ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 17ης Φεβρουαρίου 2005 (1)
Υπόθεση C-301/02 P
Carmine Salvatore Tralli
κατά
Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
«Αίτηση αναιρέσεως – Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – Κανόνες υπηρεσιακής καταστάσεως του προσωπικού – Θέσπιση των εκτελεστικών διατάξεων των όρων απασχολήσεως – Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στην εκτελεστική επιτροπή – Απόφαση περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου νεοπροσληφθέντος υπαλλήλου – Εξουσιοδότηση προς τον αντιπρόεδρο της Τράπεζας – Νομιμότητα»
1. Η παρούσα υπόθεση εγείρει κατ’ ουσίαν δύο ζητήματα σχετικά με τις μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων εντός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής: ΕΚΤ). Το πρώτο ζήτημα είναι εάν το διοικητικό συμβούλιο (2) μπορούσε νομίμως να μεταβιβάσει στην εκτελεστική επιτροπή (3) την αρμοδιότητα θεσπίσεως των εκτελεστικών διατάξεων των όρων απασχολήσεως. Το δεύτερο είναι εάν η εκτελεστική επιτροπή μπορούσε να εξουσιοδοτήσει τον αντιπρόεδρο της ΕΚΤ να προβαίνει σε ορισμένες πράξεις διαχειρίσεως και, ιδίως, να λαμβάνει τις αποφάσεις περί παρατάσεως του χρόνου δοκιμαστικής περιόδου των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων.
2. Τα ζητήματα αυτά ανακύπτουν στο πλαίσιο αναιρέσεως ασκηθείσας από τον C. S. Tralli, πρώην υπάλληλο της ΕΚΤ, κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 27ης Ιουνίου 2002, Tralli κατά ΕΚΤ (4).
I – Το νομικό πλαίσιο
3. Δυνάμει του άρθρου 12.3 του πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο επισυνάπτεται στη Συνθήκη ΕΚ (στο εξής: καταστατικό του ΕΣΚΤ), «το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει εσωτερικό κανονισμό, ο οποίος καθορίζει την εσωτερική οργάνωση της ΕΚΤ και των οργάνων λήψεως αποφάσεων».
4. Το άρθρο 36.1 του αυτού πρωτοκόλλου προσθέτει: «το διοικητικό συμβούλιο, μετά από πρόταση της εκτελεστικής επιτροπής, καθορίζει τους όρους απασχόλησης του προσωπικού της ΕΚΤ».
5. Bάσει του άρθρου 36.1 του καταστατικού του ΕΣΚΤ, το διοικητικό συμβούλιο ενέκρινε τους «Conditions of Employment for Staff of the European Central Bank» (όρους απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) (5). Οι όροι αυτοί, ως είχαν κατά τον χρόνο εφαρμογής τους επί των επίδικων περιστατικών, προβλέπουν:
«9. α) Οι εργασιακές σχέσεις μεταξύ της ΕΚΤ και του προσωπικού της διέπονται από τις συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται σύμφωνα με τους παρόντες όρους απασχολήσεως. Οι κανόνες για θέματα προσωπικού, οι οποίοι θεσπίζονται από την εκτελεστική επιτροπή, καθορίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής των εν λόγω όρων απασχολήσεως.
[...]
10. α) Οι συμβάσεις εργασίας μεταξύ της ΕΚΤ και των υπαλλήλων της έχουν τη μορφή επιστολών προσλήψεως που προσυπογράφονται από τους υπαλλήλους [...].
β) Οι προσλήψεις μπορούν να συνοδεύονται από δοκιμαστική περίοδο όπως προβλέπουν οι κανόνες για θέματα προσωπικού. Η περίοδος δοκιμασίας ουδέποτε δύναται να υπερβεί τους δώδεκα μήνες.
11. α) Η ΕΚΤ δύναται να καταγγέλλει τις συναφθείσες με τους υπαλλήλους της συμβάσεις, με αιτιολογημένη απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής [...] και για τους ακόλουθους λόγους:
i) σε περίπτωση επίμονης επαγγελματικής ανεπάρκειας [...]·
[...]
41. Τα μέλη του προσωπικού μπορούν [...] να υποβάλλουν στη διοίκηση προς εξέταση κατά το προ της ασκήσεως προσφυγής στάδιο, παράπονα και ενστάσεις [...]. Τα μέλη του προσωπικού, τα οποία δεν μένουν ικανοποιημένα από την έκβαση της διοικητικής εξετάσεως προ της ασκήσεως προσφυγής, μπορούν να κινήσουν τη διαδικασία ενστάσεων που προβλέπουν οι κανόνες για θέματα προσωπικού.
Οι ως άνω διαδικασίες δεν μπορούν να εφαρμοσθούν προς αμφισβήτηση του κύρους:
[...]
iii) των αποφάσεων περί μη μονιμοποιήσεως δοκίμου υπαλλήλου.»
6. Βάσει του άρθρου 12.3 του καταστατικού του ΕΣΚΤ, το διοικητικό συμβούλιο εξέδωσε τον εσωτερικό κανονισμό της ΕΚΤ (6). Το άρθρο 21.3 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει:
«Οι όροι απασχόλησης εφαρμόζονται μέσω των κανόνων για θέματα προσωπικού, οι οποίοι εγκρίνονται και τροποποιούνται από την εκτελεστική επιτροπή.»
7. Βάσει της διατάξεως αυτής και του άρθρου 9, στοιχείο α΄, των όρων απασχολήσεως, η εκτελεστική επιτροπή της ΕΚΤ εξέδωσε τους «European Central Bank Staff Rules» (στο εξής: κανόνες για θέματα προσωπικού ). Οι εν λόγω κανόνες ορίζουν:
«2.1 Δοκιμαστική περίοδος
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 10, στοιχείο β΄, των όρων απασχολήσεως έχουν ως ακολούθως:
2.1.1 Οι προσλήψεις συνοδεύονται από δοκιμαστική περίοδο τριών μηνών [...]. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η εκτελεστική επιτροπή μπορεί να ορίσει δοκιμαστική περίοδο άνω των τριών μηνών, σύμφωνα με το σημείο 2.1.2, στοιχείο α΄, κατωτέρω.
[...]
2.1.2 Όταν, κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου, ο ενδιαφερόμενος κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του λόγω ασθενείας, ατυχήματος, αδείας μητρότητας ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ειδικής αδείας, επί χρονικό διάστημα άνω του μηνός, η εκτελεστική επιτροπή μπορεί να παρατείνει την δοκιμαστική περίοδο κατά το αντίστοιχο διάστημα.
Εξάλλου, η εκτελεστική επιτροπή μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις:
α) να παρατείνει τη δοκιμαστική περίοδο μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα μηνών κατ’ ανώτατο όριο· ή
β) να παρατείνει τη δοκιμαστική περίοδο μέχρι τη συμπλήρωση συνολικής διάρκειας δώδεκα μηνών κατ’ ανώτατο όριο, με τοποθέτηση του ενδιαφερομένου σε άλλη θέση.
2.1.3 Κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου, η εκτελεστική επιτροπή μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, με προειδοποίηση ενός μηνός, σε περίπτωση επαγγελματικής ανικανότητας ή ανεπάρκειας του ενδιαφερομένου.»
II – Ιστορικό της διαφοράς
8. Στις 20 Ιουνίου 2000, ο C. S. Tralli προσλήφθηκε από την ΕΚΤ σε θέση φύλακα. Με την επιστολή προσλήψεώς του, διευκρινιζόταν ότι η σύμβαση εργασίας του υπέκειτο σε δοκιμαστική περίοδο τριών μηνών.
9. Στις 21 Αυγούστου 2000, ο ιεραρχικός προϊστάμενος του νυν αναιρεσείοντος τον πληροφόρησε ότι η επαγγελματική του απόδοση δεν ανταποκρίνεται στο απαιτούμενο για τη θέση επίπεδο. Η επαγγελματική ανεπάρκεια του αναιρεσείοντος αποτέλεσε επίσης αντικείμενο συνεντεύξεως την 1η Σεπτεμβρίου 2000.
10. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2000, ο αναιρεσείων έλαβε αντίγραφο υπηρεσιακού σημειώματος με το οποίο ο συντονιστής ασφαλείας στην ΕΚΤ ζητούσε από τον ιεραρχικώς προϊστάμενο του αναιρεσείοντος να παραταθεί η δοκιμαστική περίοδος του τελευταίου. Με το σημείωμα αυτό διευκρινιζόταν ότι η εν λόγω παράταση της δοκιμαστικής περιόδου ήταν επιβεβλημένη λόγω της ανεπαρκούς επαγγελματικής αποδόσεως του αναιρεσείοντος και προκειμένου να του παρασχεθεί η δυνατότητα περαιτέρω καταρτίσεως.
