες της οικονομικής συνδρομής επιχειρήσεις είναι αφερέγγυες ή έχουν ήδη τεθεί υπό εκκαθάριση.
II – Η σύμβαση
6. Με τη συναφθείσα στις 8 Ιουνίου 1998 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εκπροσωπουμένης από την Επιτροπή, και των εναγομένων σύμβαση, οι εναγόμενες ανέλαβαν την υποχρέωση να αναπτύξουν και να θέσουν στο εμπόριο μια κοινή βάση ηλεκτρονικού εμπορίου στον τομέα της μικροηλεκτρονικής για την ανταλλαγή ή την πώληση πλεοναζόντων ημιαγωγών μεταξύ επιχειρήσεων της ηλεκτρονικής μεταποιητικής βιομηχανίας (5). Η κοινή βάση επρόκειτο να παράσχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να περιορίσουν τα αποθέματά τους και να πωλήσουν ταχέως τους πλεονάζοντες ημιαγωγούς ή να προμηθευτούν εξαρτήματα που δεν είχαν. Επίσης, τμήμα της κοινής βάσεως επρόκειτο να αποτελέσει η διοργάνωση της πρακτικής υποστήριξης του εγχειρήματος, δηλαδή η αποστολή των αγορασθέντων εξαρτημάτων και τα συστήματα πληρωμής.
7. Το πρόγραμμα έπρεπε να υλοποιηθεί εντός 18 μηνών από της 1ης Μαΐου 1998. Η Κοινότητα ανέλαβε την υποχρέωση καλύψεως των δαπανών μέχρι του ημίσεος του συνολικού κόστους που εκτιμήθηκε στο ύψος των 1 080 000 ECU (6).
8. Η συναφθείσα στην αγγλική γλώσσα σύμβαση αντιστοιχεί σε πρότυπο που χρησιμοποιεί παγίως η Επιτροπή στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογικής αναπτύξεως (7). Αποτελείται από τρία μέρη: την κατ’ ουσίαν σύμβαση (στο εξής: η σύμβαση), το παράρτημα I (στοιχεία για τις μετέχουσες στο πρόγραμμα επιχειρήσεις και διεξοδική περιγραφή του προγράμματος) και το παράρτημα II (Γενικοί όροι) (στο εξής: παράρτημα I ή παράρτημα II).
Α – Η σύμβαση (εν στενή εννοία)
9. Στο άρθρο 1 της συμβάσεως το πεδίο εφαρμογής της οριοθετείται ως εξής:
«1.1 The Contractors shall carry out this contract jointly and severally towards the Commission for the work set out in Annex I up to the milestone at month 18 (‚the Project‘).
1.2 Subject to force majeure [(8)] (including strikes, lockouts and other events beyond the reasonable control of the Contractors), the Contractors shall use reasonable endeavours to achieve the results intended for the Project and to fulfil the obligations of a defaulting Contractor. A Contractor shall not be liable to take action beyond its reasonable control or to reimburse money due from a defaulting Contractor unless it has contributed to the default. Measures to be taken in the event of force majeure shall be agreed between the contracting parties.»
10. Περαιτέρω, η σύμβαση περιέχει μεταξύ άλλων διατάξεις για τις αποδοτέες δαπάνες (άρθρο 3), την καταβολή της συνδρομής της Κοινότητας (άρθρο 4 και άρθρο 9.2.2), την προσκόμιση δικαιολογητικών δαπανών και την υποχρέωση των εναγομένων να υποβάλλουν εκθέσεις επί της πορείας των εργασιών (άρθρο 5 και 6). Στο άρθρο 10 ορίζεται ως εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση το γερμανικό δίκαιο (9).
Β – Παράρτημα I (περιγραφή του προγράμματος)
11. Το παράρτημα I διαρθρώνεται σε δύο τμήματα. Στο τμήμα 1 συνοψίζονται, κατ’ αρχάς, οι στόχοι του προγράμματος ως εξής:
«– integration of multiple key services for the electronics industry,
– design of appropriate interfaces for an efficient brokerage system to be integrated into the professional IT-environment of future users and service providers,
– stimulation of increased electronic commerce in the electronics industry, including developing means for rewarding usage (‚bonus component‘) and for quantitatively determining the cost-efficiency gained through implementation of ECFS/E».
12. Περαιτέρω, το παράρτημα I περιέχει στο πρώτο τμήμα τα προς συμπλήρωση έντυπα με τα λεπτομερή στοιχεία των μετεχουσών στο πρόγραμμα επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών στις οποίες προβλέπεται ότι θα υποβληθεί εκάστη επιχείρηση.
13. Στο δεύτερο τμήμα του παραρτήματος I περιγράφονται αναλυτικότερα οι σκοποί του προγράμματος. Πυρήνας του τμήματος αυτού είναι η επεξεργασία ενός σχεδίου προγράμματος, το οποίο περιλαμβάνει οκτώ τμήματα εργασιών. Κάθε πρόγραμμα εργασίας υποδιαιρείται περαιτέρω σε επιμέρους εργασίες (tasks). Κάθε εργασία πρέπει να καταλήγει σε συγκεκριμένη παροχή παραδοτέου στοιχείου (deliverable). Αυτή μπορεί να συνίσταται σε μία έκθεση, σε λογισμικό, σε τεχνικές εξειδικεύσεις ή άλλη παροχή. Για κάθε εργασία ορίζεται το χρονικό διάστημα εντός του οποίου πρέπει να εκτελεστεί, ποιοι συμμετέχοντες στην υλοποίηση του προγράμματος και σε τι ποσοστό (εκφραζόμενη σε μηνιαία εργασία ενός ατόμου) συμμετέχουν και ποιος από τους συμμετέχοντες στην υλοποίηση του προγράμματος ευθύνεται για την εκτέλεση της επιμέρους παροχής. Προβλέπονται οι εξής κατ’ ιδίαν εργασίες:
Workpackage 1: Specification of relevant business procedures (Task 1.1 – 1.3.), Mήνες 0 έως 2,
Workpackage 2: Detailed definition of ECFS/E software (Task 2.1 – 2.5), Mήνες 2 έως 6,
Workpackage 3: Server specification (Task 3.1 – 3.2), Mήνες 2 έως 3,
Workpackage 4: Realisation of software (Task 4.1 – 4.6), Mήνες 3 έως 15
Workpackage 5: Field user tests (Task 5.1 – 5.4), Mήνες 11 έως 15.
Workpackage 6: Cross border beta-test (Task 6.1 – 6.4), Mήνες 15 έως 18),
Workpackage 7: Dissemination and acceptance activities (Task 7.1 – 7.4), Mήνες 15 έως 18 και
Workpackage 8: Project management (Task 8.1 – 8.3), Mήνες 0 έως 36.
14. Το είδος και η έκταση της συμμετοχής των εναγομένων αντιστοιχούν στον ρόλο τους ως μελλοντικών δυνάμει χρηστών του συστήματος, ως παρεχόντων επιπλέον υπηρεσίες στο πλαίσιο του συστήματος ή ως σχεδιαστών των εργαλείων που χρησιμοποιούνται στην τεχνολογία της πληροφορίας (Web-Design, Interfaces, τράπεζες δεδομένων και λοιπά λογισμικά).
15. Η AMI και η Intracom περιλαμβάνονται, ως επιχειρήσεις που επεξεργάζονται και πωλούν ηλεκτρονικά εξαρτήματα, στην ομάδα των χρηστών. Η Euram είναι επιχείρηση μεταφοράς, η οποία θα μπορούσε να αναλάβει τη μεταφορά των εξαρτημάτων που αποτελούν αντικείμενο εμπορίας και ανήκει από κοινού με την Nordbank, η οποία ως τράπεζα θα μπορούσε να διεκπεραιώνει τις πληρωμές, στη δεύτερη κατηγορία. Τα καθήκοντα της AMI, της Intracom, της Euram και της Nordbank συνίστανται, κατ’ ουσίαν, στη συμμετοχή σε αρχικό στάδιο της καταρτίσεως της συγγραφής υποχρεώσεων και στη διεξαγωγή, σε μεταγενέστερο στάδιο, δοκιμών με πρωτότυπα.
16. Η InterTeam, η Ision και η A-Consult, μικρότερες επιχειρήσεις του κλάδου της τεχνολογίας της πληροφορικής, ήσαν, αντιθέτως, υπεύθυνες για την τεχνική ανάπτυξη του συστήματος. Η InterTeam είχε περαιτέρω, ως συντονιστής, ορισμένα ειδικά καθήκοντα όπως η σύνταξη των εκθέσεων και η μελέτη μέτρων για την αξιοποίηση και την εξάπλωση του προϊόντος στην αγορά.
17. Η τρίτη ενότητα του δευτέρου τμήματος του παραρτήματος I είναι αφιερωμένη στη διαχείριση του προγράμματος. Εκεί καθορίζονται ιδίως ο ρόλος και τα καθήκοντα της InterTeam ως συντονίστριας του προγράμματος. Η τέταρτη ενότητα αφορά την κατάρτιση ενός σχεδίου αξιοποιήσεως. Στην πέμπτη ενότητα προβλέπεται ότι οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα υποβάλλουν στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 6 της συμβάσεως και το άρθρο 10 του παραρτήματος II, υπό την καθοδήγηση της InterTeam, σύντομες εκθέσεις ανά έξι μήνες, μία διεξοδική έκθεση κάθε 12 μήνες, μια έκθεση αξιολογήσεως κατά τα μέσα του προγράμματος και μια τελική έκθεση. Στην τελευταία ενότητα προβλέπεται, τέλος, ότι οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα συνάπτουν μεταξύ τους, συμπληρωτικά προς τις διατάξεις του παραρτήματος II, μια σύμβαση κοινοπραξίας.
Γ – Παράρτημα II (γενικοί όροι)
18. Οι γενικοί όροι που περιλαμβάνονται στο παράρτημα αντιστοιχούν επίσης στο υπόδειγμα συμβάσεως της Επιτροπής.
19. Το άρθρο 2.1 του παραρτήματος II ορίζει τα εξής (αποσπάσματα):
«The Coordinator shall:
(a) be the channel for submitting all documents and for general liaison between the Contractors and the Commission. All general communications with the Commission shall be through the Coordinator;
(b) subject to any special conditions in Article 9 of the contract, receive and distribute all payments which shall be made to the Coordinator in trust for the Contractors. The Coordinator shall immediately transfer the appropriate amount of each payment to each Contractor. The Coordinator shall not be the beneficial owner of any payment [...]»
20. Το άρθρο 5.3 θεσπίζει τους ακόλουθους κανόνες για την άνευ προειδοποιήσεως καταγγελία της συμβάσεως από την Επιτροπή:
«The Commission may immediately terminate the contract, or the participation of any Contractor, by written notice:
(a)(i) where remedial action to rectify non-performance within a reasonable period of time (being not less than one month) specified in writing has been requested by the Commission and has not been satisfactorily taken [...]»
21. Οι συνέπειες της καταγγελίας ρυθμίζονται στο άρθρο 5.4:
«The Community contribution to costs, on termination, shall be paid if they relate to Project Deliverables accepted by the Commission and such other costs which are fair and reasonable, including expenditure commitments.
[...]
For termination under Article 5.3(a), interest may be added to any amount to be reimbursed, upon written request, at 2 % above the rate applied by the European Monetary Institute for ECU operations [...] for the period between the receipt of the funds and their reimbursement.»
22. Το αρμόδιο δικαστήριο ορίζεται στο άρθρο 7:
«The Court of First Instance of the European Communities, and in the case of appeal, the Court of Justice of the European Communities shall have exclusive jurisdiction in any dispute between the Commission and the Contractors concerning the validity, application and interpretation of this contract.»
23. Όσον αφορά τις εκθέσεις που πρέπει να υποβάλλουν τα συμβαλλόμενα μέρη, το άρθρο 10 προβλέπει τα εξής:
«10.1 Submission of Reports
The Contractors shall submit to the Commission for approval the following reports [...]:
(a) progress reports (the progress, resources employed, deviations to the work plan, and results). Each 12 months, or such other period specified in the contract, the information in the relevant report must enable the Commission to evaluate the progress and cooperation, within the Project and with any related project;
(b) a final report covering all the work, the objectives, the results and the conclusions, including a suitable summary of all these matters;
[...]
10.3 Each progress report shall be submitted within one month of the end of the relevant reporting period.
A final report shall be submitted within two months following the period specified in Article 2.1 of the contract, or the completion of the work, if earlier.
Unless there are observations by the Commission the final report shall be deemed to be approved within two months of its receipt and within one month in the case of other reports.»
24. Με τις διατάξεις του άρθρου 23.2 και 23.3 θεσπίζονται, όσον αφορά τις πληρωμές της Επιτροπής, οι ακόλουθοι κανόνες:
«23.2 Subject to Article 24 of this Annex, all payments shall be treated as advances until acceptance of the appropriate Project Deliverables, or, if none are specified, until acceptance of the final report.
23.3 Where the total financial contribution due for the Project, including the result of any audit, is less than the payments made for the Project, the Contractors shall immediately reimburse the difference, in ECU, to the Commission.»
III – Το ιστορικό της διαφοράς
25. Η εκτέλεση του προγράμματος άρχισε τον Μάιο του 1998. Στις 8 Ιουνίου 1998 η Επιτροπή κατέβαλε μια πρώτη προκαταβολή ύψους 270 000 Eυρώ στην InterTeam.
26. Σε μια εξαμηνιαία έκθεση της 15ης Δεκεμβρίου 1998 οι εναγόμενες δήλωσαν ότι είχαν εκπληρώσει πλήρως τις κατ’ ιδίαν παροχές από τα τμήματα εργασίας 1, 2 και 3.
27. Στις 29 Mαρτίου 1999 η Επιτροπή πρότεινε στην InterTeam την σύσταση ομάδας ελέγχου (Review Team) αποτελούμενης από τους κυρίους Guida και Ouzounis και απέστειλε τα βιογραφικά τους σημειώματα. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 8ης Απριλίου 1999 η InterTeam δήλωσε τη συναίνεσή της όσον αφορά τους προταθέντες εμπειρογνώμονες.
28. Αφού οι εναγόμενες υπέβαλαν την εξαμηνιαία έκθεση και τις αποδείξεις δαπανών για το πρώτο αυτό χρονικό διάστημα, η Επιτροπή κατέβαλε στις 6 Mαΐου 1999 μια περαιτέρω προκαταβολή ύψους 191 394 ευρώ για το χρονικό διάστημα από τις 6 Mαΐου έως τις 31 Oκτωβρίου 1998, οπότε τα καταβληθέντα έως τότε ποσά ανήλθαν συνολικά σε 461 394 ευρώ.
29. Σε συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου 1999 στις Βρυξέλλες, στην οποία έλαβαν μέρος εκπρόσωποι των εναγομένων, της Επιτροπής και της ομάδας ελέγχου, οι εναγόμενες εξέθεσαν την πορεία των εργασιών. Επειδή η εκτέλεση του προγράμματος παρουσίαζε, κατά την ομάδα ελέγχου, σοβαρές ελλείψεις, εξήγγειλε την αναστολή του προγράμματος μέχρι την 1η Ιουλίου 1999 και ζήτησε από τα συμβαλλόμενα μέρη να της παράσχουν μέχρι την ημερομηνία εκείνη συμπληρωματικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η κάλυψη των προσαπτομένων ελλείψεων.
30. Mε έγγραφο της 18ης Ιουνίου 1999, η Επιτροπή απέστειλε την πρώτη έκθεση αξιολογήσεως (Review Report) που στηριζόταν στην παρουσίαση της προόδου των εργασιών του προγράμματος της 11ης Ιουνίου 1999 και συνόψισε εκ νέου την κριτική της ομάδας ελέγχου. Περαιτέρω, το έγγραφο περιελάμβανε το ακόλουθο χωρίο:
«These are the reasons why we agreed to suspend the project until 1 July 1999, during which time the consortium has agreed to deliver additional information [...] This information shall be assessed immediately after 1 July 1999, additional information and remedial actions to rectify non-performance will be taken into account in accordance with the period of time specified in Article 5.3 (a) (i) of Annex II to the contract, effective immediately. Please note that in accordance with the relevant Articles of Annex II to the contract (in particular Article 5) the Commission hereby has given termination notice.»
31. Με έγγραφο της 29ης Ιουνίου 1999, η Επιτροπή απέστειλε στην InterTeam μια, συμπληρωμένη με παράρτημα, απόδοση της πρώτης εκθέσεως αξιολογήσεως και επέκρινε εκ νέου την εκτέλεση του προγράμματος. Το παράρτημα περιείχε αξιολόγηση εκ μέρους της ομάδας ελέγχου του πρώτου πρωτοτύπου της κοινής βάσεως που τοποθετήθηκε στο Διαδίκτυο, το οποίο είχαν δοκιμάσει –μετά την μεταβίβαση των απαιτουμένων δικαιωμάτων προσβάσεως από τις εναγόμενες.
32. Στις 5 Ιουλίου 1999 η InterTeam έδωσε συμπληρωματικά – συντεταγμένα εν μέρει στα γερμανικά – στοιχεία και έθεσε στη διάθεση των ενδιαφερομένων τα στοιχεία που έπρεπε να παρασχεθούν κατά τον δωδέκατο μήνα του προγράμματος. Λίγο αργότερα, υπέβαλε επιπλέον την προβλεπόμενη από τη σύμβαση έκθεση των δώδεκα μηνών.
33. Με έγγραφο της 23ης Ιουλίου 1999, η Επιτροπή διαβίβασε στην InterTeam μια δεύτερη έκθεση αξιολογήσεως η οποία ελάμβανε υπόψη τα στοιχεία της 5ης Ιουλίου και της εκθέσεως των δώδεκα μηνών και κάλεσε τις εναγόμενες σε μια δεύτερη σύσκεψη στις 8 Σεπτεμβρίου 1999 στις Βρυξέλλες. Στη δεύτερη έκθεση αξιολογήσεως η ομάδα ελέγχου επανέλαβε τις επί της ουσίας επικρίσεις της ως προς όλες τις επιμέρους παροχές. Αναγνώρισε μόνον τις επιμέρους παροχές 2.4, 3.1, 4.1, 4.2, 4.3, 4.5 και 4.6, παρά το γεγονός ότι η ποιότητά τους αξιολογήθηκε ως κακή. Ούτε οι διευκρινίσεις των εναγομένων στη συνεδρίαση της 8ης Σεπτεμβρίου 1999 έπεισαν την ομάδα ελέγχου να αλλάξει τα συμπεράσματά της.