11. Με επιστολή της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, η ΕΚΤ γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα την απόφαση περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου του μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2000 (7). Ο αναιρεσείων έλαβε γνώση του γεγονότος ότι απόφαση περί μονιμοποιήσεώς του θα εξηρτάτο από το επίπεδο της επαγγελματικής του αποδόσεως κατά τη διάρκεια της εν λόγω παρατάσεως.
12. Με επιστολή της 29ης Νοεμβρίου 2000, ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της αποφάσεως της εκτελεστικής επιτροπής να λυθεί η σύμβασή του στις 31 Δεκεμβρίου 2000 (8). Αιτιολογία της αποφάσεως αυτής ήταν το γεγονός ότι η επαγγελματική απόδοση του αναιρεσείοντος δεν βελτιώθηκε ούτε κατά τη διάρκεια της παρατάσεως.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
13. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Δεκεμβρίου 2000, ο C. S. Tralli άσκησε προσφυγή με αίτημα, ιδίως, την ακύρωση της αποφάσεως περί απολύσεως (υπόθεση Τ-373/00).
14. Πέραν αυτού, ο C. S. Tralli άσκησε τρεις ακόμη προσφυγές, ζητώντας από το Πρωτοδικείο, ιδίως:
– να ακυρώσει την απόφαση του Προέδρου της ΕΚΤ περί απορρίψεως της ενστάσεώς του κατά της αποφάσεως περί παρατάσεως της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας (υπόθεση Τ-27/01)·
– να διαπιστώσει ότι ο Πρόεδρος της ΕΚΤ παρανόμως παρέλειψε να αποφανθεί επί της αιτήσεώς του για επανεξέταση της αποφάσεως περί απολύσεως (υπόθεση Τ-56/01), και
– να ακυρώσει την απόφαση του Προέδρου της ΕΚΤ που απέρριψε την ένστασή του κατά της αποφάσεως περί απολύσεως (υπόθεση Τ-69/01).
15. Το Πρωτοδικείο προέβη σε συνεκδίκαση των προσφυγών αυτών. Στην υπόθεση Τ-373/00 απέρριψε την προσφυγή και στις υποθέσεις Τ-27/01, Τ-56/01 και Τ-69/01 διαπίστωσε ότι η δίκη είχε καταστεί άνευ αντικειμένου.
IV – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
16. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Αυγούστου 2002, ο C. S. Tralli άσκησε την παρούσα αναίρεση.
17. Με αυτήν ζητείται η εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και η ακύρωση των αποφάσεων της ΕΚΤ περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου και περί απολύσεως. Πέραν αυτού, ο C. S. Tralli ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την ΕΚΤ να εξακολουθήσει να του καταβάλλει, και πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2000, τον βασικό μισθό του, ανερχόμενος σε 32 304 ευρώ ετησίως, προσαυξημένου με τα επιδόματα και τα λοιπά μισθολογικά συμπληρώματα που προβλέπουν οι όροι απασχολήσεως. Τέλος, ο C. S. Tralli ζητεί να καταδικασθεί η ΕΚΤ στα δικαστικά έξοδα.
18. Η ΕΚΤ ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
19. Προς στήριξη των αιτημάτων του, ο C. S. Tralli προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως τους οποίους θα εξετάσω διαδοχικώς:
– παράβαση των κανόνων περί μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων,
– παράβαση των άρθρων 2.1.2 και 2.1.3 των κανόνων για θέματα προσωπικού, και
– παράβαση των κανόνων περί κατανομής των δικαστικών εξόδων.
Α – Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως που αντλείται από παράβαση των κανόνων περί μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων
20. Με τον προβαλλόμενο πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων διατείνεται, κατ’ ουσίαν, ότι το Πρωτοδικείο παρέβη τους κανόνες περί μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων.
21. Πρωτοδίκως, ο αναιρεσείων προέβαλε ένσταση περί παρανόμου των κανόνων για θέματα προσωπικού. Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ως ακολούθως επί της ενστάσεως αυτής:
«43 Κατά τον προσφεύγοντα, οι κανόνες για θέματα προσωπικού στερούνται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, αφορούν το νομικό καθεστώς του προσωπικού της ΕΚΤ και, επομένως, θα έπρεπε να εκδοθούν, δυνάμει του άρθρου 36.1 του καταστατικού του ΕΣΚΤ, από το διοικητικό συμβούλιο μετά από πρόταση της εκτελεστικής επιτροπής και όχι από την εκτελεστική επιτροπή η οποία εστερείτο σχετικής αρμοδιότητας.
44 Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση X κατά ΕΚΤ [απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Οκτωβρίου 2001, Τ-333/99, Συλλογή 2001, σ. II‑3021· Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑199 και II‑921], το Πρωτοδικείο επελήφθη ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας η οποία είχε το ίδιο αντικείμενο με την προβαλλομένη εν προκειμένω από τον προσφεύγοντα. Με την εν λόγω απόφαση, το Πρωτοδικείο έκρινε, κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 96 έως 109, ότι οι κανόνες για θέματα προσωπικού δεν πάσχουν την προσαπτόμενη από τον προσφεύγοντα παρανομία, ιδίως εφόσον, με το άρθρο 21.3 του εσωτερικού κανονισμού της ΕΚΤ, το διοικητικό συμβούλιο μετεβίβασε στην εκτελεστική επιτροπή την εξουσία να ορίζει τους όρους εκτελέσεως των όρων απασχολήσεως, ήτοι τους κανόνες για θέματα προσωπικού.»
22. Ο C. S. Tralli φρονεί ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε απορρίπτοντας την εν λόγω ένσταση ελλείψεως νομιμότητας. Προς στήριξη του ισχυρισμού του ο αναιρεσείων προβάλλει τρεις ομάδες επιχειρημάτων.
23. Πρώτον, ο C. S. Tralli διατείνεται ότι, δυνάμει του άρθρου 36.1 του καταστατικού, η εκτελεστική επιτροπή της ΕΚΤ δεν είναι αρμόδια να ορίζει το νομικό καθεστώς του προσωπικού. Κατ’ αυτόν, η εν λόγω αρμοδιότητα ανήκει στο διοικητικό συμβούλιο, ενώ η εκτελεστική επιτροπή έχει δικαίωμα να υποβάλει απλώς σχετική πρόταση. Πέραν αυτού, το διοικητικό συμβούλιο δεν δύναται να μεταβιβάζει την εξουσία του στην εκτελεστική επιτροπή, εφόσον το άρθρο 12.3 του καταστατικού του ΕΣΚΤ και η ίδια η έννοια του «εσωτερικού κανονισμού» το απαγορεύουν.
24. Δεύτερον, ο C. S. Tralli έχει την άποψη ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε δεχόμενο ότι το διοικητικό συμβούλιο νομίμως μεταβίβασε στην εκτελεστική επιτροπή την εξουσία του να ορίζει το νομικό καθεστώς του προσωπικού. Ειδικότερα, από τη νομολογία προκύπτει ότι, στο κοινοτικό δίκαιο, η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων πρέπει να είναι ρητή. Εν προκειμένω, όμως, το Πρωτοδικείο αρκέσθηκε «να συναγάγει την ύπαρξη σιωπηρής μεταβιβάσεως στο πλαίσιο του άρθρου 21.3 του εσωτερικού κανονισμού» (9).
25. Τέλος, ο C. S. Tralli τονίζει ότι η εκτελεστική επιτροπή, θεσπίζοντας τα άρθρα 2.1.2 και 2.1.3 των κανόνων για θέματα προσωπικού, παρέβη το άρθρο 21.3 του εσωτερικού κανονισμού, εφόσον δεν περιορίστηκε να λάβει μέτρα εκτελέσεως των όρων απασχολήσεως, αλλά εξέδωσε γνήσιους αυτοτελείς κανόνες. Ειδικότερα, οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν τη μονομερή παράταση της δοκιμαστικής περιόδου, ενώ το άρθρο 10, στοιχείο β΄, των όρων απασχολήσεως έχει υπόψη μόνο συμβατικό καθεστώς για την περίοδο αυτή. Εξάλλου, θεσπίζουν λόγο απολύσεως κατά την προαναφερθείσα περίοδο αντλούμενο από τη μη προσήκουσα συμπεριφορά ή απόδοση του μισθωτού, ο οποίος αφίσταται από τον προβλεπόμενο με το άρθρο 11, στοιχείο α΄, i, των όρων απασχολήσεως.
26. Κατά την άποψή μου, αφετηρία της αναλύσεως αυτής είναι η απόφαση της 13ης Ιουνίου 1958, Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής (10).
27. Στην εν λόγω υπόθεση, η προσφεύγουσα προσήψε την Ανωτάτη Αρχή της ΕΚΑΧ ότι μεταβίβασε ορισμένες από τις εξουσίες στα «όργανα των Βρυξελλών», ήτοι σε οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου, συνεστημένους εκτός του πλαισίου των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η προσφεύγουσα τόνισε ότι το άρθρο 8 της Συνθήκης αυτής, το οποίο επιφόρτιζε την Ανωτάτη Αρχή να μεριμνά για την πραγματοποίηση των σκοπών που καθορίζονται στη Συνθήκη, δεν προέβλεπε δυνατότητα μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων.
28. Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα αυτό με το ακόλουθο σκεπτικό (11):
«[...] δεν μπορεί να αποκλεισθεί η δυνατότητα αναθέσεως των “κοινών για περισσότερες της μιας επιχειρήσεις χρηματοδοτικών μηχανισμών” του στοιχείου α΄ του άρθρου 53 [της Συνθήκης ΕΚΑΧ] σε οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου, που διαθέτουν χωριστή νομική προσωπικότητα και δικές τους εξουσίες·
οι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί που δημιουργούνται από την ίδια την Ανωτάτη Αρχή κατ’ εφαρμογή του στοιχείου β΄ του ιδίου άρθρου πρέπει να εξυπηρετούν τους ίδιους σκοπούς με αυτούς που επιτρέπονται κατ’ εφαρμογήν του στοιχείου α΄·
για τον λόγο αυτόν, πρέπει να μπορούν να λάβουν ανάλογες μορφές και ιδίως να δεχθούν τη συνδρομή οργανισμών με χωριστή νομική προσωπικότητα·
επομένως, η δυνατότητα της Ανωτάτης Αρχής να επιτρέψει ή να δημιουργήσει τους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς του άρθρου 53 της Συνθήκης [ΕΚΑΧ] της δίνει το δικαίωμα να παράσχει ορισμένες εξουσίες σε παρόμοιους οργανισμούς υπό προϋποθέσεις που η ίδια καθορίζει και υπό τον έλεγχό της».
29. Επομένως, όπως επισήμανε ένας συγγραφέας (12), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ, παρέχοντας εξουσία θεσπίσεως κανόνων δικαίου στην Ανωτάτη Αρχή, αποτελούσαν επαρκή νομική βάση προκειμένου να έχει η εν λόγω αρχή τη δυνατότητα να μεταβιβάζει ορισμένες εξουσίες σε ιδιωτικούς οργανισμούς, έχοντες χωριστή νομική προσωπικότητα. Συνεπώς, μπορεί να θεωρηθεί ότι, στο κοινοτικό δίκαιο, η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων είναι νόμιμη εφόσον, όπως εν προκειμένω, από κανένα κείμενο δεν αποκλείεται ρητώς (13).
30. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, κατ’ αρχήν, το διοικητικό συμβούλιο μπορούσε να μεταβιβάσει ορισμένες από τις εξουσίες του στην εκτελεστική επιτροπή της ΕΚΤ. Το πρώτο επιχείρημα του αναιρεσείοντος, αντλούμενο από την έλλειψη δυνατότητας μεταβιβάσεως, είναι, επομένως, απορριπτέο.
31. Προκειμένου περί των κανόνων που διέπουν τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων, από την προπαρατεθείσα απόφαση Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής, προκύπτει ότι η μεταβίβαση, για να είναι σύννομη, πρέπει να πληροί σειρά προϋποθέσεων. Οι προϋποθέσεις αυτές, οι οποίες διαμορφώνουν το γενικό καθεστώς της μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων κατά το κοινοτικό δίκαιο (14), είναι οι ακόλουθες:
– η μεταβιβάζουσα αρχή δεν δύναται να μεταβιβάσει προς το όργανο, προς το οποίο γίνεται η μεταβίβαση, άλλες εξουσίες από αυτές που παραχωρήθηκαν στην ίδια (15)·
– η άσκηση των εξουσιών που μεταβιβάσθηκαν πρέπει να υπόκειται στις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές στις οποίες θα υπέκειτο εάν η μεταβιβάζουσα αρχή τις ασκούσε απ’ ευθείας, ιδίως ως προς τις απαιτήσεις αιτιολογίας και δημοσιότητας (16)·
– η μεταβίβαση εξουσιών δεν τεκμαίρεται: ακόμη και αν η μεταβιβάζουσα αρχή έχει το σχετικό δικαίωμα, πρέπει να λαβάνει ρητή απόφαση για τη μεταβίβασή τους (17)·
– η μεταβίβαση δεν μπορεί να αφορά παρά εξουσίες εκτελέσεως, επακριβώς καθορισμένες (18): Ειδικότερα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η μεταβίβαση διακριτικής εξουσίας, που προϋποθέτει ευρεία ελευθερία εκτιμήσεως, συνεπάγεται υποκατάσταση των επιλογών της μεταβιβάζουσας αρχής με τις επιλογές της αρχής, προς την οποία συντελείται, και αποτελεί, επομένως, πραγματική μετάθεση ευθύνης (19). Σε ορισμένους τομείς, όπως η κοινή γεωργική πολιτική, το Δικαστήριο έκρινε, εντούτοις, ότι η έννοια των «εκτελεστικών αρμοδιοτήτων» πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως όπως προκύπτει από τη γενική οικονομία της Συνθήκης και τις απαιτήσεις της πρακτικής (20).
32. Εν προκειμένω, ο C. S. Tralli διατείνεται ότι οι δύο τελευταίες προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Με το δεύτερο και το τρίτο επιχείρημά του, εκθέτει ότι η επίδικη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων δεν έγινε ρητώς και ότι τα άρθρα 2.1.2 και 2.1.3 των κανόνων για θέματα προσωπικού υπερβαίνουν την απλή «εκτέλεση» των όρων απασχολήσεως.
33. Το δεύτερο επιχείρημα, όπως διαπιστώνεται από απλή ανάγνωση του εσωτερικού κανονισμού, στερείται προδήλως οποιουδήποτε ερείσματος. Ειδικότερα, με το άρθρο 21.3 του εσωτερικού κανονισμού, το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο είναι αρμόδιο να καθορίζει το νομικό καθεστώς του προσωπικού, δήλωσε ρητώς ότι «οι όροι απασχολήσεως εφαρμόζονται μέσω των κανόνων για θέματα προσωπικού, οι οποίοι εγκρίνονται και τροποποιούνται από την εκτελεστική επιτροπή».
34. Επομένως, το διοικητικό συμβούλιο ρητώς μεταβίβασε στην εκτελεστική επιτροπή την εξουσία να καθορίζει τους όρους εκτελέσεως των όρων απασχολήσεως. Συνεπώς, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, το Πρωτοδικείο δεν αρκέστηκε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, να «συναγάγει την ύπαρξη σιωπηρής μεταβιβάσεως στο πλαίσιο του άρθρου 21.3 του εσωτερικού κανονισμού» (21).
35. Σε σχέση με το τρίτο επιχείρημα, φρονώ ότι τα άρθρα 2.1.2 και 2.1.3 των κανόνων για θέματα προσωπικού δεν επηρεάζουν το πεδίο εφαρμογής των οικείων διατάξεων των όρων απασχολήσεως.
36. Ειδικότερα, όπως είδαμε, δυνάμει του άρθρου 10, στοιχείο β΄, των όρων απασχολήσεως, «οι προσλήψεις μπορούν να συνοδεύονται από δοκιμαστική περίοδο», η οποία «ουδέποτε δύναται να υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες». Στο άρθρο 2.1.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού, η εκτελεστική επιτροπή όρισε ότι «μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να παρατείνει τη δοκιμαστική περίοδο μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα μηνών κατ’ ανώτατο όριο». Επομένως, το άρθρο 2.1.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού περιορίζεται να ορίζει τις λεπτομέρειες εκτελέσεως που αφορούν τη δοκιμαστική περίοδο, συμμορφούμενο πάντως προς τη μέγιστη διάρκεια που έχει τάξει το διοικητικό συμβούλιο.
37. Συναφώς, το γεγονός ότι η εκτελεστική επιτροπή δύναται να παρατείνει μονομερώς τη δοκιμαστική περίοδο δεν καθιστά παράνομο το άρθρο 2.1.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού. Συγκεκριμένα, με την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, Pflugradt κατά ΕΚΤ (22), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητώς ότι ο συμβατικός χαρακτήρας των εργασιακών σχέσεων μεταξύ της ΕΚΤ και των υπαλλήλων της δεν αποκλείει να υποχρεωθούν τα όργανα αυτής, λόγω της αποστολής γενικού συμφέροντος που έχει ανατεθεί στην ΕΚΤ, να λάβουν μέτρα μονομερούς χαρακτήρα. Δεδομένου ότι η δυνατότητα λήψεως τέτοιων μέτρων περιλαμβάνεται στους όρους απασχολήσεως, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί, όπως νομίζει ο αναιρεσείων, ότι το άρθρο 2.1.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού, προβλέποντας μονομερή παράταση της δοκιμαστικής περιόδου σε εξαιρετικές περιπτώσεις, επηρέασε τη φύση ή το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω όρων απασχολήσεως (23).