34. Mε συστημένη επιστολή που απηύθυνε στην InterTeam η Επιτροπή στις 21 Δεκεμβρίου 1999, κατήγγειλε αναδρομικά τη σύμβαση από τις 8 Σεπτεμβρίου 1999. Με την επιστολή αυτή, αντίγραφο της οποίας έλαβαν και οι λοιπές εναγόμενες, η Επιτροπή ανήγγειλε ότι θα ζητήσει να της καταβληθούν 317 214 ευρώ. Το ποσόν αυτό προέκυπτε, βάσει των στοιχείων της, από τη συνολική προκαταβολή ύψους 461 394 ευρώ, μετά την αφαίρεση της συμμετοχής στις δαπάνες για τις αναγνωρισμένες επιμέρους παροχές ύψους 144 180 ευρώ. Περαιτέρω, η Επιτροπή ανέλυε ποια τμήματα των δαπανών αυτών αναλογούσαν σε εκάστη των εναγομένων.
35. Εάν συσχετισθούν οι αναγνωρισμένες δαπάνες προς τις προκαταβολές που καταβλήθηκαν στα συμβαλλόμενα μέρη, προκύπτει, κατά την Επιτροπή, η ακόλουθη εικόνα:
A
B
C
D
InterTeam
153 500
300 934
29 491,36
271 443
A-Consult
101 500
61 823
40 960,23
20 862
AMI
97 000
26 743
26 214,55
529
Ision
70 000
39 926
31 129,77
8 797
Euram
40 000
21 606
0,00
21 606
Intracom
68 000
10 362
16 384,09
(6 022)
Nordbank
10 000
0
0,00
0
Summe
540 000
461 394
144 180
317 214
A: Ανώτατη συνδρομή κατά τη σύμβαση· B: όντως καταβληθέν ποσόν· C: συνδρομή για αναγνωρισθείσες παροχές· D: αποδοτέο ποσόν (η Intracom έχει λαμβάνειν).
36. Κατόπιν νέας ανταλλαγής εγγράφων, η Επιτροπή ζήτησε από την InterTeam με έγγραφο της 17ης Ιουλίου 2000, να καταβάλει εντός επτά ημερών 317 214 ευρώ. Επειδή, μετά την πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας δεν πραγματοποιήθηκε καμία πληρωμή, η Επιτροπή προέβαλε με έγγραφο της 18ης Ιουνίου 2001 την απαίτηση για 317 214 ευρώ νομιμοτόκως έναντι των εναγομένων.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων
37. Η Επιτροπή άσκησε την αγωγή της στις 12 Αυγούστου 2002 κατ’ αρχάς ενώπιον του Πρωτοδικείου· το δικόγραφο της αγωγής διαβιβάστηκε, εν τούτοις, στο Δικαστήριο. Κατόπιν συζητήσεως με τη γραμματεία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή γνωστοποίησε με έγγραφο της 14ης Αυγούστου 2002 ότι η αγωγή ασκήθηκε πράγματι ενώπιον του Δικαστηρίου.
38. Η Επιτροπή φρονεί ότι η σύμβαση καταγγέλθηκε εγκύρως σύμφωνα με το άρθρο 5.3 a) i) του παραρτήματος II, επειδή, αφενός, οι παροχές των εναγομένων ήσαν ανεπαρκείς, όπως προκύπτει από τις δεσμευτικές για τις εναγόμενες εκθέσεις αξιολογήσεως, και, αφετέρου, οι εναγόμενες δεν θεράπευσαν τα ελαττώματα εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Η Κοινότητα διαθέτει, σύμφωνα με το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II, αξίωση επιστροφής της προκαταβολής, καθόσον αυτή δεν αφορά τις αναγνωρισμένες επιμέρους παροχές. Σύμφωνα με το άρθρο 5.4 του παραρτήματος II, το επιστρεπτέο ποσό πρέπει να προσαυξηθεί κατά τους τόκους από της ημερομηνίας καταβολής των προκαταβολών. Η αξίωση επιστροφής απορρέει επιπλέον από αδικαιολόγητο πλουτισμό υπό την έννοια του άρθρου 812 του γερμανικού Αστικού Κώδικα (Bürgerliches Gesetzbuch, στο εξής: BGB). Κατά το άρθρο 1 της συμβάσεως και τα άρθρα 420 επ. του BGB, οι εναγόμενες ευθύνονται ως εις ολόκληρον οφειλέτες για την επιστροφή.
39. Η Επιτροπή ζητεί,
– να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ως εις ολόκληρον οφειλέτες, να καταβάλουν στην Επιτροπή 317 214 ευρώ νομιμοτόκως με το επιτόκιο που εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ινστιτούτο για συναλλαγές με ευρώ προσαυξημένο κατά 2 % επί ποσού ύψους 125 820 ευρώ από την 8ηΙουνίου 1998 και επί ποσού ύψους 191 394 ευρώ από την 6ηΜαΐου 1999.
Κατά την προφορική διαδικασία η Επιτροπή ζήτησε, επιπλέον, στο μέτρο που η αγωγή στρέφεται κατά των A-Consult και Ision, επικουρικώς,
– να διαπιστωθεί ότι οι A-Consult GmbH και Ision GmbH ως εις ολόκληρον οφειλέτες υποχρεούνται από κοινού με τις λοιπές εναγόμενες, να καταβάλουν στην Επιτροπή 317 214 ευρώ νομιμοτόκως με τον συντελεστή που εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ινστιτούτο για συναλλαγές με ευρώ προσαυξημένο κατά 2 % επί ποσού ύψους 125 820 ευρώ από την 8η Ιουνίου 1998 και επί ποσού ύψους 191 394 ευρώ από την 6ηΜαΐου 1999,
– και ακόμη επικουρικότερον – για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι υφίσταται παθητική εις ολόκληρον ενοχή ως προς τις εναγόμενες –
– να διαπιστωθεί ότι η A-Consult GmbH είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην Επιτροπή 20 862 ευρώ και η Ision GmbH 8 797 ευρώ νομιμοτόκως.
Περαιτέρω, η Επιτροπή ζητεί σε κάθε περίπτωση να καταδικαστούν οι εναγόμενες στα δικαστικά έξοδα.
40. Οι AMI, Euram και InterTeam ζητούν,
– να απορριφθεί η αγωγή, στο μέτρο που στρέφεται κατ’ αυτών και
– να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
41. Η A-Consult ζητεί,
– να απορριφθεί η αγωγή και
– να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
42. Η Intracom ζητεί,
– να απορριφθεί η αγωγή,
– να υποχρεωθεί η Επιτροπή, κατόπιν της ανταγωγής της, να της καταβάλει 6 022 ευρώ, και
– να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
43. Η Nordbank ζητεί,
– να απορριφθεί η αγωγή, καθόσον στρέφεται κατ’ αυτής και
– να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
44. Οι εναγόμενες δεν δέχονται ότι οι παροχές τους είναι ανεπαρκείς και προσκομίζουν πραγματογνωμοσύνη για τον ισχυρισμό τους. Δεν υπάρχει δέσμευση από την αξιολόγηση της ομάδας ελέγχου. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούν να αμφισβητηθούν οι επιμέρους παροχές που αποδεικνύονται με την εξαμηνιαία έκθεση, εφόσον η έκθεση αυτή θεωρείται ότι εγκρίθηκε ελλείψει εμπροθέσμων αντιρρήσεων της Επιτροπής. Επιπλέον, η καταγγελία είναι ανίσχυρη, διότι δεν απευθύνθηκε σε όλες τις εναγόμενες αλλά μόνον στην InterTeam.
45. Οι εναγόμενες φρονούν ότι δεν υπέχουν εις ολόκληρον ευθύνη όσον αφορά την επιστροφή προκαταβολών, όπως προκύπτει από το άρθρο 1.2 της συμβάσεως. Κατά την άποψη της Intracom και της Nordbank, κάθε συμβαλλόμενο μέρος ευθύνεται μόνον στο μέτρο που μπορούν να του καταλογισθούν πλημμέλειες. Η συμβολή τους όμως ήταν η προσήκουσα.
46. Επειδή η Ision δεν αμύνθηκε κατά της αγωγής, η Επιτροπή ζητεί με το υπόμνημα απαντήσεως την έκδοση ερήμην αποφάσεως εις βάρος της Ision. Στη συνέχεια, η Ision κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως και ζήτησε την απόρριψη του ως άνω αιτήματος.
47. Με το υπόμνημα απαντήσεως η Επιτροπή ζήτησε ομοίως την απόρριψη της ανταγωγής της Intracom.
48. Οι περαιτέρω ισχυρισμοί των διαδίκων θα εκτεθούν – καθόσον ασκούν επιρροή – στο πλαίσιο της νομικής εκτιμήσεως.
V – Το παραδεκτό της αγωγής
Α – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
49. Κατά το άρθρο 7 του παραρτήματος II, οι συμβαλλόμενοι επέλεξαν ως αρμόδιο δικαστήριο για όλες τις διαφορές που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή άσκησε αρχικώς την αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου.
50. Είναι αμφίβολο εάν η εν λόγω ρήτρα διαιτησίας (10) μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν την αγωγή την ασκεί η Επιτροπή, καθιστά αρμόδιο το Δικαστήριο ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 225, παράγραφος 1, EΚ, το Πρωτοδικείο είναι βεβαίως αρμόδιο, μεταξύ άλλων, για την εκδίκαση υποθέσεων βάσει ρήτρας διαιτησίας υπό την έννοια του άρθρου 238 EΚ, η οποία περιέχεται σε σύμβαση που συνάπτεται από την Κοινότητα. Τούτο ισχύει όμως μόνον υπό την επιφύλαξη των κανόνων παρεκκλίσεως που προβλέπει ο Οργανισμός του Δικαστηρίου, το άρθρο 51 του οποίου, όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Νίκαιας, μεταβιβάζει την αρμοδιότητα για αγωγές των κοινοτικών οργάνων στο Δικαστήριο (11).
51. Τίποτε δεν αλλάζει συναφώς, εάν δεν ληφθεί υπόψη το ισχύον σήμερα νομικό καθεστώς (12), αλλά το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά την κατάθεση της αγωγής. Τότε υφίστατο, κατά το άρθρο 238 EΚ, κατ’ αρχήν, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Μόνον αγωγές ιδιωτών βάσει ρήτρας διαιτησίας υπήγοντο, κατά το άρθρο 3, στοιχείο γ΄, της αποφάσεως για την ίδρυση του Πρωτοδικείου (13), στο Πρωτοδικείο· για αγωγές των κοινοτικών οργάνων εξακολουθεί να είναι αρμόδιο το Δικαστήριο.
52. Επομένως, ερμηνεία της ρήτρας που θα στηριζόταν αποκλειστικά στο γράμμα της θα ήταν αντίθετη στις διατάξεις περί αρμοδιότητας των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων. Αν, κατά συνέπεια, η ρήτρα εθεωρείτο ανίσχυρη, η διαφορά θα εκδικαζόταν, σύμφωνα με το άρθρο 240 EΚ, από τα εθνικά δικαστήρια.
53. Βεβαίως κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν αμφισβήτησε την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, τα μέρη επιβεβαίωσαν ρητώς ότι η διαφορά εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Εν τούτοις, το Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως την ενδεχόμενη ακυρότητα της ρήτρας διαιτησίας και, επομένως, την αναρμοδιότητά του (14).
54. Ορισμένοι από τους διαδίκους επισημαίνουν ότι το άρθρο 7 του παραρτήματος II τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τις συγκλίνουσες γραπτές δηλώσεις των συμβαλλομένων μερών, με τις οποίες συμφώνησαν ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
55. Είναι αμφίβολο αν αυτό είναι δυνατόν. Πράγματι, αφενός, ο ενάγων οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, ήδη με την αγωγή να καταθέσει αντίγραφο της ρήτρας διαιτησίας. Aνεξαρτήτως του εγγράφου τύπου που συνεπάγεται η διατύπωση αυτή (15), προκύπτει ότι η συμφωνία πρέπει να συναφθεί πριν από την κατάθεση της αγωγής. Αφετέρου, η σύμβαση μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 8, να τροποποιηθεί μόνον με «γραπτή συμφωνία» μεταξύ νομοτύπως εξουσιοδοτηθέντων αντιπροσώπων των συμβαλλομένων. Το ζήτημα αυτό μπορεί, εν τούτοις, να παραμείνει ανοικτό, εάν προκύπτει ήδη από ερμηνεία της νυν ισχύουσας διατυπώσεως της ρήτρας διαιτησίας ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιλαμβάνεται αγωγών της Επιτροπής στηριζομένων στη σύμβαση.
56. Από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Feilhauer (16) προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου βάσει ρήτρας διαιτησίας πρέπει να κριθεί μόνον κατά το κοινοτικό δίκαιο και την ίδια τη ρήτρα. Τούτο προκύπτει από τη γενικώς αναγνωρισμένη αρχή ότι κάθε δικαστήριο εφαρμόζει τις δικές του δικονομικές διατάξεις συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί αρμοδιότητας (17). Η κατά τη σύμβαση επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου αφορά, κατά συνέπεια, μόνον τους ουσιαστικούς κανόνες. Για την ερμηνεία της ρήτρας διαιτησίας, από την οποία εξαρτάται σε τελική ανάλυση η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, δεν ισχύουν οι αρχές του γερμανικού δικαίου για την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως αυτές έχουν καταγραφεί ιδίως στα άρθρα 133 και 157 του BGB, ακόμη και όταν η ρήτρα περιέχεται σε σύμβαση η οποία υπόκειται στο γερμανικό δίκαιο.
57. Ακόμη και κατά τις αρχές του γερμανικού δικαίου για την ερμηνεία συμβάσεως δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον το γράμμα της. Αντιθέτως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η βούληση των συμβαλλομένων μερών και το γενικότερο πλαίσιο εντός του οποίου συνήφθη η σύμβαση(18).
58. Από το γράμμα της ρήτρας προκύπτει, κατ’ αρχάς, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επιθυμούσαν να αποκλείσουν την επέμβαση του Δικαστηρίου. Γίνεται ρητώς μνεία της αρμοδιότητάς του ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Με τη ρήτρα τα συμβαλλόμενα μέρη εξέφρασαν επιπλέον την επιθυμία να μεταβιβάσουν, εν πάση περιπτώσει, την αρμοδιότητα για την επίλυση διαφορών όχι στα εθνικά αλλά στα κοινοτικά δικαστήρια. Τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαίωσαν με τις παρατηρήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτή ήταν η επιθυμία τους κατά τη σύναψη της συμβάσεως.
59. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο και το Δικαστήριο συνιστούν από κοινού το όργανο «Δικαστήριο». Τούτο πιστοποιεί, αφενός, το γεγονός ότι στο άρθρο 7, παράγραφος 1, EΚ, στο οποίο απαριθμούνται τα όργανα της Κοινότητας, γίνεται λόγος μόνον για το Δικαστήριο, ενώ το Πρωτοδικείο δεν αναφέρεται χωριστά. Προσέτι, το τμήμα της Συνθήκης ΕΚ το οποίο περιέχει τις διατάξεις για το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο φέρει τον τίτλο «το Δικαστήριο». Κατά συνέπεια, δεν αποκλείεται ότι η μνεία του Πρωτοδικείου περιλαμβάνει και το Δικαστήριο ως pars pro toto.
60. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η σύμβαση συνήφθη στο πλαίσιο του προγράμματος Esprit. Με τη χορήγηση επιδοτήσεων βάσει αντιστοίχων προγραμμάτων η Κοινότητα επιδιώκει την υλοποίηση στόχων στον τομέα της έρευνας και της βιομηχανικής πολιτικής. Είναι λογικό ότι η αρμοδιότητα για την επίλυση διαφορών σε σχέση με τις συμβάσεις αυτές μεταβιβάζεται στα κοινοτικά δικαστήρια. Έτσι εξασφαλίζεται ότι οι εν λόγω συμβάσεις συνομολογούνται βάσει ενιαίου προτύπου και ερμηνεύονται ενιαίως και υπό το πρίσμα του κοινοτικού πλαισίου, στο μέτρο που αυτό είναι δυνατόν βάσει του εκάστοτε εφαρμοστέου στη σύμβαση εθνικού δικαίου.
61. Η υποστηριζόμενη εν προκειμένω άποψη δεν αντιβαίνει προς τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η αρμοδιότητά του βάσει της ρήτρας διαιτησίας πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, εφόσον αυτή συνιστά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες (19). Η εν λόγω κρίση του Δικαστηρίου αφορά το ζήτημα ποιες αξιώσεις στο πλαίσιο αγωγής κατά το άρθρο 238 EΚ μπορούν να προβληθούν ενώπιον του οργάνου «το Δικαστήριο» και όχι την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου.
62. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει ήδη επιληφθεί πλειστάκις, βάσει της ίδιας ή παρεμφερούς ρήτρας, αγωγών των κοινοτικών οργάνων (20). Σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν αμφισβήτησε την αρμοδιότητά του λόγω του γράμματος της ρήτρας, καίτοι θα ήταν υποχρεωμένο να διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως την αναρμοδιότητά του. Εξ αυτού συνάγεται απλώς ότι το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει τη ρήτρα κατά τον τρόπο που προτείνεται εν προκειμένω.
63. Κατά συνέπεια, από την ερμηνεία του άρθρου 7 του παραρτήματος II και λαμβανομένων υπόψη της βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η σύμβαση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για αγωγές της Επιτροπής από την παρούσα σύμβαση.
Β – Το παραδεκτό της αγωγής κατά της InterTeam
64. Στις 22 Δεκεμβρίου 1999 η συνέλευση των μετόχων της InterTeam αποφάσισε την λύση της εταιρίας, η οποία καταχωρίστηκε στο μητρώο εμπόρων στις 18 Ιανουαρίου 2000. Στις 8 Νοεμβρίου 2001, καταχωρίστηκε η περάτωση της εκκαθαρίσεως και η εταιρία διαγράφηκε από το μητρώο εμπόρων.
1. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
65. Κατά την άποψη της Επιτροπής η αγωγή κατά της InterTeam είναι παραδεκτή. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος έχει ακόμη ενεργητικό, θεμελιώνει το παραδεκτό της αγωγής. Στην αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσε ο εναγόμενος να αποφύγει την επαπειλούμενη διαφορά προκαλώντας τη διαγραφή του από το μητρώο εμπόρων.
66. Η AMI, η Euram και η InterTeam υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι η αγωγή κατά της InterTeam είναι απαράδεκτη. Η InterTeam διαγράφηκε λόγω της διακοπής της εμπορικής δραστηριότητάς της και της συνακόλουθης ελλείψεως περιουσιακών στοιχείων. Κατά συνέπεια, μετά τη διαγραφή από το μητρώο εμπόρων δεν έχει πλέον την ικανότητα να είναι διάδικος.
2. Νομική εκτίμηση
67. Η αγωγή κατά της InterTeam θα ήταν απαράδεκτη, αν η InterTeam κατά την κατάθεση της αγωγής δεν είχε ικανότητα δικαίου και ικανότητα να είναι διάδικος. Με την απόφαση Επιτροπή κατά Oder-Plan το Δικαστήριο έκρινε το ζήτημα της ικανότητας δικαίου μιας εταιρίας και της ικανότητάς της να είναι διάδικος βάσει του δικαίου της χώρας της έδρας της εταιρίας (21). Δίκαιο της έδρας της εταιρίας είναι το γερμανικό δίκαιο. Κατά το γερμανικό δίκαιο, μια εταιρία περιορισμένης ευθύνης (GmbH, στο εξής: ΕΠΕ) παύει να υφίσταται με τη διαγραφή της από το μητρώο εμπόρων μετά την περάτωση της εκκαθαρίσεως. Aπό δικονομικής απόψεως η πλήρης εξαφάνιση της εταιρίας έχει ως συνέπεια ότι αίρεται και η ικανότητά της να είναι διάδικος· κατά συνέπεια, αγωγές κατά της εταιρίας είναι απαράδεκτες.(22)
68. Σε αντιδιαστολή προς την υπό κρίση υπόθεση, η εναγομένη στην υπόθεση Επιτροπή κατά Oder-Plan τελούσε ακόμη υπό εκκαθάριση και δεν είχε ακόμη διαγραφεί από το μητρώο εμπόρων. Επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί από την απόφαση αυτή, όπως φρονεί η Επιτροπή, ότι η αγωγή κατά της ήδη προ της ασκήσεως της αγωγής πλήρως εκκαθαρισθείσας και διαγραφείσας από το μητρώο εμπόρων InterTeam είναι παραδεκτή.
69. Aκόμη και μια εκκαθαρισθείσα και διαγραφείσα από το μητρώο εμπόρων ΕΠΕ (GmbH) μπορεί, εν πάση περιπτώσει, κατ’ εξαίρεση να εναχθεί, εάν ο ενάγων ισχυρίζεται τεκμηριωμένα ότι η ΕΠΕ έχει ακόμη περιουσιακά στοιχεία (23). Στην εναγόμενη εταιρία αναγνωρίζεται ακόμη ικανότητα δικαίου και ικανότητα να είναι διάδικος. Προϋπόθεση προς τούτο είναι, εν πάση περιπτώσει, ότι ο ενάγων προβάλει τουλάχιστον ενδείξεις ότι η εταιρία διαθέτει περιουσιακά στοιχεία (24). Αντιθέτως, ο άνευ αποδείξεων ισχυρισμός ότι η ΕΠΕ έχει ακόμη αξιώσεις δεν αρκεί για το παραδεκτό μιας τέτοιας δίκης (25).
70. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο απλός ισχυρισμός ότι η εναγομένη διαθέτει ακόμη περιουσιακά στοιχεία πρέπει να αρκεί για το παραδεκτό της αγωγής κατά ΕΠΕ που έχει διαγραφεί από το μητρώο εμπόρων, διότι ο εναγόμενος θα μπορούσε μέσω της διαγραφής από το μητρώο εμπόρων να αποφύγει την αγωγή, δεν είναι πειστικό. Πράγματι, η διαγραφή εταιρίας από το μητρώο εμπόρων πραγματοποιείται μετά την ολοκλήρωση ρυθμιζόμενης από τον νόμο διαδικασίας, η οποία λαμβάνει υπόψη την προστασία των πιστωτών (26). Εξαιρέσεις από την αρχή του απαραδέκτου αγωγών κατά εκκαθαρισμένων και διαγραφεισών εταιριών πρέπει να επιτρέπονται για λόγους ασφαλείας δικαίου μόνον υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων προβάλλει τεκμηριωμένες ενδείξεις ότι η εταιρία διαθέτει περιουσιακά στοιχεία.
71. Επειδή η Επιτροπή ισχυρίστηκε γενικώς και μόνον ότι η InterTeam διαθέτει ακόμη περιουσιακά στοιχεία, δεν προέβαλε όμως συναφώς καμία περαιτέρω ένδειξη, η αγωγή της Επιτροπής κατά της InterTeam πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (27).
Γ – Το παραδεκτό της αγωγής κατά των A-Consult και Ision
72. Η αγωγή της Επιτροπής ασκήθηκε στις 12 Αυγούστου 2002. Ήδη προηγουμένως, δηλαδή στις 25 Ιουλίου 2002, κινήθηκε για την περιουσία της A-Consult η πτωχευτική διαδικασία εκ μετατροπής της διαδικασίας δικαστικού διακανονισμού κατά το αυστριακό δίκαιο και για την περιουσία της Ision κινήθηκε στις 19 Ιουλίου 2002 η διαδικασία αφερεγγυότητας κατά το γερμανικό δίκαιο.
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
73. Ο σύνδικος της πτωχεύσεως της A-Consult ισχυρίζεται ότι η αγωγή που ασκήθηκε κατά της A-Consult είναι απαράδεκτη. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του αυστριακού κώδικα πτωχεύσεως (Konkursordnung, στο εξής: KO), διαφορές στο πλαίσιο των οποίων προβάλλονται αξιώσεις επί του ενεργητικού που ανήκει στην πτωχευτική περιουσία, μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, δεν μπορούν ούτε να ασκηθούν ούτε να εκδικασθούν. Κατά τα άρθρα 16 και 17 του κανονισμού (EΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (28) (στο εξής: κανονισμός 1346/2000), η απόφαση ενάρξεως διαδικασίας αφερεγγυότητας εντός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως παράγει άνευ ετέρου σε κάθε άλλο κράτος μέλος τα αποτελέσματα που ορίζει το δίκαιο του κράτους ενάρξεως.
74. Και η Ision υποστηρίζει ότι η κατ’ αυτής ασκηθείσα αγωγή είναι απαράδεκτη. Με την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας στις 19 Ιουλίου 2002 έχασε την ικανότητα να είναι διάδικος. Από το χρονικό αυτό σημείο και στο εξής το δικαίωμα διεξαγωγής δίκης σε σχέση με την περιουσία που αφορά η διαδικασία αφερεγγυότητας ανήκει, κατά το άρθρο 80 του γερμανικού κώδικα περί αφερεγγυότητας (Ιnsolvenzordnung, στο εξής: InsO), στον σύνδικο της πτωχεύσεως. Εν τούτοις, δεν πραγματοποιήθηκε επίδοση της αγωγής στον σύνδικο της πτωχεύσεως. Επομένως, ο σύνδικος της πτωχεύσεως δεν κατέστη διάδικος στη διαφορά.
75. Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι αγωγές είναι παραδεκτές. Η αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για την εκδίκαση της παρούσας διαφοράς απορρέει από το άρθρο 238 EΚ σε συνδυασμό με τη ρήτρα διαιτησίας. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι στην εν λόγω αποκλειστική αρμοδιότητα δεν μπορεί να αντιταχθεί το εθνικό δίκαιο. Ο κανονισμός 1346/2000 αφορά μόνον τις συνέπειες διαδικασίας αφερεγγυότητας εντός των κρατών μελών, δεν έχει όμως καμία συνέπεια για το παραδεκτό αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπλέον, η Επιτροπή δηλώνει ότι ενημερώθηκε μόλις στις 23 Σεπτεμβρίου 2002, δηλαδή δυόμιση μήνες μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, από την A-Consult για το θέμα αυτό. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενημέρωση «αμελλητί» υπό την έννοια του άρθρου 40 του κανονισμού 1346/2000.
2. Νομική εκτίμηση
Επί του κυρίου αιτήματος
76. Το παραδεκτό αγωγών κατά εταιριών, κατά της περιουσίας των οποίων έχει κινηθεί διαδικασία κηρύξεως πτωχεύσεως ή αφερεγγυότητας, θα μπορούσε να θεωρηθεί, όπως ακριβώς το παραδεκτό αγωγών κατά εταιριών που τελούν υπό εκκαθάριση, ως πρόβλημα ικανότητας δικαίου και ικανότητας διαδίκου. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί το γεγονός ότι η κίνηση διαδικασίας αφερεγγυότητας προκαλεί μεταβολή του καθεστώτος μιας εταιρίας η οποία δεν μπορεί να ενεργήσει μέσω των οργάνων της. Μεταβάλλεται σε ιδιαίτερη περιουσία (την πτωχευτική περιουσία που διοικείται από τον σύνδικο της πτωχεύσεως). Κατά συνέπεια, θα πρέπει να εφαρμοστεί το δίκαιο της χώρας της έδρας των εταιριών, επομένως το αυστριακό ή το γερμανικό δίκαιο, αντιστοίχως (29).
77. Το παραδεκτό, πάντως, θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί ως χωριστό δικονομικό ζήτημα και κατά το δίκαιο του forum, επομένως κατά τους κανόνες διαδικασίας που ισχύουν για το Δικαστήριο, οι οποίοι δεν περιλαμβάνουν, άλλωστε, καμία ρητή διάταξη για την εν λόγω περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, μετά την απόφαση Feilhauer (30), δεν μπορούν να αντιταχθούν στο Δικαστήριο εθνικές δικονομικές διατάξεις, οι οποίες αποκλείουν τη δικαιοδοσία του.
78. Το ζήτημα αν το παραδεκτό της αγωγής εν προκειμένω συνιστά πρόβλημα της ικανότητας του είναι διάδικον ή γενικότερο πρόβλημα του παραδεκτού θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να παραμείνει ανοικτό, αν, από την ερμηνεία του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη του κανονισμού 1346/2000, προέκυπτε ότι οι συνέπειες μιας διαδικασίας κηρύξεως πτωχεύσεως που κινήθηκε εντός των κρατών μελών πρέπει να ισχύουν ομοίως στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
79. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1346/2000, το δίκαιο του κράτους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας ρυθμίζει τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών. Επομένως, το παραδεκτό μέτρων νομικών διώξεων ενώπιον δικαστηρίων των κρατών μελών ρυθμίζεται κατά το γερμανικό και το αυστριακό δίκαιο.
80. Κατά το γερμανικό δίκαιο, μπορούν σύμφωνα με το άρθρο 87 του InsO, οι πιστωτές να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά της περιουσίας οφειλέτη μόνον κατά τις διατάξεις περί της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Τη διεπόμενη από το αστικό δικονομικό δίκαιο άσκηση της αγωγής αντικαθιστά η διαδικασία υποβολής αιτήσεως κατά τα άρθρα 174 επ. του InsO. Επομένως, ευθεία αγωγή κατά της οφειλέτριας εταιρίας ή κατά του συνδίκου της πτωχεύσεως πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη(31).
81. Και κατά το αυστριακό δίκαιο, μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως δεν μπορεί πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του KO, να επιδιωχθεί η δικαστική ικανοποίηση ή η ασφάλιση αξιώσεων κατά της πτωχευτικής περιουσίας.
82. Κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου οι εκάστοτε αγωγές πρέπει, κατά συνέπεια, να απορρίπτονται ως απαράδεκτες.
83. Πρέπει βεβαίως να γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής ότι ο κανονισμός 1346/2000 δεν περιέχει καμία διάταξη η οποία να προβλέπει ρητώς την εφαρμογή του σε διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου. Το δικονομικό δίκαιο του Δικαστηρίου δεν αναφέρεται επίσης στον κανονισμό αυτόν. Εν τούτοις, από ερμηνεία προσανατολισμένη προς το πνεύμα και τον σκοπό του κανονισμού προκύπτει ότι για τις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ισχύσει καμία εξαίρεση από τις αρχές τις οποίες θεσπίζει ο κανονισμός 1346/2000.
84. Ο σκοπός των διαδικασιών αφερεγγυότητας έγκειται στην ισότιμη διανομή μεταξύ των πιστωτών της διαθέσιμης περιουσίας στο πλαίσιο μίας και της αυτής διαδικασίας στην οποία μετέχουν όλοι οι πιστωτές. Επομένως, κατά το εθνικό δίκαιο, δεν επιτρέπεται η δικαστική επιδίωξη ικανοποιήσεως ατομικών αξιώσεων μετά την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Οι πιστωτές δεν μπορούν ούτε να ασκήσουν ευθεία αγωγή, για να αποκτήσουν χωριστό τίτλο, ούτε να επιδιώξουν την κατ’ ιδίαν αναγκαστική εκτέλεση βάσει των υφισταμένων τίτλων (32). Πράγματι, κατά τον τρόπο αυτόν θα μπορούσαν μεμονωμένοι πιστωτές να επιτύχουν πληρέστερη ικανοποίηση σε σχέση με άλλους. Με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1346/200 διασφαλίζεται ότι η αρχή αυτή δεν μπορεί να καταστρατηγηθεί με την άσκηση αγωγών εντός άλλων κρατών μελών.
85. Ο κανονισμός ισχύει άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη και είναι υποχρεωτικός για όλα τα εθνικά δικαστήρια. Δεν είναι σαφές γιατί οι αρχές που διατυπώνονται στον κανονισμό δεν θα έπρεπε να τηρηθούν και στις διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων της Κοινότητας. Εάν οι αρχές αυτές δεν εφαρμόζονταν αναλόγως σε αγωγές της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή θα είχε, έναντι των λοιπών πιστωτών οι οποίοι μπορούν να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους μόνον στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας, προνομιακή θέση η οποία δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί (33). Για να μη τεθεί εν αμφιβόλω η πρακτική αποτελεσματικότητα (effet utile) του κανονισμού, πρέπει να ισχύει και για την Επιτροπή ο κανόνας ότι αυτή μπορεί να προβάλει τις συμβατικές απαιτήσεις της μετά την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας μόνον στο πλαίσιο των εθνικών διαδικασιών αφερεγγυότητας.
86. Οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Feilhauer (34) καθώς και η αρχή ότι ένα δικαστήριο εφαρμόζει τους δικούς του κανόνες διαδικασίας, δεν αποκλείουν την υποστηριζόμενη εν προκειμένω λύση. Πράγματι, οι εθνικές διατάξεις, οι οποίες αποκλείουν το παραδεκτό της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου, εφαρμόζονται βάσει κανόνα συγκρούσεως του κοινοτικού δικαίου (άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 1346/2000). Το ίδιο το κοινοτικό δίκαιο δέχεται, ή μάλιστα επιβάλλει, ότι το παραδεκτό της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται λόγω των εφαρμοστέων εθνικών διατάξεων.
87. Επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το παραδεκτό της αγωγής κατά της A-Consult συνάγεται εν πάση περιπτώσει, και εάν τύχει εφαρμογής ο κανονισμός 1346/2000, από το γεγονός ότι ενημερώθηκε, κατά παράβαση του άρθρου 40 του κανονισμού, μόλις δυόμισι μήνες μετά την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας και, επομένως, όχι «αμελλητί» υπό την έννοια του εν λόγω κανόνα.
88. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, το άρθρο 40 του κανονισμού 1346/2000 δεν περιέχει κανέναν κανόνα κυρώσεως υπό την έννοια ότι σε περίπτωση που δεν χωρεί ενημέρωση άνευ υπαιτίου βραδύτητος οι συνέπειες της κινήσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας επέρχονται μόνον έναντι των πιστωτών οι οποίοι ενημερώθηκαν αμελλητί. Εξάλλου, η κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας καταχωρίζεται στο μητρώο εμπόρων ή στο βιβλίο εταιριών και γνωστοποιείται στο κοινό, οπότε η Επιτροπή ήταν σε θέση, και χωρίς την αντίστοιχη ενημέρωση, να πληροφορηθεί την έναρξη της διαδικασίας.
89. Επομένως, κατ’ αποτέλεσμα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αγωγή κατά των A-Consult και Ision είναι απαράδεκτη, διότι το αυστριακό και το γερμανικό δίκαιο περί αφερεγγυότητας, τα οποία έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, αποκλείουν μέτρα νομικής διώξεως μεμονωμένων πιστωτών μετά την έναρξη της διαδικασίας κηρύξεως πτωχεύσεως ή της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
Επί των επικουρικών αιτημάτων
90. Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή μετέτρεψε, επικουρικώς, την καταψηφιστική αγωγή της όσον αφορά την A-Consult και την Ision σε αναγνωριστική αγωγή. Κατά το χρονικό αυτό σημείο, η απαίτηση κατά της A-Consult δεν είχε ακόμη αναγγελθεί στον πίνακα κατατάξεως των πτωχευτικών απαιτήσεων. Αντιθέτως, κατά τις συγκλίνουσες ενδείξεις της Επιτροπής και του συνδίκου πτωχεύσεως της Ision, κατά την προφορική διαδικασία, η απαίτηση κατά της εταιρίας αυτής είχε αναγγελθεί σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε ακριβέστερα στον πίνακα κατατάξεως των πτωχευτικών απαιτήσεων και είχε αμφισβητηθεί από τον σύνδικο της πτωχεύσεως.
91. Αν μια απαίτηση που αναγγέλλεται στον πίνακα κατατάξεως των πτωχευτικών απαιτήσεων αμφισβητείται εντός της προθεσμίας ελέγχου από τον σύνδικο της πτωχεύσεως ή από άλλον πιστωτή, ο πιστωτής μπορεί, κατά το αυστριακό δίκαιο, να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή κατά το άρθρο 110 της KO. Αρμόδιο για την αγωγή αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 111 της KO, το δικαστήριο της πτωχεύσεως. Αντίστοιχα ισχύουν, κατά τα άρθρα 179 επ. της InsO, στο γερμανικό δίκαιο.