38. Όσον αφορά το άρθρο 2.1.3 των κανόνων για θέματα προσωπικού, είδαμε ότι επιτρέπει στην εκτελεστική επιτροπή να καταγγείλει τη σύμβαση κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου σε περίπτωση «επαγγελματικής ακαταλληλότητας ή ανεπάρκειας» του ενδιαφερομένου. Βεβαίως, η «επαγγελματική ακαταλληλότητα» δεν μνημονεύεται, καθεαυτή, στο άρθρο 11, στοιχείο α΄, i, των όρων απασχολήσεως το οποίο προβλέπει ότι «η ΕΚΤ δύναται να καταγγέλλει τις συναφθείσες με τους υπαλλήλους της συμβάσεις σε περίπτωση επίμονης επαγγελματικής ανεπάρκειας».
39. Ωστόσο, όπως και η ανεπάρκεια, η ακαταλληλότητα συνδέεται με την ικανότητα του ενδιαφερομένου να ασκεί ικανοποιητικώς τα καθήκοντά του. Εξάλλου, η έννοια της επαγγελματικής καταλληλότητας είναι σύμφυτη προς την έννοια της δοκιμαστικής περιόδου, καθόσον η τελευταία προβλέπεται πάντοτε με σκοπό να ελεγχθεί η ικανότητα του υποψηφίου να ασκήσει τα καθήκοντα για τα οποία προσελήφθη. Επομένως, δεν μπορεί ευκόλως να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 2.1.3 των κανόνων για θέματα προσωπικού, προβλέποντας δυνατότητα καταγγελίας της συμβάσεως σε περίπτωση επαγγελματικής ακαταλληλότητας, υπερβαίνει την απλή εκτέλεση των διατάξεων των όρων απασχολήσεως.
40. Κατά συνέπεια, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, η εκτελεστική επιτροπή παρέμεινε σαφώς εντός των ορίων της εξουσίας εκτελέσεως την οποία της ανέθεσε το διοικητικό συμβούλιο με το άρθρο 21.3 του εσωτερικού κανονισμού.
41. Επομένως, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
Β – Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση των άρθρων 2.1.2 και 2.1.3 των κανόνων για θέματα προσωπικού
42. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται επικουρικώς, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έκρινε ως σύννομα τα άρθρα 2.1.2 και 2.1.3 των κανόνων για θέματα προσωπικού. Ο λόγος αυτός βάλλει κατά των σκέψεων 48 έως 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
43. Με τις σκέψεις αυτές, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αποφάσεις περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου και περί απολύσεως δεν αντιβαίνουν προς τους όρους απασχολήσεως και τους κανόνες για θέματα προσωπικού, βάσει του ακόλουθου σκεπτικού:
«48 Πρώτον, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η απόφαση περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου υπογράφεται από ένα διευθυντή και από ένα προϊστάμενο διοικητικής μονάδας της διευθύνσεως προσωπικού, ενώ, δυνάμει του άρθρου 2.1.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού, οι αποφάσεις περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου πρέπει να λαμβάνονται από την εκτελεστική επιτροπή της ΕΚΤ.
49 Το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι η ΕΚΤ προσκόμισε, τη αιτήσει του, αφενός, απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδριάσεως της εκτελεστικής επιτροπής της ΕΚΤ της 16ης Μαρτίου 1999 από το οποίο προκύπτει ότι κατά την εν λόγω συνεδρίαση, το όργανο αυτό μετεβίβασε την εξουσία λήψεως αποφάσεων περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου προς τον αντιπρόεδρο της ΕΚΤ και, αφετέρου, την πρόταση περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου του προσφεύγοντος με ημερομηνία 13 Σεπτεμβρίου 2000, επί της οποίας ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ κατέγραψε τη σύμφωνη γνώμη του, με χειρόγραφη σημείωση φέρουσα ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 2000. Κατά συνέπεια, η απόφαση περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου ελήφθη σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες διαδικασίας [...].
[...]
54 Τρίτον, ο προσφεύγων φρονεί ότι η καθής δεν μπορούσε να θεμελιώσει την απόφασή της περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου επί του άρθρου 2.1.2, δεύτερο εδάφιο, των κανόνων για θέματα προσωπικού. Επισημαίνει ότι, δυνάμει της διατάξεως αυτής, η δοκιμαστική περίοδος δεν δύναται να παραταθεί ειμή μόνον υπό “εξαιρετικές συνθήκες”. Κατά τον προσφεύγοντα, τέτοιες “εξαιρετικές συνθήκες” θα μπορούσαν να συντρέχουν μόνον εάν η αδυναμία ασκήσεως των καθηκόντων του μακροπρόθεσμα πλήττει ευθέως την επίτευξη του σκοπού της δοκιμαστικής περιόδου. Κατά την άποψή του, όμως, τέτοιες συνθήκες δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω. Ανεπαρκής απόδοση, προβαλλομένη συνολικώς, δεν αποτελεί από μόνη της τέτοια εξαιρετική περίσταση.
55 Επ’ αυτού, η καθής απαντά, κατ’ ουσίαν, ότι η αρχικώς συμφωνηθείσα δοκιμαστική περίοδος του προσφεύγοντος συνέπιπτε, κατά μέγα μέρος, με την περίοδο των θερινών διακοπών και ότι, ένεκα της μειώσεως των δραστηριοτήτων της ΕΚΤ κατά την εν λόγω περίοδο, δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθεί επαρκώς η καταλληλότητα του αναιρεσείοντος να καταλάβει τη θέση αυτή. Ο έλεγχος αυτός ήταν αναγκαίος, εφόσον ο προσφεύγων, κατά τη διάρκεια της αρχικώς συμφωνηθείσας δοκιμαστικής περιόδου, είχε εμφανίσει ελλείψεις στην απόδοσή του.
56 Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι απλώς και μόνον το γεγονός ότι η δοκιμαστική περίοδος, στην παρούσα υπόθεση, συνέπιπτε εν μέρει με τις θερινές διακοπές δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εξαιρετικό υπό την έννοια του άρθρου 2.1.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού. Αντιθέτως, το γεγονός αυτό μπορούσε να προβλεφθεί από τη διοίκηση κατά τη στιγμή της προσλήψεως. Αφετέρου, η ΕΚΤ ορθώς νομίζει ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται οσάκις, για αντικειμενικώς δικαιολογημένους λόγους, η διοίκηση διατηρεί αμφιβολίες ως προς την καταλληλότητα του δοκίμου υπαλλήλου να καταλάβει τη θέση για την οποία προσελήφθη αλλά, εν μέρει ένεκα της μειωμένης δραστηριότητας κατά την περίοδο των θερινών μηνών, δεν είναι ακόμη σε θέση να διαμορφώσει οριστική άποψη επί του ζητήματος εάν πρέπει να μονιμοποιηθεί ο ενδιαφερόμενος ή να λυθεί η σύμβασή του διαρκούσης της δοκιμαστικής περιόδου.
57 Εν προκειμένω, από τη δικογραφία και, ιδίως, από το σημείωμα της 8ης Σεπτεμβρίου 2000 προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της αρχικώς συμφωνηθείσας δοκιμαστικής περιόδου, η διοίκηση δεν ήταν σε θέση να διαμορφώσει ασφαλή άποψη ως προς την καταλληλότητα του προσφεύγοντος –ούτε υπό την έννοια της μονιμοποιήσεως, ούτε υπό την έννοια σαφώς ανεπαρκούς αποδόσεως συνεπαγομένης λύση της συμβάσεως. Ωστόσο, εξ αυτού προκύπτει ότι η διοίκηση, κατά την αρχικώς συμφωνηθείσα δοκιμαστική περίοδο, διατηρούσε αμφιβολίες ως προς την καταλληλότητα του προσφεύγοντος να ασκήσει τα καθήκοντά του, ιδίως δε να αποκτήσει ενδελεχή γνώση του συστήματος ασφαλείας της ΕΚΤ, πλην όμως αυτή δεν ήταν σε θέση να καταλήξει οριστικώς στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να λυθεί η σύμβασή του κατά τη διάρκεια της αρχικής δοκιμαστικής περιόδου. Εξάλλου, ο ίδιος ο προσφεύγων επιβεβαιώνει ότι οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί του είχαν αυτές τις αμφιβολίες, εφόσον εξέφρασε, όπως προκύπτει από το σημείωμα αυτό, τη βούλησή του να βελτιώσει την απόδοσή του. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η καθής ορθώς υπέλαβε ότι συνέτρεχαν εξαιρετικές συνθήκες, κατά την έννοια του άρθρου 2.12, δεύτερο εδάφιο, των κανόνων για θέματα προσωπικού, οι οποίες της παρείχαν τη δυνατότητα να παρατείνει τη δοκιμαστική περίοδο του προσφεύγοντος.
[...]
61 Κατόπιν των προεκτεθέντων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων δεν κατέδειξε την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου [...].
[...]
68 [Όσον αφορά την απόφαση περί απολύσεως], ο προσφεύγων διατείνεται, κατ’ ουσίαν, ότι, κατά τη δοκιμαστική περίοδο, δεν του εδόθη η δυνατότητα να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της καθημερινής υπηρεσίας στον τομέα της ασφαλείας, καθώς και να ενταχθεί ομαλώς στη λειτουργία της υπηρεσίας του, αλλά ότι εντάχθηκε αμέσως στον κανονικό προγραμματισμό των ομάδων, ενώ δεν του παρασχέθηκε σχετική κατάρτιση. Ειδικότερα, όσον αφορά τις αιτιάσεις περί ελλιπούς ικανότητάς του να χειρίζεται το σύστημα πληροφορικής της ΕΚΤ, τονίζει ότι έλαβε ανεπαρκή σχετική κατάρτιση κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου υπηρεσίας του.
69 Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η απόφαση απολύσεως κατά τη λήξη της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας πρέπει να ακυρωθεί, εάν στον ενδιαφερόμενο δεν δόθηκε η δυνατότητα να συμπληρώσει τη δοκιμαστική περίοδό του υπό κανονικές συνθήκες (βλ., στο πλαίσιο του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Μαΐου 1985, 3/84, Πατρινός κατά ΟΚΕ, Συλλογή 1985, σ. 1421, σκέψεις 20 έως 24, και του Πρωτοδικείου της 30ής Νοεμβρίου 1994, Τ-568/93, Correia κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I-A-271 και II-857, σκέψη 34).
70 Επομένως, πρέπει να εξετασθεί, εν προκειμένω, εάν δόθηκε στον προσφεύγοντα η δυνατότητα να συμπληρώσει τη δοκιμαστική περίοδό του υπό κανονικές συνθήκες. ´
71 Συναφώς, από τη δικογραφία και, ειδικότερα, από το σημείωμα που απηύθυνε ο συντονιστής ασφαλείας της ΕΚΤ, στις 8 Σεπτεμβρίου 2000 προς τον ιεραρχικώς προϊστάμενο του προσφεύγοντος και του οποίου σημειώματος ο τελευταίος βεβαίωσε εγγράφως ότι έλαβε γνώση, προκύπτει ότι, κατά τις τέσσερις πρώτες βδομάδες της υπηρεσίας του στην ΕΚΤ, ο προσφεύγων παρακολούθησε πρόγραμμα εισαγωγικής καταρτίσεως στα κύρια καθόκοντα που θα του ανετίθεντο. Οι σκοποί και το περιεχόμενο του εν λόγω προγράμματος καθορίστηκαν από τον επόπτη (“supervisor”) των φυλάκων της ΕΚΤ ο οποίος εκπόνησε σχετικό πρόγραμμα εισαγωγικής καταρτίσεως με ημερομηνία 29 Ιουνίου 2000, που προσκομίσθηκε στο Πρωτοδικείο τη αιτήσει του.Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο προσφεύγων, όπως επιβεβαίωσε ο ίδιος προσωπικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αφενός, παρακολούθησε επιδείξεις για τον τρόπο λειτουργίας των διαφόρων μέσων εργασίας που ανήκουν στο σύστημα ασφαλείας της ΕΚΤ και, αφετέρου, παρακολουθήθηκε, στην καθημερινή εργασία του, από δύο πεπειραμένους συναδέλφους του οι οποίοι, βάσει των ειδικοτήτων τους, είχαν ορισθεί ανάδοχοί του (“godfather”). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων επιβεβαίωσε επίσης ότι οι εν λόγω συνάδελφοι του παρέσχον πράγματι βασικές οδηγίες περί των μελλοντικών του καθηκόντων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι οι οδηγίες αυτές δεν ήταν αρκούντως ακριβείς αρκεί η διαπίστωση ότι αυτός δεν προσκόμισε κανένα συγκεκριμένο σχετικό στοιχείο που να επιτρέπει στο Πρωτοδικείο να συναγάγει συμπεράσματα ως προς τους λόγους, για τους οποίους το σύστημα των αναδόχων δεν εκπλήρωσε την αποστολή του.
72 Εξάλλου, από σημείωμα, το οποίο συνέταξε για την παρούσα δίκη ο αναπληρωτής επόπτης των φυλάκων της ΕΚΤ στις 21 Δεκεμβρίου 2001, και του οποίου το περιεχόμενο επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον προσφεύγοντα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προκύπτει ότι αυτός παρακολούθησε, από τις 23 έως τις 25 Αυγούστου 2000, πρόσθετη κατάρτιση επί διαφόρων συστημάτων ελέγχου, στα οποία περιλαμβάνονταν ορισμένα συστήματα πληροφορικής. Τέλος, από το ίδιο σημείωμα προκύπτει, επιβεβαιώθηκε δε από τον ίδιο τον προσφεύγοντα προσωπικώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι αυτός παρακολούθησε, μετά την παράταση της δοκιμαστικής περιόδου, κατάρτιση στην πληροφορική επί δύο ημέρες, εκ των οποίων μία ημέρα κατά τις ετήσιες διακοπές του προσφεύγοντος, η οποία είχε σκοπό να γίνει επανάληψη του τρόπου λειτουργίας των διαφόρων αυτών συστημάτων. Ο προσφεύγων παραπονείται και πάλι ότι τα σεμινάρια αυτά δεν ήταν επαρκή, χωρίς όμως να προσάγει συγκεκριμένα στοιχεία που να επιτρέπουν στο Πρωτοδικείο να συναγάγει γιατί τα σεμινάρια αυτά δεν του έδωσαν τη δυνατότητα να εξοικειωθεί με τις απαιτήσεις της εργασίας του και να αποκτήσει κατάλληλες για τις ανάγκες της γνώσεις.
73 Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η ΕΚΤ είχε θέσει σε εφαρμογή για τους νεοπροσλαμβανομένους υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων ο προσφεύγων, πρόγραμμα εισαγωγικής καταρτίσεως το οποίο θα έπρεπε να είχε παράσχει στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να γνωρίσει, κατά την εξάμηνη δοκιμαστική περίοδο, τη φύση των καθηκόντων του, την έκταση των ευθυνών του και τις πρωτοβουλίες που αναμένονταν από αυτόν. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να συναγάγει ότι στον προσφεύγοντα δεν δόθηκε η δυνατότητα να συμπληρώσει τη δοκιμαστική περίοδό του υπό κανονικές συνθήκες.
[...]
83 Κατά συνέπεια, ο λόγος που αντλείται από την παραβίαση των όρων απασχολήσεως και των κανόνων για θέματα προσωπικού, καθώς και της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.»
44. Ο προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά της εκτιμήσεως αυτής. Ο λόγος αυτός αποτελείται από πέντε σκέλη τα οποία θα εξετάσω διαδοχικώς.
45. Με το πρώτο σκέλος, ο C. S. Tralli διατείνεται ότι η απόφαση περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 2.1.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού. Κατά την άποψή του, αντιθέτως προς όσα δέχθηκε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αρμοδιότητα παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου του ανήκε μόνο στην εκτελεστική επιτροπή και δεν μπορούσε να μεταβιβασθεί στον αντιπρόεδρο της ΕΚΤ.
46. Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, με τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, ότι η εκτελεστική επιτροπή, κατά τη συνεδρίασή της της 16ης Μαρτίου 1999, μεταβίβασε προς τον αντιπρόεδρο της ΕΚΤ την αρμοδιότητα να λαμβάνει τις αποφάσεις περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων. Επομένως, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος εγείρει το ζήτημα του κύρους της εξουσιοδοτήσεως αυτής.
47. Επ’ αυτού, φρονώ ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι αρχές τις οποίες συνήγαγε η νομολογία περί παροχής εξουσιοδοτήσεως από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προς τα μέλη της.
48. Κατά τη γνώμη μου, η εξουσιοδότηση αποτελεί ειδική μορφή μεταβιβάσεως εξουσιών, δικαιολογούμενη από την «εξουσία εσωτερικής οργανώσεως» που αναγνωρίζεται στα κοινοτικά όργανα και στους ιδρυθέντες με τη Συνθήκη οργανισμούς (24) και η οποία, αντιθέτως προς όσα ισχύουν για άλλες μορφές μεταβιβάσεως, αφορά κατά κανόναν μόνον την εξουσία εκδόσεως ατομικών αποφάσεων. Επομένως, οι όροι οι οποίοι τέθηκαν με την προπαρατεθείσα απόφαση Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής, έχουν πλήρη εφαρμογή στο νομικό καθεστώς της εξουσιοδοτήσεως.