92. Η προβλεπόμενη σε αμφότερες τις έννομες τάξεις για τις εν λόγω αναγνωριστικές αγωγές δικαιοδοσία του δικαστηρίου της πτωχεύσεως ή της αφερεγγυότητας δεν αποκλείει την άσκηση αντίστοιχης αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 110, παράγραφος 1, της KO, η άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής ενώπιον του (αυστριακού) δικαστηρίου της πτωχεύσεως είναι δυνατή μόνον στο μέτρο που η έννομη προστασία είναι παραδεκτή. Το ίδιο ισχύει κατά το άρθρο 185 της InsO στο γερμανικό δίκαιο. Επειδή, κατά το άρθρο 238 EΚ, εάν υφίσταται ρήτρα διαιτησίας το Δικαστήριο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, είναι απαράδεκτη η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Επιπλέον, στο γερμανικό δίκαιο αναγνωρίζεται ότι η αγωγή με την οποία σκοπείται η διαπίστωση αμφισβητουμένων πτωχευτικών απαιτήσεων μπορεί, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 180 της InsO, να ασκηθεί και ενώπιον διαιτητικού δικαστηρίου ως προς το οποίο συμφώνησαν οι διάδικοι (35).
93. Προϋπόθεση της αναγνωριστικής αγωγής είναι όμως, σε κάθε περίπτωση, ότι η απαίτηση έχει εγγραφεί στον πίνακα κατατάξεως πτωχευτικών απαιτήσεων και έχει αποτελέσει αντικείμενο αμφισβητήσεως. Τούτο δεν έχει συμβεί ακόμη στην περίπτωση της απαιτήσεως κατά της A-Consult. Τα επικουρικά αιτήματα είναι, κατά συνέπεια, απαράδεκτα, στο μέτρο που αφορούν αξιώσεις κατά της A-Consult. Πράγματι, εφόσον δεν υφίσταται καμία βεβαιότητα ότι αμφισβητείται η απαίτηση, δεν συντρέχει ανάγκη έννομης προστασίας. Εάν η απαίτηση δεν αμφισβητείται, η Επιτροπή δεν χρειάζεται να επιτύχει τη δικαστική αναγνώρισή της.
94. Η αξίωση κατά της Ision έχει όμως εγγραφεί στον πίνακα κατατάξεως των απαιτήσεων(36). Τα επικουρικά αιτήματα θα μπορούσαν εν τούτοις να είναι επίσης απαράδεκτα, διότι δεν στρέφονται κατά των σωστών εναγομένων και/ή διότι υποβλήθηκαν με καθυστέρηση.
95. Η αγωγή αναγνωρίσεως του βασίμου της εγγραφής στον πίνακα κατατάξεως πρέπει να στραφεί κατά διαφορετικών εναγομένων από εκείνους που αφορούσε η αρχικώς ασκηθείσα καταψηφιστική αγωγή, δηλαδή κατά εκείνων που αμφισβητούν το υποστατό της απαιτήσεως. Αυτός μπορεί να είναι ο σύνδικος της πτωχεύσεως ή ακόμη και άλλος πιστωτής. Αμφιβολίες για το παραδεκτό των επικουρικών αιτημάτων κατά της Ision υφίστανται πράγματι, διότι η Επιτροπή δεν ζήτησε τη μετατροπή της αγωγής σε αγωγή κατά του συνδίκου της πτωχεύσεως ή κατά άλλου πτωχευτικού πιστωτή, ο οποίος αμφισβήτησε την αξίωση. Επομένως, η αγωγή δεν χρειάζεται να επιδοθεί και τυπικώς στον σύνδικο της πτωχεύσεως.
96. Ακόμη και αν τα αιτήματα ερμηνευθούν διασταλτικά, υπό την έννοια ότι στρέφονται κατά του συνδίκου της πτωχεύσεως, αντιβαίνει προς το παραδεκτό τους το γεγονός ότι υποβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά την προφορική διαδικασία. Βεβαίως πρέπει να θεωρηθεί ότι η αναγνώριση μιας αξιώσεως εμπεριέχεται ήδη στην καταδίκη σε αντίστοιχη παροχή. Επειδή όμως η αγωγή με την οποία ζητείται η αναγνώριση του βασίμου της αναγγελίας αξιώσεως στον πίνακα κατατάξεως στρέφεται κατά άλλων εναγομένων εκτός από εκείνους κατά των οποίων στρεφόταν η αρχική καταψηφιστική αγωγή, δηλαδή κατά εκείνων οι οποίοι αμφισβητούν την ύπαρξη της αξιώσεως, είναι εν προκειμένω αναγκαία η μετατροπή της αγωγής.
97. Ο κανονισμός διαδικασίας δεν ρυθμίζει ρητώς αν και, εν πάση περιπτώσει, μέχρι ποίου χρονικού σημείου είναι δυνατή η μετατροπή της αγωγής. Κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, απαγορεύεται η προβολή νέων επιθετικών και αμυντικών ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, εκτός εάν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία τα οποία ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Η διάταξη αυτή πρέπει να εφαρμοστεί αναλόγως στην υπό κρίση μετατροπή της αγωγής, περιλαμβανομένων και των απαιτουμένων προς τούτο πραγματικών ισχυρισμών, ιδίως όσον αφορά την αναγγελία της απαιτήσεως στον πίνακα και την αμφισβήτηση της απαιτήσεως από τον σύνδικο της πτωχεύσεως.
98. Η διαδικασία αφερεγγυότητας για το ενεργητικό της Ision κινήθηκε στις 19 Ιουλίου 2002. Ακόμη και αν η Επιτροπή κατά την άσκηση της αγωγής στις 12 Αυγούστου 2002, παρά την ανακοίνωση στο κοινό, δεν είχε ακόμη λάβει γνώση της κινήσεως της διαδικασίας, την πληροφορήθηκε το αργότερο με την επίδοση του εγγράφου του συνδίκου της πτωχεύσεως της Ision, που κατατέθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας στις 26 Σεπτεμβρίου 2002.
99. Είχε έκτοτε την ευκαιρία να αναγγείλει την απαίτηση στον πίνακα και – κατόπιν της αμφισβητήσεως της απαιτήσεως από τον σύνδικο της πτωχεύσεως – να υποβάλει τα αναγνωριστικά αιτήματα. Πράγματι, υπέβαλε τα εν λόγω αιτήματα για πρώτη φορά κατά την προφορική διαδικασία, στις 8 Ιουλίου 2004, χωρίς να δικαιολογήσει την καθυστέρηση αυτή. Τούτο είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, την μη προσήκουσα εμπλοκή του συνδίκου της πτωχεύσεως της Ision στην υπό κρίση διαδικασία. Πριν από την αναγγελία της απαιτήσεως και την επίδοση της αγωγής, ο σύνδικος δεν είχε κανένα λόγο συμμετοχής στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
100. Κατά συνέπεια, η αγωγή κατά της A-Consult και κατά της Ision είναι απαράδεκτη και στο μέτρο που η Επιτροπή ζήτησε επικουρικώς την αναγνώριση του βασίμου της εγγραφής των απαιτήσεων στον πίνακα κατατάξεως των απαιτήσεων.
VI – Το βάσιμο
101. Η Επιτροπή προβάλλει, στηριζόμενη στις συμβατικές διατάξεις, ιδίως στο άρθρο 23.3 του παραρτήματος II, και στον αδικαιολόγητο πλουτισμό σύμφωνα με το άρθρο 812 του BGB, αξίωση επιστροφής των προκαταβολών κατά των εναγομένων ως εις ολόκληρον οφειλετών. Επειδή η αγωγή κατά της InterTeam, της A-Consult και της Ision είναι απαράδεκτη, πρέπει ακόμη να εξετασθεί αν η αγωγή κατά της AMI, της Intracom, της Euram και της Nordbank (37) είναι βάσιμη.
102. Η ενοχή εις ολόκληρον χαρακτηρίζεται, κατά το άρθρο 421 του BGB, από το γεγονός ότι έκαστος των οφειλετών είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ολόκληρη την παροχή. Μόνον αν υφίστατο ενοχή εις ολόκληρον, θα είχε η αγωγή της Επιτροπής προοπτικές πλήρους ευδοκιμήσεως. Εν εναντία περιπτώσει, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει από έκαστο των αντισυμβαλλομένων τμήμα μόνον της παροχής.
Α – Εις ολόκληρον ευθύνη
1. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
Η Επιτροπή
103. Η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η εις ολόκληρον ευθύνη απορρέει από το άρθρο 1 της συμβάσεως και από το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II. Η κατανομή των τμημάτων του έργου στους κατ’ ιδίαν συμβαλλομένους δεν αποκλείει την ενοχή εις ολόκληρον, επειδή οι κατ’ ιδίαν επιμέρους παροχές πρέπει να ικανοποιούν ένα και το αυτό συμφέρον όσον αφορά την παροχή.
104. Περαιτέρω, από τη σύμβαση συνάγεται επίσης ότι σε εκάστη των εναγομένων μπορούν να καταλογισθούν οι παραλείψεις άλλης εναγομένης σύμφωνα με το άρθρο 425, παράγραφος 1, του BGB (38). Η εν λόγω κοινή ευθύνη για την οφειλή άλλων εις ολόκληρον οφειλετών γίνεται, κατά κανόνα, δεκτή στο γερμανικό δίκαιο, εάν –όπως στην υπό κρίση υπόθεση– πλείονες επιχειρήσεις ευθύνονται για την εκτέλεση ενός έργου (άρθρο 427 του BGB).
105. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της συμβάσεως δεν αφορά την υπό κρίση υπόθεση, αλλά καθορίζει το ζήτημα σε ποια έκταση οι συμβαλλόμενοι πρέπει να ευθύνονται για παραλείψεις συμβαλλομένου έναντι τρίτων (π.χ. υπεργολάβων). Ακόμη και αν πρόκειται συναφώς για εξαίρεση από την εις ολόκληρον ευθύνη έναντι της Επιτροπής, οι εναγόμενες δεν έκαναν τα πάντα ώστε να αποτρέψουν τις παραλείψεις που τεκμηριώνονται στις εκθέσεις αξιολογήσεως. Εν πάση περιπτώσει, όλες οι εναγόμενες παρέβησαν την υποχρέωσή τους για αμοιβαία συνεργασία και δεν ενημέρωσαν την Επιτροπή, κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο c, του παραρτήματος II, για την ανεπαρκή πρόοδο των εργασιών.
Οι εναγόμενες
106. Η A-Consult και η Intracom φρονούν ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της συμβάσεως δεν θεμελιώνει, εν πάση περιπτώσει όσον αφορά την υποχρέωση επιστροφής κατά το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II, εις ολόκληρον ενοχή. Αντιθέτως, η ευθύνη για τις δευτερεύουσες παροχές ρυθμίζεται μόνον στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της συμβάσεως.
107. Η Intracom αποκλείει την ύπαρξη ενοχής εις ολόκληρον διότι δεν διαθέτουν όλοι οι οφειλέτες την αναγκαία τεχνογνωσία για να εκπληρώσουν το σύνολο της παροχής. Εξάλλου, η συμβατική διάταξη κατισχύει της ρυθμίσεως του άρθρου 427 του BGB που έχει εφαρμογή σε περίπτωση αμφιβολίας.
108. Η AMI, η Euram και η InterTeam, οι οποίες υπέβαλαν κοινές παρατηρήσεις, καθώς και η Nordbank είναι της απόψεως ότι η εις ολόκληρον ενοχή του άρθρου 1, παράγραφος 1, της συμβάσεως για την κύρια παροχή τροποποιείται σημαντικά στην παράγραφο 2 της διατάξεως.
109. Οι εναγόμενες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Επιτροπή δεν εξέθεσε διεξοδικά τις παραλείψεις που προσάπτονται στους εκάστοτε συμβαλλομένους κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της συμβάσεως. Η Nordbank και η Intracom συμπληρώνουν ότι εκπλήρωσαν όλες τις υποχρεώσεις τους μέχρι τη διακοπή των εργασιών. Λόγω της πρόωρης λήξεως, δεν είχαν πλέον τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν τις εργασίες που τους αναλογούσαν.
110. Η Nordbank και η Intracom αρνούνται ότι αθέτησαν την υποχρέωση ενημερώσεως. Το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο c, του παραρτήματος II προβλέπει απλώς ότι τα συμβαλλόμενα μέρη οφείλουν να ενημερώνουν την Επιτροπή για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στο πεδίο των δραστηριοτήτων τους. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσαν να αντιληφθούν ότι άλλα συμβαλλόμενα μέρη ήσαν ενδεχομένως υπερήμερα.
111. Από τη φύση της συμβάσεως ως συμβάσεως επιδοτήσεως συνάγεται, κατά τη γνώμη της Nordbank, ότι κάθε συμβαλλόμενος υποχρεούται σε επιστροφή μόνον στο μέτρο που έλαβε πράγματι δημόσια χρήματα τα οποία δεν είχε το δικαίωμα να λάβει.
2. Νομική εκτίμηση
112. Το ζήτημα κατά πόσον υφίσταται ενοχή εις ολόκληρον πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξετασθεί βάσει των ίδιων των συμβατικών διατάξεων. Αφενός, η ενοχή εις ολόκληρον θα μπορούσε να συναχθεί από το γεγονός ότι αυτή προβλέπεται άμεσα στη σύμβαση. Αφετέρου, η εις ολόκληρον ευθύνη των συμβαλλομένων θα μπορούσε να προκύψει από το γεγονός ότι συνιστούν ενδεχομένως εταιρία του αστικού δικαίου (GbR) υπό την έννοια του άρθρου 705 του BGB, ο εταιρικός σκοπός της οποίας έγκειται στην υλοποίηση του προγράμματος (39). Πράγματι, κάθε εταίρος εταιρίας αστικού δικαίου (GbR) ευθύνεται, κατ’ αρχήν, επικουρικώς για τις υποχρεώσεις της εταιρίας και μάλιστα στο ύψος της κοινής οφειλής και όχι μόνον κατά το μέρος το οποίο του αναλογεί στο πλαίσιο της εσωτερικής εταιρικής σχέσεως (40).
113. Επικουρική ευθύνη των εταίρων, όπως η συμβατικώς συνομολογηθείσα εις ολόκληρον ευθύνη, προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, ότι η σύμβαση θεμελιώνει πράγματι αξίωση επιστροφής των προκαταβολών κατά της εταιρίας (και όχι μόνον κατά των κατ’ ιδίαν συμβαλλομένων) και ότι η προσωπική ευθύνη των εταίρων δεν περιορίστηκε με τη σύμβαση.
114. Για την κύρια παροχή, επομένως για την υλοποίηση του προγράμματος, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της συμβάσεως θεμελιώνει σαφώς, κατά το γράμμα του, ενοχή εις ολόκληρον. Η επιλεγείσα στο κείμενο της συμβάσεως έκφραση jointly and severally αντιστοιχεί στην εις ολόκληρον ενοχή. Ομοίως το αντίστοιχο χωρίο στη γερμανική απόδοση της συμβάσεως-τύπου ορίζει τα εξής: «Die Vertragspartner führen die in Anhang I dieses Vertrags genannten Arbeiten [...] als Gesamtschuldner [...] aus».
115. Εάν όμως μια αδιαίρετη παροχή – όπως στην υπό κρίση περίπτωση – δεν μπορεί να εκπληρωθεί από έκαστο των συμβαλλομένων αυτοτελώς, οι συμβαλλόμενοι είχαν ενδεχομένως την πρόθεση αντί της ενοχής εις ολόκληρον να αναλάβουν κοινή οφειλή, επειδή δεν μπορεί να υποτεθεί ότι οι συμβαλλόμενοι δεσμεύθηκαν για κάτι αδύνατον (41). Η κοινή οφειλή χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι ο δανειστής δεν μπορεί να απαιτήσει από έκαστο οφειλέτη την εκπλήρωση του συνόλου της παροχής, αλλά μόνον την εκπλήρωση της παροχής δια της συνεργασίας όλων των οφειλετών(42).
116. Aπό το άρθρο 1, παράγραφος 2, της συμβάσεως προκύπτει ότι – αντίθετα προς το γράμμα της παραγράφου 1 – συνομολογήθηκε πράγματι κοινή οφειλή. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, επιβάλλει, δηλαδή, στους συμβαλλομένους μόνον την υποχρέωση να επιδιώξουν κατά τον προσήκοντα τρόπο την επίτευξη των στόχων του προγράμματος και να αναλάβουν τις υποχρεώσεις συμβαλλομένου μέρους που δεν εκπληρώνει τις συμβατικές υποχρεώσεις του. Περαιτέρω, κανένας συμβαλλόμενος δεν πρέπει να ευθύνεται για γεγονότα τα οποία εκφεύγουν της συνήθους επιρροής του. Επομένως, επειδή ο συμβαλλόμενος δεν υποχρεούται να εκπληρώσει ο ίδιος το σύνολο της παροχής, αποκλείεται η ενοχή εις ολόκληρον.
117. Εν τούτοις, η υπό κρίση διαφορά δεν αφορά πλέον την κύρια παροχή, επομένως την εκτέλεση του προγράμματος και την κατασκευή της εμπορικής κοινής βάσεως για ηλεκτρονικά εξαρτήματα. Η Επιτροπή απαιτεί, αντιθέτως, την επιστροφή προκαταβολών, τις οποίες φρονεί ότι οι εναγόμενες δεν δικαιούνται. Το γεγονός ότι ήδη για την κύρια παροχή δεν υφίσταται ενοχή εις ολόκληρον, είναι μια ένδειξη περί του τρόπου με τον οποίον οι συμβαλλόμενοι θα επιθυμούσαν γενικώς να κατανείμουν τους κινδύνους. Εν τούτοις, από τα ανωτέρω δεν συνάγεται κατ’ ανάγκην ότι ούτε για την υποχρέωση επιστροφής υφίσταται ενοχή εις ολόκληρον.
118. Η επιστροφή των προκαταβολών είναι διαιρετή παροχή, για την οποία ισχύουν, κατά τις νομοθετικές διατάξεις, οι ακόλουθες αρχές. Εάν πλείονες οφειλέτες οφείλουν να καταβάλουν διαιρετή παροχή όπως η επίδικη επιστροφή, ευθύνονται, εν αμφιβολία, κατά το άρθρο 420 του BGB, μερικώς μόνον. Κατ’ απόκλιση από την ανωτέρω διάταξη, το άρθρο 427 του BGB προβλέπει, εν πάση περιπτώσει, ότι και όσον αφορά τις διαιρετές παροχές υφίσταται εν αμφιβολία εις ολόκληρον ευθύνη, όταν πλείονες οφειλέτες αναλαμβάνουν με σύμβαση από κοινού την εκπλήρωση παροχής. Η ερμηνεία αυτή ισχύει, πάντως, υπό την επιφύλαξη ότι δεν έχει θεσπισθεί καμία αποκλίνουσα συμβατική ρύθμιση, πράγμα που πρέπει να εξετασθεί στη συνέχεια. Θα μπορούσε να υφίσταται εις ολόκληρον ευθύνη και στο μέτρο που πρόκειται για υποχρέωση εταιρίας αστικού δικαίου, για την οποία οι εταίροι ευθύνονται επικουρικώς ως εις ολόκληρον οφειλέτες.
119. Η κεντρική διάταξη της συμβάσεως για την επιστροφή προκαταβολών, οι οποίες υπερβαίνουν τις δαπάνες που αναγνωρίστηκαν, είναι το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II. Η διάταξη αυτή δεν προβλέπει ρητώς εις ολόκληρον ευθύνη όλων των συμβαλλομένων. H αξίωση επιστροφής της Επιτροπής θα μπορούσε όμως να στρέφεται κατά μιας – υποτιθέμενης – εταιρίας ή κατά της κοινότητας των συμβαλλομένων για τις υποχρεώσεις της οποίας κάθε συμβαλλόμενος ευθύνεται εις ολόκληρον. Είναι επίσης δυνατόν, έκαστος συμβαλλόμενος, θεωρούμενος μεμονωμένως, να ευθύνεται μόνον για τα ποσά τα οποία έλαβε.
120. Στο άρθρο 23.3 κατονομάζονται ως υπόχρεοι επιστροφής the contractors (οι συμβαλλόμενοι). Εξ αυτού δεν συνάγεται οπωσδήποτε η ύπαρξη κοινής υποχρεώσεως και, συνακολούθως, εις ολόκληρον ενοχής. Η διατύπωση αυτή μπορεί επίσης να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι οφείλουν να επιστρέψουν τα ποσά τα οποία υπερβαίνουν την αποζημίωση που τους οφείλεται για τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν.
121. Από τη χρησιμοποίηση του ρήματος to reimburse (επιστρέφω) συνάγεται ότι οι συμβαλλόμενοι οφείλουν να επιστρέψουν μόνον τα ποσά τα οποία έλαβαν προηγουμένως. Κατ’ ουσίαν πρόκειται, επομένως, για ειδική συμβατική ρύθμιση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σύμφωνα με το άρθρο 812 του BGB σκοπούν στην επιστροφή αυτού που κάποιος έλαβε (ο ίδιος). Συνεπώς, δεν υφίσταται, κατά κανόνα, ενοχή εις ολόκληρον μεταξύ πλειόνων συμβαλλομένων, οι οποίοι οφείλουν να επιστρέψουν αυτό που έλαβαν βάσει π.χ. άκυρης συμβάσεως (43). Κάτι διαφορετικό μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να ισχύει όταν πρόκειται για τον εξ αδιαιρέτου πλουτισμό, όπως στην περίπτωση εταιρίας αστικού δικαίου (44).
122. Καθοριστική σημασία για την ερμηνεία της υποχρεώσεως επιστροφής έχει, επομένως, το ζήτημα σε ποιόν έγινε η πληρωμή. Πράγματι, μόνον ο αποδέκτης των πληρωμών υποχρεούται εν προκειμένω σε επιστροφή.
123. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να κατέβαλε η Επιτροπή τα ποσά που συνομολογήθηκαν με τη σύμβαση στους αντισυμβαλλομένους της εξ αδιαιρέτου, ιδίως σε εταιρία αστικού δικαίου που αυτοί συνέστησαν. Υπέρ του ενδεχομένου αυτού συνηγορεί εκ πρώτης όψεως το γεγονός ότι η Επιτροπή καταβάλλει τα ποσά στον συντονιστή και όχι αναλογικά σε κάθε συμβαλλόμενο.
124. Από το άρθρο 2.1 του παραρτήματος II συνάγεται ότι ο συντονιστής παραλαμβάνει τα ποσά ως μεσεγγυούχος και οφείλει να τα μεταβιβάσει αμελλητί στους συμβαλλομένους, χωρίς να καθίσταται ο ίδιος ιδιοκτήτης των χρημάτων με δικαίωμα διαθέσεως αυτών. Κατά συνέπεια, τα καταβληθέντα ποσά δεν περιέρχονται στην περιουσία εταιρίας που συνέστησαν οι συμβαλλόμενοι ή άλλης ειδικής κοινότητας με περιουσιακά στοιχεία εξ αδιαιρέτου. Αντιθέτως, πραγματικός αποδέκτης της πληρωμής είναι έκαστος μεμονωμένος συμβαλλόμενος και μάλιστα στο ύψος του τμήματος της απαιτήσεως που του αναλογεί, το οποίο καθορίζεται εκ των προτέρων, βάσει του προβλεπόμενου στη σύμβαση προϋπολογισμού δαπανών. Ο συντονιστής επιτελεί απλώς την λειτουργία μεσολαβητή, ο οποίος απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωση καταβολής σε μεγάλο αριθμό δικαιούχων.
125. Κατά συνέπεια, έκαστος των συμβαλλομένων υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II, μόνον στην επιστροφή του τμήματος των προκαταβολών το οποίο έλαβε ο ίδιος. Επειδή δεν πραγματοποιήθηκε πλουτισμός εταιρικής περιουσίας, αποκλείεται επίσης η εις ολόκληρον ευθύνη ως εκ της ενδεχόμενης ιδιότητας εταίρου των συμβαλλομένων.
126. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από την ερμηνεία του άρθρου 23.3 του παραρτήματος II σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της συμβάσεως. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως, ο συμβαλλόμενος δεν ευθύνεται για υποχρεώσεις καταβολής άλλου συμβαλλομένου ο οποίος δεν εκτελεί τη σύμβαση, εκτός εάν συνέβαλε ο ίδιος στην αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων.
127. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνον υποχρεώσεις που υπέχουν συγκεκριμένοι κατ’ ιδίαν συμβαλλόμενοι, επομένως π.χ. οφειλές έναντι υπεργολάβων ή υποχρεώσεις καταβολών στο πλαίσιο της εσωτερικής σχέσεως προς άλλους συμβαλλομένους. Επί αξιώσεων οι οποίες αφορούν από κοινού όλους τους συμβαλλομένους, το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως δεν έχει, αντιθέτως, εφαρμογή.
128. Εν τούτοις, η ερμηνεία αυτή δεν είναι πειστική. Το άρθρο 1 ρυθμίζει, ως θεμελιώδης διάταξη της συμβάσεως, τις υποχρεώσεις των εναγομένων σε σχέση προς την Επιτροπή. Η παράγραφος 1 κάνει ρητώς μνεία των εργασιών που πρέπει να πραγματοποιηθούν έναντι της Επιτροπής, η παράγραφος 2 αφορά τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν στην περίπτωση κατά την οποία διαταράσσεται η εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Βάσει των ως άνω διατάξεων, οι συμβαλλόμενοι οφείλουν, εντός ορισμένων ορίων, να αναπληρώσουν υπερήμερους συμβαλλομένους (παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο). Τα όρια αυτά εξειδικεύονται περαιτέρω στην παράγραφο 2, δεύτερο εδάφιο. Πάντοτε όμως πρόκειται για το ζήτημα του καθορισμού των ορίων των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων έναντι της Επιτροπής.
129. Εάν το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως ερμηνευόταν υπό την έννοια που προτείνει η Επιτροπή, τότε το χωρίο αυτό θα αφορούσε υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μεταξύ τους ή έναντι τρίτων. Επομένως, η ρύθμιση αυτή θα διέφευγε εντελώς του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 1 της συμβάσεως. Η ρύθμιση αυτή θα άρμοζε μάλλον σε σύμβαση κοινοπραξίας μεταξύ των εναγομένων παρά σε σύμβαση με την Επιτροπή.
130. Ορθώς ερμηνευόμενο, το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II πρέπει, αντιθέτως, να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι ένας συμβαλλόμενος δεν υποχρεούται να επιστρέψει προκαταβολές τις οποίες κακώς εισέπραξε άλλος συμβαλλόμενος, είτε διότι αυτός δεν εκπλήρωσε την παροχή που οφείλει ή την εκπλήρωσε πλημμελώς είτε διότι δεν δικαιολόγησε νομοτύπως τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε.
131. Εν πάση περιπτώσει, η ευθύνη συμβαλλομένου μπορεί να στοιχειοθετηθεί στο μέτρο που αυτός συνέβαλε στην αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως δικαιολογεί την εκ μέρους της Επιτροπής απαίτηση επιστροφής από συμβαλλόμενο προκαταβολών τις οποίες δεν έλαβε ο ίδιος. Προϋπόθεση συναφώς είναι ότι ο οφειλέτης προκάλεσε την πλημμελή εκπλήρωση ή τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως άλλου συμβαλλομένου. Ο κανόνας όμως αυτός δεν θεμελιώνει ενοχή εις ολόκληρον όσον αφορά τις αξιώσεις επιστροφής. Αντιθέτως, σε κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται αν και, ενδεχομένως, σε ποια έκταση ο συμβαλλόμενος πρέπει κατ’ εξαίρεση να επιστρέψει προκαταβολές, τις οποίες δεν έλαβε ο ίδιος (45).
132. Ακόμη και εάν, σε αντιδιαστολή προς τις προηγούμενες αναλύσεις στα σημεία 119 έως 125, γινόταν δεκτό ότι υφίσταται ανάληψη υποχρεώσεων από εταιρία, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η προσωπική ευθύνη των εταίρων για οφειλές της εταιρίας σε συμβάσεις με τρίτους μπορεί να περιοριστεί (46). Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της συμβάσεως θα έπρεπε να θεωρηθεί ως περιορισμός της ευθύνης, οπότε η εις ολόκληρον ευθύνη στηριζόμενη σε καθεστώς εταίρου πρέπει επίσης να αποκλεισθεί για τον λόγο αυτόν.
133. Η συνολική θεώρηση της συμβάσεως επιβεβαιώνει ότι δεν συνομολογήθηκε εις ολόκληρον ενοχή για τις υποχρεώσεις επιστροφής. Τα μερίδια των κατ’ ιδίαν συμβαλλομένων διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους ως προς την έκταση και την ποιότητα. Ιδίως η Euram και η Nordbank όφειλαν να παράσχουν μια επικουρική συνδρομή, καθόσον εξασφάλιζαν την ένταξη συμπληρωματικών παροχών υπηρεσιών στο σύστημα (λογιστική και συστήματα πληρωμών). Η συμμετοχή τους στα ποσά των επιδοτήσεων ήταν αντίστοιχα μικρή. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι κατ’ ιδίαν επιχειρήσεις είχαν την πρόθεση να αναλάβουν εις ολόκληρον ευθύνη, μολονότι τους αντιστοιχούσε ελάχιστο μερίδιο στις επιδοτήσεις και μολονότι συμμετείχαν απλώς στο περιθώριο της υλοποιήσεως του προγράμματος και, συνακολούθως, ασκούσαν μικρή επιρροή στην επιτυχία του (47).
134. Πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο ειδικός χαρακτήρας της συμβάσεως ως μέσου προωθήσεως της έρευνας, τον οποίο η Επιτροπή τόνισε ιδιαιτέρως κατά την προφορική διαδικασία – έστω σε διαφορετικό πλαίσιο. Με την προώθηση της έρευνας και της αναπτύξεως συνδέονται μεγάλοι κίνδυνοι (48). Ακριβώς επειδή ιδιώτες επενδυτές δεν είναι κατά κανόνα διατεθειμένοι να αναλάβουν τους κινδύνους αυτούς, είναι αναγκαία η υποστήριξη από δημοσίους πόρους. Το ενδεχόμενο να μην επιβιώσουν οικονομικά μικρότερες επιχειρήσεις στον τομέα της έρευνας και της αναπτύξεως είναι ένας από τους κινδύνους αυτούς, τους οποίους η Επιτροπή συνειδητά ανέλαβε με τη σύναψη της συμβάσεως επιδοτήσεως. Θα ήταν ανεπιεικές εάν η Επιτροπή ανελάμβανε στις περιπτώσεις αυτές εξ ολοκλήρου τον κίνδυνο μη εκπληρώσεως και τον μετεκύλιε σε άλλους συμβαλλομένους. Θα πρέπει να αναμένει ότι οι επιχειρήσεις δεν θα συμμετέχουν πλέον σε επιδοτούμενα από την Κοινότητα προγράμματα έρευνας, εάν με τη συμμετοχή αυτή αναλαμβάνουν τόσον ευρείες υποχρεώσεις, όπως αυτές που η Επιτροπή προτίθεται να συναγάγει από τη σύμβαση-τύπο.
135. Προς στήριξη της δικής της ερμηνευτικής εκδοχής της συμβάσεως, η Επιτροπή παραπέμπει, τέλος, στις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου περί υπάρξεως εις ολόκληρον ενοχής στην απόφαση Επιτροπή κατά Οder-Plan (49) και στην απόφαση Επιτροπή κατά Manuel Pereira Roldão & Filhos κ.λπ. (50). Οι διαπιστώσεις αυτές δεν μπορούν, εν τούτοις, να ισχύσουν στην υπό κρίση περίπτωση, επειδή η επίδικη στις υποθέσεις εκείνες σύμβαση είχε καταρτισθεί με όρους εντελώς διαφορετικούς από την εν προκειμένω επίδικη σύμβαση.
136. Κατ’ αρχάς, η επίδικη στις υποθέσεις Επιτροπή κατά Oder-Plan και Manuel Pereira Roldão & Filhos κ.λπ. σύμβαση δεν άφηνε αμφιβολίες ως προς την εις ολόκληρον ευθύνη για την κύρια παροχή (51). Επιπλέον, ο συμβαλλόμενος μπορούσε να απαλλαγεί από την εις ολόκληρον ενοχή για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών μόνον αποδεικνύοντας ότι δεν συνέβαλε στη μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων και ότι συμμορφώθηκε στις υποχρεώσεις ενημερώσεως που υπέχει από τη σύμβαση. Επομένως, κατά τη ρήτρα αυτή, η εις ολόκληρον ενοχή αποτελεί τον κανόνα, από τον οποίο ο συμβαλλόμενος μπορεί να απαλλαγεί μόνον κατ’ εξαίρεση, δεδομένου ότι φέρει συναφώς το βάρος της αποδείξεως.
137. Στην υπό κρίση σύμβαση ο συμβαλλόμενος ευθύνεται, αντιθέτως, κατ’ εξαίρεση μόνον για υποχρεώσεις επιστροφής τρίτων, δηλαδή εάν έχει συμβάλει στη μη εκτέλεση της συμβάσεως. Η νομότυπη εκπλήρωση των υποχρεώσεων ενημερώσεως έναντι της Επιτροπής δεν έχει καταστεί συναφώς προϋπόθεση αποκλεισμού της κοινής ευθύνης. Επομένως, δεν θα άρμοζε στην υπό κρίση περίπτωση να συναγάγει η Επιτροπή, στηριζόμενη στην απόφαση Επιτροπή κατά Oder-Plan, κοινή ευθύνη από την αθέτηση της υποχρεώσεως ενημερώσεως.
138. Ανεξαρτήτως όμως των προηγουμένων σκέψεων, υφίστανται εν πάση περιπτώσει, όπως κατέδειξα, πολλές ασάφειες στο κείμενο της συμβάσεως, οι οποίες δημιουργούν σημαντικές αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη εις ολόκληρον ενοχής. Οι αμφιβολίες αυτές λειτουργούν εις βάρος της Επιτροπής.
139. Η Επιτροπή συνέταξε εκ των προτέρων τη σύμβαση-τύπο, περιλαμβανομένου και του παραρτήματος II, για μια πλειάδα περιπτώσεων και την χρησιμοποίησε στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους της. Κατά συνέπεια, πρόκειται για γενικούς όρους συναλλαγών υπό την έννοια του άρθρου 1 του νόμου για τη ρύθμιση του δικαίου των γενικών όρων συναλλαγών (Gesetz zur Regelung des Rechts der Allgemeinen Geschäftsbedingungen, στο εξής: AGB-Gesetz). Σύμφωνα με το άρθρο 5 του AGB-Gesetz, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 24 του AGB-Gesetz, έχει εφαρμογή και στους συμβατικούς όρους οι οποίοι εφαρμόζονται έναντι επιχειρήσεων, οι αμφιβολίες κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λειτουργούν εις βάρος του χρήστη. Η εις ολόκληρον ευθύνη είναι ευνοϊκή για την Επιτροπή, αλλά δυσμενής για τις εναγόμενες. Επομένως, για να μπορεί η Επιτροπή να επικαλεστεί συμβατικές διατάξεις, οι οποίες θεμελιώνουν ενοχή εις ολόκληρον, θα πρέπει αυτό να συνάγεται με την αναγκαία σαφήνεια από τη διάταξη. Η σαφήνεια αυτή δεν υπάρχει στις επίδικες συμβατικές διατάξεις, όπως κατέδειξαν οι προηγούμενες αναλύσεις.
140. Συνοψίζοντας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τη σύμβαση δεν απορρέει αναμφιβόλως εις ολόκληρον ευθύνη όλων των εναγομένων όσον αφορά την επιστροφή των προκαταβολών της Κοινότητας. Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν ευθύνονται επίσης εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις εταιρίας αστικού δικαίου που συνεστήθη ενδεχομένως για την εκτέλεση του προγράμματος.
Β – Aξίωση επιστροφής της προκαταβολής κατά των AMI, Intracom, Euram και Nordbank
141. Επειδή δεν υφίσταται εις ολόκληρον ενοχή, πρέπει να εξετασθεί αν η Επιτροπή έχει αξίωση επιστροφής τμήματος των προκαταβολών έναντι των AMI, Intracom, Euram και Nordbank. Η αξίωση αυτή θα μπορούσε να προκύπτει από τη σύμβαση, ιδίως από το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II, και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό υπό την έννοια του άρθρου 812 του BGB.