49. Κατά πάγια νομολογία (25), το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι η Επιτροπή δύναται να εξουσιοδοτεί τα μέλη της να λαμβάνουν ορισμένες αποφάσεις εξ ονόματός της, χωρίς εντούτοις να θίγεται η αρχή της συλλογικότητας που διέπει τη λειτουργία της (26). Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αυτό το σύστημα εξουσιοδοτήσεως δεν έχει ως αποτέλεσμα να στερεί την Επιτροπή από την αποφασιστική της αρμοδιότητα, καθόσον οι αποφάσεις του μέλους λαμβάνονται εξ ονόματος της Επιτροπής η οποία αναλαμβάνει σχετικώς την πλήρη ευθύνη (27). Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι αυτό το σύστημα είναι «αναγκαίο, αν ληφθεί υπόψη η σημαντική αύξηση του αριθμού των πράξεων αποφασιστικού χαρακτήρα που η Επιτροπή καλείται να λάβει, προκειμένου να μπορεί να εκπληρώσει τα καθήκοντά της» (28). Ειδικότερα, σύμφωνα με το Δικαστήριο, η «ανάγκη να εξασφαλισθεί η ικανότητα λειτουργίας του αποφασιστικού οργάνου αντιστοιχεί σε μια αρχή που είναι συμφυής σε κάθε θεσμικό σύστημα και διατυπώνεται [...] στο άρθρο 16 της Συνθήκης συγχωνεύσεως, σύμφωνα με το οποίο “η Επιτροπή θεσπίζει τον [εσωτερικό] κανονισμό της προς διασφάλιση της λειτουργίας της και της λειτουργίας των υπηρεσιών της”» (29).
50. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, αυτό το σύστημα εξουσιοδοτήσεως μπορεί να αφορά μόνον πράξεις διοικήσεως και διαχειρίσεως, αποκλειομένων των αποφάσεως αρχής (30). Επομένως, η εξουσιοδότηση μπορεί να αφορά απόφαση διενέργειας ελέγχων δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 (31), απόφαση περί καταργήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής (32) ή απόφαση επιβάλλουσα την καταβολή τόκων υπηρεμερίας κατόπιν επικύρωσεως της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου (33). Αντιθέτως, η εξουσιοδότηση δεν μπορεί να αφορά απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση των διατάξεων περί ανταγωνισμού (34), ούτε απόφαση περί διατυπώσεως αιτιολογημένης γνώμης ή περί ασκήσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως του άρθρου 226 EΚ (35).
51. Κατά τη γνώμη μου, η ως άνω νομολογία περί του εφαρμοζομένου εντός της Επιτροπής συστήματος εξουσιοδοτήσεως μπορεί να μεταφερθεί πλήρως στην προκειμένη υπόθεση.
52. Ειδικότερα, η εξουσιοδότηση, εφόσον περιορίζεται σε πράξεις διαχειρίσεως και διοικήσεως, δεν έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει την εκτελεστική επιτροπή από την αποφασιστική της αρμοδιότητα: οι αποφάσεις του αντιπροέδρου της ΕΚΤ περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου λαμβάνονται εξ ονόματος της εκτελεστικής επιτροπής, η οποία αναλαμβάνει σχετικώς την πλήρη ευθύνη. Εξάλλου, η ανάγκη να εξασφαλισθεί η ικανότητα λειτουργίας του αποφασίζοντος οργάνου διατυπώνεται, όπως και για την Επιτροπή, σε διάταξη του πρωτογενούς δικαίου, ήτοι στο άρθρο 12.3 του καταστατικού του ΕΣΚΤ, το οποίο προβλέπει ότι «το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει εσωτερικό κανονισμό, ο οποίος καθορίζει την εσωτερική οργάνωση της ΕΚΤ και των οργάνων λήψεως αποφάσεων».
53. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η επίδικη εξουσιοδότηση αφορά μόνον πράξεις διαχειρίσεως και διοικήσεως. Συγκεκριμένα, έχει ως αντικείμενο να αποφασίζει απλώς ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ εάν πρέπει, ή όχι, να παραταθεί η δοκιμαστική περίοδος νεοπροσληφθέντος υπαλλήλου. Επομένως, ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ ουδεμία εξουσία διαθέτει ως προς τη λήψη «αποφάσεων αρχής» κατά την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας.
54. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, πιστεύω ότι η εκτελεστική επιτροπή μπορούσε νομίμως να εξουσιοδοτήσει τον αντιπρόεδρο της ΕΚΤ να λαμβάνει τις αποφάσεις περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων και, κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως δεν είναι βάσιμο.
55. Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, ο C. S. Tralli διατείνεται ότι το άρθρο 2.1.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού προσκρούει σε «υπέρτερης ισχύος κανόνες του κοινοτικού δικαίου» και, ιδίως, στην «αρχή ότι οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες είναι Κοινότητα δικαίου» (36). Υποστηρίζει ότι η επίδικη διάταξη, παραπέμποντας σε αόριστα κριτήρια, όπως αυτό των «εξαιρετικών περιπτώσεων», τα οποία δεν εξειδικεύουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής των όρων απασχολήσεως, παρέχει τη δυνατότητα λήψεως αυθαίρετων μέτρων.
56. Πιστεύω ότι το επιχείρημα αυτό, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αφορά τη νομιμότητα του άρθρου 2.1.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού και ότι, επομένως, θα έπρεπε να προβληθεί στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, στερείται προδήλως οποιουδήποτε ερείσματος.
57. Ειδικότερα, δεν αμφισβητείται ότι έννοιες όπως αυτή των «εξαιρετικών περιπτώσεων», η οποία απαντά στο άρθρο 2.1.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού, αποτελούν τις λεγόμενες «αόριστες νομικές έννοιες». Πρόκειται για ευέλικτους κανόνες δικαίου οι οποίοι στηρίζονται σε εσκεμμένως ακαθόριστο κριτήριο και εκφράζουν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τη βούληση του νομοθέτη να αναθέσει στις οικείες αρχές –διοικητικές ή δικαστικές– να προσδιορίζουν κατά περίπτωση το ακριβές περιεχόμενο του κανόνα, ώστε να προσαρμόζουν κατά το δυνατόν την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά, των οποίων επιλαμβάνονται. Οι αόριστες νομικές έννοιες είναι γνωστές στην πλειονότητα, αν όχι στο σύνολο των νομικών συστημάτων, ιδίως δε στην κοινοτική έννομη (37). Στην περίπτωση αυτή, όπως και σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις, ο κίνδυνος αυθαίρετων αποφάσεων αποφεύγεται εκ του ότι οι εν λόγω αποφάσεις υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.
58. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμο.
59. Με το τρίτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου ότι η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την επαγγελματική καταλληλότητα του δοκίμου υπαλλήλου μπορεί να αποτελέσει «εξαιρετική περίπτωση» που δικαιολογεί παράταση της δοκιμαστικής περιόδου του βάσει του άρθρου 2.1.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η δοκιμαστική περίοδος έχει σκοπό ακριβώς να ελεγχθεί η ύπαρξη τέτοιων αμφιβολιών, οπότε το Πρωτοδικείο αντέστρεψε τον κανόνα και την εξαίρεση.
60. Επί του σημείου αυτού επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η υπόμνηση ότι, δυνάμει της νομολογίας, η ΕΚΤ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την οργάνωση των υπηρεσιών της και τη διαχείριση του προσωπικού της, ώστε να δύναται να εκπληρώσει το δημοσίου συμφέροντος έργο της (38).
61. Επισημαίνεται, ακολούθως, ότι, στα κοινοτικά θεσμικά όργανα και οργανισμούς, η δοκιμαστική περίοδος κατά κανόνα αρκεί ώστε η αρμόδια για τη λήψη αποφάσεων αρχή να διαμορφώσει πεποίθηση ως προς την καταλληλότητα του ενδιαφερομένου να ασκεί τα καθήκοντα της θέσεως για την οποία προσελήφθη. Η πεποίθηση αυτή μπορεί να εκφρασθεί είτε ως μονιμοποίηση του ενδιαφερομένου στη θέση του, είτε ως απόφαση να καταγγελθεί η σύμβασή του και να διακοπεί η υπηρεσιακή του σχέση. Στην πραγματικότητα, σπανίζουν σχετικώς οι καταστάσεις, στις οποίες, κατά τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου, η αρμόδια για τη λήψη αποφάσεως αρχή διατηρεί ακόμη τέτοιες αμφιβολίες που πρέπει –θα έπρεπε– να παρατείνει τη δοκιμαστική περίοδο του ενδιαφερομένου.
62. Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε ότι η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την καταλληλότητα δοκίμου υπαλλήλου μπορεί να αποτελέσει «εξαιρετική περίπτωση» δικαιολογούσα παράταση της δοκιμαστικής περιόδου του βάσει του άρθρου 2.1.2 των κανόνων για θέματα προσωπικού.
63. Με το τέταρτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου ότι η δοκιμαστική περίοδος του παρατάθηκε λόγω αμφιβολιών ως προς την επαγγελματική του καταλληλότητα. Τονίζει ότι η ΕΚΤ, με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως επί της υποθέσεως Τ-373/00 δήλωσε ότι η δοκιμαστική περίοδος του αναιρεσείοντος παρατάθηκε επειδή περιλαμβανόταν σε περίοδο διακοπών.