1. Αξιώσεις από τη σύμβαση
142. Προϋπόθεση της αξιώσεως κατά το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II είναι ότι η total financial contribution due for the Project (η συνολική χρηματοδοτική συνδρομή που οφείλεται [από την Επιτροπή] για το πρόγραμμα) είναι κατώτερη των ήδη καταβληθεισών προκαταβολών. Σε μια τέτοια περίπτωση εκάστη των προαναφερθεισών εναγομένων οφείλει να επιστρέψει τη διαφορά μεταξύ της προκαταβολής την οποία έλαβε και της αποζημιώσεως για τις δαπάνες που της αναλογεί. Περαιτέρω, θα μπορούσαν οι εναγόμενες κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως να υποχρεωθούν να επιστρέψουν τις προκαταβολές που εισέπραξε άλλος συμβαλλόμενος. Το ζήτημα αυτό πρέπει να εξετασθεί πρωτίστως.
Αξίωση από το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως (ευθύνη για τη συμμετοχή στη μη εκτέλεση της συμβάσεως εκ μέρους άλλων συμβαλλομένων)
143. Αξίωση από το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως θα μπορούσε να θεμελιωθεί εάν ο εκάστοτε εναγόμενος έχει συμβάλει στην αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων (επομένως, π.χ., στην πλημμελή εκπλήρωση ή στη μη εκπλήρωση) άλλου συμβαλλομένου, η οποία συνεπάγεται αξίωση επιστροφής.
144. Από τη διατύπωση «εκτός εάν» προκύπτει ότι η αξίωση αυτή αποτελεί εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες περί συμβατικής ευθύνης. Το βάρος αποδείξεως για τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν αντίστοιχη αξίωση της Κοινότητας, επομένως για τη συμβολή συμβαλλομένου στη μη εκτέλεση της συμβάσεως εκ μέρους άλλου, φέρει η Επιτροπή ως ενάγουσα(52).
145. Η Επιτροπή ισχυρίζεται βεβαίως, στηριζόμενη στις εκθέσεις αξιολογήσεως, ότι οι εναγόμενες δεν συνεργάστηκαν επαρκώς και δεν επηρέασαν τους μη ανταποκριθέντες στις υποχρεώσεις τους συμβαλλομένους. Επιπλέον δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση που υπέχουν από το άρθρο 2.3, στοιχείο c, του παραρτήματος II, να ενημερώσουν την Επιτροπή για τα προβλήματα και τις καθυστερήσεις που ανέκυψαν κατά την εκτέλεση της συμβάσεως. Ο εν λόγω γενικός ισχυρισμός δεν επαρκεί, εν τούτοις, προς θεμελίωση ευθύνης συμβαλλομένου για αξιώσεις επιστροφής έναντι άλλων συμβαλλομένων. Αντιθέτως, η Επιτροπή θα έπρεπε να εξειδικεύσει τα ανωτέρω σε σχέση με τους κατ’ ιδίαν συμβαλλομένους. Επιπλέον, οι Ami, Euram, Intracom και Nordbank αμφισβήτησαν τεκμηριωμένα την ορθότητα των ισχυρισμών αυτών, οπότε η Επιτροπή θα όφειλε να έχει προσκομίσει αποδείξεις συναφώς, πράγμα όμως το οποίο δεν έπραξε.
146. Επομένως, αποκλείεται η αξίωση της Επιτροπής κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως.
Αξίωση από το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II (επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων)
147. Σύμφωνα με το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II, πρέπει να εξετασθεί αν τα ποσά, τα οποία εισέπραξαν οι Ami, Euram, Intracom και η Nordbank, αντιστοίχως, υπερβαίνουν την αποζημίωση των δαπανών που τους αναλογεί. Περαιτέρω θα πρέπει να καταστεί απαιτητή η αντίστοιχη αξίωση επιστροφής.
148. Από το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II συνάγεται ότι ο τελικός υπολογισμός πραγματοποιείται όταν προσδιορισθούν οι συνολικές δαπάνες, βάσει των οποίων θα καταβάλει τη συνδρομή της η Επιτροπή. Οι συνολικές δαπάνες που πράγματι προέκυψαν μπορούν δηλαδή να καθορισθούν μόνο μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος ή την κατ’ άλλο τρόπο λήξη της εκτελέσεώς του (53). Επειδή το πρόγραμμα δεν εκτελέσθηκε μέχρι τέλους, οι αξιώσεις επιστροφής κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μόνον εφόσον το πρόγραμμα έληξε κατ’ άλλο τρόπο. Εάν δηλαδή το πρόγραμμα δεν είχε λήξει, θα μπορούσαν να προστεθούν περαιτέρω αποδοτέες δαπάνες.
i) Λήξη της συμβάσεως
149. Η υλοποίηση του προγράμματος τερματίστηκε μάλλον με την καταγγελία της συμβάσεως από την Επιτροπή στις 8 Σεπτεμβρίου 1999. Εν τούτοις, υπάρχει έντονη διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς το αν η καταγγελία έγινε εγκύρως. Κατά την άποψη των εναγομένων, δεν υπήρξε ούτε έγκυρη δήλωση καταγγελίας ούτε αιτιολογία της καταγγελίας. Για την αξίωση όμως του άρθρου 23.3 τα ζητήματα αυτά είναι άνευ σημασίας και θα μπορούσαν να παραμείνουν ανοικτά σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως κατ’ άλλο τρόπο.
150. Το άρθρο 5.4 του παραρτήματος II διευκρινίζει απλώς, συμπληρωματικά προς το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II, ότι οι συμβαλλόμενοι στην περίπτωση καταγγελίας διατηρούν την αξίωσή τους για αναλογική επιστροφή των δαπανών που συνδέονται με το πρόγραμμα. Το άρθρο 5.4 του παραρτήματος II δεν προβλέπει ρύθμιση που παρεκκλίνει από το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II για την κατάργηση των αποτελεσμάτων της συμβάσεως. Αντιθέτως, και στην περίπτωση της καταγγελίας πρέπει να πραγματοποιηθεί απολογισμός κατά το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II.
151. Παρέλκει συναφώς η εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων για τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση της συμβάσεως των άρθρων 320 επ. του BGB ή των ειδικών κανόνων που διέπουν τη σύμβαση εργασίας, επειδή η σύμβαση περιέχει συναφώς, στο άρθρο 23.3 σε συνδυασμό με το άρθρο 5.4 του παραρτήματος II, κανόνες που ρυθμίζουν το θέμα εξαντλητικά. Συμβατική ρήτρα δεν υπάρχει μόνον για περαιτέρω αξιώσεις αποζημιώσεως. Τέτοιες αξιώσεις όμως δεν προέβαλε στην υπό κρίση υπόθεση κανείς από τους διαδίκους.
152. Εν πάση περιπτώσει, το κύρος της καταγγελίας θα πρέπει να εξετασθεί σε σχέση με ενδεχόμενες αξιώσεις τόκων υπερημερίας της Επιτροπής τις οποίες θα μπορούσε να προβάλει κατά το άρθρο 5.4 του παραρτήματος II σε περίπτωση καταγγελίας. Η εξέταση του ζητήματος αν η Επιτροπή έχει αξιώσεις για τόκους υπερημερίας μπορεί πάντως να αναβληθεί, μέχρις ότου διαπιστωθεί αν η Επιτροπή έχει οπωσδήποτε αξιώσεις επιστροφής κατά των εναγομένων.
153. Ανεξαρτήτως της καταγγελίας, η σύμβαση κατέστη, εν πάση περιπτώσει, λόγω λήξεως της προθεσμίας, άνευ αντικειμένου. Κατά το άρθρο 2.1 της συμβάσεως, το πρόγραμμα θα έπρεπε να εκτελεσθεί σε 18 μήνες. Επομένως, ο χρόνος εκτελέσεως του προγράμματος έληξε στις 30 Νοεμβρίου 1999, ανεξαρτήτως καταγγελίας. Μολονότι, σύμφωνα με το άρθρο 2.2 της συμβάσεως αυτή λήγει με την τελευταία πληρωμή εκ μέρους της Επιτροπής, εν τούτοις, οι συμβαλλόμενοι μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 18.1 του παραρτήματος II, να απαιτήσουν την επιστροφή εκείνων μόνον των δαπανών, οι οποίες ανέκυψαν κατά τη διάρκεια των 18 μηνών ισχύος του προγράμματος. Περαιτέρω, μπορούν να απαιτηθούν ακόμη μόνον δαπάνες σε συνδυασμό με τις συμβατικές υποχρεώσεις που αφορούν τις εκθέσεις και τις αξιολογήσεις. Οι εναγόμενες δεν φαίνεται να προβάλουν ακόμη τέτοιες δαπάνες. Κατά το άρθρο 5.2 της συμβάσεως (54) – κατ’ ανάλογη εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση – οι συμβαλλόμενοι θα μπορούσαν να δηλώσουν περαιτέρω δαπάνες μόνον εντός τριών μηνών μετά την εκπλήρωση της τελευταίας επιμέρους παροχής. Δεν πρέπει πλέον να αναμένονται περαιτέρω πληρωμές της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, μπορεί, εν πάση περιπτώσει, για τον λόγο αυτόν να πραγματοποιηθεί τελικός απολογισμός.
154. Η «αναστολή» του προγράμματος που ανακοινώθηκε κατά τη διάρκεια του ελέγχου δεν αλλάζει τίποτε συναφώς. Αφενός, η σύμβαση δεν προβλέπει αναστολή και ούτε αυτή συνομολογήθηκε από τους διαδίκους με τον προβλεφθέντα για τροποποιήσεις της συμβάσεως έγγραφο τύπο. Αφετέρου, η αναστολή του προγράμματος διήρκεσε εν πάση περιπτώσει μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως. Ακόμη και αν συνυπολογισθεί ο χρόνος της αναστολής στην 18μηνη διάρκεια, η εκτέλεση τη συμβάσεως έληξε, εν πάση περιπτώσει, το 2000.
155. Η τήρηση του προβλεπόμενου στη σύμβαση χρόνου εκτελέσεως έχει θεμελιώδη σημασία σε συμβάσεις για την προώθηση προγραμμάτων έρευνας και αναπτύξεως. Λόγω της τεχνικής προόδου, τα προγράμματα αυτά μπορούν να εκτελεσθούν ορθολογικά μόνον εντός συγκεκριμένου χρόνου. Επιπλέον, οι πόροι του προϋπολογισμού που δεσμεύει συναφώς η Επιτροπή είναι διαθέσιμοι μόνον σε ορισμένα χρονικά διαστήματα.
156. Σε τελική ανάλυση και οι διάδικοι συμφωνούν ότι η σύμβαση κατέστη άνευ αντικειμένου. Οι εναγόμενες θεωρούν βεβαίως την καταγγελία της Επιτροπής ανίσχυρη. Καμία όμως από τις επιχειρήσεις δεν συνήγαγε το συμπέρασμα ότι θα μπορούσε να συνεχιστεί ακόμη η εκτέλεση του προγράμματος. Η συνέχιση της εκτελέσεως του προγράμματος θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία για τον λόγο ότι οι επιχειρήσεις που έφεραν την κύρια ευθύνη δεν υφίσταντο πλέον. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι τεχνικές και οικονομικές βάσεις του προγράμματος έχουν σήμερα ξεπερασθεί.
157. Επομένως, επειδή η σύμβαση κατέστη με την πάροδο του χρόνου εκτελέσεώς της άνευ αντικειμένου, πρέπει να πραγματοποιηθεί ο απολογισμός σύμφωνα με το άρθρο 23.3 του παραρτήματος. Ενδεχόμενη διαφορά μεταξύ των ποσών που κατέβαλε η Επιτροπή και της πράγματι οφειλόμενης κοινοτικής συνδρομής θα καθίστατο απαιτητή.
ii) Πληρωμές της Επιτροπής
158. Η Επιτροπή υποχρεούται να αποδείξει τα ποσά τα οποία έλαβαν οι κατ’ ιδίαν συμβαλλόμενοι και τα οποία εντάσσονται στον απολογισμό του άρθρου 23.3 του παραρτήματος II. Επειδή δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ύπαρξη ενοχής εις ολόκληρον (55), θα ήταν συνεπές να χαρακτηρισθούν ως πληρωμές υπό την έννοια αυτήν τα ποσά τα οποία έλαβε η InterTeam για λογαριασμό των εκάστοτε συμβαλλομένων, σύμφωνα με το άρθρο 2.1 στοιχείο b, του παραρτήματος II. Κατά τα ανωτέρω, μικρή σημασία έχει σε ποια έκταση η InterTeam μεταβίβασε πράγματι τα αντίστοιχα ποσά στους συμβαλλομένους.
159. Εν τούτοις, η Επιτροπή δεν παρέσχε ενδείξεις ως προς το κατά πόσον οι πληρωμές που εισέπραξε η InterTeam πρέπει να καταλογισθούν στους κατ’ ιδίαν συμβαλλομένους κατά τον προβλεπόμενο στη σύμβαση προϋπολογισμό των δαπανών. Αντιθέτως, ανέλυσε μόνον τα ποσά τα οποία έπρεπε να αναλάβουν οι συμβάλλομενοι στην εσωτερική σχέση τους «υπό την επιφύλαξη της εις ολόκληρον ευθύνης» (56). Συναφώς, η Επιτροπή στηρίζεται στα ποσά τα οποία η InterTeam πράγματι μεταβίβασε στους συμβαλλομένους. Το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί μόνον στα ποσά αυτά, επειδή η Επιτροπή δεν προσκόμισε τεκμηριωμένα στοιχεία για περαιτέρω αξιώσεις. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του απολογισμού πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες πληρωμές για τις κατ’ ιδίαν εναγόμενες: AMI: 26 743 ευρώ, Euram: 21 606 ευρώ και Intracom: 10 362 ευρώ. Επειδή η Nordbank δεν εισέπραξε καμία πληρωμή, αποκλείεται εκ προοιμίου αξίωση επιστροφής κατά της εν λόγω εναγομένης.
iii) Δαπάνες δυνάμενες να καλυφθούν από την Επιτροπή
160. Οι πληρωμές πρέπει να συγκριθούν προς τις δαπάνες που πρέπει να αποζημιώσει η Επιτροπή. Αναμφισβήτητα η Επιτροπή αναγνώρισε τις δαπάνες της AMI σε ύψος 26 214,55 ευρώ και τις δαπάνες της Intracom σε ύψος 16 384,09 ευρώ. Στην περίπτωση της Intracom προκύπτει υπόλοιπο υπέρ της εταιρίας, οπότε δεν υπάρχει καμία αξίωση επιστροφής της Επιτροπής. Η AMI οφείλει να επιστρέψει διαφορά 528,45 ευρώ (26 743 – 26 214,55). Η Euram θα πρέπει να επιστρέψει το σύνολο της προκαταβολής (21 606 ευρώ), επειδή η Επιτροπή δεν αναγνώρισε συνολικά τις δαπάνες που επικαλέστηκε η Euram. Διαφωνία υπάρχει ως προς το ζήτημα αν ορθώς η Επιτροπή δεν αναγνωρίζει τις δαπάνες που επικαλείται η AMI εν μέρει και τις δαπάνες που επικαλείται η Euram στο σύνολό τους.
161. Η άρνηση αναγνωρίσεως των δαπανών στηρίζεται στο ότι η Επιτροπή δεν αναγνώρισε τις επιμέρους παροχές, στις οποίες αντιστοιχούν οι δαπάνες, ως παροχές σύμφωνες με τη σύμβαση. Συναφώς η Επιτροπή στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολογήσεως. Αντικείμενο του τελευταίου ελέγχου κατά τη διακοπή του προγράμματος ήσαν οι επιμέρους παροχές που εκτέθηκαν διεξοδικά και στη έκθεση για τους δώδεκα μήνες, δηλαδή οι: 1.1, 1.2, 1.3, 2.1, 2.2, 2.4, 2.5, 3.1, 3.2, 4.1, 4.2, 4.3, 4.5, 4.6, 5.1. Από τις εν λόγω επιμέρους παροχές, σημασία έχουν μόνον εκείνες στην πραγματοποίηση των οποίων έπρεπε να συμβάλουν η Euram και η AMI κατά το πρόγραμμα εργασιών που προβλέπει η σύμβαση· πρόκειται για τις επιμέρους παροχές 1.2 και 1.3 όσον αφορά την Euram και για τις επιμέρους παροχές 1.1, 1.2, 1.3, 4.3 και 4.5 όσον αφορά την AMI. Επειδή οι επιμέρους παροχές 4.3 και 4.5 έχουν αναγνωρισθεί από την Επιτροπή, η διαφορά εστιάζεται στις δαπάνες που προκάλεσαν οι επιμέρους παροχές 1.1, 1.2 και 1.3.
162. Η Επιτροπή στήριξε το αίτημα επιστροφής των προκαταβολών μόνον στην προβαλλόμενη πλημμέλεια των επιμέρους παροχών. Αντιθέτως, δεν αμφισβήτησε τις αποδείξεις των δαπανών με τις οποίες οι εναγόμενες δικαιολόγησαν τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν.
163. Πριν εξετασθεί αν η Επιτροπή ορθώς δεν αναγνώρισε τις επιμέρους παροχές, πρέπει να διευκρινισθούν ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα ως προς τα οποία υπάρχει αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων.
– Αναγνώριση της εξαμηνιαίας εκθέσεως από την Επιτροπή
164. Οι εναγόμενες φρονούν ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ήδη τις επιμέρους παροχές τις οποίες αφορούσε η εξαμηνιαία έκθεση (επομένως μεταξύ άλλων τις επιμέρους παροχές 1.1, 1.2 και 1.3), επειδή δεν προέβαλε εμπροθέσμως αντιρρήσεις κατά της εκθέσεως αυτής.
165. Βεβαίως είναι αληθές ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10.3 του παραρτήματος II, ενδιάμεσες εκθέσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί εάν η Επιτροπή δεν προβάλει αντιρρήσεις εντός ενός μηνός. Πράγματι, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας την ορθότητα της εκθέσεως.
166. Πάντως, από αυτό δεν συνάγεται αποδοχή των επιμέρους παροχών που αναφέρονται διεξοδικά στην εξαμηνιαία έκθεση. Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 10.1 του παραρτήματος II, οι εκθέσεις προόδου θα πρέπει να δίδουν στην Επιτροπή μια ιδέα μόνον της ομαλής εκτελέσεως του προγράμματος. Βάσει των εκθέσεων αυτών, η Επιτροπή αποφασίζει, μεταξύ άλλων, αν μπορούν να διατεθούν περαιτέρω προκαταβολές (57). Το διοικητικό κόστος θα ήταν δυσανάλογα μεγάλο αν η Επιτροπή έπρεπε ήδη βάσει εκάστης ενδιάμεσης εκθέσεως να αποφασίσει, ενδεχομένως με την παρέμβαση εμπειρογνωμόνων, για την αποδοχή των επιμέρους παροχών που περιγράφονται στις εκθέσεις αυτές.
– Η εκτίμηση της Επιτροπής
167. Η Επιτροπή προβάλλει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της συμβάσεως ως συμβάσεως για μονομερή επιδότηση της Κοινότητας στο πλαίσιο προγράμματος έρευνας και αναπτύξεως. Από αυτό συνάγει ότι η αναγνώριση των παροχών απόκειται στη διακριτική της ευχέρεια. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αν η Επιτροπή υπερέβη τα άκρα όρια της διακριτικής της ευχέρειας και ενήργησε αυθαίρετα.
168. Η άποψη αυτή της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αντιβαίνει στις αρχές που διέπουν το συμβατικό δίκαιο η μεταβίβαση σε συμβαλλόμενο τόσο ευρειών μονομερών αποφασιστικών αρμοδιοτήτων. Αντιθέτως, η σύμβαση στηρίζεται ακριβώς στη συμφωνία των βουλήσεων δύο ή περισσοτέρων ισοτίμων μερών. Βεβαίως είναι θεμιτό, κατά το άρθρο 315 του BGB, να εξειδικεύει περαιτέρω ένα συμβαλλόμενο μέρος την παροχή πριν από την εκπλήρωσή της. Η διάταξη αυτή δεν προβλέπει όμως ότι η μεταγενέστερη αξιολόγηση της ποιότητας της ήδη εκπληρωθείσας παροχής απόκειται στη διακριτική ευχέρεια ενός συμβαλλομένου μέρους.
169. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι από θεωρητικής απόψεως είναι δυνατόν να παρασχεθούν τόσον ευρείες μονομερείς εξουσίες, χρειάζεται, εν πάση περιπτώσει, προς τούτο ρητή διάταξη της συμβάσεως. Η υπό κρίση σύμβαση περιέχει διάφορες ενδείξεις περί του ότι η αποζημίωση για τις δαπάνες εξαρτάται από την εκ μέρους της Επιτροπής αναγνώριση των παροχών. Εν τούτοις, από τη σύμβαση δεν προκύπτει με την αναγκαία σαφήνεια ότι η τελική αξιολόγηση των παροχών απόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής. Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι οι ασάφειες των γενικών όρων συναλλαγών αποβαίνουν εις βάρος της Επιτροπής υπό την ιδιότητά της ως χρήστριας (58).
170. Το γεγονός ότι πρόκειται για σύμβαση με χαρακτήρα επιδοτήσεως δεν αρκεί για να δικαιολογήσει δικαίωμα μονομερούς αξιολογήσεως της Επιτροπής. Δεν είναι προφανές γιατί για τις εν λόγω συμβάσεις πρέπει να ισχύουν ειδικοί κανόνες (59). Εφόσον η Επιτροπή επιλέγει τον τύπο της συμβάσεως για την παροχή χρηματοδοτικής συνδρομής, πρέπει να υπόκειται και στις γενικές αρχές που ισχύουν για τις συμβάσεις.
171. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο λήπτης επιδόματος που συνομολογήθηκε με σύμβαση για την εκτέλεση προγράμματος έρευνας και αναπτύξεως λαμβάνει σημαντικά οικονομικά μέτρα εν αναμονή της κοινοτικής συμβολής. Ελλείψει σχετικής συμφωνίας, προσδοκά ότι η αξιολόγηση της συμβατικώς οφειλόμενης παροχής και, κατά συνέπεια, η αποζημίωση για τις δαπάνες δεν εξαρτάται μόνον από τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής.
– Δέσμευση των συμβαλλομένων από την αξιολόγηση της ομάδας ελέγχου
172. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι τα συμπεράσματα της ομάδας ελέγχου είναι δεσμευτικά για τις εναγόμενες, επειδή δέχθηκαν τη συμμετοχή των ελεγκτών.
173. Λόγω των εκτεταμένων συνεπειών της, η σχετική συμβατική ρήτρα διαιτησίας πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο ρητής διατάξεως. Εν τούτοις, ούτε η σύμβαση ούτε η μεταγενέστερη ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ των συμβαλλομένων περιέχουν ενδείξεις περί του ότι τα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούσαν να υποβληθούν στη δεσμευτική αξιολόγηση της παροχής εκ μέρους τρίτων. Στο άρθρο 8 του παραρτήματος II γίνεται μνεία της προσφυγής της Επιτροπής σε εμπειρογνώμονες μόνον προκειμένου να εξασφαλισθεί το απόρρητο των στοιχείων που παρέχουν οι συμβαλλόμενοι. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ της Επιτροπής και της InterTeam πριν από την παρέμβαση της ομάδας ελέγχου. Στα μηνύματα αυτά η InterTeam δηλώνει ότι συμφωνεί με την επιλογή των εμπειρογνωμόνων εκ μέρους της Επιτροπής. Ουδόλως εθίγη το ζήτημα του δεσμευτικού χαρακτήρα των διαπιστώσεων της ομάδας αυτής.
– Το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως
174. Επομένως, επειδή η αξιολόγηση των παροχών δεν απόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής και τα συμβαλλόμενα μέρη δεν δήλωσαν συναφώς ότι δεσμεύονται από τις διαπιστώσεις της ομάδας ελέγχου, ισχύουν οι γενικές αρχές του βάρους επικλήσεως και αποδείξεως. Κατά τις αρχές αυτές, ο ενάγων φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το δικαίωμά του (60).
175. Η Επιτροπή προβάλλει αξίωση επιστροφής προκαταβολής. Κατά συνέπεια, πρέπει να εκθέσει κατά τρόπο πειστικό και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδείξει ότι οι πληρωμές υπερβαίνουν την οφειλόμενη χρηματοδοτική συνδρομή.
176. Η Επιτροπή οφείλει να καταβάλει μόνον τα ποσά που αντιστοιχούν στις δαπάνες που αφορούν επιμέρους παροχές οι οποίες έχουν εκπληρωθεί και είναι σύμφωνες με τους συμβατικούς όρους και στο μέτρο που οι δαπάνες έχουν αποδειχθεί νομοτύπως. Εάν ο συμβαλλόμενος εκπλήρωσε επιμέρους παροχές και προσκόμισε δικαιολογητικά των δαπανών, η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως ότι για τις εν λόγω επιμέρους παροχές δεν οφείλει αποζημίωση δαπανών, διότι η εκπλήρωση της παροχής ήταν πλημμελής ή τα δικαιολογητικά των δαπανών ήσαν ανακριβή.
177. Η ως άνω κατανομή του βάρους αποδείξεως για την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής δεν αντιβαίνει στις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου στην απόφαση Toditec (61) στις οποίες παραπέμπει η Επιτροπή. Στην απόφαση εκείνη το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αντισυμβαλλόμενοι της Επιτροπής οφείλουν να αποδείξουν το υποστατό των δαπανών που ανέλαβαν και την τήρηση των λοιπών συμβατικών διατυπώσεων, ώστε να μπορούν να απαιτήσουν την απόδοση των δαπανών αυτών εκ μέρους της Επιτροπής. Σε αντιδιαστολή προς την υπό κρίση περίπτωση, στην υπόθεση Toditec ενάγοντες ήσαν οι αντισυμβαλλόμενοι και όχι η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, έπρεπε να αποδείξουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αξιώσεως για αποζημίωση δαπανών έναντι της Επιτροπής.
178. Υπολείπεται ακόμη να εξετασθεί αν η Επιτροπή απέδειξε πειστικά ότι δεν οφείλει καμία συμμετοχή στις δαπάνες των επιμέρους παροχών 1.1, 1.2 και 1.3, διότι η εκπλήρωση των παροχών αυτών ήταν πλημμελής.
179. Επειδή η έκθεση των επιμέρους παροχών φαίνεται εν μέρει λίαν συνοπτική και επιφανειακή, θα ήταν επίσης σκόπιμο να εξετασθεί διεξοδικά αν στην πραγματικότητα απαιτήθηκε περισσότερη εργασία «ατόμου ανά μήνα». Στην προφορική διαδικασία η Επιτροπή υπογράμμισε βεβαίως, ιδίως όσον αφορά την εκτεθείσα μόνον σε μία σελίδα επιμέρους παροχή 1.3, τη διαφορά μεταξύ του προσωπικού που χρησιμοποιήθηκε και του ελαχίστου εύρους των επιμέρους παροχών. Δεν συνήγαγε όμως το συμπέρασμα ότι οι δαπάνες δεν αποδείχθηκαν νομοτύπως, αλλά μόνον ότι η παροχή είναι ανεπαρκής. Εν πάση περιπτώσει, εάν η Επιτροπή είχε την πρόθεση να αμφισβητήσει εμμέσως την απόδειξη των δαπανών, το εγχείρημά της θα ήταν εκπρόθεσμο.
180. Για να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς της περί ανεπάρκειας των παροχών, η Επιτροπή αναφέρεται στις εκθέσεις της ομάδας ελέγχου. Στην δεύτερη έκθεσή τους, που είναι εν προκειμένω καθοριστική ως τελική έκθεση, οι ελεγκτές έκριναν ότι και οι τρεις επιμέρους παροχές του πρώτου τμήματος εργασιών στερούνταν δομής και παρουσίαζαν κενά. Επισήμαναν διεξοδικά τα σημεία τα οποία θα έπρεπε να έχουν αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας από τα συμβαλλόμενα μέρη. Με την τελική τους γνώμη έφθασαν μάλιστα στο σημείο να θεωρήσουν ότι ελλείπουν οι επιμέρους παροχές 1.2 και 1.3, επειδή, κατά τις ενδείξεις των συμβαλλομένων μέρων, τα έγγραφα που υποβλήθηκαν περιείχαν συνοπτική μόνον παρουσίαση των παροχών.
181. Η επιμέρους παροχή 1.2 πρέπει, κατά τη σύμβαση, να συνίσταται στον ορισμό των Software Interfaces, που είναι αναγκαίες για τη σύνδεση των τραπεζών για τις χρηματικές συναλλαγές και των διαχειριστικών επιχειρήσεων για τις εργασίες μεταφοράς. Η εν λόγω επιμέρους παροχή αποτελεί την προϋπόθεση για τη διεξοδική εξειδίκευση της λειτουργίας Interface, η οποία ήταν αντικείμενο της επιμέρους παροχής 2.4. Την παροχή αυτή αναγνώρισαν οι ελεγκτές στη δεύτερη έκθεση ελέγχου που συνέταξαν. Η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε κατά πειστικό τρόπο πώς ήταν δυνατόν να εκπληρωθεί η επιμέρους παροχή 2.4 κατά τον προσήκοντα τρόπο, μολονότι η βάση στην επιμέρους παροχή 1.2 ήταν ανεπαρκής και μάλιστα έλλειπε εντελώς. Ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, στο πλαίσιο της εκπληρώσεως της επιμέρους παροχής 2.4 στην οποία παραπέμπει ρητώς η παρουσίαση της επιμέρους παροχής 1.2, ενδεχομένως αναπλήρωσαν εργασίες που δεν είχαν εκτελεσθεί προηγουμένως.
182. Η Επιτροπή δεν διευκρίνισε ακόμη πώς κατανέμονται τα ποσά που πρέπει να επιστραφούν από την Euram και την Alcatel στις διάφορες επιμέρους παροχές. Κατά συνέπεια, αρκεί η διαπίστωση ότι δεν αιτιολόγησε πειστικά την πλημμέλεια μιας από τις επιμέρους παροχές στην οποία συμμετείχαν τα εν λόγω συμβαλλόμενα μέρη, για να απορρίψει τις αξιώσεις στο σύνολό τους.
183. Επομένως, επειδή η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των πληρωμών τις οποίες εισέπραξαν η AMI και η Euram και της χρηματοδοτικής συνδρομής της Κοινότητας, δεν υφίσταται αξίωση επιστροφής κατά το άρθρο 23.3 του παραρτήματος II.
184. Ελλείψει κύριας αξιώσεως αποκλείεται, εν πάση περιπτώσει, και η αξίωση για τόκους σύμφωνα με το άρθρο 5.4 του παραρτήματος II.
2. Αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό
185. Η αξίωση βάσει του άρθρου 812 του BGB περί επιστροφής αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν μπορεί να γίνει δεκτή για τους ίδιους λόγους όπως η συμβατική αξίωση επιστροφής. Πράγματι, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι πληρωμές υπερβαίνουν τις αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών. Επομένως, δεν υπάρχουν αποδείξεις ούτε για αδικαιολόγητο πλουτισμό.
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
186. Μολονότι παραδεκτή, η αγωγή είναι αβάσιμη, επειδή οι εναγόμενοι δεν ευθύνονται ως εις ολόκληρον οφειλέτες και η Επιτροπή δεν απέδειξε κατά πειστικό τρόπο ότι έχει αξιώσεις επιστροφής έναντι των κατ’ ιδίαν συμβαλλομένων μερών.
VII – Επί της ανταγωγής
187. Με ανταγωγή η Intracom προβάλλει κατά της Επιτροπής αξίωση καταβολής 6 022 ευρώ. Το ποσόν αυτό προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της προκαταβολής που όντως καταβλήθηκε από την InterTeam στην Intracom, ύψους 10 362 ευρώ, και του τμήματος δαπανών που αναλογεί στην Intracom για αναγνωρισμένες επιμέρους παροχές ύψους 16 384,09 ευρώ.
188. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι μόνη η Intracom δεν μπορεί να προβάλει καμία αξίωση και ότι αυτό πρέπει να γίνει από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη από κοινού ως «εις ολόκληρον δανειστές». Διευκρινίζει ότι έχει αφαιρέσει το ποσόν ήδη από την απαίτηση που προβάλει έναντι όλων των εναγομένων ως εις ολόκληρον οφειλετών.
189. Η Intracom αναφέρει ότι επί ενεργητικής ενοχής εις ολόκληρον, σύμφωνα με το άρθρο 428 του BGB, κάθε δανειστής μπορεί να απαιτήσει ολόκληρη την παροχή. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη λήξη της συμβατικής σχέσεως κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να απαιτήσει μόνον τις δικές του αξιώσεις.
190. Πρέπει να τονισθεί, κατ’ αρχάς, ότι η Επιτροπή δεν ζήτησε ρητώς την απόρριψη της ανταγωγής. Στο υπόμνημα απαντήσεως όμως, η Επιτροπή αμφισβήτησε την προβαλλόμενη με την ανταγωγή αξίωση επί της ουσίας και ισχυρίστηκε ότι η ανταγωγή πρέπει να απορριφθεί. Οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχουν σιωπηρό αίτημα απορρίψεως.
191. Η ανταγωγή θα ήταν βάσιμη μόνον εάν οι προκαταβολές που πλήρωσε συνολικά η Επιτροπή δεν αρκούσαν για την κάλυψη των δαπανών που αναλογούσαν στην Intracom. Αντιθέτως, εάν η Επιτροπή κατέβαλε αρκούντως υψηλή προκαταβολή στη συντονίστρια InterTeam, πλην όμως η InterTeam παρέλειψε να καταβάλει τα χρήματα σύμφωνα με τον προϋπολογισμό των δαπανών στα συμβαλλόμενα μέρη, τότε η Intracom θα πρέπει να στραφεί κατά της ΙnterTeam.
192. Το ποσό που απαιτεί η Intracom αφορά δαπάνες οι οποίες προέκυψαν σε σχέση με τις επιμέρους παροχές 4.3 και 4.5, τις μόνες επιμέρους παροχές που αναγνώρισε η Επιτροπή, στην εκπλήρωση των οποίων η Intracom συνέβαλε ουσιαστικά (62). Η επιμέρους παροχή 4.3 έπρεπε να εκπληρωθεί μέχρι τον έκτο μήνα και η επιμέρους παροχή 4.5 μέχρι τον δωδέκατο μήνα. Από τον πίνακα των δαπανών στο παράρτημα I (σ. 28 της συμβάσεως) συνάγεται ότι στην Intracom αναλογεί ένα τμήμα των σχεδιαζομένων συνολικών δαπανών στους πρώτους δώδεκα μήνες το οποίο ανέρχεται σε 28 500 ευρώ. Αναμφισβήτητα όμως η Intracom εισέπραξε μόνον 10 362 ευρώ.
193. Η Intracom θα είχε αξίωση για περαιτέρω πληρωμές κατά της Επιτροπής, εάν οι προκαταβολές στις οποίες προέβη η Επιτροπή μέχρι το τέλος του πρώτου δωδεκαμήνου στην InterTeam δεν είχαν αρκέσει για να καλύψουν τις δαπάνες που είχαν προβλεφθεί κατά τον προϋπολογισμό των δαπανών των συμβαλλομένων μερών, συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού των δαπανών αυτών που αναλογεί στην Intracom.
194. Τούτο όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Η προκαταβολή της Επιτροπής θα έπρεπε να ανέρχεται για τους πρώτους δώδεκα μήνες στο 50 % των 646 940 ευρώ, επομένως σε 323 470 ευρώ (63). Πράγματι, η Επιτροπή κατέβαλε μέχρι τις 6 Mαΐου 1999 προκαταβολές 461 394 ευρώ στη συντονίστρια InterTeam. Σύμφωνα με το άρθρο 2.1, στοιχείο b, του παραρτήματος II, η InterTeam όφειλε να μεταβιβάσει αμελλητί τις πληρωμές της Επιτροπής κατ’ αναλογία στα άλλα συμβαλλόμενα μέρη. Το τμήμα που θα είχε εισπράξει τότε η Intracom θα επαρκούσε απολύτως για να καλύψει τις προβλεφθείσες μέχρι τον δωδέκατο μήνα δαπάνες της.