64. Ανεξαρτήτως των ζητημάτων που σχετίζονται με το παραδεκτό της αιτιάσεως αυτής, αρκεί η διαπίστωση ότι η ΕΚΤ, με το προπαρατεθέν υπόμνημά της ανταπαντήσεως, προέβαλε δύο σειρές λόγων. Εξέθεσε:
«12. Πρώτον, η [EΚΤ] στηρίζεται στο γεγονός ότι ο προσφεύγων ανέλαβε καθήκοντα την 1η Ιουλίου 2000 [και ότι] η δοκιμαστική περίοδος συνέπιπτε [επομένως], κατά μέγα μέρος, με περίοδο [διακοπών].
13. Δεύτερον, η [BCE] έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο προσφεύγων, προ της αναλήψεως υπηρεσίας στην ΕΚΤ, απασχολήθηκε επί δεκτατέσσερα έτη από ιδιωτική εταιρία φυλάξεως. Η [ΕΚΤ] συνήγαγε, επομένως, ότι η ελλιπής απόδοση του προσφεύγοντος οφειλόταν κυρίως σε ενδεχόμενες δυσκολίες λόγω της νέας εργασίας του στην ΕΚΤ και στην αναγκαία προσαρμογή προς τις νέες συνθήκες εργασίας, και ότι η παράταση της δοκιμαστικής περιόδου θα παρείχε στον προσφεύγοντα περαιτέρω ευκαιρία να αποδείξει τα προσόντα του και την ικανότητά του προσαρμογής» (39).
65. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος, το οποίο σχετίζεται με την εκτίμηση του περιεχομένου του υπομνήματος ανταπαντήσεως της ΕΚΤ επί της υποθέσεως Τ-373/00, είναι, ούτως ή άλλως προδήλως αβάσιμο.
66. Τέλος, με το τελευταίο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει σειρά επιχειρημάτων με σκοπό να καταδειχθεί ότι, αντιθέτως προς τα κριθέντα από το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 70 έως 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν του δόθηκε η δυνατότητα να συμπληρώσει τη δοκιμαστική περίοδό του υπό κανονικές συνθήκες.
67. Συναφώς, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, κατά πάγια νομολογία (40), το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώνει πραγματικά περιστατικά ούτε, κατ’ αρχήν, να εξετάζει τις αποδείξεις που δέχθηκε το Πρωτοδικείο προς στήριξη των περιστατικών αυτών. Αφ’ ης στιγμής οι αποδείξεις αυτές αποκτήθηκαν νομοτύπως και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι εφαρμοστέοι δικονομικοί κανόνες επί της διεξαγωγής των αποδείξεων, το Πρωτοδικείο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του προσκομίσθηκαν. Κατά συνέπεια, η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου, εξαιρέσει της περιπτώσεως παραμορφώσεως των στοιχείων αυτών.
68. Εν προκειμένω το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, ότι «τίποτε δεν επιτρέπει […] να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν δόθηκε στον προσφεύγοντα η δυνατότητα να συμπληρώσει τη δοκιμαστική περίοδο υπό κανονικές συνθήκες» (41).
69. Υπό τις συνθήκες αυτές, το τελευταίο σκέλος του λόγου αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτο. Συγκεκριμένα, εφόσον ο αναιρεσείων δεν κατέδειξε, ούτε υποστήριξε σοβαρώς ότι το Πρωτοδικείο παρεμόρφωσε τα ενώπιόν του πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία, η εκτίμησή του ως προς τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επιμόρφωση των νεοπροσληφθέντων υπαλλήλων αποτελεί εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων η οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.
70. Επομένως, βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως στο σύνολό του.
Γ – Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από παράβαση των κανόνων περί καταλογισμού των δικαστικών εξόδων
71. Ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως αφορά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου ως προς την κατανομή των εξόδων των δικών. Η εκτίμηση αυτή εκτίθεται ως ακολούθως με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση:
«95 Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Ωστόσο, δυνάμει του άρθρου 88 του αυτού κανονισμού, στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους.
96 Υπό τις συνθήκες αυτές, στην υπόθεση Τ-373/00 έκαστος διάδικος φέρει τα έξοδά του.
97 Αντιθέτως, στις υποθέσεις Τ-27/01, Τ-56/01 και Τ-69/01, η καθής, δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά παρέκκλιση δε από το άρθρο 88 του αυτού Κανονισμού Διαδικασίας, ζητεί από το Πρωτοδικείο να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, περιλαμβανομένων των εξόδων της καθής. Ειδικότερα, διατείνεται ότι η άσκηση των εν λόγω προσφυγών συνιστά κατάχρηση δικαιώματος. Ως εκ τούτου, τα έξοδα, στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί η καθής ένεκα των προσφυγών αυτών, πρέπει να θεωρηθεί ότι προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας.
98 Στις υποθέσεις Τ-27/01 και Τ-69/01, ο προσφεύγων ζητεί, δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, να φέρει η καθής τα δικαστικά του έξοδα, ακόμη και εάν οι εν λόγω προσφυγές απορριφθούν ως απαράδεκτες. Σε αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι αναγκάστηκε να ασκήσει τις προσφυγές αυτές, προκειμένου να διαφυλάξει τα δικαιώματά του. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή του, δυνάμει των άρθρων 41 και 42 των όρων απασχολήσεως, μπορούσε και όφειλε να κινήσει τις εσωτερικές διοικητικές διαδικασίες κατά των αποφάσεων περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου και περί απολύσεως πριν ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά των εν λόγω αποφάσεων. Η καθής αμφισβήτησε όμως αυτή τη θέση ήδη κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Γι’ αυτήν την κατάσταση αβεβαιότητας φέρει ευθύνη η καθής. Ως εκ τούτου, κατά τους ισχυρισμούς του, αυτός αναγκάστηκε να ασκήσει παράλληλες προσφυγές στις υποθέσεις Τ-373/00, Τ-27/01 και Τ-69/01.
99 Το Πρωτοδικείο κρίνει, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, ότι από το άρθρο 41, iii, των όρων απασχολήσεως προκύπτει αναμφισβητήτως ότι οι αποφάσεις περί παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου και περί απολύσεως διαρκούσης της δοκιμαστικής περιόδου δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διοικητικής επανεξετάσεως προ της ασκήσεως προσφυγής, ούτε ενστάσεως. Πράγματι, οι δύο αυτές αποφάσεις είναι “περί μη μονιμοποιήσεως δοκίμου υπαλλήλου”, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
100 Επομένως, η άσκηση των προσφυγών στις υποθέσεις Τ-27/01 και Τ-69/01 προκάλεσαν στην καθής έξοδα χωρίς εύλογη αιτία.
101 Όσον αφορά την υπόθεση Τ-56/01, της οποίας το εισαγωγικό δικόγραφο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 13 Μαρτίου 2001, επιβάλλεται η επισήμανση ότι ο προσφεύγων άσκησε την εν λόγω προσφυγή κατά παραλείψεως διότι δεν δόθηκε απάντηση στην ένσταση της 5ης Φεβρουαρίου 2000, ενώ, αφενός, δυνάμει του άρθρου 8.2.1 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως του προσωπικού, η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με σιωπηρή απόφαση εκδοθείσα ένα μήνα μετά την υποβολή της ενστάσεως και, αφετέρου, ο πρόεδρος της ΕΚΤ απέρριψε την ένσταση του προσφεύγοντος στις 12 Μαρτίου 2001.
102 Κατά συνέπεια, χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί εάν η προσφυγή τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη επειδή, προ της ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως, δεν ζητήθηκε από το όργανο να ενεργήσει, είναι αληθές ότι, κατά τη στιγμή της ασκήσεως της προσφυγής στην υπόθεση Τ-56/01 ή, τουλάχιστον, κατά τις αμέσως επακολουθήσασες ημέρες, ο προσφεύγων εγνώριζε ότι η καθής είχε λάβει θέση κατά την έννοια του άρθρου 232, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ. Ωστόσο, αυτός δεν προέβη στις ενδεδειγμένες ενέργειες ώστε να αποτραπεί η χωρίς εύλογη αιτία πρόκληση εξόδων στην καθής ένεκα της προσφυγής αυτής.
103 Κατά συνέπεια, αντί να καταδικασθεί η καθής στα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος, όπως αυτός ζητεί, πρέπει να καταδικασθεί ο προσφεύγων στο ένα τρίτο των εξόδων της καθής στις υποθέσεις Τ-27/01, Τ-56/01 και Τ-69/01.»
72. Ο C. S. Tralli υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έσφαλε στο σημείο αυτό. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι, αντιθέτως προς τα κριθέντα από το Πρωτοδικείο, οι προσφυγές στις υποθέσεις Τ-27/01, Τ-56/01 και Τ-69/01 ασκήθηκαν για αποχρώντες λόγους.
73. Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, δυνάμει του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, «αναίρεση δεν χωρεί αποκλειστικά για τον καταλογισμό και το ύψος της δικαστικής δαπάνης». Εξάλλου, το Δικαστήριο κρίνει ότι, «εφόσον όλοι οι άλλοι λόγοι μιας αιτήσεως αναιρέσεως απορρίφθηκαν, το αίτημα σχετικά με παρανομία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου περί της δικαστικής δαπάνης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο κατ’ εφαρμογήν της [προπαρατεθείσας διατάξεως]» (42).
74. Εφόσον, κατά την άποψή μου, όλοι οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ο τελευταίος λόγος, στρεφόμενος κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ως προς την κατανομή των δικαστικών εξόδων, πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτος σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία.
V – Πρόταση
75. Συνεπώς, κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Δυνάμει του άρθρου 112, παράγραφος 1, EΚ, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ απαρτίζεται από τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής της ΕΚΤ και τους διοικητές των εθνικών κεντρικών τραπεζών.
3 – Δυνάμει του άρθρου 112, παράγραφος 1, EΚ, η εκτελεστική επιτροπή απαρτίζεται από τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο και τέσσερα άλλα μέλη: όλοι διορίζονται με κοινή συμφωνία από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών, κατά σύσταση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ.
4 – T-373/00, T-27/01, T-56/01 και Τ-69/01, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. Ι-Α-97 και ΙΙ-453, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
5 – Οι εν λόγω όροι τέθηκαν με την απόφαση 1999/330/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 9ης Ιουνίου 1998, τροποποιηθείσα στις 31 Μαρτίου 1999, ΕΕ 1999, L 125, σ. 32 (στο εξής: όροι απασχολήσεως).
6 – ΕΕ 1999, L 125, σ. 34· διορθωτικό στην ΕΕ 2000, L 273, σ. 40 (στο εξής: εσωτερικός κανονισμός).
7 – Άλλως: απόφαση παρατάσεως της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας.
8 – Άλλως: απόφαση περί απολύσεως.
9 – Αίτηση αναιρέσεως (σημείο 36).
10 – Υπόθεση 9/56, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 174. Βλ. επίσης, υπ' αυτό το πνεύμα, την απόφαση του Πρωτοδικείου X κατά ΕΚΤ, προπαρατεθείσα (σκέψεις 102 έως 104).
11 – Απόφαση Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής, προπαρατεθείσα, σ. 191 και 192.
12 – Βλ. Lenaerts, K., «Regulating the regulatory process: “delegation of powers” in the European Community», European Law Review, 1993, σ. 23 (σ. 40 έως 42).
13 – Βλ. επίσης, υπ’ αυτό το πνεύμα, την προπαρατεθείσα απόφαση X κατά ΕΚΤ (σκέψη 102). Στη θεωρία, βλ., ιδίως, Lenaerts, K., προπαρατεθείσα μελέτη (σ. 41 και 42), και Gautier, Y., La délégation en droit communautaire, διδακτορική διατριβή υποβληθείσα και υποστηριχθείσα στις 7 Ιανουαρίου 1995, σ. 357 και 358.
14 – Για μια ανάλυση των προϋποθέσεων μεταβιβάσεως αρμοδιοτήτων κατά το κοινοτικό δίκαιο, βλ. Gautier, Y., όπ.π. (σ. 418 επ.).
15 – Απόφαση Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής, προπαρατεθείσα (σ. 189).
16 – Όπ.π., σ. 189.
17 – Όπ.π., σ. 191.
18 – Όπ.π., σ. 193.
19 – Επί της διακρίσεως μεταξύ των κανόνων που έχουν ουσιώδη χαρακτήρα για το υπό ρύθμιση θέμα και εκείνων που εμπίπτουν στην «εκτελεστική αρμοδιότητα» στο πεδίο των άρθρων 202 ΕΚ και 211 EΚ, βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 25/70, Köster (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 617, σκέψη 6), και της 27ης Οκτωβρίου 1992, C-240/90, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-5383, σκέψεις 36 και 37).
20 – Βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 30ής Οκτωβρίου 1975, 23/75, Rey Soda (Συλλογή τόμος 1975, σ. 399), και της 11ης Μαρτίου 1987, 279/84, 280/84, 285/84 και 286/84, Rau κ.λ.π. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1069, σκέψη 14), καθώς και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Φεβρουαρίου 2004, Τ-64/01 και Τ-65/01, Afrikanische Frucht-Compagnie και Internationale Fruchtimport Weichert κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 118).
21 – Αίτηση αναιρέσεως (σημείο 36).
22 – Υπόθεση C-409/02 P (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 33 έως 37).
23 – Βλ. επίσης, επ' αυτού, τα στοιχεία που εξέθεσε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (σκέψεις 50 έως 52).
24 – Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι κάθε κοινοτικό όργανο και οργανισμός διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την οργάνωση των υπηρεσιών του: όσον αφορά τα κοινοτικά όργανα, βλ. ιδίως, τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1964, 109/63 και 13/64, Muller κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1231), και της 21ης Ιουνίου 1984, 69/83, Lux κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1984, σ. 2447, σκέψη 17), όσον αφορά δε τους συσταθέντες με τη Συνθήκη κοινοτικούς οργανισμούς, βλ., ιδίως, την απόφαση της 10ης Ιουλίου 2003, C-15/00, Επιτροπή κατά ΕΤΕπ (Συλλογή 2003, σ. I-7281, σκέψη 67), καθώς και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 2002, Τ-178/00 και Τ-341/00, Pflugradt κατά ΕΚΤ (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-4035, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. Ι-Α-205 και ΙΙ-1039), επιβεβαιωθείσα κατ' αναίρεση με την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, Pflugradt κατά ΕΚΤ, προαναφερθείσα.
25 – Βλ., ιδίως, την απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1986, 5/85, AKZO Chemie κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2585, σκέψη 35).
26 – Δυνάμει του άρθρου 17 της Συνθήκης της 8ης Απριλίου 1965 περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (JO 1967, L 152, σ. 2, της αποκαλούμενης «Συνθήκη περί συγχωνεύσεως»).
27 – Προπαρατεθείσα απόφαση AKZO Chemie κατά Επιτροπής (σκέψη 36).
28 – Όπ.π., σκέψη 37.
29 – Όπ.π..
30 – Όπ.π.
31 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25). Βλ. τις αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 46/87 και 227/88, Hoechst κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 2859, σκέψεις 44 έως 46), και της 17ης Οκτωβρίου 1989, 97/87, 98/87 και 99/87, Dow Chemical Ibérica κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 3165, σκέψη 58).
32 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Μαρτίου 2003, Τ-254/99, Maja κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II-757, σκέψη 43).
33 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Ιουλίου 1995, Τ-275/94, CB κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-2169, σκέψη 71.
34 – Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994, C-137/02 P, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-2555, σκέψη 71).
35 – Απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. I-5449, σκέψη 48).
36 – Αίτηση αναιρέσεως (σημείο 44).
37 – Βλ., μεταξύ πολλών παραδειγμάτων, τις έννοιες του «πελάτη που ανήκει στον τομέα αυτόν», σε σχέση με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπίας, στην απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-104/95, Κοντογεωργάς (Συλλογή 1996, σ. Ι-6643, σκέψεις 25 έως 27), των «εξαιρετικών περιπτώσεων», που συνιστούν παρεκκλίσεις από την αρχή της χωριστής αποτιμήσεως των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού στον ισολογισμό εταιρίας, στην απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C-275/97, DE + ES Bauunternehmung (Συλλογή 1999, σ. Ι-5331, σκέψεις 31 και 32), ή της «φορολογήσεως», σε σχέση με τις διατάξεις περί έμμεσων φόρων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, στην απόφαση της 21ης Ιουνίου 2001, C-206/99, SONAE (Συλλογή 2001, σ. I-4679, σκέψεις 22 έως 26).
38 – Προπαρατεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου Pflugradt κατά ΕΚΤ (σκέψη 54), επιβεβαιωθείσα κατ’ αναίρεση με την προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Pflugradt κατά ΕΚΤ.
39 – Η υπογράμμιση δική μου.
40 – Βλ., ως πρόσφατα παραδείγματα, την απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C-122/01 P, T. Port κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι-4261, σκέψη 27), και διάταξη της 9ης Ιουλίου 2004, C-116/03, Fichtner κατά Επιτροπής (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 33).
41 – Αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (σκέψη 73).
42 – Αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2001, C-302/99 P και C-308/99 P, Επιτροπή και Γαλλία κατά TF1 (Συλλογή 2001, σ. Ι-5603, σκέψη 31), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-57/00 P και C-61/00 P, Freistaat Sachsen κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι-9975, σκέψη 124), καθώς και διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 2000, C-39/00 P, SGA κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-11201, σκέψη 77). Βλ. επίσης, υπ' αυτό το πνεύμα, την απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, C-396/93 P, Henrichs κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-2611, σκέψη 66), και τη διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 2000, C-44/00 P, Sodima κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑11231, σκέψη 93).
Full & Egal Universal Law Academy