195. Το γεγονός ότι η ΙnterTeam κράτησε εν μέρει τα χρήματα κατά παράβαση των όρων της συμβάσεως δεν μπορεί να καταλογισθεί στην Επιτροπή. Κατά συνέπεια, η Intracom δεν μπορεί σήμερα να απαιτήσει περαιτέρω πληρωμές από την Επιτροπή. Αντιθέτως, η Intracom θα πρέπει να απαιτήσει το ποσοστό των προκαταβολών της Επιτροπής που της αναλογεί από την InterTeam, πράγμα το οποίο, μετά την εκκαθάριση της InterTeam, δεν φαίνεται να έχει προοπτικές επιτυχίας.
196. Κατά συνέπεια, η ανταγωγή πρέπει να απορριφθεί.
VIII – Δικαστικά έξοδα
197. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδα. Η Intracom ηττήθηκε επίσης όσον αφορά την ανταγωγή. Εν τούτοις, η Επιτροπή δεν ζήτησε, όσον αφορά την ανταγωγή, να καταδικαστεί η Intracom στα δικαστικά έξοδα. Κατά συνέπεια, έκαστος των διαδίκων φέρει τα δικά του έξοδα.
IX – Πρόταση
198. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Απορρίπτει την αγωγή.
2) Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
3) Απορρίπτει την ανταγωγή.
4) Όσον αφορά την ανταγωγή, η Intracom SA Hellenic Telecommunications & Electronic Industry και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν εκάστη τα δικαστικά της έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Κατά των περιουσιακών στοιχείων της A-Consult GmbH κινήθηκε πριν από την άσκηση της αγωγής η διαδικασία δικαστικού διακανονισμού και ο δικηγόρος E. Roehlich διορίστηκε διαχειριστής. Κατά το αυστριακό δίκαιο, η αγωγή θα έπρεπε να ασκηθεί κατ’ αυτού. Εν τούτοις, η Επιτροπή δεν τροποποίησε την αγωγή της ούτε αφού πληροφορήθηκε τα γεγονότα αυτά. Επομένως, η A-Consult θα θεωρείται στη συνέχεια ως διάδικος.
3 – Απόφαση 94/802/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1994, για τη θέσπιση ειδικού προγράμματος έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης της επίδειξης, στον τομέα των τεχνολογιών των πληροφοριών (1994-1998) (ΕΕ L 334, σ. 24).
4 – Απόφαση 1110/94/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 1994, περί του τέταρτου προγράμματος-πλαισίου επί των δράσεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στον τομέα της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης (1994-1998) (ΕΕ L 126, σ. 1).
5 – Εν τω μεταξύ καθιερώθηκε στην πράξη μια παρεμφερής βάση: .
6 – Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (EΚ) 1103/97 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1997, σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ (ΕΕ L 162, σ. 1), κάθε περιεχόμενη σε νομική πράξη αναφορά σε ECU αντικαθίσταται με αναφορά στο ευρώ και σε σχέση ένα ευρώ προς ένα ECU, χρησιμοποιείται στο εξής – εκτός από τις περιπτώσεις κατά λέξη παραπομπών – μόνον η ένδειξη Ευρώ.
7 – Η σύμβαση-τύπος είναι στη διάθεση του κοινού, στη γαλλική, αγγλική και γερμανική γλώσσα στο Διαδίκτυο, στη διεύθυνση abrufbar.
8 – Η σημασία της όχι απολύτως σαφούς στην αγγλική γλώσσα διατυπώσεως «Subject to force majeure…» καθίσταται σαφής, εάν ληφθούν συμπληρωματικά υπόψη το γερμανικό και το γαλλικό κείμενο της συμβάσεως-τύπου. Εν προκειμένω αναφέρονται τα εξής: «Vorbehaltlich höherer Gewalt…» και «Sous réserve des cas de force majeure …»
9 – Ισχύει το εφαρμοστέο κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως κείμενο των σχετικών διατάξεων. Επομένως, δεν λαμβάνονται υπόψη οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος για τον εκσυγχρονισμό του ενοχικού δικαίου (Gesetz zur Modernisierung des Schuldrechts) της 26ης Νοεμβρίου 2001 (βλ. το άρθρο 229 § 5 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα [Einführungsgesetz zum Bürgerlichen Gesetzbuch]).
10 – Σύμφωνα με την ορολογία του άρθρου 238 EΚ, χρησιμοποιείται στη συνέχεια ο όρος αυτός, μολονότι πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για ρήτρα δικαιοδοσίας, επειδή τα κοινοτικά δικαστήρια είναι εν ευρεία εννοία κρατικά δικαστήρια, των οποίων η δικαιοδοσία ρυθμίζεται στη Συνθήκη EΚ, και όχι ιδιωτικά διαιτητικά δικαστήρια.
11 – Το άρθρο 51 αναδιατυπώθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου 2004/407/EΚ, Eυρατόμ, της 26ης Απριλίου 2004, που τροποποιεί τα άρθρα 51 και 54 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου (ΕΕ L 132, σ. 5), οπότε στο εξής το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο και για αγωγές των κοινοτικών οργάνων βάσει ρήτρας διαιτησίας. Κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 2 της αποφάσεως, εν τούτοις, οι υποθέσεις που εκκρεμούν ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου δεν παραπέμπονται ενώπιον του Πρωτοδικείου, εάν κατά την έναρξη ισχύος της αποφάσεως η έγγραφη διαδικασία – όπως στην υπό κρίση υπόθεση – έχει ήδη περατωθεί. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τις υποθέσεις αυτές εξακολουθεί να είναι αρμόδιο το Δικαστήριο.
12 – Για τη γενική αρχή ότι οι κανόνες διαδικασίας εφαρμόζονται γενικώς επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος τους, βλ. τις αποφάσεις της 12ης Noεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Salumi κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 9) και της 1ης Ιουλίου 2004, C-361/02 και C-362/02, Τσάπαλος και Διαμαντάκης (Συλλογή 2004, σ. Ι-6405, σκέψη 19, με περαιτέρω παραπομπές).
13 – Απόφαση του Συμβουλίου 88/591/ΕΚΑΧ, EΟΚ, Eυρατόμ, της 24ης Oκτωβρίου 1988, για την ίδρυση Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ΕΕ L 319, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου 1999/291/EΚ, EΚΑΧ, Eυρατόμ, της 26ης Απριλίου 1999, ΕΕ L 114, σ. 52. Η απόφαση καταργήθηκε με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Νίκαιας.
14 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mayras, της 27ης Οκτωβρίου 1976, 23/76, Pellegrini κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1976, σ. 649).
15 – Ο έγγραφος τύπος δεν υπόκειται άλλωστε (με την επιφύλαξη παρεκκλίνουσας συμβατικής ρυθμίσεως) σε αυστηρά κριτήρια. Πράγματι, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι είναι έγκυρη μια ρήτρα η οποία περιλαμβανόταν σε μη υπογεγραμμένο σχέδιο συμβάσεως, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη αναφέρονταν σ’ αυτήν σε έγγραφα που συμφωνούσαν μεταξύ τους (απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1976, 23/76, Pellegrini κατά Επιτροπής [Συλλογή τόμος 1976, σ. 649, σκέψεις 9 και 10]).
16 – Απόφαση της 8ης Aπριλίου 1992, C-209/90, Επιτροπή κατά Feilhauer (Συλλογή 1992, σ. I-2613, σκέψη 13).
17 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz της 22ας Oκτωβρίου 1991, C-209/90, Επιτροπή κατά Feilhauer (Συλλογή 1992, σ. Ι- 2622, σημείο 18). Βλ. και τη νομολογία του Δικαστηρίου για το άρθρο 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών (αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1992, C-214/89, Powell Duffryn (Συλλογή 1992, σ. I-1745, σκέψη 37) και της 3ης Ιουλίου 1997, C-269/95, Benincasa (Συλλογή 1997, σ. I-3767, σκέψη 31).
18 – Για την υποχρέωση ερμηνείας συμβάσεως λαμβανομένου υπόψη του κοινοτικού πλαισίου της: απόφαση της 27ης Απριλίου 1999, C-69/97, Επιτροπή κατά SNUA (Συλλογή 1999, σ. I-2363, σκέψη 19).
19 – Αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1986, 426/85, Επιτροπή κατά Zoubek (Συλλογή 1986, σ. 4057, σκέψη 11), και της 3ης Δεκεμβρίου 1998 C-337/96, Επιτροπή κατά Industrial Refuse & Coal Energy (Συλλογή 1998, σ. I-7943, σκέψη 49).
20 – Αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2003, C-167/99, Κοινοβούλιο κατά SERS κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I-3269), της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-29/03, Επιτροπή κατά ITEC, Συλλογή 2003, σ. Ι-12205), της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-30/03, Επιτροπή κατά ITEC (Συλλογή 2003, σ. Ι-12217), και της 8ης Ιουλίου 2004, C-127/03, Επιτροπή κατά Trendsoft (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 7 και 21).
21 – Απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2001, C-77/99, Επιτροπή κατά Oder-Plan Architektur κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-7355, σκέψη 28). Βλ. και την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1984, 50/84, Bensider κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 3991, σκέψη 7). Κατόπιν της αποφάσεως της 5ης Νοεμβρίου 2002, C-208/00, Überseering (Συλλογή 2002, σ. I-9919), πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η νομοθεσία του κράτους ιδρύσεως της εταιρίας. Επειδή ο τόπος ιδρύσεως και η έδρα συμπίπτουν εν προκειμένω, το ζήτημα αυτό δεν χρήζει διεξοδικότερης αναλύσεως.
22 – Βλ. Lutter/Hommelhoff, GmbH-Gesetz: Kommentar, 15η έκδοση (2000) § 74, αρ. περ. 17.
23 – Βλ. Bundesarbeitsgericht, απόφαση της 4ης Ιουνίου 2003 – 10 AZR 449/02 –, Neue Zeitschrift für Arbeitsrecht 2003, σ. 1049.
24 – Έτσι, εφεξής, ρητώς, το Bundesgerichtshof, απόφαση της 2ας Ιουνίου 1999 – VIII ZR 112/98 –, Neue Juristische Wochenschrift 1999, σ. 2972), το οποίο στην προηγούμενη νομολογία του θεωρούσε αρκετόν τον απλό ισχυρισμό περί του διαθεσίμου της περιουσίας (απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1967 – V ZR 40/66 –, BGHZ 48, 303, 307).
25 – Βλ. Schmidt εις: Scholz, Kommentar zum GmbH-Gesetz, 9η έκδοση (2002), § 60, αρ. περ. 62.
26 – Έτσι, η λύση, μεταξύ άλλων, της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (GmbH) σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 1, του νόμου περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης (Gesetz betreffend die Gesellschaft mit beschränkter Haftung, στο εξής: GmbHG) πρέπει να εγγραφεί στο μητρώο εμπόρων και, κατά το άρθρο 65, παράγραφος 2, του GmbHG, να δημοσιευθεί τρεις φορές από τους εκκαθαριστές. Ταυτόχρονα πρέπει να κληθούν οι πιστωτές να εμφανισθούν στον χώρο της. Μετά την τελευταία γνωστοποίηση έπεται αναβλητική προθεσμία ενός έτους μέχρι τη λήξη του οποίου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κατανομή του ενεργητικού της εταιρίας.
27 – Υπάρχει ασάφεια ως προς την τύχη των 150 000 ευρώ, τα οποία η InterTeam όφειλε να μεταβιβάσει αμελλητί στα άλλα συμβαλλόμενα μέρη ή τουλάχιστον να τα κρατήσει ως μεσεγγυούχος χωριστά από τα δικά της περιουσιακά στοιχεία. Η Επιτροπή θα μπορούσε συναφώς να στραφεί προσωπικά κατά των υπευθύνων προσώπων στην InterTeam αντί κατά της εταιρίας που τελούσε υπό εκκαθάριση.
28 – ΕΕ L 160, σ. 1.
29 – Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Oder-Plan (παρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 28).
30 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 13.
31 – Βλ. Hess/Weis/Wienberg, Kommentar zur Insolvenzordnung, 2η έκδοση (2001), § 87, αρ. περ. 6 και 7.
32 – Βλ. συναφώς § 89 InsO.
33 – Στην απόφασή του της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-221/88, ΕΚΑΧ κατά Αcciaierie e Ferriere Busseni SPA (Συλλογή 1990, σ. I-459, σκέψη 26), το Δικαστήριο έκρινε ότι μια σύσταση ΕΚΑΧ δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ΕΚΑΧ διαθέτει, στο πλαίσιο συλλογικών διαδικασιών αναγκαστικής εκτελέσεως, δικαίωμα προνομιακής ικανοποιήσεως έναντι ιδιωτών πιστωτών.
34 – Βλ. συναφώς, ανωτέρω, σημείο 78.
35 – Hess/Weis/Wienberg, § 180, αρ. περ. 2.
36 – Ελλείψει γραπτής τεκμηριώσεως είναι ασαφές τι ακριβώς αναγγέλθηκε στον πίνακα κατατάξεως, δηλαδή η αξίωση που προβλήθηκε με το πρώτο επικουρικό αίτημα ή η αξίωση που προβλήθηκε με το έτι επικουρικότερο αίτημα. Δεν υπάρχουν περαιτέρω στοιχεία ως προς το αν την αξίωση αμφισβήτησε μόνον ο σύνδικος της πτωχεύσεως ή και άλλοι πιστωτές, κατά των οποίων θα πρέπει να στραφεί η αναγνωριστική αγωγή.
37 – Στο μέτρο που γίνεται κατωτέρω λόγος για τις εναγόμενες, πρόκειται για τις εν λόγω τέσσερις επιχειρήσεις.
38 – Η Επιτροπή παραπέμπει συναφώς στην απόφαση Επιτροπή κατά Oder-Plan (παρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 61).
39 – Κατά το παράρτημα I, τμήμα 2, σημείο 6 (σ. 70 της συμβάσεως), προβλέπεται η σύναψη συμβάσεως κοινοπραξίας. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι δεν συνήφθη τέτοια σύμβαση, θα μπορούσε να έχει συναφθεί μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση εταιρίας.
40 – Sprau εις: Palandt Bürgerliches Gesetzbuch, 62η έκδοση (2003) § 714, αρ. περ. 12.
41 – Bydlindski εις: Münchener Kommentar zum Bürgerlichen Gesetzbuch, Bd. 2a, 4η έκδοση (2003) § 431, αρ. περ. 3· Noack εις: Staudinger, Kommentar zum Bürgerlichen Gesetzbuch, 1999, Vorbemerkungen zu §§ 420 επ., αρ. περ. 24· διαφορετική άποψη: Heinrichs εις: Palandt §§ 420 επ., αρ. περ. 9.
42 – Noack εις: Staudinger, Vorbemerkungen zu §§ 420 επ., αρ. περ. 26.
43 – Βλ. Noack εις: Staudinger, § 427, αρ. περ. 74.
44 – Noack εις: Staudinger, § 427, αρ. περ. 76; Sprau εις: Palandt, § 718, αρ. περ. 9.
45 – Βλ. συναφώς, κατωτέρω, σημεία 143 έως146.
46 – Sprau εις: Palandt, § 714, αρ. περ. 18.
47 – Παρεμφερή συλλογιστική διατύπωσε το Πρωτοδικείο στην απόφασή του της 13ης Μαρτίου 2003, T-340/00, Valnerina κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II-811, σκέψη 65). Έκρινε δυσανάλογη την εις ολόκληρον ευθύνη για την επιστροφή κοινοτικής επιδοτήσεως. Εν πάση περιπτώσει, η επιδότηση στην περίπτωση εκείνη είχε χορηγηθεί με απόφαση και όχι με σύμβαση.
48 – Ορισμένοι κίνδυνοι που συνδέονται με το πρόγραμμα αναφέρονται ρητώς στο παράρτημα I, τμήμα 2, σημείο 2.1 (σ. 37 της συμβάσεως).
49 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21.
50 – Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2001 C-59/99 (Συλλογή 2001, σ. I-8499).
51 – Βλ. το άρθρο 2 της συμβάσεως, το οποίο παρατίθεται στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber της 25ης Ιανουαρίου 2001, C-77/99, Επιτροπή κατά Oder-Plan Architektur κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. Ι-7356, σημείο 3).
52 – Βλ. για τους γενικούς κανόνες περί βάρους αποδείξεως, κατωτέρω, σημείο 174.
53 – Επομένως, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να καταβάλει ενδεχόμενα υπόλοιπα πληρωμών, σύμφωνα με το άρθρο 4, περίπτωση 3, της συμβάσεως, μετά την εκπλήρωση των τελευταίων επιμέρους παροχών και την υποβολή των αντιστοίχων δικαιολογητικών των δαπανών.
54 – Η διάταξη αυτή ορίζει τα εξής: «The cost statements for the final period, incorporating adjustments for previous periods, shall be submitted not later than three months after the approval of the last report, document or other Project Deliverable following which no further costs shall be allowable for payments.»
55 – Βλ. ιδίως σημεία 124 και125.
56 – Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημείο 35.
57 – Βλ. άρθρο 4, περίπτωση 2, της συμβάσεως.
58 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 139.
59 – Με την απόφαση του της 16ης Μαΐου 2001, T-68/99, Toditec κατά Επιτροπής, (Συλλογή 2001, σ. II-1443, σκέψη 77) το Πρωτοδικείο αρνήθηκε να συνδέσει ιδιαίτερες συνέπειες προς τη φύση αντίστοιχων συμβάσεων.
60 – Βλ. για την αρχή αυτή π.χ. Bundesgerichtshof, απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1991 – II ZR 190/89 –, BGHZ 113, 222, 226 και Greger εις: Zöller, Zivilprozessordnung, 23η έκδοση (2002) § 284, αρ. περ. 17.
61 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 59, σκέψη 95.
62 – Βλ. για τη συμμετοχή της Intracom στις διάφορες επιμέρους παροχές τον πίνακα στο παράρτημα I (σ. 55 της συμβάσεως).
63 – Βλ. τον πίνακα στο παράρτημα I (σ. 30 της συμβάσεως).
Full & Egal Universal Law Academy